Νταβός ’09: Τι κρατάμε… (Διπλωματία 1ος/2009)

ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΡΙΟ 

ΖΟΦΕΡΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 

Στην περυσινή σύνοδο του Νταβός το θέμα της συζήτησης ήταν η δυνατότητα της παγκόσμιας οικονομίας να συνεχίσει να αναπτύσσεται ανεξάρτητα από την αμερικανική, που είχε αρχίσει να βυθίζεται στην ύφεση. Φέτος τέτοιες αυταπάτες δεν υπήρχαν καθώς ήταν κοινή συνείδηση ότι εξαίρεση από τον κανόνα της κρίσης δεν υφίσταται, ενώ το βάθος της είναι πρωτοφανές για τα μεταπολεμικά χρονικά.

Προς επίρρωση, έρευνα που διεξήγαγε η Price Waterhouse Coopers κι η οποία παρουσιάστηκε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ βάση της οποίας μόνο ένα στα πέντε στελέχη επιχειρήσεων (το 21% για την ακρίβεια των 1.200 ερωτηθέντων από 50 χώρες του κόσμου) αναμένει να αυξηθούν τα έσοδα της επιχείρησής του το τρέχον έτος. Και μόνο και μόνο για να φανεί η επιδείνωση του κλίματος τον τελευταίο χρόνο να αναφερθεί ότι πέρυσι το 50% εκτιμούσε ότι θα αυξηθούν τα έσοδά του.

Οι κακές ειδήσεις έπεφταν σαν βροχή στο θέρετρο των Άλπεων τις έξι μέρες που διήρκεσε το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, που φέτος είχε ως θέμα τη διαμόρφωση του κόσμου μετά την κρίση και τιμώμενα πρόσωπα τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων κι όχι τα ακριβοπληρωμένα στελέχη όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Κατά τη διάρκεια των εργασιών του, την τελευταία εβδομάδα του Ιανουαρίου τρεις ειδήσεις ήρθαν να υπογραμμίσουν τη σφοδρότητα της οικονομικής κρίσης. Η πρώτη αφορούσε την συρρίκνωση του αμερικανικού ΑΕΠ το τελευταίο τρίμηνο του 2008, σε ετήσια βάση, κατά 3,8%! Ποσοστό που έδωσε την αφορμή στο νεοεκλεγμένο πρόεδρο των ΗΠΑ να μιλήσει από το βήμα της Βουλής για «συνεχόμενη καταστροφή» των εργαζόμενων οικογενειών ζητώντας να υπερψηφιστεί το πακέτο διάσωσης της αμερικανικής οικονομίας (αρχικού) ύψους 819 δισ. δολ. Το κακό όμως της απότομης και βαθιάς συρρίκνωσης του ΑΕΠ δεν περιορίζεται μόνο στην αμερικανική, αλλά αφορά όλη την παγκόσμια οικονομία κι αυτή είναι η δεύτερη είδηση που σκοτείνιασε τον ουρανό του Νταβός. Σύμφωνα με νεώτερες προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που αναθεωρούσαν προηγούμενες εκτιμήσεις, η παγκόσμια οικονομία κατά το 2009 θα συρρικνωθεί κατά 2%, γεγονός πρωτοφανές για ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο όταν οι οικονομικές κρίσεις εξαπλώνονταν κατά κύματα και όχι συγχρονισμένα όπως τώρα, κάτι που καθιστά εκ προοιμίου αδόκιμη κάθε σύγκριση της τρέχουσας κρίσης με αυτήν των αρχών της δεκαετίας του ’70 ή του ’80. Άμεση απόρροια των μειωμένων προσδοκιών είναι οι δραματικές προβλέψεις για την εκτίναξη της παγκόσμιας ανεργίας, που διατύπωσε ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας βάση των οποίων υπάρχει ο σαφής κίνδυνος περισσότερα από 50 εκ. άτομα να χάσουν φέτος τις δουλειές τους. Η είδηση αυτή, με την οποία τρίτωσε το κακό, δεν προεξοφλεί μόνο τη δραματική επιδείνωση των όρων διαβίωσης δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλη τη γη, αλλά επίσης και μια νέα ώθηση στην κρισιακή σπείρα καθώς η ανεργία θα φέρει πτώση των εισοδημάτων, που με τη σειρά της θα ενεργοποιήσει ένα ντόμινο πτώσης της καταναλωτικής ζήτησης, των πωλήσεων, της παραγωγής, των επενδύσεων, των κερδών, κοκ.

Απρόσμενο βάθος στην απαισιοδοξία που κυριαρχούσε στη φετινή σύνοδο του Νταβός έδωσαν ακόμη κι αυτές οι προβλέψεις που διατυπώθηκαν για την επόμενη μέρα της κρίσης, καθώς η συναίνεση που δημιουργήθηκε κατέληγε πως δεν θα είναι και τόσο …φωτεινή. Ο Στίβεν Ρόοουτς για παράδειγμα επικεφαλής της ασιατικής Morgan Stanley (κι ένας από τους ανθρώπους που εδώ και χρόνια είχαν χαρακτηρίσει νοσηρό το μοντέλο ανάπτυξης που στηριζόταν στην αλόγιστη αύξηση του δανεισμού) ανέφερε σε συζήτηση στην οποία συμμετείχε πως «ακόμη κι αυτή η ανάκαμψη όποτε έρθει θα είναι αναιμική και όχι αρκετά ισχυρή ώστε να αποτρέψει το ποσοστό ανεργίας από συνεχή άνοδο στον περισσότερο κόσμο». Εξ ίσου απαισιόδοξος ήταν αναφερόμενος στις ΗΠΑ κι ο ιστορικός Ν. Φέργκιουσον ο οποίος πρόβλεψε την επανάληψη του ιαπωνικού σεναρίου. Δηλαδή, μια χαμένη δεκαετία εξαιρετικά ασθενών ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ.

Σε αυτό το φόντο το ενδιαφέρον όλων των συνέδρων ήταν στραμμένο σε δύο απόντες, τον Μπαράκ Ομπάμα και τον υπουργό Οικονομικών του, Τίμοθι Γκάιτνερ, καθώς το πακέτο διάσωσης της αμερικανικής οικονομίας χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως το πιο αισιόδοξο νέο που ακούστηκε στο Νταβός. Πολύ περισσότερο που οι εκτιμήσεις για την τελική αξία των «τοξικών ομολόγων» αναθεωρούνται συνεχώς προς τα πάνω με αποτέλεσμα όλο και μεγαλύτερες ποσότητες δημόσιου χρήματος να θεωρούνται αναγκαίες για την υπέρβαση της κρίσης. Το ΔΝΤ για παράδειγμα αναθεώρησε την πρόβλεψη που είχε δημοσιοποιήσει τον Οκτώβριο βάση της οποίας η αξία τους ανερχόταν σε 1,4 τρισ. και πλέον τα υπολογίζει σε 2,2 τρισ. δολ. Ενώ δεν λείπουν και εκτιμήσεις όπως για παράδειγμα της Goldman Sachs που ανεβάζουν τα προβληματικά ομόλογα στο ύψος των 5,7 τρισ. δολ., σύμφωνα με τον βρετανικό Economist της 31ης Ιανουαρίου.

Ωστόσο, για τις αθρόες κρατικές χρηματοδοτήσεις που σύμφωνα με το ΔΝΤ θα οδηγήσουν σε παγκόσμιο επίπεδο το μέσο δημοσιονομικό έλλειμμα το 2009 στο 7% από 2% που ήταν το 2007 διατυπώνονται και σοβαρές ενστάσεις από δύο πλευρές. Η πρώτη από υπέρμαχους της οικονομικής ορθοδοξίας, όπως για παράδειγμα η γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ η οποία σε μια ασυνήθιστη αντιστροφή ρόλων κατηγόρησε τις ΗΠΑ ούτε λίγο ούτε πολύ για ιδεολογική υποχώρηση. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι «δεν πρέπει να επιτρέψουμε την πλήρη στρέβλωση των δυνάμεων της αγοράς. Για παράδειγμα», συνέχισε «είμαι πολύ ανήσυχη βλέποντας τις επιδοτήσεις στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία. Θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε στρέβλωση και προστατευτισμό». Στις θέσεις της γερμανίδας καγκελαρίου είχε απαντήσει (πολλές …μέρες μάλιστα πριν διατυπωθούν) ο άνθρωπος που κέρδισε πρόσφατα το βραβείο Νομπέλ Οικονομίας και με την σφοδρή κριτική που ασκούσε στον Μπους κατά τη διάρκεια της θητείας του, προσγείωσε στην πραγματικότητα την οικονομική επιστήμη, ο Πολ Κρούγκμαν. Έγραφε λοιπόν πρόσφατα στην αμερικανική επιθεώρηση New York Review of Books (στο τεύχος 18 Δεκέμβρη 2008 – 14 Ιανουαρίου 2009) επιχειρηματολογώντας υπέρ των κρατικών ενισχύσεων: «Ως προς το παρόν το σημαντικότερο είναι να λασκάρει η πίστωση με οποιονδήποτε τρόπο είναι διαθέσιμος χωρίς να μένουμε προσκολλημένοι σε ιδεολογικούς βρόγχους. Τίποτε δεν θα ήταν χειρότερο από το να αποτύχουμε να κάνουμε αυτό που είναι αναγκαίο από φόβο μήπως οι ενέργειές μας για να σώσουμε το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι κάτι σαν “σοσιαλισμός”».

Ο Πολ Κρούγκμαν έχασε ωστόσο από την οπτική του μια άλλη συνέπεια του αυξανόμενων κρατικών ενισχύσεων: Τις ανισορροπίες και τις στρεβλώσεις που δημιουργούν στο διεθνές οικονομικό σύστημα εις βάρος προφανώς των ασθενέστερων κρίκων του που ήδη δοκιμάζονται σκληρά, βιώνοντας την οικονομική κρίση με πιο επώδυνους όρους, απ’ ότι οι ΗΠΑ και η Ευρώπη για παράδειγμα. Χαρακτηριστικά έτσι η Ρωσία λόγω της πτώσης των τιμών των βασικών εμπορευμάτων και ιδιαίτερα του πετρελαίου αλλά και της πιστωτικής ασφυξίας διέρχεται την βαθύτερη κρίση της τελευταίας δεκαετίας, ενώ έχει αναγκαστεί να σπαταλήσει το ένα τρίτο των τεράστιων συναλλαγματικών αποθεμάτων της για να υποστηρίξει το ρούβλι, χωρίς να έχει καταφέρει και σπουδαία πράγματα. Το Μεξικό είδε το 2008 για πρώτη φορά να μειώνεται η καθαρή, συνολική αξία των εμβασμάτων που στέλνουν οι μετανάστες στις οικογένειές τους φθάνοντας χαμηλότερα κι από τα επίπεδα του 2006. Η ελεύθερη πτώση της αξίας των εμβασμάτων προς τον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο οδήγησε και τα Ηνωμένα Έθνη να σημάνουν το καμπανάκι του κινδύνου για μεγάλες και πολυπληθείς περιοχές του πλανήτη, όπως η Καραϊβική και η Κεντρική Ασία, σε ότι αφορά ειδικότερα το ζήτημα της πείνας. Δεδομένου ότι αντίθετα με το πετρέλαιο και τα μεταλλεύματα τα αγροτικά είδη παραμένουν ακριβότερα απ’ ότι πριν ένα χρόνο, οι υπηρεσίες του ΟΗΕ προειδοποίησαν ότι ο αριθμός των πεινασμένων από 963 εκ. (ενώ το 2007 ήταν 923 εκ.) αναμένεται να αυξηθεί ταχύτατα το αμέσως επόμενο διάστημα!

Η έκρηξη του δημόσιου δανεισμού των ανεπτυγμένων χωρών θα οδηγήσει σε παροξυσμό αυτές τις αντιθέσεις με αποτέλεσμα ακόμη κι αυτή η αναιμική έξοδος από την κρίση των ΗΠΑ ή της Ευρώπης, όποτε κι αν γίνει, να συντελεστεί σε βάρος των αναπτυσσόμενων χωρών! Τον κίνδυνο που εγκυμονείται τον τόνισαν στο Νταβός εκπρόσωποι κι αξιωματούχοι των δύο χωρών που προαναφέραμε. Ανώτατος σύμβουλος για παράδειγμα του ρώσου προέδρου, Ντμίτρι Μεντβέντεβ, θρυμματίζοντας την εικόνα ελπίδας που έχει δημιουργηθεί σε όλο τον πλανήτη με αφορμή το πακέτο διάσωσης της αμερικανικής οικονομίας τόνισε, όπως έγραψαν οι Financial Times στις 29 Ιανουαρίου: «Για μας είναι αποθαρρυντική η δήλωση του Ομπάμα ότι πρόκειται να φθάσει το έλλειμμα στο 1 τρισ. δολ. τα επόμενα χρόνια. Για εμάς αυτό σημαίνει ότι όλη η αδιάθετη ρευστότητα του κόσμου θα κατευθυνθεί στους λογαριασμούς του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών». Στη συνέχεια κατηγόρησε την Ουάσινγκτον ότι η ίδια επιστρέφει στις πολιτικές προστατευτισμού της δεκαετίας του ’30, τις οποίες κατά τ’ άλλα αποκηρύσσει, ενώ άφησε ερωτηματικά για το κατά πόσο δεδομένη πρέπει να θεωρούν και στο μέλλον στην Ουάσινγκτον τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων τους από το Πεκίνο και τη Μόσχα.

Εξ ίσου καυστικός ήταν και πρώην πρόεδρος του Μεξικού, Ερνέστο Ζεντίλιο, ο οποίος ηγούταν της κεντροαμερικανικής χώρας κατά τη διάρκεια της κρίσης του 1994, που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως «κρίση της τεκίλας». «Εμείς, ως αναπτυσσόμενες χώρες», είπε σε ειδική συνεδρίαση του Νταβός «θέλουμε να ξέρουμε ότι δεν πρόκειται να πεταχτούμε έξω από τις αγορές κεφαλαίου κάτι που ήδη συμβαίνει». Ο υπαινιγμός εδώ αφορούσε τις προβλέψεις που είχαν δοθεί προ ημερών στη δημοσιότητα και περιέγραφαν την υπό εξέλιξη αλλαγή κατεύθυνσης των παγκόσμιων κεφαλαιακών ροών. Το Ινστιτούτο για τη Διεθνή Χρηματοδότηση υποστήριξε ότι το τρέχον έτος τα κεφάλαια προς τις αναδυόμενες αγορές θα μειωθούν στα 165 δισ., λιγότερα κι από τα μισά σε σχέση με τα επίπεδα του 2008, όταν ανήλθαν σε 466 δισ. ή το ένα πέμπτο των κεφαλαίων που στάλθηκαν στις αναδυόμενες αγορές το 2007 όταν έσκασε στις ΗΠΑ η φούσκα των ακινήτων. Ο πρώην πρόεδρος του Μεξικού κατηγόρησε επίσης τις ΗΠΑ ότι έχοντας τη δυνατότητα να τυπώνουν πληθωρικό χρήμα, για να καλύπτουν τα ελλείμματά τους εκμεταλλεύονται το ειδικό καθεστώς του δολαρίου που αποτελεί αποθεματικό νόμισμα για όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Επεσήμανε επίσης τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν στον κόσμο από την άνοδο των επιτοκίων του δολαρίου μακροπρόθεσμα. «Ο κόσμος δεν είναι ανόητος» ήταν τα λόγια του. «Βλέπει το τεράστιο έλλειμμα, τις τεράστιες δαπάνες και αναρωτιέται γι αυτό που θα ‘ρθει μετά», τόνισε αφήνοντας κατά μέρους τις διπλωματικές διατυπώσεις.

Αξίζει να αναφερθεί ότι σημαντική (κι όχι αποκλειστική) πλευρά της τάσης υπερσυγκέντρωσης των χρηματικών κεφαλαίων στις ανεπτυγμένες χώρες που ανάδειξε ο μεξικανός πρόεδρος, λόγω των πακέτων διάσωσης – μαμούθ που εγκρίνουν οι κυβερνήσεις τους είναι και η επιδείνωση των όρων δανεισμού που αντιμετωπίζουν όλες σχεδόν οι μεσογειακές χώρες και περισσότερο απ’ όλες η Ελλάδα.

Από τα παραπάνω φαίνεται ότι ο παγκόσμιος χαρακτήρας της οικονομικής κρίσης και το γεγονός ότι από κοινού θίγει πλέον όλες τις χώρες του πλανήτη δεν προεξοφλεί ότι κοινή και ενιαία θα είναι κι η έξοδος απ’ αυτήν. Αντίθετα οι στρατηγικές που χαράσσονται για την υπέρβασή της θα επιφέρουν την όξυνση των διεθνών διακρατικών ανταγωνισμών με τελικό αποτέλεσμα οι χώρες με ευκολότερη πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίου και μεγαλύτερη αξιοπιστία να περάσουν ταχύτερα τις Συμπληγάδες της. Κι ας είναι αυτές οι χώρες που ευθύνονται για το ξέσπασμα της κρίσης, κι εν προκειμένω οι ΗΠΑ που πρόσφερε το γόνιμο έδαφος για να ανθήσει σειρά κερδοσκοπικών και απορυθμισμένων αγορών όπως για παράδειγμα τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα η αξία των οποίων έφθασε τα 700 τρισ. δολ. έχοντας αυξηθεί εννιά φορές μέσα σε δέκα χρόνια… Οι άλλες χώρες αντίθετα θα δουν τη θέση τους να επιδεινώνεται πληρώνοντας ακριβά για την έξοδο τους από την κρίση.

Προμηνύματα νέας οικονομικής κρίσης (Ουτοπία, Φεβρουάριος 2008)

                                                                                                                     Αντιμέτωπες με τον κίνδυνο να περιέλθει η αμερικανική οικονομία σε μια από τις βαθύτερες οικονομικές κρίσεις ολόκληρης της μεταπολεμικής περιόδου υποδέχθηκαν το νέο χρόνο οι αρχές της χώρας.

Τα μηνύματα είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται από το καλοκαίρι του 2007 με τη μορφή της «πιστωτικής ασφυξίας» που αντιμετώπισαν τα σημαντικότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των ΗΠΑ πρωτευόντως αλλά και της ΕΕ. Οι αρρυθμίες στην αγορά κεφαλαίων εμφανίστηκαν όταν το σκάσιμο της φούσκας των δανείων χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας στην αμερικανική αγορά ακινήτων, ως αποτέλεσμα της προγενέστερης ανόδου των αμερικανικών επιτοκίων, έφερε στην επιφάνεια έναν εξαιρετικά επικίνδυνο μηχανισμό επέκτασης των πιστώσεων που είχαν δημιουργήσει από κοινού τράπεζες και κάθε είδους πιστωτικοί οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στη χορήγηση δανείων. Ο μηχανισμός αυτός, με τη μέθοδο της τιτλοποίησης, μετέτρεπε σε εγγυήσεις για νέα δάνεια όσα είχαν ήδη παρασχεθεί με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια φούσκα ιστορικών διαστάσεων η οποία στηριζόταν στα δάνεια που είχαν φτάσει να χορηγούν (έναντι προκαταβολής της τάξης του 5% της αξίας του ακινήτου) ακόμη και σε άπορους! Τι πιο φυσιολογικό επομένως από το να σπάσει κάποια στιγμή αυτή η φούσκα, όταν συγκεκριμένα θα ανακοπτόταν η «πλημμυρίδα καταθέσεων», με την ορολογία του διοικητή της αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας, Μπεν Μπερνάνκι, που τροφοδοτούσε τη ρευστότητα.

Οι πρώτοι που ένιωσαν τις δραματικές όπως αποδείχτηκε συνέπειες από την κατάρρευση της αγοράς δανείων χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης ήταν οι τράπεζες. Μέχρι την τελευταία μέρα του Ιανουαρίου οι διαγραφές χρεών που αναγκάστηκαν να ανακοινώσουν οι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες ήταν κολοσσιαίες και πρωτοφανείς, αναγκάζοντας πολλές από αυτές να αναζητήσουν «λευκούς ιππότες» σε κρατικά επενδυτικά κεφάλαια αναδυόμενων καπιταλιστικών αγορών (από τη Μέση Ανατολή, τη Σιγκαπούρη και την Κίνα) που θα τις γλιτώσουν από τη χρεοκοπία. Οι τράπεζες που προέβησαν σε διαγραφές χρεών από τις ΗΠΑ ήταν: Merrill Lynch (24,4 δισ. δολ.), Citigroup (18,1 δισ.), Morgan Stanley (9,4 δισ.), Bank of America (5,3 δισ.), Bear Sterns (1,9 δισ.) και Wachovia (1,5 δισ.). Εξ ίσου σημαντικές ήταν οι διαγραφές χρεών που ανακοίνωσαν και οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Συγκεκριμένα: UBS (18,4 δισ. δολ.), Credit Agricole (3,7 δισ.) HSBC (3,4 δισ.), Deutsche Bank (3,1 δισ.), Societe Generale (3 δισ.) Barclays (2,7 δισ.) και Royal Bank of Scotland (2,5 δισ.). Το τεράστιο ύψος των ποσών που διέγραψαν από τις απαιτήσεις τους μαρτυρά ότι επρόκειτο για ένα σημείο καμπής.

Το μαρτυρά άλλωστε και η ταχύτατη μετάδοση του «ιού των κακών δανείων» και στην πραγματική οικονομία, όπως έδειξε ένα πλήθος ενδείξεων: Η απότομη επιβράδυνση των ρυθμών ανόδου του αμερικανικού ΑΕΠ το τελευταίο τρίμηνο του 2007 κατά 0,7% (από 4,9% το προηγούμενο τρίμηνο), η συρρίκνωση της αμερικανικής αγοράς εργασίας τον Ιανουάριο για πρώτη φορά από το 2003 και με επίκεντρο τομείς που δεν άπτονται άμεσα της κρίσης των «φθηνών δανείων» όπως οι τράπεζες, οι κατασκευές και η αγορά ακινήτων, η μείωση των αποδόσεων των μετοχών στα χρηματιστήρια όλου σχεδόν του κόσμου, η δυσμενής αναθεώρηση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο των προβλέψεων οικονομικής ανόδου για το 2008, που ήταν ήδη χαμηλότερες από το προηγούμενο έτος κ.ο.κ. Τέλος, ο βάσιμος και σοβαρός χαρακτήρας των ανησυχιών επιβεβαιώθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο από τις αμερικανικές αρχές όταν, αφήνοντας για τους αφελείς τους όρκους πίστης στις ικανότητες που έχει το «αόρατο χέρι» της αγοράς να εξασφαλίζει την ισορροπία, προέβησαν σε δύο μέτρα: Αρχικά η κυβέρνηση Μπους, με δικομματική προφανώς συναίνεση, απελευθέρωσε ένα χρηματοδοτικό πακέτο ύψους 150 δισ. δολ. (που για να αντιληφθούμε τη σοβαρότητά του χρειάζεται να πούμε ότι ανέρχεται στο 1% του αμερικανικού ΑΕΠ!) με τη μορφή κυρίως φοροαπαλλαγών και επενδυτικών κινήτρων προς επιχειρήσεις. Κατά δεύτερο προχώρησαν στην κάθετη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων, κατά 1,25% σε 9 ημέρες φθάνοντας τα στο 3%, και διευκολύνοντας με αυτό τον τρόπο τα κέρδη των αμερικανικών τραπεζών και φυσικά την άνοδο των μετοχών στα αμερικανικά χρηματιστήρια.

Παρότι ξεφεύγει του παρόντος, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται η αμερικανική οικονομία καθώς η παραπάνω (ενδεδειγμένη και προφανής για την αστική τάξη) κίνηση αντιμετώπισης της κρίσης, η μείωση των επιτοκίων, οδηγεί σε παροξυσμό το πρόβλημα που ήδη αντιμετωπίζει με το δολάριο. Ειδικότερα, η πτώση των επιτοκίων καθιστά όλο και λιγότερο ελκυστικό το αμερικανικό νόμισμα με αποτέλεσμα η ισοτιμία του έναντι των ανταγωνιστών του και δη του ευρώ να κατρακυλάει και στη συνέχεια να καθίσταται ολοένα και πιο δυσχερής η κάλυψη των διευρυνόμενων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το πρόβλημα αυτό οξύνεται από την επιμονή που δείχνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να κρατάει αμετακίνητα τα επιτόκια στο 4%, επικαλούμενη την αντιμετώπιση των πληθωριστικών φαινομένων με αποτέλεσμα να διευρύνεται η διαφορά μεταξύ των δύο επιτοκίων και η σύγκριση να καθίσταται εντελώς άνιση, εις βάρος του δολαρίου.

Η διαφορετική απάντηση που δίνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όσο κι αν υπαγορεύεται από τη σχετικά διαφορετική, μέχρι στιγμής, φάση του οικονομικού κύκλου την οποία διατρέχει η γηραιά ήπειρος σε σχέση με τις ΗΠΑ, έχει δώσει μια νέα και σημαντική ώθηση στη συζήτηση που διεξάγεται στα κέντρα αποφάσεων της αστικής τάξης για το ποια είναι εκείνα τα μέτρα που θα αποτρέψουν την εμφάνιση της κρίσης, φέρνοντας στην επιφάνεια τη διχογνωμία που εμφανίζεται. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για αλληλοαποκλειόμενες ή ανταγωνιστικές θέσεις. Αυτό φαίνεται με μεγαλύτερη διαύγεια αν εξαλείψουμε το «θόρυβο» που δημιουργούν τα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης τα οποία πρωτίστως εκδηλώνονται στη σφαίρα των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των επιτοκίων των δύο νομισμάτων. Η αμερικανική θέση συνίσταται σε τρία μέτρα: γενναία αύξηση των κρατικών δαπανών (σε μια κοινωνική κατεύθυνση φυσικά διαμετρικά αντίθετη από αυτή του εφαρμοσμένου Κεϋνσιανισμού, καθώς πλέον ωφελημένοι από την αύξηση της ενεργού ζήτησης είναι η αστική τάξη και τα υψηλά εισοδήματα και όχι οι άνεργοι και η φτωχολογιά κατά πως θα υποστήριξαν με αρθρογραφία τους οικονομολόγοι που δε συμμερίζονται την κυρίαρχη ορθοδοξία όπως ο Π. Κρούγκμαν και ο Τζ. Στίγκλιτς), ενεργοποίηση της νομισματικής πολιτικής – όσο ακόμη αυτή προσφέρεται – και επίσης όξυνση του ανταγωνισμού των κεφαλαίων, με απώτερο στόχο ακόμη και την καταστροφή μη ανταγωνιστικών τμημάτων του και τη διευκόλυνση των τάσεων διεθνοποίησης του αμερικανικού κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαίο ότι τις μέρες που η FED ανακοίνωνε την μια μείωση επιτοκίων μετά την άλλη και ο Λευκός Οίκος μοίραζε λεφτά στα μεσαία στρώματα και την αστική τάξη, ο Μπους προωθούσε συμφωνία απελευθέρωσης του εμπορίου και των επενδύσεων μεταξύ των ΗΠΑ από τη μια και από την άλλη της Κολομβίας, του Παναμά και της Νότιας Κορέας.

Η απάντηση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, υπό την επίκληση της αντιπληθωριστικής πολιτικής, δίνει προτεραιότητα στη διαδικασία αναδιάρθρωσης των αγορών εργασίας έτσι ώστε να μειωθεί το άμεσο και έμμεσο εργατικό κόστος (καταργώντας ασφαλιστικά δικαιώματα για παράδειγμα), στις ιδιωτικοποιήσεις και στις πολιτικές βίαιης αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου στο έδαφος της ευρωζώνης προς όφελος των κεφαλαίων εκείνων που διαθέτουν το συγκριτικό πλεονέκτημα, με αντίτιμο την επέκταση της ανεργίας. Γι αυτό το λόγο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εμφανίζεται βασιλικότερη του βασιλέως απέναντι στην αμερικανική κρατώντας τα επιτόκια ψηλά και εφαρμόζοντας έτσι μια περιοριστική νομισματική πολιτική που δεν ευνοεί την απρόσκοπτη και εκτατική αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Σημασία ωστόσο έχει ότι όσο επώδυνες κοινωνικά λύσεις κι αν υιοθετηθούν με σκοπό να ανακάμψει το ποσοστό κέρδους, η πτώση του οποίου αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της καπιταλιστικής κρίσης, η αντιμετώπιση της στην καλύτερη περίπτωση θα είναι συγκυριακή ή θα αφορά τη μετάθεσή της στο μέλλον, όπως συμβαίνει κατά κόρον από το 1973 και μετά, όταν ξέσπασε για πρώτη φορά η τρέχουσα δομική κρίση. Για το παρόν μένει η αποκάλυψη των εγγενών αντιφάσεων του σημερινού, καταστρεπτικού για τις ανθρώπινες δυνατότητες, τρόπου παραγωγής και μια δυνατότητα που προσφέρεται στην Αριστερά να εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία, αποκαλύπτοντας τον οπισθοδρομικό χαρακτήρα του καπιταλισμού και τη δυνατότητα του εργαζόμενου ανθρώπου να απελευθερωθεί από τα δεσμά του κεφαλαίου.

Αρέσει σε %d bloggers: