Ανατρεπτικά και ενωτικά προς τις εκλογές του 2023, της Κατερίνα Θανοπούλου και του Λεωνίδα Βατικιώτη

Από το «Όχι» του λαϊκού κινήματος στη σκληρή φτώχεια και τη μεταμοντέρνα αφήγηση. Τι ηττήθηκε; Ποια είναι η ατομική, συλλογική και κομματική εμπειρία που αποκομίσαμε; Μπορούμε να βγούμε από τα αδιέξοδα και πώς;

Υπάρχουσα κατάσταση

Το πολιτικό – κοινωνικό τοπίο επί του οποίου διεξάγονται οι ζυμώσεις και οι προβληματισμοί εν όψει των εκλογών του 2023 καθορίζεται από τη βιαιότητα της επίθεσης του κεφαλαίου σε αλληλεπίδραση με την στρατηγική ήττα της Αριστεράς και των εργατικών αγώνων.

Οι αλλαγές που έχουν συντελεστεί στο οικονομικό, εργασιακό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό επίπεδο, από την κρίση χρέους και τη μνημονιακή εξαρτησιακή διαχείρισή της από όλες τις κυβερνήσεις μέχρι σήμερα, δημιουργούν ένα νέο πλαίσιο.

Σε αδρές γραμμές χαρακτηρίζεται από:

– την αυξανόμενη φτωχοποίηση όλο και μεγαλύτερου μέρους της κοινωνίας μας, με πτώση του βιοτικού επιπέδου και της αγοραστικής δύναμης, αύξηση της ελαστικής εργασίας και επισφάλειας,

– τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, την εκποίηση δημόσιων δομών και περιουσίας, την ιδιωτικοποίηση παραγωγικού πλούτου, την ένταση στην ταξική διάσταση και την απαξίωση της δημόσιας Παιδείας και Υγείας,

– τις δομικές αλλαγές στο εργασιακό πλαίσιο (συλλογικές συμβάσεις, μισθοί, έλεγχος, λειτουργία σωματείων, κ.ά.), με ταυτόχρονες νομοθετικές ρυθμίσεις ελέγχου και καταστολής σε απεργίες και κινητοποιήσεις.

Οι παραπάνω αλλαγές που αναδεικνύουν τη βίαιη επίθεση του κεφαλαίου αλληλεπιδρούν με την ήττα της Αριστεράς και τις συνέπειες της σε όλα τα επίπεδα.

Πριν, όμως, καταλήξουμε στα διδάγματα της περιόδου, ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε, θα πρέπει να διανύσουμε αυτό που οι ψυχαναλυτές θεωρούν αναγκαία στάδια πένθους (Άρνηση, Θυμός, Διαπραγμάτευση, Κατάθλιψη, Αποδοχή) και οι μαρξιστές αυτοκριτική και κριτική, μελέτη και γνώση των υποκειμενικών παραγόντων και των αντικειμενικών συνθηκών, επίγνωση των μεταβολών σε παραγωγικές δυνάμεις και παραγωγικές σχέσεις, με στόχους την υπεράσπιση της ζωής, της εργασίας και της αξιοπρέπειας των λαϊκών στρωμάτων και σκοπό την αλλαγή αυτού του συστήματος εκμετάλευσης.

Η παραμονή της Αριστεράς σε κάποιο από τα παραπάνω τέσσερα στάδια αλλά όχι στο απελευθερωτικό τελευταίο οδηγεί και στην αμηχανία της στην εκφορά ενός ολοκληρωμένου πολιτικού σχεδίου τόσο εδώ όσο και παγκόσμια. Αναδεικνύονται, και υπό αυτή την οπτική, οι ελλείψεις στην ιδεολογική, πολιτική συζήτηση και σύνθεση, οι ανοιχτές, ακόμα, πληγές από τις αλλεπάλληλες διασπάσεις, οι εύλογες φοβίες σε συνθετικές, συλλογικές, ενωτικές διαδικασίες, η δυστοκία στη διαχείριση του τώρα και της διαλεκτικής του σχέσης με το στρατηγικό σκοπό, οι αδυναμίες και τα λάθη στις κομματικές, συνδικαλιστικές και ευρύτερα κοινωνικές διαδικασίες και λειτουργίες που αντί να χειραφετούν προσπαθούν να χειραγωγήσουν.

Οι απαντήσεις, κατά τη γνώμη μας, δεν είναι εύκολες και απαιτούν μία νέα αρχή και μία ειλικρινή επανεκκίνηση που θα θέτει ξανά την αναγκαιότητα μιας απελευθερωτικής, κομμουνιστικής κοινωνίας.

Σε όλα τα προηγούμενα πρέπει να προστεθούν:

– η δεξιά μετακίνηση όλου του πολιτικού φάσματος

– η άνοδος της ρατσιστικής, ξενοφοβικής και ακροδεξιάς ιδεολογίας, και

– η διαφοροποίηση στην ψυχολογία ατόμου και μάζας.

Η ατομική λύση κερδίζει έναντι του συλλογικού αγώνα, η Αριστερά φαντάζει συνολικά αναξιόπιστη σε μία κοινωνία μουδιασμένη και διαρκώς συντηρητικοποιούμενη.

Με βάση την εντροπία το κενό στη φύση καταλαμβάνεται. Το ίδιο συμβαίνει και στην πολιτική. Άρα η ιστορική στιγμή και ο ιστορικός χρόνος είναι καθοριστικής σημασίας για το μετά.

Σε αυτή, λοιπόν, τη συγκυρία, το ζητούμενο κάθε πιθανού σχεδίου εκ μέρους της Αριστεράς είναι η αντιμετώπιση αυτής της διπλής πρόκλησης.

Δηλαδή:

– της ανακοπής της αστικής επίθεσης, ή ακόμα και της ήττας της σε επιμέρους πεδία

– της ανάταξης και αντεπίθεσης του κινήματος.

Πολιτικές προτάσεις

Τα υπάρχοντα σχέδια στο χώρο της Αριστεράς (όπου προφανώς δεν ανήκει ο ΣΥΡΙΖΑ, ως πολιτικός φορέας και όχι ως κοινωνική βάση) απέχουν από τους παραπάνω στόχους σε διαφορετικό βαθμό και για διαφορετικούς λόγους:

Το ΚΚΕ παρά τα πρόσφατα ανοίγματα θέτει ως προϋπόθεση για την κοινή δράση την ένταξη στις γραμμές του. Όποιος διαφωνεί με το πρόγραμμά του (πχ για τον «σοσιαλισμό που γνωρίσαμε») μένει κι εκτός της μαζικής πάλης, όπως την προωθεί το ΚΚΕ, προφανώς με μαχητικότητα, αυταπάρνηση, κ.λ.π. Η κοινωνική και ταξική του γείωση, όπως και η ιστορική εμπειρία του, ενώ θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση σ΄ ένα γενναίο κάλεσμα μετωπικής συμπόρευσης, συρρικνώνονται στο όνομα της διατήρησης δυνάμεων, της ιδεολογικής καθαρότητας και της εκ του αποτελέσματος δικαίωσης.

Η πλειοψηφία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρά την συρρίκνωσή της, δίνει μια εναγώνια μάχη διατήρησης του κομματικού της κεκτημένου με την αυτάρκεια ότι «μία είναι η αντικαπιταλιστική γραμμή». Ταυτόχρονα, απορρίπτει την μετωπική πολιτική, που την βαφτίζει υποχώρηση, ενώ καλεί -κι αυτή- σε ένταξη στο υπάρχον σχήμα, ψήφο εμπιστοσύνης δηλαδή στην υπάρχουσα γραμμή. Η πρωτοβουλία του ΣΕΚ καθώς και ανένταχτων μελών της να ανοίξουν το διάλογο για μία ευρύτερη συμπόρευση στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας για μια Ενωτική Κίνηση της Ριζοσπαστικής κι Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς θα έπρεπε να αναδειχθεί ως πολιτική διέξοδος και αφετηρία μεγαλύτερων και πιο ελπιδοφόρων αγώνων. Χαρακτηριστική και αναλυτική ήταν η ομιλία του Κώστα Παπαδάκη στον κινηματογράφο Στούντιο στις 19 Δεκεμβρίου 2022.

ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ επομένως καλούν σε ενότητα πίσω από τις γραμμές τους, μέσα από τις οργανώσεις τους και κάτω από τις σημαίες τους…

Εκ μέρους του ΜΕΡΑ 25, ακόμη και οι 7+1 προτάσεις που αποτελούν την πιο αριστερή εκδοχή του δημόσιου λόγου του, κινούνται πιο δεξιά ακόμη κι από τις θέσεις του προ-κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ. Η ΕΕ δεν μεταρρυθμίζεται μεν, αλλά δεν τίθεται θέμα εξόδου, ούτε καν εξόδου από το ευρώ! Το ίδιο και για το ΝΑΤΟ· πουθενά δεν τίθεται πρόταση εξόδου. Η δυνατότητα τους δε να ερμηνευτούν ποικιλοτρόπως αφήνουν ανοικτό κάθε ενδεχόμενο για την υλοποίησή τους. Η μετατόπιση θέσεών του σε πιο αριστερές γραμμές (Η Προγραμματική Συστράτευση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και των Κινημάτων που οραματιζόμαστε), η ευφυής τακτική και επικοινωνία αρκετές φορές και η συμμετοχή του σε επιμέρους κινήματα κινούνται σε ένα ασαφές ιδεολογικό και πολιτικό πεδίο, τόσο ως προς το συνολικό πρόγραμμα ρήξης και τον στρατηγικό σκοπό όσο και ως προς την οργανωτική του λειτουργία. Η μεταμοντέρνα φρασεολογία δημιουργεί εν τέλει αναξιοπιστία ως προς την κοινωνική γείωση του ΜΕΡΑ 25 και την ταξική του αναφορά. H συμπόρευση στη βάση κοινών στόχων σε κινηματικά πεδία και κοινωνικές διεκδικήσεις είναι αναγκαία και δημιουργεί τις επικοινωνιακές λαϊκές και ταξικές γέφυρες στη βάση των προβλημάτων και της λύσης τους, όμως η εκλογική συνεργασία υπηρετεί τελικά ένα άλλο πολιτικό σχέδιο.

Η εμπειρία του παρελθόντος και η αξιοποίησή της ως εργαλείου επανασύνθεσης

Στην απόφαση για την πορεία κάθε πολιτικού – ιδεολογικού ρεύματος μέχρι τις εκλογές πρέπει να βαρύνει, πέραν της συγκυρίας και των προγραμμάτων και το πρόσφατο (πλούσιο σε πειραματισμούς και ήττες) παρελθόν. Τα μελανά του χρώματα δεν διαμορφώθηκαν τόσο από τον βερμπαλιστικό αναχωρητισμό όσο, κυρίως, από τις αυταπάτες (για τον ριζοσπαστισμό και την συγκρουσιακή δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ) και τις διαψεύσεις, που οδήγησαν τον κόσμο της Αριστεράς μέσω των κυβερνητικών λύσεων είτε στην θαλπωρή των θώκων είτε στον συντηρητισμό και στην απογοήτευση. Η διάψευση του οράματος μίας κυβέρνησης της Αριστεράς που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κοινωνικό μετασχηματισμό, λαϊκή χειραφέτηση και εξέγερση και η αδυναμία των υπόλοιπων τμήματων και ρευμάτων να κινηθούν ως εκφραστές της λαϊκής αγανάκτησης έχει οδηγήσει, μοιραία, σε υποχωρήσεις, επαναφορές σε μήτρες ή και οπορτουνισμούς.

                Η πρώτη αιτία της υποχώρησης ήταν ότι τα φιλόδοξα σχέδια βρίσκονταν σε πλήρη αναντιστοιχία με την κατάσταση του κινήματος, της εργατικής τάξης και τους ταξικούς συσχετισμούς. Παρότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί, να ανοίξει τον δρόμο για την επαναστατική αλλαγή, υπό ορισμένους αυστηρούς όρους, η πορεία της δεν θα κριθεί από τις βουλευτικές έδρες όσων επαγγέλλονται την Αριστερά ή την ρήξη αλλά από την ταυτόχρονη και διαρκή κοινωνική, εργατική διεκδίκηση και έλεγχο, από τις πολύμορφες κοινωνικές και πολιτισμικές διεργασίες που θα προάγουν την αυτενέργεια στις γειτονιές και τους χώρους εργασίας, από την θεωρητική ανάταση της Αριστεράς, από την υπαγωγή κάθε θεσμικής αλλαγής στη βάσανο του συνολικού πλαισίου σύγκρουσης, ρήξης και επαναδημιουργίας. Αυτή η κοινωνική δυναμική μπορεί να αποτελέσει τη βάση στήριξης και να παρέχει την δύναμη ώθησης μιας μαχόμενης Αριστεράς που θέλει να φτάσει μέχρι το τέλος, υπηρετώντας τις δυνατότητες της εποχής μας για δίκαιη αναδιανομή του πλούτου, κοινωνικό και εργατικό του έλεγχο, αρμονική συνύπαρξη με το περιβάλλον, συνδιαμόρφωση και συμπερίληψη.

Το 2015 βιώσαμε αυτήν την αναντιστοιχία σε τέτοιο βαθμό ώστε ακόμα και η ισχυρή κοινοβουλευτική ομάδα της μετέπειτα ΛΑΕ δεν κατάφερε να βάλει φρένο στο χειρότερο Μνημόνιο από όσα ψηφίστηκαν από το 2010, παρότι η ίδια δεν το ψήφισε. Οι ταξικοί και πολιτικοί συσχετισμοί του 2023 (όπως ενδεικτικά μετριώνται με το ύψος του πραγματικού μισθού και τη δημοκρατία στους χώρους εργασίας) δεν θα ήταν τόσο δραματικοί αν δεν είχε προηγηθεί η ταπεινωτική υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ.

                Η δεύτερη (συνδεόμενη με την πρώτη) αιτία για την υποχώρηση ήταν η υποτίμηση της δύναμης του κεφαλαίου και των πολυπλόκαμων μηχανισμών άσκησης εξουσίας που διαθέτει ο καπιταλισμός. Η σύγκρουση προϋποθέτει τη μελέτη του αντίπαλου, προκειμένου να υπάρξει προετοιμασία οικονομική, κοινωνική, παραγωγική για κάθε ενδεχόμενο και ικανή κοινωνική βάση στήριξης. Αν υπήρχε στοιχειώδης επίγνωση γι’ αυτούς που βρίσκονται στην απέναντι όχθη, θα ήταν λιγότερο αβάσταχτη η ελαφρότητα των υποσχέσεων.

Η ίδια έλλειψη βάθους και προοπτικής χαρακτηρίζει και τα σημερινά σχέδια εκλογικής συνεργασίας με το ΜΕΡΑ25. Η εκλογική εκπροσώπηση δεν μπορεί να αποτελεί τη ραχοκοκκαλιά των πολιτικών συνεργασιών και τον ιεραρχικά πρώτο στόχο, γιατί μετακινεί το πολιτικό επίδικο της συγκυρίας από την ενωτική ταξική, κοινωνική συμπόρευση και ανάταση στην τακτική και επιβιωτική ανάθεση και ενδεχομένως σε άλλη μία ήττα στις σωρρευμένες ήττες της Αριστεράς.

Απέναντι στην άνευ όρων ιεράρχηση του στόχου της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης πρέπει να γίνει κατανοητό ότι σε ορισμένες εξόχως αρνητικές συγκυρίες, όπως η τρέχουσα, προέχει η συγκέντρωση δυνάμεων και η ανασυγκρότησή τους. O στόχος της συγκέντρωσης και μη έκθεσης δυνάμεων σε ναρκοθετημένες πολιτικές προτάσεις προέχει ακόμη και μιας επιλογής που θα προκρίνει για ψήφο το «μικρότερο κακό», μεταξύ μάλιστα δυνάμεων που αρνήθηκαν το πολιτικό μέτωπο…

Υπάρχει διέξοδος;

Απουσιάζει σήμερα, με άλλα λόγια, ένα μαχητικό ρεύμα διεκδικήσεων στην κοινωνία που να βρίσκεται σε διαλεκτική αλληλεπίδραση με τις πολιτικές ζυμώσεις.

Η ύφεση στη λαϊκή και κοινωνική συμμετοχή, στη συλλογική έκφραση και διεκδίκηση με την ταυτόχρονη κρίση εκπροσώπησης και την αποχή από τη σωματειακή λειτουργία, λειτουργούν ανασταλτικά σε θεωρητικούς σχεδιασμούς ρήξης και θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στον οποιοδήποτε πολιτικό σχεδιασμό. Οι μικρές νίκες της εργατικής τάξης (Cosco, e-food, κ.λπ.) δημιουργούν αισιοδοξία, δείχνουν τον δρόμο και την δυνατότητα νίκης ακόμη και σήμερα, δεν αλλάζουν αυτή την εικόνα.

Το συνολικό πολιτικό σκηνικό φαίνεται μετατοπισμένο στα δεξιά. Μια ακραία νεοφιλελεύθερη ΝΔ, με ακροδεξιούς σχηματισμούς να επανέρχονται στο προσκήνιο, υπηρετεί στο ακέραιο τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και των ευρωπαϊκών και διεθνών προστατών μας. Ο ΣΥΡΙΖΑ αδυνατεί να αντιπολιτευτεί, καθώς έχει απωλέσει τα αριστερά, ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά του και να αυξήσει το ποσοστό του, καθώς είναι αναξιόπιστος σε μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, μετά την υποχώρηση και την επί της ουσίας συναίνεση στα κομβικά και μεγάλα επίδικα.

Η σοσιαλδημοκρατία ακροβατεί, στην πολιτική της εκπροσώπηση μεταξύ τριών κομματικών σχηματισμών, που δεν είναι ομοιογενείς εσωτερικά. Στον ΣΥΡΙΖΑ, που επαναφέρει το αίτημα της άλλης μια φοράς κυβέρνησης ή συγκυβέρνησης της Αριστεράς, κυρίως μέσω αντι-δεξιών αντανακλαστικών και συνεργασιών. Ο πόλος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, που χωρίς να διακηρύττει κάτι ουσιαστικά διαφορετικό, αυξάνει τις δυνάμεις του, καρπώνοντας την υπεραξία της επί σειράς ετών κυβερνητικής και συνδικαλιστικής εξουσίας. Ο χώρος του ΜΕΡΑ25, που πια μη μπορώντας να εκφράσει πραγματικά ή θεωρητικά το λαϊκό και ταξικό αντι-μνημονιακό «Όχι», το οποίο είτε εξοστρακίστηκε, είτε ιδιώτευσε, είτε ενσωματώθηκε, είτε διοχετεύτηκε στην αριστερή πανσπερμία, προσπαθεί να διασωθεί εκλογικά. Ειδικά μετά την αποχώρηση του ενός τρίτου των βουλευτών του το ΜΕΡΑ25, απορροφά άτομα και στελέχη, μέσω μη ισότιμων, στην πράξη, και ανεξάρτητων συνεργασιών, υιοθετώντας πιο αριστερές θέσεις και ευαγγελιζόμενο την ενότητα ενός ευρύτερου μετώπου που θα οδηγούσε σε μία, ως αναφέρει, «πραγματικά προοδευτική κυβέρνηση».

Ωστόσο, ως επωφελή για την εργατική τάξη εμφανίζει την εκλογική του επιτυχία και το ΚΚΕ, το οποίο, όμως, διαθέτει εδραιωμένους δεσμούς με την τάξη και το συνδικαλιστικό της κίνημα.

Είναι φανερή, λοιπόν, η αναντιστοιχία ανάμεσα στις κοινωνικές ανάγκες και την πολιτική τους έκφραση.

Στην βάση των παραπάνω ισχυροποιείται η ανάγκη μιας προωθητικής συγκρότησης και συνεργασίας για την οικοδόμηση ενός πολιτικού μετώπου της αντικαπιταλιστικής, αντισυστημικής και ανεξάρτητης Αριστεράς, όπως συζητήθηκε στην επιτυχημένη εκδήλωση στον κινηματογράφο Στούντιο στις 19 Δεκεμβρίου 2022, με στόχους τόσο τους κοινούς αγώνες όσο και την κοινή εκλογική κάθοδο. Η ανταλλαγή απόψεων που ξετυλίχθηκε έθεσε εκ νέου και σε ανώτερο επίπεδο τους άξονες που είχαν τεθεί στην Αριστερή Πρωτοβουλία Διαλόγου και Δράσης, με τη συμμετοχή των οργανώσεων Αναμέτρηση, ΑΡΑΝ, ΛΑΕ, Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο και ΣΕΚ.

Το δημοσιευμένο κείμενο Τι μπορεί να κάνει η ριζοσπαστική και αντικαπιταλιστική Αριστερά στις εκλογές; των Χρίστου Τουλιάτου και Κώστα Μάρκου δίνει αρκετά αναλυτικά τις αδρές γραμμές και τα επίπεδα μιας μετωπικής συμπόρευσης που δεν θα αποκλείει κοινωνικά και κινηματικά αλλά θα θέτει όρους εκλογικά.

Μένει να δούμε αν η υπέρβαση και η εκφραζόμενη διάθεση τόσο σχημάτων όσο και ανένταχτων, με διαφορετικές διαδρομές και με διακριτή τη συμβολή τους στο κίνημα, τους αγώνες, την Αριστερά και την επαναστατική θεωρία, θα μπορέσουν να λειτουργήσουν καταλυτικά και ενοποιητικά, ώστε, άμεσα, να σαρκωθεί η κοινή μετωπική συνεργασία.

Ο ειλικρινής διάλογος όπως και η αγωνιστική συμπόρευση δεν σταματούν. Η Αριστερά οφείλει στο ρόλο της την ανάδειξη ενός επικαιροποιημένου, σύγχρονου σχεδίου ανασυγκρότησης, υπεράσπισης και αντεπίθεσης. Κάθε κρίκος, κάθε μονάδα, κάθε ιστορικό ρεύμα, κάθε συλλογικότητα ας επιλέξει τη διαδρομή που είτε θα λειτουργήσει προωθητικά, ως αφετηρία μια μακράς μάχης για την αντεπίθεση του κινήματος και την αντικαπιταλιστική ανατροπή είτε ανασχετικά, μέσα είτε από αναποτελεσματικούς κατακερματισμούς είτε από συγκυριακές ενοποιήσεις.

Το σύνθημα «Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος» αντικαθιστώντας το Λαό με την Αριστερά που οραματιζόμαστε, στο πλαίσιο που περιγράψαμε, όπως και η δυναμική μιας τέτοιας μετωπικής έκφρασης και συγκρότησης είναι οι καθοριστικοί παράγοντες για μια επιτυχημένη συμμετοχή στις εκλογές.

Οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό αντικείμενο προεκλογικής παροχολογίας από την κυβέρνηση, αντί για πεδίο διεκδικήσεων, του Λεωνίδα Βατικιώτη

Υπάρχει κάτι ακόμη πιο αντιδραστικό, ακόμη περισσότερο οπισθοδρομικό από την αδυναμία των αυξήσεων στον βασικό μισθό να εξασφαλίσουν την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, από την μείωση δηλαδή του πραγματικού μισθού. Είναι η μετατροπή των ανακοινώσεων για την αύξηση του βασικού μισθού σε πολιτικό εργαλείο στα χέρια της κυβέρνησης.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας όσο περνάει ο καιρός είναι εμφανές ότι θα κριθεί από την διαχείριση της στο επίπεδο της οικονομίας. Κι ως τώρα οι επιδόσεις της είναι απογοητευτικές. Βάσει της πρόσφατης δημοσκόπησης της Alco στο ερώτημα «ποιο είναι το βασικό κριτήριο για να επιλέξετε κόμμα που θα ψηφίσετε στις εκλογές» η πλειοψηφία (28%) απαντάει η οικονομία. Και ακολουθεί η στήριξη της κοινωνίας (24%). Στο ερώτημα δε, αν «συνολικά τα μέτρα της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της ακρίβειας έχουν βοηθήσει το νοικοκυριό σας» οι απαντήσεις ταλαντεύονται, με το 34% να απαντά λίγο και το 33% να απαντά καθόλου.

Σε αυτή την κατάσταση της λεπτής ισορροπίας η κυβέρνηση της ΝΔ χρησιμοποιεί την αύξηση του βασικού μισθού ως πολιτικό εργαλείο.

Ωστόσο, η αύξηση του βασικού μισθού αποσπάστηκε από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και περιήλθε στα χέρια της εκάστοτε κυβέρνησης, που αποφασίζει για το ύψος τους, με τον Μνημονιακό νόμο 4093/2012, βάσει του οποίου εγκρίθηκε το Μεσοπρόθσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016. Στον συγκεκριμένο νόμο, μνημείο κρατικού αυταρχισμού της περιόδου έκτακτης ανάγκης που εισήγαγαν τα Μνημόνια, προβλέπεται στο άρθρο ΙΑ.11: «Θεσπίζεται νέο σύστημα καθορισμού νόμιμου κατώτατου μισθού υπαλλήλων και ημερομισθίου εργατοτεχνιτών, το οποίο τίθεται σε ισχύ την 1.4.2013». Αποσαφηνίζει δε ότι «οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας». Έτσι τα μισθολογικά τέθηκαν εκτός διαπραγματεύσεων… Το πλαίσιο που αντικατέστησε τις συλλογικές διαπραγματεύσεις καθορίσθηκε στη συνέχεια με το νόμο 4172/2013, προσφέροντας στις πολιτικές αποφάσεις της κυβέρνησης δύο επιχρίσματα: ένα επιστημονικό κι ένα διαλόγου. Απέτυχαν ωστόσο από κοινού να κρύψουν τον κρατικό αυταρχισμό.

Το άρθρο απαγόρευσης των μισθολογικών διαπραγματεύσεων στις συλλογικές συμβάσεις, που τέθηκε ως όρος για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, αποδεικνύει ότι η διάσωση της Ελλάδας ισοδυναμούσε πρωτίστως με διάσωση της ελληνικής ολιγαρχίας. Η έξωση των μισθολογικών από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις που επέφερε το πάγωμα των κατώτατων μισθών ήταν εξυπηρέτηση προς τον ΣΕΒ που ήθελε να μετατρέψει την Ελλάδα σε χώρα φθηνού εργατικού δυναμικού, όπως και συνέβη… Το κύμα φυγής ειδικευμένου εργατικού δυναμικού που ακολούθησε σε πρώτη φάση και ανειδίκευτου σε δεύτερη φάση ήταν πιο προβλέψιμο κι από το κύμα ανατιμήσεων μετά την παύση της οικονομικής δραστηριότητας την περίοδο της πανδημίας.

Ενδιαφέρον δε, έχει πώς παρότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αναίρεσε, πλήρως ή μερικώς, πολλές από τις διατάξεις του συγκεκριμένου νόμου, για παράδειγμα τις μισθολογικές μειώσεις στους πανεπιστημιακούς (καλώς) και στους παράγοντες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (κακώς), την συγκεκριμένη πρόβλεψη την άφησε ανέγγιχτη. Πιθανότατα για να μην συγκρουστεί με τον ΣΕΒ και την ΕΕ.

Με μια γενναία ωστόσο αύξηση που παραχώρησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ το 2019, ύψους 11%, που ήταν και η πρώτη με το νέο καθεστώς, και την κατάργηση του υποκατώτατου μισθού, επιχείρησε να αμβλύνει τις εντυπώσεις από την διατήρηση του αυταρχικού, μνημονιακού πλαισίου καθορισμού του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου. Σημασία ωστόσο έχει πώς και ο ΣΥΡΙΖΑ υπέκυψε στην γοητεία ένταξης των μισθολογικών αυξήσεων στα προεκλογικά του χαρτιά, μετατρέποντας ένα κορυφαίο πεδίο ταξικής αντιπαράθεσης σε μέσο διεύρυνσης της εκλογικής του δεξαμενής.

Καθόλου τυχαία στην Βουλή μιλώντας ο Γ. Ραγκούσης εκ μέρους της αντιπολίτευσης την Τρίτη 17 Ιανουαρίου ενώ επέκρινε την χρονική συγκυρία που επέλεξε η κυβέρνηση για να ανακοινώσει τις αυξήσεις, άφησε εκτός συζήτησης το πλέον ακανθώδες θέμα που είναι ποιος αποφασίζει για τις αυξήσεις: η κυβέρνηση ή οι εργαζόμενοι που θα μπορούν να κάνουν απεργίες ώστε να πιέσουν για υψηλότερες αυξήσεις;

Μείωση πραγματικού μισθού το 2022

Η κυβέρνηση της ΝΔ δεν παραχώρησε αυξήσεις ούτε το 2020 ούτε το 2021, αποδεικνύοντας έτσι την αναντικατάστατη χρησιμότητα του νόμου για τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων. Οι διπλές αυξήσεις που έδωσε η κυβέρνηση το 2022 (2% την 1η Ιανουαρίου και 7,5% την 1η Μαΐου) οδηγώντας τον βασικό, μικτό μισθό από τα 650 ευρώ στα 713 δεν κατάφεραν να ακυρώσουν την διάβρωση που προκάλεσε  ο πληθωρισμός. Μάρτυρας η εκτίμηση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για απώλειες της τάξης του 19% στις κατώτατες αποδοχές και 9-14% στις αποδοχές έως 1.100 ευρώ.

Φτάνουμε έτσι στο 2023, με τον αρμόδιο υπουργό Κωστή Χατζηδάκη να καταθέτει άρον – άρον στην Βουλή την Τρίτη 17 Ιανουαρίου την τροπολογία για την εκκίνηση της συμβουλευτικής διαδικασίας προσδιορισμού του κατώτατου μισθού, εν πολλοίς διακοσμητική μιας και η απόφαση για το ύψος των αυξήσεων ανήκει αποκλειστικά και μόνο στην κυβέρνηση. Μάλιστα, η απόφαση επίσπευσης των χρονοδιαγραμμάτων ώστε οι αυξήσεις σε μισθούς και ημερομίσθια να χορηγηθούν την 1η Απριλίου, αντί της 1ης Μαΐου, επιβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση οδηγεί τον μαυρογιαλουρισμό σε νέα ύψη, εμφανίζοντας ως μεγαλοψυχία και δείγμα γενναιοδωρίας και κοινωνικής της ευαισθησίας ένα μέτρο που όφειλε να αποτελεί υπόθεση των εργαζομένων! Επιδίδονται σε παροχές με τα απαγορευμένα δικαιώματά μας.

Η κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη ωστόσο δεν αποδεικνύει μόνο πόσο βαθιά υποταγμένη είναι στον ΣΕΒ, που θεωρεί ζήτημα αρχής να μείνουν οι αυξήσεις εκτός διαπραγματεύσεων και στο έλεος των κυβερνήσεων. Αποδεικνύει επίσης και την υποκρισία της. Τόσο ο πρωθυπουργός, όσο και ο αρμόδιος υπουργός Κ. Χατζηδάκης δεν χάνουν ευκαιρία να κατακεραυνώνουν το κράτος που ανακατεύεται «εκεί που δεν το σπέρνουν», ζητώντας εμμονικά λιγότερο κράτος, όταν θέλουν να παραχωρήσουν δημόσια αγαθά, όπως η ενέργεια, σε φίλους ολιγάρχες… Όταν όμως πρόκειται να απαγορεύσουν στους εργαζόμενους να διεκδικούν, εκεί οι «ασυμβίβαστοι» νεοφιλελεύθεροι μετατρέπονται στους πιο δογματικούς κρατικολάγνους, αναλαμβάνοντας δραστηριότητες, όπως η ανακοίνωση των μισθών, που μόνο δικτατορίες έχουν υπό την ευθύνη τους.

Σε κάθε περίπτωση δεν είναι μόνο το ύψος της αύξησης! Ο μνημονιακός νόμος για τον κατώτατο μισθό επέφερε συντριπτικό πλήγμα στους μισθούς και τα ημερομίσθια γιατί αφορώντας γύρω στους 650-700.000 εργαζόμενους μόνο, σε ένα σύνολο 4.138.000 εργαζομένων (γύρω δηλαδή στο 15%), δεν επιδρά ούτε στα υψηλότερα κλιμάκια (όσους δηλαδή αμείβονται με 800 ή 900 ευρώ), ούτε στις κλαδικές συμβάσεις.

Στην βάση των παραπάνω οι μεγαλοστομίες του Κ. Χατζηδάκη για έμπρακτη στήριξη των εργαζομένων είναι κενό γράμμα και προσπάθεια συγκάλυψης της επιδείνωσης της θέσης των εργαζομένων που φέρνει η κυβερνητική πολιτική. Αρκεί να σκεφτούμε ότι η πιθανολογούμενη αύξηση είτε κυμανθεί στο ελάχιστο 5,5% είτε στο μέγιστο 9,5% θα ωθήσει τον βασικό καθαρό μισθό στην καλύτερη περίπτωση στα 665 ευρώ (781 μικτά) και στη χειρότερη στα 643 ευρώ (752 μικτά). Με άλλα λόγια 100 ευρώ πιο κάτω από το επίπεδο των μσιθών πριν την ένταξη στα μνημόνια, όταν η δημόσια συζήτηση ζητούσε την κατάργηση του αίσχους της γενιάς των 750 ευρώ. Η Νέα Δημοκρατία σήμερα εμφανίζει τα 650 ευρώ ως δείγμα της φιλευσπλαχνίας της…

Νέο κύμα ακρίβειας θα φέρει η επέκταση των δικαιωμάτων ρύπων στην βιομηχανία, του Λεωνίδα Βατικιώτη

Πηγή: Εφημερίδα Documento

Ό,τι συνέβη με την λιγνιτική παραγωγή που κατέστη πανάκριβη, με αποτέλεσμα ένα φθηνό μέσο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας να περάσει στην αχρηστία κι όταν χρησιμοποιείται να είναι ασύμφορο, θα συμβεί σε λίγα χρόνια σε δεκάδες άλλους κλάδους της ευρωπαϊκής οικονομίας: Από τις μεταφορές και την οικιακή θέρμανση μέχρι την παραγωγή της βαριάς βιομηχανίας. Τα κόστη και οι τιμές τους θα εκτοξευθούν στα ύψη με αποτέλεσμα τάχιστα να διαχυθεί σε κάθε εθνική οικονομία ένα νέο κύμα ακρίβειας που θα πλήξει περαιτέρω το βιοτικό επίπεδο των πιο φτωχών Ευρωπαίων.

Το νέο κύμα ακρίβειας θα είναι αποτέλεσμα της μεταρρύθμισης της αγοράς ρύπων που συμφωνήθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση το Σαββατοκύριακο 17 και 18 Δεκεμβρίου 2022 και μένει να αποφασισθεί από το Ευρωκοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η αγορά ρύπων είναι ένα χρηματιστήριο όπου μέχρι τώρα οι επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος αγόραζαν, μεταξύ άλλων και, δικαιώματα εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα. Η δημιουργία του παρουσιάστηκε ως ένα μέτρο μείωσης των επικίνδυνων για το φαινόμενο του θερμοκηπίου εκπομπών. Στην πραγματικότητα εξελίχθηκε σε ένα εργαλείο φτωχοποίησης της κοινωνίας, επέκτασης της ενεργειακής φτώχειας και θησαυρισμού των γνωστών αγνώστων αρπακτικών που βρήκαν μια νέα αγορά για να θησαυρίζουν· αυτή την φορά αγοράζοντας και πουλώντας …θάνατο, όπως είναι το διοξείδιο του άνθρακα. Μάρτυρας της κερδοσκοπίας είναι η αύξηση των τιμών των δικαιωμάτων κατά 20 και 30 φορές μέσα σε λίγα χρόνια.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση ωστόσο …άρεσε τόσο πολύ το χρηματιστήριο ρύπων ή το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών που αποφάσισε να το επεκτείνει ώστε να συμπεριλαμβάνει από τις βιομηχανίες (που εκτιμώνται σε 10.000) μέχρι τις μονάδες αποτέφρωσης αστικών απορριμμάτων. Μέχρι τώρα, στο πλαίσιο της σταδιακής προσαρμογής, στις συγκεκριμένες ρυπογόνες μονάδες χορηγούνταν δωρεάν δικαιώματα. Στο εξής η αγορά δικαιωμάτων αναμένεται να στρέψει τις συγκεκριμένες μονάδες στην υιοθέτηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Το πιθανότερο είναι πώς τα συγκεκριμένα σχέδια θα αποδειχθούν φρούδες ελπίδες και θα έχουν την κατάληξη που είχαν και τα σχέδια πίσω από την υιοθέτηση του πρώτου Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η ενεργειακή φτώχεια θα εκφραστεί με αποβιομηχάνιση και κλείσιμο μικρών μονάδων παραγωγής που αδυνατούν να υιοθετήσουν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Επίσης, με ακρίβεια σε πολλά βασικά αγαθά (από το τσιμέντο και το αλουμίνιο μέχρι κάθε είδους σιδηροκατασκευές) καθώς στο κοστολόγιο τους θα περιέχεται και η αγορά δικαιωμάτων ρύπων, τα οποία στη συνέχεια θα μετακυλίονται στην τελική κατανάλωση και την λιανική τιμή…

Η αποτυχία του υπάρχοντος συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων ρύπων αποτυπώνεται στην αύξηση ρεκόρ που αναμένεται να καταγράψουν φέτος οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα σε όλο τον κόσμο αλλά και την Ευρώπη, παρότι έχει θέσει τους πιο αυστηρούς στόχους για την μείωσή τους. Η αύξηση ρεκόρ στην Ευρώπη (για δεύτερη συνεχή χρονιά) ήταν αποτέλεσμα της εκτόξευσης της τιμής του φυσικού αερίου που προκρίθηκε ως καύσιμο γέφυρα στον δρόμο για την Πράσινη Μετάβαση και στο ευρύτερο πλαίσιο της πιο πρόχειρης και κακοσχεδιασμένης τεχνολογικής αλλαγής που έχει συντελεστεί ποτέ στην ιστορία της παγκόσμιας οικονομίας. Έτσι, η στροφή στην πράσινη ενέργεια, όπως υλοποιήθηκε κατ’ εντολή του πανίσχυρου λόμπι των ΑΠΕ, το μόνο που κατάφερε είναι ενεργειακή και οικονομική φτώχεια. Γιατί η επέκταση αυτού του αναποτελεσματικού και διαβλητού συστήματος να πάει καλύτερα;

ΚΟΣΟΒΟ: Λάδι στην φωτιά των Βαλκανίων ρίχνουν πάλι Γερμανία και ΗΠΑ, του Λεωνίδα Βατικιώτη

Από μία κλωστή κρέμεται η ειρήνη στο ΝΑΤΟϊκό προτεκτοράτο του Κοσόβου μετά τις αλλεπάλληλες προκλήσεις της Γερμανίας και των Αμερικανών που αμφισβητούν το μοναδικό διεθνώς αναγνωρισμένο και δεσμευτικό στάτους της περιοχής.

Το Κόσοβο, βάσει της απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ του 1999 απολαμβάνει ουσιώδους αυτονομίας ενώ συνεχίζει να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Επίσης, απόφαση της Διάσκεψης Κορυφής ΕΕ – Δυτικών Βαλκανίων στη Θεσσαλονίκη στις 21 Ιουνίου 2003 ανέφερε ότι «εμείς οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων υποστηρίζουμε την πλήρη εφαρμογή της απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για το Κοσυφοπέδιο». Επίσης, στην μετέπειτα συμφωνία των Βρυξελλών του 2013 ρυθμίστηκαν εκκρεμότητες μεταξύ Σερβίας και Πρίστινας, χωρίς να αμφισβητείται η ισχύς της απόφασης 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Στην πράξη αντίθετα, τόσο το 1244 όσο και οι Συμφωνίες της Θεσσαλονίκης και των Βρυξελλών μοιάζουν με τις Συμφωνίες του Μινσκ, όπως δήλωσε η πρώην γερμανίδα καγκελάριος: Υπογράφτηκαν μόνο και μόνο για να κερδίσει χρόνο η Δύση και να προλάβει το Κόσοβο να εξοπλιστεί ώστε να υλοποιηθούν τα αμερικανο-γερμανικά σχέδια, παρά κι ενάντια στο διεθνές δίκαιο. Γι’ αυτό τον λόγο οι προβλέψεις που προστατεύουν τους Σέρβους δεν έχουν υλοποιηθεί με ευθύνη Γερμανίας και ΗΠΑ οι οποίες όχι μόνο προστατεύουν το Κόσοβο αλλά του επιτρέπουν να λειτουργεί κι ως παγκόσμιο κέντρο εμπορίας ναρκωτικών, σωματεμπορίας και κάθε είδους απάτης.

Το έτος που φεύγει μια σειρά γεγονότων ωθεί στην επιτάχυνση της ανεξαρτητοποίησης του Κοσόβου από την Σερβία, με κάθε μάλιστα κόστος.

Σημείο – σταθμός σε αυτή την πορεία η δήλωση ανεξαρτητοποίησης του Κοσόβου από την Σερβία τον Φεβρουάριο του 2008, που βρήκε θερμή υποστήριξη από τους Αμερικανούς δια στόματος Τζο Μπάιντεν μάλιστα όταν ήταν αντιπρόεδρος του Μπάρακ Ομπάμα. Δύο χρόνια μετά την ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο προέβη σε μια πρωτοφανή απόφαση καθώς έκρινε ότι η μονομερής ανακήρυξη δεν παραβιάζει το διεθνές δίκαιο. Ήταν μία απόφαση κόλαφος για την διεθνή νομιμότητα καθώς από την μια αμφισβητούσε το απαραβίαστο των συνόρων και από την άλλη προσέφερε την νομική κάλυψη σε οποιαδήποτε εθνότητα θα διεκδικούσε την απόσχισή της. Για την ακρίβεια όχι σε οποιαδήποτε εθνότητα, αλλά αυστηρά σε εκείνες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μοχλοί αποσταθεροποίησης και όργανα εξυπηρέτησης του ιμπεριαλισμού, βλέπε τα ναζιστικά μορφώματα των Βαλτικών Δημοκρατιών, κράτη – θραύσματα της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, κοκ.

Έκτοτε πάνω από 100 κυβερνήσεις έχουν αναγνωρίσει το Κόσοβο ως ανεξάρτητο κράτος. Από την Ευρωπαϊκή Ένωση πέντε κράτη δεν το έχουν αναγνωρίσει ώστε να μην δημιουργηθεί προηγούμενο: Ισπανία, Κύπρος, Ελλάδα, Ρουμανία και Σλοβακία. Κατά συνέπεια η ΕΕ ως όλον δεν έχει αναγνωρίσει ακόμη το Κόσοβο κι ούτε πρόκειται να το κάνει αν δεν θέλει να δει την Καταλονία κι άλλες αμφισβητούμενες περιοχές που κατοικούνται από εθνικές μειονότητες να διεκδικούν ή να ανακηρύττουν την δική τους εθνική ανεξαρτησία επικαλούμενες το προηγούμενο του Κοσόβου.

Παρόλα αυτά, η Γερμανία χρησιμοποιώντας την ΕΕ σαν το μακρύ της χέρι και στολή παραλλαγής ώθησε τους κατσαπλιάδες του Κοσόβου να καταθέσουν επίσημο αίτημα ένταξης στην ΕΕ. Άμεσα δε να ζητήσουν απελευθέρωση της βίζας ώστε να επιτρέπονται ταξίδια και διαμονή από το ΝΑΤΟϊκό προτεκτοράτο στις 27 χώρες της ΕΕ μέχρι και 90 ημέρες, χωρίς εκ των προτέρων έγκριση.

Το πράσινο φως για την κατάργηση της βίζας αναμένεται να δοθεί επίσημα στις αρχές του 2023 από το Ευρωκοινοβούλιο και από το Συμβούλιο της ΕΕ· με άλλα λόγια είναι θέμα πολύ λίγων εβδομάδων. Οργανισμοί δηλαδή που όταν θέλουν να αποφασίσουν κοινές προμήθειες ή την επιβολή πλαφόν στην τιμή του φυσικού αερίου συζητούν και διαφωνούν επί έναν ολόκληρο χρόνο, τώρα για να δημιουργήσουν ένα ακόμη υποτελές τους κρατίδιο στην καρδιά των Βαλκανίων και να ακρωτηριάσουν την Σερβία θα συνεδριάσουν και θα αποφασίσουν με διαδικασίες φαστ τρακ…

Η έγκριση ωστόσο του κοσοβαρικού αιτήματος ένταξης εγείρει πολύ σοβαρά ζητήματα, που δεν επιτρέπεται να προσπεραστούν αδιάφορα. Η γερμανική εμμονή να ενταχθεί το προτεκτοράτο του Κοσόβου στην ΕΕ ισοδυναμεί με μια πανηγυρική και ντε φάκτο ακύρωση του βέτο στην (ούτε για αστείο ενιαία) ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική. Η Γερμανία δεν αφήνει ευκαιρία να πάει χαμένη που να μην θέσει το αίτημα της δημόσια. Υποστηρίζει μάλιστα, όπως έγραψε ο γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς, ότι το βέτο θα θυσιασθεί «για καλό σκοπό»: στον βωμό της Ευρωπαϊκής ισχύος. Απαξιώνει μάλιστα ως «εγωιστικά μπλοκαρίσματα» τα βέτο που έχουν τεθεί στο παρελθόν.

Τα γερμανικά συμφέροντα υπεράνω όλων

Το παράδειγμα του Κοσόβου ωστόσο άλλα δείχνει: Πρώτο, ότι το βέτο έχει ήδη καταργηθεί όταν τυπικά κυρίαρχα κράτη (όπως Ελλάδα, Ισπανία, Κύπρος, Ρουμανία και Σλοβακία) συναινούν να χορηγηθεί βίζα και να δοθεί προενταξιακό καθεστώς σε ένα κράτος που δεν αναγνωρίζουν! Σε ένα κράτος που επίσημα δεν υφίσταται! Πρόκειται για ακραία περίπτωση ακύρωσης εθνικών κρατών και ταπείνωσης! Δείχνει, δεύτερο, ότι η σημερινή ενιαία υποτίθεται Ευρώπη, είναι στην πραγματικότητα μια Γερμανική Ευρώπη! Το Βερολίνο χρησιμοποιεί την ΕΕ, τσαλαπατώντας όλες τις θεσμοθετημένες διαδικασίες λήψης αποφάσεων, για να επιβάλλει τα δικά του στενά οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, τα οποία μάλιστα καταπατούν το διεθνές δίκαιο, όπως το ψήφισμα 1244. Κατά συνέπεια το Βερολίνο έχει ήδη καταργήσει ντε φάκτο το βέτο για να εξυπηρετήσει την επιστροφή του γερμανικού αλυτρωτισμού για τρίτη φορά.

Οι ραγδαίες εξελίξεις των τελευταίων μηνών επιτάχυναν την διαδικασία οριστικής ανεξαρτητοποίησης του Κοσόβου. Συγκεκριμένα, η προσπάθεια απαγόρευσης στους 120.000 Σέρβους που κατοικούν στο βόρειο Κόσοβο να χρησιμοποιούν σερβικές πινακίδες κυκλοφορίας στα ΙΧ αυτοκίνητά τους, η προσπάθεια σύλληψης Σέρβου μειονοτικού αστυνομικού που κατηγορείται ότι πυροβόλησε αστυνομικούς του Κοσόβου, η μετέπειτα αποχώρηση όσων Σέρβων αστυνομικών και δικαστικών υπηρετούσαν στη δημόσια διοίκηση του Κοσόβου και κυρίως η δημιουργία οδοφραγμάτων στα εδαφικά όρια της σερβικής μειονότητας δημιούργησαν την εύφλεκτη ύλη που καθιστά θέμα χρόνου μια αναζωπύρωση.

Η πολυεθνική ΝΑΤΟϊκή δύναμη 4.000 στρατιωτών που στρατοπεδεύει μόνιμα στο Κόσοβο στο αποκορύφωμα των ταραχών ανήγγειλε στρατιωτική άσκηση, που δεν ήταν τίποτε άλλο από επίδειξη δύναμης απέναντι στην Σερβία, ώστε να αποθαρρύνει οποιαδήποτε κίνηση του σερβικού στρατού.

Ενδεικτικό στοιχείο για την εξόφθαλμη στράτευση των ΝΑΤΟϊκών στο πλευρό των Κοσοβάρων είναι η απάθεια που έδειξαν το 2004 στη διάρκεια ταραχών οι οποίες οδήγησαν στον θάνατο δεκάδων Σέρβων και στην βίαιη εκδίωξη χιλιάδων οικογενειών μειονοτικών που κατέφυγαν στην Σερβία για να γλυτώσουν το πογκρόμ και τις καθημερινές ταπεινώσεις. Η εθνοκάθαρση σε βάρος των Σέρβων διευκόλυνε το σχέδιο των Κοσοβάρων κατσαπλιάδων για ένα εθνικά ομοιογενές Κόσοβο. Έτσι, για να γίνουν ακόμη πιο έντονες οι αναλογίες, οι Σέρβοι του Κοσόβου υπέμεναν τα μαρτύρια των ρωσώφωνων στο Ντονμπάς από το 2014 που έγινε το πραξικόπημα του Μεϊντάν…

Το παράδοξο μάλιστα είναι ότι στο ψήφισμα 1244 του ΟΗΕ (κατ’ εντολή του οποίου επιχειρεί η KFOR στο Κόσοβο) προβλέπεται η ανάπτυξη σερβικού στρατού στο Κόσοβο, στο πλαίσιο συγκεκριμένων αποστολών. Αντίθετα, αν κάτι δεν προβλέπεται είναι η απαγόρευση της εισόδου και δράσης του, όπως συνέβη όταν η Σερβία υπέβαλε τη σχετική αίτηση. Η βιασύνη μάλιστα της γερμανίδας υπουργού Εξωτερικών, Αναλένα Μπέρμποκ, να απορρίψει το αίτημα των Σέρβων προκάλεσε την άμεση αντίδραση του σέρβου προέδρου Αλεξάνταρ Βούτσιτς που εγκάλεσε την γερμανίδα υπουργό ως αναρμόδια να απαντήσει, ενώ της επέρριψε την ευθύνη για την απροθυμία της Πρίστινας να εφαρμόσει τις συμφωνίες που έχει ως τώρα υπογράψει και αφορούν τα δικαιώματα των Σέρβων του Κοσόβου. 

Η Σερβία του 2022 δεν είναι η Σερβία της δεκαετίας του 2000. Έχει αναβαθμίσει τις στρατιωτικές της υποδομές κι έχει δηλώσει ότι δεν θα υποχωρήσει μπροστά στο χρέος της να υπερασπιστεί τους διωκόμενους Σέρβους του Κοσόβου. Το βράδυ της Δευτέρας 26 προς Τρίτη 27 Δεκεμβρίου ο πρόεδρος της χώρας έθεσε τον στρατό και την αστυνομία σε ύψιστη ετοιμότητα, αφήνοντας όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά!

Η ένταση στο Κόσοβο, όσο θα έρχεται πιο κοντά η ένταξη του στην ΕΕ, θα οδηγήσει την Σερβία να παγώσει την δική της ενταξιακή πορεία, να έρθει σε σύγκρουση με Βρυξέλλες και Βερολίνο και ταυτόχρονα να πλησιάσει ακόμη περισσότερο την Μόσχα και την Κίνα.
Ταυτόχρονα, η Γερμανία θα εκμεταλλευτεί την δημιουργία μιας χαίνουσας πληγής στο κέντρο των Βαλκανίων για να νομιμοποιήσει την αποστολή στρατού της εκτός συνόρων και την στρατιωτικοποίηση της ίδιας της ΕΕ…

Η Ελλάδα μόνο χαμένη θα βγει από την ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου κατά πολλούς τρόπους. Το ευρωπαϊκό «πλυντήριο» του Κοσόβου που κατοικείται από μουσουλμάνους θα απομακρύνει την Ελλάδα από την Σερβία ενώ θα δώσει νέα ώθηση στα αναθεωρητικά σχέδια της Μεγάλης Αλβανίας, που υποστηρίζονται επίμονα και παντοιοτρόπως από την Τουρκία…

Επιζήμια για τον ελληνικό λαό κι επικίνδυνη για την ΔΕΗ η εξαγορά της Enel Ρουμανίας, του Λεωνίδα Βατικιώτη

Νέο ελληνοϊταλικό ειδύλλιο μετά από τον γάμο της Εύας Καϊλή με τον Φραντζέσκο Τζιόρτζι είναι στα σκαριά, με πρωτοβουλία του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ΔΕΗ, Γιώργου Στάσση· η εξαγορά της θυγατρικής της ιταλικής Enel στην Ρουμανία…

Πρόκειται για μια εξαγορά που θα αποδειχθεί ακραία επιβλαβής για τον ελληνικό λαό και επικίνδυνη για την ίδια την ΔΕΗ.

Ακόμη και τα ρεπορτάζ που δημοσιεύθηκαν κατά παραγγελία της ΔΕΗ αναπαράγοντας τυφλά και άκριτα τις διθυραμβικές ανακοινώσεις της εταιρείας και non paper υπογραμμίζουν ότι η ιταλική πολυεθνική θέλει να ξεφορτωθεί την ρουμανική θυγατρική της επειδή σκοπεύει να εξυγιάνει το χαρτοφυλάκιο της. Η ρουμανική Enel εξελίχθηκε σε βάρος για την μητρική λόγω της επιβολής έκτακτων φόρων από την κυβέρνηση της Ρουμανίας κι επίσης εξ αιτίας της πτώσης της υδροηλεκτρικής παραγωγής λόγω ξηρασίας. Τούτων δοθέντων ο Αστραχάν μάλλον είναι …μουλάρι. Οι Ιταλοί μάλλον ψάχνουν κορόιδο για να ξεφορτωθούν την ζημιογόνα θυγατρική τους και το βρήκαν στην ελληνική ΔΕΗ!

Επιπλέον ερωτηματικά για την πρωτοβουλία της ΔΕΗ να αγοράσει τον «μουτζούρη» δημιουργούνται από την εργασιακή σχέση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ΔΕΗ Γ. Στάσση με την θυγατρική της Enel. Όπως ο ίδιος έχει δηλώσει, από το 2015 ως το 2019 διετέλεσε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ρουμανικής εταιρείας. Και τούτη η πληροφορία δεν έχει διαψευστεί όπως η δήλωσή του ότι κατέχει τίτλο ΜΒΑ την οποία ο ίδιος στη συνέχεια ανακάλεσε, αδυνατώντας να το αποδείξει. Έχοντας ωστόσο διατελέσει πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ρουμανικής Enel μπορεί κάποιος ή κάποια να υποστηρίξει ότι με λεφτά του ελληνικού λαού διευκολύνει την εργοδότρια του ιταλική Enel σε μια δύσκολη στιγμή που θέλει να ξεφορτωθεί ζημιογόνα περιουσιακά στοιχεία…

Η κίνηση του Γ. Στάσση ανοίγει ξανά το θέμα της διαπλοκής που δημιουργείται με τα στελέχη του ιδιωτικού τομέα τα οποία προσλαμβάνονται για να δουλέψουν στον δημόσιο, όπως συνέβη με τον Γ. Στάσση που τον κουβάλησε στην Ελλάδα ο αρμόδιος υπουργός τότε Κ. Χατζηδάκης, μετά βαΐων και κλάδων σαν χρυσή μετεγγραφή. Ο Στάσσης που υποτίθεται ότι θα έσωζε την ΔΕΗ, πρώτο την ξεπούλησε, δεύτερο την χρεοκόπησε, τρίτο οδήγησε τα τιμολόγια στα ύψη και τέταρτο έφερε μαζί του τα «κονέ» με τα πρώην αφεντικά του από την Ιταλία στα οποία θα δώσει το ζεστό χρήμα που πληρώνουμε κάθε μήνα για να έχουμε ρεύμα ως αντάλλαγμα για να αγοράσει η ΔΕΗ τη σαβούρα της Enel από την Ρουμανία.

Η επικείμενη εξαγορά αποτελεί σκάνδαλο επειδή θα επιδεινώσει την θέση της ΔΕΗ. Όταν η ΔΕΗ προχώρησε στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και πούλησε το 49% της ΔΕΔΔΗΕ το οικονομικό ρεπορτάζ και τα πρωτοσέλιδα ξεχείλιζαν άρθρα με τίτλους ότι ενισχύεται η κεφαλαιακή βάση της ΔΕΗ. Τώρα όμως πουθενά δεν είδαμε άρθρο για τις επιπτώσεις που θα έχει η εξαγορά των παλιοσίδερων από την Ρουμανία. Αν τα κεφάλαια από την Macquarie ενίσχυσαν την κεφαλαιακή της βάση της ΔΕΗ, η εξαγορά, μετά την ολοκλήρωση της αποτίμησης (due diligence) θα την αδυνατίσει.

Η επικείμενη εξαγορά αποτελεί επίσης σκάνδαλο λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης της ΔΕΗ. Τα payroll της ΔΕΗ στον ελληνικό Τύπο γράφουν μόνο αγιογραφίες, εξωραΐζοντας μια θλιβερή κατάσταση, που αποτυπώθηκε και στις οικονομικές καταστάσεις του ενιάμηνου.

Εν συντομία: Οι ζημιές προ φόρων από 42,2 εκ. ευρώ το πρώτο ενιάμηνο του 2021 σχεδόν τετραπλασιάστηκαν το ενιάμηνο του τρέχοντος έτους φτάνοντας τα 169,8 εκ. ευρώ! Το καθαρό χρέος στις 30/9/2022 αυξήθηκε κατά 50% σε σχέση με τις 31/12/2021, φτάνοντας από 1,89 δισ. σε 2,6 δισ. ευρώ.

Η δεινή οικονομική κατάσταση της ΔΕΗ θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή αν ήταν αποτέλεσμα των φθηνών τιμολογίων. Στην πραγματικότητα όμως συμβαίνει το αντίθετο. Η ΔΕΗ σταθερά τους τελευταίους μήνες ανακοινώνει μια από τις υψηλότερες τιμές ηλεκτρικού ρεύματος. Για το  μήνα Δεκέμβριο ενδεικτικά ανακοίνωσε τιμή κιλοβατώρας 0,38 ευρώ (για κατανάλωση μέχρι 500 κιλοβατώρες τον μήνα) ενώ η πλειοψηφία των αμιγώς ιδιωτών παρόχων (Protergia, NRG, Elin Energy, Zeniθ, Volton, ΕΛΠΕdison) ανακοίνωσε φθηνότερη τιμή. Συνάγεται ότι η ΔΕΗ, αντί να τιθασεύσει τις τιμές πρωταγωνιστώντας στην μείωσή τους, σέρνει τον χορό της κερδοσκοπίας καλύπτοντας και προσφέροντας έτσι νέους πελάτες στους ιδιώτες, ενώ με το ρευστό μας διασώζει τους Ιταλούς…

Τα έργα και οι ημέρες του Γ. Στάσση προκαλούν οργή αν θυμηθούμε τον τρόπο με τον οποίο δικαιολόγησε η κυβέρνηση τον εξωφρενικό μισθό του, που ανέρχεται σε 360.000 ευρώ ετησίως, όταν ο βασικός μισθός ανέρχεται σε 600 ευρώ. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος λοιπόν είχε δηλώσει ότι δικαιολογείται αυτός ο προκλητικός μισθός επειδή ο Γ. Στάσσης έρχεται να σώσει μια κατεστραμμένη και χρεοκοπημένη εταιρεία. Ωστόσο η οριακή κατάσταση της ΔΕΗ τότε οφειλόταν μεταξύ άλλων και στα χαμηλά τιμολόγια. Σήμερα που θα αποδώσουν τις ζημιές των 170 εκ. ευρώ και το χρέος των 2,6 δισ. ευρώ;

Και τέλος πάντων αν η αμοιβή του Στάσση συμφωνήθηκε με όρους αγοράς κι όχι επειδή ήταν φίλος κάποιου υπουργού κι ήρθε να βγάλει την βρόμικη δουλειά, μήπως τώρα που κατέστρεψε τη ΔΕΗ πρέπει να επιστρέψει τους μισθούς του και τα μπόνους των εκατομμυρίων και να φύγει όπως ήρθε, πριν προχωρήσει την εξαγορά της ρουμανικής Enel φεσώνοντας παραπέρα την ΔΕΗ;

Και μετά φυσικά η ΔΕΗ να επιστρέψει στο δημόσιο!

Αρέσει σε %d bloggers: