Οι G8 που έγιναν G7, ντε φάκτο G6 και G1 και σύντομα πάλι G8

Μόνο θέματα ρουτίνας δεν θα απασχολήσουν τη σύνοδο των επτά πλουσιότερων κρατών (G7) που συνέρχεται στο Μπίαριτζ της Γαλλίας από το Σάββατο 24 ως τη Δευτέρα 26 Αυγούστου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Αναντίρρητα, την τελευταία δεκαετία το ειδικό βάρος του G7 έχει συρρικνωθεί. Η σύνοδος των 20 πλουσιότερων χωρών του πλανήτη (G20) όπως θεσμοθετήθηκε με αφορμή το ξέσπασμα της μεγάλης ύφεσης πριν 11 χρόνια είχε ένα διπλό αποτέλεσμα: Από την μια η είσοδος στο κέντρο των αποφάσεων των αναδυόμενων οικονομιών του πλανήτη (Κίνα, Βραζιλία, Ινδία, κ.α.) έκανε αν όχι πιο δημοκρατική, τουλάχιστον πιο πολυπολική αυτή την άτυπη σύνοδο που αποφασίζει για την τύχη του πλανήτη. Από την άλλη, η εξ ανάγκης είσοδος των περιφερειακών χωρών ενδυνάμωσε άλλα οικονομικά και πολιτικά κέντρα και ενώσεις όπου τα μεγάλα και παραδοσιακά αφεντικά του πλανήτη (ΗΠΑ και ΕΕ) αποφασίζουν χωρίς την παρουσία των …παρείσακτων.

Το μεγαλύτερο πλήγμα όμως στο G7 έφερε η πολιτική του Τραμπ «πρώτα η Αμερική». Σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρείται πολύ πιθανό ακόμη και το ενδεχόμενο να μην εκδοθεί κοινό ανακοινωθέν στο τέλος των εργασιών. Τα ακανθώδη ζητήματα που διχάζουν βαθιά τους 7 είναι δύο: το διεθνές εμπόριο και η κλιματική αλλαγή. Και στα δύο αυτά θέματα είναι από την μια οι ΗΠΑ και από την άλλη οι …G6. Σε ό,τι αφορά το διεθνές εμπόριο, οι ΗΠΑ εδώ και δύο χρόνια επιλέγουν ή προστατευτισμό ή εμπορικούς πολέμους και πιο συχνά και τα δύο. Ενώ, η αποχώρηση τους από τη Συμφωνία του Παρισιού του 2015 για το κλίμα επισημοποιεί και την τυπική απόρριψη εκ μέρους τους κάθε προσπάθειας για μείωση των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Διαφωνίες έχουν ήδη εκφραστεί και στο θέμα του Ιράν, με τις ΗΠΑ να δοκιμάζουν μια ακόμη επική απόρριψη της πολιτικής τους για απομόνωση και τιμωρία της Τεχεράνης. Είναι μια πολιτική που ακολουθεί κατά γράμμα τις προτεραιότητες του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή και φέρνει πιο κοντά το ενδεχόμενο ενός φριχτού, αιματηρού πολέμου. Ο Μακρόν ήδη συναντήθηκε με αξιωματούχους του Ιράν, προσπαθώντας να κρατήσει ζωντανή την συμφωνία για τη διαχείριση των πυρηνικών του Ιράν που υπογράφτηκε το 2015, επί Μπαράκ Ομπάμα, και τίναξε στον αέρα το 2018 ο Τραμπ.

Η Σύνοδος του Μπίαριτζ ωστόσο πιθανά θα περάσει στην ιστορία επειδή τουλάχιστον στο περιθώριό της έκλεισε το ρήγμα με τη Ρωσία, που άνοιξε το 2014 με αφορμή την προσάρτηση της χερσονήσου της Κριμαίας στη Ρωσία και οδήγησε σε μια σειρά κυρώσεις εναντίον της Μόσχας.   Μεταξύ αυτών ήταν και η συρρίκνωση των G8 σε G7, με την αποπομπή της Ρωσίας. Αυτή η παρένθεση όμως φαίνεται ότι κλείνει.

Το δήλωσε ο ίδιος ο Τραμπ την Τρίτη 20 Αυγούστου αποδίδοντας μάλιστα τον εξοστρακισμό της στον πληγωμένο εγωισμό του Ομπάμα. Με αυτό τον έμμεσο τρόπο έστω ο αμερικανός πρόεδρος φάνηκε να αποδέχεται τα τελεσμένα στην ανατολική Ευρώπη, ξέροντας άλλωστε πώς η Δύση ωφελήθηκε τα μέγιστα με την απόσπαση της Ουκρανίας από τη ρωσική επιρροή. Ο εμφύλιος που μαίνεται και η απόσπαση της Κριμαίας δεν ήταν παρά ένα μικρό αντίτιμο για ένα μεγάλο κέρδος. Ο Τραμπ μάλιστα δεν έθεσε καν όρους για την επανένταξη της Ρωσίας στο G7 που έτσι θα ξαναγίνει G8, όπως έκανε ο Εμμανουέλ Μακρόνμια μέρα νωρίτερα στο πλαίσιο συνομιλιών που είχε με τον ρώσο πρόεδρο τον οποίο κάλεσε στην προεδρική εξοχική κατοικία στη Μεσόγειο. Ο γάλλος πρόεδρος συνέδεσε την διεύρυνση του G7 με την συμβολή της Ρωσίας στην επίλυση των κρίσεων στη Συρία, το Ιράν και την Ουκρανία.

Σηκώνοντας ωστόσο πιο ψηλά τον πήχη σε σχέση με τις ΗΠΑ ο στόχος του Παρισιού δεν ήταν πιθανότατα ο αποκλεισμός της Μόσχας, αλλά η διαχείριση της αντι-ρωσικής υστερίας που κυριαρχεί πλέον στην ΕΕ με κύρια ευθύνη των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών. Δείγμα του μένους κατά της Μόσχας που παραπέμπει στην ψυχροπολεμική εποχή ήταν ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που υιοθετήθηκε στις 12 Μαρτίου 2019 για τις πολιτικές σχέσεις μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας (2018/2158 ΙΝΙ). Η ομιλία του Μακρόν όμως κινούταν στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Αναφέρθηκε σε «νέους μηχανισμούς συνεργασίας που θα είναι χρήσιμοι για όλους μας. Σε αυτή την περίπτωση, σε αυτό το πλαίσιο, οι διμερείς μας σχέσεις όπως επίσης και οι σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης διαδραματίζουν έναν κρίσιμο και αποφασιστικό ρόλο», τόνισε. Έκλεισε δε με τα εξής, που με βεβαιότητα, αργά ή γρήγορα θα πυροδοτήσουν συγκρούσεις στο εσωτερικό της ΕΕ: «Γνωρίζω ότι η Ρωσία είναι μια ευρωπαϊκή χώρα, στην καρδιά των καρδιών. Και πιστεύουμε σε μία Ευρώπη που εκτείνεται από τη Λισαβόνα μέχρι το Βλαδιβοστόκ»!

Η πολιτική στροφή του Μακρόν είναι σίγουρα αποτέλεσμα της ανόδου του γοήτρου της Ρωσίας μετά τη νίκη της στη Συρία και την επιβολή του Άσαντ, παρά κι ενάντια στα σχέδια των αραβικών πετρομοναρχιών, του Ισραήλ, των ΗΠΑ και των Αγγλογάλλων. Είναι αποτέλεσμα επίσης του χάσματος της Γαλλίας με τις ΗΠΑ που βαθαίνει όλο και περισσότερο με όλο και πιο καινούργιες αφορμές: από το κλίμα και το εμπόριο μέχρι τη φορολόγηση των μεγάλων του διαδικτύου και τη συνθήκη του 1987 για τα πυρηνικά μεσαίου βεληνεκούς (INF). Η ειρωνεία της τύχης θέλει τα αποκλίνοντα συμφέροντα Γαλλίας και ΗΠΑ να συμπίπτουν τυχαία κι ευκαιριακά στην ένταξη της Ρωσίας στο κλαμπ των ισχυρών του πλανήτη…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Οργή για τους τραπεζίτες (Περ. Διπλωματία, Ιανουάριος 2010)

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ ΤΟΥ ΝΤΑΒΟΣ

ΣΕ ΡΟΛΟ ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ 

Επισήμως, το θέμα που επιλέχτηκε να συζητηθεί στις φετινές εργασίες του Νταβός ήταν «Βελτιώνοντας την κατάσταση του κόσμου: Επανεξέταση, επανασχεδιασμός, ανοικοδόμηση». Ανεπισήμως, το θέμα περιγράφτηκε εύστοχα από τη Wall Street Journal, αντανακλώντας το κλίμα των συζητήσεων, μια μέρα μετά την επίσημη λήξη των εργασιών: «Σκοτώστε όλους τους τραπεζίτες»!

Το κέντρο βάρους της φετινής συνόδου του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ απείχε σημαντικά από τον δυτικό κόσμο που αποτελούσε ανέκαθεν την ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομικής μεγέθυνσης. Η σύνοδος του 2010 που διήρκεσε από τις 27 έως τις 31 Ιανουαρίου, με τη συμμετοχή 2.500 ατόμων, σφραγίσθηκε από τον περιορισμό του ειδικού βάρους των γνωστών και μη εξαιρετέων υπερανεπτυγμένων κρατών στην παγκόσμια οικονομία και την ανάδυση των λεγόμενων αναπτυσσόμενων οικονομιών, που καταλαμβάνουν ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο. Ορισμένα μεγέθη επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Η ομάδα των επτά πλουσιοτέρων κρατών, το περίφημο G7, το 1976 (όταν το παγκόσμιο ΑΕΠ ισοδυναμούσε με 6,3 τρισ. δολ.) παρήγαγε το 61,9% του παγκόσμιου ΑΕΠ κι ο υπόλοιπος κόσμος το εναπομείναν 38,1%. Το 1990 (όταν το παγκόσμιο ΑΕΠ είχε αυξηθεί στα 21,8 τρισ. δολ.) το μερίδιο του G7 είχε αυξηθεί στο 66,2%. Το 2008 (όταν το ΑΕΠ του κόσμου ανερχόταν σε 60,6 τρισ. δολ.) η τάση ανόδου είχε αντιστραφεί πλήρως και στο G7 αντιστοιχούσε το 52,8%. Το μερίδιο δε των υπόλοιπων 13 χωρών που απαρτίζουν σήμερα το G20 από 24,3% που ήταν το 1990, το 2008 έφθασε το 34,6%. Για πόσο καιρό ακόμη θα μπορούσαν να αγνοούνται; Η νέα αυτή πραγματικότητα που έδωσε την ώθηση γα την δημιουργία του G20 και τον παροπλισμό του G7 εκφράστηκε, αν όχι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τουλάχιστον εμφανώς στη σύνοδο του φετινού φόρουμ του οποίου ηγείται ο Κλάους Σβαμπ. Για παράδειγμα τα μέλη των αντιπροσωπειών των τεσσάρων αναδυόμενων γιγάντων – Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα – (και συχνά περιγράφονται με το αρκτικόλεξο BRIC) υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με το 2005, φθάνοντας τους 237 κι αποτελώντας το 10% των αντιπροσώπων.

Ενδεικτικό στοιχείο για το αυξανόμενο ενδιαφέρον με το οποίο γίνονται δεκτές οι διάφορες ομάδες αναπτυσσομένων χωρών είναι κι η θαυμαστή πορεία που καταγράφουν διάφορα αρκτικόλεξα όπως για παράδειγμα το BRITVIC, όπου μεταξύ της Βραζιλίας και της Ρωσίας από τη μια και της Ινδίας και της Κίνας από την άλλη παρεμβάλλονται οι χώρες Ταϊβάν, Βιετνάμ και Ινδονησία. Ή, το CIVETS που περιγράφει τις χώρες Κολομβία, Ινδονησία, Βιετνάμ, Αίγυπτο, Τουρκία και Νότα Αφρική.

Τα ομαδικά πυρά κατά των τραπεζιτών εξαπολύθηκαν πριν απ’ όλους από τον γάλλο πρόεδρο, που έκανε την εναρκτήρια ομιλία, η οποία από πολλούς εκπροσώπους χαρακτηρίστηκε προεκλογική κι ο ίδιος κατηγορήθηκε ότι δεν απευθυνόταν στους αντιπροσώπους του φόρουμ αλλά στους γάλλους ψηφοφόρους που σε έξι σχεδόν εβδομάδες θα όδευαν για τις κάλπες των δημοτικών εκλογών. Λαϊκιστής με άλλα λόγια, χαρακτηρίστηκε ο Νικολά Σαρκοζύ, όπως συνηθίζεται σε όσους πολιτικούς, όχι μόνο της Αριστεράς όπως ο Όσκαρ Λαφοντέν αλλά ακόμη και της πιο καθαρόαιμης Δεξιάς, αποκλίνουν από τον επίσημο λόγο, εκφράζοντας τις λαϊκές ανησυχίες. Ο γάλλος πρόεδρος άδραξε την ευκαιρία για να προαναγγείλει πως θα αξιοποιήσει την προεδρία του G20 που θα έχει το Παρίσι τον επόμενο χρόνο, το 2011, για να συγκροτήσει ένα νέο νομισματικό σύστημα. «Χρειαζόμαστε ένα νέο Μπρέτον Γουντς», ήταν τα λόγια του παραπέμποντας στην ιστορική διάσκεψη του Νιου Χαρμσάιρ το 1944 όταν τέθηκαν τα θεμέλια της σημερινής νομισματικής αρχιτεκτονικής. «Δεν μπορούμε να έχουμε από την μεριά μια πολυπολική τάξη κι από την άλλη ένα και μόνο αποθεματικό νόμισμα σε παγκόσμιο επίπεδο» τόνισε, αμφισβητώντας την πρωτοκαθεδρία του δολαρίου. Στην ομιλία του επίσης, αφού περιέγραψε την κρίση των τελευταίων ετών ως «κρίση της ίδιας της παγκοσμιοποίησης» ζήτησε τον διεθνή συντονισμό ώστε να εφαρμοστεί ένα ασφαλές κι αξιόπιστο πλαίσιο ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού τομέα. «Πως μπορούμε σε έναν ανταγωνιστικό κόσμο να ζητούμε από τις ευρωπαϊκές τράπεζες τρεις φορές περισσότερα κεφάλαια για να καλύπτουν τους κινδύνους από τις δραστηριότητές τους και να μη ζητούμε το ίδιο από τις αμερικανικές και ασιατικές τράπεζες», αναρωτήθηκε.

Στο επίκεντρο της συζήτησης για τις τράπεζες βρέθηκε η δημόσια αντιπαράθεση που διχάζει τις ΗΠΑ κι όχι μόνο για την επαναφορά του νόμου Glass Steagall του 1932, με τον οποίο διαχωρίζονται οι εμπορικές από τις επενδυτικές τράπεζες, ώστε τα ρίσκα που αναλαμβάνουν οι τελευταίες να μην θέτουν σε κίνδυνο τις αποταμιεύσεις ανυποψίαστων ανθρώπων. Ο νόμος αυτός που επιχειρείται να επανέλθει σήμερα από την κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα καταργήθηκε το 1999 επί Μπιλ Κλίντον. Σφοδρότεροι δε επικριτές του είναι οι τραπεζίτες και τα ευρύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που μέχρι πέρυσι παρακάλαγαν τις κυβερνήσεις να ανοίξουν τον κρατικό κορβανά και να οικειοποιηθούν τα λεφτά των φορολογουμένων για να αποφύγουν τη χρεοκοπία. Και φέτος, προκαλούν εκ νέου με τα μυθικά μπόνους που διανέμουν στα πρωτοκλασάτα στελέχη τους. Για παράδειγμα, η ασφαλιστική εταιρεία American International Group (AIG) που την άνοιξη του 2008 έλαβε από το αμερικανικό κράτος 180 εκ. δολάρια για να σωθεί από την κατάρρευση, μόλις πριν λίγες εβδομάδες διένειμε στα στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα, που προκάλεσαν την ουσιαστική της χρεοκοπία με τις άστοχες επενδύσεις στα υψηλού ρίσκου παράγωγα, μπόνους ύψους 100 εκ. μπόνους. Έτερο παράδειγμα, το μπόνους ύψους 16 εκ. δολ. που πήρε υπό τη μορφή μετοχών ο διευθυντής της JPMorgan η οποία μόλις την άνοιξη του 2008 έλαβε από το κράτος 25 δισ. δολ. για να μη χρεοκοπήσει. Πως μετά να μη φτάνει όχι ο Φιντέλ Κάστρο ή ο Ούγκο Τσάβες αλλά η Wall Street Journal, που αποτελεί βίβλο των αμερικανών τραπεζιτών, να λέει «σκοτώστε όλους τους τραπεζίτες»; Το ολότελα διαφορετικά κλίμα που έχει διαμορφωθεί απέναντι στους τραπεζίτες μετά την κρίση αποτυπώθηκε, με τον πιο ανάγλυφο τρόπο, από τον πρόεδρο της Επιτροπής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων όταν ρωτήθηκε κατά την έξοδό του από μια συζήτηση στο Νταβός κατά πόσο προτίθενται να συνεργαστούν οι τραπεζίτες για να συμφωνηθούν με ένα συναινετικό τρόπο οι όροι του νέου ρυθμιστικού πλαισίου. «Ποιος νοιάζεται; Δεν επαφίεται σ’ αυτούς. Αν έχουν κάποιες προτάσεις θα τις ακούσουμε», ήταν η απίστευτα περιφρονητική απάντησή του όπως μεταφέρθηκε από τους απεσταλμένους της International Herald Tribune τη Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου.

Παρόλα αυτά το «κόντυμα» των τραπεζιτών κι οι προσπάθειες που είναι σε εξέλιξη για να τεθεί ένα όριο στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία τους δυστυχώς δεν συνάδει με κινήσεις στην ίδια την οικονομία που θα έδιναν ώθηση στον λεγόμενο παραγωγικό τομέα, σηματοδοτώντας μια αντιστροφή στον υδροκεφαλισμό του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το διακύβευμα τέθηκε με πειστικότατο τρόπο από τον πρόεδρο της Ισλανδίας, ο οποίος πρόσφατα είπε ένα περήφανο όχι στην Αγγλία και την Ιρλανδία, αρνούμενος να πληρώσει το ισλανδικό δημόσιο τις αποζημιώσεις που έδωσαν σε όσους πολίτες τους έχασαν από τη χρεοκοπία της ισλανδικής τράπεζας, Icebank. «Για τη Βρετανία ή τις ΗΠΑ η Ισλανδία προσφέρει σημαντικά μαθήματα», ήταν τα λόγια του. «Αν ο χρηματοπιστωτικός τομέας γίνει υπερβολικά δυνατός θα απορροφήσει τα αναγκαία ταλέντα για να καταστεί ο παραγωγικός τομέας ανταγωνιστικός τομέας στην παγκόσμια αγορά. Ένας εκρηκτικά αναπτυσσόμενος χρηματοπιστωτικός τομέας μπορεί να αποφέρει βραχυχρόνια οφέλη. Η Ισλανδία όμως δείχνει ότι μακροχρόνια επισείει κινδύνους».

Η τεράστια αξία των επισημάνσεων του ισλανδού προέδρου επιβεβαιώνεται από τις μεταβολές που συντελέστηκαν στον χάρτη της αμερικανικής οικονομίας την τελευταία διετία και συνεχίζουν να συντελούνται στο έδαφος της κρίσης, που ως κοινή συνισταμένη έχουν την ακόμη εντονότερη συρρίκνωση της μεταποιητικής παραγωγής στο εσωτερικό της χώρας. Με βάση ρεπορτάζ της Wall Street Journal στις 4 Φεβρουαρίου η παραγωγική ικανότητα των ΗΠΑ στην κλωστοϋφαντουργία, τις εκτυπώσεις, τα έπιπλα, τους κινητήρες αυτοκινήτων και τα πλαστικά μόνο το 2009 συρρικνώθηκε σε ένα χρόνο από 7% μέχρι 2%. Η παραγωγική οικονομία των ΗΠΑ δηλαδή βγαίνει από την κρίση πολύ πιο αδυνατισμένη και ασθενής! Μία απ’ τα ίδια επομένως, καθώς φαίνεται πως οι αιτίες που συνέβαλαν, αν δεν οδήγησαν στη σημερινή κρίση, αναπαράγονται!

Κοινός τόπος μεταξύ όλων σχεδόν των ομιλητών στο φετινό Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, όπως μεταφέρθηκαν οι τοποθετήσεις τους από τον διεθνή Τύπο, ήταν επίσης κι η απαισιοδοξία για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Παρότι μάλιστα είναι δεδομένο πως τα χειρότερα είναι πίσω. Οι εκτιμήσεις για την παγκόσμια οικονομία που καταγράφει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπουν άνοδο του ΑΕΠ της τάξης του 3,9% για φέτος και 4,3% για το 2011. Για τις ΗΠΑ ειδικότερα προβλέπουν άνοδο 2,7% φέτος και 2,4% του χρόνου, ενώ για την ευρωζώνη 1% φέτος και 1,6% το 2011. Ο κίνδυνος ωστόσο για τις 16 χώρες της Ευρώπης που χρησιμοποιούν το ενιαίο νόμισμα είναι να εισέλθουν στη νέα φάση χωρισμένες στα δύο: από την μια αυτές που θα βλέπουν το ΑΕΠ τους να αυξάνεται έστω και ράθυμα κι από την άλλη αυτές που θα βουλιάζουν στην κρίση για ένα με δύο χρόνια ακόμη (βλέπε Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιρλανδία, κ.α.) με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δύο ταχύτητες και στην οικονομία. Ειρήσθω εν παρόδω, δεν περνάει απαρατήρητο ότι η Ευρώπη που μέσα από την κρίση έβλεπε την δυνατότητα βελτίωσης της θέσης της στον διεθνή καταμερισμό εξέρχεται πιο βαριά τραυματισμένη από τις συμπληγάδες της, με τον νέο πολυ-πολικό κόσμο να αποδεικνύεται πολύ πιο αφιλόξενος για τις διεθνείς της φιλοδοξίες. Η στροφή της Ουάσιγκτον προς την Ασία, επιβεβαιώνει την υποβάθμισή της η οποία μάλιστα συμπίπτει με τη επικύρωση και την ενεργοποίηση της Συνθήκης της Λισσαβόνας και τον διορισμό προέδρου και υπουργού Εξωτερικών, όπως προβλεπόταν από τις διατάξεις της. Επανερχόμενοι στο διεθνές πλαίσιο των ζοφερών προβλέψεων, οι σημαντικότεροι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες του Νταβός συμφώνησαν πως τα δημοσιονομικά μέτρα, με τα οποία το κράτος στήριξε τον δοκιμαζόμενο ιδιωτικό τομέα, δεν πρέπει να διακοπούν υπό το φως των θετικών εξελίξεων γιατί τότε αυξάνονται οι πιθανότητες μιας διπλής ύφεσης ή βύθισης. Την άποψη αυτή υποστήριξε δημόσια κι ο γάλλος διευθυντής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος Καν, παροτρύνοντας τα κράτη μέλη του να συνεχίσουν να έχουν το χέρι στην τσέπη. Ο αναντικατάστατος ρόλος των κρατικών μέτρων στήριξης της ιδιωτικής οικονομίας (με βαρύτατες προφανώς συνέπειες για τα δημόσια οικονομικά) επιβεβαιώνεται επίσης από τη διαφαινόμενη συρρίκνωση του ιδιωτικού δανεισμού που όλες τις τελευταίες δεκαετίες στήριζε την χειμαζόμενη – λόγω παρατεταμένης λιτότητας – ιδιωτική κατανάλωση. Μέχρι το 2007 για παράδειγμα τα κτηματικά δάνεια ανέρχονταν στο 73% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ και στο 81% του ΑΕΠ στην Αγγλία, ενώ ο τραπεζικός δανεισμός στις επιχειρήσεις ισοδυναμούσε με το 46% του ΑΕΠ στην Αγγλία και το 36% στις ΗΠΑ. Στη βάση των παραπάνω «θα πρέπει να περιμένουμε πολλά χρόνια μείωσης του χρέους σε συγκεκριμένους τομείς ορισμένων από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου κι αυτή η διαδικασία θα ασκήσει ένα αξιοσημείωτο εμπόδιο στην αύξηση του ΑΕΠ», αναφερόταν σε έκθεση διεθνούς οικονομικού ινστιτούτου που μετέφερε η βρετανική Guardian Weekly στις 22 Ιανουαρίου. Ταυτόχρονα άπαντες επίσης συμφωνούν πως δεν είναι δυνατό να συνεχιστεί η σημερινή πολιτική μηδενικών επιτοκίων καθώς έχει αρχίσει να δημιουργεί νέου τύπου φούσκες στις αναπτυσσόμενες αγορές, όπου καταλήγει το «τσάμπα χρήμα». Ενδεικτικά αναφέρθηκε πως οι διεθνείς ροές κεφαλαίου από 435 δισ. δολ. το 2009 αναμένεται φέτος να φθάσουν τα 722 και το 2011 να ξεπεράσουν τα 800 δισ. – πραγματική πλημμυρίδα ρευστού που αναστατώνει τις εθνικές οικονομίες οδηγώντας χώρες όπως η Βραζιλία να επιβάλουν φόρο στις βραχυπρόθεσμες κεφαλαίου, διώχνοντας έτσι τις κερδοσκοπικές τοποθετήσεις. Μια άνοδο των επιτοκίων όμως από την ΕΚΤ ή τη FED θα αποτελέσει τη χαριστική βολή στον ιδιωτικό τομέα, καθώς τα δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα και τα νοικοκυριά θα περιοριστούν ακόμη περισσότερο.

Υπό το βάρος λοιπόν αυτών των απαισιόδοξων προβλέψεων, που γίνονται ακόμη ζοφερότερες από την εκτίναξη της ανεργίας στο 10% σε χώρες όπως η Αμερική για παράδειγμα, τίθεται υπό αίρεση ακόμη κι η διαπίστωση του Λόρενς Σάμερς, επικεφαλής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου του Λευκού Οίκου, ότι είμαστε στο μέσον μιας περιόδου «στατιστικής ανάκαμψης και ανθρώπινης ύφεσης»…

Το φόβητρο του προστατευτισμού (Διπλωματία, 2/2009)

ΚΙΝΔΥΝΟΛΟΓΙΑ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ»

Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΜΕΙΩΝΕΙ ΤΙΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ

Πέρα για πέρα αβάσιμες και παραπλανητικές είναι οι κραυγές αγωνίας που διατυπώνονται όλο και συχνότερα από επίσημα μάλιστα χείλη για επιστροφή στον οικονομικό εθνικισμό και ακύρωση ακόμη και αντιστροφή των τάσεων παγκοσμιοποίησης της οικονομίας. Στα πρόθυρα γενικευμένου οικονομικού πολέμου προάγγελου πολεμικής σύρραξης θα νομίζει ο ιστορικός του μέλλοντος ότι βρισκόταν ο κόσμος στις αρχές του 2009, αν λάβει σοβαρά υπ’ όψη του τις πομπώδεις και απειλητικές προειδοποιήσεις κορυφαίων πολιτικών αξιωματούχων. Ο γερμανός υπουργός Οικονομικών, Πέερ Στάινμπρουκ, για παράδειγμα στα μέσα Μαρτίου από τη Ρώμη όπου συνεδρίαζε το G7 σε επίπεδο υπουργών σήμανε το καμπανάκι του κινδύνου ώστε, σύμφωνα με τους Financial Times του σαββατοκύριακου 14-15 Φεβρουαρίου 2009 «να μη επαναληφθούν τα λάθη της δεκαετίας του ’30 όταν ένας καταιγισμός από προστατευτικά μέτρα μετέτρεψε αυτό που είχε ξεκινήσει ως χρηματοοικονομική κρίση σε ύφεση που συνέβαλε στην άνοδο του Ναζισμού. Η καθίζηση της δεκαετίας του ’30, είπε ο Π. Στάινμπρουκ, δεν ήταν τόσο συνέπεια της χρεοκοπίας του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, όσο το αποτέλεσμα της απόφασης του Χούβερ να αυξήσει απότομα τους εισαγωγικούς δασμούς στα αγροτικά προϊόντα. Συνέχισε δε αναφέροντας τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο ως χώρες στις οποίες οι τάσεις προστατευτισμού βρίσκονταν σε άνοδο». Ο γερμανός υπουργός Οικονομικών δεν ήταν μόνος του στις επάλξεις εναντίον του επελαύνοντος προστατευτισμού. Μαζί του, μεταξύ πολλών άλλων, βρέθηκε κι ο βρετανός πρωθυπουργός που δήλωσε ότι «ο μεγαλύτερος κίνδυνος μετά τα γεγονότα των λίγων τελευταίων μηνών είναι η επιστροφή σε ότι θα αποκαλούσα χρηματοοικονομικό απομονωτισμό». Όπως κι ο πρωθυπουργός της Τσεχίας που έχει κατά το τρέχον εξάμηνο την κυκλική προεδρία της ΕΕ, Μίρεκ Τοπολάνεκ, ο οποίος μετά την προτροπή του Νικολά Σαρκοζύ προς τις επιδοτούμενες αυτοκινητοβιομηχανίες να μην στείλουν τα εργοστάσιά τους «στην Τσεχική Δημοκρατία ή αλλού» κατακεραύνωσε τον γάλλο πρόεδρο εμφανίζοντάς τον λίγο – πολύ ως υπέρμαχο ξεπερασμένων αντιλήψεων και πρακτικών. Αξίζει να δούμε ορισμένους από τους ηγέτες του άλλου στρατοπέδου, που κατηγορείται για επιστροφή στον προστατευτισμό. Πρώτος απ’ όλους είναι ο Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος προέτρεψε τις επιχειρήσεις που θα αναλάβουν τα δημόσια έργα στο πλαίσιο των παχυλών κρατικών χρηματοδοτήσεων να χρησιμοποιήσουν χάλυβα από τις ΗΠΑ κι όχι εισαγόμενο. Δεύτερος έρχεται ο γάλλος πρόεδρος ο οποίος έθεσε όρο στις δύο γαλλικές αυτοκινητοβιομηχανίες, τη Renault και την Peugeot – Citroen, που ωφελήθηκαν από το χαμηλότοκο πενταετούς διάρκειας δάνειο ύψους 6 δισ. που τους παραχώρησε όχι μόνο να μην παράγουν σε χώρες χαμηλού εργατικού κόστους επανεισάγοντας στη συνέχεια τα αυτοκίνητά τους, αλλά επίσης να μην απολύσουν προσωπικό όσο διαρκεί το δάνειο κι ακόμη να προτιμήσουν γάλλους προμηθευτές. Τα πυρά των υπέρμαχων του laissez faire δέχθηκε επίσης ο ισπανός υπουργός Βιομηχανίας, Εμπορίου και Τουρισμού που έκανε το …σφάλμα να καλέσει τους Ισπανούς να αγοράζουν εγχώρια προϊόντα, λέγοντας: «Τώρα υπάρχει κάτι που μπορούν να κάνουν οι πολίτες μας για τη χώρα τους. Να στοιχηματίσουν στην Ισπανία, να στοιχηματίσουν στα προϊόντα μας, στη βιομηχανία μας και τις υπηρεσίες μας, να στοιχηματίσουν, εν συντομία, στους εαυτούς μας». Εξ’ ίσου σφοδρά επικρίθηκε κι ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Γιώργος Προβόπουλος, από δύο έντυπα μάλιστα που αποτελούν ναυαρχίδες της σύγχρονης οικονομικής ορθοδοξίας: τους Financial Times στις 5 Φεβρουαρίου και τον βρετανικό Economist δυο μέρες μετά. Το «ατόπημα» στο οποίο υπέπεσε ήταν να συστήσει στις τράπεζες που πρόκειται να επιδοτηθούν με τα λεφτά των ελλήνων φορολογούμενων να μη στείλουν τα κεφάλαια στην ανατολική Ευρώπη για να καλύψουν τις μαύρες τρύπες από την υπερεπέκτασή τους. Στο ίδιο στρατόπεδο, με το στιγματισμό τους μάλιστα ως ρατσιστών, εντάχθηκαν και βρετανοί εργάτες που διαμαρτυρήθηκαν για τη χρησιμοποίηση προσωπικού από χώρες φθηνού εργατικού δυναμικού. Αξίζει λοιπόν να δούμε μία – μία τις κατηγορίες που διατυπώνονται για να φανεί κι η βασιμότητα του επικαλούμενου κινδύνου του προστατευτισμού. Με αφορμή το επιχείρημα του γερμανού υπουργού Οικονομικών, ότι δηλαδή οι αυξανόμενοι εμπορικοί δασμοί προκάλεσαν την ύφεση της δεκαετίας του ’30 και την άνοδο του Ναζισμού, διακρίνεται μια αντιστροφή των γεγονότων. Στην πραγματικότητα δηλαδή, η κρίση υπό τη μορφή της κάθετης πτώσης της καταναλωτικής ζήτησης είναι αυτή που προκάλεσε την κάθετη πτώση των εξαγωγών κι όχι οι εμπορικοί δασμοί, που αν είχαν κάποια επίδραση αυτή ήταν περιθωριακή. Μια ματιά στο τι συμβαίνει σήμερα είναι ενδεικτική, αν όχι για να αποκρυπτογραφήσουμε τι συνέβη τη δεκαετία του ’30 τουλάχιστον για να φανεί από πού προέρχεται ο κίνδυνος σήμερα. Συνολικά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου αναμένει ότι το παγκόσμιο εμπόριο θα μειωθεί κατά 2,1% το τρέχον έτος, όταν το 2008 είχε αυξηθεί κατά 6,2%. Η μείωσή του είναι αποτέλεσμα της κάθετης πτώσης που έχουν ήδη σημειώσει και θα συνεχίσουν να καταγράφουν οι εξαγωγές πολλών χωρών που μεγάλο μέρος της παραγωγής τους στρέφεται στις διεθνείς αγορές. Για παράδειγμα, τον Ιανουάριο η Ιαπωνία είδε τις εξαγωγές της να μειώνονται με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων 50 ετών, κατά 46% σε σχέση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου χρόνου και κατά 35% σε σχέση με τον Δεκέμβρη, παρασέρνοντας στην άβυσσο και τους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Πολύ χειρότερα του μέσου όρου κινήθηκαν οι εξαγωγές προς τη γειτονική της Κίνα, που μειώθηκαν κατά 45% κι ακόμη περισσότερο προς τις ΗΠΑ, που μειώθηκαν κατά 53%. Όλα αυτά συνέβησαν ενώ το πακέτο διάσωσης της αμερικανικής οικονομίας, το οποίο υποτίθεται ότι θα απορροφηθεί κατά προνομιακό τρόπο από αμερικανικές επιχειρήσεις, ακόμη συζητιόταν στα νομοθετικά σώματα των ΗΠΑ. Οι εισαγωγές στην Κίνα τον Ιανουάριο κατέγραψαν μια θεαματική πτώση της τάξης του 43% «σε μια περαιτέρω ένδειξη της απότομης πτώσης της ζήτησης στην κινέζικη οικονομία τους λίγους τελευταίους μήνες που έχει οδηγήσει την ανεργία στα ύψη», σύμφωνα με τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 12 Φεβρουαρίου 2009. Την ίδια καθίζηση παρουσιάζουν οι εξαγωγές όλων των χωρών που έχουν προσανατολίσει την παραγωγή τους στις διεθνείς αγορές, όπως για παράδειγμα η Ταϊβάν που τον Δεκέμβρη είδε τις εξαγωγές της να μειώνονται κατά 42%. Είναι αυθαίρετο κι αστείο επομένως να αποδοθεί η κατάρρευση του παγκόσμιου εμπορίου στις προτροπές του ισπανού υπουργού ή στους περιορισμένης οικονομικής σημασίας ανταγωνισμούς που είναι όντως σε εξέλιξη και αφορούν για παράδειγμα την ενδεχόμενη επιβολή δασμών από την ΕΕ στις εισαγωγές βιοκαυσίμων από τις ΗΠΑ ή την επιβολή από τις ΗΠΑ αυξημένων δασμών στα εμφιαλωμένα νερά από την Ιταλία και τα γαλλικά τυριά ως αντίποινο για τα εμπόδια που συναντούν οι αμερικανικές εξαγωγές κοτόπουλων και βοδινού κρέατος στην Ευρώπη. Στην πραγματικότητα οι πρωτοβουλίες πολιτικών (όπως ο Ν. Σαρκοζύ) και οικονομικών παραγόντων (όπως ο Γ. Προβόπουλος) για να μείνουν εντός των συνόρων χρηματικά ποσά που χορηγούνται για να διασωθεί ο ιδιωτικός τομέας λαμβάνονται – και πολύ σωστά! – κάτω από την αυξανόμενη πίεση των πολιτών των χωρών τους. Ο λόγος αφορά τη δυσαρέσκεια για την υπερευαισθησία που έδειξαν οι εθνικές αρχές να σώσουν τις επιχειρήσεις, όταν ακόμη και τώρα απορρίπτουν εκ προοιμίου κάθε αίτημα για αύξηση στις συντάξεις ως ανεδαφικό, επικαλούμενες την δημοσιονομική στενότητα. Για να επιχορηγηθούν οι κλυδωνιζόμενες τράπεζες όμως κανένα τέτοιο εμπόδιο δε λειτούργησε αποτρεπτικά. Το αίτημά τους επίσης – να μην διασπαθιστούν δηλαδή οι επιχορηγήσεις στο εξωτερικό – πέρα από κοινωνικά δίκαιο είναι το πλέον ορθολογικό και ρεαλιστικό. Γιατί έτσι, αν δηλαδή από τα 28 δισ. δοθούν δάνεια στις εγχώριες μεταποιητικές ή εμπορικές επιχειρήσεις κι αν από τα 6 δισ. της γαλλικής αυτοκινητοβιομηχανίας δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας ή αν μη τι άλλο υποστηριχθούν οι υπάρχουσες, υπάρχει μια περίπτωση να έρθει νωρίτερα η ώρα της εξόδου από την κρίση καθώς η ρευστότητα διαχέεται στην παραγωγή και το εμπόριο, δημιουργεί εισοδήματα ή πόρους και αυξάνει την κατανάλωση. Διαφορετικά, πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα δεν υπάρχουν ενώ εκλείπει και η τελευταία δικαιολογία για την κρατική τους επιδότηση. Στην περίπτωση της Γαλλίας, πάντως η επιστροφή στα βασικά, δηλαδή την ανάγκη στήριξης της εθνικής βιομηχανίας, δεν ανακαλύφθηκε με το σκάσιμο της φούσκας της αμερικανικής αγοράς στεγαστικών δανείων. Με το σύνθημα του «οικονομικού πατριωτισμού», από το 2006 ακόμη επί προεδρίας Ζακ Σιράκ και πρωθυπουργίας Ντομινίκ ντε Βιλπέν, σύσσωμη η πολιτική ηγεσία πάσχιζε να αποτρέψει την εξαγορά του γαλλικού ομίλου γαλακτοκομικών προϊόντων Danone από την αμερικανική Pepsico και της χαλυβουργίας Arcelor από την ινδική πολυεθνική Mittal. Μέχρι και σε συναγερμό είχε καλέσει τη χώρα ο τότε πρωθυπουργός με τηλεοπτικό του διάγγελμα στις 31 Ιανουαρίου 2006 για να μην περάσουν οι επιχειρήσεις σε χέρια ξένων. Εξ ίσου σκληρή …άμυνα είχε συναντήσει από τους Αμερικάνους και η κινέζικη πετρελαϊκή πολυεθνική CNOOC όταν επιχείρησε να αγοράσει την ομοειδή της αμερικανική Unocal, μέχρι που αναγκάστηκε να αποσυρθεί. Γεγονότα που, μεταξύ πολλών άλλων, δείχνουν ότι το «παγκόσμιο χωριό» ακόμη κι όταν όλοι το ασπάζονταν ποτέ δεν ήταν ενιαίο. Σήμερα αντίθετα στο έδαφος της κρίσης χρόνιες αντιθέσεις και απλές αποκλίσεις οδηγούνται σε παροξυσμό, όπως φαίνεται στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει χωριστεί στα τέσσερα. Μετά την αναβίωση της αντίθεσης Βορρά και Νότου, με αφορμή την επιδείνωση των όρων δανεισμού των νότιων χωρών και περισσότερο απ’ όλες της Ελλάδας, επανήλθε επίσης με αφορμή την σύσταση του Ν. Σαρκοζύ στη γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία και τις κατηγορίες για προστατευτισμό από τη μεριά της Γαλλίας, η αντίθεση μεταξύ «παλιάς» και «νέας» Ευρώπης, κατά τη προσφιλή ορολογία του πρώτου υπουργού Άμυνας του Μπους, Ντόναλντ Ράμσφλεντ. Η «νέα Ευρώπη» δε δίστασε να κάνει την αυτοτελή της εμφάνιση κατά τη διάρκεια της έκτακτης συνόδου κορυφής των ευρωπαίων ηγετών την 1η Μαρτίου, όταν εννέα πρωθυπουργοί χωρών της Ανατολικής Ευρώπης συναντήθηκαν ξεχωριστά στην πρεσβεία της Πολωνίας λίγες ώρες πριν ξεκινήσει η επίσημη σύνοδος των 27. Το αίτημα των «Νοτίων» για έκδοση ευρω-ομολόγου έτσι ώστε να γλιτώσουν τα τοκογλυφικά επιτόκια οι ευρωπαϊκές χώρες της Μεσόγειου που βλέπουν να υποβαθμίζεται συνέχεια η πιστοληπτική τους θέση από τις εταιρείες αξιολόγησης είχε απορριφθεί πριν την έναρξη της συνόδου από τη γερμανίδα καγκελάριο. Η αιτία, με βάση το γερμανικό Τύπο, ήταν πως δεν ήθελε έξι μήνες πριν τις ομοσπονδιακές εκλογές να φορτώσει στους γερμανούς φορολογούμενους το κόστος δανεισμού του ελληνικού και του ιταλικού δημοσίου. Το αίτημα των «Ανατολικών» αν και ήταν πολύ πιο δαπανηρό δεν είχε ωστόσο την ίδια τύχη. Διατυπωμένο από τον πρωθυπουργό της Ουγγαρίας, Φερένκ Γκιουρτσάνι, συνοπτικά αφορούσε τη χορήγηση ενός ποσού ύψους 190 δισ. ευρώ για να αποφύγουν τη χρεοκοπία οι δοκιμαζόμενες ανατολικές χώρες. Στο μάτι του κυκλώνα βρίσκονται ειδικότερα η Ουγγαρία που έχει προσφύγει στο ΔΝΤ, η Ρουμανία το νόμισμα της οποίας έχει υποτιμηθεί κατά 15% μέσα σε δύο μήνες και οι τρεις Βαλτικές χώρες: η Εσθονία το ΑΕΠ της οποίας αναμένεται να μειωθεί κατά 5,6%, η Λετονία που έχει βυθιστεί σε πολιτική κρίση μετά τη προσφυγή στο ΔΝΤ και η Λιθουανία, το ΑΕΠ της οποίας θα μειωθεί κατά 4,1%. Σε κείμενο μάλιστα που κυκλοφόρησε αναφερόταν ότι οι ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους τους και αναπλήρωσης κεφαλαίου γι αυτή τη χρονιά φθάνουν τα 300 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 30% του ΑΕΠ των χωρών! Το Βερολίνο παρότι απέρριψε το αίτημα για την εφ’ άπαξ χορήγηση ενός τόσο μεγάλου ποσού στις ανατολικές χώρες δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να επέμβει αν και όποτε απαιτηθεί για τη διάσωση μεμονωμένων χωρών. Η Άνγκελα Μέρκελ άφησε ανοιχτή την πόρτα των επιλεκτικών παρεμβάσεων όχι τόσο για τις ίδιες αυτές τις χώρες, όσο γιατί μια πιθανή χρεοκοπία τους απειλεί να παρασύρει ακόμη και ολόκληρες δυτικές χώρες στην οικονομική καταστροφή. Για παράδειγμα τα δάνεια που έχουν χορηγήσει τρεις Αυστριακές τράπεζες (Bank Austria, Erste Bank και Raiffesen) στην περιοχή αντιστοιχούν σχεδόν στο 100% του ΑΕΠ της Αυστρίας! Εύκολα μπορούμε να φανταστούμε τι θα γίνει στη Δυτική Ευρώπη αν αφεθούν στην τύχη τους οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Ακόμη και σ’ αυτές τις περιπτώσεις επομένως προστατευτισμός ή οικονομικός εθνικισμός δεν υφίσταται. Ούτε και ευαισθησία για τους φορολογούμενους…