Η εξαίρεση του Γιώργου Δελαστίκ

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα μικρό απόσπασμα από το κεφάλαιο με τίτλο «Αξιοπιστία και πολιτική ένταξη στο δημοσιογραφικό έργο του Γιώργου Δελαστίκ ή το αίτημα της αντικειμενικότητας στην εποχή των άκρων», που περιλαμβάνεται στον υπό έκδοση τόμο των εκδόσεων Τόπος με τίτλο «Η δημοσιογραφία ως τέχνη, αφιέρωμα στο Γιώργο Δελαστίκ», σε επιμέλεια Βασίλη Μπρούμα. Στον τόμο επίσης, πέραν του επιμελητή, γράφουν ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου και η Μαριάννα Τζιαντζή. Η εισαγωγή είναι του Θανάση Σκαμνάκη. 

Η προσφορά του Γιώργου Δελαστίκ στην δημοσιογραφία αφορά πρώτα και κύρια την πεντακάθαρη και συνειδητή πολιτική του στάση, την απέχθεια που έθρεφε απέναντι στις διφορούμενες και πολύσημες διατυπώσεις που ανθούν στην δημοσιογραφία. Άκρως επιλεκτικά, αξίζει να θυμηθούμε τη στάση που κράτησε απέναντι σε κομβικά ζητήματα, που αποτέλεσαν διαχωριστική γραμμή στην κοινωνία και κατ’ επέκταση στον Τύπο, μένοντας στα πιο πρόσφατα: Η πολεμική του απέναντι στον μεγάλο συμβιβασμό του ΚΚΕ που οδήγησε στις κυβερνήσεις συνεργασίας του 1989 και 1990. Η στάση του απέναντι στις ΗΠΑ όταν με αφορμή τις επιθέσεις στους δίδυμους πύργους έγκαιρα πρόβλεψε όχι μόνο ότι οι Αμερικανοί ζητούσαν μια αφορμή για να πάρουν υπό τον έλεγχό τους τον ενεργειακό πλούτο της Κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής αλλά και την προσπάθειά τους να χτίσουν ένα παγκόσμιο αστυνομικό κράτος. Η στάση του απέναντι στο Σχέδιο Ανάν για την Κύπρο όταν αποκάλυψε τον διχοτομικό του χαρακτήρα.  Η απερίφραστη πολεμική του απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Γερμανία λόγω των προσπαθειών τους να φτωχοποιήσουν τους λαούς και να ακυρώσουν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα.  Δεν θα ξεχάσω ποτέ αμέσως μετά την συνταξιοδότησή του να δηλώνει περήφανος που έκλεισε την επαγγελματική του σταδιοδρομία πρωταγωνιστώντας στην μάχη κατά των Μνημονίων και υπέρ του «Όχι» στο δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015, λέγοντας ότι «αυτά τα χρόνια αύξησα τη χρησιμότητά μου στον λαό».

Το αποτύπωμα του Γιώργου Δελαστίκ δεν θα ήταν τόσο έντονο και επιδραστικό αν η πολιτική του στάση ως κομμουνιστής και γνήσια έκφραση  του ριζοσπαστισμού της μεταπολίτευσης δεν συνδυαζόταν και δεν τροφοδοτούνταν από το συνεχές του διάβασμα και την εργατικότητά του. Η έφεσή του στις ξένες γλώσσες ήταν παροιμιώδης κι αντικείμενο συζήτησης και αστείων σε όλη τη δημοσιογραφία. Εξ ίσου αξιοθαύμαστη όμως ήταν η εμμονή του στο διάβασμα του Τύπου. Η εξοικείωση του με τις ξένες γλώσσες τού έδινε τη δυνατότητα όχι απλώς να διαβάζει αλλά επίσης να καταλαβαίνει τον τρόπο που σκέφτονταν και λειτουργούσαν αρχηγοί κρατών και διεθνών οργανισμών. Ξένες και ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά, ακόμη και ανακοινώσεις κομμάτων ή οργανισμών τις διάβαζε προσεκτικά, χωρίς να προσπερνάει αδιάφορα ούτε μία λέξη. Δεν θα ξεχάσω ένα Σάββατο πρωί του Οκτωβρίου του 2009 όταν διάβαζε στην Βιβλιοσυνεργατική, όπου γινόταν η γραφιστική επεξεργασία του Πριν, τις δηλώσεις του τότε διοικητή της Τράπεζας Ελλάδας, Γιάννη Προβόπουλου, για τον εκτροχιασμό υποτίθεται του δημοσιονομικού ελλείμματος, να λέει «κάτι ετοιμάζουν αυτοί».

Το μεγαλύτερο χάρισμα του Γιώργου Δελαστίκ ήταν η ανιδιοτέλεια και η λαϊκότητά του. Ο Γιώργος αρνούταν να φορέσει επώνυμα ρούχα. Έγραφε πάντα με ένα στυλό συγκεκριμένης μάρκας σημερινής αξίας 20 ως 30 λεπτών του ευρώ και πήγαινε σταθερά στις λαϊκές αγορές για να ψωνίσει φρούτα, λαχανικά, κ.α. Παρότι ο σεβασμός που του έθρεφαν πρόεδροι της Δημοκρατίας, πρωθυπουργοί, υπουργοί, διπλωμάτες και κορυφαίοι πολιτικοί παράγοντες ήταν δεδομένη, και κάλλιστα θα μπορούσε να περνάει την ώρα του αλλάζοντας φιλοφρονήσεις μαζί τους, ποτέ δεν σύχναζε στα πολιτικά στέκια και τα στέκια της δημοσιογραφίας. Στους φίλους του Γιώργου συμπεριλαμβάνονταν κουρείς της Ομόνοιας, μηχανοδηγοί του ΟΣΕ και του ΗΣΑΠ που τον ήξεραν και πάντα τον καλούσαν μπροστά για να συζητήσουν από τα δρομολόγια των συρμών, μέχρι την πολιτική κατάσταση. («Πάλι πρώτη θέση ταξίδεψες;» ήταν η απάντηση όταν μας έλεγε για τη μείωση των δρομολογίων του ΗΣΑΠ…) Στους φίλους του επίσης συμπεριλαμβάνονταν εστιάτορες από τη Νέα Φιλαδέλφεια και την Κηφισιά μέχρι το Πέραμα και τον Κορυδαλλό με τους οποίους συζητούσε και πάντα είχε έναν καλό λόγο να πει για όποιο φαγητό του άρεσε, το λάδι που χρησιμοποιούσαν, κ.α. Δεν θα ξεχάσω μια φορά, όταν μετά από ένα ραντεβού στην Πλατεία Κολωνακίου ψάχναμε ένα καφέ για να κάτσουμε να συζητήσουμε. Παρά την αποπνικτική κι αφόρητη ζέστη που είχε καταμεσής του Ιουλίου ούτε καν εξέτασε το ενδεχόμενο να επιλέξουμε τα γνωστά καφέ της πλατείας (Da Capo, Λυκόβρυση, Βιβλιοθήκη, κλπ.) που ήταν δίπλα μας όπου φιλάρεσκα ως ηδονιστικά συναθροίζεται η δημοσιογραφία. Για πολλοστή φορά καφέ ήπιαμε στα καφενεία κάτω από την Πλατεία Ομόνοιας, όπου ο καφές εσπρέσο παραμένει ακόμη άγνωστος.

Ο Γιώργος Δελαστίκ ξεχώριζε για την αγάπη που έθρεφε στο νέο. Ο ίδιος από τα ελάχιστα για τα οποία καυχιόταν ήταν για τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο της Πάτρας μια εποχή που εισάγονταν οι πρώτοι υπολογιστές. Μέχρι το τέλος της επαγγελματικής του πορείας δεν έμαθε ποτέ να χρησιμοποιεί υπολογιστή γιατί δεν ήθελε να περάσει το χρόνο του ως συνταξιούχος διαβάζοντας εφημερίδες από την πιο απομακρυσμένη γωνιά του πλανήτη. Είχε ένα απαρχαιωμένο κινητό τηλέφωνο που το άνοιγε κατ’ εξαίρεση. Παρόλα αυτά ήταν ασυνήθιστα ευεπίφορος στις νέες ιδέες και τα νέα μέσα της δημοσιογραφίας είτε αυτά αφορούσαν τα ιστορικά βιβλία του Κυριάκου Σιμόπουλου την δεκαετία του ‘90, τα ντοκιμαντέρ του Άρη Χατζηστεφάνου την δεκαετία των Μνημονίων, τις αποκαλύψεις του Τζουλιάν Ασάντζ και του Έντουαρντ Σνόουντεν για την κατά Σ. Ζούμποφ «εποχή του κατασκοπευτικού καπιταλισμού» που τους χαρακτήριζε σύγχρονους ήρωες της ελευθερίας, κ.α.

Η αποτίμηση της παρακαταθήκης του Γιώργου Δελαστίκ δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς μια αναφορά στην γενναιοδωρία και την δοτικότητά του, την αναγνωρίσιμη από μακριά ειλικρίνεια των προθέσεων του, την  προθυμία του να μπαίνει μπροστά αναλαμβάνοντας το μερίδιο που του αναλογεί στην υπόθεση της αλλαγής της κοινωνίας. Η έκδοση του Πριν, ως περιοδικό πρώτα και εφημερίδα στη συνέχεια της ανεξάρτητης Αριστεράς, έφερε την σφραγίδα του κατά πολλούς τρόπους. Η δυνατότητά της να απευθύνεται σε ένα κοινό πολύ ευρύτερο από τα όρια της επαναστατικής Αριστεράς να το κινητοποιεί και να το συγκινεί, η ευρύτητα των θεμάτων που καταπιανόταν και κυρίως η πολιτική αυτοπεποίθηση που ανέδυε την έκαναν μια έκδοση – σταθμό όχι μόνο για την ελληνική Αριστερά αλλά κι ευρύτερα για τον Τύπο. Ενδεικτικό στοιχείο αυτής της αυτοπεποίθησης της ήταν οι συνεντεύξεις αστών πολιτικών και προσωπικοτήτων που φιλοξενούσε.  Επίσης, τα θέματα γεωπολιτικής με τα οποία καταπιανόταν συστηματικά μέσα από την αρθρογραφία του, αποκαλύπτοντας τις αντιθέσεις και τις αδυναμίες της αστικής πολιτικής, προς διάψευση μιας καρικατούρας διεθνούς ανάλυσης που υποτιμούσε, λόγω άγνοιας, τις αντιθέσεις του ιμπεριαλισμού. Πλευρά επίσης της γενναιοδωρίας του ήταν ο χρόνος που θυσίαζε για να διδάξει και να στηρίξει νέους δημοσιογράφους, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται κι ο γράφων. Δεν θα ξεχάσω την ευκολία με τη οποία παραιτήθηκε από μια εφημερίδα όταν ο εκδότης της απέλυσε φίλο του δημοσιογράφο επειδή συμμετείχε σε απεργία  της ΕΣΗΕΑ. Και δεν ήταν το μοναδικό τίμημα που πλήρωσε. Η πρώτη του απόλυση από την εφημερίδα Πρώτη, όπου εργάστηκε μετά τον Ριζοσπάστη, κι η τελευταία απόλυσή του από την εφημερίδα Καθημερινή επί διεύθυνσης Α. Καρκαγιάννη, λίγες μόλις ώρες πριν προσληφθεί στην εφημερίδα κι αναλάβει την διεύθυνσή της ο Α. Παπαχελάς, είναι ορισμένες μόνο από τις φορές που τιμωρήθηκε για τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα και την αξιοπρέπεια του.

Με αυτή άλλωστε την λέξη, αξιοπρέπεια, έκλεινε την επιστολή του προς την ΕΣΗΕΑ για να διαμαρτυρηθεί για την απόλυσή του από την Καθημερινή: «Με αξιοπρέπεια, Γιώργος Δελαστίκ»…

Αφορμή στάθηκε ένα ανυπόγραφο σχόλιο στην πρώτη σελίδα του Πριν της 1ης Απριλίου 2007, με τίτλο «Διασπορά πρακτόρων», στο οποίο περιγράφονταν οι κυοφορούμενες αλλαγές στα ΜΜΕ. Αξίζει να το αναδημοσιεύσουμε. Έγραφε λοιπόν:

«Αναδιατάσσουν τους πράκτορες τους στα ελληνικά ΜΜΕ οι Αμερικανοί, τοποθετώντας τους σε θέσεις κλειδιά τηλεοπτικών σταθμών και πρωτίστως εφημερίδων σ’ αυτή τη φάση. Τους μετακινούν μεθοδικά από το ένα έντυπο στο άλλο, επιδιώκοντας να μεγιστοποιήσουν τις δυνατότητες προβολής των αμερικανικών θέσεων. Έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει ότι οι σχέσεις τους με ορισμένους εκδότες δεν αρκούν για να τους διασφαλίσουν το πέρασμα της αμερικανικής γραμμής και των αρχών που σταδιακά θα διαμορφώσουν μια ελληνική κοινή γνώμη ευνοϊκή προς τις ΗΠΑ, οι Αμερικανοί ασχολούνται μεθοδικά με το να διασπείρουν τους πράκτορές τους στον ευρύτερο δυνατό αριθμό εντύπων, αποφεύγοντας άχρηστες υπερσυγκεντρώσεις ανθρώπων τους σε ορισμένα έντυπα, όσο σημαντικά και αν είναι αυτά.

Το γεγονός ότι το σύνολο σχεδόν των μεγάλων ελληνικών εφημερίδων πολιτικής επιρροής έχει περιέλθει σε φάση «τέλους εποχής» λόγω εξάντλησης των βιολογικών ορίων των περισσότερων παραδοσιακών εκδοτών και λόγω υπέρογκων χρεών, διευκολύνει τα μέγιστα τα σχέδια των Αμερικανών.

Αλλαγές κυοφορούνται και στο ιδιοκτησιακό καθεστώς πολλών ΜΜΕ. Κυκλοφορούν ήδη αρκετές φήμες και πληροφορίες για μυστηριώδεις υπεράκτιες εταιρείες που γίνονται κάτοχοι αξιόλογων ποσοστών του μετοχικού κεφαλαίου εταιρειών που κατέχουν ΜΜΕ. Η ουσία είναι πως ο αμερικανικός έλεγχος επί ελληνικών Μέσων ενημέρωσης ουδέποτε ήταν τόσο ισχυρός όσο σήμερα, αν πιστέψει κανείς τα όσα λέγονται. Πρόκειται για εξέλιξη με μοιραίες πολιτικές επιπτώσεις».

Η απόλυση του Γιώργου Δελαστίκ από την Καθημερινή εξελίχθηκε ταχύτατα σε πολιτικό θέμα.

Όλα τα παραπάνω πολύ λίγο απαντούν σε ένα ερώτημα που αφορά όλη την δημοσιογραφία: ο Γιώργος Δελαστίκ πώς κατάφερε να οικοδομήσει μια τέτοια διεισδυτικότητα, προβλεπτική ικανότητα και εγκυρότητα στις αναλύσεις του, παρότι ποτέ δεν έκρυψε τις πολιτικές τους απόψεις; Αναγκαίο να ειπωθεί ότι από τα δεκάδες χιλιάδες άρθρα που έγραψε, επώνυμα και ανώνυμα, δεν έλειψαν ούτε οι αστοχίες, εκτιμήσεις δηλαδή που δεν επιβεβαιώθηκαν, ούτε οι πολιτικές υπερβολές προς το τέλος της επαγγελματικής του πορείας. Πρόκειται ωστόσο για αμελητέες ποσότητες που δεν ακυρώνουν τη βαρύτητα και τη μοναδικότητα του έργου του.

Κατά την άποψή μου η σπουδαιότητα της δημοσιογραφικής παρακαταθήκης του Γιώργου Δελαστίκ εδράζεται στον βαθύ σεβασμό που έδειχνε στα γεγονότα και την περιέργεια που είχε να μάθει τι ακριβώς συνέβη με κάθε δυνατή λεπτομέρεια ώστε να σχηματίσει άποψη και να ερμηνεύσει τα κίνητρα κάθε απόφασης ή πράξης. Προς επιβεβαίωση της ρήσης του κοινωνιολόγου Ντανιέλ Πατρίκ Μοϊνιχάν ότι «ο καθένας δικαιούται να έχει τη δική του άποψη για τα γεγονότα αλλά όχι τα δικά του γεγονότα». Η απέχθειά του απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χαρακτηριστικά, δεν τον έκανε να προσποιείται χάρη εντυπωσιασμού ότι γνωρίζει ή να προσπερνάει θέματα που δεν γνώριζε. Με την απαράμιλλη εργατικότητά του αφιέρωνε ατελείωτες ώρες να διαβάζει αποφάσεις οργάνων της ΕΕ, του ΝΑΤΟ κι άλλων οργανισμών. Οι γνώσεις του δε, του επέτρεπαν να ερμηνεύει σύνθετες έννοιες και καταστάσεις. Ο Γιώργος Δελαστίκ είχε ένα σπάνιο κριτήριο να συνδέει χάρη στην ευρυμάθεια και το βάθος της σκέψης που τον χαρακτήριζαν  φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους …τελείες.  Έτσι, να μπορεί να συγκροτεί μια πλήρη ή σχεδόν πλήρη ερμηνεία ενός πολιτικού ή διπλωματικού γεγονότος συγκροτώντας στο σύνολο ένα συνεκτικό και πειστικό σχέδιο. Η σε βάθος γνώση του από τη μια και η γνήσια λαϊκότητά του από την άλλη, σε συνδυασμό με την εργασιομανία του, τον ωθούσαν ως υποχρέωση στη συνέχεια να γράφει με τον πιο απλό, κατανοητό κι εύληπτο τρόπο ακόμη και το πιο περίπλοκο θέμα. Ο Γιώργος Δελαστίκ όσο απεχθανόταν αρκτικόλεξα χωρίς την επεξήγησή τους, ξενικές και λόγιες φράσεις χωμένες στα κείμενα είτε για λόγους ευκολίας είτε ως επίδειξη γνώσεων, άλλο τόσο αγαπούσε να εξηγεί, να γράφει και να μιλάει για θέματα της επικαιρότητας: από τα πιο τετριμμένα, όπως θέματα της τρέχουσας πολιτικής επικαιρότητας, μέχρι τα πιο εξεζητημένα, όπως θέματα  διεθνούς πολιτικής και διπλωματίας. Η γραφή του Γιώργου Δελαστίκ έφτανε στα μεγάλα κοινά γιατί χωρίς να καταβάλει ιδιαίτερη προσπάθεια επικοινωνούσε με τις αγωνίες και τις προσλαμβάνουσές τους, σεβόταν την αντικειμενικότητα ως πραγματικότητα γιατί ήθελε να την αλλάξει.

Με βάση την εξελισσόμενη σύγχρονη συζήτηση, σε δύο κατευθύνσεις οφείλει να στραφεί η δημοσιογραφία, αν θέλει να συνεχίσει να είναι αναγκαία στο χαοτικό τοπίο που έχει διαμορφώσει η υπερπροσφορά πληροφοριών: το βάθος και το πλαίσιο. Η δημοσιογραφία του Γιώργου Δελαστίκ έφερε αυτά τα χαρακτηριστικά πολύ πριν εμφανιστεί ο ανταγωνισμός των Νέων Μέσων ως βασικά γνωρίσματά της. Γι’ αυτό τον λόγο κατέκτησε την εγκυρότητα και αξιοπιστία και παραμένει ακόμη και σήμερα άξια μελέτης και αναφοράς.

Το δε κενό του Γιώργου αναντικατάστατο…

Η απομυθοποίηση ενός «δράματος» 200 ετών δια χειρός Δ. Ελευθεράτου

Τίτλος: Μια λοξή ματιά στην ιστορία, 200 χρόνια νεοελληνικού κλαυσίγελου

Συγγραφέας: Διονύσης Ελευθεράτος

Εκδόσεις Τόπος

Δεν είναι η πρώτη φορά που εκδίδεται ένας τόμος με ερανίσματα της ελληνικής ιστορίας. Η πολυτάραχη ιστορία του τόπου με πολέμους, χρεοκοπίες, δικτατορίες, πολιτικές διαμάχες και συνεχείς διευρύνσεις  των γεωγραφικών συνόρων προσφέρει ένα σπάνιο πλούτο από αφορμές. Το βιβλίο του Διονύση Ελευθεράτου δεν είναι ωστόσο μια τυχαία συλλογή πρωτότυπων θεμάτων και γλαφυρών αφηγήσεων. Τόσο τα στιγμιότυπα που επέλεξε από έναν καταιγισμό ιστοριών και γεγονότων που πέρασαν μπροστά από τα μάτια του όσα χρόνια ήταν βυθισμένος στα αρχεία των ελληνικών εφημερίδων όσο και ο σχολιασμός τους επάξια διεκδικούν τον τίτλο μιας αντι-ιστορίας των πρώτων 200 χρόνων του ελληνικού κράτους.

Ο ίδιος ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει από την εισαγωγή τόσο το σκοπό όσο και τα όρια του εγχειρήματος του: «Πολιορκούν, λοιπόν, την Ιστορία “κριοί” ιλαρότητας αλλά – σοβαρότερο αυτό – και μεθοδικού, σοβαρού “καμουφλάζ”. Μακάρι τα 200 χρόνια από το 1821 να δώσουν το έναυσμα για να κινηθεί κάτι, με αντίστροφη φορά. Να αναδειχθεί η λογική που ατενίζει την Ιστορία για να την δει καλά, όπως είναι. Το “όπως είναι” απέναντι στο “όπως πρέπει”. Η ιστορία της αλήθειας, απέναντι στην “Ιστορία” του “καθήκοντος”… Φιλοδοξία του βιβλίου αυτού είναι να αποτελέσει μικρή συνεισφορά σε αυτή την ευκταία κίνηση. Η ακαμουφλάριστη ιστορία χρειάζεται πρωτίστως τους συνεπείς ιστορικούς, χρειάζεται όμως και τους ιστοριοδίφες. Την επιστημονική ανάλυση, αλλά και την προσεκτική παρατήρηση. Κάπου προς το δεύτερο προσπάθησα να κινηθώ με το βιβλίο αυτό», αναφέρει ο συγγραφέας από τις πρώτες κιόλας σελίδες.

Οι 27 ιστορίες που περιλαμβάνονται στον τόμο των εκδόσεων Τόπος και ξεκινούν από τα Οθωνικά χρόνια και φτάνουν ως τη δεκαετία του 1970 διαβάζονται σχεδόν απνευστί λόγω της νευρώδους και πνευματώδους γραφής του Διονύση Ελευθεράτου και των πολιτικών σχολίων του, καθώς δεν αφήνει να περάσει κανένα γεγονός που να μην το συνδέσει με το σήμερα κι όλα όσα συμβαίνουν στη σύγχρονη Ελλάδα. Ξεχωρίζω για λόγους οικονομίας χώρου και προσωπικής μου συνάφειας τρία αποσπάσματα που αντανακλούν το ύφος που διαπερνά το πόνημα του Διονύση Ελευθεράτου:

«Στη χαραυγή του 1843, τον Ιανουάριο, ο υπουργός Εξωτερικών Ιάκωβος Ρίζος – Νερουλός διεμήνυσε στις τρεις μεγάλες δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, ότι η Ελλάδα είχε στεγνώσει από χρήμα. Αυτές αξίωσαν επιβολή νέων μέτρων, μόνο που το κέντρο βάρος τους δε θα έπεφτε τόσο στους φόρους και τα τέλη, δηλαδή στο σκέλος των εισπράξεων, όσο στις περικοπές δαπανών. Πρώτα πρώτα τα… απλά και “τετριμμένα” ανά τους αιώνες σε τέτοιες περιπτώσεις: καταργήσεις θέσεων και μειώσεις στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων» (Κεφ. 2).

«Ούτε εκατό, ούτε διακόσιους… Τρεις χιλιάδες ανθρώπους, δηλαδή το 10% του πληθυσμού της πρωτεύουσας, εξολόθρευσε το 1854 στην Αθήνα η χολέρα, το μίασμα της οποίας είναι σχεδόν βέβαιο ότι μετέφεραν – στον Πειραιά πρώτα – μέλη της γαλλικής στρατιωτικής κατοχικής δύναμης». Παρά τη δραματικότητα της κατάστασης ο αγγλόφιλος Τύπος όμως απέκρυπτε τα πραγματικά γεγονότα. Ο συγγραφέας εξηγεί τις αιτίες: «Η αυθεντική υποτίμηση του κινδύνου ως απόρροια απειρίας ή άγνοιας συνυπήρχε με τη σκόπιμη. Το αθώο κίνητρο για την εκούσια υποτίμηση ήταν η επιθυμία να αποφευχθεί ο πανικός. Το άλλο κίνητρο ίσχυε για όσους δικαιολογούσαν ή και υποστήριζαν την κατοχή». Έρχεται από πολύ παλιά επομένως η πολιτική διαχείριση των υγειονομικών κρίσεων (Κεφ. 6).

Είμαστε στην πτώχευση του 1893, όταν το δάνειο που προτάθηκε στην Ελλάδα «για την αποπληρωμή των οφειλών προς τους πιστωτές» συμπληρώνεται από αυτοκτονίες πολιτών για οικονομικούς λόγους. Οι ομοιότητες με την πρόσφατη δημοσιονομική κρίση δε σταματούν εδώ. Με τα λόγια του συγγραφέα «την εποχή της πτώχευσης, το δημόσιο χρέος είχε φτάσει το 200% του ΑΕΠ. Ποσοστό κατάτι μεγαλύτεροι αυτού (182%) το οποίο χαρακτήρισε τη σύγχρονη Ελλάδα που διασώθηκε από τη χρεοκοπία…» (Κεφ. 9).

Τα παραπάνω αποσπάσματα, που αποτελούν και μια διαρκή υπόμνηση για τη διαχρονική αξία του Τύπου απ’ όπου αντλήθηκαν, δεν αντανακλούν μόνο το ύφος. Αναδεικνύουν και τη χρησιμότητα του βιβλίου. Γράφει ο συγγραφέας για τις 27 ιστορίες που το συνθέτουν: «Περισσότερο ή λιγότερο έντονα, κάθε μία με τον τρόπο της μας θέτει μπροστά στο… αιώνιο ερώτημα εάν η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Ακριβέστερα, πώς φαίνεται να επαναλαμβάνεται. Διότι “απαράλλακτη” ποτέ δεν επανέρχεται»… Κανείς δε θα διαφωνήσει. Η επανάληψη ωστόσο τόσο όμοιων πρακτικών, από το κρατικό μίσος κατά των προσφύγων μέχρι τις πάντα ελαττωματικές παραγγελίες πολεμικού υλικού, αν κάποιους εκθέτει είναι όσους σήμερα αναπαράγουν τις ίδιες δικαιολογίες ή πρακτικές και καταφεύγουν εκ νέου στο λόγο μίσους για να αποκρύψουν την πάντα …ανιδιοτελή υποτέλειά τους προς τους «συμμάχους» και το μίσος τους κατά των λαών. Δεν είναι λοιπόν η ιστορία που επαναλαμβάνεται, αλλά η πολιτική της εξυπηρέτησης των συμφερόντων μιας παρέας ολιγαρχών και του μίσους που την καλύπτει και τη δικαιολογεί. Προς απόδειξη, όσα απολαυστικά περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Διονύση Ελευθεράτου…

Εδώ συνέντευξη του Δ. Ελευθεράτου στους συναδέλφους Δ. Κούλαλη και Λ. Θωμά (The Press Project)

Το δικαίωμα στο άσυλο η θρυαλλίδα που έκαψε τη Μόρια

Πηγή: περιοδικό Δημοσιογραφία, 22 Σεπτεμβρίου 2020

ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΗ ΜΟΡΙΑ για το περιοδικό Δημοσιογραφία: Λεωνίδας Βατικιώτης

Φθάνοντας στην πόλη της Μυτιλήνης αν κάτι παρεμβάλλεται και χαλάει την ειδυλλιακή εικόνα του λιμανιού είναι τα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος. Μια εβδομάδα μετά την πυρκαγιά που κατέστρεψε το Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης της Μόριας στις 9 Σεπτεμβρίου, τίποτε άλλο δεν πρόδιδε την ένταση που επικρατούσε μόλις λίγα χιλιόμετρα βόρεια και δυτικά της πρωτεύουσας του νησιού. Τα μπλόκα που εντελώς …αυθόρμητα και υπό την ανοχή της Αστυνομίας σχημάτισαν πολίτες της Μυτιλήνης και η ίδια η Αστυνομία στη συνέχεια, απέκλεισαν κάθε ενδεχόμενο φυγής από τη Μόρια των περισσότερων από 12.000 προσφύγων και μεταναστών που ζούσαν στον καταυλισμό.

Ο αποκλεισμός ωστόσο της Μόριας δεν ξεκίνησε μετά την πυρκαγιά στις 9 Σεπτεμβρίου. Ξεκίνησε στις 4 Σεπτεμβρίου όταν εντοπίστηκε το πρώτο κρούσμα Κορονοϊού. Επικεφαλής μάλιστα αναγνωρισμένων ανθρωπιστικών οργανώσεων με πολύχρονη παρουσία στη Μόρια δήλωναν πολύ πριν ξεσπάσει η φωτιά, ότι ο κορονοϊός χρησιμοποιείται ως δικαιολογία προκειμένου να ακυρωθούν τα δικαιώματα των ανθρώπων που διέμεναν στη δομή της Μόριας, η οποία εξ αρχής ιδρύθηκε και κατασκευάστηκε ως ανοιχτή δομή.

Η επίσκεψη στη Μόρια επιβεβαίωσε ότι τόσο η πρώτη φωτιά για την οποία η ΕΛΑΣ πραγματοποίησε 6 συλλήψεις Αφγανών που κατηγορούνται για εμπρησμό όσο και οι άλλες φωτιές που ακολούθησαν και κατά γενική ομολογία τοποθετήθηκαν από ντόπιους ώστε να αποκλειστεί κάθε ενδεχόμενο επαναλειτουργίας της, δεν άφησαν σχεδόν τίποτε όρθιο!

Μετά την καταστροφή της Μόριας επί μια ολόκληρη εβδομάδα, σχεδόν χιλιάδες άνθρωποι μεταφέροντας τα λιγοστά υπάρχοντά τους, μετακινούνταν από τους ελαιώνες της Μόριας και τα γειτονικά οικόπεδα όπου διέμεναν στο Καρά Τεπέ: Ένα ακρωτήρι στα ανατολικά της Μυτιλήνης, κοντά στο χωριό Παναγιούδα, που χρησιμοποιούταν ως πεδίο βολής του στρατού και μέσα σε λίγες ημέρες κατακλύστηκε από κάθε είδους μηχανήματα εκσκαφής και νταλίκες που μετέφεραν οικοδομικά υλικά για να διαμορφωθεί ο χώρος κατάλληλα και να μπορέσει να φιλοξενήσει τους πρόσφυγες της Μόριας.

Η εγκατάσταση στο Καρά Τεπέ κάθε άλλο παρά οικειοθελής ήταν. Για να καταφέρει η αστυνομία να κάνει τους πρόσφυγες να περάσουν τις πύλες του, στην αρχή τους άφησε αβοήθητους στους γύρω δρόμους χωρίς στοιχειώδεις εγκαταστάσεις παροχής νερού και υγιεινής.

Στη συνέχεια, η αστυνομία για να αναγκάσει και τους πλέον δύσπιστους να μπουν στο Καρά Τεπέ απαγόρευσε στις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις να τους παρέχουν συσκευασμένα γεύματα. Στο τέλος, τα ΜΑΤ που είχαν έλθει από την Αθήνα δεν δίστασαν να κάνουν χρήση ακόμη και δακρυγόνων για να τους αναγκάσουν να μπουν μέσα στο στρατόπεδο, απ’ όπου απαγορεύεται κάθε έξοδος! Οι αρχές, επικαλούμενες μέτρα αποτροπής της μετάδοσης του κορονοϊού, απαγόρευσαν στους εισερχόμενους την έξοδο. Το Καρά Τεπέ έτσι, με πρόσχημα τον κορονοϊό, ξεκίνησε να λειτουργεί ως κλειστή δομή, αντίθετα με ό,τι δηλώνουν οι Ευρωπαίοι. Κοινώς φυλακή…

Ωστόσο, ο συνωστισμός που επικρατούσε κατά την είσοδο των προσφύγων στο Καρά Τεπέ ήταν τόσο έντονος που κανέναν δεν έπεισαν οι δηλώσεις των αρμοδίων ότι λόγοι υγείας επέβαλαν, το Καρά Τεπέ να λειτουργεί ως κλειστή δομή. Αν λάβαιναν σοβαρά τους λόγους υγείας δεν θα επέτρεπαν τον συνωστισμό που επικρατούσε επί τουλάχιστον τρεις ημέρες στην είσοδο του…

Η συνέχεια της λειτουργίας του, μιας και μόνο προσωρινή δεν θα είναι η εγκατάσταση, δεν επιφυλάσσει καμία έκπληξη: Αργά ή γρήγορα θα εξελιχθεί σε μια νέα και πιθανά χειρότερη Μόρια, με ακόμη πιο δραματικούς όρους διαβίωσης σε σχέση με το προϋπάρχων Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης. Σκηνές χωρίς πατώματα και τουαλέτες πλημμυρισμένες από ακαθαρσίες από τις πρώτες κιόλας μέρες εγγυώνται πώς όταν φύγουν και τα τελευταία ΜΜΕ, η κατάσταση θα γίνει ακόμη πιο δραματική και η χρήση βίας κατά των προσφύγων καθημερινό φαινόμενο…

Για πολλούς το Καρά Τεπέ δεν επελέγη τυχαία, ούτε μόνο εξαιτίας της γειτνίασής του με τη Μόρια. Το γεγονός ότι είναι ακρωτήρι διευκολύνει την κατασκευή προβλήτας που θα επιτρέψει όχι μόνο την πραγματοποίηση απελάσεων αλλά και την ώθηση όλων των σκαφών που έρχονται με νέους μετανάστες στο Καρά Τεπέ, έτσι ώστε να μην διαχέονται στο νησί της Μυτιλήνης. Επιπλέον, το έντονο κρύο που επικρατεί εκεί, ακόμη και με έναν αέρα 4-5 μποφόρ θα τους κάνει, πριν μπει ακόμη ο Δεκέμβριος, να υποφέρουν. Προφανώς μια ακόμη τιμωρητική πρακτική.

Η «Κοινή δήλωση» ΕΕ – Τουρκίας αιτία των δεινών

Το μεγαλύτερο πρόβλημα ωστόσο και η αιτία όλων των άλλων προβλημάτων που εμφανίζονταν στη Μόρια και αργά ή γρήγορα στο Καρά Τεπέ σχετίζεται με τις διαδικασίες χορήγησης ασύλου, όπως ξεκίνησαν να εφαρμόζονται μετά την περίφημη κοινή δήλωση ΕΕ – Τουρκίας τον Μάρτιο του 2016. Με βάση όχι μόνο το ανακοινωθέν της συνάντησης αλλά και τις δηλώσεις που ακολούθησαν, η συνεργασία των δύο μερών αρχικά θα αδυνάτιζε τα κύματα της μετανάστευσης και στη συνέχεια θα λειτουργούσε αποτρεπτικά.

Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε. Εν μέρει επειδή το αρχικό σχέδιο που προέβλεπε ότι όσοι κατέφταναν στην Ελλάδα θα έστελναν μηνύματα αποθάρρυνσης στους φίλους και συγγενείς τους προτρέποντας τους να μην επιχειρήσουν να εισέλθουν ουδέποτε πραγματοποιήθηκε. Ποιος θα έστελνε μήνυμα στους δικούς του ότι κατάφερε να διαφύγει από τόσους θανάσιμους κινδύνους και δαπάνησε τόσα χρήματα και τόσο κόπο για να καταλήξει να είναι φυλακισμένος στο ΚΥΤ της Μόριας; Δεν είναι άλλωστε και τόσο μακρινή η εμπειρία από Έλληνες μετανάστες που συστηματικά εξωράιζαν στα γράμματα που έστελναν τις συνθήκες ζωής τους στην ξενιτειά για να μη δυσαρεστήσουν γονείς, συγγενείς και φίλους τους…

Οι διαδικασίες που καθιέρωσε η «Κοινή δήλωση» ωστόσο, από κοινού με την παροιμιώδη ελληνική γραφειοκρατία που διαδραμάτισε ενεργητικό ρόλο στην υλοποίηση των ευρωπαϊκών επιλογών, ευθύνονται για το δράμα της Μόριας, το οποίο ήταν ένα καλά οργανωμένο και συνειδητό σχέδιο. Πώς αλλιώς μπορεί να απαντηθεί το εξής στοιχειώδες ερώτημα που τίθεται από κάθε καλοπροαίρετο: Γιατί οι αρμόδιες αρχές δεν επιτάχυναν τις διαδικασίες εξέτασης των αιτήσεων ασύλου και χορήγησης ή απόρριψης του έτσι ώστε η Μόρια να μην φτάσει να «φιλοξενεί» τον Σεπτέμβριο 13.000 άτομα, ενώ είχε αρχικά κατασκευαστεί για την υποδοχή 3.500; Για να το θέσουμε διαφορετικά: Γιατί τα αιτήματα δεν εξετάζονταν με τη δέουσα ταχύτητα έτσι ώστε η Μόρια να μην είναι τίποτε παραπάνω από ένας ενδιάμεσος σταθμός, όπως αρχικά προβλεπόταν, που θα φιλοξενεί τους αιτούντες άσυλο για λίγες εβδομάδες ή λίγους μήνες μόνον; Η απάντηση όσο κι αν ξαφνιάζει είναι πλήρως συμβατή με τη στάση που εξ αρχής τηρούσαν και συνεχίζουν να τηρούν τα κράτη μέλη της ΕΕ, δηλώνοντας απρόθυμα να μοιραστούν το βάρος το οποίο ανέλαβε η Ελλάδα στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης που προκάλεσε ο εμφύλιος της Συρίας: Η Μόρια, κατά παράβαση των όσων συμφωνήθηκαν, λειτούργησε ως κέντρο «παρκαρίσματος» προσφύγων και μεταναστών, ενώ η Ελλάδα πίσω από τις κουρτίνες ανέλαβε τον βρόμικο ρόλο του δεσμοφύλακα και πορτιέρη της ΕΕ. Καταστρατηγώντας το Διεθνές Δίκαιο, την ίδια ώρα που η κοινή δήλωση τηρούταν κατά γράμμα από τη σκοπιά Ελλάδας και ΕΕ, όχι όμως της Τουρκίας πριν καν μετατρέψει τους πρόσφυγες σε όπλο όπως έκανε το 2020, η Ελλάδα μετατράπηκε σε φυλακή και τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά σε ευρωπαϊκό Έλις Άιλαντ.

Το σημείο της «Κοινής δήλωσης» που απογείωσε τη γραφειοκρατία κάνοντας ακόμη πιο σύνθετη την αίτηση ασύλου από έναν πρόσφυγα, ήταν η καθιέρωση ενός επιπλέον σταδίου πριν την υποβολή κι εξέταση της αίτησης. Σε αυτό το στάδιο έπρεπε να κριθεί αν η Ελλάδα ή η Τουρκία θα εξέταζαν το αίτημα ασύλου. Για την  υλοποίηση της κοινής δήλωσης, που κακώς χαρακτηρίζεται συμφωνία ή απόφαση μιας και είναι μη δεσμευτική,  ιδρύθηκε το Ευρωπαϊκό Γραφείο Υποστήριξης Ασύλου (European Asylum Support Office – EASO), με έδρα τη Μάλτα. Όσο περνούσε ο καιρός κι η δουλειά του Ευρωπαϊκού Γραφείου Υποστήριξης Ασύλου έπαυε να είναι αποκλειστικά και μόνο η έκδοση εκθέσεων για τις προσφυγικές ροές, οι συγκρούσεις με τις αντίστοιχες ελληνικές υπηρεσίες γίνονταν καθημερινές και ξεκινούσαν από τα πιο άμεσα ζητήματα μέχρι τα πιο …μακρινά, όπως για παράδειγμα αν η Καμπούλ θεωρείται ασφαλής, όπως επέμενε το Ευρωπαϊκό Γραφείο υλοποιώντας τη γραμμή των Βρυξελλών. Οι δε διαδικασίες από την  ημέρα που υπογράφτηκε η «Κοινή δήλωση» άλλαζαν συνεχώς, σε βάρος του καθήκοντος που είχαν να επιτελέσουν: την έκδοση αποφάσεων για τη χορήγηση ασύλου. Οι 35-40 επιφορτισμένοι με το καθήκον των συνεντεύξεων υπάλληλοι του EASO, από ένα σύνολο 60 περίπου υπαλλήλων, συχνά χρειάζονταν παραπάνω από μία ημέρα για να ολοκληρώσουν τη συνέντευξη με τον κάθε αιτούντα άσυλο, ενώ εργάζονταν 4 ημέρες την εβδομάδα και χρειάζονταν επιπλέον χρόνο για να γράψουν την απόφασή τους. Οι συνεντεύξεις που έπαιρνε παράλληλα το ελληνικό Περιφερειακό Γραφείο Ασύλου κινούνταν μεν ταχύτερα, ήταν εξ ίσου όμως αδύνατο να διαχειριστούν αποτελεσματικά τον αριθμό των αιτούντων. Έτσι φτάσαμε μέχρι τον Μάρτιο, ο αριθμός των συγκεντρωμένων στην Μόρια να έχει ξεπεράσει τους 22.000 ανθρώπους, οι ανησυχίες για εξάπλωση της πανδημίας να έχουν κορυφωθεί και οι εντάσεις σε βαθμό μικρο-εξέγερσης μεταξύ των αιτούντων να έχουν εξελιχθεί σε κανονικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η φωτιά της 9ης Σεπτεμβρίου που κατέστρεψε τη δομή δεν ξάφνιασε κανέναν. Χώρια του γεγονότος ότι η πυρκαγιά τους βόλεψε όλους: Τους μετανάστες γιατί δεν άντεχαν να ζουν υπό τόσο άθλιες συνθήκες. Τους ντόπιους γιατί εξ αρχής δεν ήθελαν εκεί τη δομή, είτε ανοιχτή είτε κλειστή. Και τις αρχές, ευρωπαϊκές και ντόπιες, επειδή η διάχυση των προσφύγων στα γύρω κτήματα κι επί της ουσίας ο ανοικτός χαρακτήρας της δομής δεν τους επέτρεπε να ξεκινήσουν το πρόγραμμα επαναπροωθήσεων, μετά την απόρριψη των αιτημάτων ασύλου.

Η Μόρια θυσία στην «Ευρώπη – φρούριο»

Η αναβαθμισμένη ευθύνη που ανέλαβε η ελληνική πλευρά, κατ’ εντολή φυσικά των Βρυξελλών, στην κατεύθυνση μετατροπής της Μόριας σε προκεχωρημένο φυλάκιο της «Ευρώπης – φρούριο» φαίνεται από τη θέρμη με την οποία το ελληνικό υπουργείο Μετανάστευσης παρενέβη στον καθορισμό της σύνθεσης των δευτεροβάθμιων επιτροπών, έτσι ώστε να εξασφαλισθεί η εν πολλοίς αδικαιολόγητη απόρριψη των προσφυγών. Συγκεκριμένα, ήταν τον Ιούνιο του 2016 όταν ο τότε αναπληρωτής υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής Γ. Μουζάλας με την κατάθεση κατεπείγουσας τροπολογίας του υπουργείου στη Βουλή, όρισε ότι οι «ανεξάρτητες επιτροπές προσφυγών» θα αποτελούνταν στο εξής από δύο δικαστικούς κι ένα μέλος που υποδεικνύει η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, όταν μέχρι τότε συγκροτούνταν από έναν δημόσιο υπάλληλο ως πρόεδρο, ένα μέλος που υποδείκνυε η Ύπατη Αρμοστεία κι ένα μέλος που επέλεγε το υπουργείο από κατάλογο που του παρέδιδε η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ). Σε επιστολή που έστειλαν προς τον Τύπο 18 μέλη των σχετικών Επιτροπών εξέθεσαν το υπουργείο που παραβίασε το γράμμα του νόμου, ακόμη και το Διεθνές Δίκαιο όπως αποκάλυψε τότε η εφημερίδα Guardian, προκειμένου να υπηρετήσει τη νομικά διάτρητη «Κοινή δήλωση» ΕΕ –Τουρκίας και τις υπόγειες πιέσεις των Ευρωπαϊκών κρατών, δεδομένου ότι στις δικές τους πόλεις θα συνέρρεαν οι πρόσφυγες τα αιτήματα των οποίων απέρριπτε μαζικά κι αδικαιολόγητα το Ευρωπαϊκό Γραφείο Υποστήριξης Ασύλου.

Προς επίρρωση των παραπάνω, της εκτίμησης δηλαδή ότι μόνο με έξωθεν χειρισμούς ήταν δυνατό να απορριφθούν τα αιτήματα χορήγησης ασύλου, αρκεί να αναφερθεί η εθνική και ηλικιακή σύνθεση των εγκλωβισμένων της Μόριας στις 6 Σεπτεμβρίου, όπως μας ενημέρωσε εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας στο νησί κατά τη διάρκεια της παραμονής μας εκεί: 76% Αφγανιστάν, 7% Συρία, 7% Κονγκό, 3% Σομαλία και 2% Ιράκ. Με κριτήριο το φύλο και την ηλικία, 16% κορίτσια, 23% αγόρια, 23% γυναίκες και 38% άνδρες. Δεδομένου λοιπόν ότι όλοι προέρχονται από εμπόλεμες ζώνες και τόπους ξένους επεμβάσεων πώς θα τους απορριφθεί το αίτημα χωρίς τη μεσολάβηση πολιτικών λαθροχειριών;

Ανάλογες έκνομες διαδικασίες ακολουθούνται και σήμερα, με μοναδικό στόχο την απόρριψη των αιτημάτων ασύλου. Με βάση ανακοίνωση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Λέσβου, από τη Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου τέθηκε σε λειτουργία για πρώτη φορά στο Καρά Τεπέ το σύστημα των απομακρυσμένων συνεντεύξεων για αιτούντες καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Όπως όμως κατήγγειλαν οκτώ νομικές οργανώσεις με κοινή τους ανακοίνωση Τύπου δεν έχει διασφαλιστεί η πρόσβαση στη δομή των νομικών συμπαραστατών και δικηγόρων! Η ανακοίνωση καταλήγει με τα εξής, πλήρως αποκαλυπτικά και καθόλου τιμητικά: «Καλούμε τις αρμόδιες αρχές να σεβαστούν τη νομιμότητα και να απόσχουν από ενέργειες που καταστρατηγούν τα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο, καθώς δεν συνάδουν με το νομικό μας κεκτημένο και παραβιάζουν το εθνικό και ενωσιακό δίκαιο… Τέλος, φρονούμε ότι αυτές οι πρακτικές εκθέτουν τη χώρα μας σε μελλοντικές καταδίκες από ευρωπαϊκά και διεθνή δικαστήρια και όργανα»… Αξίζει να αναφερθεί ότι κίνδυνο προστίμων σε βάρος της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δημιουργεί και η ντε φάκτο μετατροπή των ανοιχτών δομών σε κλειστές…

Στη βάση όλων των παραπάνω, το Καρά Τεπέ θα εξελιχθεί σε ένα μνημείο της ανθρώπινης τραγωδίας, μιας και είναι πολύ πιθανό να επιταχυνθούν απότομα οι επαναπροωθήσεις προσφύγων, που στη Μόρια με τους πρόσφυγες χαμένους στους ελαιώνες δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν, κατόπιν υιοθέτησης διαδικασιών εξπρές για την εξέταση του ασύλου σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. Κι έτσι να απαντηθεί και το ερώτημα για το που θα χωρέσουν σε έναν τόσο περιορισμένο χώρο 13.000 άτομα…

Ενώ λοιπόν δεν ήταν ούτε επιβεβλημένο, ούτε αναπόφευκτο να μετατραπεί η Μόρια σε αποθήκη ανθρώπινων ψυχών – διαχρονική πολιτική επιλογή κατ’ εντολή της ΕΕ ήταν! – παραμένει το ερώτημα τι άλλο θα μπορούσε να είχε γίνει από το 2015 κιόλας που ξεκίνησαν να έρχονται στην Ελλάδα μαζικά οι πρόσφυγες.

«Η ΕΕ και η Ελλάδα είχαν να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο πολιτικές: οχύρωση απέναντι στις προσφυγικές ροές ή ενσωμάτωση τους», τονίζει ο νομικός Στρατής Σκουντιανέλλης. «Επέλεξαν την οχύρωση. Αυτή η πολιτική μετέτρεψε την Ελλάδα και δη τα νησιά σε γκρίζα ζώνη. Σε όμηρο επίσης της Τουρκίας. Το χειρότερο είναι πώς ακόμη και τώρα που έχει αποδειχτεί ότι η πολιτική της οχύρωσης απέτυχε δεν υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο. Ούτε από την Ευρώπη, ούτε από την Ελλάδα».

Την ύπαρξη εναλλακτικών σχεδίων από το 2015 ακόμη επισημαίνει ο Θωμάς Μαυροφύδης, διδάσκων στο Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, με αντικείμενο τα κοινωνικοτεχνικά συστήματα.  «Ο τότε πρύτανης του Πανεπιστημίου Στ. Γκρίτζαλης είχε προτείνει τη διαμόρφωση εκπαιδευτικών, επαγγελματικών προγραμμάτων ειδικά προσαρμοσμένων στις δυνατότητες και τις ανάγκες των προσφύγων, έτσι ώστε για όσο καιρό έμεναν στην Ελλάδα, πριν φύγουν για την Ευρώπη, να αποκτούσαν μια ειδικότητα και να διευκολυνόταν η κοινωνική τους ένταξη στην Ελλάδα και πολύ περισσότερο τη Γερμανία ή την Ολλανδία όπου κυρίως θέλουν να κατευθυνθούν». Είναι προτάσεις που έπεσαν στα κενό…

Απειλές κι όχι εξαγγελίες Μητσοτάκη από τη ΔΕΘ

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ούτε καν τα συντηρητικά Μέσα δεν κατάφερε να πείσει ο πρωθυπουργός με την ομιλία του από την Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης, που την επομένη κιόλας της συνέντευξης Τύπου αφαίρεσαν το θέμα από την πρώτη τους σελίδα. Η ομιλία του δεν περιλάμβανε κανένα ουσιαστικό φιλολαϊκό μέτρο, ενώ η καθιερωμένη συνέντευξή του την Κυριακή θα καταγραφεί ως μονόλογος, με στημένες κι εκ των προτέρων γνωστές, κοινώς μοιρασμένες, ερωτήσεις.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε το βήμα της ΔΕΘ για να ανακοινώσει επίσημα μια νέα αγορά του αιώνα με μεγάλο ωφελημένο την Γαλλία. Οι αγορές περιλαμβάνουν 18 μαχητικά αεροσκάφη Ραφάλ, αντικατάσταση παλαιότερων Μιράζ, εκσυγχρονισμό φρεγατών ΜΕΚΟ, ένταξη στον ελληνικό στόλο 4 νέων φρεγατών πολλαπλού ρόλου, κ.α. Πρόκειται για ένα εξοντωτικά δαπανηρό πρόγραμμα που αποκαλύπτει την σκοτεινή όψη της συμμαχίας με τον Μακρόν: «Ελλάς – Γαλλία σημαίνει χρεοκοπία»…

Ταυτόχρονα η πρόσληψη 15.000 Επαγγελματιών Οπλιτών έστω σε βάθος 5ετίας αν κάτι εξυπηρετεί είναι το βόλεμα των δεξιών ψηφοφόρων κι όχι την αμυντική θωράκιση της Ελλάδας. Οι διαδικασίες επιλογής των ΕΠΟΠ είναι όχι μόνο εδώ και χρόνια διάτρητες αλλά και ιδανικές για να μπουν στο δημόσιο χιλιάδες φτωχά παιδιά από την ύπαιθρο, που θα λειτουργούν στη συνέχεια ως μηχανές προσέλκυσης ψήφων για τους βουλευτές της ΝΔ αι ζωντανή απόδειξη του παλαιοκομματικού βολέματος στο δημόσιο δικών τους παιδιών, εν μέσω διαπρύσιων εξαγγελιών για επιτελικό κράτος, αξιοκρατία, κ.α.

Οι οικονομικές εξαγγελίες είχαν περισσότερο δημαγωγικό χαρακτήρα, μιας και ακόμη κι αυτή η ανακούφιση που θα προκαλέσουν θα ωχριά μπροστά στην αύξηση της ανεργίας που θα επέλθει όταν προσμετρηθούν οι χαμένες θέσεις εργασίας λόγω της συντριβής του τουρισμού ή τα μειωμένα εισοδήματα λόγω της αναγκαστικής θέσης των εργαζομένων σε καθεστώς «αναστολής εργασίας». Η κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης για το 2021 για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα (και όχι τους συνταξιούχους και του δημόσιους υπαλλήλους με τους οποίους ο σημερινός πρωθυπουργός έχει από το παρελθόν ανοιχτούς λογαριασμούς) θα ωφελήσει κυρίως τα υψηλά εισοδήματα, μιας και η εισφορά αλληλεγγύης έχει αφορολόγητο όριο τα 12.000 ευρώ.

Η ομιλία και η συνέντευξη του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ ωστόσο επιφύλασσε και δύο εκπλήξεις.

Η πρώτη αφορά το νόμο για τα εργασιακά. Όπως δήλωσε απαντώντας σε σχετική ερώτηση τον επόμενο μήνα πρόκειται να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο για τα εργασιακά. Αν για κάτι είμαστε σίγουροι είναι ότι το 8ωρο θα παραμείνει ως έχει, έστω κι αν μετατραπεί σε πουκάμισο αδειανό. Στο στόχαστρο της κυβέρνησης θα τεθεί το κόστος της υπερωρίας, έτσι ώστε οι επιχειρήσεις να επεκτείνουν την διάρκεια της εργάσιμης ημέρας κατά το δοκούν, πληρώνοντας ελάχιστα. Άμεσο αποτέλεσμα του ξεχειλώματος που θα επέλθει στο 8ωρο θα είναι η περαιτέρω μείωση του κόστους της ανθρώπινης εργασίας και φυσικά η αύξηση της ανεργίας. Αν για έναν εργοδότη το κόστος να απασχολεί έναν εργαζόμενο 10 και 12 ώρες είναι ίδιο με το κόστος που επισείει η δουλειά του το 8ωρο γιατί να κάνει νέα πρόσληψη;

Φιλοεργοδοτικό θα αποδειχθεί και το «πέρασμα από την επιδότηση της ανεργίας στην επιδότηση της εργασίας» όπως το παρουσίασε ο πρωθυπουργός. Η πλήρη κάλυψη των εργοδοτικών εισφορών ανεξαρτήτου μισθού για 6 μήνες, πέραν του επιπλέον κινήτρου 200 ευρώ τον μήνα για μακροχρόνια ανέργους, θα οδηγήσει την εργοδοσία στην πρόσληψη μακροχρόνια ανέργων μιας και το ασφαλιστικό τους κόστος θα είναι μηδενικό.

Η δεύτερη έκπληξη που επιφυλάσσει η κυβέρνηση σχετίζεται με την εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού συστήματος ασφάλισης στον δεύτερο πυλώνα, δηλαδή τις επικουρικές συντάξεις. Η εφαρμογή του αναμένεται από το 2021 και θα αφορά τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας. Δύο είναι οι στόχοι των αλλαγών που έρχονται και θα φέρουν την υπογραφή του νέου υφυπουργού Κοινωνικών Υποθέσεων Π. Τσακλόγλου.

Η πρώτη θα αφορά την ελάφρυνση του κρατικού προϋπολογισμού. Στην έκθεση Πισσαρίδη αφιερώνεται πολύς χώρος για να πειστούμε ότι στην Ελλάδα υπάρχει το πιο δαπανηρό ασφαλιστικό σύστημα της Ευρώπης. Ενδεικτικά, «η συνταξιοδοτική δαπάνη στην Ελλάδα παραμένει ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό του ΑΕΠ (16,5% έναντι 13,2% κατά μ.ο. στην ευρωζώνη), με την χώρα να βρίσκεται στην υψηλότερη θέση στην ευρωζώνη, παρά τις διαδοχικές περικοπές κι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό σύστημα από το 2010. Επιβαρυντικά για τα δημόσια οικονομικά δρα το υψηλό ποσοστό κρατικής επιχορήγησης για την κάλυψη συντάξεων σε ύψος 10,1% του ΑΕΠ το 2018, έναντι 3,1% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Σε συνδυασμό με την υψηλή μισθολογική δαπάνη της γενικής κυβέρνησης (11,75 έναντι 9,9% κατά μέσο όρο στην ευρωζώνη), το ελληνικό δημόσιο καταλήγει να δαπανά το υψηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ (28,4%) σε μισθούς και συντάξεις στην ευρωζώνη (έναντι 23,1% κατά μέσο όρο). Ως αποτέλεσμα της άνισης κατανομής των δαπανών, κρίσιμοι τομείς όπως η παιδεία, η υγεία και οι δημόσιες επενδύσεις υποχρηματοδοτούνται».

Κοινωνικός αυτοματισμός δια χειρός νομπελίστα Πισσαρίδη. Ή, για όποιον δεν κατάλαβε, αν κάποιοι φταίει για τις ελλείψεις νοσηλευτικού προσωπικού και δασκάλων είναι οι «βολεμένοι συνταξιούχοι»…

Στόχος της κυβέρνησης είναι να μειώσει τις δημόσιες δαπάνες για το ασφαλιστικό σύστημα ώστε να δίνει περισσότερα χρήματα σε επιχειρηματίες όπως οι αεριτζήδες των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και για προσλήψεις δικών της παιδιών…

Ο δεύτερος στόχος της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης είναι να προσφέρει ζεστό χρήμα στους κερδοσκόπους του τραπεζο-ασφαλιστικού συμπλέγματος. Παραδίνοντας στους τραπεζίτες τις συντάξεις θα μπορέσουν να αυξήσουν τα ρευστά διαθέσιμά τους και να επιδοθούν στο αγαπημένο παιχνίδι του τζόγου. Μέχρι που να σκάσει η επόμενη φούσκα και να ανακοινώσουν στους πελάτες τους, όπως θα αποκαλούνται στο εξής οι ασφαλισμένοι, ότι δυστυχώς ο ατομικός τους λογαριασμός εξαϋλώθηκε. Ας φανταστούμε που θα βρίσκονταν σήμερα οι συντάξεις αν οι κρατήσεις των εργαζομένων είχαν επενδυθεί την δεκαετία του ‘90 και του 2000 σε μετοχές ελληνικών τραπεζών… Αυτή θα είναι η μοίρα των επικουρικών συντάξεων, για αρχή, μετά την επικείμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση.

Χαϊδεύει τον Ερντογάν η Ευρωπαϊκή Ένωση

Όνειρο θερινής νυχτός θα αποδειχθεί πολύ σύντομα η φιλοδοξία της Αθήνας και της Λευκωσίας για επιβολή αυστηρών κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εναντίον της Τουρκίας. Οι κυρώσεις που θα επιβληθούν, όπως είναι το πιθανότερο στη Σύνοδο Κορυφής της 24ης και 25ης Σεπτεμβρίου έτσι ώστε να διασκεδασθεί η εδραιωμένη αντίληψη ότι η ΕΕ και πιο συγκεκριμένα η Γερμανία που ασκεί την κυκλική προεδρία το συγκεκριμένο εξάμηνο ανέχεται τις προκλήσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο και την Μεσόγειο, θα είναι επιδερμικές και ήσσονος σημασίας. Επ’ ουδενί με άλλα λόγια δεν πρόκειται να επιφέρουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στην Τουρκία, όπως θα έπρεπε να γίνει λόγω των καταστρατηγήσεων του διεθνούς δικαίου και των διαρκών απειλών για πολεμική εμπλοκή που εξαπολύει η Άγκυρα απέναντι σε δύο μέλη της ΕΕ.

Αν κρίνουμε από την θέση που καταλαμβάνουν τα ελληνοτουρκικά στον Ευρωπαϊκό Τύπο, το θέμα των τουρκικών απειλών απέναντι στην Ελλάδα και την Τουρκία βρίσκεται πολύ χαμηλά στην ατζέντα τους. Κι αυτή είναι μια ιεράρχηση που αντανακλά τις προτεραιότητες και τα υλικά συμφέροντα των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Εφ’ όσον η Μέρκελ κρίνει ότι δεν θέλει να χάσει από πελάτη της γερμανικής βιομηχανίας όπλων τον Ερντογάν, κι ας έχει μετατρέψει την Τουρκία σε μια απέραντη φυλακή, σύσσωμος ο ευρωπαϊκός Τύπος το υποβαθμίζει. Εξαίρεση σε αυτή την διαχείριση αποτέλεσε ο γαλλικός Τύπος όταν συγκεκριμένα ο Μακρόν αποφάσισε να συνεργαστεί με την Ελλάδα κι αυτή του η απόφαση μάλιστα υπαγορεύτηκε από δύο λόγους.

Αρχικά για να βάλει ένα φρένο στην επέκταση της Τουρκίας σε σφαίρες επιρροής που ανέκαθεν αποτελούσαν προνομιακό πεδίο της Γαλλίας, όπως η Αφρική. Την γαλλική πρωτοκαθεδρία νότια της Μεσογείου που σεβάστηκαν ακόμη κι οι Αμερικάνοι φαίνεται να γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του ο Ερντογάν χτίζοντας διμερείς σχέσεις ακόμη και με μη μουσουλμανικές χώρες. Δευτερευόντως, ο φιλελληνισμός του Μακρόν εκδηλώθηκε έναντι αδρών οικονομικών ανταλλαγμάτων. Η σχεδιαζόμενη αγορά μιας μοίρας μαχητικών αεροσκαφών Ραφάλ ύψους 1,5 δισ. ευρώ, η πιθανή ένταξη στη δύναμη του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού δύο τουλάχιστον φρεγατών Μπελχάρα, αν κι εφ’ όσον φυσικά το επιτρέψουν Γερμανοί κι Αμερικάνοι, και η απόφαση για τη συντήρηση των 44 αεροσκαφών Μιράζ είναι το τίμημα που θα εισπράξει το Παρίσι για τη συμπαράσταση του προς την Ελλάδα. Αναγκαίο να ειπωθεί ότι το κόστος της γαλλικής φιλίας, που αναμένεται να ξεκαθαρισθεί στη σύνοδο της Κορσικής (όπου η Γαλλία θα επικυρώσει μια άτυπη ένωση του ευρωπαϊκού Νότου υπό την ηγεμονία της) όσο κι αν καταβληθεί σε βάθος χρόνου, θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό τα δημόσια οικονομικά και θα αποτελέσει νέα αιτία συρρίκνωσης των κοινωνικών δαπανών στην Ελλάδα. Χωρίς και πάλι αυτή η θωράκιση (η αποτελεσματικότητα της οποίας αμφισβητείται πολλαπλώς από εμπειρογνώμονες του ελληνικού στρατού) να ακυρώσει τις τουρκικές βλέψεις. Γι’ αυτό τον λόγο είναι απευκταία, ως ένα ακόμη σχέδιο πρόσδεσης στο άρμα του ιμπεριαλισμού και δεν πρέπει να υλοποιηθεί!

Αν και ακραίο, πέρα για πέρα ενδεικτικό στοιχείο της βαθιά φιλοτουρκικής στάση που τηρεί η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτέλεσε η επίσκεψη του προέδρου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Ρόμπερτ Σπάνο στην Τουρκία. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου το οποίο υποτίθεται ότι προστατεύει αξίες όπως ο σεβασμός στη ζωή, το δικαίωμα στην ελευθερία της άποψης και της πολιτικής δράσης μετατράπηκε σε μαριονέτα, σε ένα άβουλο ζωάκι που επιδείκνυε ο Ερντογάν διαφημίζοντας την ευκολία με την οποία χειρίζεται την ευρωπαϊκή γραφειοκρατία που πετάει τη σκούφια της φυσικά για τραπεζώματα, φιλοφρονήσεις κι εξωτικά ταξίδια. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αποδείχτηκε τόσο αφελής που συναντήθηκε όχι μόνο με τον πρόεδρο Ερντογάν λίγες μόνο ημέρες μετά τον θάνατο στη φυλακή ηρωικών δικηγόρων που υπερασπίζονταν διωκόμενους πολίτες.

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού  Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποδείχτηκε τόσο εγκληματικά ανίδεος ώστε επισκέφθηκε και την πόλη Μαρντίν στο τουρκικό Κουρδιστάν, όπου ο εκλεγμένος δήμαρχός της παύτηκε από την κυβέρνηση κατηγορούμενος για σχέσεις με το κεντροαριστερό HDP. Και δεν ήταν ο μόνος. Συνολικά, 51 δήμαρχοι από τους 63 που εκλέχτηκαν με τη στήριξή του HDP παύτηκαν πέρυσι από τον Ερντογάν. Η επίσκεψη του ευρωπαίου αξιωματούχου προκάλεσε ομοβροντία αντιδράσεων από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και άλλες της αντιπολίτευσης στην Τουρκία, που κατήγγειλαν μάλιστα ότι ζήτησαν να συναντηθούν μαζί του για να του δείξουν με τεκμήρια το ολοκληρωτικό καθεστώς διώξεων που έχει επιβάλλει στο εσωτερικό της Τουρκίας ο ισλαμιστής Ερντογάν, κι ο Ρόμπερτ Σπάνο αρνήθηκε!

Έτσι έμαθαν κι οι δημοκρατικοί πολίτες πόσο κούφια κι άνευ αντικρίσματος είναι τα μεγάλα ευρωπαϊκά λόγια περί αλληλεγγύης, ανθρωπισμού, κ.λπ., κ.λπ.