Η Google στο στόχαστρο των γερμανών εκδοτών (Επίκαιρα, 11-17 Δεκεμβρίου 2014)

2Ξεχείλιζαν υποκρισία το σκεπτικό του ψηφίσματος της 27ης Νοεμβρίου και οι συνοδευτικές δηλώσεις των ευρωπαίων αξιωματούχων με το οποίο δινόταν το πράσινο φως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ακόμη και να διατάξει την διάσπαση της Google. Η δημοφιλής μηχανή αναζήτησης στο διαδίκτυο βρίσκεται στο μικροσκόπιο της επιτροπής ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εδώ και περισσότερα από πέντε χρόνια, αν και προϊόντος του χρόνου επιδείνωνε συνεχώς την θέση της…

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει από τις ευρωπαϊκές αρχές η Google είναι τρεις. Περισσότερο γνωστή εξ αυτών είναι η επιμονή των ευρωπαϊκών αρχών πως το «δικαίωμα στη λήθη» δεν εφαρμόστηκε μέχρι τέλους. Με τον όρο «δικαίωμα στη λήθη» περιγράφεται η υποχρέωση που ανέλαβε η Googleνα σβήσει από την μηχανή αναζήτησης προσωπικά δεδομένα χρηστών που αφορούσαν το παρελθόν. Η ίδια η αξίωση, παρότι θεμιτή από τη σκοπιά της διαφύλαξης των προσωπικών δεδομένων, ήταν εξ αρχής προβληματική μιας και η μηχανή αναζήτησης δεν ήταν ο δημιουργός της επίμαχης είδησης ή του γεγονότος, αλλά η διαμεσολαβητική υπηρεσία που την ανέσυρε, με τους κατάλληλους αλγόριθμους, μέσα από το χάος του διαδικτύου και την έκανε προσβάσιμη στον χρήστη. Ακόμη δηλαδή κι αν η Google κατάφερνε να μην εμφανίζεται το αποτέλεσμα μετά την αναζήτηση του χρήστη, πχ μια καταδίκη σε φυλακή ή για μια απάτη, η πρωτογενής αναφορά στην εφημερίδα δεν μπορούσε να σβηστεί. Παρέμενε, απλώς μη προσπελάσιμη από μηχανή αναζήτησης. Η ΕΕ έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα σε αυτό το δύσκολο σταυρόλεξο γιατί αφού η Google συμμορφώθηκε με τις σχετικές υποδείξεις, διαχειριζόμενη 30 εκ. σχετικά αιτήματα διαγραφής συνδέσμων μέχρι τις 30 Αυγούστου 2014, η απαίτηση επεκτάθηκε παγκόσμια, με τις Βρυξέλλες να ζητούν την διαγραφή όχι μόνο από τους ευρωπαϊκούς ιστότοπους της εταιρείας, αλλά και τους αμερικάνικους, στο Google.com.Αίτημα που προφανώς προσέκρουε σε διαφορετικές νομοθεσίες…

Πρώτη μηχανή αναζήτησης και με διαφορά

Η δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει η εταιρεία αφορά την δεσπόζουσα θέση που κατέχει στην αγορά, όπου όμως επικρατεί μια όχι τόσο πολύ συνηθισμένη εικόνα. Η Google πράγματι απολαμβάνει ποσοστά που δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως το απόλυτο μονοπώλιο. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ ελέγχει το 68% της αγοράς, με την μηχανή αναζήτησης της Microsoft, την Bing να ελέγχει το 19% και την Yahoo να ελέγχει το 10%. Η μοναδική μάλιστα μεταβολή που παρατηρείται θέλει την Bing να επεκτείνεται, σε βάρος όμως της Yahoo και όχι της Google. Η κυριαρχία της Googleστα αναζητήσεις μέσω κινητών στις ΗΠΑ είναι ακόμη μεγαλύτερη φτάνοντας το 83%! Στην Ευρώπη η Google κατέχει πολύ μεγαλύτερα μερίδια αγοράς στις μηχανές αναζήτησης. Σε Γερμανία και Ολλανδία το 93%, σε Ιταλία και Γαλλία το 95%, στην Ισπανία το 96%, κοκ. Είναι εν ολίγοις ο απόλυτος κυρίαρχος, χωρίς μάλιστα να υπάρχει ούτε μία ευρωπαϊκή μηχανή αναζήτησης που να την ανταγωνίζεται. Το «παράδοξο της Google» έγκειται στο ότι ενώ νέμεται πολύ μεγάλα ποσοστά της αγοράς, αυτό δε συμβαίνει κατά τον συνήθη τρόπο, δηλαδή σε βάρος των καταναλωτών ή των ανταγωνιστών της.  Αυτοί οι τρόποι όμως ήταν που δικαιολογούσαν στο πλαίσιο αντιμονοπωλιακών νόμων την διάσπαση εταιρειών και το υποχρεωτικό άνοιγμα της αγοράς∙ από την εμβληματική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ το 1911 όταν επιβλήθηκε η διάσπαση της Standard Oil σε 34 εταιρείες, μέχρι τα μέτρα που εφαρμόστηκαν από την Microsoft σε βάρος του δημοφιλούς της προγράμματος Internet Explorer τη δεκαετία του ‘90 για να διευκολυνθεί η είσοδος στην αγορά των browser του Netscape Navigator. Αντίθετα με αυτά τα παραδείγματα, η Google δεν μπορεί να κατηγορηθεί για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης ή για υπερβολικές χρεώσεις. Οι διαφημίσεις από την βασικότερη πηγή εσόδων της, Αdwords τιμολογούνται στη βάση δημοπρασιών, ενώ από τη δεύτερη πηγή εσόδων, Αdsense, η Google επιστρέφει ακόμη και το 70% στους πελάτες της. Η Google επομένως θα μπορούσε να επικριθεί για πολλά, με τις αιτιάσεις του μαρξιστή οικονομολόγου Ντέιβιντ Χάρβεϋ που την θεωρεί εταιρεία σύμβολο μιας παρασιτικής οικονομίας που δεν παράγει τίποτε ενώ καταφέρνει να εκμεταλλεύεται την εργασία άλλων να ξεχωρίζει, όχι όμως με τις συνήθεις κατηγορίες, που θα δικαιολογούσαν την απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για «αποσύνδεση των μηχανών αναζήτησης από άλλες εμπορικές υπηρεσίες». Τέτοιες είναι οι χάρτες, το λεξικό, κ.α.

Η τρίτη κατηγορία που αντιμετωπίζει η Google, κι η οποία βοηθάει να καταλάβουμε ποιοί υποκινούν την επίθεση εναντίον της, είναι η λιγότερο προβεβλημένη κι αυτό δε συμβαίνει καθόλου τυχαία. Ελάχιστα αναφέρεται και αναλύεται, επειδή οι χρήστες αν έπρεπε να πάρουν θέση στη διαμάχη, θα τάσσονταν με το μέρος της Google! Στο άλλο μέρος της αντιδικίας βρίσκονται οι εκδότες, κυρίως οι Γερμανοί που κατάφεραν και επέβαλλαν έναν ειδικό φόρο στην Google, που σύντομα χαρακτηρίστηκε Google tax, τον οποίο όφειλε να πληρώνει για κάθε αναδημοσίευση αποσπάσματος από τα άρθρα τους. Ούτε αυτός όμως ο φόρος αποδείχτηκε αρκετός για να τους κατευνάσει. Η οργή τους κορυφώθηκε όταν αποφάσισαν να διακόψουν την πρόσβαση της μηχανής αναζήτησης της Google στις εφημερίδες τους κι είδαν με τα ίδια τους τα μάτια αυτό που φοβόντουσαν: ότι η επισκεψιμότητα στις εφημερίδες τους, χωρίς τη διαμεσολάβηση της Google, εκμηδενιζόταν!

Η Μπιλντ σημαιοφόρος

Πρωταγωνιστής στον ευρωπαϊκό «ανένδοτο» εναντίον της δημοφιλούς μηχανής αναζήτησης τέθηκε οΜατίαςΝτέπφνερ, διευθυντής του κολοσσιαίου εκδοτικού ομίλου του ΆξελΣπρίνγκερ, που μεταξύ άλλων εκδίδει και την λαϊκίστικη, χυδαία φυλλάδα Μπιλντ. Το μοναδικό εμπόδιο στη φιλοδοξία του Ντέπφνερ, να γίνει «ο μεγαλύτερος ψηφιακός εκδότης του κόσμου», ακούει στο όνομα Google. Σε αυτήν μάλιστα την μάχη, μικρή αλλά στρατηγικής σημασίας νίκη του γερμανού βαρόνου των μίντια ήταν ο διορισμός στη θέση του ψηφιακού επιτρόπου του γερμανού Γκιέντερ Έτινγκερ, ο οποίος από την πρώτη μέρα που ανέλαβε τα νέα του καθήκοντα έχει στοχοποιήσει την Google. Τελευταία του επινόηση η επιβολή ενός φόρου επί των πνευματικών δικαιωμάτων που θα βαρύνει σχεδόν αποκλειστικά την Google.

Φαίνεται επομένως ότι η κοινοτική νομοθεσία και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν ήταν παρά το φύλλο συκής που ήρθε να καλύψει τα γερμανικά συμφέροντα. Οι γερμανοί εκδότες στοχεύουν την Googleόχι στο όνομα της πολυφωνίας, του ελεύθερου ανταγωνισμού ή του δικαιώματος των ευρωπαίων πολιτών στην ανεμπόδιστη πρόσβαση στον πλούτο του διαδικτύου. Μάλιστα, η λυσσαλέα μάχη τους έχει ως έπαθλο την κατίσχυση της πιο ελεεινής δημοσιογραφίας που έχει γνωρίσει ποτέ η ανθρωπότητα, η οποία θρέφεται με τον στιγματισμό ανθρώπων, ιδεών, ακόμη και μικρών κρατών. Δεν πρόκειται απλώς για την προώθηση μιας δεξιάς ατζέντας. Ο εκδότης της Μπιλντ επιδιώκει να επιβάλει ως κανόνα στην γηραιά ήπειρο μια ηλεκτρονική δημοσιογραφία της σκανδαλοθηρίας και του εντυπωσιασμού. Η πολιορκία της Google γίνεται στο πλαίσιο αυτής ακριβώς της σταυροφορίας…

Φάκελος Σνόουντεν, ο ψηφιακός Μεγάλος Αδελφός (Πριν, 26 Οκτωβρίου 2014)

 hardingΌπως εκμυστηρεύεται ο Σνόουντεν δεν θα ήθελε να ζει σε έναν κόσμο «όπου οτιδήποτε λέω, οτιδήποτε κάνω, με οποιονδήποτε μιλάω, κάθε εκδήλωση έρωτα ή φιλίας καταγράφεται». Στο βιβλίο Φάκελος Σνόουντεν του Λουκ Χάρντινγκ (εκδ. Καστανιώτη, 2014) (εδώ ένα μικρό απόσπασμα) περιγράφεται το δίκτυο συνεχούς παρακολούθησης που έχτισαν οι ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτέμβρη.

Όλα αποδείχθηκαν αληθινά! Σενάρια και προβλέψεις που διατυπώνονταν από την επόμενη κιόλας μέρα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και τα οποία αναφέρονταν στο καθεστώς ζόφου που υφαίνονταν σε όλο τον πλανήτη με πρωταγωνιστή τις αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες και πρόφαση την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, μετά βεβαιότητας πλέον μπορούν να χαρακτηριστούν ακόμη και άτολμα. Το πέπλο παρακολουθήσεων που έχουν δημιουργήσει οι αμερικάνικες αρχές είναι πολύ πιο γενικευμένο και εφιαλτικό, λόγω και της εξέλιξης της τεχνολογίας. Μάρτυρας όλων αυτών των διαπιστώσεων είναι τα όσα περιγράφονται στο βιβλίο του δημοσιογράφου της βρετανικής εφημερίδας Γκάρντιαν, Λουκ Χάρντινγκ, με τίτλο Φάκελος Σνόουντεν, η ιστορία το Νο 1 καταζητούμενου ανθρώπου στον κόσμο (εκδ. Καστανιώτη, 2014).

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το βιβλίο, περιγράφοντας με ακρίβεια όλα τα (δημοσιεύσιμα) δραματικά γεγονότα που οδήγησαν στις αποκαλύψεις του Σνόουντεν, μοιάζει με αστυνομική ιστορία. Ξεκινάει με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έστειλε ο ίδιος ο Σνόουντεν προσπαθώντας να βρει δημοσιογράφους και ακτιβιστές για να δημοσιοποιήσει το υλικό του και καταλήγει με λεπτομέρειες από την ζωή του στην Μόσχα, όπου ζει από τον Ιούνιο του 2013. Όλα τα ενδιάμεσα που εκτυλίσσονται μεταξύ Βαλτιμόρης, Γενεύης, Χαβάης, Χονγκ – Κονγκ και Μόσχας θα μπορούσαν να αποδοθούν με την βοήθεια μιας μακροσκελούς λίστας από αρκτικόλεξα: Είναι ένας καταιγισμός προγραμμάτων παρακολούθησης που υλοποιεί η αμερικάνικη κυβέρνηση, μέσω της μυστικής υπηρεσίας NSA (Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας), η οποία – σημείο των καιρών – είναι η υπηρεσία που προσλαμβάνει τους περισσότερους μαθηματικούς στις ΗΠΑ!  Πολύ συχνά μάλιστα επιτελεί το έργο της με την βοήθεια της αντίστοιχης βρετανικής υπηρεσίας GCHQ (Κρατική Υπηρεσία Επικοινωνιών) που λειτουργεί εξ ίσου απειλητικά για τις πολιτικές ελευθερίες. Μόνο λοιπόν για να πάρουμε μια μικρή γεύση του ψηφιακού Μεγάλου Αδελφού που μας παρακολουθεί νυχθημερόν έχοντας μετατρέψει το διαδίκτυο στο πιο παγιδευμένο και εν τέλει ακατάλληλο δίκτυο επικοινωνίας ξεχωρίζουμε τρία από αυτά τα προγράμματα: Sigint, πρόγραμμα συλλογής σημάτων μόνο για ξένους στόχους. Stellarwind, πρόγραμμα παράνομης παγίδευσης τηλεφώνων μετά την 11η Σεπτεμβρίου που αφορούσε την συλλογή περιεχομένου και μεταδεδομένων εκατομμυρίων Αμερικανών χωρίς εισαγγελικό ένταλμα. Και τέλος πρόγραμμα Prism, το «καλύτερο» όλων καθώς επιτρέπει στις υπηρεσίες να έχουν πρόσβαση σε μεγάλο όγκο ψηφιακών πληροφοριών, ηλεκτρονικών μηνυμάτων, αναρτήσεων στο Facebook. Για την υλοποίηση του συνεργάστηκε αδιαμαρτύρητα όλη η Κοιλάδα της Σιλικόνης που μετατράπηκε σε κυβερνο-χαφιέ του Μπους αρχικά και του Ομπάμα στη συνέχεια: Microsoft, Yahoo, Fb, Google, PalTalk, YouTube, AOL, Skype, κ.λπ. Ο ρόλος του πρόθυμου συνεργάτη των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας, που μπορεί να συγκαλύφθηκε ελαφρώς από το αίτημά τους να απαιτηθεί με νόμο η πρόσβαση των υπηρεσιών στα δεδομένα ώστε να καλυφθούν οι εταιρείες απέναντι σε πιθανές προσφυγές των χρηστών, διέλυσε οριστικά και αμετάκλητα όποια στοιχεία αντι-κουλτούρας και χιπισμού διατηρούνταν ακόμη ζωντανά στην Κοιλάδα της Σιλικόνης, μακρινή ανάμνηση τις περισσότερες φορές των εφηβικών αναζητήσεων ιδρυτών αυτών των εταιρειών. Η αντίθεση εκφράζεται, με τον πιο ανάγλυφο τρόπο στην Apple, με τα τηλέφωνά της, τα i-phone να αποτελούν την πιο αποτελεσματική μηχανή παρακολούθησης (έφριξε ο Σνόουντεν όταν είδε τον βρετανό δημοσιογράφο στο πρώτο ραντεβού τους να μπαίνει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου με το i-phone στο χέρι!) ενώ ο ιδρυτής της, Στιβ Τζομπσ, μέχρι και πριν πεθάνει ήθελε να είναι ο ορισμός της αντι-συμβατικής και εκτός πλαισίου σκέψης.

Αναφέρεται στο βιβλίο πως το διαδίκτυο, με βάση τα λόγια του Ασάντζ είναι «ο μεγαλύτερος μηχανισμό κατασκοπίας που υπήρξε ποτέ στον κόσμο»

Η περιπέτεια του Έντουαρντ Σνόουντεν, το τέλος της οποίας δεν έχει γραφτεί, όσο κι αν αποτελεί ακραία περίπτωση προσφέρεται για πλήθος συμπερασμάτων. Για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά την ασφυξία που νιώθει μια πολυπληθής κατηγορία νέων ανθρώπων λόγω του καθεστώτος επιτήρησης που έχει επιβληθεί στο διαδίκτυο. Πρόκειται για ανθρώπους υψηλής επαγγελματικής ειδίκευσης, ενίοτε συντηρητικών καταβολών (ο Σνόουντεν ήταν Ρεπουμπλικάνος και λάτρευε τα όπλα), σίγουρα φανατικών υπέρμαχων των ατομικών λύσεων χωρίς καθόλου εμπειρίες συλλογικής εργασίας ακόμη και με ανύπαρκτη κοινωνικότητα που πήραν ωστόσο πολύ στα σοβαρά τις υποσχέσεις για την απέραντη ελευθερία του κυβερνοχώρου. Η ιδεολογική ήττα, ιστορικών διαστάσεων, που βιώνει αυτή η γενιά επιβάλλει να δοθεί νέο περιεχόμενο στην έννοια της ελευθερίας. Μακριά προφανώς από την ατομικότητα, πολύ πιο κοντά όμως στις δυνατότητες που παρέχουν οι συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες και την τάση τους να καταργούν στεγανά και απαγορευμένες ζώνες. Την δική του σημασία έχει επίσης ο άθλος του Σνόουντεν, που οδήγησε τον τομέα της ψηφιακής κατασκοπίας να μιλάει για προ-Σνόουντεν και μετά-Σνόουντεν εποχή, καθώς δείχνει τις τεράστιες δυνατότητες των σύγχρονων εργαζομένων, προφανώς σε συνάρτηση με τις ποικίλες και ασύλληπτες δυνατότητες που εμπεριέχουν οι νέες τεχνολογίες: από την συγκέντρωση, επεξεργασία και την μεταφορά δεδομένων, την διασκέδαση και την ανθρώπινη επικοινωνία, μέχρι τον συνδυασμό και την αξιολόγηση διαφορετικών πληροφοριών. Κι αν τα προηγούμενα δημιουργούν ελπίδες και δείχνουν τις νέες δυνατότητες, η συνέχεια που υπήρχε από τον Μπους στον Ομπάμα είναι απογοητευτική υποδηλώνοντας ταυτόχρονα πως το κράτος έκτακτης ανάγκης δεν …αγγίζεται. Πρόεδροι και πλειοψηφίες πάνε κι έρχονται οι παραβιάσεις ωστόσο θεμελιωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων συνιστούν το τρομοκρατικό «υπερσύνταγμα» των ΗΠΑ και όλου του υπόλοιπου κόσμου, καθώς όλες οι υπηρεσίες βοηθούν την NSA ή εφαρμόζουν στο εσωτερικό τους ανάλογα μέτρα συνεχούς παρακολούθησης ή αποθήκευσης έτσι ώστε την κρίσιμη στιγμή να μπορούν αυτές οι πληροφορίες να ανασυρθούν και να είναι αξιοποιήσιμες.

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί καθώς είναι γραμμένο ζωντανά και διαθέτει καταιγιστικό ρυθμό θυμίζοντας πολλές φορές ρεπορτάζ. Στα αρνητικά του συγκαταλέγεται η βαθιά αποστροφή που εκφράζει ο συγγραφέας, Λουκ Χάρντινγκ, για την Ρωσία και τις αριστερές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, όπως και για τον ιδρυτή των Wikileaks, Τζουλιάν Ασάντζ, ο οποίος συνεχίζει να ζει παγιδευμένος στην πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο. Είναι ο άνθρωπος αυτός που κάλλιστα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο πρωτοπόρος που άνοιξε τον δρόμο στην Τσέλσι Μάνινγκ και τον Έντουαρντ Σνόουντεν για να γίνουμε μάρτυρες στην μεγαλύτερη διαρροή διαβαθμισμένων πληροφοριών ποτέ στον κόσμο.