Η αβέβαιη απάτη της GameStop και η σίγουρη κλοπή του Target Model στην ελληνική αγορά ενέργειας

του Λεωνίδα Βατικιώτη

Σοβαρό προβληματισμό έχει προκαλέσει σε νομικούς και χρηματιστηριακούς κύκλους η στάση που πρέπει να κρατήσουν οι αμερικανικές αρχές απέναντι στην εκτόξευση της τιμής της GameStop κι άλλων εισηγμένων εταιρειών. Το εναρκτήριο λάκτισμα δόθηκε από μικρομετόχους που αξιοποίησαν την πλατφόρμα Reddit επιδιώκοντας με την παρότρυνσή τους να ακυρώσουν την ενορχηστρωμένη προσπάθεια χειραγώγησης της τιμής των μετοχών από κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου. «Αυτοί οι άνθρωποι πίστευαν πραγματικά, δεν υπάρχει τίποτε παράνομο όταν κάνεις άγρια αισιόδοξες εκτιμήσεις», δήλωνε στους Financial Times την Κυριακή 31 Ιανουαρίου καθηγητής από τη Νομική Σχολή του Κολούμπια και πρώην νομικός σύμβουλος στο Χρηματιστήριο Νέας Υόρκης. Προς επίρρωση των αμφισβητήσεων ο ανταποκριτής της βρετανικής εφημερίδας στη Νέα Υόρκη επικαλούταν μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις, γύρω στο 5% του συνόλου, που η χειραγώγηση των μετοχών έκρυβε σχεδιασμένη απάτη. Πρωταγωνιστής ήταν ένας έφηβος, ονόματι Τζόναθαν  Λέμπεντ, που το 2001 κέρδισε μια περιουσία αφού πρώτα διέσπειρε φήμες για την ευρωστία και το «λαμπρό μέλλον» μετοχών που είχε ο ίδιος φροντίσει να αγοράσει έγκαιρα σε καλή, χαμηλή τιμή. Το κύμα αγορών που προκάλεσε έστειλε τις τιμές των μετοχών στα ύψη και μαζί την αξία του χαρτοφυλακίου του, πριν το τελευταίο οδηγηθεί στα Τάρταρα, με την αποκάλυψη της απάτης του, και ο ίδιος στη φυλακή. 

Το κερδοσκοπικό παιχνίδι του έφηβου αμερικανού θυμίζει ό,τι κάνουν στην από ‘δω μεριά του Ατλαντικού η Γερμανία και η ΕΕ, καλώντας εδώ και δεκαετίες όλα τα κράτη μέλη να υιοθετήσουν κάποιες επιλογές, που ως δια μαγείας αποβαίνουν πάντα ζημιογόνες για τους λαούς, ενώ για  τους σχεδιαστές τους εξόχως και σκανδαλωδώς επωφελείς. Πιο πρόσφατο κρούσμα είναι η ενιαία αγορά ηλεκτρικής ενέργειας ή Target Model (Μοντέλο Στόχου), που μέσω διασύνδεσης των υποδομών και της ενοποίησης των διαδικασιών θα ενοποιεί σχετικά κατακερματισμένες ή περιφερειακά μόνον ολοκληρωμένες έως πρόσφατα αγορές. Η αναγκαιότητά της δικαιολογήθηκε στη βάση της έντασης του ανταγωνισμού που θα προκύψει από την συμμετοχή πολλών παικτών στην αγορά και της συνακόλουθης πτώσης των τιμών για τους καταναλωτές. Παρότι το ενδιαφέρον της Γερμανίας για την ευημερία των λαών είναι σε όλους γνωστό εδώ και πολλές δεκαετίες, αυτό που δεν είναι τόσο γνωστό και χρήζει αναφοράς είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος που πληρώνει η Γερμανία όχι μόνο σε σχέση με την Ελλάδα αλλά και σε σχέση με την υπόλοιπη ΕΕ, όπως δείχνουν τα στοιχεία. Αυτή η διαφορά εξηγεί την πίεση της Γερμανίας για την ένταξη όλων των κρατών μελών της ΕΕ στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας του Μοντέλου Στόχου, μιας και όσο θα εισέρχονται χώρες φθηνής παραγωγής τόσο θα μειώνεται η αξία του ρεύματος στη Γερμανία, που είναι σχεδόν διπλάσια από την  τιμή που πληρώνει η Ελλάδα. Ταυτόχρονα, σε μια πλήρως ενοποιημένη αγορά η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας σε εκείνα τα κράτη μέλη που ήταν ως πρόσφατα χαμηλότερη, όπως η Ελλάδα, θα αυξάνει.

Όλα τα παραπάνω έχουν ήδη συμβεί στην Ελλάδα, κι ας έχουν μεσολαβήσει μόνο τρεις μήνες από την επίσημη και τυπική ένταξη της Ελλάδας στην ενιαία αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία προαναγγέλθηκε ως σωτηρία, από τον τότε αρμόδιο υπουργό Κ. Χατζηδάκη, ο οποίος είχε δηλώσει: «Το Target Model είναι μια μεγάλη μεταρρύθμιση. Το ότι είμαστε η μόνη χώρα της ΕΕ που δεν το έχει εφαρμόσει μέχρι τώρα είναι ένας από τους βασικούς λόγους για μια ανεπιθύμητη πρωτιά: Η χώρα μας έχει την υψηλότερη χονδρεμπορική τιμή ρεύματος στην ΕΕ, με σημαντικές παρενέργειες για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Αυτό επιδιώκουμε να αλλάξει!», ήταν τα λόγια του υπουργού.

Και πράγματι άλλαξε. Αλλά στην …αντίθετη κατεύθυνση! Από την 1η Νοεμβρίου λόγω των αλλαγών που εισήχθησαν το κόστος της KWh αυξήθηκε ακόμη και κατά 40%! Το νέο σύστημα αποδείχτηκε η χαρά του κερδοσκόπου! Η δομική αλλαγή που επέφερε η συμμετοχή της Ελλάδας στο Μοντέλο Στόχου αφορούσε την κατάργηση της σύζευξης προσφοράς – ζήτησης μέσω του Ημερήσιου Ενεργειακού Προγραμματισμού, ο οποίος γινόταν στη βάση διαφανών κριτηρίων μεν, διοικητικά δε, και την εναπόθεση αυτής της λειτουργίας σε τρεις διακριτές αγορές που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο του Χρηματιστηρίου Ενέργειας: Στην Αγορά της Επόμενης Ημέρας, την Ενδοημερήσια Αγορά μέσω της οποίας θα συντελούνται συμπληρωματικές αγορές και πωλήσεις και την Αγορά Εξισορρόπησης, η οποία σε πραγματικό χρόνο θα καλύπτει κενά μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης. Σε αυτή ακριβώς την αγορά της Εξισορρόπησης επικράτησε η απόλυτη …ανισορροπία με τις τιμές να εκτοξεύονται στα ύψη τον Δεκέμβριο και την Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας να προτείνει την επιβολή πλαφόν μέχρι να …ρυθμιστεί η αγορά εξισορρόπησης.

Οι χαμένοι της «εξισορρόπησης» ήταν τρεις: Αρχικά όσοι καταναλωτές επέλεξαν τους ιδιώτες πάροχους ενέργειας και ενθουσιασμένοι από τα χαμηλά πάγια και τα παραφερνάλια που χαρίζουν, επιχειρώντας να αποσπάσουν πελάτες από τη ΔΕΗ, δε διάβασαν στα μικρά γράμματα για το δικαίωμα της εταιρείας να αλλάζει την τιμή της κιλοβατώρας σε συνάρτηση με το ύψος της πάλαι ποτέ Οριακής Τιμής Συστήματος. Υπήρξαν βέβαια και εταιρείες που έσπευσαν να δηλώσουν ότι θα διατηρήσουν σταθερή την τιμή της KWh. Οι πελάτες όμως των υπόλοιπων εταιρειών πλήρωσαν από την τσέπη τους την ενιαία αγορά ενέργειας και κατάλαβαν αμέσως ποιος είναι ο Στόχος του νέου Μοντέλου.

Χαμένοι βγήκαν κι όσοι πάροχοι δεν έχουν δική τους παραγωγή κι έτσι δεν επωφελήθηκαν από την ανατιμητική κερδοσκοπία. Ενδεχομένως αυτή η κρίση να έβγαλε από την μέση τους μικρούς και τους αεριτζήδες, κάνοντας ένα πρώτο ξεσκαρτάρισμα της αγοράς…

Χαμένη επιπλέον βγαίνει και η ενεργοβόρα παραγωγή που καλείται να προσαρμοστεί στα νέα τιμολόγια ρεύματος που της ανακοίνωσε η ΔΕΗ. Ενδεικτικό στοιχείο της αποδιοργάνωσης που προκαλούν πλέον ακόμη και στην μεγάλη καπιταλιστική παραγωγή κι όχι μόνο τα νοικοκυριά τα παράσιτα της χρηματιστικοποίησης της ενέργειας είναι οι οξύτατες αντιδράσεις από τη μεριά της βιομηχανίας, με κορυφαίους εκπροσώπους της να στρέφονται τόσο εναντίον του Target Model όσο κι εναντίον των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, τονίζοντας: «Ο μύθος των φθηνών ΑΠΕ κατέπεσε με όσα έγιναν στην αγορά εξισορρόπησης. Τότε φάνηκε ότι οι ΑΠΕ προκαλούν πρόβλημα στην αγορά. Προκαλούν αστάθεια στο σύστημα που δημιουργεί ανάγκες εξισορρόπησης και πρόσθετο κόστος. Ποιος το πληρώνει αυτό το κόστος;»

Η αξία του λιγνίτη στη συγκράτηση του κόστους της ενέργειας φάνηκε και από τη συμφωνία του υπουργείου Ενέργειας με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την πρόσβαση των ιδιωτών στη λιγνιτική παραγωγή της ΔΕΗ. Πρόκειται για επαναφορά των ΝΟΜΕ που εισήχθησαν επί ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο των Μνημονίων και δέχθηκαν σφοδρή κριτική από τον Κ. Χατζηδάκη όταν ανέλαβε το υπουργείο, οπότε και τερμάτισε αυτό το καθεστώς υπονόμευσης της ΔΕΗ. Τώρα επανέρχεται! Η πώληση από τη ΔΕΗ το 2021 του 50%  της λιγνιτικής παραγωγής του 2020 (και το 2022 και 2023) του 40% της παραγωγής του προηγούμενου έτους στους ιδιώτες θα οδηγήσει σε αύξηση τα τιμολόγια της ΔΕΗ και σε μείωση το κόστος προμήθειας των ιδιωτών παρόχων, χωρίς να είναι φυσικά βέβαιο ότι αυτή η μείωση θα μεταφραστεί σε χαμηλότερα τιμολόγια που θα ωφελήσουν τους καταναλωτές κι όχι σε κέρδη από τα οποία θα ωφεληθούν μέτοχοι και αργυρώνητοι διευθυντές…

Εν κατακλείδι, το Target Model και μέσω αυτού η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας έχουν ήδη αποδειχθεί μια καλοστημένη μηχανή θεσμικής κλοπής σε βάρος  της κοινωνίας και σε όφελος κερδοσκόπων χρηματιστών, αεριτζήδων κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών και της Γερμανίας…

Χωρίς ρήξεις και με κρίσιμα διατάγματα συμβολικής σημασίας ξεκίνησε η θητεία Μπάιντεν

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Ακριβώς πριν τέσσερα χρόνια, όταν εγκαταστάθηκε ο Τραμπ στον Λευκό Οίκο και άρχισε να υπογράφει ένα – ένα τα προεδρικά διατάγματα για την ακύρωση της συμμετοχής των ΗΠΑ στη Συμφωνία για το Κλίμα, για την έναρξη του εμπορικού πολέμου με Μεξικό, Καναδά, Κίνα, κ.α. δημιουργήθηκε ένα ερώτημα: Κατά πόσο εκείνη η έξαψη οφειλόταν στον ενθουσιασμό που διακατέχει κάθε νεοφώτιστο και θα περάσει ή ήρθε για να μείνει. Τα χρόνια που ακολούθησαν διέψευσαν όσους πίστευαν ότι ο Τραμπ θα ακολουθούσε την πεπατημένη.

Τέσσερα χρόνια μετά, ο Μπάιντεν κατέβαλε μια ανάλογη προσπάθεια να δείξει ότι οι ΗΠΑ αλλάζουν πορεία σε ορισμένα επιλεκτικά και συμβολικά πεδία, όπως είναι για παράδειγμα απέναντι στην κλιματική αλλαγή με αφορμή την ακύρωση της άδειας κατασκευής του γιγαντιαίου αγωγού μεταφοράς πετρελαίου Keystone XL, το θέμα των μεταναστών με αφορμή την επαναφορά του δικαιώματος εισόδου στις ΗΠΑ πολιτών μουσουλμανικών χωρών, το θέμα του σεβασμού στους πολυμερείς οργανισμούς με αφορμή το πάγωμα της διαδικασίας αποχώρησης των ΗΠΑ από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και τέλος το κοινωνικό ζήτημα, με αφορμή την πρωτοβουλία του νέου προέδρου να υπογράψει την αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου στα 15 δολάρια και την επανέναρξη των συσσιτίων για τους φτωχούς. Ο κατακλυσμός των προεδρικών διαταγμάτων αποτέλεσε τομή με τη θητεία Τραμπ. Το ερώτημα ωστόσο παραμένει κι αφορά την επομένη από το σβήσιμο των φώτων: Ο Μπάιντεν θα κλείσει οριστικά το κεφάλαιο που άνοιξε ο Τραμπ ή θα αποδειχθεί μια σύντομη παρένθεση;  Το ερώτημα αποκτά βαρύτητα δεδομένου ότι ο Τραμπ δεν είναι πλέον αουτσάιντερ στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα, όπως ήταν το 2016. Τα τέσσερα χρόνια της προεδρίας του έστρεψε το κόμμα πιο δεξιά οδηγώντας το σε συγχρωτισμό με την άκρα Δεξιά σε τέτοιο σημείο ώστε το 53% των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων να δηλώνει σε δημοσκόπηση ότι προτιμά τον πρώην πρόεδρο ως επόμενο υποψήφιο των Ρεπουμπλικανών. Έπεται ο Μάικ Πενς που συγκεντρώνει το 12% των προτιμήσεων μόλις! Υπάρχουν και χειρότερα: Στην τρίτη θέση των επιλογών των δεξιών ψηφοφόρων βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, ο μεγαλύτερος γιός του 45ου προέδρου… Κρατάμε επομένως ότι το Ρεπουμπλικανικό κόμμα του 2021 ταιριάζει πλέον περισσότερο στον Τραμπ.

Εκεί που αναμφισβήτητα θα κάνει τη διαφορά ο Τζο Μπάιντεν είναι στο θέμα του κλίματος. Ήδη η επιστροφή των ΗΠΑ στην συμφωνία του Παρισιού είναι γεγονός κι αυτό όχι για να ικανοποιήσει τους δημότες της γαλλικής πρωτεύουσας όπως δήλωσε ο Ρεπουμπλικανός Τεντ Κρους για να εισπράξει μια πληρωμένη απάντηση από την Αλεξάνδρια Οκάσιο Κορτές η οποία τον ρώτησε αν ο σεβασμός στη Συνθήκη της Γενεύης επιβάλλεται χάρη της θετικής άποψης των κατοίκων της ελβετικής πόλης… Η επιστροφή των ΗΠΑ στη Συνθήκη του Παρισιού, που ως κορυφαίο στόχο έχει τη δέσμευση να μην υπερβεί η αύξηση της θερμοκρασίας μέχρι το τέλος του αιώνα τους 2 βαθμούς Κελσίου και στην καλύτερη περίπτωση τους 1,5 βαθμούς, όπως και ο δεσμευτικός στόχος για απανθρακοποίηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας των ΗΠΑ ως το 2035, πέραν του αναγκαίου σεβασμού στο περιβάλλον εξυπηρετούν και τα ηγεμονικά σχέδια των ΗΠΑ. Η υποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού και τους κλιματικούς στόχους, επέτρεψε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Κίνα να αναπτύξουν διμερείς συμφωνίες και να πρωταγωνιστήσουν σε μια τεχνολογία αιχμής που θα κυριαρχήσει τις επόμενες δεκαετίες, σε βάρος ή έστω εν απουσία των αμερικανικών συμφερόντων.

Προτεραιότητα για το νέο αμερικανό πρόεδρο αποτελεί και η Ευρώπη. Η βελτίωση των διμερών σχέσεων θα επιτρέψει στην Ουάσιγκτον να ανάψει εκ νέου τις μηχανές του ΝΑΤΟ, ακυρώνοντας αποσχιστικές και υπονομευτικές τάσεις όπως του Μακρόν που είχε χαρακτηρίσει το βορειοατλαντικό σύμφωνο ως κλινικά νεκρό. Για τον Μπάιντεν το κλείσιμο των ρηγμάτων στο ΝΑΤΟ, που θα σηματοδοτήσει και τη διακοπή της προσέγγισης Μόσχας – Βερολίνου, αποτελεί όρο εκ των ων ουκ άνευ για το μακροπρόθεσμο σχέδιο αντιμετώπισης της Ρωσίας. Άμεσα, με αφορμή την ανάγκη έναρξης διαπραγματεύσεων για την ανανέωση της Συνθήκης μείωσης των πυρηνικών New Start που λήγει στις 5 Φεβρουαρίου, θα δούμε ενσταντανέ που επί Τραμπ δεν είδαμε λόγω των ανόητων κατηγοριών που εξαπέλυαν οι Δημοκρατικοί στον Τραμπ, περί υπόγεια συνεργασίας με τον Πούτιν. Ωστόσο, καίτοι το κλίμα εντός των ΗΠΑ ήταν ψυχροπολεμικό κατά της Ρωσίας, οι διμερείς σχέσεις τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια δεν δοκιμάστηκαν ιδιαίτερα, με εξαίρεση το Nord Stream 2. Στο εξής αυτό το ιδιότυπο μορατόριουμ, με ευθύνη των ΗΠΑ, τερματίζεται!

Σε διαφορετική κατεύθυνση θα κινηθούν οι σχέσεις με την Κίνα: Προς ταχεία αναθέρμανση! Ταυτόχρονα οι δασμοί που επέβαλλε ο Τραμπ είναι πολύ αμφίβολο αν και πότε θα ανακληθούν. Έτσι, ενώ σε πολιτικό επίπεδο θα υπάρξει μια σύντομη επιστροφή στις μέρες του Ομπάμα, σε οικονομικό επίπεδο ελάχιστα θα αλλάξουν. Tο σύνθημα «Η Αμερική Πρώτα» μπορεί να μην το ξαναδούμε σε μακό, καπελάκια και μπάνερ, θα συνεχίσουμε όμως να το βλέπουμε στην πράξη. Ο Μπάιντεν θα συνεχίσει να επιβάλλει στο αμερικανικό δημόσιο πολιτική προτίμησης προμηθειών από εγχώριους παραγωγούς ενώ θεωρείται σίγουρη η επιβολή ενός νέου φόρου σε όσες εταιρείες των ΗΠΑ δημιουργούν και διατηρούν θέσεις εργασίας στο εξωτερικό. Κι όσο για τις αντιδράσεις που αναμένεται να προκύψουν εκ μέρους του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στους κανόνες φιλελευθεροποίησης του οποίου αναγκάστηκαν να πειθαρχήσουν όλες οι χώρες του κόσμου) θα μάθουμε για μια κόμη φορά ότι μερικοί κόμποι δεν λύνονται, …κόβονται. Οι ΗΠΑ δείχνοντας την αποφασιστικότητα τους να συνεχίσουν την πολιτική του Τραμπ στο μέτωπο του προστατευτισμού επιδιώκουν την μεταρρύθμιση του ΠΟΕ σε μια κατεύθυνση που λίγο πολύ όλοι μπορούμε να φανταστούμε: μερικές χώρες να είναι πιο ίσες από τις άλλες…

Αυτούσια θα εφαρμοστεί η πολιτική του Τραμπ και στο Παλαιστινιακό. Ο Μπάιντεν έχει δηλώσει πώς δεν πρόκειται να στείλει την πρεσβεία των ΗΠΑ στο Τελ Αβίβ όπου ήταν μέχρι και το 2018 , πριν ο Τραμπ διατάξει τη μεταφορά της στη Ιερουσαλήμ. Αυτή όμως η επιλογή ευνοεί τα σιωνιστικά επεκτατικά σχέδια και υπονομεύει, στην πράξη ακυρώνει, τις αποφάσεις του ΟΗΕ για ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος, στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ. Την ίδια ώρα που ο Μπάιντεν θα στηρίζει τα εμπρηστικά σχέδια του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή σε βάρος των Παλαιστινίων, έστω δια τη ανοχής του, αποστάσεις φέρεται ότι θα κρατήσει από τη Σαουδική Αραβία, την οποία χαρακτήρισε «κράτος παρία», ενώ θέμα χρόνου είναι μια συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ το ενδιαφέρον του για την αντιμετώπιση της ρατσιστικής βίας ποτέ δεν έφτασε στο σημείο υιοθέτησης αιτημάτων που θα έβαζαν ένα τέρμα στην γιγάντωση των κατασταλτικών μηχανισμών. Η αστυνομία έτσι θα συνεχίσει να χρηματοδοτείται πλουσιοπάροχα, όπως συνέβαινε επί Τραμπ και επί Ομπάμα, όταν κάθε χρονιά ο αριθμός των έγχρωμων που σκοτώνονταν από αστυνομικά πυρά μεγάλωνε…

Οι ταλαντεύσεις και οι αμφισημίες του Μπάιντεν, εντός κι εκτός των ΗΠΑ, ακόμη και τώρα που οι εικόνες από την ορκωμοσία είναι νωπές και πιο νωπές ακόμη κι απειλητικές είναι οι εικόνες από την εισβολή των ακροδεξιών στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου, δεν εγγυώνται ότι το πείραμα Τραμπ θα περάσει στην ιστορία, όπως θα μπορούσε να συμβεί αν ο Μπάιντεν επέλεγε τομές, εντός των ορίων έστω του Δημοκρατικού Κόμματος των ΗΠΑ. Αν για παράδειγμα ακύρωνε μέρος των φοιτητικών χρεών, αν δημιουργούσε σύστημα καθολικής υγειονομικής ασφάλισης για όλους, αν αφιέρωνε μέρος από τα 1,9 τρισ. δολ. του νέου πακέτου υποστήριξης της οικονομίας για να υποστηρίξει τις δημόσιες υποδομές, κ.α. Αρνούμενος να προβεί σε τέτοιες ρήξεις η οριακή πλειοψηφία που έχει συγκεντρώσει σε Γερουσία και Βουλή είναι πολύ πιθανό να έχει την τύχη της αντίστοιχης πλειοψηφίας που είχε συγκεντρώσει κι ο Ομπάμα το 2008: να φυλλορροήσει στις επόμενες ενδιάμεσες εκλογές, ανοίγοντας το δρόμο για την επιστροφή του Τραμπ ή κάποιου ομοιώματός του…

Facebook και Twitter λογόκριναν τον Τραμπ για να σώσουν το τομάρι τους και τις 26 πιο …βρόμικες λέξεις του κόσμου

Η απόφαση των δύο μεγαλύτερων ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης να αναστείλουν τους λογαριασμούς του αμερικανού προέδρου, μετά την εισβολή των οπαδών του στο Καπιτώλιο, εκ πρώτης όψεως έβριθε ηθικών διλημμάτων που δεν απαντώνται εύκολα για τα όρια της ελευθερίας του λόγου και κραυγαλέων αντιφάσεων που προκαλούν γέλιο. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές: αν κρίθηκε αναγκαία η ακύρωση της πρόσβασης στο Twitter του αμερικανού προέδρου για να αποτραπεί μια νέα αιματοχυσία, γιατί θεωρήθηκε αδιάφορη η συνέχιση της διατήρησης εκ μέρους του των κωδικών του αμερικανικού πυρηνικού οπλοστασίου; Το Twitter είναι πιο επικίνδυνο από τα πυρηνικά;

Η επιλογή του facebook και του Twitter πολύ λίγο έχει να κάνει με όσα συγκλονιστικά συνέβησαν στις 6 Ιανουαρίου, όταν οι ακροδεξιοί οπαδοί του Τραμπ εισέβαλαν στο Καπιτώλιο. Κυρίως σχετίζονται με τη μάχη επιβίωσης που δίνουν οι κολοσσοί του διαδικτύου. Και σε αυτή την μάχη όσα είχε να τους προσφέρει η συμπόρευσή τους με τον Τραμπ τους τα προσέφερε από το 2017 που εγκαταστάθηκε στον Λευκό Οίκο μέχρι τώρα, που αναχωρεί. Στο εξής, αν κάποιος μπορεί να τους εξασφαλίσει μια ακόμη ξέγνοιαστη τετραετία, ή τουλάχιστον την αποφυγή των χειρότερων, είναι η εύνοια των Δημοκρατικών και του Τζον Μπάιντεν. Σε αυτήν ακριβώς την εύνοια αποσκοπούσε η απόφαση αναστολής των λογαριασμών του απερχόμενου προέδρου! Ήταν ένα δώρο στους Δημοκρατικούς κι έτσι ακριβώς το περιέγραψε ο ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μαρκ Ρούμπιο μιλώντας στο Fox News την Κυριακή 10/1: «Είναι πολύ κυνικό… Ο λόγος που αυτοί οι τύποι το κάνουν είναι επειδή οι Δημοκρατικοί πρόκειται  να πάρουν την εξουσία και το βλέπουν σαν έναν τρόπο να πάνε με το πλευρό τους για να αποφύγουν οποιουσδήποτε περιορισμούς ή κάθε είδους νόμους που θα περάσουν για να να τους πλήξουν»

Τα χειρότερα για το ολιγοπώλιο του Διαδικτύου τα περιέγραψε η γερμανίδα καγκελάριος και στη συνέχεια ο εκπρόσωπός της στην ασυνήθιστα ωμή και αναπάντεχη δήλωση της ενάντια στην λογοκρισία του αμερικανού προέδρου. Η Άνγκελα Μέρκελ με την ίδια σαφήνεια που αποδοκίμασε την αναστολή των λογαριασμών του Τραμπ χαρακτηρίζοντας την ως «προβληματική» παραβίαση «θεμελιώδους δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου», ζήτησε από τις ΗΠΑ να αναπαράγουν το παράδειγμα της Γερμανίας στην ψήφιση και εφαρμογή νόμων που απαγορεύουν την υποκίνηση σε βία. Οι ΗΠΑ μέχρι στιγμής έχουν αναθέσει την υποχρέωση στις ίδιες τις πλατφόρμες. Κι αυτή η απόκλιση αποτελεί μια θεμελιώδη διαφορά στην προσέγγιση του ίντερνετ μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ.

Προς αποφυγή παρανοήσεων λοιπόν, η Μέρκελ δε ζήτησε να μην υφίσταται λογοκρισία στο ίντερνετ. Ζήτησε την λογοκρισία να την ασκεί το κράτος, μέσω νόμων, κι όχι οι κολοσσοί του διαδικτύου επικαλούμενοι τους όρους χρήσης των υπηρεσιών τους.

Ο εκπρόσωπος Τύπου της Μέρκελ, Στέφεν Σάιμπερτ, επικαλέστηκε νόμο που τέθηκε σε ισχύ το 2018 βάσει του οποίου τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης υποχρεούνται να αποσύρουν παράνομο υλικό που έχει αναρτηθεί στην πλατφόρμα τους εντός 24 ωρών, από τη στιγμή που θα τους γίνει η γνωστοποίηση. Αλλιώς αντιμετωπίζουν πρόστιμο που μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 50 εκ. ευρώ! Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και ο γάλλος υπουργός Οικονομικών, Μπρούνο Λε Μερ ο οποίος ναι μεν χαρακτήρισε σαν αναρμόδια την «ψηφιακή ολιγαρχία» να επιβάλλει λογοκρισία και να αποφασίσει ποιος δικαιούται να …ομιλεί, προκειμένου όμως να εκχωρήσει αυτό το δικαίωμα στο κράτος: «Η ρύθμιση της ψηφιακή αρένας είναι θέμα του κυρίαρχου λαού, των κυβερνήσεων και της δικαιοσύνης» ήταν τα λόγια του. Για το κατά πόσο δε, εννοεί την εξουσία του κυρίαρχου λαού, αρκεί να θυμηθούμε τη βαρβαρότητα της γαλλικής αστυνομίας εναντίον των Κίτρινων Γιλέκων…

Η διαμάχη για το «ποιος θα ρυθμίσει το ίντερνετ» δεν διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού, όσο κι αν μετά την εφαρμογή του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων (GDPR) στην Ευρώπη έλαβε αυτή την μορφή. Γενικευμένες είναι και οι αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, εδώ και χρόνια μάλιστα. Η σύγκρουση συμπυκνώνεται στην παράγραφο 230 του νόμου για τις τηλεπικοινωνίες, που ψηφίστηκε το 1996, κι αποτελεί μήλο της έριδας. Πρόκειται για 26 λέξεις – κορυφαίο παράδειγμα  διαμορφωτικού κι όχι αποτυπωτικού δικαίου – επάνω στις οποίες στηρίχθηκε η μετέπειτα ιδιωτικοποίηση του ίντερνετ και η γιγάντωση των εταιρειών που έχουν δώσει στο ίντερνετ τη σημερινή εμπορευματοποιημένη και αποχαυνωτική μορφή του. Αναφέρουν κατά λέξη: «Κανένας πάροχος ή χρήστης μιας διαδραστικής υπηρεσίας υπολογιστών δεν θα αντιμετωπιστεί ως εκδότης ή ομιλητής οποιασδήποτε πληροφορίας παρέχεται από από έναν άλλον πάροχο πληροφοριακού περιεχομένου».

Κοινώς, οι πλατφόρμες δε φέρουν καμία ευθύνη για ό,τι δημοσιεύουν οι χρήστες. Αντίθετα με τους εκδότες εφημερίδων ακόμη και βιβλίων που είναι υπόλογοι για ό,τι γράψει καθένας και καθεμία στις σελίδες τους, οι ιδιοκτήτες των πλατφορμών δε φέρουν καμία ευθύνη. Επάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση άνθισαν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης μιας κι ο καθένας μπορούσε να διατυπώνει όχι μόνο την άποψή του, αλλά το …μακρύ του και το κοντό του. Μάλιστα όσο πιο τερατώδης ήταν μια άποψη, μια πρόβλεψη, μια «είδηση», όσο πιο χυδαία μια επίθεση, κοκ, τόσο περισσότερες επισκέψεις δεχόταν η διπλανή διαφήμιση! Απουσία νομικής ευθύνης τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έγιναν θερμοκήπια παραπληροφόρησης και νεκροταφεία της ενημέρωσης, προς επιβεβαίωση ενός κλασσικού νόμου της νομισματικής θεωρίας, βάσει του οποίου σε μια παράλληλη κυκλοφορία ενός «καλού» κι ενός «κακού» νομίσματος, κυριαρχεί το «κακό»! Έτσι το facebook στηρίχθηκε αρχικά και στήριξε στη συνέχεια τον φθηνό εντυπωσιασμό, τις διαδόσεις, το λόγο μίσους, τις προσβολές και τις ύβρεις για να καταντήσει συνώνυμο της ευτέλειας.

Κι όσο ανέβαινε η υπερβολή τόσο μεγάλωναν τα έσοδα των κολοσσών του διαδικτύου για να φτάσουμε μόνο το 2020 η χρηματιστηριακή αξία των πέντε μεγαλύτερων εταιρειών της Σίλικον Βάλεϋ να φτάνει τα 7,2 τρισ. δολ., ενώ τέσσερις διαδικτυακές εταιρείες (Google, Apple, Amazon, Microsoft) να διατηρούν τα σκήπτρα των επιδόσεων, ξεπερνώντας εταιρείες της αυτοκινητοβιομηχανίας, του χρηματοπιστωτικού τομέα, της παραγωγής και του εμπορίου…

Οι 26 λέξεις, που αποτέλεσαν το ευαγγέλιο της διαδικτυακής χάβρας, θεωρείται βέβαιο ότι θα τροποποιηθούν. Είχε δεσμευτεί δημόσια ακόμη κι ο Τζο Μπάιντεν προεκλογικά για την ακύρωσή του νομικού φραγμού στη δίωξη των ιντερνετικών εταιρειών για το περιεχόμενο που αναρτούν. Οι Δημοκρατικοί επίσης είχαν εξαγγείλει όχι μόνο για το Facebook (με αφορμή την εξαγορά του Instagram και του WhatsApp) αλλά και για την Google (με αφορμή τα 10 δισ. δολ. που έδινε ετησίως στην Apple κ.α. για να εξασφαλίζει προτεραιότητα στα προϊόντα της) ότι θα ενεργοποιηθούν έρευνες για την παραβίαση των αντιμονοπωλιακών νόμων, κατ’ αντιστοιχία όσων εφαρμόστηκαν σε προηγούμενες δεκαετίες για την ΑΤΤ και τη Citibank. Υπέρ της ακύρωσης του άρθρου 230 έχει ταχθεί ακόμη κι η Νάνσυ Πελόσι (χαρακτηρίζοντας το άρθρο «δώρο» στις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας) η οποία αποτελεί όχι απλώς σταθερή αξία και βαρύ πυροβολικό των Δημοκρατικών, αλλά και το βαθύ τους κράτος. Κριτική στο άρθρο 230 είχε ασκήσει ακόμη κι ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά ποιός δίνει σημασία στα λόγια του… Χρήζει πάντως αναφοράς γιατί δείχνει το βαθμό της συναίνεσης γύρω από την αλλαγή του νόμου του Κλίντον.

Από την άλλη υπάρχει ένας σοβαρότατος λόγος για να συνεχιστεί η σημερινή αθλιότητα, με τη διαιώνιση του άρθρου 230: η «κινέζικη απειλή»! Οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής τάξης στο ίντερνετ θα οδηγήσει στο ξεφούσκωμα των αμερικανικών εταιρειών και στην ανάδυση των κινέζων ανταγωνιστών. Σοβαρό αντικίνητρο όχι μόνο για τον Τραμπ, αλλά και για τον Μπάιντεν…

Παράλληλα, η προσπάθεια της ιντερνετικής βιομηχανίας επικεντρώνεται στον μετριασμό της ζημιάς που θα επέλθει. Με βάση δημοσιεύματα είναι διατεθειμένη να δεχθεί τα πάντα αρκεί να μην ξεπεραστεί ένα όριο: να μην αντιμετωπισθεί ως εκδότης και να αναλάβει τη νομική ευθύνη. Σε αυτό το βωμό όχι μόνο το Facebook και το Twitter αλλά επιπλέον Google, Amazon, TikTok, Pinterest, Snap κι άλλοι έσπευσαν να αναπαράξουν τις απαγορεύσεις κατεβάζοντας ακόμη και το Parler, το ακροδεξιό Twitter, για να μείνει χωρίς φωνή ο Τραμπ.

Εν κατακλείδι, τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ όσο φαίνονταν αρχικά: Η ευκολία με την οποία λογόκριναν τον Τραμπ facebook και Twitter δεν προήλθε από την απόφασή τους να διαφυλάξουν την ειρήνη ή να διακόψουν το λόγο μίσους και τα σωρηδόν ψέματα που λέει ο απερχόμενος, ανόητος αμερικανός πρόεδρος. Η λογοκρισία επιβλήθηκε από το ολιγοπώλιο του διαδικτύου για να διαφυλάξει την ασυδοσία του…

Σε σημείο καμπής ο αγώνας του Παλαιστινιακού λαού

Για το Ισραήλ και τους συμμάχους του το 2020 αποτέλεσε ένα από τα καλύτερα χρόνια από ιδρύσεως του: Τόσο οι διπλωματικές αναγνωρίσεις που πέτυχε όσο και η προώθηση της κατοχής στα παλαιστινιακά εδάφη συνιστούν επιβράβευση της επιθετικής, εμπρηστικής πολιτικής που ακολουθεί αδιαλείπτως τα τελευταία 25 χρόνια, μετά τη δολοφονία του Γιτζάκ Ράμπιν.

Στην πραγματικότητα στην εξωτερική του πολιτική και τις διπλωματικές του σχέσεις το Ισραήλ πυροβόλησε τα πόδια του, καταφέρνοντας για μια ακόμη φορά να ταυτιστεί με την πολιτική αστάθεια και την επιθετικότητα στις διεθνείς σχέσεις, κοινώς ένα ακόμη κράτος ταραξίας. Ενώ ο κανόνας θέλει τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων μεταξύ δύο ή περισσότερων κρατών να προωθεί το διεθνές δίκαιο και την κατανόηση μεταξύ των κρατών, η αναγνώριση του Ισραήλ από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και το Σουδάν υλοποιήθηκε είτε στο πλαίσιο προώθησης επιθετικών σχεδίων, όπως είναι η λυκοσυμμαχία του Ισραήλ με τα σουνιτικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής με στόχο την περικύκλωση του Ιράν, κι ως όρος για την πώληση αμερικανικών όπλων, είτε ως αποτέλεσμα κρατικών εκβιασμών όπως η περίφημη λίστα των ΗΠΑ με τα κράτη που υποθάλπουν την τρομοκρατία, μιας και η άλλη όψη της «διπλωματικής πρώτης» Σουδάν – Ισραήλ ήταν η έξοδος του Σουδάν από αυτήν τη λίστα. Αποδείχθηκε έτσι η αξία χρήσης της: ως μέσο εκβιασμών για την υποταγή ανεξάρτητων κρατών και την υιοθέτηση των αμερικανικών προτεραιοτήτων στην εξωτερική τους πολιτική.

Το επιβλαβές για το διεθνές δίκαιο και την πολιτική σταθερότητα αποτέλεσμα που είχαν οι διπλωματικές επιτυχίες του Ισραήλ φάνηκε από την αποχαλίνωση των επεκτατικών, κατακτητικών σχεδίων του στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Με βάση εκτιμήσεις ισραηλινών οργανώσεων ειρήνης και μόνο με βάση τα σχέδια ανέγερσης νέων εβραϊκών οικισμών που είχαν ανακοινωθεί ως τον Οκτώβριο του 2020 (συγκεκριμένα 12.159 κατοικίες) η χρονιά της πανδημίας αποδείχθηκε χρονιά ρεκόρ στην ανέγερση παράνομων οικισμών. Ποτέ άλλοτε, από το 2012 που ξεκίνησε την καταγραφή η οργάνωση Ειρήνη Τώρα, δεν ανακοινώθηκε ένας τόσος μεγάλος αριθμός εποικισμών, βάσει της έκθεσής της. Οι εποικισμοί πρέπει να αναφερθεί ότι έχουν καταδικαστεί κατ’ επανάληψη από τον ΟΗΕ, με πιο πρόσφατη ψηφοφορία αυτή του 2016, από την οποία απείχαν οι ΗΠΑ, όπως πάντα.

Το 2020 κορυφώθηκαν επίσης οι προσπάθειες οικονομικού στραγγαλισμού των Παλαιστινίων και της Παλαιστινιακής Αρχής, εν είδει τιμωρίας της επειδή απέρριψε το ισραηλινής έμπνευσης σχέδιο ειρήνευσης, που ισοδυναμεί με ακύρωση της Συμφωνίας του Όσλο και δεκάδων αποφάσεων του ΟΗΕ για ένα πλαίσιο επίλυσης που ως ακρογωνιαίους λίθους θα έχει ένα κυρίαρχο παλαιστινιακό κράτος στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ και δικαίωμα επιστροφής όλων των προσφύγων. Δεν είναι μόνο η συρρίκνωση έως εξαφάνιση των διεθνών δωρεών χάρη στις οποίες συντηρείται η Παλαιστινιακή Αρχή που από κοινού με την παράνομη κατάσχεση των φόρων που υποχρεούται να παρέχει το Ισραήλ στη Ραμάλα τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια της Αρχής. Είναι επίσης η συντονισμένη προσπάθεια Ισραήλ και ΗΠΑ να τερματιστούν οι διεθνείς (αμερικανικές κατά βάση, μέσω της UNRWA) δωρεές προς τους παλαιστίνιους πρόσφυγες που ζουν στα γειτονικά κράτη, κυρίως σε Λίβανο, Συρία και Ιορδανία. Η προσπάθειά τους επιχειρήθηκε να καλυφθεί κι από μια απόφαση του ΟΗΕ να ακυρώσει το καθεστώς προσφύγων για τα παιδιά και τα εγγόνια όσων διώχθηκαν το 1948 από τα παλαιστινιακά εδάφη, που ευτυχώς δεν πέρασε. Αν περνούσε αυτή η απόφαση, που είχε κυρίως πολιτικά συνεπαγόμενα με την έννοια της παραγραφής των εγκλημάτων κατά των Παλαιστινίων το 1948, τότε η συντήρηση των εκατομμυρίων προσφύγων Παλαιστινίων θα γινόταν υπόθεση κρατών που είτε είναι χρεοκοπημένα είτε σε μόνιμη εμπόλεμη κατάσταση! Κοινώς θα οδηγούνταν στην πείνα…

Αποδείχθηκε επομένως ότι τα διπλωματικά κέρδη που συγκέντρωσε το Ισραήλ δεν τα εξαργύρωσε στην κατεύθυνση επιβολής μιας λύσης με τους Παλαιστινίους υπό καλύτερους όρους, αλλά πάντα στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Χρησιμοποίησε την υποταγή τριών ακόμη αραβικών κρατών για να οξύνει την καταπίεση των Παλαιστινίων και να κάνει τη ζωή τους ακόμη πιο φριχτή και αφόρητη.

Η όξυνση της ισραηλινής επιθετικότητας, ως άμεσο αποτέλεσμα της εύνοιας που επέδειξε ο Τραμπ κατά τη θητεία του, προκάλεσε ωστόσο σοβαρότατες αντιδράσεις και στο εξωτερικό και στο εσωτερικό της Παλαιστίνης. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με εξαίρεση το ακροδεξιό απολυταρχικό καθεστώς της Ουγγαρίας και την κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη, αυξάνονται με εκθετικό βαθμό οι αντιδράσεις απέναντι στην υπό εξέλιξη πολιτική εθνοκάθαρσης, που αντιγράφει τα έργα και τις ημέρες του νοτιοαφρικανικού απαρτχάιντ. Ενδεικτική ήταν η κοινή επιστολή 1.080 βουλευτών από 25 ευρωπαϊκές χώρες προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τους ηγέτες τους, ενάντια στην παράνομη προσάρτηση από το Ισραήλ παλαιστινιακών εδαφών από τη Δυτική Όχθη. Έκφραση της συσσωρευμένης οργής εναντίον της βάρβαρης ισραηλινής κατοχής ήταν και η ανοιχτή διαφοροποίηση του επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Τζόζεπ Μπορέλ από το αμερικανο-ισραηλινό σχέδιο. Η ευρωπαϊκή στάση όσο κι αν βρίθει αντιφάσεων μιας και δε συνοδεύεται από οικονομικές κι άλλες κυρώσεις κατά του Ισραήλ, που δε διστάζει να ψηφίζει εν ω μεταξύ ακόμη και αδιανόητους για ένα δημοκρατικό κράτος νόμους φυλετικής καθαρότητας όπως έκανε το 2018, απέχει προς ώρας τουλάχιστον σημαντικά από την αποσταθεροποιητική στάση των ΗΠΑ.   

Κι εντός της Παλαιστίνης, ωστόσο, όσοι κι όσες πιστεύουν ότι η μακρά σιωπή που παρατηρούμε, μέσω μιας διερχόμενης από αλλεπάλληλα φίλτρα πληροφόρησης, θα διαρκέσει για πολύ …απατώνται. Η Παλαιστίνη βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι η απώλεια των ελπίδων ειρηνικής επίλυσης του προβλήματος της κατοχής. Η δήλωση του 85χρονου προέδρου της Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς, τον Μάιο του 2020 ότι η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης και το κράτος της Παλαιστίνης παύουν πλέον να δεσμεύονται από τις υπογεγραμμένες συμφωνίες, «περιλαμβανομένων και των συμφωνιών ασφαλείας», αποτελεί σημείο τομής και μη επιστροφής στη Συμφωνία του Όσλο του 1993. Παράλληλα, η σταδιακή έξοδος από την πολιτική μιας γενιάς Παλαιστινίων που ταυτίστηκε με τις αυταπάτες συνοδεύεται από την αναβάθμιση του κύρους οργανώσεων και στελεχών της αντίστασης που έμειναν μακριά από τη συνδιαλλαγή με το Ισραήλ. Στο πλαίσιο αυτής της νέας ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ των Παλαιστινίων, προς όφελος της πτέρυγας του αγώνα και σε βάρος των ενδοτικών, εξελίσσονται εδώ και μήνες οι διαπραγματεύσεις μεταξύ παλαιστινιακών οργανώσεων πότε στην Τουρκία και πότε στην  Αίγυπτο για τον καθορισμό κοινά αποδεκτής ημερομηνίας διεξαγωγής εκλογών, για πρώτη φορά μετά το 2006 όταν αμφιλεγόμενα κέντρα της Παλαιστινιακής Αρχής, με επικεφαλής τον Νταχλάν, απάντησαν με εμφύλιο στη νίκη της Χαμάς. Ως αποτέλεσμα έκτοτε η διάσπαση των Παλαιστινίων μεταξύ κυρίως της Φατάχ που ελέγχει τη Δυτική Όχθη και της Χαμάς που ελέγχει τη Γάζα, αποτελεί εμπόδιο σε κάθε προσπάθεια αντίστασης. Μένει να δούμε αν ο Μαχμούντ Αμπάς κλείνοντας τον πολιτικό του κύκλο θα ακολουθήσει το δρόμο του Γιασέρ Αραφάτ, δηλαδή θα εγκαταλείψει τις ταλαντεύσεις και θα ανοίξει το δρόμο για μια νέα σελίδα αγώνα του λαού του, που θα φέρει πιο κοντά την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους σε σύγκρουση με τα σχέδια Ισραήλ και ΗΠΑ…

Για χάρη της ACS διαλύει τα Ελληνικά Ταχυδρομεία η ΝΔ

Πριν λίγα σχεδόν χρόνια στο προφανές ερώτημα, «μα γιατί να επιτραπεί η είσοδος σε μια ιδιωτική εταιρεία, όταν ο δημόσιος τομέας τα καταφέρνει» επαναλαμβανόταν η ίδια απάντηση, είτε το ερώτημα αφορούσε τις τηλεπικοινωνίες και την ενέργεια, είτε αφορούσε τις τηλεπικοινωνίες και τα ταχυδρομεία: «Γιατί έτσι θα αυξηθεί ο ανταγωνισμός και θα βελτιωθούν οι παρεχόμενες υπηρεσίες προς όφελος του πολίτη. Ο ανταγωνισμός επίσης θα ρίξει και τις τιμές».

Ας επιχειρήσουμε να ελέγξουμε τη σοβαρότητα και αξιοπιστία αυτού του συλλογισμού στην περίπτωση των ταχυδρομείων, με βάση τις πολύ πρόσφατες εξελίξεις κι ειδικότερα όσα μεσολάβησαν στη διάρκεια της καραντίνας.

Οι εταιρείες ταχυδιανομής αποδείχθηκαν εντελώς ανίκανες να διαχειριστούν την αυξημένη κίνηση. Παραγγελία που έκανα σε βιβλιοπωλείο τον Μάρτιο και ήρθε μέσω της ACS χρειάστηκε έναν μήνα για να φτάσει σε μια απόσταση 10 χιλιομέτρων από την πλατεία Συντάγματος. Οι ιδιωτικές εταιρείες κούριερ συναγωνίστηκαν το το υπουργείο Υγείας του Β. Κικίλια σε προετοιμασία ή καλύτερα σε αδράνεια για να διαχειριστούν και το δεύτερο κύμα πανδημίας. Οι προσλήψεις προσωπικού ήταν ελάχιστες για να μην μειωθεί το κέρδος, ενώ τα αυστηρά περιορισμένα όρια στην εξυπηρέτηση της επιπλέον κίνησης είχαν τεθεί από μια γραμμή παραγωγής και εξυπηρέτησης που ξεκινούσε από τους αποθηκευτικούς χώρους κι έφτανε μέχρι το πληροφοριακό σύστημα η οποία εξ ορισμού δεν άντεχε μια τόσο μεγάλη επιβάρυνση στο παρεχόμενο έργο.

Έτσι, βοηθούσης και της Black Friday, φτάσαμε στο (αδιανόητο ακόμη και να το σκεφτεί κανείς ένα χρόνο πριν) κρασάρισμα των ιδιωτικών ταχυμετοφορών. Με ανακοίνωσή της η Γενική Ταχυδρομική την 1η Δεκεμβρίου γνωστοποίησε την άμεση αναστολή όλων των πρόσθετων υπηρεσιών πλην της βασικής, ενώ η ACS με δελτίο Τύπου που εξέδωσε στις 4 Δεκεμβρίου ανακοίνωσε ότι «ο μέσος χρόνος διακίνησης των αποστολών αναμένεται να φθάσει τις 6 εργάσιμες ημέρες, ενώ ενδέχεται κυρίως στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη να ξεπεράσει τους χρόνους αυτούς»! Η …φοβερή και …τρομερή ιδέα του click away, που μετά βεβαιότητας θα προσθέσει στη λίστα των νεκρών μερικές ακόμη εκατοντάδες κρούσματα του κορονοϊού, την αποτυχία των ιδιωτών ταχυμετοφορεών ήρθε να διαχειριστεί κι όχι τις ανάγκες αγορών…

Εν είδει παρενθέσεως αξίζει να σκεφτούμε τι θα συνέβαινε αν ο ιδιωτικός τομέας όπως κυριαρχεί στις ταχυμεταφορές κυριαρχούσε και στην υγεία. Με το κάθε νοσοκομείο ανώνυμη εταιρεία και θυγατρική μιας ασφαλιστικής εταιρείας να ανακοινώνει ότι έφτασε στα όρια των δυνατοτήτων του και δεν μπορεί να εξυπηρετήσει άλλα κρούσματα, μάλλον θα είχαμε …πεθάνει όλοι. Σε αυτή τη βάση ας σκεφτούμε κι από ένα άλλο πρίσμα γιατί στις ΗΠΑ πεθαίνουν κάθε μέρα την τελευταία εβδομάδα 3.000 άνθρωποι…

Επιστρέφοντας στα ελληνικά ταχυδρομεία, η αποτυχία των ιδιωτικών εταιρειών ταχυδιανομών να ανταποκριθούν στο ρόλο τους συνέβη επειδή προτεραιότητα δε δίνουν στην εξυπηρέτηση του καταναλωτή, όπως επαίρονται, αλλά στην αύξηση των κερδών τους. Χαρακτηριστικά η ACS, ιδιοκτησίας  του πρώην προέδρου του ΣΕΒ Θ. Φέσσα, από το 2016 μέχρι και το 2019 σύμφωνα με τις οικονομικές της καταστάσεις αύξανε κάθε χρόνο όχι μόνο τις πωλήσεις αλλά και τα προ φόρων κέρδη της:  από 10,7 εκ. ευρώ το 2016, σε 11,2 εκ. ευρώ το 2017, 12,3 εκ. ευρώ το 2018 και 13,2 εκ. το 2019. Το 2020 δε τα κέρδη θα απογειωθούν, όπως μπορούν να υποθέσουν όλοι με εξαίρεση την …κυβέρνηση που, χωρίς να …γνωρίζει, ενέταξε το ΚΑΔ τους στα ΚΑΔ των πληττόμενων επιχειρήσεων, προσφέροντάς τους ζεστό χρήμα, όταν είναι ένας από τους ελάχιστους κλάδους  που δεν θίχτηκαν. Τη ίδια δε γενναιοδωρία η κυβέρνηση δεν επέδειξε απέναντι στα ΕΛΤΑ, που τα άφησε εκτός κάθε διευκόλυνσης, αξιοποιώντας την ευκαιρία για να επιδεινώσει ακόμη παραπέρα τη θέση τους.

Σε αυτή την οριακή συγκυρία για τον κλάδο των ταχυδρομείων, που κάλλιστα συγκρίνεται με τη χρεοκοπία των τραπεζών στο απόγειο της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης, η κυβέρνηση της ΝΔ λειτούργησε σαν από μηχανής θεός, με μια τροπολογία για τα ΕΛΤΑ που εισήγαγε «νύχτα» στις 2 Δεκεμβρίου σε έναν άσχετο νόμο (βλέπε Μέρος Δ’) για την περιστολή του λαθρεμπορίου. Κι εδώ ο καθένας και η καθεμιά μπορεί να στοιχηματίσει ότι τα μέτρα για τα Ταχυδρομεία είναι τα μοναδικά που θα εφαρμοστούν μέχρι τέλος…

Ο νόμος για τα ΕΛΤΑ είχε μια εσάνς μνημονίου, με ένα πλήθος διαρθρωτικών αλλαγών που προετοιμάζουν την ιδιωτικοποίηση της αρχαιότερης εταιρείας του ελληνικού δημοσίου: μείωση 8% στους μισθούς των εργαζομένων, εθελούσια έξοδος για 2.000 εργαζόμενους από τους 5.000 που με βεβαιότητα θα οδηγήσει στο κλείσιμο καταστημάτων των ΕΛΤΑ, προσλήψεις με συμβάσεις ιδιωτικού τομέα κατά παρέκκλιση της ισχύουσας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, υπερεξουσίες για προσλήψεις στον διευθύνοντα σύμβουλο, καταβολή ενός ποσού από 149 – 180 εκ. ευρώ από τα 395 εκ. που οφείλει το δημόσιο στα ΕΛΤΑ τα οποία δε θα κατευθυνθούν στην ανάπτυξη νέων υπηρεσιών αλλά σε αποζημιώσεις ώστε ο ιδιώτης να τα αγοράσει χωρίς υψηλό κόστος προσωπικού και, το σημαντικότερο, μια αλλαγή που έκανε τις ιδιωτικές εταιρείες ταχυμεταφορών να τρίβουν τα χέρια τους: Η υποχρέωση παράδοσης των επιστολών την επόμενη εργάσιμη μέρα (χ+1) άλλαξε και στο εξής η υποχρέωση παράδοσης μεταφέρθηκε για μετά από 3 εργάσιμες μέρες (χ+3) από την ημερομηνία παράδοσης. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η σύγκλιση στις παρεχόμενες υπηρεσίες μεταξύ των ΕΛΤΑ από την μια και των ιδιωτικών ταχυμεταφορικών υπηρεσιών από την άλλη σε μία κατεύθυνση εντελώς διαφορετική απ’ αυτή που υποσχόταν ο νεοφιλελευθερισμός, καθώς ο ανταγωνισμός δεν οδηγεί στη βελτίωση των υπηρεσιών αλλά στην επιδείνωσή τους, σε βάρος του καταναλωτή, χάριν του οποίου υποτίθεται ότι γίνεται η απορρύθμιση της αγοράς. Επίσης, οι αυξήσεις στα γραμματόσημα των ΕΛΤΑ όλα τα προηγούμενα χρόνια, για να φτάσουν σήμερα τα απλά ταχυδρομικά τέλη πρώτης προτεραιότητας για το ελάχιστο βάρος 20 γραμμαρίων στο εσωτερικό να κοστίζουν 1,90 ευρώ, ως βασική αποστολή είχαν να μειώσουν το κενό από τα τιμολόγια των ιδιωτών ταχυμεταφορέων που είναι 4 και 5 φορές υψηλότερα, σε σχέση με των ΕΛΤΑ. Στο παρελθόν η διαφορά ήταν 10 φορές και στο μέλλον θα μικρύνει ακόμη περισσότερο.

Εν κατακλείδι, η είσοδος των ιδιωτικών εταιρειών στις ταχυδρομικές υπηρεσίες αύξησε τα κόστη και επιδείνωσε την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, αποδεικνύοντας ότι η αναζήτηση του κέρδους στρέφεται ενάντια στην  εξυπηρέτηση της κοινωνίας. Η δε κυβέρνηση που υποτίθεται ότι επιβάλλει το πλαίσιο του ανταγωνισμού και ρυθμίζει την αγορά το μόνο που κάνει είναι να παρεμβαίνει μεροληπτικά και να εξυπηρετεί τους ιδιώτες, επιβάλλοντας με νόμο ό,τι αδυνατούν να εξασφαλίσουν με τη δύναμη και τον έλεγχο της αγοράς.