2012: Έτος οικονομικής αστάθειας με το βλέμμα να στρέφεται ανατολικά (Nexus, 1.2012)

Τι ειρωνεία! Η νέα χρονιά ξεκίνησε για την Ευρωπαϊκή Ένωση με την προεδρία να μεταφέρεται στην Δανία. Πολλοί θα μειδιάσουν χαιρέκακα και για πολλούς λόγους. Όχι μόνο επειδή η μικρή σκανδιναβική χώρα είχε την προνοητικότητα πριν μια δεκαετία, παρότι ήταν αυτή και το Λουξεμβούργο τα μοναδικά κράτη που πληρούσαν τα κριτήρια του Μάαστριχτ, να μην ενταχθεί στη ευρωζώνη και να συνεχίσει να διατηρεί το εθνικό της νόμισμα. Μια επιλογή που μόνο οφέλη της εξασφάλισε. Είναι, κατ’ επέκταση, και το γεγονός ότι η προεδρία της ΕΕ μεταφέρεται εκτός ευρωζώνης.

Οι δηλώσεις που ακολούθησαν την πρόσφατη σύνοδο κορυφής της 9ης Δεκεμβρίου (και όχι αποφάσεις, όπως είθισται, καθώς το βέτο της Αγγλίας δεν επέτρεψε κάτι τέτοιο) δημιούργησαν για πρώτη φορά την ΕΕ των (τουλάχιστον) δύο ταχυτήτων. Στο επίκεντρο της διαμάχης βρέθηκε φυσικά το ευρώ και η διαφύλαξη της θέσης του ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος και της συνοχής του, μέσω της επιβολής αιματηρών μέτρων λιτότητας: δημοσιονομικό έλλειμμα στο ύψος του 0,5%, δυνατότητα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου να παρεμβαίνει στα εσωτερικά των κρατών – μελών και να έχει λόγο για τους προϋπολογισμούς τους, αυτόματες (πλην ακραίων εξαιρέσεων) κυρώσεις για τους παραβάτες, καθεστώς εποπτείας που αμφισβητεί τα κυριαρχικά δικαιώματα, κοκ.

Πρόκειται για μια απόφαση που θα αποδειχθεί καταλύτης εξελίξεων για το άμεσο και απώτερο μέλλον κι όχι μάλιστα μόνο για την Ευρώπη. Τα μέτρα λιτότητας κατ’ αρχήν θα βαθύνουν την ύφεση στην γηραιά ήπειρο. Όπως φαίνεται έτσι και στον πίνακα που παραθέτουμε η Δυτική Ευρώπη το 2012 θα αποτελέσει την μαύρη τρύπα στον χάρτη της οικονομικής μεγέθυνσης. Εξέλιξη που θα έχει αλυσιδωτές αντιδράσεις, πολύ πέραν του βιοτικού επιπέδου των ευρωπαϊκών λαών που θα οδηγηθεί στα Τάρταρα.

Κατ’ αρχήν η λιτότητα που επέβαλε η Γερμανία στην Ευρώπη θα οξύνει και δεν θα επιλύσει την κρίση του δημόσιου χρέους. Ένα – ένα τα κράτη μέλη της ΕΕ που θα επιβάλουν περικοπές θα βυθίζονται σε έναν «ελληνικό φαύλο κύκλο» με τις περικοπές να καταδικάζουν τα δημόσια έσοδα κι αυτά να προαναγγέλλουν νέες περικοπές κοινωνικών δαπανών. Καθόλου τυχαίο δεν είναι που η Citigroup προβλέπει πως το 2012 πλήθος ανεπτυγμένων οικονομικά χωρών θα δουν την πιστοληπτική τους αξιολόγηση να υποβαθμίζεται. Μεταξύ δε αυτών είναι και πολλές χώρες που διατηρούν την υψηλότερη βαθμολογία (ΑΑΑ) στην ευρωπαϊκή ήπειρο, όπως η Γαλλία και η Αυστρία. Το αποτέλεσμα θα είναι να αυξηθεί το κόστος χρηματοδότησης των ταμειακών αναγκών τους και αναχρηματοδότησης των δανειακών τους υποχρεώσεων. Περιττό δε να πούμε η αρνητική ανταπόκριση των οίκων αξιολόγησης συνιστά κορυφαία μορφή απόρριψης των πολιτικών που εφαρμόζονται. Και παρόλα αυτά η λιτότητα εξακολουθεί να θεωρείται το …απαύγασμα της ευρωπαϊκής σοφίας.

Το μέλλον της ευρωζώνης

Σε αυτό το πλαίσιο φυσικά, της εντεινόμενης λιτότητας, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί το μέλλον του ευρώ. Αν η αύξηση το παραγόμενου προϊόντος την δεκαετία του ’90 γεφύρωνε το χάσμα μεταξύ ευρωπαϊκού κέντρου και περιφέρειας (θρέφοντας και πολλές φρούδες ελπίδες για την δυνατότητα οριστικής υπέρβασής του) η διαφαινόμενη συρρίκνωσή του θα προσδώσει στα χάσματα αβυσσαλέο βάθος. Δεδομένου μάλιστα του εύθραυστου χαρακτήρα των εξελίξεων κάθε απόκλιση μπορεί να αποδειχθεί μοιραία, να λειτουργήσει δηλαδή σαν η σταγόνα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι, προκαλώντας την διάσπαση της ευρωζώνης. Η μορφή που θα προσλάβει μένει να αποδειχθεί. Αν δηλαδή θα είναι η «οικειοθελής» (κατόπιν αυστηρής υποδείξεως εννοείται) αποχώρηση μελών όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία ή η δημιουργία δύο ζωνών ευρώ: μιας των βορείων και μιας των νοτίων – προοπτική που συγκεντρώνει και τις λιγότερες πιθανότητες όσο περνάει ο χρόνος.

Αν δε η έξοδος της Ελλάδας συμβεί τον Απρίλιο, οπότε συμπληρώνονται 100 χρόνια από την βύθιση του Τιτανικού, δεν αποκλείεται να αποδειχθούν κάτι περισσότερο από προφητικά τα λόγια του πρώην υπουργού Οικονομικών, Γιώργου Παπακωνσταντίνου, που σε ανύποπτο χρόνο είχε παρομοιάσει την Ελλάδα με Τιτανικό…

Τον δικό της ρόλο στην επέκταση της λιτότητας στην Ευρώπη θα παίξει και η προσπάθεια των ευρωπαϊκών τραπεζών να ανταποκριθούν στο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 9% που όρισε η ίδια η ΕΕ. Τελευταία προθεσμία ορίστηκε ο Ιούνης. Η σημασία αυτής της εξέλιξης ξεπερνάει κατά πολύ τα τεκταινόμενα στον τραπεζικό κλάδο γιατί πλέον είναι σίγουρο ότι ο βασικός τρόπος με τον οποίο θα επιχειρήσουν να καλύψουν τα κενά στα κεφάλαιά τους που δημιουργεί το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων δεν θα γίνει μέσω της άντλησης νέων κεφαλαίων αλλά μέσω της συρρίκνωσης των δραστηριοτήτων τους. Θα πάψουν δηλαδή να χορηγούν νέα δάνεια σφίγγοντας σε βαθμό πνιγμού τη θηλιά γύρω από την πραγματική οικονομία που ήδη ασφυκτιά.

Σημασία μάλιστα έχει το γεγονός ότι ακόμη κι αυτά τα ποσά που θεωρούνται μέχρι στιγμής αναγκαία για να φύγουν οι τράπεζες από τη ζώνη του κινδύνου ενδέχεται να αποδειχθούν πολύ λίγα, ανεπαρκή. Ο λόγος είναι ότι η επιβράδυνση της οικονομίας θα οδηγεί στο κόκκινο πολλά δάνεια που έχουν χορηγήσει οι τράπεζες και τα οποία σε άλλες περιπτώσεις θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν με άνεση. Προάγγελος του τι θα συμβεί ήταν για παράδειγμα η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής στις 9 Δεκεμβρίου ότι οι 6 μεγαλύτερες γερμανικές τράπεζες θα χρειασθούν μέχρι τον Ιούνη 13,1 δις. ευρώ. Η ίδια όμως αρχή τον Οκτώβριο εκτιμούσε τα αναγκαία κεφάλαια στα 5,2 δις. ευρώ. Ας κρατήσουμε επίσης ότι η υπόδειξη αφορούσε τις γερμανικές τράπεζες κι όχι κάποιες προβληματικές της περιφέρειας…

Οι τάσεις της διεθνούς οικονομίας

Η συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας στη γηραιά ήπειρο θα δώσει νέα ώθηση σε μια χρόνια τάση τη διεθνούς οικονομίας: την αύξηση του ειδικού βάρους των αναπτυσσόμενων χωρών και πιο ειδικά της τετράδας των BRIC: Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα. Το 2012 όμως ενδέχεται να αποδειχθεί και το έτος που θα εκδηλωθούν τα πρώτα ρήγματα μεταξύ αυτών των χωρών. Ειδικότερα η κυρίαρχη τάση προβλέπει την απότομη επιβράδυνση των ρυθμών μεγέθυνσης της Βραζιλίας και της Κίνας και μια καλύτερη πορεία των άλλων δύο χωρών: της Ινδίας και της Ρωσίας. Απρόβλεπτος παράγοντας εδώ είναι οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στη Μόσχα, που δεν αποκλείεται να προσλάβουν καταιγιστικό ρυθμό και σε βάρος της σταθερότητας που είχε εξασφαλιστεί την τελευταία δεκαετία, μετά την άνοδο του Πούτιν στην εξουσία.

Προβλέψεις για την πορεία του ΑΕΠ το 2012

Βόρεια Αμερική                 + 1,4%

Λατινική Αμερική              +3,5%

Δυτική Ευρώπη                -0,2%

Ανατολική Ευρώπη           +3,4%

Μ. Ανατολή, Β. Αφρική     +4%

Υποσαχάρια Αφρική                   +5%

Ασία                                +6,5%

Ιαπωνία                           +2,2%

Η πορεία ανόδου της σχετικής σημασίας των περιφερειακών χωρών θα υπογραμμισθεί κι από ένα επιπλέον γεγονός: το ότι οι χώρες που κινούνται εκτός της Αγίας Τριάδας (ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία) θα εισάγουν περισσότερα εμπορεύματα απ’ ότι οι τρεις παραπάνω πλούσιες περιοχές του πλανήτη, που ανέκαθεν θεωρούνταν ως οι αδιαμφισβήτητοι πόλοι έλξης κάθε οικονομικής δραστηριότητας. Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης αρκεί να αναφέρουμε πως μόνο το 2000 οι αναπτυσσόμενες περιοχές εισήγαγαν εμπορεύματα που αντιστοιχούσαν στην μισή αξία των εισαγωγών των πλουσίων χωρών. Οι καιροί όμως αλλάζουν γρήγορα…

Πολλά ερωτηματικά τέλος υπάρχουν και για την οικονομική πορεία των ΗΠΑ το 2012. Το γεγονός που ξεχωρίζει είναι προφανώς οι εκλογές που θα γίνουν στις 6 Νοεμβρίου. Ανεξαρτήτως ωστόσο του αποτελέσματος, ακόμη δηλαδή κι αν δεν ηττηθεί ο Μπαράκ Ομπάμα, είναι σίγουρο ότι οι Ρεπουμπλικάνοι θα γίνουν πολύ πιο επιθετικοί απέναντι στην οικονομική πολιτική που εφάρμοσε τα τελευταία χρόνια η οποία σε ό,τι αφορά τη νομισματική διαχείριση επικεντρώνεται στα προγράμματα Ποσοτικής Διευκόλυνσης (Quantitative Easing) βάσει των οποίων η κεντρική τράπεζα δημιουργούσε χρήμα παρεμβαίνοντας άμεσα στις αγορές. Οι δριμείες επιθέσεις ωστόσο του τεξανού κυβερνήτη Ρικ Πέρυ, ο οποίος διεκδικεί το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων, καθιστά αβέβαιη την συνέχιση αυτών των πρακτικών, που ούτως ή άλλως έχουν οδηγηθεί στα όρια τους.

Σε κάθε περίπτωση, το 2012 δεν πρόκειται να πλήξουμε…

Οργή για τους τραπεζίτες (Περ. Διπλωματία, Ιανουάριος 2010)

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ ΤΟΥ ΝΤΑΒΟΣ

ΣΕ ΡΟΛΟ ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ 

Επισήμως, το θέμα που επιλέχτηκε να συζητηθεί στις φετινές εργασίες του Νταβός ήταν «Βελτιώνοντας την κατάσταση του κόσμου: Επανεξέταση, επανασχεδιασμός, ανοικοδόμηση». Ανεπισήμως, το θέμα περιγράφτηκε εύστοχα από τη Wall Street Journal, αντανακλώντας το κλίμα των συζητήσεων, μια μέρα μετά την επίσημη λήξη των εργασιών: «Σκοτώστε όλους τους τραπεζίτες»!

Το κέντρο βάρους της φετινής συνόδου του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ απείχε σημαντικά από τον δυτικό κόσμο που αποτελούσε ανέκαθεν την ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομικής μεγέθυνσης. Η σύνοδος του 2010 που διήρκεσε από τις 27 έως τις 31 Ιανουαρίου, με τη συμμετοχή 2.500 ατόμων, σφραγίσθηκε από τον περιορισμό του ειδικού βάρους των γνωστών και μη εξαιρετέων υπερανεπτυγμένων κρατών στην παγκόσμια οικονομία και την ανάδυση των λεγόμενων αναπτυσσόμενων οικονομιών, που καταλαμβάνουν ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο. Ορισμένα μεγέθη επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Η ομάδα των επτά πλουσιοτέρων κρατών, το περίφημο G7, το 1976 (όταν το παγκόσμιο ΑΕΠ ισοδυναμούσε με 6,3 τρισ. δολ.) παρήγαγε το 61,9% του παγκόσμιου ΑΕΠ κι ο υπόλοιπος κόσμος το εναπομείναν 38,1%. Το 1990 (όταν το παγκόσμιο ΑΕΠ είχε αυξηθεί στα 21,8 τρισ. δολ.) το μερίδιο του G7 είχε αυξηθεί στο 66,2%. Το 2008 (όταν το ΑΕΠ του κόσμου ανερχόταν σε 60,6 τρισ. δολ.) η τάση ανόδου είχε αντιστραφεί πλήρως και στο G7 αντιστοιχούσε το 52,8%. Το μερίδιο δε των υπόλοιπων 13 χωρών που απαρτίζουν σήμερα το G20 από 24,3% που ήταν το 1990, το 2008 έφθασε το 34,6%. Για πόσο καιρό ακόμη θα μπορούσαν να αγνοούνται; Η νέα αυτή πραγματικότητα που έδωσε την ώθηση γα την δημιουργία του G20 και τον παροπλισμό του G7 εκφράστηκε, αν όχι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τουλάχιστον εμφανώς στη σύνοδο του φετινού φόρουμ του οποίου ηγείται ο Κλάους Σβαμπ. Για παράδειγμα τα μέλη των αντιπροσωπειών των τεσσάρων αναδυόμενων γιγάντων – Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα – (και συχνά περιγράφονται με το αρκτικόλεξο BRIC) υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με το 2005, φθάνοντας τους 237 κι αποτελώντας το 10% των αντιπροσώπων.

Ενδεικτικό στοιχείο για το αυξανόμενο ενδιαφέρον με το οποίο γίνονται δεκτές οι διάφορες ομάδες αναπτυσσομένων χωρών είναι κι η θαυμαστή πορεία που καταγράφουν διάφορα αρκτικόλεξα όπως για παράδειγμα το BRITVIC, όπου μεταξύ της Βραζιλίας και της Ρωσίας από τη μια και της Ινδίας και της Κίνας από την άλλη παρεμβάλλονται οι χώρες Ταϊβάν, Βιετνάμ και Ινδονησία. Ή, το CIVETS που περιγράφει τις χώρες Κολομβία, Ινδονησία, Βιετνάμ, Αίγυπτο, Τουρκία και Νότα Αφρική.

Τα ομαδικά πυρά κατά των τραπεζιτών εξαπολύθηκαν πριν απ’ όλους από τον γάλλο πρόεδρο, που έκανε την εναρκτήρια ομιλία, η οποία από πολλούς εκπροσώπους χαρακτηρίστηκε προεκλογική κι ο ίδιος κατηγορήθηκε ότι δεν απευθυνόταν στους αντιπροσώπους του φόρουμ αλλά στους γάλλους ψηφοφόρους που σε έξι σχεδόν εβδομάδες θα όδευαν για τις κάλπες των δημοτικών εκλογών. Λαϊκιστής με άλλα λόγια, χαρακτηρίστηκε ο Νικολά Σαρκοζύ, όπως συνηθίζεται σε όσους πολιτικούς, όχι μόνο της Αριστεράς όπως ο Όσκαρ Λαφοντέν αλλά ακόμη και της πιο καθαρόαιμης Δεξιάς, αποκλίνουν από τον επίσημο λόγο, εκφράζοντας τις λαϊκές ανησυχίες. Ο γάλλος πρόεδρος άδραξε την ευκαιρία για να προαναγγείλει πως θα αξιοποιήσει την προεδρία του G20 που θα έχει το Παρίσι τον επόμενο χρόνο, το 2011, για να συγκροτήσει ένα νέο νομισματικό σύστημα. «Χρειαζόμαστε ένα νέο Μπρέτον Γουντς», ήταν τα λόγια του παραπέμποντας στην ιστορική διάσκεψη του Νιου Χαρμσάιρ το 1944 όταν τέθηκαν τα θεμέλια της σημερινής νομισματικής αρχιτεκτονικής. «Δεν μπορούμε να έχουμε από την μεριά μια πολυπολική τάξη κι από την άλλη ένα και μόνο αποθεματικό νόμισμα σε παγκόσμιο επίπεδο» τόνισε, αμφισβητώντας την πρωτοκαθεδρία του δολαρίου. Στην ομιλία του επίσης, αφού περιέγραψε την κρίση των τελευταίων ετών ως «κρίση της ίδιας της παγκοσμιοποίησης» ζήτησε τον διεθνή συντονισμό ώστε να εφαρμοστεί ένα ασφαλές κι αξιόπιστο πλαίσιο ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού τομέα. «Πως μπορούμε σε έναν ανταγωνιστικό κόσμο να ζητούμε από τις ευρωπαϊκές τράπεζες τρεις φορές περισσότερα κεφάλαια για να καλύπτουν τους κινδύνους από τις δραστηριότητές τους και να μη ζητούμε το ίδιο από τις αμερικανικές και ασιατικές τράπεζες», αναρωτήθηκε.

Στο επίκεντρο της συζήτησης για τις τράπεζες βρέθηκε η δημόσια αντιπαράθεση που διχάζει τις ΗΠΑ κι όχι μόνο για την επαναφορά του νόμου Glass Steagall του 1932, με τον οποίο διαχωρίζονται οι εμπορικές από τις επενδυτικές τράπεζες, ώστε τα ρίσκα που αναλαμβάνουν οι τελευταίες να μην θέτουν σε κίνδυνο τις αποταμιεύσεις ανυποψίαστων ανθρώπων. Ο νόμος αυτός που επιχειρείται να επανέλθει σήμερα από την κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα καταργήθηκε το 1999 επί Μπιλ Κλίντον. Σφοδρότεροι δε επικριτές του είναι οι τραπεζίτες και τα ευρύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που μέχρι πέρυσι παρακάλαγαν τις κυβερνήσεις να ανοίξουν τον κρατικό κορβανά και να οικειοποιηθούν τα λεφτά των φορολογουμένων για να αποφύγουν τη χρεοκοπία. Και φέτος, προκαλούν εκ νέου με τα μυθικά μπόνους που διανέμουν στα πρωτοκλασάτα στελέχη τους. Για παράδειγμα, η ασφαλιστική εταιρεία American International Group (AIG) που την άνοιξη του 2008 έλαβε από το αμερικανικό κράτος 180 εκ. δολάρια για να σωθεί από την κατάρρευση, μόλις πριν λίγες εβδομάδες διένειμε στα στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα, που προκάλεσαν την ουσιαστική της χρεοκοπία με τις άστοχες επενδύσεις στα υψηλού ρίσκου παράγωγα, μπόνους ύψους 100 εκ. μπόνους. Έτερο παράδειγμα, το μπόνους ύψους 16 εκ. δολ. που πήρε υπό τη μορφή μετοχών ο διευθυντής της JPMorgan η οποία μόλις την άνοιξη του 2008 έλαβε από το κράτος 25 δισ. δολ. για να μη χρεοκοπήσει. Πως μετά να μη φτάνει όχι ο Φιντέλ Κάστρο ή ο Ούγκο Τσάβες αλλά η Wall Street Journal, που αποτελεί βίβλο των αμερικανών τραπεζιτών, να λέει «σκοτώστε όλους τους τραπεζίτες»; Το ολότελα διαφορετικά κλίμα που έχει διαμορφωθεί απέναντι στους τραπεζίτες μετά την κρίση αποτυπώθηκε, με τον πιο ανάγλυφο τρόπο, από τον πρόεδρο της Επιτροπής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων όταν ρωτήθηκε κατά την έξοδό του από μια συζήτηση στο Νταβός κατά πόσο προτίθενται να συνεργαστούν οι τραπεζίτες για να συμφωνηθούν με ένα συναινετικό τρόπο οι όροι του νέου ρυθμιστικού πλαισίου. «Ποιος νοιάζεται; Δεν επαφίεται σ’ αυτούς. Αν έχουν κάποιες προτάσεις θα τις ακούσουμε», ήταν η απίστευτα περιφρονητική απάντησή του όπως μεταφέρθηκε από τους απεσταλμένους της International Herald Tribune τη Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου.

Παρόλα αυτά το «κόντυμα» των τραπεζιτών κι οι προσπάθειες που είναι σε εξέλιξη για να τεθεί ένα όριο στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία τους δυστυχώς δεν συνάδει με κινήσεις στην ίδια την οικονομία που θα έδιναν ώθηση στον λεγόμενο παραγωγικό τομέα, σηματοδοτώντας μια αντιστροφή στον υδροκεφαλισμό του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το διακύβευμα τέθηκε με πειστικότατο τρόπο από τον πρόεδρο της Ισλανδίας, ο οποίος πρόσφατα είπε ένα περήφανο όχι στην Αγγλία και την Ιρλανδία, αρνούμενος να πληρώσει το ισλανδικό δημόσιο τις αποζημιώσεις που έδωσαν σε όσους πολίτες τους έχασαν από τη χρεοκοπία της ισλανδικής τράπεζας, Icebank. «Για τη Βρετανία ή τις ΗΠΑ η Ισλανδία προσφέρει σημαντικά μαθήματα», ήταν τα λόγια του. «Αν ο χρηματοπιστωτικός τομέας γίνει υπερβολικά δυνατός θα απορροφήσει τα αναγκαία ταλέντα για να καταστεί ο παραγωγικός τομέας ανταγωνιστικός τομέας στην παγκόσμια αγορά. Ένας εκρηκτικά αναπτυσσόμενος χρηματοπιστωτικός τομέας μπορεί να αποφέρει βραχυχρόνια οφέλη. Η Ισλανδία όμως δείχνει ότι μακροχρόνια επισείει κινδύνους».

Η τεράστια αξία των επισημάνσεων του ισλανδού προέδρου επιβεβαιώνεται από τις μεταβολές που συντελέστηκαν στον χάρτη της αμερικανικής οικονομίας την τελευταία διετία και συνεχίζουν να συντελούνται στο έδαφος της κρίσης, που ως κοινή συνισταμένη έχουν την ακόμη εντονότερη συρρίκνωση της μεταποιητικής παραγωγής στο εσωτερικό της χώρας. Με βάση ρεπορτάζ της Wall Street Journal στις 4 Φεβρουαρίου η παραγωγική ικανότητα των ΗΠΑ στην κλωστοϋφαντουργία, τις εκτυπώσεις, τα έπιπλα, τους κινητήρες αυτοκινήτων και τα πλαστικά μόνο το 2009 συρρικνώθηκε σε ένα χρόνο από 7% μέχρι 2%. Η παραγωγική οικονομία των ΗΠΑ δηλαδή βγαίνει από την κρίση πολύ πιο αδυνατισμένη και ασθενής! Μία απ’ τα ίδια επομένως, καθώς φαίνεται πως οι αιτίες που συνέβαλαν, αν δεν οδήγησαν στη σημερινή κρίση, αναπαράγονται!

Κοινός τόπος μεταξύ όλων σχεδόν των ομιλητών στο φετινό Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, όπως μεταφέρθηκαν οι τοποθετήσεις τους από τον διεθνή Τύπο, ήταν επίσης κι η απαισιοδοξία για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Παρότι μάλιστα είναι δεδομένο πως τα χειρότερα είναι πίσω. Οι εκτιμήσεις για την παγκόσμια οικονομία που καταγράφει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπουν άνοδο του ΑΕΠ της τάξης του 3,9% για φέτος και 4,3% για το 2011. Για τις ΗΠΑ ειδικότερα προβλέπουν άνοδο 2,7% φέτος και 2,4% του χρόνου, ενώ για την ευρωζώνη 1% φέτος και 1,6% το 2011. Ο κίνδυνος ωστόσο για τις 16 χώρες της Ευρώπης που χρησιμοποιούν το ενιαίο νόμισμα είναι να εισέλθουν στη νέα φάση χωρισμένες στα δύο: από την μια αυτές που θα βλέπουν το ΑΕΠ τους να αυξάνεται έστω και ράθυμα κι από την άλλη αυτές που θα βουλιάζουν στην κρίση για ένα με δύο χρόνια ακόμη (βλέπε Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιρλανδία, κ.α.) με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δύο ταχύτητες και στην οικονομία. Ειρήσθω εν παρόδω, δεν περνάει απαρατήρητο ότι η Ευρώπη που μέσα από την κρίση έβλεπε την δυνατότητα βελτίωσης της θέσης της στον διεθνή καταμερισμό εξέρχεται πιο βαριά τραυματισμένη από τις συμπληγάδες της, με τον νέο πολυ-πολικό κόσμο να αποδεικνύεται πολύ πιο αφιλόξενος για τις διεθνείς της φιλοδοξίες. Η στροφή της Ουάσιγκτον προς την Ασία, επιβεβαιώνει την υποβάθμισή της η οποία μάλιστα συμπίπτει με τη επικύρωση και την ενεργοποίηση της Συνθήκης της Λισσαβόνας και τον διορισμό προέδρου και υπουργού Εξωτερικών, όπως προβλεπόταν από τις διατάξεις της. Επανερχόμενοι στο διεθνές πλαίσιο των ζοφερών προβλέψεων, οι σημαντικότεροι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες του Νταβός συμφώνησαν πως τα δημοσιονομικά μέτρα, με τα οποία το κράτος στήριξε τον δοκιμαζόμενο ιδιωτικό τομέα, δεν πρέπει να διακοπούν υπό το φως των θετικών εξελίξεων γιατί τότε αυξάνονται οι πιθανότητες μιας διπλής ύφεσης ή βύθισης. Την άποψη αυτή υποστήριξε δημόσια κι ο γάλλος διευθυντής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος Καν, παροτρύνοντας τα κράτη μέλη του να συνεχίσουν να έχουν το χέρι στην τσέπη. Ο αναντικατάστατος ρόλος των κρατικών μέτρων στήριξης της ιδιωτικής οικονομίας (με βαρύτατες προφανώς συνέπειες για τα δημόσια οικονομικά) επιβεβαιώνεται επίσης από τη διαφαινόμενη συρρίκνωση του ιδιωτικού δανεισμού που όλες τις τελευταίες δεκαετίες στήριζε την χειμαζόμενη – λόγω παρατεταμένης λιτότητας – ιδιωτική κατανάλωση. Μέχρι το 2007 για παράδειγμα τα κτηματικά δάνεια ανέρχονταν στο 73% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ και στο 81% του ΑΕΠ στην Αγγλία, ενώ ο τραπεζικός δανεισμός στις επιχειρήσεις ισοδυναμούσε με το 46% του ΑΕΠ στην Αγγλία και το 36% στις ΗΠΑ. Στη βάση των παραπάνω «θα πρέπει να περιμένουμε πολλά χρόνια μείωσης του χρέους σε συγκεκριμένους τομείς ορισμένων από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου κι αυτή η διαδικασία θα ασκήσει ένα αξιοσημείωτο εμπόδιο στην αύξηση του ΑΕΠ», αναφερόταν σε έκθεση διεθνούς οικονομικού ινστιτούτου που μετέφερε η βρετανική Guardian Weekly στις 22 Ιανουαρίου. Ταυτόχρονα άπαντες επίσης συμφωνούν πως δεν είναι δυνατό να συνεχιστεί η σημερινή πολιτική μηδενικών επιτοκίων καθώς έχει αρχίσει να δημιουργεί νέου τύπου φούσκες στις αναπτυσσόμενες αγορές, όπου καταλήγει το «τσάμπα χρήμα». Ενδεικτικά αναφέρθηκε πως οι διεθνείς ροές κεφαλαίου από 435 δισ. δολ. το 2009 αναμένεται φέτος να φθάσουν τα 722 και το 2011 να ξεπεράσουν τα 800 δισ. – πραγματική πλημμυρίδα ρευστού που αναστατώνει τις εθνικές οικονομίες οδηγώντας χώρες όπως η Βραζιλία να επιβάλουν φόρο στις βραχυπρόθεσμες κεφαλαίου, διώχνοντας έτσι τις κερδοσκοπικές τοποθετήσεις. Μια άνοδο των επιτοκίων όμως από την ΕΚΤ ή τη FED θα αποτελέσει τη χαριστική βολή στον ιδιωτικό τομέα, καθώς τα δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα και τα νοικοκυριά θα περιοριστούν ακόμη περισσότερο.

Υπό το βάρος λοιπόν αυτών των απαισιόδοξων προβλέψεων, που γίνονται ακόμη ζοφερότερες από την εκτίναξη της ανεργίας στο 10% σε χώρες όπως η Αμερική για παράδειγμα, τίθεται υπό αίρεση ακόμη κι η διαπίστωση του Λόρενς Σάμερς, επικεφαλής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου του Λευκού Οίκου, ότι είμαστε στο μέσον μιας περιόδου «στατιστικής ανάκαμψης και ανθρώπινης ύφεσης»…

Κερδοσκοπικά παιχνίδια με το πετρέλαιο (Διπλωματία 6ος/2009)

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΗ ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΤΙΜΗΣ ΤΟΥ

ΕΜΠΟΔΙΟ ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΑΜΨΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

 Δεν έφθαναν τα μύρια όσα εμπόδια που εμφανίζονται συνεχώς παραπέμποντας για το απώτερο μέλλον την ανάκαμψη της οικονομίας, εσχάτως προστέθηκε σ’ αυτά και το πετρέλαιο η τιμή του οποίου μέσα σε τέσσερις μήνες υπερδιπλασιάστηκε! Μάταια θα ψάχνει στα θεμελιώδη μεγέθη της παγκόσμιας οικονομίας όποιος προσπαθεί με τον κλασσικό, ορθολογικό τρόπο να ερμηνεύσει την άνοδο της τιμής του πετρελαίου από τα 33 δολάρια το βαρέλι που είχε φθάσει τον Φεβρουάριο του 2009 στα 73 δολάρια που εκτινάχθηκε η τιμή του στις 11 Ιούνη. Οι βασικότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες της τιμής του μαύρου χρυσού και ειδικότερα, η προσφορά (που παραμένει σχετικά σταθερή), η ζήτηση και η σχετική τιμή του νομίσματος στο οποίο αποτιμάται η αξία του, του δολαρίου δηλαδή, όσο κι αν βρίσκονται σε μια διαρκή μεταβολή λόγω της ευρύτερης αναστάτωσης που κυριαρχεί στη παγκόσμια οικονομία, με κανένα τρόπο δεν προδικάζουν άνοδο της τιμής του πετρελαίου και πολύ περισσότερο μια τόσο απότομη άνοδο. Αντίθετα, η αιτία που αναδεικνύεται ως κινητήρια δύναμη της ανατίμησης του πετρελαίου είναι για μια ακόμη φορά η κερδοσκοπία, όπως ακριβώς συνέβη και πέρυσι, όταν τον Ιούλη του 2008 η τιμή του κατέγραψε ιστορικό ρεκόρ σπάζοντας το φράγμα των 147 δολαρίων κι ωθώντας το αμερικανικό Κογκρέσο να διατάξει έρευνα για τη χειραγώγηση των τιμών από τους κερδοσκόπους. Ένας παράγοντας που θα μπορούσε πραγματικά να φέρει τα πάνω – κάτω στην τιμή του μαύρου χρυσού θα ήταν μια αντιστροφή του κλίματος «μειωμένων προσδοκιών» που κυριαρχεί εδώ και δύο χρόνια, απ’ όταν δηλαδή έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή της η οικονομική κρίση. Από τη μια μεριά πράγματι υπάρχουν σημάδια που επιτρέπουν στους οικονομικούς παράγοντες των ισχυρών οικονομιών να ισχυρίζονται ότι τα χειρότερα πέρασαν και στον γενικό γραμματέα του Οργανισμού Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών, Αμπντάλα Ελ Μπαντρί, να δηλώνει στις 28 Μαΐου ότι «αρχίζουμε να βλέπουμε φως στην άκρη του τούνελ». Ειδικότερα είναι η συνεχής άνοδος των τιμών των μετοχών, με αποτέλεσμα στις αρχές Μαΐου ο αμερικανικός δείκτης S&P 500 να κινείται 40% υψηλότερα από το χαμηλότερο σημείο του. Ενθαρρυντικά σημάδια υπάρχουν και στο χώρο της πραγματικής οικονομίας. Συγκεκριμένα, στην αμερικανική αγορά εργασίας η ταχύτητα με την οποία καταργούνταν θέσεις εργασίας ανακόπτεται και μάλιστα σοβαρά, καθώς ενώ επί 6 ολόκληρους μήνες μέχρι και τον Απρίλιο χάνοντας κάθε μήνα 700.000 θέσεις εργασίας, τον Μάιο οι απώλειες περιορίστηκαν στις 350.000. Αυτό το γεγονός και η ακόλουθη άνοδος της ανεργίας στο 9,4% (για πρώτη φορά από το 1983) προφανώς και δεν προσφέρεται για πάρτι. Επιτρέπει όμως να υποτεθεί ότι αν όχι η παγκόσμια οικονομία, τουλάχιστον η αμερικανική μετά από δύο χρόνια αδιάκοπης και ταχείας συρρίκνωσης ανέκοψε την καθοδική της πορεία κι αρχίσει να σταθεροποιείται. Ακόμη όμως κι αυτή η υπόθεση εργασίας δεν επιτρέπει υπερβολική αισιοδοξία καθώς τίποτε – κυριολεκτικά τίποτε – δεν προοικονομεί μια σοβαρή ανάκαμψη. Αντίθετα πληθαίνουν οι προβλέψεις πως η μορφή της αναμενόμενης εξόδου από την κρίση δεν θα ακολουθήσει την καμπύλη του λατινικού γράμματος U αλλά αυτή του γράμματος L. Κι αν αυτό, η επανάληψη δηλαδή του ιαπωνικού σεναρίου ακούγεται πολύ απαισιόδοξο, λόγω του πακτωλού χρημάτων που έχουν δοθεί σε Ανατολή και Δύση για τη διάσωση των οικονομιών, ας κρατήσουμε προβλέψεις που υποστηρίζουν ότι ακόμη και μετά την υπέρβαση των αρνητικών ρυθμών μεγέθυνσης, η ανάπτυξη που θα καταγράφεται θα είναι θετικά οριακή, δηλαδή στη ζώνη του 1%. Ακριβώς σε αυτό το κλίμα κινούνται οι προβλέψεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εργασίας όπως διατυπώθηκαν σε συνέδριό του στις 15 Ιούνη στη Γενεύη, όπου παραβρέθηκε και μίλησε κι ο γάλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζύ, τονίζοντας πως το δίλημμα των ημερών μας είναι «δικαιοσύνη ή βία». Παίρνοντας τον λόγο ο διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασιακών Μελετών του Οργανισμού τόνισε πως «ακόμη και αν επιβεβαιωθούν οι ενδείξεις ανάκαμψης κι ακόμη κι αν υπάρχει ανάκαμψη μέχρι το τέλος του χρόνου ή τις αρχές του επόμενου χρόνου, θα χρειαστούμε ακόμη αρκετά χρόνια για να επιστρέψει η αγορά εργασίας στα προ-κρισιακά επίπεδα». Οι ζοφερές προβλέψεις πληθαίνουν αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι για την οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης, τη Γερμανία η κάθε αρνητική πρόβλεψη διαψεύδεται από μια άλλη ακόμη χειρότερη. Οι ρυθμοί μεγέθυνσης της οικονομίας της για παράδειγμα το τρέχον έτος πλέον θεωρείται βέβαιο ότι θα μειωθούν κατά 6,2% (όταν τον Δεκέμβρη η Μπούντεσμανκ είκαζε ότι θα μειωθούν κατά 0,8%) ενώ για το 2010 προβλέπεται μηδενική αύξηση του ΑΕΠ, δηλαδή στασιμότητα. Το ποσοστό ανεργίας θα αυξηθεί από 7,8% το 2008, σε 8,4% φέτος και 10,5% το 2010. Όλα τα παραπάνω στοιχεία είναι εμφανές ότι δεν δικαιολογούν το κλίμα αισιοδοξίας που παρατηρείται. Το ίδιο συμβαίνει και με τις προβλέψεις για τη ζήτηση του πετρελαίου που ακολουθούν κατά πόδας τα πιο απαισιόδοξα σενάρια. Προβλέψεις της Διεθνούς Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας που δόθηκαν στη δημοσιότητα στις 11 Ιούνη υποστηρίζουν πως το τρέχον έτος η ζήτηση του μαύρου χρυσού θα φτάσει τα 83,3 εκ. βαρέλια την ημέρα, επίπεδο που είναι κατά 2,9% χαμηλότερο απ’ αυτό που παρατηρήθηκε το 2008. Η ζήτηση πετρελαίου λοιπόν θα είναι μικρότερη φέτος σε σχέση με πέρυσι, άρα απ’ αυτή την πλευρά δε δικαιολογείται άνοδος της τιμής. Στο ίδιο συμπέρασμα συντείνουν και οι εξελίξεις στη σχέση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου. Γενικά, λόγω του ότι η πώληση του μαύρου χρυσού από τις πετρελαιοεξαγωγικές χώρες πραγματοποιείται σε δολάρια κάθε φορά που η συναλλαγματική ισοτιμία του αμερικανικού νομίσματος μειώνεται η τάση είναι να αυξάνεται η τιμή του πετρελαίου. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που ενεργοποιείται από τις χώρες που εισπράττουν σε δολάρια την αξία του μαύρου χρυσού που εξάγουν και με την άνοδο της ονομαστικής τιμής του πετρελαίου επιχειρούν να αντισταθμίσουν τις απώλειες που τους δημιουργεί η πτώση της αξίας του δολαρίου. Τους τελευταίους μήνες όμως η αξία του δολαρίου δεν ακολουθεί καθοδική πορεία, παρότι μάλιστα πληθαίνουν οι ενδείξεις που προδικάζουν τη μελλοντική συρρίκνωση του ρόλου του δολαρίου τόσο ως μέσο διεθνών συναλλαγών όσο κι ως μέσο αποθησαυρισμού. Πρόκειται για δύο γεγονότα που υπογραμμίζουν κυρίως τη συρρίκνωση του γεωστρατηγικού ρόλου των ΗΠΑ και κατ’ επέκταση του νομίσματός τους. Το πρώτο είναι η δραματική αύξηση του αμερικανικού ελλείμματος που τα επόμενα χρόνια αναμένεται να κυμαίνεται γύρω στα 1,2 τρισ. δολ. ετησίως. Το αμερικανικό έλλειμμα φαντάζει ακόμη μεγαλύτερο αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι τον Ιανουάριο του 2001 που εγκατέλειπε ο Μπιλ Κλίντον τον Λευκό Οίκο παρέδιδε έναν πλεονασματικό προϋπολογισμό και μια βάσιμη πρόβλεψη του Γραφείου Προϋπολογισμού ότι μέχρι και το 2012 ο προϋπολογισμός κάθε χρόνο μπορεί να έχει ένα πλεόνασμα της τάξης των 800 δισ. δολ. Δεδομένου όμως ότι το πλεόνασμα του Κλίντον μετατράπηκε σε έλλειμμα από τα χρόνια του Μπους, η ευθύνη για τα 1,2 τρισ. δολ. δεν βαραίνει εξ ολοκλήρου τον Μπαράκ Ομάμα. Σημασία ωστόσο έχει ότι η διόγκωση του αμερικανικού δημοσιονομικού ελλείμματος και του χρέους (γραμμικό αποτέλεσμα των αντιτρομοκρατικών σταυροφοριών στο Ιράκ και το Αφγανιστάν και του κόστους υπέρβασης της κρίσης) υποσκάπτει την ευρωστία του δολαρίου. Άμεση συνέπεια αυτού του γεγονότος ήταν το αίτημα για ένα πιο διαφοροποιημένο, λιγότερο μονοπολικό νομισματικό σύστημα που διατυπώθηκε επίσημα στη διάσκεψη κορυφής των τεσσάρων αναδυόμενων γιγάντων – Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα – που πραγματοποιήθηκε στο Αικατερίνεμπουργκ της Ρωσίας στις 16 Ιούνη. Οι χώρες αυτές παράγουν από κοινού το 15% του παγκόσμιου ΑΕΠ κι ίσως πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι στα θησαυροφυλάκιά τους κρατούν το 40% των παγκόσμιων αποθεμάτων σε σκληρό νόμισμα και χρυσό. Οι διαφορές όμως των τεσσάρων αυτών χωρών (BRIC, όπως ονομάστηκαν εν συντομία από έναν οικονομολόγο της Goldman Sachs το 2001) είναι τόσο σημαντικές ώστε δεν μπορούν να παραβλεφθούν ή να επισκιασθούν από τους υψηλούς ενίοτε διψήφιους ρυθμούς ανάπτυξής τους. Η Ρωσία για παράδειγμα αντλεί το μεγαλύτερο μέρος του ΑΕΠ της από την εξαγωγή ενεργειακών αγαθών. Η Κίνα έχει ειδικευτεί στην παραγωγή και εξαγωγή βιομηχανικών προϊόντων. Η οικονομία της Ινδίας είναι στραμμένη στην εγχώρια αγορά και αυτής της Βραζιλίας ειδικεύεται στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων και εσχάτως βιοκαυσίμων. Τα κοιτάσματα πετρελαίου ωστόσο που έχουν βρεθεί στην υποθαλάσσια ζώνη της θα αναβαθμίσουν αυτομάτως τη θέση της καθώς θα την εντάξουν από το 2010 κιόλας στις πετρελαιοεξαγωγικές χώρες, ξεπερνώντας μάλιστα σε αξία εξαγωγών δύο άλλες λατινοαμερικανικές χώρες, τη Βενεζουέλα και το Μεξικό. Οι βαθύτερες ωστόσο διαφορές μεταξύ τους αφορούν τη σχέση τους με τις ΗΠΑ. Ειδικότερα αν Ρωσία και Κίνα πράγματι αμφισβητούν την αμερικανική μονοκρατορία και κάνουν ότι μπορούν για να υποσκάπτουν την ηγεμονία της, οι άλλες δύο, Βραζιλία και Ινδία έχουν μετεξελιχθεί σε τοπικές υπερδυνάμεις λόγω του χρίσματος που τους εκχώρησε η Ουάσινγκτον. Η Ινδία μάλιστα, από την προηγούμενη προεδρία του Μπους, υποστηρίχθηκε σε βαθμό προκλητικό μάλιστα (όπως για παράδειγμα όταν της δόθηκε το πράσινο φως να εμπορεύεται διεθνώς πυρηνικό υλικό κατά παράβαση της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών) μόνο και μόνο για να λειτουργήσει ως ανάχωμα στην Κίνα. Η δε Κίνα παρότι πολιτικά θέλει, οικονομικά αδυνατεί να υποσκάψει το δολάριο γιατί έχει τόσο σημαντικές τοποθετήσεις σε δολάρια (σε 2 τρισ. δολ. υπολογίζονται συγκεκριμένα οι επενδύσεις της) που οποιαδήποτε υποτίμησή του θα σημάνει την αυτόματη απαξίωση των αποθεματικών της. Αυτή η πολύπλοκη και αντιφατική κατάσταση είναι που ωθούσε στις αλληλοαποκλειόμενες δηλώσεις μέχρι τελικά, ακόμη και στο κοινό ανακοινωθέν, να κυριαρχήσουν οι πιο μετριοπαθείς διατυπώσεις για την ανάγκη ενός νέο νομισματικού συστήματος κι ακόμη να απουσιάζει κάθε αναφορά στο δολάριο. Οι διαβεβαιώσεις που δόθηκαν στη συνέχεια πως το δολάριο θα συνεχίσει να είναι το κατ’ εξοχήν αποθεματικό νόμισμα στήριξαν την ισοτιμία του αμερικανικού νομίσματος και οδήγησαν αυτόματα σε πτώση την τιμή του πετρελαίου. Σε κέρδη για το δολάριο (και απώλειες για το ευρώ) μεταφράστηκε και το καμπανάκι κινδύνου που σήμανε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις 15 Ιούνη όταν προανήγγειλε την παραγραφή μη εξυπηρετούμενων χρεών ύψους 283 δισ. δολ. (205 δισ. ευρώ) από τις τράπεζες των 16 χωρών της ευρωζώνης. Μια προειδοποίηση που ήρθε λίγο πριν ο οίκος αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, Moody’s, υποβαθμίσει 30(!) ισπανικές τράπεζες. Συμπερασματικά λοιπόν ούτε η ζήτηση του πετρελαίου είναι τόσο μεγάλη ως αποτέλεσμα της αναμενόμενης ανάκαμψης, ούτε η πορεία που ακολουθεί η συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου τόσο φθίνουσα ώστε να δικαιολογείται ο διπλασιασμός της τιμής του πετρελαίου μέσα σε 4 μήνες! Αυτό αντίθετα που παρατηρήθηκε τους τελευταίους μήνες ήταν μια ασυνήθιστη για το τελευταίο διάστημα ρευστότητα η οποία προσφέρθηκε από τις κεντρικές τράπεζες στις εμπορικές για να καλύψουν τα ανοίγματά τους, κι η οποία στη συνέχεια απ’ ότι φάνηκε διοχετεύθηκε σε κερδοσκοπικές δραστηριότητες στην αγορά εμπορευμάτων. «Κερδοσκοπικές τοποθετήσεις στην ενεργειακή αγορά της Νέας Υόρκης που στοιχηματίζουν ότι οι τιμές τους πετρελαίου θα αυξηθούν ακόμη περισσότερο βρίσκονται στο υψηλότερο σημείο τους από τον προηγούμενο Ιούλιο… Η Deutsche Bank εκτιμά ότι στοιχεία ενεργητικού σε υπό αμερικανική διοίκηση κεφάλαια που διαπραγματεύονται εμπορεύματα πλησιάζουν τα 8 δισ. δολ., πάνω από το ανώτατο σημείο του προηγούμενου έτους», έγραφαν οι Financial Times στις 11 Ιούνη, αποκαλύπτοντας το κερδοσκοπικό πάρτι που έχει στηθεί με λεφτά μάλιστα των φορολογουμένων. Η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν συνυπολογιστεί και μια σύμπτωση. Τις μέρες που δημιουργούταν ξανά απ’ την αρχή μια κερδοσκοπική φούσκα στα βασικά εμπορεύματα και δη στην αγορά πετρελαίου, σε ΗΠΑ κι Ευρώπη συζητιόταν το πλαίσιο ρύθμισης των χρηματοπιστωτικών αγορών, το οποίο προφανώς αφήνει ανέγγιχτη αυτή την εξόφθαλμη κερδοσκοπία. Κι εμάς, με την απορία τι είναι αυτό τελικά που πρόκειται να ρυθμιστεί αν τέτοιες κερδοσκοπικές δραστηριότητες συνεχίζονται ανενόχλητες…

Αρέσει σε %d bloggers: