Facebook και Twitter λογόκριναν τον Τραμπ για να σώσουν το τομάρι τους και τις 26 πιο …βρόμικες λέξεις του κόσμου

Η απόφαση των δύο μεγαλύτερων ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης να αναστείλουν τους λογαριασμούς του αμερικανού προέδρου, μετά την εισβολή των οπαδών του στο Καπιτώλιο, εκ πρώτης όψεως έβριθε ηθικών διλημμάτων που δεν απαντώνται εύκολα για τα όρια της ελευθερίας του λόγου και κραυγαλέων αντιφάσεων που προκαλούν γέλιο. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές: αν κρίθηκε αναγκαία η ακύρωση της πρόσβασης στο Twitter του αμερικανού προέδρου για να αποτραπεί μια νέα αιματοχυσία, γιατί θεωρήθηκε αδιάφορη η συνέχιση της διατήρησης εκ μέρους του των κωδικών του αμερικανικού πυρηνικού οπλοστασίου; Το Twitter είναι πιο επικίνδυνο από τα πυρηνικά;

Η επιλογή του facebook και του Twitter πολύ λίγο έχει να κάνει με όσα συγκλονιστικά συνέβησαν στις 6 Ιανουαρίου, όταν οι ακροδεξιοί οπαδοί του Τραμπ εισέβαλαν στο Καπιτώλιο. Κυρίως σχετίζονται με τη μάχη επιβίωσης που δίνουν οι κολοσσοί του διαδικτύου. Και σε αυτή την μάχη όσα είχε να τους προσφέρει η συμπόρευσή τους με τον Τραμπ τους τα προσέφερε από το 2017 που εγκαταστάθηκε στον Λευκό Οίκο μέχρι τώρα, που αναχωρεί. Στο εξής, αν κάποιος μπορεί να τους εξασφαλίσει μια ακόμη ξέγνοιαστη τετραετία, ή τουλάχιστον την αποφυγή των χειρότερων, είναι η εύνοια των Δημοκρατικών και του Τζον Μπάιντεν. Σε αυτήν ακριβώς την εύνοια αποσκοπούσε η απόφαση αναστολής των λογαριασμών του απερχόμενου προέδρου! Ήταν ένα δώρο στους Δημοκρατικούς κι έτσι ακριβώς το περιέγραψε ο ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μαρκ Ρούμπιο μιλώντας στο Fox News την Κυριακή 10/1: «Είναι πολύ κυνικό… Ο λόγος που αυτοί οι τύποι το κάνουν είναι επειδή οι Δημοκρατικοί πρόκειται  να πάρουν την εξουσία και το βλέπουν σαν έναν τρόπο να πάνε με το πλευρό τους για να αποφύγουν οποιουσδήποτε περιορισμούς ή κάθε είδους νόμους που θα περάσουν για να να τους πλήξουν»

Τα χειρότερα για το ολιγοπώλιο του Διαδικτύου τα περιέγραψε η γερμανίδα καγκελάριος και στη συνέχεια ο εκπρόσωπός της στην ασυνήθιστα ωμή και αναπάντεχη δήλωση της ενάντια στην λογοκρισία του αμερικανού προέδρου. Η Άνγκελα Μέρκελ με την ίδια σαφήνεια που αποδοκίμασε την αναστολή των λογαριασμών του Τραμπ χαρακτηρίζοντας την ως «προβληματική» παραβίαση «θεμελιώδους δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου», ζήτησε από τις ΗΠΑ να αναπαράγουν το παράδειγμα της Γερμανίας στην ψήφιση και εφαρμογή νόμων που απαγορεύουν την υποκίνηση σε βία. Οι ΗΠΑ μέχρι στιγμής έχουν αναθέσει την υποχρέωση στις ίδιες τις πλατφόρμες. Κι αυτή η απόκλιση αποτελεί μια θεμελιώδη διαφορά στην προσέγγιση του ίντερνετ μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ.

Προς αποφυγή παρανοήσεων λοιπόν, η Μέρκελ δε ζήτησε να μην υφίσταται λογοκρισία στο ίντερνετ. Ζήτησε την λογοκρισία να την ασκεί το κράτος, μέσω νόμων, κι όχι οι κολοσσοί του διαδικτύου επικαλούμενοι τους όρους χρήσης των υπηρεσιών τους.

Ο εκπρόσωπος Τύπου της Μέρκελ, Στέφεν Σάιμπερτ, επικαλέστηκε νόμο που τέθηκε σε ισχύ το 2018 βάσει του οποίου τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης υποχρεούνται να αποσύρουν παράνομο υλικό που έχει αναρτηθεί στην πλατφόρμα τους εντός 24 ωρών, από τη στιγμή που θα τους γίνει η γνωστοποίηση. Αλλιώς αντιμετωπίζουν πρόστιμο που μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 50 εκ. ευρώ! Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και ο γάλλος υπουργός Οικονομικών, Μπρούνο Λε Μερ ο οποίος ναι μεν χαρακτήρισε σαν αναρμόδια την «ψηφιακή ολιγαρχία» να επιβάλλει λογοκρισία και να αποφασίσει ποιος δικαιούται να …ομιλεί, προκειμένου όμως να εκχωρήσει αυτό το δικαίωμα στο κράτος: «Η ρύθμιση της ψηφιακή αρένας είναι θέμα του κυρίαρχου λαού, των κυβερνήσεων και της δικαιοσύνης» ήταν τα λόγια του. Για το κατά πόσο δε, εννοεί την εξουσία του κυρίαρχου λαού, αρκεί να θυμηθούμε τη βαρβαρότητα της γαλλικής αστυνομίας εναντίον των Κίτρινων Γιλέκων…

Η διαμάχη για το «ποιος θα ρυθμίσει το ίντερνετ» δεν διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού, όσο κι αν μετά την εφαρμογή του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων (GDPR) στην Ευρώπη έλαβε αυτή την μορφή. Γενικευμένες είναι και οι αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, εδώ και χρόνια μάλιστα. Η σύγκρουση συμπυκνώνεται στην παράγραφο 230 του νόμου για τις τηλεπικοινωνίες, που ψηφίστηκε το 1996, κι αποτελεί μήλο της έριδας. Πρόκειται για 26 λέξεις – κορυφαίο παράδειγμα  διαμορφωτικού κι όχι αποτυπωτικού δικαίου – επάνω στις οποίες στηρίχθηκε η μετέπειτα ιδιωτικοποίηση του ίντερνετ και η γιγάντωση των εταιρειών που έχουν δώσει στο ίντερνετ τη σημερινή εμπορευματοποιημένη και αποχαυνωτική μορφή του. Αναφέρουν κατά λέξη: «Κανένας πάροχος ή χρήστης μιας διαδραστικής υπηρεσίας υπολογιστών δεν θα αντιμετωπιστεί ως εκδότης ή ομιλητής οποιασδήποτε πληροφορίας παρέχεται από από έναν άλλον πάροχο πληροφοριακού περιεχομένου».

Κοινώς, οι πλατφόρμες δε φέρουν καμία ευθύνη για ό,τι δημοσιεύουν οι χρήστες. Αντίθετα με τους εκδότες εφημερίδων ακόμη και βιβλίων που είναι υπόλογοι για ό,τι γράψει καθένας και καθεμία στις σελίδες τους, οι ιδιοκτήτες των πλατφορμών δε φέρουν καμία ευθύνη. Επάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση άνθισαν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης μιας κι ο καθένας μπορούσε να διατυπώνει όχι μόνο την άποψή του, αλλά το …μακρύ του και το κοντό του. Μάλιστα όσο πιο τερατώδης ήταν μια άποψη, μια πρόβλεψη, μια «είδηση», όσο πιο χυδαία μια επίθεση, κοκ, τόσο περισσότερες επισκέψεις δεχόταν η διπλανή διαφήμιση! Απουσία νομικής ευθύνης τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έγιναν θερμοκήπια παραπληροφόρησης και νεκροταφεία της ενημέρωσης, προς επιβεβαίωση ενός κλασσικού νόμου της νομισματικής θεωρίας, βάσει του οποίου σε μια παράλληλη κυκλοφορία ενός «καλού» κι ενός «κακού» νομίσματος, κυριαρχεί το «κακό»! Έτσι το facebook στηρίχθηκε αρχικά και στήριξε στη συνέχεια τον φθηνό εντυπωσιασμό, τις διαδόσεις, το λόγο μίσους, τις προσβολές και τις ύβρεις για να καταντήσει συνώνυμο της ευτέλειας.

Κι όσο ανέβαινε η υπερβολή τόσο μεγάλωναν τα έσοδα των κολοσσών του διαδικτύου για να φτάσουμε μόνο το 2020 η χρηματιστηριακή αξία των πέντε μεγαλύτερων εταιρειών της Σίλικον Βάλεϋ να φτάνει τα 7,2 τρισ. δολ., ενώ τέσσερις διαδικτυακές εταιρείες (Google, Apple, Amazon, Microsoft) να διατηρούν τα σκήπτρα των επιδόσεων, ξεπερνώντας εταιρείες της αυτοκινητοβιομηχανίας, του χρηματοπιστωτικού τομέα, της παραγωγής και του εμπορίου…

Οι 26 λέξεις, που αποτέλεσαν το ευαγγέλιο της διαδικτυακής χάβρας, θεωρείται βέβαιο ότι θα τροποποιηθούν. Είχε δεσμευτεί δημόσια ακόμη κι ο Τζο Μπάιντεν προεκλογικά για την ακύρωσή του νομικού φραγμού στη δίωξη των ιντερνετικών εταιρειών για το περιεχόμενο που αναρτούν. Οι Δημοκρατικοί επίσης είχαν εξαγγείλει όχι μόνο για το Facebook (με αφορμή την εξαγορά του Instagram και του WhatsApp) αλλά και για την Google (με αφορμή τα 10 δισ. δολ. που έδινε ετησίως στην Apple κ.α. για να εξασφαλίζει προτεραιότητα στα προϊόντα της) ότι θα ενεργοποιηθούν έρευνες για την παραβίαση των αντιμονοπωλιακών νόμων, κατ’ αντιστοιχία όσων εφαρμόστηκαν σε προηγούμενες δεκαετίες για την ΑΤΤ και τη Citibank. Υπέρ της ακύρωσης του άρθρου 230 έχει ταχθεί ακόμη κι η Νάνσυ Πελόσι (χαρακτηρίζοντας το άρθρο «δώρο» στις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας) η οποία αποτελεί όχι απλώς σταθερή αξία και βαρύ πυροβολικό των Δημοκρατικών, αλλά και το βαθύ τους κράτος. Κριτική στο άρθρο 230 είχε ασκήσει ακόμη κι ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά ποιός δίνει σημασία στα λόγια του… Χρήζει πάντως αναφοράς γιατί δείχνει το βαθμό της συναίνεσης γύρω από την αλλαγή του νόμου του Κλίντον.

Από την άλλη υπάρχει ένας σοβαρότατος λόγος για να συνεχιστεί η σημερινή αθλιότητα, με τη διαιώνιση του άρθρου 230: η «κινέζικη απειλή»! Οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής τάξης στο ίντερνετ θα οδηγήσει στο ξεφούσκωμα των αμερικανικών εταιρειών και στην ανάδυση των κινέζων ανταγωνιστών. Σοβαρό αντικίνητρο όχι μόνο για τον Τραμπ, αλλά και για τον Μπάιντεν…

Παράλληλα, η προσπάθεια της ιντερνετικής βιομηχανίας επικεντρώνεται στον μετριασμό της ζημιάς που θα επέλθει. Με βάση δημοσιεύματα είναι διατεθειμένη να δεχθεί τα πάντα αρκεί να μην ξεπεραστεί ένα όριο: να μην αντιμετωπισθεί ως εκδότης και να αναλάβει τη νομική ευθύνη. Σε αυτό το βωμό όχι μόνο το Facebook και το Twitter αλλά επιπλέον Google, Amazon, TikTok, Pinterest, Snap κι άλλοι έσπευσαν να αναπαράξουν τις απαγορεύσεις κατεβάζοντας ακόμη και το Parler, το ακροδεξιό Twitter, για να μείνει χωρίς φωνή ο Τραμπ.

Εν κατακλείδι, τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ όσο φαίνονταν αρχικά: Η ευκολία με την οποία λογόκριναν τον Τραμπ facebook και Twitter δεν προήλθε από την απόφασή τους να διαφυλάξουν την ειρήνη ή να διακόψουν το λόγο μίσους και τα σωρηδόν ψέματα που λέει ο απερχόμενος, ανόητος αμερικανός πρόεδρος. Η λογοκρισία επιβλήθηκε από το ολιγοπώλιο του διαδικτύου για να διαφυλάξει την ασυδοσία του…

Σε σημείο καμπής ο αγώνας του Παλαιστινιακού λαού

Για το Ισραήλ και τους συμμάχους του το 2020 αποτέλεσε ένα από τα καλύτερα χρόνια από ιδρύσεως του: Τόσο οι διπλωματικές αναγνωρίσεις που πέτυχε όσο και η προώθηση της κατοχής στα παλαιστινιακά εδάφη συνιστούν επιβράβευση της επιθετικής, εμπρηστικής πολιτικής που ακολουθεί αδιαλείπτως τα τελευταία 25 χρόνια, μετά τη δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν.

Στην πραγματικότητα στην εξωτερική του πολιτική και τις διπλωματικές του σχέσεις το Ισραήλ πυροβόλησε τα πόδια του, καταφέρνοντας για μια ακόμη φορά να ταυτιστεί με την πολιτική αστάθεια και την επιθετικότητα στις διεθνείς σχέσεις, κοινώς ένα ακόμη κράτος ταραξίας. Ενώ ο κανόνας θέλει τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών να προωθεί το διεθνές δίκαιο και την κατανόηση μεταξύ των κρατών, η αναγνώριση του Ισραήλ από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και το Σουδάν υλοποιήθηκε είτε στο πλαίσιο προώθησης επιθετικών σχεδίων, όπως είναι η λυκοσυμμαχία του Ισραήλ με τα σουνιτικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής με στόχο την περικύκλωση του Ιράν, κι ως όρος για την πώληση αμερικανικών όπλων, είτε ως αποτέλεσμα κρατικών εκβιασμών όπως η περίφημη λίστα των ΗΠΑ με τα κράτη που υποθάλπουν την τρομοκρατία, μιας και η άλλη όψη της «διπλωματικής πρώτης» Σουδάν – Ισραήλ ήταν η έξοδος του Σουδάν από αυτήν τη λίστα. Αποδείχθηκε έτσι η αξία χρήσης της: ως μέσο εκβιασμών για την υποταγή ανεξάρτητων κρατών και την υιοθέτηση των αμερικανικών προτεραιοτήτων στην εξωτερική τους πολιτική.

Το επιβλαβές για το διεθνές δίκαιο και την πολιτική σταθερότητα αποτέλεσμα που είχαν οι διπλωματικές επιτυχίες του Ισραήλ φάνηκε από την αποχαλίνωση των επεκτατικών, κατακτητικών σχεδίων του στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Με βάση εκτιμήσεις ισραηλινών οργανώσεων ειρήνης και μόνο με βάση τα σχέδια ανέγερσης νέων εβραϊκών οικισμών που είχαν ανακοινωθεί ως τον Οκτώβριο του 2020 (συγκεκριμένα 12.159 κατοικίες) η χρονιά της πανδημίας αποδείχθηκε χρονιά ρεκόρ στην ανέγερση παράνομων οικισμών. Ποτέ άλλοτε, από το 2012 που ξεκίνησε την καταγραφή η οργάνωση Ειρήνη Τώρα, δεν ανακοινώθηκε ένας τόσος μεγάλος αριθμός εποικισμών, βάσει της έκθεσής της. Οι εποικισμοί πρέπει να αναφερθεί ότι έχουν καταδικαστεί κατ’ επανάληψη από τον ΟΗΕ, με πιο πρόσφατη ψηφοφορία αυτή του 2016, από την οποία απείχαν οι ΗΠΑ, όπως πάντα.

Το 2020 κορυφώθηκαν επίσης οι προσπάθειες οικονομικού στραγγαλισμού των Παλαιστινίων και της Παλαιστινιακής Αρχής, εν είδει τιμωρίας της επειδή απέρριψε το ισραηλινής έμπνευσης σχέδιο ειρήνευσης, που ισοδυναμεί με ακύρωση της Συμφωνίας του Όσλο και δεκάδων αποφάσεων του ΟΗΕ για ένα πλαίσιο επίλυσης που ως ακρογωνιαίους λίθους θα έχει ένα κυρίαρχο παλαιστινιακό κράτος στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ και δικαίωμα επιστροφής όλων των προσφύγων. Δεν είναι μόνο η συρρίκνωση έως εξαφάνιση των διεθνών δωρεών χάρη στις οποίες συντηρείται η Παλαιστινιακή Αρχή που από κοινού με την παράνομη κατάσχεση των φόρων που υποχρεούται να παρέχει το Ισραήλ στη Ραμάλα τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια της Αρχής. Είναι επίσης η συντονισμένη προσπάθεια Ισραήλ και ΗΠΑ να τερματιστούν οι διεθνείς (αμερικανικές κατά βάση, μέσω της UNRWA) δωρεές προς τους παλαιστίνιους πρόσφυγες που ζουν στα γειτονικά κράτη, κυρίως σε Λίβανο, Συρία και Ιορδανία. Η προσπάθειά τους επιχειρήθηκε να καλυφθεί κι από μια απόφαση του ΟΗΕ να ακυρώσει το καθεστώς προσφύγων για τα παιδιά και τα εγγόνια όσων διώχθηκαν το 1948 από τα παλαιστινιακά εδάφη, που ευτυχώς δεν πέρασε. Αν περνούσε αυτή η απόφαση, που είχε κυρίως πολιτικά συνεπαγόμενα με την έννοια της παραγραφής των εγκλημάτων κατά των Παλαιστινίων το 1948, τότε η συντήρηση των εκατομμυρίων προσφύγων Παλαιστινίων θα γινόταν υπόθεση κρατών που είτε είναι χρεοκοπημένα είτε σε μόνιμη εμπόλεμη κατάσταση! Κοινώς θα οδηγούνταν στην πείνα…

Αποδείχθηκε επομένως ότι τα διπλωματικά κέρδη που συγκέντρωσε το Ισραήλ δεν τα εξαργύρωσε στην κατεύθυνση επιβολής μιας λύσης με τους Παλαιστινίους υπό καλύτερους όρους, αλλά πάντα στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Χρησιμοποίησε την υποταγή τριών ακόμη αραβικών κρατών για να οξύνει την καταπίεση των Παλαιστινίων και να κάνει τη ζωή τους ακόμη πιο φριχτή και αφόρητη.

Η όξυνση της ισραηλινής επιθετικότητας, ως άμεσο αποτέλεσμα της εύνοιας που επέδειξε ο Τραμπ κατά τη θητεία του, προκάλεσε ωστόσο σοβαρότατες αντιδράσεις και στο εξωτερικό και στο εσωτερικό της Παλαιστίνης. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με εξαίρεση το ακροδεξιό απολυταρχικό καθεστώς της Ουγγαρίας και την κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη, αυξάνονται με εκθετικό βαθμό οι αντιδράσεις απέναντι στην υπό εξέλιξη πολιτική εθνοκάθαρσης, που αντιγράφει τα έργα και τις ημέρες του νοτιοαφρικανικού απαρτχάιντ. Ενδεικτική ήταν η κοινή επιστολή 1.080 βουλευτών από 25 ευρωπαϊκές χώρες προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τους ηγέτες τους, ενάντια στην παράνομη προσάρτηση από το Ισραήλ παλαιστινιακών εδαφών από τη Δυτική Όχθη. Έκφραση της συσσωρευμένης οργής εναντίον της βάρβαρης ισραηλινής κατοχής ήταν και η ανοιχτή διαφοροποίηση του επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Τζόζεπ Μπορέλ από το αμερικανο-ισραηλινό σχέδιο. Η ευρωπαϊκή στάση όσο κι αν βρίθει αντιφάσεων μιας και δε συνοδεύεται από οικονομικές κι άλλες κυρώσεις κατά του Ισραήλ, που δε διστάζει να ψηφίζει εν ω μεταξύ ακόμη και αδιανόητους για ένα δημοκρατικό κράτος νόμους φυλετικής καθαρότητας όπως έκανε το 2018, απέχει προς ώρας τουλάχιστον σημαντικά από την αποσταθεροποιητική στάση των ΗΠΑ.   

Κι εντός της Παλαιστίνης, ωστόσο, όσοι κι όσες πιστεύουν ότι η μακρά σιωπή που παρατηρούμε, μέσω μιας διερχόμενης από αλλεπάλληλα φίλτρα πληροφόρησης, θα διαρκέσει για πολύ …απατώνται. Η Παλαιστίνη βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι η απώλεια των ελπίδων ειρηνικής επίλυσης του προβλήματος της κατοχής. Η δήλωση του 85χρονου προέδρου της Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς, τον Μάιο του 2020 ότι η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και το κράτος της Παλαιστίνης παύουν πλέον να δεσμεύονται από τις υπογεγραμμένες συμφωνίες, «περιλαμβανομένων και των συμφωνιών ασφαλείας», αποτελεί σημείο τομής και μη επιστροφής στη Συμφωνία του Όσλο του 1993. Παράλληλα, η σταδιακή έξοδος από την πολιτική μιας γενιάς Παλαιστινίων που ταυτίστηκε με τις αυταπάτες συνοδεύεται από την αναβάθμιση του κύρους οργανώσεων και στελεχών της αντίστασης που έμειναν μακριά από τη συνδιαλλαγή με το Ισραήλ. Στο πλαίσιο αυτής της νέας ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ των Παλαιστινίων, προς όφελος της πτέρυγας του αγώνα και σε βάρος των ενδοτικών, εξελίσσονται εδώ και μήνες οι διαπραγματεύσεις μεταξύ παλαιστινιακών οργανώσεων πότε στην Τουρκία και πότε στην  Αίγυπτο για τον καθορισμό κοινά αποδεκτής ημερομηνίας διεξαγωγής εκλογών, για πρώτη φορά μετά το 2006 όταν αμφιλεγόμενα κέντρα της Παλαιστινιακής Αρχής, με επικεφαλής τον Νταχλάν, απάντησαν με εμφύλιο στη νίκη της Χαμάς. Ως αποτέλεσμα έκτοτε η διάσπαση των Παλαιστινίων μεταξύ κυρίως της Φατάχ που ελέγχει τη Δυτική Όχθη και της Χαμάς που ελέγχει τη Γάζα, αποτελεί εμπόδιο σε κάθε προσπάθεια αντίστασης. Μένει να δούμε αν ο Μαχμούντ Αμπάς κλείνοντας τον πολιτικό του κύκλο θα ακολουθήσει το δρόμο του Γιασέρ Αραφάτ, δηλαδή θα εγκαταλείψει τις ταλαντεύσεις και θα ανοίξει το δρόμο για μια νέα σελίδα αγώνα του λαού του, που θα φέρει πιο κοντά την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους σε σύγκρουση με τα σχέδια Ισραήλ και ΗΠΑ…

Για χάρη της ACS διαλύει τα Ελληνικά Ταχυδρομεία η ΝΔ

Πριν λίγα σχεδόν χρόνια στο προφανές ερώτημα, «μα γιατί να επιτραπεί η είσοδος σε μια ιδιωτική εταιρεία, όταν ο δημόσιος τομέας τα καταφέρνει» επαναλαμβανόταν η ίδια απάντηση, είτε το ερώτημα αφορούσε τις τηλεπικοινωνίες και την ενέργεια, είτε αφορούσε τις τηλεπικοινωνίες και τα ταχυδρομεία: «Γιατί έτσι θα αυξηθεί ο ανταγωνισμός και θα βελτιωθούν οι παρεχόμενες υπηρεσίες προς όφελος του πολίτη. Ο ανταγωνισμός επίσης θα ρίξει και τις τιμές».

Ας επιχειρήσουμε να ελέγξουμε τη σοβαρότητα και αξιοπιστία αυτού του συλλογισμού στην περίπτωση των ταχυδρομείων, με βάση τις πολύ πρόσφατες εξελίξεις κι ειδικότερα όσα μεσολάβησαν στη διάρκεια της καραντίνας.

Οι εταιρείες ταχυδιανομής αποδείχθηκαν εντελώς ανίκανες να διαχειριστούν την αυξημένη κίνηση. Παραγγελία που έκανα σε βιβλιοπωλείο τον Μάρτιο και ήρθε μέσω της ACS χρειάστηκε έναν μήνα για να φτάσει σε μια απόσταση 10 χιλιομέτρων από την πλατεία Συντάγματος. Οι ιδιωτικές εταιρείες κούριερ συναγωνίστηκαν το το υπουργείο Υγείας του Β. Κικίλια σε προετοιμασία ή καλύτερα σε αδράνεια για να διαχειριστούν και το δεύτερο κύμα πανδημίας. Οι προσλήψεις προσωπικού ήταν ελάχιστες για να μην μειωθεί το κέρδος, ενώ τα αυστηρά περιορισμένα όρια στην εξυπηρέτηση της επιπλέον κίνησης είχαν τεθεί από μια γραμμή παραγωγής και εξυπηρέτησης που ξεκινούσε από τους αποθηκευτικούς χώρους κι έφτανε μέχρι το πληροφοριακό σύστημα η οποία εξ ορισμού δεν άντεχε μια τόσο μεγάλη επιβάρυνση στο παρεχόμενο έργο.

Έτσι, βοηθούσης και της Black Friday, φτάσαμε στο (αδιανόητο ακόμη και να το σκεφτεί κανείς ένα χρόνο πριν) κρασάρισμα των ιδιωτικών ταχυμετοφορών. Με ανακοίνωσή της η Γενική Ταχυδρομική την 1η Δεκεμβρίου γνωστοποίησε την άμεση αναστολή όλων των πρόσθετων υπηρεσιών πλην της βασικής, ενώ η ACS με δελτίο Τύπου που εξέδωσε στις 4 Δεκεμβρίου ανακοίνωσε ότι «ο μέσος χρόνος διακίνησης των αποστολών αναμένεται να φθάσει τις 6 εργάσιμες ημέρες, ενώ ενδέχεται κυρίως στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη να ξεπεράσει τους χρόνους αυτούς»! Η …φοβερή και …τρομερή ιδέα του click away, που μετά βεβαιότητας θα προσθέσει στη λίστα των νεκρών μερικές ακόμη εκατοντάδες κρούσματα του κορονοϊού, την αποτυχία των ιδιωτών ταχυμετοφορεών ήρθε να διαχειριστεί κι όχι τις ανάγκες αγορών…

Εν είδει παρενθέσεως αξίζει να σκεφτούμε τι θα συνέβαινε αν ο ιδιωτικός τομέας όπως κυριαρχεί στις ταχυμεταφορές κυριαρχούσε και στην υγεία. Με το κάθε νοσοκομείο ανώνυμη εταιρεία και θυγατρική μιας ασφαλιστικής εταιρείας να ανακοινώνει ότι έφτασε στα όρια των δυνατοτήτων του και δεν μπορεί να εξυπηρετήσει άλλα κρούσματα, μάλλον θα είχαμε …πεθάνει όλοι. Σε αυτή τη βάση ας σκεφτούμε κι από ένα άλλο πρίσμα γιατί στις ΗΠΑ πεθαίνουν κάθε μέρα την τελευταία εβδομάδα 3.000 άνθρωποι…

Επιστρέφοντας στα ελληνικά ταχυδρομεία, η αποτυχία των ιδιωτικών εταιρειών ταχυδιανομών να ανταποκριθούν στο ρόλο τους συνέβη επειδή προτεραιότητα δε δίνουν στην εξυπηρέτηση του καταναλωτή, όπως επαίρονται, αλλά στην αύξηση των κερδών τους. Χαρακτηριστικά η ACS, ιδιοκτησίας  του πρώην προέδρου του ΣΕΒ Θ. Φέσσα, από το 2016 μέχρι και το 2019 σύμφωνα με τις οικονομικές της καταστάσεις αύξανε κάθε χρόνο όχι μόνο τις πωλήσεις αλλά και τα προ φόρων κέρδη της:  από 10,7 εκ. ευρώ το 2016, σε 11,2 εκ. ευρώ το 2017, 12,3 εκ. ευρώ το 2018 και 13,2 εκ. το 2019. Το 2020 δε τα κέρδη θα απογειωθούν, όπως μπορούν να υποθέσουν όλοι με εξαίρεση την …κυβέρνηση που, χωρίς να …γνωρίζει, ενέταξε το ΚΑΔ τους στα ΚΑΔ των πληττόμενων επιχειρήσεων, προσφέροντάς τους ζεστό χρήμα, όταν είναι ένας από τους ελάχιστους κλάδους  που δεν θίχτηκαν. Τη ίδια δε γενναιοδωρία η κυβέρνηση δεν επέδειξε απέναντι στα ΕΛΤΑ, που τα άφησε εκτός κάθε διευκόλυνσης, αξιοποιώντας την ευκαιρία για να επιδεινώσει ακόμη παραπέρα τη θέση τους.

Σε αυτή την οριακή συγκυρία για τον κλάδο των ταχυδρομείων, που κάλλιστα συγκρίνεται με τη χρεοκοπία των τραπεζών στο απόγειο της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης, η κυβέρνηση της ΝΔ λειτούργησε σαν από μηχανής θεός, με μια τροπολογία για τα ΕΛΤΑ που εισήγαγε «νύχτα» στις 2 Δεκεμβρίου σε έναν άσχετο νόμο (βλέπε Μέρος Δ’) για την περιστολή του λαθρεμπορίου. Κι εδώ ο καθένας και η καθεμιά μπορεί να στοιχηματίσει ότι τα μέτρα για τα Ταχυδρομεία είναι τα μοναδικά που θα εφαρμοστούν μέχρι τέλος…

Ο νόμος για τα ΕΛΤΑ είχε μια εσάνς μνημονίου, με ένα πλήθος διαρθρωτικών αλλαγών που προετοιμάζουν την ιδιωτικοποίηση της αρχαιότερης εταιρείας του ελληνικού δημοσίου: μείωση 8% στους μισθούς των εργαζομένων, εθελούσια έξοδος για 2.000 εργαζόμενους από τους 5.000 που με βεβαιότητα θα οδηγήσει στο κλείσιμο καταστημάτων των ΕΛΤΑ, προσλήψεις με συμβάσεις ιδιωτικού τομέα κατά παρέκκλιση της ισχύουσας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, υπερεξουσίες για προσλήψεις στον διευθύνοντα σύμβουλο, καταβολή ενός ποσού από 149 – 180 εκ. ευρώ από τα 395 εκ. που οφείλει το δημόσιο στα ΕΛΤΑ τα οποία δε θα κατευθυνθούν στην ανάπτυξη νέων υπηρεσιών αλλά σε αποζημιώσεις ώστε ο ιδιώτης να τα αγοράσει χωρίς υψηλό κόστος προσωπικού και, το σημαντικότερο, μια αλλαγή που έκανε τις ιδιωτικές εταιρείες ταχυμεταφορών να τρίβουν τα χέρια τους: Η υποχρέωση παράδοσης των επιστολών την επόμενη εργάσιμη μέρα (χ+1) άλλαξε και στο εξής η υποχρέωση παράδοσης μεταφέρθηκε για μετά από 3 εργάσιμες μέρες (χ+3) από την ημερομηνία παράδοσης. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η σύγκλιση στις παρεχόμενες υπηρεσίες μεταξύ των ΕΛΤΑ από την μια και των ιδιωτικών ταχυμεταφορικών υπηρεσιών από την άλλη σε μία κατεύθυνση εντελώς διαφορετική απ’ αυτή που υποσχόταν ο νεοφιλελευθερισμός, καθώς ο ανταγωνισμός δεν οδηγεί στη βελτίωση των υπηρεσιών αλλά στην επιδείνωσή τους, σε βάρος του καταναλωτή, χάριν του οποίου υποτίθεται ότι γίνεται η απορρύθμιση της αγοράς. Επίσης, οι αυξήσεις στα γραμματόσημα των ΕΛΤΑ όλα τα προηγούμενα χρόνια, για να φτάσουν σήμερα τα απλά ταχυδρομικά τέλη πρώτης προτεραιότητας για το ελάχιστο βάρος 20 γραμμαρίων στο εσωτερικό να κοστίζουν 1,90 ευρώ, ως βασική αποστολή είχαν να μειώσουν το κενό από τα τιμολόγια των ιδιωτών ταχυμεταφορέων που είναι 4 και 5 φορές υψηλότερα, σε σχέση με των ΕΛΤΑ. Στο παρελθόν η διαφορά ήταν 10 φορές και στο μέλλον θα μικρύνει ακόμη περισσότερο.

Εν κατακλείδι, η είσοδος των ιδιωτικών εταιρειών στις ταχυδρομικές υπηρεσίες αύξησε τα κόστη και επιδείνωσε την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, αποδεικνύοντας ότι η αναζήτηση του κέρδους στρέφεται ενάντια στην  εξυπηρέτηση της κοινωνίας. Η δε κυβέρνηση που υποτίθεται ότι επιβάλλει το πλαίσιο του ανταγωνισμού και ρυθμίζει την αγορά το μόνο που κάνει είναι να παρεμβαίνει μεροληπτικά και να εξυπηρετεί τους ιδιώτες, επιβάλλοντας με νόμο ό,τι αδυνατούν να εξασφαλίσουν με τη δύναμη και τον έλεγχο της αγοράς.

Βενεζουέλα: Τελειώνει η αμφισβήτηση του Τσαβισμού στις 6 Δεκεμβρίου;

Ιδιαίτερα κρίσιμη αναμέτρηση όχι μόνο για τον Τσαβισμό αλλά και για τη διεθνή κοινότητα, θα αποδειχθούν οι εκλογές της Κυριακής 6 Δεκεμβρίου στη Βενεζουέλα για την ανάδειξη Εθνοσυνέλευσης. Το αποτέλεσμά τους αναμένεται με ξεχωριστό ενδιαφέρον γιατί η προεξοφλημένη νίκη του Τσαβισμού θα σημάνει το τέλος της αμφισβήτησης της κυβέρνησης του Νικολά Μαδούρο που ξεκίνησε το 2015, όταν η δεξιά αντιπολίτευση πέτυχε μια συντριπτική εκλογική νίκη στην ψηφοφορία για την Εθνοσυνέλευση, κερδίζοντας με 65% κι εκλέγοντας 109 βουλευτές, έναντι 65 βουλευτών που είχε κερδίσει η αριστερή κυβέρνηση. Η πρώτη ήττα του Τσαβισμού μετά την πρώτη νίκη του Τσάβες το 1998 έστρωσε το δρόμο για την ανακήρυξη του Γκουαϊδό πρώτα σε πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης και στη συνέχεια σε «ενδιάμεσο πρόεδρο» της Βενεζουέλας πραγματοποιώντας ένα συνταγματικό πραξικόπημα, το οποίο αγκαλιάστηκε από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Η ψήφος των Βενεζολάνων υπέρ της Δεξιάς το 2015 ερμηνεύτηκε κυρίως ως ψήφος διαμαρτυρίας απέναντι στον Τσαβισμό και ειδικότερα απέναντι στον καλπάζοντα πληθωρισμό, τη διαφθορά, το οργανωμένο έγκλημα και τις ελλείψεις σημαντικών αγαθών.

Από τότε μέχρι σήμερα ωστόσο έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι, παρότι οι αμερικανικές κυρώσεις συνεχίζουν να γονατίζουν την οικονομία της Βενεζουέλας. Με βάση τον Economist της 28ης Νοεμβρίου, οι αμερικανικές κυρώσεις έχουν κοστίσει διαφυγόντα έσοδα ύψους από 17 ως 31 δισ. δολ., ένα ποσό που αντιστοιχεί από το ένα τρίτο ως ένα πέμπτο του συρρικνωμένου ετήσιου ΑΕΠ της χώρας. «Μόνο αυτό το χρόνο η κυβέρνηση έπρεπε να συρρικνώσει τις εισαγωγές κατά το ήμισυ, επιδεινώνοντας τη φτώχεια», ανέφερε το βρετανικό έντυπο. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία επομένως ότι η ευθύνη για την εξαθλίωση στη Βενεζουέλα ανήκει αποκλειστικά και μόνο στις αμερικανικές κυρώσεις. Παρόλα αυτά, το κλίμα έχει αντιστραφεί έκτοτε και θεωρείται βέβαιη η νίκη του Τσαβισμού στις εκλογές της Κυριακής 6 Δεκεμβρίου, αν και μένει να αποδειχθεί η επίπτωση στο εκλογικό αποτέλεσμα της διάσπασης που παρατηρείται για πρώτη φορά στο στρατόπεδο των μπολιβαριανών δυνάμεων. Συγκεκριμένα, ξέχωρα από το μπλοκ πέριξ του Ενωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Βενεζουέλας (PSUV), στις εκλογές θα πάρει μέρος με δικούς του υποψηφίους το μέτωπο Λαϊκή Επαναστατική Εναλλακτική (ARP), που έχει συγκροτηθεί με άξονα το Κομμουνιστικό Κόμμα και στο πρόγραμμα του περιλαμβάνεται η εμβάθυνση και ανάπτυξη του σοσιαλιστικού – επαναστατικού προσανατολισμού του Τσαβισμού.

Ο Νικολά Μαδούρο, που κέρδισε με τις εκλογές του 2019 μια δεύτερη εξαετή θητεία, έχει δεσμευθεί ότι θα σεβαστεί και θα αναγνωρίσει οποιοδήποτε εκλογικό αποτέλεσμα ανακοινωθεί το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου – περιττό να ειπωθεί ότι οποιαδήποτε σύγκριση με τις ΗΠΑ (από το χρόνο ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων, μέχρι τη στάση του νυν προέδρου) είναι περιττή και κατατάσσει τη χώρα του Τραμπ σε τριτοκοσμική μπανανία . Ο ίδιος ο Τραμπ και μαζί του η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν ανακοινώσει ότι δεν πρόκειται να αναγνωρίσουν το εκλογικό αποτέλεσμα, ακολουθώντας τον φαιδρό Γκουαϊδό που έχει καλέσει σε αποχή από τις εκλογές, έτσι ώστε να μην αναγνωρίσει τη νέα Εθνοσυνέλευση και να συνεχίσει να περιφέρεται στους διεθνείς οργανισμούς ως πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης! Γι’ αυτή τους τη στάση Τραμπ και Βρυξέλλες επικαλούνται πολλά επιχειρήματα, που είναι το ένα πιο γελοίο από το άλλο: από την πολιτική ένταξη των μελών του ανωτάτου εκλογικού δικαστηρίου στο Καράκας και την αμφισβήτηση της μυστικότητας της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας μέχρι το φόβο της πανδημίας που υποτίθεται ότι θα μειώσει τη συμμετοχή στις εκλογές. Τα επιχειρήματα Τραμπ και ΕΕ, βάσει των οποίων αρνήθηκαν να στείλουν παρατηρητές στη Βενεζουέλα για να επιβλέψουν το αδιάβλητο των εκλογών, είναι σαθρά! Αν ίσχυαν για τη Βενεζουέλα γιατί δεν ίσχυαν  και για τις ΗΠΑ που ψήφισαν ακριβώς υπό τις ίδιες συνθήκες έκτακτης ανάγκης πριν ένα μήνα; Και στις ΗΠΑ τα μέλη του ανωτάτου δικαστηρίου είναι ασυνήθιστα φιλικοί προς τους Ρεπουμπλικανούς, σε βαθμό να υπάρχει συζήτηση πλέον για το κατά πόσο έχει νόημα να συζητούμε περί ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, ενώ η αμφισβήτηση της λεγόμενης επιστολικής ψήφου και το επιχείρημα της χαμηλής συμμετοχής λόγω πανδημίας σε σημείο να ζητήσει αναβολή των εκλογών ήρθε από τον Τραμπ! Κι ό,τι ο Τραμπ απέτυχε να επιβάλει στις ΗΠΑ επιχειρεί να το επιβάλει στη Βενεζουέλα, με την ΕΕ να υιοθετεί αυτούσια τα επιχειρήματα του…

Η στάση ωστόσο που θα κρατήσει ο Τζο Μπάιντεν δεν έχει γίνει ακόμη γνωστή. Ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ ακόμη και πολύ πρόσφατα έχει χαρακτηρίσει το Ν. Μαδούρο «απλά και ξάστερα δικτάτορα», ενώ έχει εκφράσει την υποστήριξή του στον κρετίνο Γκουαϊδό. Από την άλλη, οι κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Πορτογαλίας είναι σίγουρο ότι θα χρησιμοποιήσουν το εκλογικό αποτέλεσμα της Κυριακής για να αναθερμάνουν τις σχέσεις τους  με τη Βενεζουέλα. Μένει να δούμε αν στις ΗΠΑ ο Μπάιντεν θα συνεχίσει να υποστηρίζει τον Γκουαϊδό κι έτσι αποδειχθεί συνέχεια του Τραμπ  κα μαζί με αυτόν την ίδια προσήλωση στα πραξικοπήματα και αποστροφή στις εκλογές επιδείξει και η γραφειοκρατία των Βρυξελλών…

Η χαρά της Πρεσβείας η έρευνα για την πορεία του Πολυτεχνείου

Μέχρι την Μιχαλακοπούλου πρέπει να ακούστηκαν οι επευφημίες χαράς των Αμερικανών από την πρεσβεία στο άκουσμα ότι τελικά έπιασε τόπο η καταγγελία του πρώην συνεργάτη του Αντώνη Σαμαρά, Φαήλου Κρανιδιώτη, εναντίον της πορείας για το Πολυτεχνείο. Η καταγγελία αφορούσε την παρουσία των πολιτικών αρχηγών της Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΜΕΡΑ25) στις πορείες για το Πολυτεχνείο. Βάσει αυτής της καταγγελίας η εισαγγελέας Πρωτοδικών Σωτηρία Παπαγεωργακοπούλου έδωσε εντολή στην Κρατική Ασφάλεια να διενεργήσει προκαταρκτική έρευνα για το κατά πόσο διαπράχθηκαν τα αδικήματα της παραβίασης των μέτρων κατά του κορονοϊού και της διέγερσης σε ανυπακοή.

Η εισαγγελική έρευνα για την παρουσία των Αλέξη Τσίπρα, Δημήτρη Κουτσούμπα και Γιάνη Βαρουφάκη στην πορεία του Πολυτεχνείου είναι κάτι πρωτοφανές και ανήκουστο για τα μεταπολιτευτικά χρονικά. Κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με το κλίμα τρομοκρατίας και διώξεων που επιβάλλει η κυβέρνηση επιχειρώντας να ακυρώσει την κοινωνική διαμαρτυρία και να βάλει τη χώρα σε γύψο ώστε να πάψουν οι αντιδράσεις για την κατάρρευση του συστήματος υγείας και να περάσουν ανεμπόδιστα αντιλαϊκοί νόμοι, όπως το εργασιακό και το ασφαλιστικό. Το όργιο αστυνομικής βίας στις 17 Νοεμβρίου με αναίτιους ξυλοδαρμούς πολιτών είναι ενδεικτικό στοιχείο του αυταρχικού πολιτικού κλίματος που θέλουν να επιβάλλουν στη χώρα. Ο Φαήλος Κρανιδιώτης με τις πράξεις του εξελίσσεται αντικειμενικά σε μακρύ χέρι και «λαγός» όχι μόνο της κυβέρνησης και του Μιχ. Χρυσοχοΐδη αλλά και της αμερικανικής πρεσβείας.

Η καταγγελία εναντίον των επικεφαλής της Αριστεράς που κανένας σοβαρός πολιτικός δεν θα έκανε συνεχίζει το έργο του υπουργού Μιχάλη Χρυσοχοΐδη. Ο παρασημοφορημένος από το FBI υπουργός Δημόσιας Τάξης την ημέρα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου υπέστη μιαν ακόμη συντριπτική πολιτική ήττα: Το ΦΕΚ που εξέδωσε στις 14 Νοεμβρίου ο αρχηγός της αστυνομίας, αναστέλλοντας το άρθρο του συντάγματος που επιτρέπει τις συναθροίσεις, ακυρώθηκε στην πράξη. Η τρομοκρατία της κυβέρνησης Μητσοτάκη και της αμερικανικής πρεσβείας έπεσαν στο κενό μπροστά τόσο στην αποφασιστικότητα χιλιάδων διαδηλωτών να τιμήσουν το πνεύμα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου σε όλη την Ελλάδα, όσο και στην αποφασιστικότητα τους να τηρήσουν τα μέτρα προστασίας από την πανδημία. Κι ενώ κυβέρνηση και πρεσβεία κατάπιναν  την ήττα τους ήρθε το αίτημα εφαρμογής των ποινών που προέβλεπε το κατάπτυστο ΦΕΚ ζητώντας τη δίωξη των ηγετών της Αριστεράς.

Η έρευνα είναι προφανές ότι δεν αφορά την πανδημία και τους κινδύνους που προκύπτουν από το συγχρωτισμό. Αν Χρυσοχοΐδης, Μητσοτάκης, Μπογδάνος, Κρανιδιώτης και λοιπός παλαιοδεξιός και νεοδεξιός συρφετός ενδιαφέρονταν για την πανδημία δεν θα άφηναν τόσους χιλιάδες αστυφύλακες εκτεθειμένους στον κορονοϊό την ημέρα του Πολυτεχνείου, όπως κατήγγειλαν ακόμη κι ενώσεις αστυνομικών. Αυτό που τους νοιάζει είναι να απαγορευτεί η πορεία του Πολυτεχνείου μια για πάντα και χρησιμοποιούν την πανδημία ως πρόσχημα, όταν όλα τ’ άλλα μέσα έχουν αποτύχει: από την ηθική απαξίωσή του ως μια υπόθεση ρουτίνας, μέχρι τη συκοφάντηση του Πολυτεχνείου, υποστηρίζοντας για παράδειγμα ότι η εξέγερση έφερε την κατοχή της Κύπρου έτσι ώστε να αθωώσουν τη χούντα των συνταγματαρχών για το πραξικόπημα του Σαμψών κατά του Μακαρίου. Από την ίδια ακροδεξιά φαρέτρα προέρχεται και το επιχείρημα ότι το Πολυτεχνείο έφταιξε για τις απηνείς διώξεις που ακολούθησαν και την σκλήρυνση του χουντικού καθεστώτος την επαύριο της 17ης Νοεμβρίου. Αν είναι έτσι τότε κακώς έγινε ακόμη και η ένοπλη πάλη κατά των Γερμανών μιας και κάθε πράξη αντίστασης την ακολουθούσε μια βάναυση πράξη τιμωρίας: Από τη σφαγή των Καλαβρύτων και του Διστόμου μέχρι την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944.

Για την αμερικανική πρεσβεία ο εορτασμός της ημέρας του Πολυτεχνείου και κατ’ επέκταση ο εδραιωμένος αντιαμερικανισμός στην Ελλάδα αποτελούν αγκάθι στο πλευρό της. Κι επίσης ένδειξη αδυναμίας όχι μόνο του κάθε αμερικάνου πρέσβη αλλά και του πολιτικού τους προσωπικού στην Ελλάδα το οποίο κάθε φορά που προσπαθεί να απαγορεύσει την πορεία τρώει ακόμη μία σφαλιάρα!