Βασιλεία ΙΙΙ: η εκδίκηση των τραπεζών (Επίκαιρα, 23-29/9/2010)

Η εκδίκηση είναι κρύο πιάτο. Όποιος αμφιβάλει δεν έχει παρά να ρίξει μια προσεκτική ματιά στην πρόσφατη ιστορία των τραπεζών. Πριν δύο χρόνια άπαντες, εντελώς δικαιολογημένα, τους έριχναν την πέτρα του αναθέματος για το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Εκλεγμένοι πολιτικοί ηγέτες ακόμη και σοβαροί παράγοντες της αγοράς που διατηρούσαν μια απόσταση ασφαλείας από το χρηματοπιστωτικό σύστημα τόνιζαν την ανάγκη επιβολής ενός νέου πιο αυστηρού ρυθμιστικού πλαισίου έτσι ώστε ακραία φαινόμενα κερδοσκοπίας που οδήγησαν στη χρεοκοπία τραπεζικών κολοσσών και την ύφεση που ακολούθησε να μην ξανασυμβούν.

Έτσι φτάσαμε στη συζήτηση που είναι σε εξέλιξη εδώ και μήνες για την λεγόμενη Βασιλεία ΙΙΙ, ένα νέο πιο απαιτητικό πλαίσιο λειτουργίας των τραπεζών, που θα επικαιροποιεί και θα αυξάνει το όριο των κεφαλαιακών απαιτήσεων των τραπεζικών ιδρυμάτων. Οι τελικές αποφάσεις θα ληφθούν το Νοέμβριο στο G20, τη σύνοδο κορυφής των 20 πλουσιοτέρων κρατών, όπου λήφθηκε και η αρχική απόφαση για την αλλαγή του ρυθμιστικού πλαισίου. Εκπλήξεις ωστόσο το επόμενο δίμηνο δεν αναμένονται. Γιατί, το προηγούμενο Σαββατοκύριακο (11-12 Σεπτέμβρη) καθορίστηκαν οι βασικές γραμμές του νέου ρυθμιστικού πλαισίου. Η… αυστηρότητά του έγινε εμφανής την επόμενη κιόλας μέρα όταν στο άκουσμα της σχετικής είδησης δύο τράπεζες που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των σκανδάλων και των επικρίσεων την προηγούμενη διετία, η αμερικανική JP Morgan και η γαλλική Societe Generale είδαν τις μετοχές τους να αυξάνονται κατά 4,3% και 3,7%, αντίστοιχα. Πού να κρύψουν τη χαρά τους οι μέτοχοι για το νέο «δρακόντειο» πλαίσιο λειτουργίας…

Σε αδρές γραμμές η απόφαση που λήφθηκε από του εκπροσώπους 24 κεντρικών κυβερνήσεων και ρυθμιστικών αρχών αφορά την αύξηση του ανώτερου δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο 4,5% του ενεργητικού τους, από 2% που είναι σήμερα, και επιπλέον τη δημιουργία ενός «απορροφητήρα κραδασμών» της τάξης του 2,5% – που είναι προφανές ότι σε περιόδους κρίσης και έλλειψης κεφαλαίων όπως είναι η σημερινή θα εξανεμίζεται. Άρα δεν μιλάμε για 7%, όπως γράφτηκε, παρά μόνο για 4,5%. Ποσοστό εξαιρετικά χαμηλό αν πάρουμε υπ’ όψη μας ότι ειδικές μελέτες και κείμενα εργασίας (αναφέρθηκαν στους Financial Times στις 13 Σεπτέμβρη) έχουν υπολογίσει πως ένα περιθώριο ασφαλείας δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 12%! Οι νέοι κανόνες θα πρέπει να εφαρμοστούν μέχρι την 1/1/2019. Όσες δε τράπεζες δεν προσαρμοστούν θα βρεθούν αντιμέτωπες με ποινές που θα αφορούν περικοπές στα μερίσματα, κ.α.

Δεν πρόκειται όμως να συμβεί κάτι τέτοιο. Ρεπορτάζ μεγάλων εφημερίδων προεξοφλούσαν ότι οι μεγαλύτερες τράπεζες δεν θα χρειαστεί να κάνουν το παραμικρό για να προσαρμοστούν στο νέο καθεστώς, επειδή απλά το νέο αυτό καθεστώς είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους. «Αναλυτές και τραπεζίτες έλεγαν τη Δευτέρα» σημείωνε η Wall Street Journal την Τρίτη 14 Σεπτέμβρη από την πρώτη της σελίδα «πως οι περισσότεροι μεγάλοι δανειστές φαίνεται να έχουν ήδη προβεί σε γενναίες αυξήσεις κεφαλαίου για να ανταποκριθούν στους νέους κανόνες». Με άλλα λόγια η Βασιλεία ΙΙΙ δεν έρχεται να ρυθμίσει το πλαίσιο λειτουργίας των τραπεζών στη βάση των κοινωνικά οδυνηρών εμπειριών από την κρίση που ξέσπασε ακριβώς δύο χρόνια πριν με επίκεντρο την κατάρρευση της αμερικανικής τράπεζας Lehman Brothers, αλλά σε μια ακραία περίπτωση υποταγής της πολιτικής στους νόμους των τραπεζών έρχεται να ρυθμίσει το κανονιστικό πλαίσιο με βάση τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί κάτω από την πρωτοβουλία των ίδιων των τραπεζιτών! Κανένα δίδαγμα επομένως δεν εξήχθη από το ξέσπασμα της κρίσης…

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ωστόσο να δούμε ποιοι πρωτοστάτησαν σε αυτή τη  μεγάλη υποχώρηση. Ενώ οι περισσότεροι θα περίμεναν πως οι πλέον διαπρύσιοι υποστηρικτές τη τραπεζικής αυθαιρεσίας θα ήταν ΗΠΑ και Αγγλία όπου έχουν την έδρα τους οι μεγαλύτερες τράπεζες, η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική: Ο φανατικότερος υποστηρικτής της τραπεζικής ασυδοσίας ήταν η Γερμανία! Σε μια πλήρη αντιστροφή των στερεότυπων που θέλουν τη Γερμανία και το κεντροευρωπαϊκό καπιταλισμό να ταυτίζονται με τις συντηρητικές επενδύσεις χαμηλού κινδύνου, το Βερολίνο πρωτοστάτησε στον περιορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων στο κατώτερο δυνατό σημείο. (Ειρήσθω εν παρόδω, τα ίδια στερεότυπα ήθελαν την Γερμανία να αποτελεί υπόδειγμα ηθικής μέχρι που η Ζίμενς και η ΜΑΝ ταυτίστηκαν με τις μίζες και μόλις την προηγούμενη εβδομάδα η Ντόιτσε Τέλεκομ αποκαλύφθηκε ότι στην Ουγγαρία χρημάτιζε πολιτικούς…). «Οι Γερμανικές τράπεζες επιδιώκουν να αδυνατίζουν την Βασιλεία ΙΙΙ», έγραφαν στον τίτλο της πρώτης σελίδας οι Financial Times της 7ης Ιουνίου, όταν οι ζυμώσεις για τις λεπτομέρειες του νέου πλαισίου βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους. Τα ανησυχητική ωστόσο σημάδια είχαν αρχίσει να φαίνονται από τα τέλη Ιουνίου, στις 25 Ιουνίου για την ακρίβεια, όταν και πάλι η ίδια βρετανική εφημερίδα είχε τίτλο «οι τράπεζες κερδίζουν τη μάχη μετριασμού της Βασιλείας ΙΙΙ». Η Γερμανία είχε εκδηλώσει την αντίθεσή της στην επιβολή αυστηρότερων μέτρων επικαλούμενη την εκτίμηση ότι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο οι δέκα μεγαλύτερες τράπεζες της θα έπρεπε να αυξήσουν τα κεφάλαιά τους κατά 105 δισ. ευρώ. Αυτό τον «κίνδυνο» ήθελαν να αποφύγουν οι Γερμανοί που είναι περιττό να πούμε ότι μόνο σταθεροποιητικά θα λειτουργούσε για την οικονομία. Εντύπωση εδώ προκαλεί η μεροληψία τους και η χρήση δύο μέτρων και δύο σταθμών καθώς οι Γερμανοί που στο πλαίσιο του ανταγωνισμού τους με άλλες χώρες και όταν είναι δεδομένη η υπεροχή τους επικαλούνται τους νόμους της αγοράς, δηλαδή της ζούγκλας όπου κερδίζει ο πιο δυνατός, ενώ εκεί που χάνουν όπως τώρα για παράδειγμα που θα έπρεπε να βάλουν λουκέτο σε δεκάδες μικρές κρατιδιακές τράπεζες, απέτρεψαν αυτό το ενδεχόμενο βάζοντας μπροστά την πολιτική, αρνούμενοι να συμβιβαστούν! Το επιχείρημα το οποίο επικαλέστηκαν, ερχόμενοι σε σύγκρουση με όλες τις άλλες χώρες και νικώντας(!) ήταν πως κάθε ευρώ που θα κατευθυνθεί στην αύξηση κεφαλαίου είναι ένα ευρώ λιγότερο στην οικονομία.

Μεγαλύτερη ανακρίβεια δεν υπάρχει. Ο ισχυρισμός των τραπεζιτών αγγίζει την πρόκληση γιατί μέχρι στιγμής οι τράπεζες – ζόμπι, που ούτε είναι ζωντανές ούτε νεκρές, καταφέρνουν και επιβιώνουν χάρη στις έμμεσες επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η ΕΚΤ διατηρεί επί 17 μήνες τα επιτόκια της στο χαμηλότερο σημείο της ιστορίας της, στο 1%, μόνο και μόνο για να κερδοσκοπούν οι τράπεζες με τα κρατικά ομόλογα την ίδια ώρα που στερούν την παραγωγική οικονομία από κάθε μορφή ρευστού και στους καταναλωτές, κι ιδιαίτερα τις πιστωτικές κάρτες, δίνουν ρευστό με τοκογλυφικό επιτόκιο ύψους 18%. Αυτές οι τράπεζες που πέφτουν στα μαλακά για μια ακόμη φορά αποτελώντας τον μεγάλο κερδισμένο της ευρωζώνης είναι και οι μεγάλοι ωφελημένοι τόσο των 110 δισ. που δόθηκαν στην Ελλάδα, όσο και των 750 δισ. που εγκρίθηκαν με την απόφαση της Συνόδου Κορυφής του Μαΐου. Απώτερος στόχος όλων αυτών των χρηματοδοτήσεων, που υλοποιήθηκαν με αντάλλαγμα πρωτοφανή μέτρα λιτότητα για όλους τους λαούς της Ευρώπης, ήταν να εξασφαλισθούν οι τράπεζες από τις ριψοκίνδυνες τοποθετήσεις που έκαναν ακόμη και στο απόγειο της κρίσης στα ομόλογα των χωρών του ευρωπαϊκού νότου. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, που δημοσιεύτηκαν στην International Herald Tribune στις 6 Σεπτέμβρη, οι τράπεζες αύξησαν τον δανεισμό προς τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας το πρώτο τρίμηνο του 2010 κατά 4,3% (109 δισ. δολ.) σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Ιδιαίτερα οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες συνέχισαν να είναι οι πλέον εκτεθειμένες στο χρέος των περιφερειακών χωρών της ευρωζώνης με τις μεν πρώτες να έχουν τοποθετήσει στην Ελλάδα 51 δισ. δολ. (εκ των οποίων μόνο τα 23,1 δισ. ήταν δημόσιο χρέος) και τις γαλλικές 111,6 δισ. δολ. (εξ των οποίων μόνο τα 27 αφορούσαν κρατικά ομόλογα).

Κατά συνέπεια, το μόνο που θα απειλούταν από μια αύξηση του κατώτατου δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας θα ήταν η ασυδοσία των τραπεζών που εξακολουθεί να συνεχίζεται ανεμπόδιστη και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης. Όχι η παραγωγική οικονομία που εξακολουθεί να ματώνει με την ανεργία και τη φτώχεια να βρίσκονται σε επίπεδα ρεκόρ.

G20: Οι ιέρακες των ελλειμμάτων επιστρέφουν (Επίκαιρα 1/7/2010-7/7/2010)

Νεκραναστήθηκε ο Χούβερ! Οι οικονομικές πολιτικές που βούλιαξαν την υφήλιο στην πιο βαθιά ύφεση με την κρίση του 1930 είναι εδώ! Αυτό είναι το μήνυμα από τη σύνοδο των ηγετών των 20 πλουσιότερων χωρών του πλανήτη που πραγματοποιήθηκε στο Τορόντο του Καναδά το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. Το κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε το βράδυ της Κυριακής μετά από πολλές διαφωνίες και παζάρια συμπυκνώνει τον θρίαμβο της σκληρής μονεταριστικής πολιτικής που αντιπροσωπεύει η Γερμανία και πλέον ολόκληρη η ΕΕ και την ήττα της γραμμής του αμερικανού προέδρου, Μπαράκ Ομπάμα, που ζήταγε διεύρυνση των ελλειμμάτων προκειμένου να στηριχθεί η μεγέθυνση των οικονομιών.

Η σύγκρουση μεταξύ των δύο κατευθύνσεων είχε κορυφωθεί πολύ πριν οι ηγέτες των 20 πλουσιοτέρων του πλανήτη φθάσουν στον Καναδά για να συνεδριάσουν δίνοντας την αφορμή για να βγουν στον δρόμο χιλιάδες διαδηλωτές που αποδοκίμαζαν το ρόλο τους αλλά και την κυβέρνηση του Καναδά που δεν δίστασε να δαπανήσει 1 δισ. δολ. για την ασφάλεια της διοργάνωσης. Ποσό που σύμφωνα με την «Συμμαχία του Οντάριο ενάντια στη φτώχεια» θα αρκούσε για να συνεχιστούν πέντε χρόνια ακόμη οι παροχές τροφίμων στους φτωχούς, οι οποίες τερματίστηκαν με το τελευταίο πακέτο περικοπών δημοσίων δαπανών. Με το σπαθί του επομένως ο Καναδάς προσέφερε τη φιλοξενία μας τέτοιας συνόδου…

Η διαπάλη γύρω από το δίλημμα «δημοσιονομική σταθερότητα ή μεγέθυνση» ή αλλιώς «ύφεση ή ελλείμματα» ξεκίνησε με αφορμή επιστολή του αμερικανού προέδρου προς τους υπόλοιπους 19 ηγέτες, όπου τόνιζε τη ανησυχία του για «την ασθενική ζήτηση του ιδιωτικού τομέα και τη συνεχιζόμενη σημαντική εξάρτηση από τις εξαγωγές από ορισμένες χώρες με ήδη μεγάλα εξωτερικά πλεονάσματα». Η καμπάνα προφανώς χτυπούσε για την Γερμανία που δεν δίστασε να βγει στην αντεπίθεση. Τις εγκληματικές ευθύνες άλλωστε που επωμίζεται το Βερολίνο τις είχε καταδείξει κι ο αρχι-κερδοσκόπος Τζορτζ Σόρος, μιλώντας σε ένα συνέδριο στην γερμανική πρωτεύουσα: «Υπάρχει ένα θεμελιώδες λάθος στην προσέγγιση της Γερμανίας προς την ΕΕ. Επιμένοντας σε πολιτικές που επιτείνουν την κυκλική κίνηση, η Γερμανία θέτει σε κίνδυνο την ΕΕ», ήταν τα λόγια του που έθεσαν σε εντελώς ασυνήθιστες, αντεστραμμένες βάσεις την σύγκρουση πολιτικών και ανθρώπων της αγοράς με τους τελευταίους να εμφανίζονται ότι νοιάζονται για την μεγέθυνση της οικονομίας και την δημιουργία θέσεων εργασίας και τους εκλεγμένους ηγέτες να θυσιάζουν το μέλλον των κοινωνιών στο βωμό της δημοσιονομικής σταθερότητας. Στη συνέχεια μάλιστα ο Σόρος, δημιουργώντας συνειρμούς με την δεκαετία του ’30, κατηγόρησε τις κυβερνήσεις της γηραιάς ηπείρου ότι «ωθούν την Ευρώπη σε μια περίοδο παρατεταμένης στασιμότητας κι ακόμη χειρότερα. Αυτό στη συνέχεια θα δημιουργήσει δυσαρέσκεια και κοινωνική αναταραχή»!

Απαντώντας, ο υπουργός Οικονομικών του Τέταρτου Ράιχ, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, με άρθρο του στην γερμανική οικονομική εφημερίδα Handelsblatt τόνισε ότι «οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να εθιστούν στον δανεισμό ως ένα γρήγορο τρόπο για να στηρίξουν τη ζήτηση. Η ζήτηση δια των ελλειμμάτων δεν μπορεί να γίνει μια διαρκή κατάσταση». Από κοντά του κι οι πιο κορυφαίοι παράγοντες της ΕΕ, όπως ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, που υπογράμμισε από το Τορόντο ότι «δεν υπάρχει περιθώριο για δαπάνες μέσω ελλειμμάτων». Ο πρόεδρος επίσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ο οποίος με συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα La Republica επιχείρησε να διασκεδάσει τις πέρα για βάσιμες προβλέψεις (κι όχι απλώς ανησυχίες) τονίζοντας ότι «είναι λάθος να πιστεύεται πως τα μέτρα λιτότητας στην Ευρώπη θα οδηγήσουν σε στασιμότητα».

Ο πρόεδρος της ΕΚΤ έχει πράγματι δίκιο. Η λιτότητα δεν θα οδηγήσει σε στασιμότητα την Ευρώπη, γιατί η στασιμότητα έχει ήδη πλήξει την γηραιά ήπειρο, ακριβώς λόγω αυτών των μέτρων λιτότητας, που αναγγέλλονται με καταιγιστικούς ρυθμούς στην μια χώρα μετά την άλλη. Η αρχή έγινε από την ίδια την Γερμανία που εξήγγειλε ένα πρόγραμμα άγριων περικοπών ύψους 80 δισ. ευρώ μέχρι το 2014. Τελευταίο κρούσμα ήταν οι περικοπές που εξήγγειλε η πρόσφατα εκλεγείσα βρετανική κυβέρνηση, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ως οι μεγαλύτερες από τα χρόνια της Θάτσερ, περιλαμβάνοντας: περικοπές στους προϋπολογισμούς όλων των υπουργείων κατά 25%, πάγωμα των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων για δύο χρόνια, μείωση των κοινωνικών δαπανών κατά 10 δισ. λίρες και αύξηση στους φόρους κατανάλωσης. Επάνω σε αυτό το ντελίριο σιγά που θα γλίτωναν τα ελληνικά νησιά, που προεξόφλησε ο Guardian ότι θα ξεπουλήσουμε, καταφέρνοντας με το δημοσίευμά του να βγάλει στο σφυρί την ίδια την αξιοπιστία και τη σοβαρότητά του. Στο ίδιο μήκος κύματος με την Αγγλία βρέθηκε και η Γαλλία που εξήγγειλε μείωση των δημοσίων δαπανών κατά 45 δισ. και αύξηση των φόρων κατά 5 δισ. ευρώ, με στόχο να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 3% του ΑΕΠ το 2013, από 8% που είναι φέτος. Τον ίδιο στόχο αναμένεται να υπηρετήσει και η σχεδιαζόμενη αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης στα 62 έτη από τα 60, που εφαρμόστηκαν το 1982 επί κυβέρνησης Μιτεράν. Το αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο του Σαρκοζύ έβγαλε στους δρόμους της Γαλλίας την προηγούμενη ακριβώς Πέμπτη περισσότερους από 2 εκ. διαδηλωτές σε μια απεργία που ακόμη κι από τα εργατικά συνδικάτα θεωρήθηκε προθέρμανση για την μεγάλη απεργία που έχουν εξαγγείλει για τον Σεπτέμβρη.

Η στοίχιση του Παρισιού πίσω από το Βερολίνο δεν κρύβει ωστόσο τις αποστάσεις που τηρεί ο γάλλος πρόεδρος, Νικολά Σαρκοζύ, από την γραμμή δημοσιονομικής πειθαρχίας που ακολουθεί η Άνγκελα Μέρκελ επιβάλλοντας την στη συνέχεια σε όλη την Ευρώπη. Οι ενστάσεις του Παρισιού έγιναν εμφανείς όλη την προηγούμενη περίοδο (από την περίοδο ακόμη των συζητήσεων για την επίλυση του «ελληνικού ζητήματος») φθάνοντας στο σημείο να δημιουργήσουν ένα ορατό ρήγμα στον γαλλογερμανικό άξονα, που ακόμη δεν έχει κλείσει. Υπό αυτό το πρίσμα, της απάντησης στο δίλημμα «ύφεση ή ελλείμματα», είναι αξιοπρόσεκτες και διόλου αμελητέες οι διπλωματικές μετακινήσεις που έχουν συμβεί καθώς ανατρέπουν ισορροπίες δεκαετιών, με το Παρίσι να απομακρύνεται από το Βερολίνο και να προσεγγίζει την Ουάσινγκτον, και το Λονδίνο να ακολουθεί την αντίστροφη πορεία καθώς απομακρύνεται από την Ουάσινγκτον και προσεγγίζει το Βερολίνο.

Ο δημοσιονομικός… σεχταρισμός του Βερολίνου έφτασε σε τέτοιο επίπεδο ώστε ΕΕ και ΔΝΤ την προηγούμενη Παρασκευή αποφάσισαν να αναστείλουν τις επόμενες δόσεις του δανείου στη Ρουμανία τιμωρώντάς την έτσι επειδή το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ως αντισυνταγματικές τις αποφάσεις της κυβέρνησης να επιβάλει μείωση στις συντάξεις κατά 15% και στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων κατά 25%. Τους εκδικήθηκαν δηλαδή επειδή σεβάστηκαν και εφάρμοσαν το Σύνταγμα τους…

Οι αλυσιδωτές αντιδράσεις που παρατηρούνται στην διπλωματία ακόμη και οι παραβιάσεις της δημοκρατικής νομιμότητας μπροστά στον… υπέρτατο στόχο της δημοσιονομικής πειθαρχίας, έχουν μικρή σημασία μπροστά στις δραματικές συνέπειες της πολιτικής λιτότητας που είναι ήδη ορατές στους αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης των ευρωπαϊκών οικονομιών, από την Γερμανία και την Αγγλία, μέχρι την Ισπανία και τη Γαλλία, που εξακολουθούν να κινούνται στη ζώνη του οικονομικού λυκόφωτος μεταξύ 0,1% και 0,5%. Από την άλλη μεριά στις ΗΠΑ, φαίνονται πιο καθαρά και οι παγίδες που συνοδεύουν την διαφαινόμενη ανάκαμψη, οδηγώντας τον αμερικανό πρόεδρο να ανεβάσει τους τόνους της κριτικής απέναντι στους Ευρωπαίους. Ειδικότερα, αυτό που ξεχωρίζει είναι ότι την βαθύτερη μεταπολεμική ύφεση την ακολουθεί η πιο αργόσυρτη ανάκαμψη που δημιουργεί τις λιγότερες θέσεις εργασίας, όπως υπενθύμιζε η International Herald Tribune το προηγούμενο Σαββατοκύριακο. Πιο συγκεκριμένα, η άνοδος των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ κατά 2,7% το πρώτο τρίμηνο, δεν ήταν απλώς μικρότερη της αναμενόμενης (3%) και του προηγούμενου τριμήνου (5,6%), αλλά κι όλων των επιδόσεων που ιστορικά καταγράφονταν την επομένη της εξόδου από περιόδους ύφεσης, όπως για παράδειγμα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν οι συνήθεις ρυθμοί μεγέθυνσης ήταν της τάξης του 7%, ακόμη και του 9%. Ο αμερικάνος πρόεδρος αυτήν ακριβώς την κατάσταση βλέπει όπου ακόμη και ρυθμοί μεγέθυνσης του 3% αποδεικνύονται ανεπαρκείς για να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου.

Ακόμη χειρότερα, αρνούμενη η Ευρώπη να ρίξει ρευστό στην οικονομία (και πρωταγωνιστώντας μάλιστα στην έκδοση ενός τελικού ανακοινωθέντος από το G20 όπου τίθεται ο στόχος μείωσης στο μισό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων των ανεπτυγμένων οικονομιών μέχρι το 2013) αυξάνει τους κινδύνους για μια διπλή ύφεση, με τους τρέχοντες αναιμικούς ρυθμούς ανάκαμψης να αποτελούν ένα μικρό, αντιληπτό μόνο στους ειδικούς διάλειμμα πριν η παγκόσμια οικονομία βυθιστεί ξανά σε μια νέα βαθιά ύφεση.

Οργή για τους τραπεζίτες (Περ. Διπλωματία, Ιανουάριος 2010)

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ ΤΟΥ ΝΤΑΒΟΣ

ΣΕ ΡΟΛΟ ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ 

Επισήμως, το θέμα που επιλέχτηκε να συζητηθεί στις φετινές εργασίες του Νταβός ήταν «Βελτιώνοντας την κατάσταση του κόσμου: Επανεξέταση, επανασχεδιασμός, ανοικοδόμηση». Ανεπισήμως, το θέμα περιγράφτηκε εύστοχα από τη Wall Street Journal, αντανακλώντας το κλίμα των συζητήσεων, μια μέρα μετά την επίσημη λήξη των εργασιών: «Σκοτώστε όλους τους τραπεζίτες»!

Το κέντρο βάρους της φετινής συνόδου του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ απείχε σημαντικά από τον δυτικό κόσμο που αποτελούσε ανέκαθεν την ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομικής μεγέθυνσης. Η σύνοδος του 2010 που διήρκεσε από τις 27 έως τις 31 Ιανουαρίου, με τη συμμετοχή 2.500 ατόμων, σφραγίσθηκε από τον περιορισμό του ειδικού βάρους των γνωστών και μη εξαιρετέων υπερανεπτυγμένων κρατών στην παγκόσμια οικονομία και την ανάδυση των λεγόμενων αναπτυσσόμενων οικονομιών, που καταλαμβάνουν ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο. Ορισμένα μεγέθη επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Η ομάδα των επτά πλουσιοτέρων κρατών, το περίφημο G7, το 1976 (όταν το παγκόσμιο ΑΕΠ ισοδυναμούσε με 6,3 τρισ. δολ.) παρήγαγε το 61,9% του παγκόσμιου ΑΕΠ κι ο υπόλοιπος κόσμος το εναπομείναν 38,1%. Το 1990 (όταν το παγκόσμιο ΑΕΠ είχε αυξηθεί στα 21,8 τρισ. δολ.) το μερίδιο του G7 είχε αυξηθεί στο 66,2%. Το 2008 (όταν το ΑΕΠ του κόσμου ανερχόταν σε 60,6 τρισ. δολ.) η τάση ανόδου είχε αντιστραφεί πλήρως και στο G7 αντιστοιχούσε το 52,8%. Το μερίδιο δε των υπόλοιπων 13 χωρών που απαρτίζουν σήμερα το G20 από 24,3% που ήταν το 1990, το 2008 έφθασε το 34,6%. Για πόσο καιρό ακόμη θα μπορούσαν να αγνοούνται; Η νέα αυτή πραγματικότητα που έδωσε την ώθηση γα την δημιουργία του G20 και τον παροπλισμό του G7 εκφράστηκε, αν όχι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τουλάχιστον εμφανώς στη σύνοδο του φετινού φόρουμ του οποίου ηγείται ο Κλάους Σβαμπ. Για παράδειγμα τα μέλη των αντιπροσωπειών των τεσσάρων αναδυόμενων γιγάντων – Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα – (και συχνά περιγράφονται με το αρκτικόλεξο BRIC) υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με το 2005, φθάνοντας τους 237 κι αποτελώντας το 10% των αντιπροσώπων.

Ενδεικτικό στοιχείο για το αυξανόμενο ενδιαφέρον με το οποίο γίνονται δεκτές οι διάφορες ομάδες αναπτυσσομένων χωρών είναι κι η θαυμαστή πορεία που καταγράφουν διάφορα αρκτικόλεξα όπως για παράδειγμα το BRITVIC, όπου μεταξύ της Βραζιλίας και της Ρωσίας από τη μια και της Ινδίας και της Κίνας από την άλλη παρεμβάλλονται οι χώρες Ταϊβάν, Βιετνάμ και Ινδονησία. Ή, το CIVETS που περιγράφει τις χώρες Κολομβία, Ινδονησία, Βιετνάμ, Αίγυπτο, Τουρκία και Νότα Αφρική.

Τα ομαδικά πυρά κατά των τραπεζιτών εξαπολύθηκαν πριν απ’ όλους από τον γάλλο πρόεδρο, που έκανε την εναρκτήρια ομιλία, η οποία από πολλούς εκπροσώπους χαρακτηρίστηκε προεκλογική κι ο ίδιος κατηγορήθηκε ότι δεν απευθυνόταν στους αντιπροσώπους του φόρουμ αλλά στους γάλλους ψηφοφόρους που σε έξι σχεδόν εβδομάδες θα όδευαν για τις κάλπες των δημοτικών εκλογών. Λαϊκιστής με άλλα λόγια, χαρακτηρίστηκε ο Νικολά Σαρκοζύ, όπως συνηθίζεται σε όσους πολιτικούς, όχι μόνο της Αριστεράς όπως ο Όσκαρ Λαφοντέν αλλά ακόμη και της πιο καθαρόαιμης Δεξιάς, αποκλίνουν από τον επίσημο λόγο, εκφράζοντας τις λαϊκές ανησυχίες. Ο γάλλος πρόεδρος άδραξε την ευκαιρία για να προαναγγείλει πως θα αξιοποιήσει την προεδρία του G20 που θα έχει το Παρίσι τον επόμενο χρόνο, το 2011, για να συγκροτήσει ένα νέο νομισματικό σύστημα. «Χρειαζόμαστε ένα νέο Μπρέτον Γουντς», ήταν τα λόγια του παραπέμποντας στην ιστορική διάσκεψη του Νιου Χαρμσάιρ το 1944 όταν τέθηκαν τα θεμέλια της σημερινής νομισματικής αρχιτεκτονικής. «Δεν μπορούμε να έχουμε από την μεριά μια πολυπολική τάξη κι από την άλλη ένα και μόνο αποθεματικό νόμισμα σε παγκόσμιο επίπεδο» τόνισε, αμφισβητώντας την πρωτοκαθεδρία του δολαρίου. Στην ομιλία του επίσης, αφού περιέγραψε την κρίση των τελευταίων ετών ως «κρίση της ίδιας της παγκοσμιοποίησης» ζήτησε τον διεθνή συντονισμό ώστε να εφαρμοστεί ένα ασφαλές κι αξιόπιστο πλαίσιο ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού τομέα. «Πως μπορούμε σε έναν ανταγωνιστικό κόσμο να ζητούμε από τις ευρωπαϊκές τράπεζες τρεις φορές περισσότερα κεφάλαια για να καλύπτουν τους κινδύνους από τις δραστηριότητές τους και να μη ζητούμε το ίδιο από τις αμερικανικές και ασιατικές τράπεζες», αναρωτήθηκε.

Στο επίκεντρο της συζήτησης για τις τράπεζες βρέθηκε η δημόσια αντιπαράθεση που διχάζει τις ΗΠΑ κι όχι μόνο για την επαναφορά του νόμου Glass Steagall του 1932, με τον οποίο διαχωρίζονται οι εμπορικές από τις επενδυτικές τράπεζες, ώστε τα ρίσκα που αναλαμβάνουν οι τελευταίες να μην θέτουν σε κίνδυνο τις αποταμιεύσεις ανυποψίαστων ανθρώπων. Ο νόμος αυτός που επιχειρείται να επανέλθει σήμερα από την κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα καταργήθηκε το 1999 επί Μπιλ Κλίντον. Σφοδρότεροι δε επικριτές του είναι οι τραπεζίτες και τα ευρύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που μέχρι πέρυσι παρακάλαγαν τις κυβερνήσεις να ανοίξουν τον κρατικό κορβανά και να οικειοποιηθούν τα λεφτά των φορολογουμένων για να αποφύγουν τη χρεοκοπία. Και φέτος, προκαλούν εκ νέου με τα μυθικά μπόνους που διανέμουν στα πρωτοκλασάτα στελέχη τους. Για παράδειγμα, η ασφαλιστική εταιρεία American International Group (AIG) που την άνοιξη του 2008 έλαβε από το αμερικανικό κράτος 180 εκ. δολάρια για να σωθεί από την κατάρρευση, μόλις πριν λίγες εβδομάδες διένειμε στα στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα, που προκάλεσαν την ουσιαστική της χρεοκοπία με τις άστοχες επενδύσεις στα υψηλού ρίσκου παράγωγα, μπόνους ύψους 100 εκ. μπόνους. Έτερο παράδειγμα, το μπόνους ύψους 16 εκ. δολ. που πήρε υπό τη μορφή μετοχών ο διευθυντής της JPMorgan η οποία μόλις την άνοιξη του 2008 έλαβε από το κράτος 25 δισ. δολ. για να μη χρεοκοπήσει. Πως μετά να μη φτάνει όχι ο Φιντέλ Κάστρο ή ο Ούγκο Τσάβες αλλά η Wall Street Journal, που αποτελεί βίβλο των αμερικανών τραπεζιτών, να λέει «σκοτώστε όλους τους τραπεζίτες»; Το ολότελα διαφορετικά κλίμα που έχει διαμορφωθεί απέναντι στους τραπεζίτες μετά την κρίση αποτυπώθηκε, με τον πιο ανάγλυφο τρόπο, από τον πρόεδρο της Επιτροπής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων όταν ρωτήθηκε κατά την έξοδό του από μια συζήτηση στο Νταβός κατά πόσο προτίθενται να συνεργαστούν οι τραπεζίτες για να συμφωνηθούν με ένα συναινετικό τρόπο οι όροι του νέου ρυθμιστικού πλαισίου. «Ποιος νοιάζεται; Δεν επαφίεται σ’ αυτούς. Αν έχουν κάποιες προτάσεις θα τις ακούσουμε», ήταν η απίστευτα περιφρονητική απάντησή του όπως μεταφέρθηκε από τους απεσταλμένους της International Herald Tribune τη Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου.

Παρόλα αυτά το «κόντυμα» των τραπεζιτών κι οι προσπάθειες που είναι σε εξέλιξη για να τεθεί ένα όριο στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία τους δυστυχώς δεν συνάδει με κινήσεις στην ίδια την οικονομία που θα έδιναν ώθηση στον λεγόμενο παραγωγικό τομέα, σηματοδοτώντας μια αντιστροφή στον υδροκεφαλισμό του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το διακύβευμα τέθηκε με πειστικότατο τρόπο από τον πρόεδρο της Ισλανδίας, ο οποίος πρόσφατα είπε ένα περήφανο όχι στην Αγγλία και την Ιρλανδία, αρνούμενος να πληρώσει το ισλανδικό δημόσιο τις αποζημιώσεις που έδωσαν σε όσους πολίτες τους έχασαν από τη χρεοκοπία της ισλανδικής τράπεζας, Icebank. «Για τη Βρετανία ή τις ΗΠΑ η Ισλανδία προσφέρει σημαντικά μαθήματα», ήταν τα λόγια του. «Αν ο χρηματοπιστωτικός τομέας γίνει υπερβολικά δυνατός θα απορροφήσει τα αναγκαία ταλέντα για να καταστεί ο παραγωγικός τομέας ανταγωνιστικός τομέας στην παγκόσμια αγορά. Ένας εκρηκτικά αναπτυσσόμενος χρηματοπιστωτικός τομέας μπορεί να αποφέρει βραχυχρόνια οφέλη. Η Ισλανδία όμως δείχνει ότι μακροχρόνια επισείει κινδύνους».

Η τεράστια αξία των επισημάνσεων του ισλανδού προέδρου επιβεβαιώνεται από τις μεταβολές που συντελέστηκαν στον χάρτη της αμερικανικής οικονομίας την τελευταία διετία και συνεχίζουν να συντελούνται στο έδαφος της κρίσης, που ως κοινή συνισταμένη έχουν την ακόμη εντονότερη συρρίκνωση της μεταποιητικής παραγωγής στο εσωτερικό της χώρας. Με βάση ρεπορτάζ της Wall Street Journal στις 4 Φεβρουαρίου η παραγωγική ικανότητα των ΗΠΑ στην κλωστοϋφαντουργία, τις εκτυπώσεις, τα έπιπλα, τους κινητήρες αυτοκινήτων και τα πλαστικά μόνο το 2009 συρρικνώθηκε σε ένα χρόνο από 7% μέχρι 2%. Η παραγωγική οικονομία των ΗΠΑ δηλαδή βγαίνει από την κρίση πολύ πιο αδυνατισμένη και ασθενής! Μία απ’ τα ίδια επομένως, καθώς φαίνεται πως οι αιτίες που συνέβαλαν, αν δεν οδήγησαν στη σημερινή κρίση, αναπαράγονται!

Κοινός τόπος μεταξύ όλων σχεδόν των ομιλητών στο φετινό Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, όπως μεταφέρθηκαν οι τοποθετήσεις τους από τον διεθνή Τύπο, ήταν επίσης κι η απαισιοδοξία για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Παρότι μάλιστα είναι δεδομένο πως τα χειρότερα είναι πίσω. Οι εκτιμήσεις για την παγκόσμια οικονομία που καταγράφει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπουν άνοδο του ΑΕΠ της τάξης του 3,9% για φέτος και 4,3% για το 2011. Για τις ΗΠΑ ειδικότερα προβλέπουν άνοδο 2,7% φέτος και 2,4% του χρόνου, ενώ για την ευρωζώνη 1% φέτος και 1,6% το 2011. Ο κίνδυνος ωστόσο για τις 16 χώρες της Ευρώπης που χρησιμοποιούν το ενιαίο νόμισμα είναι να εισέλθουν στη νέα φάση χωρισμένες στα δύο: από την μια αυτές που θα βλέπουν το ΑΕΠ τους να αυξάνεται έστω και ράθυμα κι από την άλλη αυτές που θα βουλιάζουν στην κρίση για ένα με δύο χρόνια ακόμη (βλέπε Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιρλανδία, κ.α.) με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δύο ταχύτητες και στην οικονομία. Ειρήσθω εν παρόδω, δεν περνάει απαρατήρητο ότι η Ευρώπη που μέσα από την κρίση έβλεπε την δυνατότητα βελτίωσης της θέσης της στον διεθνή καταμερισμό εξέρχεται πιο βαριά τραυματισμένη από τις συμπληγάδες της, με τον νέο πολυ-πολικό κόσμο να αποδεικνύεται πολύ πιο αφιλόξενος για τις διεθνείς της φιλοδοξίες. Η στροφή της Ουάσιγκτον προς την Ασία, επιβεβαιώνει την υποβάθμισή της η οποία μάλιστα συμπίπτει με τη επικύρωση και την ενεργοποίηση της Συνθήκης της Λισσαβόνας και τον διορισμό προέδρου και υπουργού Εξωτερικών, όπως προβλεπόταν από τις διατάξεις της. Επανερχόμενοι στο διεθνές πλαίσιο των ζοφερών προβλέψεων, οι σημαντικότεροι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες του Νταβός συμφώνησαν πως τα δημοσιονομικά μέτρα, με τα οποία το κράτος στήριξε τον δοκιμαζόμενο ιδιωτικό τομέα, δεν πρέπει να διακοπούν υπό το φως των θετικών εξελίξεων γιατί τότε αυξάνονται οι πιθανότητες μιας διπλής ύφεσης ή βύθισης. Την άποψη αυτή υποστήριξε δημόσια κι ο γάλλος διευθυντής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος Καν, παροτρύνοντας τα κράτη μέλη του να συνεχίσουν να έχουν το χέρι στην τσέπη. Ο αναντικατάστατος ρόλος των κρατικών μέτρων στήριξης της ιδιωτικής οικονομίας (με βαρύτατες προφανώς συνέπειες για τα δημόσια οικονομικά) επιβεβαιώνεται επίσης από τη διαφαινόμενη συρρίκνωση του ιδιωτικού δανεισμού που όλες τις τελευταίες δεκαετίες στήριζε την χειμαζόμενη – λόγω παρατεταμένης λιτότητας – ιδιωτική κατανάλωση. Μέχρι το 2007 για παράδειγμα τα κτηματικά δάνεια ανέρχονταν στο 73% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ και στο 81% του ΑΕΠ στην Αγγλία, ενώ ο τραπεζικός δανεισμός στις επιχειρήσεις ισοδυναμούσε με το 46% του ΑΕΠ στην Αγγλία και το 36% στις ΗΠΑ. Στη βάση των παραπάνω «θα πρέπει να περιμένουμε πολλά χρόνια μείωσης του χρέους σε συγκεκριμένους τομείς ορισμένων από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου κι αυτή η διαδικασία θα ασκήσει ένα αξιοσημείωτο εμπόδιο στην αύξηση του ΑΕΠ», αναφερόταν σε έκθεση διεθνούς οικονομικού ινστιτούτου που μετέφερε η βρετανική Guardian Weekly στις 22 Ιανουαρίου. Ταυτόχρονα άπαντες επίσης συμφωνούν πως δεν είναι δυνατό να συνεχιστεί η σημερινή πολιτική μηδενικών επιτοκίων καθώς έχει αρχίσει να δημιουργεί νέου τύπου φούσκες στις αναπτυσσόμενες αγορές, όπου καταλήγει το «τσάμπα χρήμα». Ενδεικτικά αναφέρθηκε πως οι διεθνείς ροές κεφαλαίου από 435 δισ. δολ. το 2009 αναμένεται φέτος να φθάσουν τα 722 και το 2011 να ξεπεράσουν τα 800 δισ. – πραγματική πλημμυρίδα ρευστού που αναστατώνει τις εθνικές οικονομίες οδηγώντας χώρες όπως η Βραζιλία να επιβάλουν φόρο στις βραχυπρόθεσμες κεφαλαίου, διώχνοντας έτσι τις κερδοσκοπικές τοποθετήσεις. Μια άνοδο των επιτοκίων όμως από την ΕΚΤ ή τη FED θα αποτελέσει τη χαριστική βολή στον ιδιωτικό τομέα, καθώς τα δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα και τα νοικοκυριά θα περιοριστούν ακόμη περισσότερο.

Υπό το βάρος λοιπόν αυτών των απαισιόδοξων προβλέψεων, που γίνονται ακόμη ζοφερότερες από την εκτίναξη της ανεργίας στο 10% σε χώρες όπως η Αμερική για παράδειγμα, τίθεται υπό αίρεση ακόμη κι η διαπίστωση του Λόρενς Σάμερς, επικεφαλής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου του Λευκού Οίκου, ότι είμαστε στο μέσον μιας περιόδου «στατιστικής ανάκαμψης και ανθρώπινης ύφεσης»…

Ποιός θα πληρώσει για την κρίση; (Πριν, 4/4/2009)

Στη σύνοδο του G20, αποφεύχθηκε το φιάσκο

ΚΑΛΕΣ ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ

Πράγματι θα μείνει στην ιστορία η σύνοδος των 20 πλουσιοτέρων κρατών του κόσμου που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο την Πέμπτη 2 Απριλίου, όχι όμως για τους προφανείς λόγους, σε σχέση δηλαδή με τις αποφάσεις που έλαβε για να αντιμετωπίσει την κρίση. Η σύνοδος του G20, η δεύτερη τέτοια σύνοδος μετά απ’ αυτήν που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσινγκτον στις 15 και 16 Νοεμβρίου, θα αποτελεί συμβατικά το διεθνές φόρουμ όπου για πρώτη φορά αποτυπώθηκε η συρρίκνωση της αμερικανικής ηγεμονίας και η αδυναμία τους να επιβάλλουν τις αποφάσεις – κάτι χωρίς προηγούμενο στον μεταπολεμικό κόσμο.

Μέχρι και την προηγούμενη μέρα της συνόδου πολλά στοιχεία μαρτυρούσαν ότι η σύνοδος του Λονδίνου θα είχε την τύχη της διακυβερνητικής διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε στο Σιάτλ το 1999 στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Θα κατέρρεε δηλαδή υπό το βάρος των οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Σε αυτό το συμπέρασμα συνέτειναν οι μάχες χαρακωμάτων που έδιναν τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Από την μια ο γαλλογερμανικός άξονας που συστάθηκε κατά κύριο λόγο με επίκεντρο την αδιάλλακτη θέση των Σαρκοζύ – Μέρκελ εναντίον της πλημμυρίδας ρευστού και υπέρ των μέτρων ρύθμισης των αγορών και από την άλλη ο αγγλοσαξονικός άξονας των Μπράουν – Ομπάμα που πριν τη σύνοδο είχαν κάνει σημαία τους την άνευ όρων και ορίων χρηματοδότηση της οικονομίας με αλλεπάλληλα πακέτα διάσωσης παραπέμποντας στο απώτερο μέλλον την λήψη μέτρων ρύθμισης και εξορθολογισμού του καπιταλισμού.

Σε αυτή τη διελκυστίνδα χαμένο βγήκε το δίδυμο Μπράουν – Ομπάμα καθώς στο τελικό ανακοινωθέν δεν υπάρχει καμιά κατεύθυνση για εκπόνηση νέων πακέτων σωτηρίας, όπως επεδίωκαν αρχικά. Πριν δούμε τις αποφάσεις που λήφθηκαν, αξίζει να τονίσουμε πως παρότι οι τελικές ανακοινώσεις δεν συνιστούν νίκη του γαλλογερμανικού άξονα, καθώς τα μέτρα ρύθμισης που προβλέπονται για τους φορολογικούς παραδείσους και τα κερδοσκοπικά κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου (hedge funds) είναι ανεπαρκή σε έκταση και υπέρ του δέοντος γενικόλογα, παρόλα αυτά αποτελούν ήττα του αγγλοσαξονικού άξονα. Μια ήττα που έρχεται σαν αποτέλεσμα των τεράστιων ευθυνών που έχουν οι δύο αυτές χώρες για το ξέσπασμα της κρίσης – πληρώνοντας και τώρα το μεγαλύτερο τίμημα, αλλά επίσης και των κινδύνων που δημιουργούν για τη σταθερότητα του συστήματος με τα μέτρα που λαβαίνουν τώρα, όπως φάνηκε από την κριτική που δέχτηκαν!

Η απόφαση των 20 πλουσιότερων κρατών του κόσμου στη σύνοδο του Λονδίνου να ενισχύσουν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που κόντευε να ξεμείνει από κεφάλαια, δείχνει την πρόθεσή τους να βάλουν τους εργαζόμενους να πληρώσουν την κρίση που οι ίδιοι προκάλεσαν, μέσα από προγράμματα άγριας λιτότητας και περικοπών.

Ελαστικοποίηση εργασιακών σχέσεων και μειώσεις μισθών σε Ευρώπη και ΗΠΑ

 

Η σημαντικότερη απόφαση που έλαβε η σύνοδος των 20 πλουσιοτέρων χωρών του πλανήτη στις 2 Απρίλη θα μπορούσε να θωρηθεί απρόβλεπτη ή ακόμη χειρότερα… άσχετη σε σχέση με τα δύο διλήμματα που είχαν τεθεί κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών της συνόδου: λιγότερη ή περισσότερη ρύθμιση, το πρώτο, και μικρά ή μεγάλα πακέτα στήριξης της οικονομίας από τις κυβερνήσεις, το δεύτερο. Στην πραγματικότητα ήταν ένα άλμα προς τα μπρος για το κεφάλαιο, μια δημιουργική σύνθεση των υπαρκτών διαφορών τους. Η απόφαση να στηρίξουν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με το ιλιγγιώδες ποσό του 1 τρισ. δολαρίων περιγράφει με πηχυαία γράμματα το ταξικό πρόσημο των μέτρων που θα ληφθούν για την υπέρβαση της κρίσης. Απαντάει στο ερώτημα ποιος είναι αυτός που θα πληρώσει για την έξοδο από την κρίση!

Μια πρόγευση αυτού του μέτρου είχαμε πάρει από την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ. Το Βερολίνο τότε απαντώντας στις εναγώνιες εκκλήσεις των ανατολικοευρωπαίων για μετρητό ώστε να μπορέσουν να αναχρηματοδοτήσουν τις υποχρεώσεις τους, τούς έδειξε το δρόμο προς το ΔΝΤ. Με αυτό τον τρόπο δεν αδιαφόρησε απλώς μπροστά στις τυπικές υποχρεώσεις του, αλλά χωρίς να αναλαμβάνει και το ανάλογο πολιτικό κόστος υπέδειξε στις κυβερνήσεις της Λετονίας, της Ουγγαρίας, της Ιρλανδίας και άλλων χωρών να εφαρμόσουν τα αντιλαϊκά μέτρα που ζητάει το ΔΝΤ ως προϋπόθεση για να χορηγήσει τα δάνεια κι έχουν κάνει όλο τον κόσμο, ειδικότερα στις αναπτυσσόμενες καπιταλιστικά χώρες, να το μισεί. Αρκεί να θυμηθούμε ότι το 1998 – 1999 στο αποκορύφωμα της ασιατικής κρίσης, ακόμη κι ο μετέπειτα νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς είχε εξοργιστεί με τους όρους που επέβαλλε το ΔΝΤ ασκώντας δημόσια καυστικότατη κριτική στην πολιτική του, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από τη θέση του επικεφαλής οικονομολόγου της Παγκόσμιας Τράπεζας, δίδυμης αδερφής του ΔΝΤ. Η κριτική του συνέτεινε ότι εν ολίγοις το ΔΝΤ για να προσφέρει το ρευστό, όταν το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αρνείται να το κάνει με φυσιολογικά επιτόκια, επιβάλλει ως αντίτιμο την οικονομική ερήμωση της χώρας. Όχι μόνο βαθιά αντιλαϊκά προγράμματα, αλλά και μέτρα ύφεσης που καταλήγουν στην υποβάθμιση της διεθνούς θέσης της χώρας.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν χρειαζόταν να επικαλεστούμε τον Στίγκλιτς για να αποκαλύψουμε τον οπισθοδρομικό ρόλο του ΔΝΤ. Καταφεύγουμε όμως τώρα γιατί εδώ και έξι μήνες το ΔΝΤ έχει πάψει να είναι ένας μισητός οργανισμός κι εμφανίζεται σαν μάννα εξ ουρανού και από μηχανής Θεός, με το μοναδικό πρόβλημα σ’ ότι αφορά τη δράση του να εστιάζεται στην έλλειψη κεφαλαίων για να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του! Οι όροι υπό του οποίους άνοιξε τους κρουνούς του ακόμη και πρόσφατα πέρασαν έτσι στα ψιλά. Το γεγονός για παράδειγμα ότι στο Πακιστάν το Νοέμβριο επέβαλλε μια σειρά μέτρων με πιο ακραίο τον διπλασιασμό σχεδόν των τιμολογίων του ηλεκτρικού. Στη Λετονία το ΔΝΤ τον Δεκέμβριο επέβαλε την μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 15%, των δημοσίων δαπανών κατά 4,5%, πάγωμα των συντάξεων και αύξηση του ΦΠΑ, στην Ουγγαρία και τη Λευκορωσία τον Ιανουάριο την υποτίμηση των εθνικών τους νομισμάτων κατά 22% και 25% αντίστοιχα, ενώ στη γειτονική Τουρκία οι όροι που ζητά είναι τόσο εξωφρενικοί ώστε ο Ερντογάν περίμενε να γίνουν πρώτα οι δημοτικές εκλογές και μετά να προχωρήσει σε ανακοινώσεις.

Αυτήν ακριβώς την πολιτική μείωσης των μισθών, άγριων περικοπών κοινωνικών δαπανών και αύξησης των λαϊκών φόρων αποφάσισαν να στηρίξουν οι ηγέτες των 20 πλουσιοτέρων κρατών του κόσμου. Οι αποφάσεις τους δεν αποτέλεσαν κεραυνό εν αιθρία. Αν μέχρι και την εκπνοή του 2008 αυτό που κυριαρχούσε στις αντιδράσεις των αστικών τάξεων σε όλο τον κόσμο ήταν η αμηχανία και η σύγχυση για το τι δέον γενέσθαι, τους τελευταίους τρεις μήνες αυτό που διακρίνεται είναι μια πολιτική πυγμής για να περάσει το κόστος υπέρβασης της κρίσης στους εργαζόμενους.

Το παράδειγμα δίνει πρώτος απ’ όλους ο γενναιόδωρος κατά τ’ άλλα Μπαράκ Ομπάμα που δεν δίστασε να επαναφέρει το σχέδιο του υπουργού Οικονομικών του Μπους, Χένρι Πόλσον, για την χρηματοδότηση των τραπεζών με 1 τρισ. δολάρια, προκαλώντας έκρηξη χαράς στη Γουόλ Στριτ, που στο άκουσμα της είδησης κατέγραψε την σημαντικότερη άνοδο των τελευταίων πολλών μηνών. Το σχέδιο του Ομπάμα επικρίθηκε ακόμη κι από οικονομολόγους που στηρίζουν ενεργά την πολιτική του, όπως ο Πολ Κρούγκμαν, καθώς στην πράξη είναι ένα σχέδιο εξαγοράς των «τοξικών ομολόγων» από κοινά σχήματα δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, στο πλαίσιο των οποίων το δημόσιο καταβάλει το κόστος κι οι ιδιώτες παίρνουν τα κέρδη, αν υπάρξουν. Το μοναδικό ρίσκο δηλαδή που αναλαμβάνουν είναι να μην… κερδίσουν. Ενώ το αμερικανικό δημόσιο σε κάθε περίπτωση – κερδίσουν ή όχι δηλαδή οι ιδιώτες – βγαίνει χαμένο. Την ίδια ακριβώς εβδομάδα που ανακοίνωσε το σχέδιο για το καθάρισμα των τραπεζών, έβαλε βαθιά το μαχαίρι στον λαιμό των εργαζομένων στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία, απαιτώντας την εκχώρηση κι άλλων δικαιωμάτων τους αν θέλουν να ενταχθεί το Ντιτρόιτ σε προγράμματα κρατικής χρηματοδότησης για ν’ αποφύγει τη σίγουρη χρεοκοπία. Το τελεσίγραφο του Ομπάμα προκάλεσε απόγνωση γιατί ακόμη δεν έχει στεγνώσει το μελάνι από τις τελευταίες υποχωρήσεις που έκαναν και θεωρήθηκαν ανεπαρκείς: μείωση αποδοχών καλοκαιρινής αδείας, παραίτηση από το ετήσιο μπόνους που το 2007 έφθασε τα 3.000 δολάρια, κατάργηση της επιδότησης των διδάκτρων για τα παιδιά που σπουδάζουν κ.λπ. Η ίδια κατάσταση κυριαρχεί και στη Γερμανία – σε αυτό το επίπεδο καμία αντίθεση δεν καταγράφεται μεταξύ των πολιτικών κατευθύνσεων που προκρίνουν Ομπάμα και Μέρκελ. Πρόσφατο ρεπορτάζ του γερμανικού περιοδικού Σπίγκελ ανέφερε ότι ο αριθμός των εποχιακών απασχολουμένων τον τελευταίο μόνοι χρόνο έχει πολλαπλασιαστεί στην οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης. Από 15.248 που ήταν καταγεγραμμένοι τον Φεβρουάριο του  2008, τον Φεβρουάριο που μας πέρασε ο αριθμός τους εκτινάχθηκε στους 700.038. «Συμβάσεις περιορισμένης χρονικής διάρκειας, απόλυση εποχιακών απασχολουμένων, πάγωμα προσλήψεων και πρόσκαιρες διακοπές της παραγωγής είναι οι μέθοδοι που μετέρχονται οι γερμανικές εταιρείες για να καθυστερήσουν τις επώδυνες περικοπές θέσεις εργασίας», έγραφε, δείχνοντας έτσι την ταχύτητα με την οποία γενικεύεται η ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας, ακόμη και στις χώρες που ήταν προπύργιο των σταθερών εργασιακών σχέσεων.

Αν πλάι στα παραπάνω παραδείγματα από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία συνυπολογίσουμε τα άγρια αντεργατικά μέτρα που εφαρμόζονται στην Ελλάδα (ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας μέσω της μείωσης της διάρκειας της εργάσιμης εβδομάδας και των αποδοχών, μηδενικές αυξήσεις για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο και τους συνταξιούχους και έκρηξη της ανεργίας όπως δείχνουν οι 80.000 επιπλέον άνεργοι που προστέθηκαν στις λίστες μεταξύ Οκτώβρη και Δεκέμβρη) τότε καταλαβαίνουμε ότι σε όλο τον κόσμο είμαστε στο μέσο μιας ιστορικής στιγμής. Η κρισιμότητα της καθορίζεται από την προσπάθεια που καταβάλλει η αστική τάξη να αναιρέσει κατακτήσεις δεκαετιών οδηγώντας τους εργαζόμενους όλης της γης στη φτώχεια και τη εξαθλίωση. Το ζητούμενο για την αστική τάξη είναι να κάνει μια «επαναφορά συστήματος». Βασικό γνώρισμα αυτής της επαναφοράς είναι η ακραία πόλωση των ταξικών και κοινωνικών ανισοτήτων που συντελείται μέσα από το προπέτασμα καπνού που δημιουργεί η κρίση και μια ψευδαίσθηση πως «όλοι χάνουμε». Στην πραγματικότητα όμως οι ταξικοί συσχετισμού ξαναγράφονται. Στις ΗΠΑ τον Ιανουάριο του 2008, όταν 2 εκατ. Αμερικάνοι έχαναν τα σπίτια τους, περιμένοντας να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους χειρότερα απ’ ότι έζησαν μέχρι τότε, μια χούφτα στελεχών της Γουόλ Στριτ που εντάσσεται στην αστική τάξη αύξανε τις καταθέσεις του, μέσα από μπόνους, κατά 32 δισ. δολάρια. Το ίδιο και στην Ελλάδα. Την ώρα που οι εργαζόμενοι στην Αλουμύλ έπρεπε να επιλέξουν ανεργία ή ημιαπασχόληση οι ελληνικές τράπεζες επαναπαύονταν στην αγκαλιά του γενναιόδωρου κράτους που αναλάμβανε χρέη ασφαλιστικής εταιρείας, καλύπτοντας από τα 28 δισ. τις ζημιές από την επέκταση και την κερδοσκοπική τους δράση στα Βαλκάνια και την ανατολική Ευρώπη.

Όξυνση ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων

ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 200.000 ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ ΣΤΟΝ ΤΡΙΤΟ ΚΟΣΜΟ ΦΕΤΟΣ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

 

Η κρίση, ως «ανορθολογικός εξορθολογητής» όπως χαρακτηρίστηκε από τον αμερικανό μαρξιστή Ντέιβιντ Χάρβευ σε πρόσφατη συνέντευξή του στο προοδευτικό αμερικανικό δίκτυο Ντιμόκρασυ Νάου, δεν οξύνει την ταξική πάλη εντός των αστικών κρατών μόνο. Παράλληλα οξύνει τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς ενώ κράτη και λαούς που ζούσαν στο περιθώριο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και στους τροπικούς της εξαθλίωσης (εκεί όπου το αντίστοιχο του άνεργος και άστεγος στη Δύση είναι νεκρός από αρρώστιες και ασιτία) απειλεί να τους αφανίσει.

Επιτροπή της Ουνέσκο πρόσφατα υπολόγισε ότι λόγω της κρίσης 390 εκ. από τους φτωχότερους Αφρικανούς θα δουν το ήδη πενιχρό εισόδημά τους να μειώνεται κατά 20% και οι θάνατοι παιδιών θα αυξηθούν κατά 200.000 με 400.000 περιπτώσεις επιπλέον. Η εμφανής αιτία γι αυτό τον κοινωνικό Αρμαγεδώνα έγκειται στην επενδυτική ξηρασία που ήδη πλήττει την ήπειρο λόγω έλλειψης κεφαλαίων. Υπολογίζεται ότι ενδεικτικά πως οι ροές κεφαλαίων προς τι φτωχές, καπιταλιστικά αναπτυσσόμενες χώρες θα ανέλθουν στα 165 δισ. δολ., λιγότερα από τα μισά από τα περυσινά επίπεδα (466 δισ. δολ.) και ισοδύναμα με το ένα πέμπτο των επιπέδων του 2007.

Η έλλειψη κεφαλαίων δεν είναι αποτέλεσμα της κρίσης γενικά, ή έστω μόνο αυτής. Κυρίως είναι αποτέλεσμα της κεφαλαιακής αφαίμαξης που προκαλούν ΗΠΑ και Αγγλία, ώστε να χρηματοδοτήσουν τα προγράμματα στήριξης των κλυδωνιζόμενων επιχειρήσεων τους. Τα κεφάλαια που υποσχέθηκε η Ουάσινγκτον στη Γουόλ Στριτ για να ξαναστήσει στα πόδι τους τις τράπεζες θα προέλθουν από δύο διαύλους, που ο ένας είναι πιο καταστροφικός από τον άλλο. Θα προέλθουν είτε από δανεισμό είτε από έκδοση νέου χρήματος. Σε κάθε περίπτωση είναι αναπόφευκτος ένας σχετικός πληθωρισμός και πιο σίγουρα μια υποτίμηση του δολαρίου. Οι αναταράξεις που θα επέλθουν στη διεθνή νομισματική ισορροπία ήταν και η αιτία πίσω από την οξεία κριτική που άσκησε ο πρόεδρος της κινέζικης κεντρικής τράπεζας στη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ, ζητώντας για πρώτη φορά άμεσα και δημόσια να πάψει το δολάριο να αποτελεί μέσο αποθησαυρισμού (και διεθνών συναλλαγών συμπληρώνουν άλλοι) και να αντικατασταθεί από ένα καλάθι νομισμάτων, όπως είναι τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα που χρησιμοποιεί το ΔΝΤ για τις συναλλαγές του με τα 185 κράτη μέλη του. Η οργή του κινέζου τραπεζίτη προήλθε από τις μελανές προοπτικές που διαγράφονται για την αξία των κινέζικων συναλλαγματικών αποθεμάτων, εκ των οποίων το ένα τρίτο αξίας 740 δισ. δολ., έχει επενδυθεί σε δολάρια.

Φαίνεται έτσι ότι τα γενναιόδωρα μέτρα στήριξης που ανακοινώνουν Ομπάμα και Μπράουν δεν επαναδιατάζουν τις ισορροπίες μόνο στο εσωτερικό των χωρών τους, ενισχύοντας το κεφάλαιο εις βάρος της εργασίας, αλλά επίσης οξύνουν τις διεθνείς αντιθέσεις καθώς με την εκμετάλλευση προνομίων που αντιστοιχούσαν σε άλλες εποχές, επιχειρούν να στείλουν το λογαριασμό σε άλλες αστικές τάξεις.

ΕΛΛΕΙΨΗ ΟΡΑΜΑΤΟΣ

Μετά την κρίση, στασιμότητα

ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ ΑΝΟΔΟΥ

 

Παράλληλα με το σχέδιο των 20 πλουσιοτέρων κρατών παρουσιάστηκε και το μήνυμα της επιτροπής της Σοσιαλιστικής Διεθνούς για τη διεθνή κρίση, γνωστής κι ως Επιτροπής Στίγκλιτς, στην οποία συμμετέχει κι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Παπανδρέου. Πρόκειται για ευχολόγιο, που συγκαλύπτει τις τεράστιες ευθύνες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων για τη σημερινή κρίση! Ξεκινώντας απ’ όσα αναφέρει, η αναντιστοιχία λόγων και έργων είναι κραυγαλέα. Για παράδειγμα ενώ τονίζει πως «δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τα κέρδη να ιδιωτικοποιούνται ενώ οι ζημιές κοινωνικοποιούνται» και προτείνει «να επεκτείνουμε την κοινωνική ασφάλιση παγκόσμια», στην πράξη το ΠΑΣΟΚ συμφώνησε με το ξεπούλημα της Ολυμπιακής στο μονοπώλιο του Βγενόπουλου, ενώ ο σημερινός πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ήταν ο πρώτος που πρότεινε, από το Λαύριο πριν τις εκλογές του 2004, να απαλλαγούν από τις ασφαλιστικές εισφορές των νέων εργαζομένων οι εργοδότες. Ταυτόχρονα δεν υπάρχει λέξη στο κείμενό τους για την ανάγκη σταθερών εργασιακών σχέσεων και την ανάγκη αποτροπής της ελαστικοποίησής τους ή τη σημασία που έχει σήμερα η αύξηση της φορολογίας των πλουσίων και των εταιρειών. Δεν πρόκειται συνεπώς καν για εναλλακτικό σχέδιο.

Ο αντιδραστικός χαρακτήρας όλων των σχεδίων που προωθούνται αποκαλύπτεται από δύο γεγονότα. Αρχικά από το γεγονός ότι στην πράξη επιδιώκουν να ξαναστήσουν στα πόδια του ένα μοντέλο το οποίο κατάρρευσε παταγωδώς και όλοι οικτίρουν. Μάλιστα, ακόμη κι η επιλογή του Λονδίνου για τη συνάντηση του G20 που αποτελεί σύμβολο της υπερτροφίας του χρηματοπιστωτικού τομέα ακόμη και σήμερα (καθώς το ενεργητικό των τραπεζών του Σίτι εξακολουθεί να είναι πενταπλάσιο από το βρετανικό ΑΕΠ) μόνο θυμηδία προκαλεί. Η αγωνία του Ομπάμα και του Μπράουν να καθαρίσουν με κάθε κόστος τις χρεοκοπημένες τράπεζες και η διοχέτευση τόσων εκατοντάδων δισ. δολ. στα σαθρά θεμέλιά τους με τη ελπίδα να μπορέσουν κάποια στιγμή να κερδίσουν ξανά τη χαμένη τους σταθερότητα δείχνει ότι στην καλύτερη περίπτωση αυτό που επιδιώκουν είναι μια αναστήλωση ενός πλαισίου όχι μόνο βαθιά ταξικού και κοινωνικά άδικου, αλλά επίσης βαθιά κερδοσκοπικού και αναποτελεσματικού, με την έννοια ότι η λειτουργία του έχει ως προϋπόθεση την καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων. Ο αντιδραστικός χαρακτήρας του προωθούμενου σχεδίου αποκαλύπτεται επίσης αν δούμε με πόσο μελανά χρώματα περιγράφουν άπαντες την επόμενη μέρα. «Η ανάκαμψη όταν θα έρθει θα είναι ασθενής» τονίζει ο τελευταίος Εκόνομιστ. Συμπέρασμα που επιβεβαιώνεται όχι μόνο από την εμπειρία των περισσότερων χωρών που δοκιμάστηκαν από κρίσεις την τελευταία εικοσαετία κι οι οποίες στην πράξη δεν απέκτησαν ποτέ τους προγενέστερους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, αλλά κι από την ίδια την εμπειρία των ΗΠΑ και των δυτικοευρωπαϊκών χωρών. Γενικότερα όλες οι χώρες του ΟΟΣΑ ποτέ δεν ανέκαμψαν από την κρίση της δεκαετίας του ’70, με αποτέλεσμα ποτέ να μην επανακτήσουν τους ρυθμούς μεγέθυνσης, αλλά κυρίως το ποσοστό κέρδους που αποτελεί το πιο ασφαλές κριτήριο για την υγεία του καπιταλιστικού συστήματος, των δύο πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Στην καλύτερη περίπτωση λοιπόν αυτό που υπόσχονται και γι αυτό το οποίο πασχίζουν θυσιάζοντας έσοδα και πόρους δεκαετιών είναι η επιστροφή σε ένα σύστημα αναιμικών ρυθμών μεγέθυνσης αποδεδειγμένα ανορθολογικό που γεννάει κρίσεις κι ανεργία με την ίδια φυσικότητα που η μέρα διαδέχεται τη νύχτα.

Αρέσει σε %d bloggers: