Προσεχώς …γυμνή η αμερικανική οικονομία

Οι μονίμως αισιόδοξοι μετάφρασαν την ανακοίνωση της προέδρου της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Τζάνετ Γιέλεν, στις 20 Σεπτεμβρίου ως μήνυμα αισιοδοξίας. Στην πραγματικότητα η προαναγγελία μείωσης του ισολογισμού της FED καθώς από τον Οκτώβριο θα σταματήσει να επανεπενδύει τα κέρδη που αποφέρουν με τη λήξη τους όσα ομόλογα συγκέντρωσε απ’ όταν ξεκίνησε το Πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης, στα τέλη του 2008, δημιουργεί ανησυχίες. Σε συνδυασμό μάλιστα με την προαναγγελθείσα αύξηση των επιτοκίων ο κίνδυνος είναι να οδηγηθούμε σε μια νέα ύφεση ή να χαθούν ακόμη κι αυτοί ρυθμοί μεγέθυνσης του αμερικανικού ΑΕΠ.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Το πρόγραμμα Ποσοτικής Χαλάρωσης (ή η εκτύπωση χρήματος, όπως χαρακτηρίστηκε) που ξεκίνησε από τον προκάτοχο της Γιέλεν, Μπεν Μπερνάνκε, και περιελάμβανε την αγορά κρατικών ομολόγων και τίτλων που ως κάλυμμα είχαν άλλους τίτλους προερχόμενους από την κτηματική αγορά οδήγησε στον τετραπλασιασμό του ισολογισμού της κεντρικής τράπεζας. Η αξία του σήμερα φτάνει τα 4,52 τρισ. δολ. με τα 3,7 τρισ. να έχουν αγοραστεί κατά τη διάρκεια των τριών κύκλων Ποσοτικής Χαλάρωσης! Με αυτό το ιλιγγιώδες ποσό μπορεί κάποιος να αγοράσει τις 10 μεγαλύτερες εταιρείες του χρηματιστηριακού δείκτη S&P ή εναλλακτικά τις περισσότερες εταιρείες που τον απαρτίζουν.

Η διόγκωση του ισολογισμού της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας σημαίνει ότι οι μέχρι σήμερα ρυθμοί μεγέθυνσης των ΗΠΑ ήταν λίγο-πολύ κρατικά επιχορηγούμενοι. Αν δεν υπήρχε το κράτος – διασώστης να κάνει τη βρόμικη δουλειά η αμερικανική οικονομία θα συνέχιζε να είναι τελματωμένη. Μάρτυρας τα 4,52 τρισ. δολ… Σύντομα λοιπόν θα δούμε τον βασιλιά …γυμνό!

Τα ερωτηματικά για την πορεία της αμερικανικής οικονομίας αυξάνονται εξ αιτίας ενός ακόμη λόγου: της αναγγελίας ανόδου των αμερικανικών επιτοκίων. Προβλέπεται για τη ακρίβεια 1 ακόμη αύξηση το 2017, 3 το 2018 και 2 το 2019. Δεδομένης της πολύ υψηλής μόχλευσης η άνοδος των επιτοκίων θα αυξήσει το κόστος των δανειακών κεφαλαίων για τις εταιρείες και τα νοικοκυριά. Το δωρεάν χρήμα επί σχεδόν μια δεκαετία που επέτρεπε τον αθρόο δανεισμό, εν ολίγοις, τελειώνει κι αυτό.

Πολλά θα εξαρτηθούν από την ταχύτητα με την οποία η κεντρική τράπεζα θα συρρικνώνει τον ισολογισμό της, με την λήξη κάθε ομολόγου. Προβλέψεις ωστόσο εκτιμούν ότι η επιστροφή στην κανονικότητα, δηλαδή η επαναφορά του ισολογισμού στο ύψος που είχε πριν την κρίση, ενδέχεται να απαιτήσει ακόμη και 15 ή 20 χρόνια. Οι κεντρικοί τραπεζίτες ωστόσο δεν έχουν δεσμευτεί για το παραμικρό. Ούτε καν για το ποιο πρέπει να είναι το ύψος του ισολογισμού της κεντρικής τράπεζας στις σημερινές συνθήκες, δεδομένου για παράδειγμα ότι ο χρηματιστηριακός δείκτης S&P 500 από τα χαμηλότερα επίπεδα που άγγιξε στην κρίση έχει αυξηθεί κατά 250%. Κι έπραξαν μάλλον σοφά δοθέντος ότι η πιθανότητα να συμβούν αμφότερα τα σχέδια, να αυξηθούν τα επιτόκια και να ξεφουσκώσει ο ισολογισμός, είναι σχεδόν μηδενική… Και γίνεται σίγουρα μηδενική αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι ακριβώς το ίδιο θα αρχίσει να κάνει η ΕΚΤ και η κεντρική τράπεζα της Αγγλίας. Ή θα μπορούσε να συμβεί σε μια οικονομία απαλλαγμένη από κυκλικότητες και κρίσεις. Τέτοια οικονομία όμως ακόμη δεν υπάρχει…

Πηγή: neaselida.news

Οργή για τους τραπεζίτες (Περ. Διπλωματία, Ιανουάριος 2010)

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΦΟΡΟΥΜ ΤΟΥ ΝΤΑΒΟΣ

ΣΕ ΡΟΛΟ ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ 

Επισήμως, το θέμα που επιλέχτηκε να συζητηθεί στις φετινές εργασίες του Νταβός ήταν «Βελτιώνοντας την κατάσταση του κόσμου: Επανεξέταση, επανασχεδιασμός, ανοικοδόμηση». Ανεπισήμως, το θέμα περιγράφτηκε εύστοχα από τη Wall Street Journal, αντανακλώντας το κλίμα των συζητήσεων, μια μέρα μετά την επίσημη λήξη των εργασιών: «Σκοτώστε όλους τους τραπεζίτες»!

Το κέντρο βάρους της φετινής συνόδου του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ απείχε σημαντικά από τον δυτικό κόσμο που αποτελούσε ανέκαθεν την ατμομηχανή της παγκόσμιας οικονομικής μεγέθυνσης. Η σύνοδος του 2010 που διήρκεσε από τις 27 έως τις 31 Ιανουαρίου, με τη συμμετοχή 2.500 ατόμων, σφραγίσθηκε από τον περιορισμό του ειδικού βάρους των γνωστών και μη εξαιρετέων υπερανεπτυγμένων κρατών στην παγκόσμια οικονομία και την ανάδυση των λεγόμενων αναπτυσσόμενων οικονομιών, που καταλαμβάνουν ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο. Ορισμένα μεγέθη επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Η ομάδα των επτά πλουσιοτέρων κρατών, το περίφημο G7, το 1976 (όταν το παγκόσμιο ΑΕΠ ισοδυναμούσε με 6,3 τρισ. δολ.) παρήγαγε το 61,9% του παγκόσμιου ΑΕΠ κι ο υπόλοιπος κόσμος το εναπομείναν 38,1%. Το 1990 (όταν το παγκόσμιο ΑΕΠ είχε αυξηθεί στα 21,8 τρισ. δολ.) το μερίδιο του G7 είχε αυξηθεί στο 66,2%. Το 2008 (όταν το ΑΕΠ του κόσμου ανερχόταν σε 60,6 τρισ. δολ.) η τάση ανόδου είχε αντιστραφεί πλήρως και στο G7 αντιστοιχούσε το 52,8%. Το μερίδιο δε των υπόλοιπων 13 χωρών που απαρτίζουν σήμερα το G20 από 24,3% που ήταν το 1990, το 2008 έφθασε το 34,6%. Για πόσο καιρό ακόμη θα μπορούσαν να αγνοούνται; Η νέα αυτή πραγματικότητα που έδωσε την ώθηση γα την δημιουργία του G20 και τον παροπλισμό του G7 εκφράστηκε, αν όχι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, τουλάχιστον εμφανώς στη σύνοδο του φετινού φόρουμ του οποίου ηγείται ο Κλάους Σβαμπ. Για παράδειγμα τα μέλη των αντιπροσωπειών των τεσσάρων αναδυόμενων γιγάντων – Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία και Κίνα – (και συχνά περιγράφονται με το αρκτικόλεξο BRIC) υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με το 2005, φθάνοντας τους 237 κι αποτελώντας το 10% των αντιπροσώπων.

Ενδεικτικό στοιχείο για το αυξανόμενο ενδιαφέρον με το οποίο γίνονται δεκτές οι διάφορες ομάδες αναπτυσσομένων χωρών είναι κι η θαυμαστή πορεία που καταγράφουν διάφορα αρκτικόλεξα όπως για παράδειγμα το BRITVIC, όπου μεταξύ της Βραζιλίας και της Ρωσίας από τη μια και της Ινδίας και της Κίνας από την άλλη παρεμβάλλονται οι χώρες Ταϊβάν, Βιετνάμ και Ινδονησία. Ή, το CIVETS που περιγράφει τις χώρες Κολομβία, Ινδονησία, Βιετνάμ, Αίγυπτο, Τουρκία και Νότα Αφρική.

Τα ομαδικά πυρά κατά των τραπεζιτών εξαπολύθηκαν πριν απ’ όλους από τον γάλλο πρόεδρο, που έκανε την εναρκτήρια ομιλία, η οποία από πολλούς εκπροσώπους χαρακτηρίστηκε προεκλογική κι ο ίδιος κατηγορήθηκε ότι δεν απευθυνόταν στους αντιπροσώπους του φόρουμ αλλά στους γάλλους ψηφοφόρους που σε έξι σχεδόν εβδομάδες θα όδευαν για τις κάλπες των δημοτικών εκλογών. Λαϊκιστής με άλλα λόγια, χαρακτηρίστηκε ο Νικολά Σαρκοζύ, όπως συνηθίζεται σε όσους πολιτικούς, όχι μόνο της Αριστεράς όπως ο Όσκαρ Λαφοντέν αλλά ακόμη και της πιο καθαρόαιμης Δεξιάς, αποκλίνουν από τον επίσημο λόγο, εκφράζοντας τις λαϊκές ανησυχίες. Ο γάλλος πρόεδρος άδραξε την ευκαιρία για να προαναγγείλει πως θα αξιοποιήσει την προεδρία του G20 που θα έχει το Παρίσι τον επόμενο χρόνο, το 2011, για να συγκροτήσει ένα νέο νομισματικό σύστημα. «Χρειαζόμαστε ένα νέο Μπρέτον Γουντς», ήταν τα λόγια του παραπέμποντας στην ιστορική διάσκεψη του Νιου Χαρμσάιρ το 1944 όταν τέθηκαν τα θεμέλια της σημερινής νομισματικής αρχιτεκτονικής. «Δεν μπορούμε να έχουμε από την μεριά μια πολυπολική τάξη κι από την άλλη ένα και μόνο αποθεματικό νόμισμα σε παγκόσμιο επίπεδο» τόνισε, αμφισβητώντας την πρωτοκαθεδρία του δολαρίου. Στην ομιλία του επίσης, αφού περιέγραψε την κρίση των τελευταίων ετών ως «κρίση της ίδιας της παγκοσμιοποίησης» ζήτησε τον διεθνή συντονισμό ώστε να εφαρμοστεί ένα ασφαλές κι αξιόπιστο πλαίσιο ρύθμισης του χρηματοπιστωτικού τομέα. «Πως μπορούμε σε έναν ανταγωνιστικό κόσμο να ζητούμε από τις ευρωπαϊκές τράπεζες τρεις φορές περισσότερα κεφάλαια για να καλύπτουν τους κινδύνους από τις δραστηριότητές τους και να μη ζητούμε το ίδιο από τις αμερικανικές και ασιατικές τράπεζες», αναρωτήθηκε.

Στο επίκεντρο της συζήτησης για τις τράπεζες βρέθηκε η δημόσια αντιπαράθεση που διχάζει τις ΗΠΑ κι όχι μόνο για την επαναφορά του νόμου Glass Steagall του 1932, με τον οποίο διαχωρίζονται οι εμπορικές από τις επενδυτικές τράπεζες, ώστε τα ρίσκα που αναλαμβάνουν οι τελευταίες να μην θέτουν σε κίνδυνο τις αποταμιεύσεις ανυποψίαστων ανθρώπων. Ο νόμος αυτός που επιχειρείται να επανέλθει σήμερα από την κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα καταργήθηκε το 1999 επί Μπιλ Κλίντον. Σφοδρότεροι δε επικριτές του είναι οι τραπεζίτες και τα ευρύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που μέχρι πέρυσι παρακάλαγαν τις κυβερνήσεις να ανοίξουν τον κρατικό κορβανά και να οικειοποιηθούν τα λεφτά των φορολογουμένων για να αποφύγουν τη χρεοκοπία. Και φέτος, προκαλούν εκ νέου με τα μυθικά μπόνους που διανέμουν στα πρωτοκλασάτα στελέχη τους. Για παράδειγμα, η ασφαλιστική εταιρεία American International Group (AIG) που την άνοιξη του 2008 έλαβε από το αμερικανικό κράτος 180 εκ. δολάρια για να σωθεί από την κατάρρευση, μόλις πριν λίγες εβδομάδες διένειμε στα στελέχη του χρηματοπιστωτικού τομέα, που προκάλεσαν την ουσιαστική της χρεοκοπία με τις άστοχες επενδύσεις στα υψηλού ρίσκου παράγωγα, μπόνους ύψους 100 εκ. μπόνους. Έτερο παράδειγμα, το μπόνους ύψους 16 εκ. δολ. που πήρε υπό τη μορφή μετοχών ο διευθυντής της JPMorgan η οποία μόλις την άνοιξη του 2008 έλαβε από το κράτος 25 δισ. δολ. για να μη χρεοκοπήσει. Πως μετά να μη φτάνει όχι ο Φιντέλ Κάστρο ή ο Ούγκο Τσάβες αλλά η Wall Street Journal, που αποτελεί βίβλο των αμερικανών τραπεζιτών, να λέει «σκοτώστε όλους τους τραπεζίτες»; Το ολότελα διαφορετικά κλίμα που έχει διαμορφωθεί απέναντι στους τραπεζίτες μετά την κρίση αποτυπώθηκε, με τον πιο ανάγλυφο τρόπο, από τον πρόεδρο της Επιτροπής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων όταν ρωτήθηκε κατά την έξοδό του από μια συζήτηση στο Νταβός κατά πόσο προτίθενται να συνεργαστούν οι τραπεζίτες για να συμφωνηθούν με ένα συναινετικό τρόπο οι όροι του νέου ρυθμιστικού πλαισίου. «Ποιος νοιάζεται; Δεν επαφίεται σ’ αυτούς. Αν έχουν κάποιες προτάσεις θα τις ακούσουμε», ήταν η απίστευτα περιφρονητική απάντησή του όπως μεταφέρθηκε από τους απεσταλμένους της International Herald Tribune τη Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου.

Παρόλα αυτά το «κόντυμα» των τραπεζιτών κι οι προσπάθειες που είναι σε εξέλιξη για να τεθεί ένα όριο στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία τους δυστυχώς δεν συνάδει με κινήσεις στην ίδια την οικονομία που θα έδιναν ώθηση στον λεγόμενο παραγωγικό τομέα, σηματοδοτώντας μια αντιστροφή στον υδροκεφαλισμό του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Το διακύβευμα τέθηκε με πειστικότατο τρόπο από τον πρόεδρο της Ισλανδίας, ο οποίος πρόσφατα είπε ένα περήφανο όχι στην Αγγλία και την Ιρλανδία, αρνούμενος να πληρώσει το ισλανδικό δημόσιο τις αποζημιώσεις που έδωσαν σε όσους πολίτες τους έχασαν από τη χρεοκοπία της ισλανδικής τράπεζας, Icebank. «Για τη Βρετανία ή τις ΗΠΑ η Ισλανδία προσφέρει σημαντικά μαθήματα», ήταν τα λόγια του. «Αν ο χρηματοπιστωτικός τομέας γίνει υπερβολικά δυνατός θα απορροφήσει τα αναγκαία ταλέντα για να καταστεί ο παραγωγικός τομέας ανταγωνιστικός τομέας στην παγκόσμια αγορά. Ένας εκρηκτικά αναπτυσσόμενος χρηματοπιστωτικός τομέας μπορεί να αποφέρει βραχυχρόνια οφέλη. Η Ισλανδία όμως δείχνει ότι μακροχρόνια επισείει κινδύνους».

Η τεράστια αξία των επισημάνσεων του ισλανδού προέδρου επιβεβαιώνεται από τις μεταβολές που συντελέστηκαν στον χάρτη της αμερικανικής οικονομίας την τελευταία διετία και συνεχίζουν να συντελούνται στο έδαφος της κρίσης, που ως κοινή συνισταμένη έχουν την ακόμη εντονότερη συρρίκνωση της μεταποιητικής παραγωγής στο εσωτερικό της χώρας. Με βάση ρεπορτάζ της Wall Street Journal στις 4 Φεβρουαρίου η παραγωγική ικανότητα των ΗΠΑ στην κλωστοϋφαντουργία, τις εκτυπώσεις, τα έπιπλα, τους κινητήρες αυτοκινήτων και τα πλαστικά μόνο το 2009 συρρικνώθηκε σε ένα χρόνο από 7% μέχρι 2%. Η παραγωγική οικονομία των ΗΠΑ δηλαδή βγαίνει από την κρίση πολύ πιο αδυνατισμένη και ασθενής! Μία απ’ τα ίδια επομένως, καθώς φαίνεται πως οι αιτίες που συνέβαλαν, αν δεν οδήγησαν στη σημερινή κρίση, αναπαράγονται!

Κοινός τόπος μεταξύ όλων σχεδόν των ομιλητών στο φετινό Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, όπως μεταφέρθηκαν οι τοποθετήσεις τους από τον διεθνή Τύπο, ήταν επίσης κι η απαισιοδοξία για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας. Παρότι μάλιστα είναι δεδομένο πως τα χειρότερα είναι πίσω. Οι εκτιμήσεις για την παγκόσμια οικονομία που καταγράφει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπουν άνοδο του ΑΕΠ της τάξης του 3,9% για φέτος και 4,3% για το 2011. Για τις ΗΠΑ ειδικότερα προβλέπουν άνοδο 2,7% φέτος και 2,4% του χρόνου, ενώ για την ευρωζώνη 1% φέτος και 1,6% το 2011. Ο κίνδυνος ωστόσο για τις 16 χώρες της Ευρώπης που χρησιμοποιούν το ενιαίο νόμισμα είναι να εισέλθουν στη νέα φάση χωρισμένες στα δύο: από την μια αυτές που θα βλέπουν το ΑΕΠ τους να αυξάνεται έστω και ράθυμα κι από την άλλη αυτές που θα βουλιάζουν στην κρίση για ένα με δύο χρόνια ακόμη (βλέπε Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιρλανδία, κ.α.) με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δύο ταχύτητες και στην οικονομία. Ειρήσθω εν παρόδω, δεν περνάει απαρατήρητο ότι η Ευρώπη που μέσα από την κρίση έβλεπε την δυνατότητα βελτίωσης της θέσης της στον διεθνή καταμερισμό εξέρχεται πιο βαριά τραυματισμένη από τις συμπληγάδες της, με τον νέο πολυ-πολικό κόσμο να αποδεικνύεται πολύ πιο αφιλόξενος για τις διεθνείς της φιλοδοξίες. Η στροφή της Ουάσιγκτον προς την Ασία, επιβεβαιώνει την υποβάθμισή της η οποία μάλιστα συμπίπτει με τη επικύρωση και την ενεργοποίηση της Συνθήκης της Λισσαβόνας και τον διορισμό προέδρου και υπουργού Εξωτερικών, όπως προβλεπόταν από τις διατάξεις της. Επανερχόμενοι στο διεθνές πλαίσιο των ζοφερών προβλέψεων, οι σημαντικότεροι οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες του Νταβός συμφώνησαν πως τα δημοσιονομικά μέτρα, με τα οποία το κράτος στήριξε τον δοκιμαζόμενο ιδιωτικό τομέα, δεν πρέπει να διακοπούν υπό το φως των θετικών εξελίξεων γιατί τότε αυξάνονται οι πιθανότητες μιας διπλής ύφεσης ή βύθισης. Την άποψη αυτή υποστήριξε δημόσια κι ο γάλλος διευθυντής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος Καν, παροτρύνοντας τα κράτη μέλη του να συνεχίσουν να έχουν το χέρι στην τσέπη. Ο αναντικατάστατος ρόλος των κρατικών μέτρων στήριξης της ιδιωτικής οικονομίας (με βαρύτατες προφανώς συνέπειες για τα δημόσια οικονομικά) επιβεβαιώνεται επίσης από τη διαφαινόμενη συρρίκνωση του ιδιωτικού δανεισμού που όλες τις τελευταίες δεκαετίες στήριζε την χειμαζόμενη – λόγω παρατεταμένης λιτότητας – ιδιωτική κατανάλωση. Μέχρι το 2007 για παράδειγμα τα κτηματικά δάνεια ανέρχονταν στο 73% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ και στο 81% του ΑΕΠ στην Αγγλία, ενώ ο τραπεζικός δανεισμός στις επιχειρήσεις ισοδυναμούσε με το 46% του ΑΕΠ στην Αγγλία και το 36% στις ΗΠΑ. Στη βάση των παραπάνω «θα πρέπει να περιμένουμε πολλά χρόνια μείωσης του χρέους σε συγκεκριμένους τομείς ορισμένων από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου κι αυτή η διαδικασία θα ασκήσει ένα αξιοσημείωτο εμπόδιο στην αύξηση του ΑΕΠ», αναφερόταν σε έκθεση διεθνούς οικονομικού ινστιτούτου που μετέφερε η βρετανική Guardian Weekly στις 22 Ιανουαρίου. Ταυτόχρονα άπαντες επίσης συμφωνούν πως δεν είναι δυνατό να συνεχιστεί η σημερινή πολιτική μηδενικών επιτοκίων καθώς έχει αρχίσει να δημιουργεί νέου τύπου φούσκες στις αναπτυσσόμενες αγορές, όπου καταλήγει το «τσάμπα χρήμα». Ενδεικτικά αναφέρθηκε πως οι διεθνείς ροές κεφαλαίου από 435 δισ. δολ. το 2009 αναμένεται φέτος να φθάσουν τα 722 και το 2011 να ξεπεράσουν τα 800 δισ. – πραγματική πλημμυρίδα ρευστού που αναστατώνει τις εθνικές οικονομίες οδηγώντας χώρες όπως η Βραζιλία να επιβάλουν φόρο στις βραχυπρόθεσμες κεφαλαίου, διώχνοντας έτσι τις κερδοσκοπικές τοποθετήσεις. Μια άνοδο των επιτοκίων όμως από την ΕΚΤ ή τη FED θα αποτελέσει τη χαριστική βολή στον ιδιωτικό τομέα, καθώς τα δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα και τα νοικοκυριά θα περιοριστούν ακόμη περισσότερο.

Υπό το βάρος λοιπόν αυτών των απαισιόδοξων προβλέψεων, που γίνονται ακόμη ζοφερότερες από την εκτίναξη της ανεργίας στο 10% σε χώρες όπως η Αμερική για παράδειγμα, τίθεται υπό αίρεση ακόμη κι η διαπίστωση του Λόρενς Σάμερς, επικεφαλής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου του Λευκού Οίκου, ότι είμαστε στο μέσον μιας περιόδου «στατιστικής ανάκαμψης και ανθρώπινης ύφεσης»…

Ευρωεκλογές εν μέσω κρίσης (Διπλωματία, 5ος/2009)

ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΧΗΣ ΑΝΑΜΕΝΕΤΑΙ ΣΤΙΣ 7 ΙΟΥΝΗ

ΚΑΤΩΤΕΡΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ ΑΠΟΔΕΙΧΤΗΚΕ Η ΕΕ

Με την αποχή, που αναμένεται να φθάσει σε ύψη ρεκόρ στις προσεχείς ευρωεκλογές, θα εκφράσουν οι πολίτες των 27 χωρών μελών της ΕΕ τη δυσφορία τους για τον τρόπο που χειρίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση την οικονομική κρίση. Απόλυτα σεβαστή θα γίνει κι αυτή τη φορά η παράδοση που θέλει κάθε εκλογική αναμέτρηση για το ευρωκοινοβούλιο να καταρρίπτει το ρεκόρ αποχής των προηγούμενων ευρωεκλογών. Αρκεί μια ματιά να ρίξει κανείς στα ποσοστά συμμετοχής για να πεισθεί ότι πρόκειται για μια τάση που επαναλαμβάνεται σταθερά. Έτσι, το 1979 το ποσοστό συμμετοχής ήταν 62%, το 1984 59%, το 1989 58%, το 1994 57%, το 1999 50% και το 2004 μόλις 45%. Ίδια ακριβώς είναι η τάση που καταγράφεται και στην Ελλάδα, παρότι τα ποσοστά συμμετοχής είναι σημαντικά υψηλότερα λόγω του υποχρεωτικού χαρακτήρα της συμμετοχής στις ευρωεκλογές – κάτι που δεν ισχύει στις περισσότερες ευρωπαϊκές – και της πολιτικής φόρτισης που τις συνοδεύει. Το 1984 η συμμετοχή έφθασε το 81%, το 1989 στο 80%, το 1994 στο 73%, το 1999 στο 70% και το 2004 η συμμετοχή των Ελλήνων πολιτών στις ευρωεκλογές έφθασε το 63%. Στις επικείμενες ευρωεκλογές που σε κάθε μία από τις 27 χώρες της ΕΕ θα διεξαχθούν από τις 4 έως τις 7 Ιουνίου η αποχή αναμένεται να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Πρόσφατη έρευνα του ευρωβαρόμετρου έδειξε ότι μόνο το 34% από τα 375 εκ. ψηφοφόρων πρόκειται να προσέλθουν στις κάλπες – αριθμός που όσο κι αν αυξηθεί ως αποτέλεσμα της διαφημιστικής εκστρατείας και της ανόδου του ενδιαφέροντος όσο πληθαίνουν οι αναφορές και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, δεν πρόκειται να οδηγήσει σε αναστροφή της τάσης αύξησης της αποχής. Η επιλογή των Ευρωπαίων να αδιαφορήσουν για τις ευρωεκλογές και τη σύνθεση του ευρωκοινοβουλίου δε προδίδει άγνοια του καθοριστικού ρόλου που διαδραματίζουν οι αποφάσεις που λαμβάνονται στα όργανα της ΕΕ και του γεγονότος ότι οι 3 στους 4 νόμους συνιστούν προσαρμογή του κοινοτικού δικαίου στο εθνικό. Το γεγονός αντίθετα ότι οι Ευρωπαίοι γυρίζουν την πλάτη τους στους θεσμούς της ΕΕ (γεγονός αναμφισβήτητα αρνητικό καθώς εκλείπει η λαϊκή πίεση στους ευρωβουλευτές και η επακόλουθη λογοδοσία) με την ίδια ταχύτητα που αυξάνει η σημασία της στα εσωτερικά πολιτικά πράγματα σε δύο ερμηνείες οδηγεί. Η πρώτη είναι μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση του υποβαθμισμένου ρόλου που έχει το Ευρωκοινοβούλιο στο όλο σύστημα αποφάσεων της ΕΕ. Πρόκειται για το λεγόμενο δημοκρατικό έλλειμμα το οποίο έθιξε και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας από τη Φινλανδία που επισκέφθηκε στις αρχές Μαΐου και κορυφώθηκε με τη δημιουργία του ευρώ και την εκχώρηση της νομισματικής πολιτικής στους τεχνοκράτες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η θωράκισή τους από την επιρροή εκλεγμένων κυβερνήσεων και ηγετών, στο όνομα της «ανεξαρτησίας», οδήγησε πολλές φορές ακόμη και συντηρητικούς πολιτικούς αρχηγούς, όπως ο πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζύ, να ζητήσουν την αναθεώρηση των προνομίων τους και τον δημοκρατικό έλεγχο στην ΕΚΤ. Πλευρά του δημοκρατικού ελλείμματος είναι και η απροθυμία των ευρωπαίων ηγετών και πολύ περισσότερων των κυβερνήσεων να θέσουν σε δημοψήφισμα το Ευρωσύνταγμα αρχικά και την Συνθήκη της Λισσαβόνας που το αντικατέστησε στη συνέχεια. Ο φόβος απόρριψης τους από τους πολίτες που θα ανάγκαζε την ΕΕ να αναθεωρήσει τα κείμενα, όπως συνέβη στη Γαλλία και την Ιρλανδία με το Ευρωσύνταγμα, οδήγησε τις κυβερνήσεις να τα εγκρίνουν εν κρυπτώ από τα εθνικά κοινοβούλια χωρίς να γίνουν θέμα δημόσιας συζήτησης και αντιπαράθεσης. Η δεύτερη αιτία που ερμηνεύει την χαμηλή συμμετοχή στις εωρωεκλογές αφορά την μη ικανοποίηση ή ακόμη και την απογοήτευση των ευρωπαίων πολιτών για την στάση της ΕΕ σε μια σειρά από κρίσιμα θέματα. Κι όσο για την περίοδο δε που συζητάμε – τι άλλο; – από τον τρόπο που χειρίστηκε την πρωτοφανή για τα μεταπολεμικά δεδομένα οικονομική κρίση. Αξίζει αρχικά να δούμε το περίγραμμα του οικονομικού περιβάλλοντος εντός του οποίου πραγματοποιούνται οι ευρωεκλογές. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΔΝΤ, που δημοσιεύτηκαν στις 12 Μαΐου, το ΑΕΠ των 16 χωρών της ευρωζώνης το 2009 θα συρρικνωθεί κατά 4,2% και το 2010 κατά 0,4%. Το ΑΕΠ των Ηνωμένων Πολιτειών αντίθετα γι αυτή τη χρονιά θα μειωθεί κατά 2,8% ενώ για τον επόμενο χρόνο προβλέπεται στασιμότητα. Φαίνεται έτσι ότι η κρίση πλήττει πολύ πιο βαριά τη γηραιά ήπειρο απ’ ότι τις ΗΠΑ. Οπότε διαψεύδονται με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο οι επανειλημμένες διαβεβαιώσεις των ηγετών της ΕΕ ότι πρώτον, το επίκεντρο της αναστάτωσης συνεχίζεται να βρίσκεται στις ΗΠΑ κι εκεί είναι που πρέπει να ληφθούν μέτρα και δεύτερο ότι τα μέτρα που έχουν λάβει οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είναι επαρκή. Αυτό που δείχνουν οι προβλέψεις του ΔΝΤ αντίθετα είναι ότι η κρίση (που με τα δικά του λόγια προβλέπεται «βαθιά και διαρκείας» αμφισβητώντας έτσι αισιόδοξες προβλέψεις για τον γρήγορο τερματισμό της) έχει κάνει εδώ και καιρό μετάσταση στην Ευρώπη κι ότι τα μέτρα που λαμβάνονται είναι ανεπαρκή. Ως αποτέλεσμα αναμένεται έκρηξη της ανεργίας. Η ίδια η Επιτροπή εκτιμά ότι στα 20 εκ. άνεργους αναμένεται να προστεθούν 8,5 εκ. ακόμη! Απέναντι λοιπόν σ’ αυτή την εκρηκτική κατάσταση αξίζει να δούμε τη στάση που κράτησε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αρχικά, υπήρξε η απροθυμία των κυβερνήσεων της ΕΕ να εγκρίνουν χρηματοδοτικά πακέτα στήριξης της οικονομίας που δεν παύουν να αποτελούν τη μοναδική ενδεδειγμένη λύση άμεσα κι όχι μακροχρόνια «όταν όλοι θα είμαστε νεκροί», για να θυμηθούμε τη ρήση του Κέυνς που είχε διατυπωθεί μάλιστα σε μια ακριβώς όμοια οικονομική συγκυρία όταν και τότε οι αναγκαίες παρεμβάσεις του κράτους θεωρούνταν περιττές λόγω της πίστης στην ικανότητα της αγοράς να ισορροπεί – μακροχρόνια πάντα. Οι χρηματοδοτικές ενισχύσεις αποτελούν μονόδρομο ανεξάρτητα μάλιστα από το γεγονός ότι η χορήγησή τους συνοδεύεται από μια σειρά αβεβαιότητες: πώς, πότε και με τι κόστος π.χ. θα αποπληρωθεί το αστρονομικό ποσό των 2 τρισ. δολ. (διπλάσιο από πέρυσι) που σκοπεύει να δανειστεί το αμερικανικό δημόσιο φέτος. Έτσι μέχρι στιγμής ενώ οι χρηματοδοτήσεις που έχουν εγκριθεί στις ΗΠΑ ισοδυναμούν με το 4,8% του ΑΕΠ τους και στην Κίνα με το 4,4%, στην Ευρώπη οι χρηματοδοτήσεις ισοδυναμούν με το 3,4% του ΑΕΠ της Γερμανίας και μόλις το 1,3% της Γαλλίας. Ακόμη χεορότερα ενώ σε όλο τον κόσμο η καταφυγή στα δημοσιονομικά ελλείμματα αναγνωρίζεται ως η μοναδική έξοδος κινδύνου, στην ΕΕ δοξάζεται η βασιλική οδός της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Ο δογματισμός της ΕΕ μάλιστα γίνεται παροιμιώδης αν δούμε ότι συνεχίζει να μένει προσκολλημένη σε μια αρχή ακόμη κι όταν παραβιάζεται – για λόγους ανάγκης προφανώς – από τη συντριπτική πλειοψηφία των κρατών μελών της. Για την ακρίβεια 13 από τις 16 χώρες που χρησιμοποιούν το ευρώ αναμένεται το 2010 να έχουν ελλείμματα άνω του 3%. Οι ισχυρότερες δε οικονομίες της ευρωζώνης όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία θα έχουν έλλειμμα της τάξης του 6%, 7,1%, 6,1% και 11,2%! Κι αντί η ΕΕ να προσαρμόσει την οικονομική της πολιτική στα νέα αυτά δεδομένα, με κριτήριο τη διαφύλαξη των θέσεων απασχόλησης και της κοινωνικής σταθερότητας που διασφαλίζει το κράτος πρόνοιας και το σταθερό εργασιακό περιβάλλον καλεί σε λιτότητα και δια στόματος του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, σε μείωση των ωρών εργασίας και των μισθών. Οι πρώτοι που βίωσαν τις αρνητικές συνέπειες αυτής της πολιτικής ήταν οι μετανάστες (αμορτισέρ που τις τελευταίες δεκαετίες περιλαμβάνεται στο μόνιμο εξοπλισμό κάθε ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας) που λειτούργησαν με διπλό τρόπο. Από τη μια οι σχετικά πιο καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας των ίδιων των ευρωπαίων δεν επηρεάστηκαν τόσο γρήγορα από την κρίση, από την άλλη η απόγνωση και η βία, που είναι το αναγκαίο συνοδευτικό της ανεργίας και της φτώχειας, εξαπλώθηκε σε κοινωνικά στρώματα και γεωγραφικές περιοχές που δεν είναι ορατά δια γυμνού οφθαλμού στην πλειοψηφία. Το ερώτημα ωστόσο είναι μέχρι πότε, αν σκεφτούμε ότι στη Γερμανία οι μετανάστες ανέρχονται σε 3,5 εκ., στην Ισπανία και την Αγγλία από 1,8 εκ., στην Ιταλία 1,5 εκ. και στη Γαλλία ζουν 1,4 εκ. μετανάστες. Ωστόσο οι μαζικές κινητοποιήσεις στο Παρίσι, τη Ρίγα, το Βίλνιους, τη Βουδαπέστη, το Ρέυκιαβικ και πιο πρόσφατα τα βίαια επεισόδια που έγιναν από εργάτες της βιομηχανίας χάλυβα στο Λουξεμβούργο στις 12 Μαΐου, έδειξαν ότι οι συνέπειες της κρίσης δεν είναι αισθητές πλέον μόνο στο περιθώριο της κοινωνίας ή τα πιο ευάλωτα τμήματα της εργασίας. Απογοήτευση επίσης και το μεγαλύτερο δυνατό διασυρμό της «ενιαίας» κατά τ’ άλλα Ευρώπης προκάλεσε η απάντηση της ΕΕ στα μέλη της που εκτέθηκαν περισσότερο στην κρίση. Μια σειρά κατ’ αρχήν από χώρες παραπέμφθηκαν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Ουγγαρία, Λετονία και Λετονία) για να λύσουν τα χρηματοδοτικά τους προβλήματα. Από τη στιγμή που τόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο κι άλλα κεντρικά πιστωτικά ιδρύματα σ’ όλο τον κόσμο δε δίστασαν να προβούν σε αντισυμβατικές δραστηριότητες (η FED για παράδειγμα έφθασε να δανείσει απ’ ευθείας επιχειρήσεις ασκώντας λειτουργίες εμπορικής τράπεζας) γιατί θα έπρεπε χώρες που ήδη δοκιμάζονται από την κρίση να υποστούν τους επαχθείς όρους υπό τους οποίους δανείζει το ΔΝΤ και να μην τύχουν της δανειοδότησης της ΕΚΤ με το προνομιακό της επιτόκιο; Γιατί, με άλλα λόγια, το επιτόκιο του 1% (από 4,25% που ήταν τον Οκτώβρη του 2008), όπως διαμορφώθηκε στις 7 Μαΐου, να το απολαμβάνουν μόνο οι εμπορικές τράπεζες και τις πιο πολλές φορές μάλιστα προς δική τους και μόνο ωφέλεια, και όχι τα κράτη – μέλη; Πολύ περισσότερο εκείνα που έχουν εκχωρήσει στη Φρανκφούρτη το προνόμιο άσκησης νομισματικής πολιτικής… Αναντίστοιχη των προσδοκιών ήταν η ανταπόκριση της ΕΕ και στα διορθωτικά μέτρα ρύθμισης των αγορών που συμφωνήθηκαν μετά τη συνεδρίαση του G20 στις 2 Απρίλη. Τα μέτρα που έδωσε στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με στόχο να επιβάλλει διαφάνεια στην αγορά των αντισταθμιστικών κεφαλαίων (hedge funds) που σε παγκόσμιο επίπεδο το μέγεθός της ανέρχεται σε 1,4 τρισ. δολ. κρίθηκαν όχι απλώς λίγα αλλά και επικίνδυνα. Η γαλλίδα υπουργός Οικονομίας, Κριστίν Λαγκάρ, από την εφημερίδα Figaro επεσήμανε τον κίνδυνο, χάρη αυτών ακριβώς των ρυθμίσεων, η Ευρώπη να αλωθεί από κερδοσκοπικά κεφάλαια με έδρα τα νησιά Κεϊμάν που θα λειτουργήσουν σαν Δούρειοι Ίπποι. Για την ίδια πρόταση ο Πολ Ρασμούσεν, δανός ευρωβουλευτής και πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος (που στις 9 Μαΐου παραβρέθηκε Στο Εθνικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ) δήλωσε πως «έχει περισσότερες τρύπες από ελβετικό τυρί». Το γεγονός ότι η ΕΕ δεν μπόρεσε να πρωταγωνιστήσει στον αγώνα δρόμου που γίνεται για να αναδιοργανωθεί η αρχιτεκτονική του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος έχει ξεχωριστή σημασία καθώς η ΕΕ – και δη ο γαλλογερμανικός άξονας – προβάλλει ως ο φανατικότερος πολέμιος του σημερινού καθεστώτος απορύθμισης. Στο παραπάνω πλαίσιο οι κάλπες της 7ης Ιουνίου δεν θα βγάλουν θεαματικά αποτελέσματα που να ανατρέπουν την σημερινή εικόνα βάση της οποίας από τους 785 βουλευτές 288 ανήκουν στην ομάδα του Λαϊκού Κόμματος, 217 στη Σοσιαλιστική, 100 στη Συμμαχία Φιλελεύθερων Δημοκρατών, 44 στην Ένωση για την Ευρώπη των Εθνών, 43 στους Πράσινους, 41 στην Ομάδα της Αριστεράς, κλπ. Οι σοσιαλιστές θα συνεχίσουν να είναι στη δεύτερη θέση αδυνατώντας να εκμεταλλευθούν τη δυσφορία που γεννά η οικονομική κρίση. Δεν αποκλείεται μάλιστα το ΠΑΣΟΚ να καταγράψει την μεγαλύτερη άνοδο σε σχέση με άλλα συγγενή του κόμματα λόγω της υποχώρησης της ΝΔ και του χαμηλού σημείου από το οποίο ξεκινάει κάθε σύγκριση μια και το 2004 είχε πάρει μόλις 34%. Ξεχωριστή σημασία ως τάση – κι όχι αριθμητικά – ίσως να έχει η καταγραφή στα εκλογικά αποτελέσματα των φυγόκεντρων τάσεων που ήδη παρατηρούνται σε όλη την έκταση της ΕΕ. Όπως για παράδειγμα η πιθανολογούμενη εκλογή ενός ευρωβουλευτή από το ακροδεξιό αντι-μεταναστευτικό Βρετανικό Εθνικό Κόμμα κι άλλων δύο από αντι-ισλαμικά αντι-μεταναστευτικά κόμματα της Δανίας. Έσπειραν ανέμους και θερίζουν θύελλες…

«Σοσιαλισμός» για τους κερδοσκόπους (Πριν, 7/10/2008)

Νέα κατάρρευση μεγάλης τράπεζας

ΣΥΝΕΧΕΙΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΕΣ

Κυριολεκτικά χωρίς τέλος είναι το θρίλερ της χρεοκοπίας αμερικανικών τραπεζικών κολοσσών. Μόλις προχτές, Παρασκευή – κι ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι με έναν αναπάντεχο τρόπο πάγωσαν πρόσκαιρα την έγκριση του μυθικού ποσού των 700 δισ. δολ. γα τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος, ανεβάζοντας την αγωνία για την επόμενη μέρα στα ύψη – μία νέα τράπεζα, η Washington Mutual που ιδρύθηκε το 1889(!) οδηγήθηκε στην χρεοκοπία. Η WaMu όπως ήταν αλλιώς γνωστή πουλήθηκε στην JP Morgan έναντι 1,9 δισ. δολαρίων, η οποία άμεσα θα παραγράψει από το χαρτοφυλάκιο της εξαγορασθείσας κτηματικά δάνεια ύψους 31 δισ. δολ. Κι αυτή μάλιστα δεν θα είναι η πρώτη φορά, καθώς μόλις τον Ιούλιο προχώρησε στην παραγραφή στεγαστικών δανείων ύψους 10,9 δισ. προσπαθώντας έτσι να περιορίσει τις ζημιές της που είχαν φθάσει τα 3 δισ. δολ. το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους και να στηρίξει την μετοχή της που έφθασε να καταγράφει απώλειες της τάξης του 95%! Μάταια όμως. Κι αυτή η τράπεζα ήρθε να προστεθεί στην μακρά αλυσίδα των χρεοκοπιών που συγκλονίζουν τη Νέα Υόρκη, ξανασχεδιάζοντας το χάρτη του αμερικανικού καπιταλισμού. Η πρώτη, από τις μεγάλες τράπεζες πάντα, που άνοιξε το χορό ήταν η Bear Sterns που αγοράστηκε κι αυτή από την JP Morgan. Ακολούθησε η Merrill Lynch που αγοράσθηκε από την Bank Of America, η Lehman Brothers που χρεοκόπησε, κι ο μεγαλύτερος ασφαλιστικός κολοσσός του κόσμου American International Group που μαζί με τις κτηματικές τράπεζες Fannie Mae και Freddie Mac γεύτηκαν πριν απ’ όλους μας τα καλά του σοσιαλισμού χάρη στη βαθιά τσέπη του αμερικανικού δημόσιου.

Ειδικά στην περίπτωση του ασφαλιστικού γίγαντα της AIG (που κατείχε τεράστιο μερίδιο στις αντασφάλειες, δηλαδή την ασφαλιστική κάλυψη σε τράπεζες και άλλες ασφαλιστικές εταιρείες) η σωσίβια λέμβος που έριξε το δημόσιο την τελευταία έστω στιγμή απέτρεψε ένα ολέθριο φαινόμενο ντόμινο που θα έδινε στην τωρινή χρηματοπιστωτική κρίση κυριολεκτικά ολέθριες διαστάσεις. Ο κίνδυνος ήταν σαφής: Η κρίση να πάψει να δοκιμάζει τις πιστωτικές αγορές και να επεκταθεί σε όλο τον τραπεζικό κλάδο με άμεσες καταστρεπτικές συνέπειες και για την ίδια την καπιταλιστική παραγωγή καθώς ο «συλλογικός αποταμιευτής», οι τράπεζες δηλαδή θα αναγκαζόταν να κατεβάσει τα ρολά. Το πείραμα πέτυχε με την AIG (υπό την έννοια ότι αποφεύχθηκε το ντόμινο και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης που παρέχουν ως έσχατοι εγγυητές ανάλογα τμήματα του κεφαλαίου) και αμέσως μετά, την προηγούμενη Παρασκευή έπεσε στο τραπέζι μια πρόταση που ισοδυναμεί με το μεγαλύτερο οικονομικό πραξικόπημα που έχει γίνει ποτέ εις βάρος των εργαζομένων παρότι δεν επεδίωκε τίποτ’ άλλο παρά με έναν συνεκτικό κι ενιαίο τρόπο να εφαρμόσει την πείρα από τις κρατικοποιήσεις των τελευταίων εβδομάδων, γενικεύοντας τη χρήση αυτού του εργαλείου: ένα πακέτο ύψους 700 δισ. δολ. το οποίο θα διαχειριζόταν ο ίδιος ο υπουργός Οικονομίας των ΗΠΑ, Χένρι Πόλσον, διευθυντής της Goldman Sachs μέχρι να γίνει … ένας ταπεινός υπηρέτης του δημόσιου συμφέροντος, ενώ στον ίδιο νόμο υπήρχε ο όρος ότι ουδέποτε πρόκειται να διωχθεί για τη διαχείριση αυτών των χρημάτων!!!

Το σχέδιο της αμερικανικής κυβέρνησης να ξοδέψει 700 δισ. δολ. για να μαζέψει από την αγορά όλα τα «τοξικά ομόλογα», ατράνταχτο πειστήριο της κενότητας των νεοφιλελεύθερων διακηρύξεων όταν πρέπει να διασωθεί το κεφάλαιο, θα σημάνει μια πρωτοφανή σε ύψος μεταβίβαση κεφαλαίων στην αστική τάξη.

Για την πλειοψηφία τον πιο άγριο καπιταλισμό της ανεργίας και των περικοπών επιφυλάσσει ο Μπους

 

Το άκουσμα της είδησης ότι το κράτος θα σώσει τους κερδοσκόπους από τη χρεοκοπία καταβάλλοντας άμεσα υπό τη μορφή ρευστού 700 δισ. δολ. προκάλεσε σοκ, παντού. Στην Αριστερά και όσους στέκονται κριτικά απέναντι στη νεοσυντηρητική επέλαση γιατί απλά αν εγκριθεί αυτό το ποσό τότε για δεκαετίες θα πρέπει οι Αμερικανοί να ξεχάσουν και την παραμικρή κοινωνική παροχή. Δεν πρόκειται για ένα τυχαίο ποσό, πολύ περισσότερο αν σε αυτά τα 700 δισ. προσθέσουμε τα 85 δισ. που ήδη δόθηκαν για την AIG, τα 200 δισ. δολ., που δόθηκαν για Fannie και Freddie τα 29 δισ. δολ. για την Bear Sterns και πολλά ακόμη. Για να φανεί το πραγματικό μέγεθος αυτών των ποσών πρέπει να τα αντιπαραβάλλουμε με ορισμένα άλλα μεγέθη. Για παράδειγμα, η εξαγγελία του Μπάρακ Ομπάμα για ένα νέο διευρυμένο πρόγραμμα υγείας (κατά πολύ υποδεέστερο του στόχου της καθολικής υγειονομικής κάλυψης) με αφορμή την οποία δέχθηκε τρομερές επιθέσεις καθώς χαρακτηρίστηκε πολύ δαπανηρή κι επομένως ανεύθυνη, μια και θα έθετε σε κίνδυνο τα δημόσια οικονομικά, θα κοστίσει από 50 ως 65 το πολύ δισ. Ούτε το 10% δηλαδή του κόστους που θα έχει το πρόγραμμα «σοσιαλισμός για τους κερδοσκόπους»! Επίσης το συνολικό ποσό εξωτερικού χρέους του Τρίτου Κόσμου που έχουν παραγράψει οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες υπό την εποπτεία του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας (που αναλάμβαναν την ευθύνη να ελέγχουν κατά πόσο οι πάλαι ποτέ υπερχρεωμένες χώρες θα εφαρμόσουν τα μέτρα φιλελευθεροποίησης της αγοράς που τους επιβάλλονταν ως αντίτιμο) από το 1970 μέχρι το 2006 ήταν «μόνο» 334 δισ. δολ. Λιγότερα δηλαδή κι από τα μισά που θα πάρει η Γουόλ Στριτ. Γίνεται έτσι φανερό ότι η επιχορήγηση προς το κεφάλαιο που θα επιβαρύνει κάθε κάτοικο της Αμερικής με 2.000 δολάρια ισοδυναμεί με την μεγαλύτερη σε βάθος και χρονικό ορίζοντα επιχείρηση αναπροσανατολισμού των δημοσίων δαπανών που έχει συμβεί ποτέ στις ΗΠΑ.

Εχθρικά απέναντι στο πακέτο των Πόλσον – Μπερνάνκι (κεντρικός τραπεζίτης των ΗΠΑ που το εισιτήριο για τη θέση του προέδρου το έδωσε η προνοητικότητά του να κάνει διδακτορικό για την κρίση του ’29) στάθηκε όμως και κομμάτι του αμερικανικού συντηρητικού κατεστημένου. Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι από τους κόλπους των Ρεπουμπλικάνων εγέρθηκαν οι ενστάσεις που πάγωσαν την τελευταία στιγμή την ψήφισή του. Οι πρώτες επίσημες αντιδράσεις διατυπώθηκαν σε ένα κείμενο που συντάχθηκε στο λίκνο του νεοσυντηρητισμού το Πανεπιστήμιο του Σικάγου και υπογράφθηκε από 150 κορυφαίους οικονομολόγους. Στον πυρήνα της κριτικής του ήταν το αφοπλιστικό επιχείρημα …«έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός». Αυτό που στην πράξη ήθελαν να αποτρέψουν ήταν μια επιχείρηση διάσωσης η οποία μπορεί να αποσοβεί τα χειρότερα (κατάρρευση τραπεζικού συστήματος και άμεση μετάσταση της στην μεταποίηση οδηγώντας σε φαινόμενα ’29 όταν η ανεργία είχε ξεπεράσει το 30%) ωστόσο παρατείνει τη διάρκεια της κρίσης, προετοιμάζοντας τους όρους για το ξέσπασμά της σε ένα νέο τομέα της καπιταλιστικής οικονομίας μέσα σε πέντε το πολύ δέκα χρόνια, όπως συνέβη άλλωστε και με την φούσκα της νέας τεχνολογίας του 2000, μετεξέλιξη της οποίας είναι η τρέχουσα. Το «καθαρό» νεοσυντηρητικό σχέδιο επίλυσης της κρίσης έχει από πίσω του μια ολόκληρη ανάλυση που αποδίδει ακόμη και τη σημερινή δυσπραγία στο γεγονός ότι ποτέ από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα δεν κόπηκαν τα ξερά κλαδιά του δένδρου με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν ακόμη να ανθίσουν τα καινούργια. Ας γίνει τώρα, λένε. Σημαντικές ενστάσεις εγείρονται επίσης, πάλι από συντηρητική σκοπιά, και για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες που θα έχει το σχέδιο διάσωσης για την υπόσταση των ίδιων των ΗΠΑ. Ισοδυναμώντας το επίμαχο πακέτο κατά ένα άλλο παράδειγμα με έναν νέο πόλεμο αντίστοιχο του Ιράκ, τι πόροι θα απομείνουν διαθέσιμοι για μια ώρα ανάγκης έτσι ώστε να διασφαλιστεί η αμερικανική ηγεμονία;

Όσο κι αν έχουν βάση όλες αυτές οι ενστάσεις θεωρούμε κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι θα ψηφιστεί η εκταμίευση των 700 δισ. δολ. γιατί διαφορετικά ένας Αρμαγεδώνας χρεοκοπιών είναι θέμα ημερών. Όσο για τις αντιρρήσεις, αυτές  εκτείνονται σε ένα βάθος χρόνου, μακροπρόθεσμα, «όταν όλοι θα είμαστε νεκροί» όπως απαντούσε κι ο ίδιος ο Κέινς, σε όσους αντέτειναν στις προτάσεις του μακροπρόθεσμα μέτρα. Η διαφορά είναι πως εκείνες οι προτάσεις του αφορούσαν τα επιδόματα ανεργίας, ενώ σήμερα ο κεϋνσιανισμός του Μπους αφορά την αστική τάξη που στα χέρια της τις μετοχές των κλονιζόμενων κολοσσών. Ενδεικτικά μόνο να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό The Nation, το 34% των μετοχών των χρηματοπιστωτικών εταιρειών βρίσκεται στα χέρια του 1% των Αμερικανών, ενώ ένα μεγαλύτερο δείγμα – ικανό να δείξει το τέλος του λαϊκού καπιταλισμού ακόμη κι εκεί που δοξάστηκε, το 51% των μετοχών συγκεκριμένα, βρίσκεται στα χέρια μόλις του 9%. Αυτό ακριβώς το τμήμα του πληθυσμού θα είναι ο αποκλειστικός ωφελημένος της επιχείρησης διάσωσης που αν ολοκληρωθεί θα σηματοδοτήσει την μεγαλύτερη κρατικοποίηση που έχει γίνει ποτέ από καταβολής καπιταλισμού και σοσιαλισμού καθώς θα περιέλθουν απ’ ευθείας στο κράτος δάνεια αρχικής αξίας 6 τρισ. δολ. που αντιστοιχούν στο 45% της ετήσιας παραγωγής των ΗΠΑ.

Υπάρχουν ωστόσο σοβαρότερα προβλήματα που άρχισαν να εμφανίζονται με επίκεντρο τη διάθεση των 700 δισ. τα οποία σε τελική ανάλυση αποκαλύπτουν την αμφίβολη αποτελεσματικότητα ακόμη κι αυτού του μυθικού ποσού ενώ φέρνουν στην επιφάνεια την ασύλληπτη κομπίνα που στήθηκε με τα επισφαλή στεγαστικά δάνεια τα οποία χορηγούνταν αφειδώς και μέσω της τιτλοποίησής τους αποτέλεσαν το εύφλεκτο υλικό για το ξέσπασμα της κρίσης. Το ερώτημα που από την πρώτη στιγμή τέθηκε στον υπουργό Οικονομίας, εξηγώντας γιατί ήθελε να εξασφαλίσει με νόμο και το ακαταδίωκτό του, ήταν το εξής: Σε ποια τιμή θα αγοράσει τα λεγόμενα «τοξικά ομόλογα» (τραβώντας τα έτσι από την αγορά μία και έξω με την ελπίδα να την καθαρίσει και να βρει το βηματισμό της χωρίς αυτά τα ασήκωτα βαρίδια – αυτό είναι σε αδρές γραμμές το σχέδιο) που ως υποθήκη έχουν ακίνητα όταν η τιμή τους έχει μειωθεί κατακόρυφα, ενώ τα ίδια τα δάνεια δεν πρόκειται ποτέ να πληρωθούν. «Τον Ιούλιο η Merrill Lynch προσπαθώντας να στηρίξει τα οικονομικά της πούλησε επενδύσεις συνδεδεμένες με κτηματικά δάνεια της συμφοράς ύψους 31 δισ. δολ για 22 σεντς το κάθε δολάριο.  Τον προηγούμενο Νοέμβρη η Citabel ένα μεγάλο κεφάλαιο αντισταθμιστικού κινδύνου στο Σικάγο αγόρασε χρεόγραφα κτηματικών δανείων και άλλων επενδύσεων ύψους 3 δισ. δολ. για 27 σεντς το δολάριο. Αλλά ο χρηματοπιστωτικός γίγαντας της Citigroup αποτιμά μια παρόμοια επένδυση στα βιβλία της με 61 σεντς το δολάριο», έγραφε η Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν της Παρασκευής. Πίσω από αυτή τη διάσταση κρύβονται βαθιές αντιθέσεις που αφορούν δύο σκέλη. Το πρώτο είναι η έκταση της αναγκαίας διόρθωσης καθώς οι τιμές των ακινήτων είχαν αυξηθεί σε εντελώς παράλογα επίπεδα. Αυτό συνέβη ως αποτέλεσμα της πλημμυρίδας ρευστού που είχε κατακλύσει την αγορά και της πολιτικής της άνευ όρων δανειοδότησης που ακολουθούσαν οι τράπεζες, στο βαθμό που εξασφάλιζαν ρευστό δίνοντας για εγγύηση τα επισφαλή δάνεια που μόλις είχαν πουλήσει, κι αυτά μάλιστα με τη καλύτερη δυνατή εγγύηση από τις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Έτσι δημιουργούταν ένας φαύλος κύκλος που στο όνομα της ατομικής διασφάλισης επέφερε τη συλλογική ανασφάλεια και επικαλούμενος τη διαχείριση του κινδύνου τον διέχεε σε όλη την έκταση του τραπεζικού συστήματος με αποτέλεσμα σήμερα κανείς να μην ξέρει που βρίσκονται τα τοξικά ομόλογα κι ακόμη να μην μπορεί να υπολογίσει την αξία τους. Προσφέρεται για πολλά συμπεράσματα το γεγονός ότι οι ίδιες οι αμερικανικές αρχές και μιλάμε για τον υπουργό Οικονομία και τον κεντρικό τραπεζίτη, πριν ένα χρόνο εκτιμούσαν τα ομόλογα που είχαν εκδοθεί στη βάση επισφαλών δανείων, σε 50 δισ. δολ.! Η δεύτερη αιτία που πιέζει προς τα κάτω τις τιμές υπαγορεύεται από μια υποτιμητική, καταστροφική στη φύση της, τάση την οποία μάχεται να αποτρέψει η κυβέρνηση για να μην επεκταθεί και σε άλλους τομείς.

Συρρίκνωση του χρηματοπιστωτικού τομέα

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΑΠΟΡΥΘΜΙΣΗΣ ΗΤΑΝ Η ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΝΑ ΕΚΔΗΛΩΘΕΙ Η ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρώτο θύμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης που συγκλονίζει τις ΗΠΑ θα είναι ο χρηματοπιστωτικός της τομέας, καθώς ένας ολόκληρος κλάδος, οι επενδυτικές τράπεζες αφού πρώτα οδήγησαν την κερδοσκοπία στα ουράνια φθάνοντας να χορηγούν 35 δολάρια σε δάνεια για κάθε 1 δολάριο που είχαν στο ενεργητικό τους, οδεύει προς εξαφάνιση. Παράλληλα η υποτίμηση των χρεογράφων που κυκλοφορούν στην αγορά θα σηματοδοτήσει τη συρρίκνωση του τομέα και του πιστωτικού κεφαλαίου από τα επίπεδα που βρίσκεται σήμερα. Ενδεικτικά, η παγκόσμια αγορά πιστώσεων περιλαμβανομένων δανείων, ομολόγων και παραγώγων μόνο μέσα σε μια δεκαετία έχει τετραπλασιασθεί: από 3 φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ έχει φθάσει να ισοδυναμεί με 12 φορές! Τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνουν τα παράγωγα, που ακόμη κι ο μεγαλύτερος μετρ της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, Γουόρεν Μπάφετ έχει χαρακτηρίσει ως «χρηματοοικονομικά όπλα μαζικής καταστροφής» παραπέμποντας στα όπλα μαζικής καταστροφής που επικαλείται η Ουάσινγκτον. Στο Τέλος του 2007 η αξία τους ανερχόταν σε 60 τρισ. δολ. όταν μόλις δύο χρόνια πριν ήταν στο ένα τέταρτο: μόλις 15 δισ. δολ.!

Το δεύτερο θύμα της κρίσης θα είναι το καθεστώς απορύθμισης και παντελούς έλλειψης ελέγχων και κανόνων που έχει επιβληθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 στη σφαίρα που αγκαλιάζει τράπεζες – ασφάλειες – χρηματιστήρια και θεωρήθηκε υπαίτιο για την σημερινή κρίση. Αντίθετα, λένε οι σφοδρότεροι επικριτές του, στην ηπειρωτική Ευρώπη λόγω των αυστηρών κανόνων που περιλαμβάνονται στο εποπτικό πλαίσιο Βασιλεία ΙΙ (που έχει πάρει την ονομασία του από την ελβετική πόλη που είναι η έδρα της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών) δεν παρατηρήθηκε κανένα σχετικό φαινόμενο κρίσης. Με αφορμή μάλιστα αυτή την αντιπαράθεση δημιουργήθηκε μια ανίερη συμμαχία που ξεκίνησε από την Μέρκελ η οποία απέρριψε κατηγορηματικά κάθε σκέψη για τη δημιουργία στην Ευρώπη ενός αντίστοιχου κεφαλαίου που θα σώζει τα λαμόγια, πέρασε από τον διευθυντή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που έγραφε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς ότι «αυτή η κρίση είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας των ρυθμίσεων» κι έφθασε μέχρι τον Γιωργάκη που έγραφε στον Κόσμο του Επενδυτή το προηγούμενο Σάββατο πως «βασική αιτία για την κρίση υπήρξε η απορύθμιση των αγορών προϊόντων και κεφαλαίου».

 ΕΡΧΕΤΑΙ ΥΦΕΣΗ

Μην πυροβολείτε τους κερδοσκόπους

ΧΑΜΗΛΑ ΠΟΣΟΣΤΑ ΚΕΡΔΟΥΣ

 

Σε όλη τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης ειπώθηκαν δύο μισές αλήθειες που μαζί κάνουν ένα τεράστιο ψέμα. Η πρώτη ρίχνει την πέτρα του αναθέματος στην αυτονόμηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και την ασυδοσία που απολαμβάνει στο καθεστώς της απελευθέρωσης χρεώνοντάς έτσι του όλη την ευθύνη για την κρίση. Έτσι όμως εξαφανίζεται πρώτο, η διασύνδεση του με τον τομέα παραγωγής υλικών αγαθών, δεύτερο, η ενότητα των διαφορετικών σφαιρών στο πλαίσιο του τρόπου παραγωγής και τρίτο ο διαλεκτικός πάντα επικαθορισμός του νομικού πλαισίου που ρυθμίζει την ανταλλαγή και την κυκλοφορία χρήματος και εμπορευμάτων από την παραγωγή. Όσο αλήθεια είναι ότι ουδέποτε η κερδοσκοπία και η ανάληψη κινδύνου θα είχαν φθάσει σε τέτοιες δόξες αν δεν υπήρχε στις αγγλοσαξονικές χώρες το περιβάλλον απορύθμισης επάνω στο οποίο φύτρωσαν και άνθισαν τα δηλητηριασμένα φρούτα της τιτλοποίησης και των επισφαλών δανείων άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι πίσω από τις διψήφιες αποδόσεις της τάξης του 25% που τώρα όλοι καταδικάζουν αυτό που κρύβεται είναι τα χαμηλά ποσοστά κέρδους και τα εμπόδια που ορθώνονται στην αξιοποίηση του κεφαλαίου από την κρίση του 1970 και μετά. Οι εξωπραγματικές αποδόσεις των τοποθετήσεων στα παράγωγα και των – υπό καθεστώς παρανομίας πια – «σορτάκηδων» ερχόντουσαν να συμπληρώσουν τα χαμηλά ποσοστά κέρδους και τον μειούμενο όγκο κερδών εκεί που παράγονται οι νέες αξίες και η υπεραξία. Το αίτημα παραγραφής χρεών ύψους 25 δισ. που διατυπώθηκε από το λίκνο της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας το Ντιτρόιτ, παράλληλα με τα παζάρια που έκανε ο Πόλσον με τη Γουόλ Στριτ, δείχνει τη βαθύτερη δομική κρίση, πτώσης του ποσοστού κέρδους, που δοκιμάζει τον αμερικανικό καπιταλισμό.

Άλλωστε, εκτός των ακραίων καταστάσεων, οι υπερτιμημένες αξίες δεν είναι παρά ανεκπλήρωτες προσδοκίες και προεξοφλήσεις αυξημένων κερδών που έμειναν ευσεβείς πόθοι.

Από την άλλη παρότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες δεν επιδόθηκαν στον κανιβαλισμό των αμερικανικών, οι οποίες θα κοιτούν με λιγότερη αλαζονεία πλέον τους ανταγωνιστές τους, η έκταση του Ατλαντικού δε φάνηκε αρκετή για να τις σώσει από την αμερικανική κρίση. Τα πολύ σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε στην αμερικανική αγορά η γερμανική Deutsche Bank (αναγκαζόμενη να παραγράψει δάνεια ύψους 11 δισ. δολ.) η ελβετική UBS (λόγω της έκθεσής της στα ενυπόθηκα δάνεια) κι η Societe General (άσχετα αν τα φόρτωσε σε έναν αντικριστή της) δείχνουν ότι όλες οι μεγάλες τράπεζες αξιοποίησαν τα τεράστια περιθώρια κέρδους που παρείχε η απελευθερωμένη από υποχρεώσεις τήρησης σημαντικών αποθεματικών αμερικανική πιστωτική αγορά αφήνοντας τους κανόνες της Βασιλείας ΙΙ για όσους ανταγωνιστές τους δεν είχαν τα εφόδια να αγγίξουν το αμερικανικό όνειρο. Κατά τ’ άλλα στο εσωτερικό της Ευρώπης, όπως και στις ΗΠΑ, το τραπεζικό κεφάλαιο δεν έχει πάψει να επεκτείνεται εις βάρος της παραγωγής κι η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή δεν έπαψε να σέρνεται από τους βραχυχρόνιους στόχους των τριμηνιαίων καταστάσεων που είναι υποχρεωμένες να δημοσιεύουν οι εισηγμένες προς δόξα της βραχυπρόθεσμης απόδοσης. Ακόμη δηλαδή κι όταν δεν δουλεύουν για τους βιομηχάνους δεν είναι μόνοι τους οι τραπεζίτες στην αναζήτηση του γρήγορου κέρδους.

Άμεσο αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης θα είναι η ύφεση που θα πλήξει την καπιταλιστική παραγωγή μέσω της αύξησης του κόστους κεφαλαίου ως αποτέλεσμα της μείωσης των διαθέσιμων κεφαλαίων και της αύξησης του κόστους του χρήματος, που θα προέλθει από την αύξηση των επιτοκίων. Αυτό θα συμβεί στο πλαίσιο του πιο αισιόδοξου σεναρίου που τα αμερικανικά νομοθετικά σώματα θα εγκρίνουν τη χορήγηση των 700 δισ. δολ. Η πτώση των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης με τη σειρά της θα φέρει λουκέτα και ανεργία εγκαινιάζοντας ένα νέο γύρο επίθεσης του κεφαλαίου. Εκτός κι αν…

Σοβαροί τριγμοί στην Ευρώπη (Πριν, 7/10/2008)

ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΙΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

Κανένας δεν περίμενε τόσο οργισμένες και επίμονες λαϊκές αντιδράσεις ενάντια στο σχέδιο διάσωσης των κερδοσκόπων που έμεινε στην ιστορία ως σχέδιο Πόλσον, από το όνομα του αμερικανού υπουργού Οικονομικού. Παρότι οι αντιδράσεις από τα δεξιά, εμφορούμενες από μια δογματική ιδεοληπτική απέχθεια προς κάθε μορφή κρατικής παρέμβασης δεν ήταν καθόλου αμελητέες, εν τούτοις η πίεση που οδήγησε στην καταψήφιση του Σχεδίου Πόλσον, ύψους 700 δισ. δολ., την προηγούμενη Δευτέρα από την αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων (με ψήφους 228 κατά έναντι 205 υπέρ) προερχόταν από τα κάτω και τα αριστερά. Απόδειξη ήταν ο πρωτοφανής στην ιστορία κίνδυνος κατάρρευσης του υπολογιστικού δικτύου της αμερικανικής Βουλής εξ αιτίας των δεκάδων χιλιάδων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τα οποία οι αμερικανοί ψηφοφόροι βομβάρδιζαν τους εκλεγμένους αντιπροσώπους του κάθε στιγμή. Δεν σταμάτησαν μόνο σε αυτά. Δεκάδες ήταν επίσης οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας που οργανώθηκαν με ομιλητές εκπροσώπους των συνδικάτων (και δη της AFL – CIO) που ως μοναδικό αίτημα είχαν να απορριφθεί το Σχέδιο Πόλσον. Πολλές ακόμη ξεχωριστές περιπτώσεις (όπως για παράδειγμα οι 23.000 υπογραφές που μαζεύτηκαν σε δύο μέρες μόνον από έναν γερουσιαστή με αίτημα να επιβληθεί έκτακτος φόρος ύψους 10% στους πλούσιους) δείχνουν ότι το Σχέδιο Πόλσον και κατά βάθος ο φόβος που στοιχειώνει εκατομμύρια εργαζομένους στις ΗΠΑ για το μέλλον τους σε συγκερασμό με το πρωτοφανές ρήγμα που δημιουργήθηκε στον απόλυτα ελεγχόμενο υπό κανονικές συνθήκες πολιτικό κόσμο άνοιξε τον ασκό του Αιόλου.

Η απάντηση του αμερικανικού κεφαλαίου στην σιωπηρή εξέγερση των Αμερικανών ήταν κάτι παραπάνω από τρομοκρατική καθώς στο επιχείρημα της κοινωνίας «δεν χρηματοδοτούμε κερδοσκόπους και απατεώνες» η απάντησή τους, σε μια επίδειξη δύναμης, ήταν να τσακίσουν τις συντάξεις της κοινωνίας. Η κάθετη πτώση του δείκτη μετοχών της Γουόλ Στριτ κατά 778 μονάδες (που είναι η μεγαλύτερη στην ιστορία) την ημέρα που η Βουλή των Αντιπροσώπων επέστρεφε το Σχέδιο Πόλσον ήταν τα αντίποινα των «γνωστών αγνώστων» κερδοσκόπων προς τα δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανών που υπολογίζουν τη σύνταξή τους με βάση την πορεία του Ντάου Τζόουνς. Καθόλου τυχαίο δεν είναι πως αμέσως μετά την καθίζηση των χρηματιστηρίων η στάση των Αμερικανών άρχισε να μετριάζεται χωρίς ποτέ να γείρει υπέρ του Σχεδίου που θα σημάνει τον μεγαλύτερο αναπροσανατολισμό των δημόσιων δαπανών των ΗΠΑ. Η υπερψήφιση του αναμορφωμένου Σχεδίου Πόλσον από την περισσότερο ολιγαρχική και λιγότερο αντιπροσωπευτική Γερουσία την Πέμπτη με 74 ψήφους υπέρ και μόνο 25 κατά σήμανε το τέλος του διχασμού της αστικής τάξης. Το βάρος τους υπέρ του Σχεδίου Πόλσον έριξαν στη συνέχεια και οι κορυφαίες μεταποιητικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ που μέσω των θεσμικών τους ενώσεων (του αμερικανικού ΣΕΒ) και κυρίως των λόμπι επανέφεραν τους βουλευτές στην τάξη. Ως αποτέλεσμα στην δεύτερη ψηφοφορία της Παρασκευής το Σχέδιο Πόλσον εγκρίθηκε με 263 ψήφους υπέρ έναντι 171 ψήφων κατά.

Σαν πύργος από τραπουλόχαρτα κατέρρευσαν μέσα σε λίγες ώρες στην αρχή της εβδομάδας έξι (!!!) ευρωπαϊκές πολυεθνικές τράπεζες αποδεικνύοντας το βαθμό έκθεσης στην αμερικανική κερδοσκοπία ολόκληρου σχεδόν του ευρωπαϊκού τραπεζικού οικοδομήματος. Τα σημάδια της ύφεσης επιβάλλουν αναπροσαρμογή της στρατηγικής του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού.

 

 Επέβαλαν το Σχέδιο Πόλσον πραξικοπηματικά

Μέχρι και την προηγούμενη Κυριακή, παρότι μάλιστα δεν είχαν λείψει οι καταρρεύσεις ευρωπαϊκών τραπεζών λόγω των ανοιγμάτων τους στην αμερικανική αγορά ενυπόθηκων δανείων (γερμανική ΙΚΒ πέρυσι τον Ιούλιο, βρετανική Νόρθερν Ροκ πέρυσι τον Σεπτέμβριο) αν κανείς έπαιρνε στα σοβαρά τους ευρωπαίους ηγέτες θα πίστευε ότι στην από δω μεριά του Ατλαντικού οι τράπεζες είναι σχεδόν ευαγή ιδρύματα που το πλαίσιο δραστηριοτήτων καθορίζουν οι εκθέσεις για την αποταμίευση των μαθητών του Δημοτικού. Η Δευτέρα ήταν η μέρα της αποκάλυψης. Μέσα σε λίγες ώρες τραπεζικά μαμούθ άρχισαν να τρεκλίζουν και για να μην ισοπεδώσουν ότι υπάρχει γύρω τους σε μια ακτίνα που θα ξεπέρναγε την επιφάνεια των κρατών που επισήμως έχουν έδρα, το «ελάχιστο κράτος» θυμήθηκε τις παλιές του δόξες. Γαλλία, Αγγλία, Ιρλανδία, Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο έβαλαν βαθιά το χέρι στην τσέπη, όπως ακριβώς είχε κάνει το αμερικανικό δημόσιο με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα Bear Sterns πριν ένα χρόνο και μόλις πρόσφατα με Freddie και Fannie, Merrill Lynch, AIG, Washington Mutual και Wachovia μεταξύ πολλών άλλων.

Την ευρωπαϊκή υπεροψία τσαλαπάτησε την επομένη η αιχμή του δόρατος του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ που σε άρθρο της σύνταξης τόνιζε: «Με ορισμένους τρόπους, η ευρωπαϊκή υπερβολή ξεπέρασε ακόμη και την “ύβρη” της Γουόλ Στριτ. Οι δώδεκα μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν ένα συνολικό λόγο μόχλευσης – υποχρεώσεις προς συνολικά στοιχεία ενεργητικού – ίσο με 35, σε σχέση με λιγότερο από 20 για τις μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες. Στο τέλος του προηγούμενου χρόνου ο λόγος μόχλευσης της Deutsche Bank βρισκόταν στο 52,5 και της τράπεζας Barclay’s στο 61,3». Η κερδοσκοπία λοιπόν μπορεί να βρήκε το πιο πρόσφορο έδαφος στην αμερικανική αγορά καλλιεργήθηκε όμως εξ ίσου εντατικά κι από τις ευρωπαϊκές τράπεζες – όχι μόνο τις αμερικανικές.

Το άλμα ωστόσο που έκανε η χρηματοπιστωτική κρίση στην ευρωπαϊκή αγορά δεν ήταν μόνο σε μήκος αλλά και σε βάθος, καθώς περνώντας τον Ατλαντικό για πρώτη φορά έπληξε τράπεζες και πιστωτικά ιδρύματα που ο κύκλος των δραστηριοτήτων τους δεν αφορούσε την κερδοσκοπία – όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην αμερικανική αγορά με τις επενδυτικές τράπεζες. Έτσι όμως (και στον βαθμό που οι παραπάνω δύο εργασίες δεν είναι τόσο καθαρά διακριτές στη γηραιά ήπειρο) απειλήθηκε, για πρώτη φορά τόσο μαζικά, η κρίση να αλλάξει μορφή πλήττοντας και παραλύοντας την κλασσική τραπεζική δραστηριότητα. Γι αυτό το λόγο η παρέμβαση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ήταν τόσο ακαριαία αναλαμβάνοντας να πληρώσουν όλο τον λογαριασμό. Η αντίδρασή τους περιορίζει σε βαθμό εξαφανίσεως τις πρακτικές συνέπειες της διχογνωμίας που εκδηλώθηκε μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου με αφορμή την πρόταση του γάλου προέδρου να φτιαχτεί ένα κεφάλαιο ανάλογο του Πόλσον, έτοιμο προς διάθεση μόλις ακουστεί ο ήχος των κανονιών. Από τη στιγμή που το Βερολίνο τα ακούμπησε, η διαφωνία του περιορίζεται στο κατά πόσο οι επιχειρήσεις διάσωσης θα γίνονται κατά περίπτωση ή συνολικά. Το κόστος όμως – που μεταφέρεται στους εργαζόμενους της Ευρώπης – θα είναι το ίδιο!

Το πλήγμα που δέχθηκαν οι έξι ευρωπαϊκές τράπεζες σηματοδότησε μια μείζονος σημασίας αλλαγή πλεύσης του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού σε ότι αφορά τη διαχείριση της κρίσης. Από το 2007 που έκανε για πρώτη φορά αισθητή την εμφάνισή της, με τη μορφή της πιστωτικής ασφυξίας, και η αμερικανική κεντρική τράπεζα δε δίστασε να ρίξει τα επιτόκια του δολαρίου από το 5,25% στο 2%, όλο αυτό το διάστημα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κράταγε σταθερά τα επιτόκια του ευρώ, όταν δεν τα αύξανε, επικαλούμενη την προτεραιότητα του στόχου συγκράτησης του πληθωρισμού. Πλέον αυτή η στάση αλλάζει, όπως με σαφήνεια δήλωσε την Πέμπτη ο πρόεδρος της, προαναγγέλλοντας ότι στη επόμενη συνεδρίασή της διοίκησής της θα αποφασιστεί μείωση των επιτοκίων από το 4,25% που βρίσκονταν ως τώρα – ένα επίπεδο που αποτελεί ρεκόρ επταετίας. Η αλλαγή προσανατολισμού της νομισματικής πολιτικής, αποτέλεσμα όχι μόνο των χρεοκοπιών αλλά και της δυσμενούς αναθεώρησης των ρυθμών μεγέθυνσης του προϊόντος στο 1,3% για το τρέχον έτος σε ότι αφορά τους 15, αποκαλύπτει τις προβλέψεις της ευρωπαϊκής ολιγαρχίας για μια ύφεση.

ΠΛΗΓΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

 

Ακόμη και η σκανδαλώδης προσφορά – αποζημίωση προς τους κερδοσκόπους του μυθικού ποσού των 700 δισ. δολ. δεν πρόκειται να αποτρέψει την οικονομική ύφεση στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Η κάθετη αύξηση του κόστους του χρήματος δημιουργεί τεράστια εμπόδια στην επέκταση της παραγωγής, οξύνοντας την κρίση της.

Η ΥΦΕΣΗ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ

Η ΚΡΙΣΗ ΠΕΡΑΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΟ ΣΤΟΝ ΚΛΑΣΣΙΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΤΟΜΕΑ

Κενό γράμμα αποδείχτηκε η περίφημη ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών

 

Η κατάρρευση της Γουόλ Στριτ τη Δευτέρα δεν ήταν μόνο ένα μήνυμα στην αμερικανική κοινωνία για την τύχη που θα έχουν οι συντάξεις και οι τοποθετήσεις τους αν δεν ψηφιστεί το Σχέδιο Πόλσον. Ταυτόχρονα εξέφραζε και τις τεράστιες δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει στο εξής η αναπαραγωγή του κεφαλαίου, που αφορά την πραγματική οικονομία, σε περίπτωση που δεν εφαρμοστεί το Σχέδιο Πόλσον και το οποίο προβλέπει την εξαγορά από το αμερικανικό δημόσιο των ομολόγων που σχετίζονται με τα κτηματικά δάνεια της συμφοράς που χορηγούσαν, ακόμη και στο 100% της αξίας των ακινήτων, οι τράπεζες χωρίς την παραμικρή εγγύηση. Επιστρέφοντας στο σημείο μηδέν της τρέχουσας κρίσης οι δυσκολίες αναπαραγωγής αφορούν την κάθε άλλο παρά ασυνήθιστη φάση του οικονομικού κύκλου κάθε καπιταλιστικής οικονομίας όπου η σημαντική – κι εν προκειμένω θεαματική – αύξηση της καταναλωτικής ζήτησης οδήγησε σε άνοδο τη ζήτηση πιστώσεων και στη συνέχεια τα επιτόκια κι αυτά με τη σειρά τους οδήγησαν σε συρρίκνωση το ποσοστό κέρδους. Ανατροπή βάθους που στους πιο απόμακρους παρατηρητές γίνεται ορατή από το πιο εύκολα ορατό γνώρισμά της: τις ανατροπές στα επιτόκια και το κόστος χρήματος.

Οι δυσκολίες αφορούν την άνοδο του κόστους του χρήματος. Δημιουργούνται δε από τη στιγμή που οι τράπεζες καχύποπτες για την ποιότητα των εγγυήσεων (λόγω της ύπαρξης των «τοξικών ομολόγων») που παρέχονται στην διατραπεζική αγορά χρήματος αρνούνται να προσφέρουν για δανεισμό τα διαθέσιμά τους ή, από την άλλη, αδυνατούν να σηκώσουν το βάρος του δανεισμού λόγω των πολύ υψηλών επιτοκίων που διαμορφώνονται στη διατραπεζική.

Το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί διαβρώνοντας τα σαθρά θεμέλια της πραγματικής οικονομίας το περιγράφει παραστατικά ο τελευταίος βρετανικός Εκόνομιστ: «Τον περισσότερο καιρό κανείς δεν αναφέρεται στην πίστωση που ρέει στους πνεύμονες της οικονομίας, περισσότερο απ’ ότι οι άνθρωποι αναφέρονται στον αέρα που αναπνέουν. Όλοι όμως ξέρουν πότε σταματάει η πίστωση να κυκλοφορεί ελεύθερα η πίστωση από τις αγορές στις τράπεζες, τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Για ένα χρόνο σχεδόν οι αγορές ανησυχούν για τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητα των τραπεζών. Μετά τη χρεοκοπία της Lehman Brothers τον προηγούμενο μήνα και μέσω της σύγχυσης για το ποιον θα σώσει το κράτος και με τι όρους πανικοβλήθηκαν. Οι αγορές για αξιόγραφα 3, 6 και 12 μηνών είναι κλειστές, έτσι οι τράπεζες πρέπει να δανείζονται περισσότερο χρήμα σε καθημερινή βάση απ’ ότι συνήθως. Οι τράπεζες δανείζονταν η μία από την άλλη με 0,08 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από τα επίσημα επιτόκια. Στις 30 Σεπτέμβρη πλήρωσαν περισσότερο από 4 ποσοστιαίες μονάδες επάνω. Σε μια δημοπρασία για να προμηθευτούν δολάρια σε ημερήσια βάση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οι τράπεζες ήταν έτοιμες να πληρώσουν επιτόκιο 11%, πέντε φορές υψηλότερο από τα επίπεδα που ήταν πριν την κρίση».

Ο καθοριστικός δε και αναντικατάστατος χαρακτήρας που έχουν αυτά τα κεφάλαια για την ομαλή λειτουργία της οικονομίας εμφανίζεται αν δούμε την έκταση της πίστης. Στις ΗΠΑ, το συνολικό χρέος της κοινωνίας (νοικοκυριών, επιχειρήσεων και δημοσίου) που από το 1940 μέχρι το 1980 κυμαινόταν περίπου στο 150% του ΑΕΠ, τα τελευταία 30 σχεδόν χρόνια αυξάνεται σταθερά κι έχει φθάσει να ξεπερνάει ακόμη και το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν κατά την κρίση του ’30 (300% του ΑΕΠ) αγγίζοντας πλέον το 350%! Το χρέος των νοικοκυριών ειδικότερα, που έχει ξεχωριστή σημασία μια και προδιαγράφει την πορεία της καταναλωτικής ζήτησης, άρα των παραγγελιών και της παραγωγής, αυξήθηκε από 50% του ΑΕΠ το 1980 σε 100% το 2006. Δεν υπάρχει αμφιβολία συνεπώς ότι και η πιο μικρή διαταραχή στην εξέλιξη αυτού του μεγέθους θα ρίξει λάδι στη φωτιά της κρίσης.

Μια άλλη πλευρά της ανεπάρκειας κεφαλαίων (που αφορά αποκλειστικά τις επιχειρήσεις, τουλάχιστον αρχικά) αποκαλύπτει η απότομη συρρίκνωση της αμερικανικής αγοράς επιχειρηματικών ομολόγων καθώς από 337 δισ. δολ. που ήταν οι νέες εκδόσεις το δεύτερο τρίμηνο του 2007, το αντίστοιχο διάστημα φέτος έφθασαν μόλις τα 77 δισ.! Ως αποτέλεσμα των παραπάνω η πίστη δεν μπορεί να παίξει το ρόλο που έπαιζε μέχρι πρόσφατα διευκολύνοντας την παραγωγή. Στο εξής θα το κάνει πιο δύσκολα και με χειρότερους όρους.

Γνωρίζοντας οι κυβερνήσεις την κρισιμότητα που έχει η στήριξη των πιστώσεων μετέτρεψαν τις κεντρικές τράπεζες τον τελευταίο αυτό χρόνο από δανειστές έσχατης ανάγκης σε δανειστές πρώτης ανάγκης. Με την μια ένεση ρευστού να διαδέχεται την άλλη, χωρίς  καμία όμως να έχει τα ευεργετικά αποτελέσματα που είχε η ένεση αδρεναλίνης που δέχτηκε στην καρδιά της η Ούμα Θέρμαν στο Pulp Fiction ξυπνώντας από το κώμα, οι κεντρικές τράπεζες εγκατέλειψαν οριστικά την περίφημη ανεξαρτησία τους. Για να αποτραπεί ένα θανατηφόρο πάγωμα των πιστώσεων και να εκτονωθούν οι ανοδικές πιέσεις στα επιτόκια μόνο η αμερικανική κεντρική Τράπεζα έχει ρίξει στη διατραπεζική τους τελευταίους 13 μήνες περισσότερα από 1,1 τρισ. δολάρια! Τεράστια ποσά έχει ρίξει επίσης και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Στο πλαίσιο όμως της Συνθήκης του Μάαστριχτ, σε ότι αφορά την Ευρώπη, θεσπίστηκε με τους πιο αυστηρούς όρους η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών με απώτερο στόχο την στροφή των κυβερνήσεων στις αγορές κεφαλαίων για να χρηματοδοτούν τις ανάγκες τους (ταΐζοντας έτσι με τα λεφτά των φορολογουμένων τους κερδοσκόπους) και άμεσο στόχο να θωρακιστούν οι κυβερνήσεις απέναντι στις λαϊκές πιέσεις για αύξηση των κοινωνικών δαπανών. Έτσι οδηγήθηκε στο σκραπ το μηχάνημα που έκοβε λεφτά χωρίς να δίνει λογαριασμό. Τώρα όμως ξαναβγήκε! Οι κεντρικές τράπεζες –άτεγκτες όταν πρέπει να επιβάλλουν τη δημοσιονομική πειθαρχία– γίνονται το Πρώτων Βοηθειών του παρασιτισμού και της κερδοσκοπίας δημιουργώντας επιπλέον κόστη τα οποία για μια ακόμη φορά καταλήγουν στους εργαζόμενους. Η ανεξαρτησία τους έτσι αποδεικνύεται μονοσήμαντη, στο βαθμό που αφορά μόνο τις λαϊκές ανάγκες κι όχι τις ανάγκες αναπαραγωγής του καπιταλισμού, αλλά και κίβδηλη στο βαθμό που η ανεξαρτησία από τις λαϊκές ανάγκες αποδείχθηκε προϋπόθεση για να προσφέρουν όλη τη γκάμα των υπηρεσιών τους στα λαμόγια την κρίσιμη ώρα.

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΑΠΩΝΙΑΣ

Ορατός ο κίνδυνος της χρόνιας ύφεσης

ΝΕΑ ΣΧΕΔΙΑ ΠΟΛΣΟΝ

 

Εφαρμόζοντας η αμερικανική κυβέρνηση, με τη σύμφωνη γνώμη των Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων, τα δύο μέτρα που προαναφέραμε (απεριόριστο δημόσιο χρήμα για την απορρόφηση των «τοξικών ομολόγων» και την διευκόλυνση εξαγοράς των χρεοκοπημένων τραπεζών από άλλες ιδιωτικές ώστε να αποτραπεί το ντόμινο μαζί με την παροχή ρευστότητας στη διατραπεζική μέσω της Κεντρικής Τράπεζας) μία εξέλιξη ήθελε να αποφύγει: Να επαναληφθεί το παράδειγμα της Ιαπωνίας και την κατάρρευση της κτηματικής αγοράς να μην ακολουθήσει μία χαμένη δεκαετία, όπως ακριβώς συνέβη στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. «Το μάθημα από την Ιαπωνία είναι εξαιρετικά σαφές», έγραφε στην Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν προχτές, Παρασκευή, ο ανταποκριτής τους στο Τόκιο τη δεκαετία του ’90. «Κρατήστε τη μύτη σας και υποστηρίξτε το χρηματοδοτικό πακέτο, για να καθαρίσει έτσι το ενεργητικό των τραπεζών».

Η θεωρητική βάση του (θανατηφόρου για τους εργαζόμενους) γιατρικού του Πόλσον, «διευκολύνετε την πίστωση για να αποτραπεί η κρίση» συναντάται στην πιο καθαρή μορφή του μέσα από τα συμπεράσματα που εξάγουν οι Φρίντμαν – Σβαρτζ στο θεμελιώδες έργο τους, Νομισματική Ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών: 1867-1960. Για τον αρχιερέα του νεοφιλελευθερισμού αν η αμερικανική κεντρική τράπεζα δεν περίμενε τον Απρίλη του 1932 να παρέμβει στηρίζοντας τη ρευστότητα (κι αφού πρώτα είχαν χρεοκοπήσει αβοήθητες 1.860 τράπεζες) κανένας σήμερα δεν θα συνέδεε εκείνη τη χρονιά με την πιο οδυνηρή κρίση του καπιταλισμού.

Στην πραγματικότητα, η αστική οικονομική επιστήμη βλέπει τον τρόπο παραγωγής με τα ίδια παραμορφωτικά γυαλιά που φοράει και ο καπιταλιστής χάνοντας και οι δυο από το οπτικό τους πεδίο την παραγωγή. Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο (Τρίτος τόμος, Κεφ. 27) κατ’ αρχήν επεσήμανε τον διπλό χαρακτήρα που έχει στον καπιταλισμό η πίστη η οποία είναι επιφορτισμένη με το καθήκον να ενώνει την πράξη της αγοράς με την πώληση – καθήκον «ιερό» αν σκεφτούμε την απόσταση που χωρίζει αυτές τις δύο πράξεις, αποτελώντας τη βαθύτερη αιτία της κρίσης. «Το πιστωτικό σύστημα επιταχύνει την υλική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τη δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς, που, σαν υλικές βάσεις της νέας μορφής παραγωγής, η δημιουργία τους αποτελεί το ιστορικό καθήκον του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Ταυτόχρονα, η πίστη επιταχύνει τα βίαια ξεσπάσματα αυτής της αντίφασης, τις κρίσεις και έτσι δυναμώνει τα στοιχεία της διάλυσης του παλιού τρόπου παραγωγής». Από την άλλη, δεν παρέλειπε να τονίζει ότι «από πρώτη ματιά, όλη η κρίση παρουσιάζεται σαν πιστωτική κρίση και χρηματική κρίση». Όπως συμβαίνει και τώρα που αιτία του κακού αναγορεύεται η κερδοσκοπική απληστία των επενδυτικών τραπεζών και στην καλύτερη περίπτωση τα 10 εκ. κτηματικά δάνεια-φωτιά, από τα 15 που δόθηκαν συνολικά την τετραετία 2004 – 2007, και το βάρος όλων των άμεσων παρεμβάσεων στρέφεται στην αντιμετώπιση της πιστωτικής κρίσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, το πιθανότερο είναι πως το Σχέδιο Πόλσον παρά το τεράστιο ύψος του (κι αφήνοντας εκτός εξέτασης τις παράπλευρες απώλειες που θα επιφέρει στην ισοτιμία του δολαρίου και την θέση των ΗΠΑ) θα αποδειχτεί πολύ σύντομα μικρό. Τότε οι Αμερικάνοι φορολογούμενοι, αφού ηττήθηκαν στην πρώτη αναμέτρηση, θα κληθούν να χρηματοδοτήσουν ένα νέο σχέδιο διάσωσης των κλυδωνιζόμενων αμερικανικών επιχειρήσεων και μιας νέας φούσκας που μπορεί να έχει στο επίκεντρο πιστωτικές κάρτες, καταναλωτικά δάνεια, κλπ. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τους Ευρωπαίους, καθώς όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ομονοούν για την ανάγκη κρατικής χρηματοδότησης των επιχειρήσεων που απειλούνται.

Αρέσει σε %d bloggers: