Πρωτότυπο πείραμα μείωσης των ωρών εργασίας από την Microsoft

Το πείραμα της Microsoft στην Ιαπωνία μπορεί να χαρακτηριστεί ως η καινοτομία της χρονιάς! Για πρώτη φορά η αλλαγή που επιτυχημένα εισήγαγε η αμερικανική εταιρεία δεν αφορά την εμπειρία του χρήστη ή τις εφαρμογές γραφείου αλλά την ποιότητα ζωής του ίδιου του παραγωγού, του εργαζόμενου ανθρώπου! 

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το πείραμα της εταιρείας παραγωγής λογισμικού διεξήχθη στα γραφεία της Ιαπωνίας τον Αύγουστο. Προέβλεπε ότι και οι 2.300 εργαζόμενοι θα σταματούν να εργάζονται επί 5 εβδομάδες τις Παρασκευές, χωρίς να μειωθεί καθόλου ο μισθός τους. Τα αποτελέσματα ήταν εκπληκτικά και εντελώς αναπάντεχα ακόμη και για τη διεύθυνση της πολυεθνικής: η παραγωγικότητα του προσωπικού αυξήθηκε κατά 40%, το 92% του προσωπικού δήλωσε ότι έμεινε ευχαριστημένο από την μείωση της εργάσιμης εβδομάδας, η κατανάλωση ηλεκτρικού μειώθηκε κατά 23%, οι εκτυπώσεις κατά 59%, κοκ. Αυτό ωστόσο που δεν μπορούν να αποδώσουν οι παραπάνω αριθμοί είναι τα αισθήματα ενθουσιασμού και χαράς που ένιωθαν οι εργαζόμενοι ξέροντας ότι έχουν μία ημέρα ακόμη να ξεκουραστούν, να διασκεδάσουν και να την περάσουν με την οικογένεια ή την παρέα τους. «Δούλευε λίγο, ξεκουράσου αρκετά και μάθαινε πολύ» ήταν η παρότρυνση του προέδρου της Microsoft Ιαπωνίας όπως αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της εταιρείας.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που μια μεγάλη εταιρεία πειραματίστηκε με τη μείωση του εργάσιμου χρόνου.

Κορυφαίο παράδειγμα, για να μείνουμε στα πρόσφατα, αποτέλεσε η επενδυτική Perpetual Guardian με έδρα τη Νέα Ζηλανδία που μείωσε τις ώρες εργασίας του προσωπικού της από 37,5 σε 30. Συνέχισαν ωστόσο να πληρώνονται για 37,5 ώρες δουλειάς. Τα αποτελέσματα ήταν κι εδώ εντυπωσιακά: Το 78% των 240 εργαζομένων απάντησε ότι μπορούσε με αποτελεσματικότητα να εξισορροπήσει τις τη ζωή του, όταν πριν την μείωση των ωρών εργασίας θετικά είχε απαντήσει μόνο το 54% των εργαζομένων. Το άγχος του προσωπικού μειώθηκε κατά 7%, κοκ.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα από τα πειράματα είναι η έκταση που έχει προσλάβει η συζήτηση μείωσης των ωρών εργασίας σε επιστημονικά περιοδικά που εξειδικεύονται σε θέματα διοίκησης επιχειρήσεων και διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού, όπως το κορυφαίο στην κατηγορία του Harvard Business Review. Άρθρο που δημοσιεύτηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2018, του πάντα πρωτότυπου Steve Glaveski με τίτλο «Το θέμα της 6ωρης εργάσιμης ημέρας», περιείχε έναν τέτοιο πλούτο επιχειρημάτων υπέρ της μείωσης των ωρών εργασίας που θα τον ζήλευαν πολλά συνδικάτα που έχουν εδώ και χρόνια παραιτηθεί από το στόχο μείωσης της εργάσιμης μέρας.

Ο αρθρογράφος του Harvard Business Review αρχικά παραθέτει πολλά παραδείγματα για να πείσει ότι η παραγωγικότητα δεν αυξάνει παράλληλα με τις ώρες εργασίας. Ενδεικτικά, έρευνα της Adobe έδειξε ότι οι εργαζόμενοι περνούν κατά μέσο όρο 6 ώρες την ημέρα στα μέιλ τους. Επίσης, ο μέσος εργαζόμενος ελέγχει 74 φορές κατά μέσο όρο την ημέρα το μέιλ του, ενώ πατάει την οθόνη του κινητού του 2.617 φορές την ημέρα. Ο εθισμός αυτός ξεκινάει από την υποχρέωση που έχουν οι εργαζόμενοι να απαντούν αμέσως ή σχεδόν αμέσως στα μέιλ που λαμβάνουν. Κι αν δεν πρέπει να απαντούν έχουν την υποχρέωση να τα διαβάζουν και στην περίπτωση που είναι απλώς και μόνον κοινοποιημένοι. Το συμπέρασμα του ερευνητή είναι πώς η υποχρέωση απόκρισης στα μέιλ στρέφεται πλέον ενάντια στη δουλειά του καθενός. Η εμμονή να είναι πάντα μηδέν τα Μη Αναγνωσμένα μηνύματα έχει καταστεί γάγγραινα για την παραγωγικότητα.

Στην έρευνα του Harvard Business Review παρατίθεται κι ένα πλήθος πρακτικών συμβουλών που επιτρέπουν στους εργαζόμενους να μειώσουν τις ώρες εργασίας τους αν όχι χωρίς βλάβη στην αποδοτικότητά τους, τουλάχιστον να το κάνουν ή να το διεκδικήσουν χωρίς ενοχές. Ξεκινούν από τα πιο απλά, όπως για παράδειγμα απενεργοποίηση των κάθε λογής ειδοποιήσεων στα κινητά, ορισμός ανώτατου χρόνου για κάθε συνάντηση στα 30 λεπτά και απαγόρευση αναλύσεων – παραλύσεων και φτάνει στα πιο εξεζητημένα. Για παράδειγμα, ένας εκ των ιδρυτών του Basecamp δηλώνει ότι αν ρωτήσεις προγραμματιστές και συγγραφείς πότε ήταν η τελευταία φορά που είχαν την ευκαιρία να σκεφτούν στην εργασία τους, οι περισσότεροι θα απαντήσουν ότι ήταν πολύς καιρός, «το οποίο είναι πραγματικά δυσάρεστο». Ο συγγραφέας δεν κοροϊδεύει τον εαυτό του ή τους αναγνώστες υποστηρίζοντας ότι σε 6 ώρες μπορούν να γίνουν όσα γίνονται σε 8. Έτσι, σε ένα σχόλιο αναγνώστη ότι απλώς δεν προλαβαίνει, παραπέμπει στην αρχή του Παρέτο που υποδεικνύει ότι το 20% των εργασιών θα δημιουργήσει το 80% της αξίας, «επομένως, επικεντρώνεις σε αυτές τις εργασίες υψηλής αξίας». Οι άλλες μπορούν να περιμένουν…  Εξέχουσα σημασία έχει στην ανάλυσή του η εκτίμηση ότι πλέον στους χώρους εργασίας έχει χαθεί η δυνατότητα της αφοσίωσης και της βύθισης, χωρίς ανώφελες και αντιπαραγωγικές διακοπές και αποσπάσεις προσοχής, που είναι όρος εκ των ων ούκ άνευ για διανοητικές εργασίες.

Το βάρος που δίνουν  ακόμη και επιθεωρήσεις όπως το Harvard Business Review στην ανάγκη μείωσης των ωρών εργασίας δείχνει ότι πρόκειται για ένα αίτημα ώριμο, που αποτελεί ανάγκη των καιρών. Σε αυτή την ανάγκη συνηγορούν κι άλλοι λόγοι εξ ίσου σοβαροί με την σημασία που έχει η ισορροπία μεταξύ εργάσιμης και προσωπικής ζωής. Είναι για παράδειγμα η μείωση της ανεργίας. Ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα, που η ανεργία έχει παγιωθεί στο 17%, μια μείωση του χρόνου εργασίας θα δημιουργούσε  αυτόματα εκατοντάδες χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας!

Πηγή : Νέα Σελίδα

Φάκελος Σνόουντεν, ο ψηφιακός Μεγάλος Αδελφός (Πριν, 26 Οκτωβρίου 2014)

 hardingΌπως εκμυστηρεύεται ο Σνόουντεν δεν θα ήθελε να ζει σε έναν κόσμο «όπου οτιδήποτε λέω, οτιδήποτε κάνω, με οποιονδήποτε μιλάω, κάθε εκδήλωση έρωτα ή φιλίας καταγράφεται». Στο βιβλίο Φάκελος Σνόουντεν του Λουκ Χάρντινγκ (εκδ. Καστανιώτη, 2014) (εδώ ένα μικρό απόσπασμα) περιγράφεται το δίκτυο συνεχούς παρακολούθησης που έχτισαν οι ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτέμβρη.

Όλα αποδείχθηκαν αληθινά! Σενάρια και προβλέψεις που διατυπώνονταν από την επόμενη κιόλας μέρα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και τα οποία αναφέρονταν στο καθεστώς ζόφου που υφαίνονταν σε όλο τον πλανήτη με πρωταγωνιστή τις αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες και πρόφαση την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, μετά βεβαιότητας πλέον μπορούν να χαρακτηριστούν ακόμη και άτολμα. Το πέπλο παρακολουθήσεων που έχουν δημιουργήσει οι αμερικάνικες αρχές είναι πολύ πιο γενικευμένο και εφιαλτικό, λόγω και της εξέλιξης της τεχνολογίας. Μάρτυρας όλων αυτών των διαπιστώσεων είναι τα όσα περιγράφονται στο βιβλίο του δημοσιογράφου της βρετανικής εφημερίδας Γκάρντιαν, Λουκ Χάρντινγκ, με τίτλο Φάκελος Σνόουντεν, η ιστορία το Νο 1 καταζητούμενου ανθρώπου στον κόσμο (εκδ. Καστανιώτη, 2014).

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το βιβλίο, περιγράφοντας με ακρίβεια όλα τα (δημοσιεύσιμα) δραματικά γεγονότα που οδήγησαν στις αποκαλύψεις του Σνόουντεν, μοιάζει με αστυνομική ιστορία. Ξεκινάει με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έστειλε ο ίδιος ο Σνόουντεν προσπαθώντας να βρει δημοσιογράφους και ακτιβιστές για να δημοσιοποιήσει το υλικό του και καταλήγει με λεπτομέρειες από την ζωή του στην Μόσχα, όπου ζει από τον Ιούνιο του 2013. Όλα τα ενδιάμεσα που εκτυλίσσονται μεταξύ Βαλτιμόρης, Γενεύης, Χαβάης, Χονγκ – Κονγκ και Μόσχας θα μπορούσαν να αποδοθούν με την βοήθεια μιας μακροσκελούς λίστας από αρκτικόλεξα: Είναι ένας καταιγισμός προγραμμάτων παρακολούθησης που υλοποιεί η αμερικάνικη κυβέρνηση, μέσω της μυστικής υπηρεσίας NSA (Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας), η οποία – σημείο των καιρών – είναι η υπηρεσία που προσλαμβάνει τους περισσότερους μαθηματικούς στις ΗΠΑ!  Πολύ συχνά μάλιστα επιτελεί το έργο της με την βοήθεια της αντίστοιχης βρετανικής υπηρεσίας GCHQ (Κρατική Υπηρεσία Επικοινωνιών) που λειτουργεί εξ ίσου απειλητικά για τις πολιτικές ελευθερίες. Μόνο λοιπόν για να πάρουμε μια μικρή γεύση του ψηφιακού Μεγάλου Αδελφού που μας παρακολουθεί νυχθημερόν έχοντας μετατρέψει το διαδίκτυο στο πιο παγιδευμένο και εν τέλει ακατάλληλο δίκτυο επικοινωνίας ξεχωρίζουμε τρία από αυτά τα προγράμματα: Sigint, πρόγραμμα συλλογής σημάτων μόνο για ξένους στόχους. Stellarwind, πρόγραμμα παράνομης παγίδευσης τηλεφώνων μετά την 11η Σεπτεμβρίου που αφορούσε την συλλογή περιεχομένου και μεταδεδομένων εκατομμυρίων Αμερικανών χωρίς εισαγγελικό ένταλμα. Και τέλος πρόγραμμα Prism, το «καλύτερο» όλων καθώς επιτρέπει στις υπηρεσίες να έχουν πρόσβαση σε μεγάλο όγκο ψηφιακών πληροφοριών, ηλεκτρονικών μηνυμάτων, αναρτήσεων στο Facebook. Για την υλοποίηση του συνεργάστηκε αδιαμαρτύρητα όλη η Κοιλάδα της Σιλικόνης που μετατράπηκε σε κυβερνο-χαφιέ του Μπους αρχικά και του Ομπάμα στη συνέχεια: Microsoft, Yahoo, Fb, Google, PalTalk, YouTube, AOL, Skype, κ.λπ. Ο ρόλος του πρόθυμου συνεργάτη των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας, που μπορεί να συγκαλύφθηκε ελαφρώς από το αίτημά τους να απαιτηθεί με νόμο η πρόσβαση των υπηρεσιών στα δεδομένα ώστε να καλυφθούν οι εταιρείες απέναντι σε πιθανές προσφυγές των χρηστών, διέλυσε οριστικά και αμετάκλητα όποια στοιχεία αντι-κουλτούρας και χιπισμού διατηρούνταν ακόμη ζωντανά στην Κοιλάδα της Σιλικόνης, μακρινή ανάμνηση τις περισσότερες φορές των εφηβικών αναζητήσεων ιδρυτών αυτών των εταιρειών. Η αντίθεση εκφράζεται, με τον πιο ανάγλυφο τρόπο στην Apple, με τα τηλέφωνά της, τα i-phone να αποτελούν την πιο αποτελεσματική μηχανή παρακολούθησης (έφριξε ο Σνόουντεν όταν είδε τον βρετανό δημοσιογράφο στο πρώτο ραντεβού τους να μπαίνει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου με το i-phone στο χέρι!) ενώ ο ιδρυτής της, Στιβ Τζομπσ, μέχρι και πριν πεθάνει ήθελε να είναι ο ορισμός της αντι-συμβατικής και εκτός πλαισίου σκέψης.

Αναφέρεται στο βιβλίο πως το διαδίκτυο, με βάση τα λόγια του Ασάντζ είναι «ο μεγαλύτερος μηχανισμό κατασκοπίας που υπήρξε ποτέ στον κόσμο»

Η περιπέτεια του Έντουαρντ Σνόουντεν, το τέλος της οποίας δεν έχει γραφτεί, όσο κι αν αποτελεί ακραία περίπτωση προσφέρεται για πλήθος συμπερασμάτων. Για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά την ασφυξία που νιώθει μια πολυπληθής κατηγορία νέων ανθρώπων λόγω του καθεστώτος επιτήρησης που έχει επιβληθεί στο διαδίκτυο. Πρόκειται για ανθρώπους υψηλής επαγγελματικής ειδίκευσης, ενίοτε συντηρητικών καταβολών (ο Σνόουντεν ήταν Ρεπουμπλικάνος και λάτρευε τα όπλα), σίγουρα φανατικών υπέρμαχων των ατομικών λύσεων χωρίς καθόλου εμπειρίες συλλογικής εργασίας ακόμη και με ανύπαρκτη κοινωνικότητα που πήραν ωστόσο πολύ στα σοβαρά τις υποσχέσεις για την απέραντη ελευθερία του κυβερνοχώρου. Η ιδεολογική ήττα, ιστορικών διαστάσεων, που βιώνει αυτή η γενιά επιβάλλει να δοθεί νέο περιεχόμενο στην έννοια της ελευθερίας. Μακριά προφανώς από την ατομικότητα, πολύ πιο κοντά όμως στις δυνατότητες που παρέχουν οι συνεχείς τεχνολογικές καινοτομίες και την τάση τους να καταργούν στεγανά και απαγορευμένες ζώνες. Την δική του σημασία έχει επίσης ο άθλος του Σνόουντεν, που οδήγησε τον τομέα της ψηφιακής κατασκοπίας να μιλάει για προ-Σνόουντεν και μετά-Σνόουντεν εποχή, καθώς δείχνει τις τεράστιες δυνατότητες των σύγχρονων εργαζομένων, προφανώς σε συνάρτηση με τις ποικίλες και ασύλληπτες δυνατότητες που εμπεριέχουν οι νέες τεχνολογίες: από την συγκέντρωση, επεξεργασία και την μεταφορά δεδομένων, την διασκέδαση και την ανθρώπινη επικοινωνία, μέχρι τον συνδυασμό και την αξιολόγηση διαφορετικών πληροφοριών. Κι αν τα προηγούμενα δημιουργούν ελπίδες και δείχνουν τις νέες δυνατότητες, η συνέχεια που υπήρχε από τον Μπους στον Ομπάμα είναι απογοητευτική υποδηλώνοντας ταυτόχρονα πως το κράτος έκτακτης ανάγκης δεν …αγγίζεται. Πρόεδροι και πλειοψηφίες πάνε κι έρχονται οι παραβιάσεις ωστόσο θεμελιωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων συνιστούν το τρομοκρατικό «υπερσύνταγμα» των ΗΠΑ και όλου του υπόλοιπου κόσμου, καθώς όλες οι υπηρεσίες βοηθούν την NSA ή εφαρμόζουν στο εσωτερικό τους ανάλογα μέτρα συνεχούς παρακολούθησης ή αποθήκευσης έτσι ώστε την κρίσιμη στιγμή να μπορούν αυτές οι πληροφορίες να ανασυρθούν και να είναι αξιοποιήσιμες.

Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί καθώς είναι γραμμένο ζωντανά και διαθέτει καταιγιστικό ρυθμό θυμίζοντας πολλές φορές ρεπορτάζ. Στα αρνητικά του συγκαταλέγεται η βαθιά αποστροφή που εκφράζει ο συγγραφέας, Λουκ Χάρντινγκ, για την Ρωσία και τις αριστερές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, όπως και για τον ιδρυτή των Wikileaks, Τζουλιάν Ασάντζ, ο οποίος συνεχίζει να ζει παγιδευμένος στην πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο. Είναι ο άνθρωπος αυτός που κάλλιστα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο πρωτοπόρος που άνοιξε τον δρόμο στην Τσέλσι Μάνινγκ και τον Έντουαρντ Σνόουντεν για να γίνουμε μάρτυρες στην μεγαλύτερη διαρροή διαβαθμισμένων πληροφοριών ποτέ στον κόσμο.