Deutsche Bank: η νέα Lehman Brothers

2499Το ερώτημα δεν είναι αν, το ερώτημα είναι πότε η Deutsche Bank θα καταρρεύσει καταγράφοντας την μεγαλύτερη ιδιωτική χρεοκοπία της γηραιάς ηπείρου. Ακόμη δε, μεγαλύτερο ενδιαφέρον για εμάς παρουσιάζει ένα άλλο ερώτημα: ποιός θα πληρώσει τα σπασμένα της άγριας κερδοσκοπίας των Γερμανών κερδοσκόπων. Γιατί, αν κάτι μας δίδαξε το πείραμα της κατάρρευσης της Lehman Brothers είναι ότι αργά ή γρήγορα και με έναν τρόπο που κανείς δεν μπορεί εκ των προτέρων να προβλέψει ο λογαριασμός θα μεταβιβασθεί. Δε θα μείνει στους ισολογισμούς του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο θα επιστρατεύσει όλη την επινοητικότητα και καινοτομία του για να μεταβιβάσει στο δημόσιο τις ζημιές του.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Οι καμπάνες για τη Deutsche Bank χτύπησαν πένθιμα για μια ακόμη φορά, μετά την ανησυχία που είχε εκφράσει το ΔΝΤ τον Ιούνιο δηλώνοντας ότι αποτελεί συστημικό κίνδυνο για το παγκόσμιο τραπεζικό κλάδο και μετά την πτώση της μετοχής της το χειμώνα όταν έγιναν γνωστές οι επενδύσεις σε τοξικά ομόλογα περιλαμβανομένων πετρελαϊκών εταιρειών, ύψους 55 τρις. ευρώ! Τώρα, αφορμή στάθηκε μια αυξανόμενη φημολογία για το ύψος που ενδέχεται να φτάσει το πρόστιμο από τις αμερικανικές αρχές με αφορμή τη δικαστική διερεύνηση που σχετίζεται με τις αγοραπωλησίες ενυπόθηκων τίτλων. Ο λογαριασμός ξεπερνάει ακόμη και τις πιο μαύρες προβλέψεις (που το εκτιμούσαν στα 5,5 δισ. δολ.) κι αναμένεται να φτάσει τα 14 δισ. δολ., δίνοντας αφορμή σε πολλούς να χαρακτηρίσουν την κίνηση των αμερικανικών αρχών ως εκδικητική και απάντηση στην εντολή των Βρυξελλών προς την κυβέρνηση της Ιρλανδίας να εισπράξει από την Apple 13 δισ. ευρώ, τα οποία γλίτωσε λόγω φοροαποφυγής. Το ποσό είναι τόσο υψηλό ώστε συγκρίνεται ευθέως με την κεφαλαιοποίηση του γερμανικού κολοσσού που κυμαίνεται γύρω στα 16 δις. ευρώ , μετά την νέα μείωση της μετοχής της, που είχε ως αποτέλεσμα να καταγράψει πτώση φέτος μόνο της τάξης του 50%.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι, αντίθετα με τις Βρυξέλλες που έχουν αποδειχθεί πολύ επιλεκτικές στα πρόστιμα τα οποία ανακοινώνουν, ρίχνοντας στα μαλακά τις ευρωπαϊκές εταιρείες, η Ουάσιγκτον έχει επιβάλει ιλιγγιώδη πρόστιμα στο παρελθόν ακόμη και στους «δικούς της» χρηματοπιστωτικούς κολοσσούς. Για παράδειγμα στην Bank of America στο πλαίσιο της διερεύνησης της ίδιας υπόθεσης (ενυπόθηκους τίτλους) επέβαλε πρόστιμο ύψους 17 δισ. δολ. Στην Goldman Sachs, μόλις μάλιστα τον περασμένο Απρίλιο, την  εποχή δηλαδή που ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, διαπραγματευόταν την μετεγγραφή του στην περιβόητη Τράπεζα, οι αμερικανικές αρχές επέβαλαν πρόστιμο 5,06 δισ. δολ. Δεν είναι εύκολο επομένως να κατηγορηθούν για μεροληψία οι αμερικανικές αρχές. Πολύ περισσότερο που ο γερμανικός «εθνικός πρωταθλητής» του χρηματοπιστωτικού τομέα έχει αποτύχει κατ’ επανάληψη να περάσει τα τεστ αντοχής που διενεργούνται στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, κατ’ εφαρμογήν του νόμου Ντοντ – Φρανκ, ο οποίος ψηφίστηκε το 2010 φιλοδοξώντας να χαλιναγωγήσει την ασυδοσία του χρηματοπιστωτικού τομέα. Η Deutsche Bank , και για την ακρίβεια η θυγατρική της στις ΗΠΑ, κόπηκε για τρίτη συνεχόμενη φορά τον Ιούνιο (μαζί με την αμερικανική Morgan Stanley και την επίσης ευρωπαϊκή Santander) αποτυγχάνοντας να περάσει στα τεστ που υποβάλλονται όλες οι τράπεζες με ενεργητικό άνω των 50 δισ. δολ. καλούμενες να αποδείξουν ότι μπορούν να ανταπεξέλθουν σε καταστροφικά σενάρια που περιλαμβάνουν απότομη άνοδο των επιτοκίων και της ανεργίας, πτώση των τιμών των μετοχών, κ.α. Κανείς επομένως δε θα πέσει από τα σύννεφα αν ακόμη και μετά από οκτώ χρόνια η Deutsche Bank αποδειχθεί το μεγαλύτερο ίσως τραπεζικό θύμα της κρίσης του 2008 και αναγκαστεί να κατεβάσει ρολά, με την παραδοχή των εμπλεκομένων μερών πώς απέτυχαν όλα τα μέσα που επιστράτευσαν για να τη διατηρήσουν στη ζωή.

Ωστόσο, η διοίκηση της Deutsche Bank δηλώνει την αισιοδοξία της πώς μπορεί να ξεπεράσει την κρίση ακόμη και μετά την άρνηση της κυβέρνησης να τη στηρίξει λόγω των επικείμενων εκλογών, ακόμη και χωρίς την έκδοση νέων μετόχων – γεγονός απευκταίο για τους νυν μετόχους καθώς θα οδηγούσε σε περαιτέρω πτώση την τιμή των μετοχών. Θυμίζει έτσι τον διευθύνοντα σύμβουλο της Lehman Brothers που τον Απρίλιο του 2008 διαβεβαίωνε ότι «οι χειρότερες συνέπειες της χρηματοπιστωτικής κρίσης βρίσκονται πίσω μας». Η κυβέρνηση της Γερμανίας αποκλείει κάθε ενδεχόμενο διάσωσης της αγαπημένης τράπεζας του Χίτλερ γιατί ξέρει ότι αν δώσει το πράσινο φως αμέσως μετά οι Βρυξέλλες θα κατακλυσθούν από αντίστοιχα αιτήματα εκ μέρους της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, τουλάχιστον. Δεν αποκλείεται ωστόσο η Deutsche Bank να παραμείνει διασωληνωμένη μέχρι τον Οκτώβριο του 2017 και οι δυσάρεστες για το εκλογικό σώμα της Γερμανίας αποφάσεις να ληφθούν μετά.

Ως τότε στο τραπέζι υπάρχουν πολλές λύσεις που δεν αποκλείεται τον αντίκτυπό τους να νιώσουν οι πολίτες όλης της Ευρώπης, από την μια άκρη της γηραιάς ηπείρου ως την άλλη. Η σημαντικότερη εξ αυτών είναι η συγχώνευση. Το δήλωσε χωρίς περιστροφές ο ίδιος ο διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Bank πριν λίγες μέρες όταν επισήμαινε ότι στη Γερμανία υπάρχουν υπερβολικά πολλές τράπεζες. Επίσης ότι απαιτούνται περισσότερες εξαγορές τόσο σε εθνικό, όσο και διεθνές επίπεδο. Δεν αποκλείεται δηλαδή μέχρι η καγκελαρία να ανοίξει τους κρουνούς η Deutsche Bank να σταθεί στα πόδια της εξαγοράζοντας μικρές και υγιείς τράπεζες, βελτιώνοντας με αυτό τον τρόπο τη ρευστότητά της κι άλλα κρίσιμα μεγέθη. Η μέθοδος πέτυχε σε μικρότερες χώρες από λιγότερο έμπειρες διοικήσεις, γιατί να μην πετύχει στη Γερμανία;

Το ενδεχόμενο είναι κάθε άλλο παρά θεωρητικό. Δεν αποκλείεται δε η πρώτη τράπεζα που θα αφαιμάξει η Deutsche Bank (τα περιουσιακά στοιχεία της οποίας πέρυσι ισούνταν με 1,8 τρις. ευρώ αντιστοιχώντας στο 50% της γερμανικής οικονομίας) να είναι η Commerzbank, ο έτερος εκ των διδύμων πύργος του γερμανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος που έχει αφεθεί στη μοίρα του, δηλαδή να καταρρεύσει, καθώς όλες οι προσπάθειες επικεντρώνονται στην Deutsche Bank , την τράπεζα του Τρίτου Ράιχ. Μάρτυρας της δεινής θέσης στην οποία βρίσκεται η Commerzbank, η μετοχή της οποίας έχει πέσει κατά 40% τον τελευταίο χρόνο, είναι η πρόσφατη ανακοίνωση της για περικοπή τα επόμενα τέσσερα χρόνια 9.000 θέσεων εργασίας, από 51.300 άτομα που απασχολούσε στο τέλος του 2015.

Οι πρωτοφανείς πιέσεις που δέχεται ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας οφείλονται, πέραν όλων των άλλων (ύφεση της οικονομίας, μείωση της καταναλωτικής ζήτησης, κ.α.π.) και στα αρνητικά επιτόκια που επέβαλε πρώτη φορά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τον Ιούνιο του 2014. Δύο χρόνια μετά, και αφού το παράδειγμά της το ακολούθησαν πολλές ακόμη κεντρικές τράπεζες (Δανία, Ελβετία, Σουηδία και πρόσφατα η Ιαπωνία) ο απολογισμός είναι αρνητικός. Η ανάπτυξη της οικονομίας που αναμένεται για φέτος είναι 1,6%, όσο ήταν και το 2015. Δεν επήλθε επομένως η πολυαναμενόμενη αύξηση των επενδύσεων, επιβεβαιώνοντας ότι δεν αρκεί να πας το άλογο στο ποτάμι για να πιεί νερό. Επιβεβαιώθηκαν αντίθετα πολλές από τις ανησυχίες που είχαν συνοδεύσει την ανακοίνωση του Μάριο Ντράγκι. Ότι για παράδειγμα θα δημιουργηθούν φούσκες στις αγορές μετοχών και ακινήτων επειδή τα κεφάλαια θα μεταφερθούν από τις τράπεζες σε άλλα περιουσιακά στοιχεία. Ταυτόχρονα η φυγή των καταθέσεων, από τη στιγμή που θα έχει πρόστιμο η διατήρηση τραπεζικών λογαριασμών, θα αδυνατίσει περαιτέρω τις κλυδωνιζόμενες τράπεζες.

Κι ενώ όλα αυτά τα μέτρα που επιστρατεύει ο Ντράγκι σαν μαθητευόμενος μάγος αποτυγχάνουν, παραμένουν απαγορευμένες δοκιμασμένες μέθοδοι όπως οι αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις που θα τονώσουν την ενεργό ζήτηση ή έστω ένα μαζικό κύμα κρατικών επενδύσεων σε δημόσιες υποδομές που θα βελτιώσουν το βιοτικό επίπεδο των Ευρωπαίων και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας!

28 Σεπτεμβρίου 2016

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα στις 30 Σεπτεμβρίου 2016

Λουίς ντε Γκίντος: Ποιός μιλάει… (Επίκαιρα, 8-14 Ιανουαρίου 2015)

guidos lehman 2Κανονικά, θα έπρεπε να σαπίζει στη φυλακή. Καταδικασμένος πολλές φορές σε ισόβια κάθειρξη, με δημευμένη την προσωπική του περιουσία κι ενίοτε περιφερόμενος από πόλη σε πόλη εκτεθειμένος στη δημόσια αποδοκιμασία και ύβρη μόνο και μόνο για να αποτελεί ένα ζωντανό παράδειγμα προς αποφυγή, ο ισπανός υπουργός Οικονομικών Λουίς ντε Γκίντος όφειλε να λογοδοτήσει και φυσικά να τιμωρηθεί αυστηρότατα για την μεγαλύτερη χρεοκοπία των μεταπολεμικών δεκαετιών, την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς το 2008, που λειτούργησε σαν θρυαλλίδα προκαλώντας την μεγαλύτερη οικονομική κρίση των τελευταίων 100 χρόνων.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αξίζει να ανατρέξουμε στο βιογραφικό του δεύτερου ισχυρότερου πολιτικού της Ισπανίας, όπου φαίνονται με μια γρήγορη ματιά τα κατά συρροή εγκλήματα του, απλώς και μόνο για να αξιολογήσουμε και την σοβαρότητά του, ως οικονομολόγου και πολιτικού. Κι επομένως πόσο σοβαρά πρέπει να λαβαίνουμε τα λόγια του. Η σταδιοδρομία του μεγαλύτερου οικονομικού δολοφόνου που ανέδειξε η Ισπανία ξεκίνησε επί θητείας του δεξιού πρωθυπουργού Χοσέ Μαρία Αθνάρ (1996-2004) καθώς την συγκεκριμένη οκταετία υπηρέτησε στις πιο νευραλγικές θέσεις: γενικός διευθυντής Οικονομικής Πολιτικής, στη διοίκηση της κρατικής εταιρείας σιδηροδρόμων, στο Ινστιτούτο Επίσημων Πιστώσεων, στην δημόσια εταιρεία κρατικών βιομηχανικών μετοχών και τέλος, από το 2002 ως το 2004, υπουργός Οικονομίας. Είναι η εποχή που δημιουργήθηκε η φούσκα ακινήτων στην Ισπανία, η οποία το 2012 αποτέλεσε την ειδική μορφή με την οποία εμφανίστηκε στην μεγαλύτερη χώρα της Ιβηρικής χερσονήσου η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Στο διάγραμμα που παραθέτουμε φαίνεται πεντακάθαρα πως ο υπέρμετρος και αλόγιστος τραπεζικός δανεισμός που οδήγησε στην υπερεπέκταση του κατασκευαστικού τομέα δεν συνέβη επί κυβέρνησης Θαπατέρο (Απρίλιος 2004 – Δεκέμβριος 2011), όσο κι αν στα χρόνια του αυξήθηκε σημαντικά…

Τραπεζικός δανεισμός στην Ισπανία για κτηματικά δάνεια σε νοικοκυριά

Πίνακας

Ενδεικτική των ευθυνών της κυβέρνησης Αθνάρ είναι η δήλωση του υπουργού Οικονομικών του, του Λουίς ντε Γκίντος, με την οποία είχε απορρίψει, κατηγορηματικά μάλιστα, ότι υφίσταται φαινόμενο φούσκας στην αγορά ακινήτων. Η δήλωση του (εδώ το σχετικό δημοσίευμα) στην μεγάλης κυκλοφορίας σεβιλιάνικη εφημερίδα ABC στις 2 Νοεμβρίου 2003 («Δεν υπάρχει φούσκα των ακινήτων, αλλά μια πορεία αύξησης των τιμών που θα οδηγήσει σε συγκράτηση των ενοικίων των κατοικιών και πιο διαφανείς διαδικασίες σχεδιασμού») αξίζει να μείνει στην ιστορία για πολλούς λόγους: Κατ’ αρχάς για την προσπάθεια εφησυχασμού κι εν τέλει εξαπάτησης καταναλωτών και επενδυτών, από τη στιγμή που η εκτόξευση των τιμών δεν στηριζόταν σε κανένα θεμελιώδες μέγεθος της ισπανικής οικονομίας. Είναι δυνατό να έβλεπαν τη στρέβλωση άπαντες μπροστά τους, πλην του αρμόδιου υπουργού; Κατά δεύτερο, για την ενοχή της κυβέρνησης Αθνάρ στην φούσκα που δημιουργούταν στον κατασκευαστικό τομέα κι οδήγησε τις περιφερειακές τράπεζες να διπλασιάσουν τα υποκαταστήματά τους (από 13.650 το 1990 σε 25.035 το 2008), υποκινώντας την ζήτηση δανείων. Τέλος, για την αβάσταχτη ελαφρότητα των νεοφιλελεύθερων οικονομικών, βάσει των οποίων η αγορά μπορεί να προσαρμόζεται και να αυτορυθμίζεται διαθέτοντας την απαραίτητη ευελιξία να αποσοβεί κρίσεις. Μέχρι που ήρθε η σκληρή πραγματικότητα…

Μέχρι τότε όμως ο φανατικός οπαδός της νεοφιλελεύθερης αυστριακής σχολής Λουίς ντε Γκίντος δεν πήγε χαμένος παρότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις κρατικοδίαιτες θέσεις και την ασφάλεια που παρέχουν οι παχυλές αμοιβές του τρισκατάρατου, κατά τ’ άλλα, δημοσίου. Αμέσως έπιασε δουλειά στην ελεγκτική εταιρεία PriceWaterhouseCoopers και την επενδυτική τράπεζα Lehman Brothers, ως υπεύθυνος για την Ισπανία και την Πορτογαλία! Την τράπεζα που με την κατάρρευσή της, στις 15 Σεπτεμβρίου 2008, πυροδότησε μια κρίση που ακόμη ταλανίζει πολλές οικονομίες και εκατομμύρια εργαζόμενους. Στη δε Ισπανία η κατάρρευση της Lehman Brothers στοίχισε 2,6 δις. ευρώ. Η έρευνα που έγινε στη συνέχεια αποκάλυψε τις ακραίες απάτες που χρησιμοποιούσε συστηματικά η Lehman Brothers, σχεδόν πάντα με την βοήθεια κορυφαίων ελεγκτικών εταιρειών που υπέγραφαν τους ισολογισμούς της διαβεβαιώνοντας ότι όλα δουλεύουν ρολόι. Επίσης, με την βοήθεια προχωρημένων χρηματοπιστωτικών εργαλείων που έκρυβαν την έκθεση της τράπεζας σε κτηματικά δάνεια στην αμερικάνικη αγορά ακινήτων, όπου κι εκεί η φούσκα κατέρριπτε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Σε αυτό το σκανδαλωδώς νοσηρό οικονομικό περιβάλλον διέπρεψε το άστρο του Λουίς ντε Γκίντος, δεδομένης της εμπειρίας, μεταξύ άλλων, στις φούσκες των ακινήτων… Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση, 3 σε 1!

Εκλεκτός της Μέρκελ

Ωστόσο, αντί να τον αλείψουν με πίσσα και πούπουλα και να τον περιφέρουν στους δρόμους, το (μόνο κατά το ήμισυ δυστυχώς, αλήστου μνήμης) δίδυμο Μερκοζύ επιστράτευσε τον Λουίς ντε Γκίντος το Νοέμβριο του 2011 στο πανευρωπαϊκό πραξικόπημα που διοργάνωσε για να επιβάλει τα συμφέροντα της τραπεζοκρατίας στην Ισπανία. Με μια πρωτοφανούς αντιδημοκρατικότητας παρέμβαση επέβαλαν στην Ελλάδα τον δοτό πρωθυπουργό Λουκά Παπαδήμο, παύοντας τον εκλεγμένο Γ. Παπανδρέου, στην Ιταλία τον Μάριο Μόντι, παύοντας τον εκλεγμένο Σ. Μπερλουσκόνι, και στην Ισπανία διόρισαν τον επόμενο μήνα, τον Δεκέμβριο του 2011, υπουργό Οικονομικών τον Λουίς ντε Γκίντος. Κοινό χαρακτηριστικό και των τριών η προϋπηρεσία τους σε τράπεζες, δύο εξ αυτών οι πλέον κακόφημες: Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Goldman Sachs και Lehman Brothers! Η σημασία του διορισμού του Γκίντος στο υπουργείο Οικονομικών αποκαλύφθηκε έξι μήνες αργότερα όταν και η Ισπανία υπέβαλε αίτημα στην ΕΕ για χρηματοδότησή της, με 100 εκ. ευρώ. Πρόκειται για χρήματα που κατευθύνθηκαν στην διάσωση των χρεοκοπημένων τραπεζών, όπως λίγο – πολύ συνέβη ένα χρόνο πριν στην Ιρλανδία κι ένα χρόνο αργότερα στην Κύπρο, δικαιολογώντας την κριτική που ακολούθησε τον διορισμό του ότι έμοιαζε με τον διορισμό του Αλ Καπόνε ως αστυνομικού διοικητή του Σικάγου. Η σημασία της επιλογής του φάνηκε πολύ σύντομα. Όταν για την ακρίβεια το μοντέλο «διάσωσης» των χρεοκοπημένων ισπανικών τραπεζών έφερε το αποτύπωμα της αμερικάνικης συνταγής «υπερβολικά μεγάλες για να χρεοκοπήσουν» («too big to fail»). Η τράπεζα Bankia που κρίθηκε αναγκαίο να διασωθεί, αντιπροσωπεύοντας συστημικό κίνδυνο, είχε ήδη απορροφήσει μέσα σε ενάμιση χρόνο 7 άλλες χρεοκοπημένες τράπεζες, που συνολικά διέθεταν στα χαρτοφυλάκια τους 37 δισ. ευρώ τοξικά περιουσιακά στοιχεία. Σε ερώτηση δημοσιογράφων αν πρόκειται να αναζητηθούν ευθύνες για μια τέτοιας έκτασης επιχειρηματική αποτυχία ο Λουίς ντε Γκίντος τερμάτισε κάθε σχετική συζήτηση δηλώνοντας ότι «δεν έχει διαπιστωθεί καμία ευθύνη». Κι αυτό όχι μόνο για να σώσει το τομάρι του, αλλά επειδή οι διοικήσεις σε όλες σχεδόν τις τράπεζες προέρχονταν από το κυβερνών, δεξιό Λαϊκό Κόμμα.

Εν ολίγοις ο Λουίς ντε Γκίντος συμβολίζει ό,τι χειρότερο εμφανίστηκε στην οικονομία τα τελευταία χρόνια: από την δημιουργία της φούσκας και την τραπεζική ασυδοσία μέχρι τις καταστροφικές για την κοινωνία λύσεις που προκρίθηκαν από το ευρω-ιερατείο. Είναι η προσωποποίηση των δεινών τόσο στη φάση της ανάπτυξης όσο και στη φάση της κρίσης.

Δεδομένων λοιπόν των βαρύτατων ευθυνών του, θέλει απύθμενο θράσος να κουνάει το δάχτυλο του, υποδεικνύοντας στους Έλληνες ψηφοφόρους τι να ψηφίσουν στις προσεχείς εκλογές, όπως έκανε στις 30 Δεκεμβρίου λέγοντας ότι η Ελλάδα μπόρεσε να πληρώσει τους γιατρούς και τους συνταξιούχους της χάρη στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη κι επίσης όταν πάνε οι Έλληνες στην κάλπη δεν πρέπει να ξεχάσουν ότι οφείλουν χάρη στην Ευρώπη…

Αλλά είπαμε: Το κακό ξεκινάει από τη στιγμή που κυκλοφορεί ελεύθερος και δεν σαπίζει στη φυλακή, όπου έπρεπε να είχε οδηγηθεί εδώ και καιρό!

Πέντε χρόνια μετά: Από τις φούσκες και την κρίση στο χείλος του γκρεμού (Επίκαιρα 12-18.9.2013)

Lehman BrothersΟι περίοδοι κρίσης, όπως ορίζεται η απότομη διακοπή της διαδικασίας συσσώρευσης, πρέπει με βάση τα εγχειρίδια να αποτελούν τα διαλείμματα. Δηλαδή, τις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις που ο σχηματισμός πλούτου διακόπτεται στιγμιαία πριν επανέλθει στην κανονική του τροχιά. Πλέον όμως, η τάση είναι αυτές οι περίοδοι να αποτελούν σχεδόν την κανονικότητα. Μάρτυρας οι εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία πέντε ακριβώς χρόνια μετά την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς, στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2008, όταν το σκάσιμο της φούσκας των υποβαθμισμένων δανείων στην αμερικάνικη κτηματική αγορά πυροδότησε την σοβαρότερη κρίση μετά το μεγάλο κραχ του 1929. Μόλις μισή δεκαετία μετά την κρίση του 2008, οι ανισορροπίες που έχουν συγκεντρωθεί στην παγκόσμια οικονομία είναι εξ ίσου εκρηκτικές λες και κανείς από τους πρωταγωνιστές της δεν διδάχθηκε το παραμικρό ή, καλύτερα, λες και η τάση προς τον υπερδανεισμό, την κερδοσκοπία και τις φούσκες να αποτελεί εγγενές και αναπόσπαστο στοιχείο της σύγχρονης οικονομίας.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Όμως, στο βαθμό που η συστηματική διάβρωση των δεικτών υγείας των σύγχρονων οικονομιών συνοδεύεται από θετικούς ακόμη και αυξανόμενους ρυθμούς μεγέθυνσης, κάθε σχετικός προβληματισμός εξαφανίζεται ή υπερκαλύπτεται από την πλαστή εικόνα ευημερίας. Αντιπροσωπευτικό αυτής της τάσης, για παράδειγμα, ήταν το σημείωμα της σύνταξης των Financial Times στις 7 Σεπτεμβρίου, με τίτλο «Η εμπιστοσύνη επιστρέφει στον πλούσιο κόσμο» όπου υποδεχόταν με ενθουσιασμό τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ για άνοδο του ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης των οικονομιών των επτά πλουσιότερων χωρών του κόσμου στο 2,5% «που σηματοδοτεί την ισχυρότερη άνοδο που ακολουθεί την πρώτη ανάκαμψη μετά τον καταποντισμό του 2008-2009».

Πάρτι με δανεικά στις ΗΠΑ

Η πραγματικότητα ωστόσο αποδεικνύεται πολύ πιο αντιφατική. Ρεπορτάζ της Wall Street Journal την προηγούμενη Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου για την αμερικάνικη οικονομία υπογράμμιζε την ορμητική επιστροφή του χρέους. Συγκεκριμένα, το εταιρικό χρέος υπό την μορφή ομολόγων φτάνει τα 6 τρις. δολ., ποσό που είναι κατά 59% μεγαλύτερο από το 2007. Η υπερδιόγκωση του δανεισμού φαίνεται κι από την αύξηση της μόχλευσης (όπως αποκαλείται ο βαθμός χρησιμοποίησης δανειακών κεφαλαίων προς ίδια) κατά 6% σε σχέση με το 2008 και κατά 20% σε σχέση με το 2010, σύμφωνα με υπολογισμούς της J.P. Morgan. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, το ενεργητικό των αμοιβαίων κεφαλαίων που επενδύουν σε ομόλογα – σκουπίδια, πολύ υψηλού ρίσκου ανερχόταν τον Ιούλιο του 2013 σε 285 δις. δολ. όταν στο τέλος του 2008 ανερχόταν μόλις σε 92 δις. δολ. Κόκκινο συναγερμό έχουν σημάνει επίσης και τα φοιτητικά δάνεια που κινδυνεύουν να εξελιχθούν σε θρυαλλίδα που θα πυροδοτήσει τη νέα κρίση, καθώς το ύψος τους έχει φτάσει τα 1,2 τρισ. δολ. κι είναι κατά 71% μεγαλύτερο από το προ πενταετίας επίπεδο. Το τμήμα δε των δανείων που η πληρωμή τους έχει καθυστερήσει για πάνω από 90 μέρες, ισούται με το ένα τρίτο, όταν το 2007 ισούταν σχεδόν με το ένα τέταρτο (24%). Εντύπωση τέλος προκαλεί κι η επιμονή με την οποία συνεχίζουν να εμφανίζονται μέθοδοι «δημιουργικής λογιστικής» που αγγίζουν τα όρια της απάτης, όπως είναι για παράδειγμα η χρησιμοποίηση των ίδιων και των ίδιων περιουσιακών στοιχείων ως υποθηκών ξανά και ξανά. «Γενικά οι υπεύθυνοι της ρύθμισης επιδιώκουν να περιορίσουν τον αριθμό των φορών που ένα χρεόγραφο μπορεί να περάσει σε ένα νέο αντισυμβαλλόμενο, με σκοπό να περιορίσουν την μετάδοση στην περίπτωση που μια εταιρεία καταρρεύσει κι επίσης να διαβεβαιώσουν ότι οι επενδυτές και οι αντικριστές γνωρίζουν επακριβώς σε ποιόν κίνδυνο είναι εκτεθειμένοι», ανέφεραν σε άρθρο τους οι Financial Times στις 6 Σεπτέμβρη, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής πως το ζητούμενο δεν είναι κάθε περιουσιακό στοιχείο να χρησιμοποιείται 1 και μόνο φορά ως εγγύηση όπως είναι το φυσιολογικό, αλλά όσο το δυνατό λιγότερες… Έτσι, στο ίδιο άρθρο στέλεχος του ΔΝΤ ενημέρωνε πως αν πριν την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδες κατά μέσο όρο κάθε περιουσιακό στοιχείο χρησιμοποιούταν 3 φορές, στο τέλος του 2012 ο μέσος όρος είχε πέσει 2,2 φορές. Τέτοια πρόοδος…

Επενδυτική άπνοια στη Γερμανία

Και στην από δω μεριά του Ατλαντικού τα μηνύματα δεν είναι καθόλου πιο αισιόδοξα. Η εικόνα μάλιστα είναι πολύ πιο ανησυχητική από τις γενικά ζοφερές προοπτικές της ευρωζώνης στις οποίες αναφέρθηκε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι την περασμένη εβδομάδα. Η ανησυχία πηγάζει από τα σαθρά θεμέλια στα οποία στηρίζονται ακόμη κι οι πιο καλές επιδόσεις, όπως για παράδειγμα της Γερμανίας, οι οποίες για λόγους στατιστικούς συγκαλύπτονται από τους μέσους όρους. Ειδικότερα, αυτό που αποκαλύπτεται με το πέρασμα το χρόνου είναι ότι η Γερμανία επιλέγει συνειδητά να στηρίζει τα ανταγωνιστικά της πλεονεκτήματα στο χαμηλό εργατικό κόστος κι όχι στις επενδύσεις όπως δείχνει η σταθερή μείωση των συνολικών ακαθάριστων επενδύσεων κεφαλαίου από 24% του ΑΕΠ το 1991 στο 18%. Πρόσφατη δε μελέτη του ΟΟΣΑ για την Γερμανία τόνιζε πως οι επενδύσεις στην οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης είναι από το 2001 σταθερά υποδεέστερες των επενδύσεων κεφαλαίου των υπόλοιπων χωρών που ανήκουν στο κλαμπ του G7. Ανησυχία για την ποιότητα και τις κινητήριες δυνάμεις της οικονομικής μεγέθυνσης στην Γερμανία πηγάζει κι από τις κακές εκπαιδευτικές επιδόσεις της. Σε χώρες όπως ο Καναδάς, η Γαλλία, η Ιαπωνία, η Ισπανία, η Πολωνία, οι ΗΠΑ και η Αγγλία ο αριθμός των πτυχιούχων είναι 10% μεγαλύτερος. Η Γερμανία επίσης μοιράζεται το θλιβερό ρεκόρ με τις ΗΠΑ να είναι οι μοναδικές χώρες στις οποίες μεταξύ των νέων 25-34 ετών οι πτυχιούχοι είναι ως ποσοστό ίδιοι ή λιγότεροι σε σχέση με την προηγούμενη γενιά. Από την μια γενιά στην άλλη δηλαδή δεν καταγράφηκε καμία αύξηση στον αριθμό των πτυχιούχων. Πρόκειται για εξελίξεις που καθιστούν βέβαιο ότι δεν πρόκειται στο ορατό μέλλον να ξαναδούμε ακόμη και τους ρυθμούς μεγέθυνσης που είδαμε στο παρελθόν. Σύμφωνα με τους Financial Times στις 4 Σεπτέμβρη, ως αποτέλεσμα των παραπάνω, «η αύξηση της παραγωγικότητας στη Γερμανία ήταν μικρή σε σχέση με τους υπόλοιπους ανταγωνιστές της. Η αύξηση στο ΑΕΠ ανά εργάσιμη ώρα είναι 25% χαμηλότερη σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Με αυτά τα στοιχεία για την παραγωγικότητα δεν προκαλεί έκπληξη που οι γερμανικές επιχειρήσεις ανταγωνίζονται μόνο μέσω της μείωσης των σχετικών μισθών και της μεταφοράς της παραγωγής ανατολικά».

Νομισματική αναταραχή στην Ινδία

Και στην Ανατολή βέβαια δεν αισθάνονται τόσο καλά όπως δήλωνε, με μια δεύτερη ανάγνωση ομολογουμένως, κι ο τίτλος του εντιτόριαλ των Financial Times («Η εμπιστοσύνη επιστρέφει στον πλούσιο κόσμο»). Η αιτία βρίσκεται στις ΗΠΑ και συγκεκριμένα στην πρόθεση της ομοσπονδιακής τράπεζας να αρχίσει σιγά – σιγά να μειώνει τα χρήματα που ρίχνει στην αγορά μέσω του προγράμματος επαναγοράς ομολόγων τα οποία μέχρι τώρα ανέρχονται σε 85 δις. δολ. μηνιαία. Επί χρόνια όμως αυτός ο πακτωλός εισέρεε στην περιφέρεια οδηγώντας σε ανατίμηση τα εθνικά της νομίσματα. Τα δισεκατομμύρια της Ουάσινγκτον επίσης (που δεν έφεραν τον παραμικρό θετικό αντίκτυπο στην πραγματική οικονομία εντός των ΗΠΑ) συνέβαλαν σημαντικά στους αλματώδεις ρυθμούς μεγέθυνσης που κατέγραφαν χώρες όπως η Βραζιλία κι η Νότια Αφρική. Πρελούδιο των τριγμών που υπάρχει κίνδυνος να επέλθουν όταν σταματήσει η αμερικάνικη κεντρική τράπεζα να τυπώνει χρήμα (γιατί ουσιαστικά περί αυτού πρόκειται) αποτελεί η νομισματική αναταραχή που συγκλονίζει την Ινδία με την μορφή της υποτίμησης της ρουπίας κατά 20% έναντι του δολαρίου, μόνο τους τελευταίους δύο μήνες. Αποτέλεσμα αυτών των τριγμών θεωρείται η μείωση των ρυθμών ανάπτυξης από 8-10% που ήταν επί χρόνια στο 5% για φέτος και του χρόνου. Νομισματικές υποτιμήσεις ενδέχεται να αντιμετωπίσουν πολλές ακόμη χώρες που ωφελήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια από τα προγράμματα νομισματικής χαλάρωσης των ΗΠΑ όπως η Τουρκία, η Κολομβία, η Νότια Αφρική, η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Ουκρανία κ.α.

Εν κατακλείδι τόσο στον ανεπτυγμένο όσο και στον αναπτυσσόμενο κόσμο, πέντε χρόνια μετά την σοβαρότερη κρίση των τελευταίων 80 χρόνων τίποτε δεν προδικάζει ότι τα θεμέλια της σύγχρονης οικονομίας είναι λιγότερο σαθρά κι ότι η επόμενη μέρα δεν κρύβει εκπλήξεις.

Ποιος θα ελέγξει τους ελεγκτές; (Επίκαιρα, 2-8/9/2010)

Πλήθος ερωτηματικών δημιουργεί η απόφαση του υπουργείου Οικονομικών να παραδώσει τον λογιστικό έλεγχο των κρατικών νοσοκομείων και των δημόσιων ασφαλιστικών ταμείων, σε πρώτη φάση, στα χέρια πολυεθνικών λογιστικοελεγκτικών εταιρειών. Πρόκειται συγκεκριμένα για τις «τέσσερις μεγάλες», όπως συνηθίζεται να χαρακτηρίζονται στον διεθνή Τύπο: Ernst & Young και Pricewaterhouse Coopers (βρετανικών συμφερόντων), Deloitte & Touche (αμερικανικών συμφερόντων) και KPMG (ολλανδικών συμφερόντων). Μαζί δε με αυτές και η επίσης αμερικανική Grand Thornton. Ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου εμφάνισε αυτή την κίνηση ως μια ακόμη προσπάθεια στον… άοκνο αγώνα του να βάλει τάξη στα δημόσια οικονομικά καταπολεμώντας φαινόμενα κακοδιαχείρισης και σπατάλης. Άμεσα, σύμφωνα με δημοσιεύματα, αναμένεται να πιάσουν δουλειά στα νοσοκομεία Ευαγγελισμός, Αττικόν και Γ. Γεννηματάς και στα ταμεία ΙΚΑ, ΟΠΑΔ, ΟΑΑΕΕ και ΟΓΑ. Στη συνέχεια δε στους δήμους και τις ΔΕΚΟ.

Η ανάθεση σε ιδιώτες ελεγκτές του ελέγχου των δημοσίων λογιστικών αποτελεί το αποκορύφωμα της αποθέωσης του ιδιωτικού εις βάρος του δημόσιου. Το σκεπτικό πίσω από την «δουλειά» φαίνεται να αποτελεί γνήσιο τέκνο ενός ματωμένου γάμου μεταξύ του ΔΝΤ υπό την κατοχή του οποίου τελεί η χώρα και του ΟΟΣΑ όπου εργάστηκε ο υπουργός Οικονομικών. Δύο μισητών οργανισμών λόγω του πρωτοπόρου ρόλου που διαδραματίζουν στην υπόδειξη αντιλαϊκών πολιτικών (μείωση κοινωνικών παροχών, περικοπή ασφαλιστικών δικαιωμάτων, κ.λπ.) προς τις κυβερνήσεις όλου του κόσμου. Το σκεπτικό λοιπόν πίσω από την απ’ ευθείας ανάθεση είναι σε αδρές γραμμές το εξής: ο,τιδήποτε δημόσιο είναι ύποπτο διαφθοράς και σκανδάλων και ένοχο μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου (πως αλλιώς θα στιγματιστεί στη συνείδηση της κοινωνίας η άσκηση αναδιανεμητικής πολιτικής ως μηχανισμός ρεμούλας;) ενώ, στον αντίποδα, το ιδιωτικό είναι συνώνυμο της διαφάνειας και της αξιοκρατίας (πως αλλιώς θα εμφανιστούν ως νομοτέλεια οι κοινωνικές αντιθέσεις;) σε βαθμό τέτοιο ώστε, εκ προοιμίου, να πληροί όλα τα κριτήρια για να αναγνωριστεί ως υπέρτατος κριτής του δημόσιου.

Το κακό όμως είναι ότι από την εποχή που γράφονταν τα εγχειρίδια της Σχολής του Σικάγου τα οποία έπαιρναν υπό μάλης οι νεοφώτιστοι νεοφιλελεύθεροι για να πάνε να τα εφαρμόσουν στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Και ο ιδιωτικός τομέας αποδείχθηκε ότι φέρει μαζί του την ίδια αν όχι χειρότερη διαφθορά από αυτήν του δημόσιου τομέα που κλήθηκε να θεραπεύσει. Οι λογιστικοελεγκτικές εταιρείες αποτελούν τυπικότατο παράδειγμα. Το αστείο μάλιστα είναι ότι μπορεί στην Ελλάδα οι όψιμοι νεοφιλελεύθεροι του ΠΑΣΟΚ με τον υπερβάλλοντα ζήλο του νεοφώτιστου να τις εμφανίζουν ως την τελευταία λέξη της μόδας στον τομέα της διαφάνειας, στο εξωτερικό όμως, τόσο τις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη, ο δημόσιος έλεγχος και η ρύθμιση τους έργου τους αποτελούν θέμα έντονης αντιπαράθεσης. Ο λόγος είναι πως ο επιμερισμός ευθυνών για το ξέσπασμα της τρέχουσας κρίσης βρήκε τις ελεγκτικές εταιρείες εξ ίσου έκθετες και υπόλογες με τις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας που βαθμολογούσαν με την ανώτερη δυνατή αξιολόγηση τα τοξικά ομόλογα.

Οι ελεγκτικές εταιρείες που σήμερα είναι «τέσσερις μεγάλες» μέχρι και τη δεκαετία του ’80 ήταν «οκτώ μεγάλες». Το 2001 μετά από μια σειρά εξαγορών και συγχωνεύσεων έγιναν πέντε. Η πέμπτη, η Arthur Andersen, κατέρρευσε μαζί με τον αμερικανικό ενεργειακό κολοσσό της Enron το 2002 όταν θεωρήθηκε ένοχη για το μαγείρεμα των λογιστικών της βιβλίων, έτσι ώστε η πραγματική της οικονομική κατάσταση να συγκαλύπτεται και οι μέτοχοι να έχουν μια εξωραϊσμένη ειδυλλιακή εικόνα. Οι ευθύνες της ελεγκτικής εταιρείας, όπως καταλογίστηκαν από την αμερικανική δικαιοσύνη – εκ των υστέρων φυσικά, ήταν τόσο σοβαρές ώστε ο… ένδοξος κύκλος της τερματίστηκε μαζί με αυτόν της Enron.

Έκτοτε έχουν δει το φως της δημοσιότητας μια σειρά από άλλα, πολύ σοβαρά σκάνδαλα, που επιβεβαιώνουν ότι ο έλεγχος των λογιστικών καταστάσεων των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα είναι πολύ σοβαρή δουλειά για να ανατεθεί στον ιδιωτικό τομέα.

Ξεκινώντας από τα πιο πρόσφατα ξεχωρίζουμε τις ευθύνες της Ernst & Young για το σκάνδαλο της Lehman Brothers, η χρεοκοπία της οποίας τον Σεπτέμβρη του 2008 αποτέλεσε το αποκορύφωμα της κρίσης των υποβαθμισμένων στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ. Αυτό όμως που έγινε γνωστό σε όλους εμάς στις 15 Σεπτέμβρη του 2008 – η έκθεσή της δηλαδή σε υπερβολικό δανεισμό – η ελεγκτική εταιρεία Ernst & Young που πληρωνόταν για να υπογράφει τα βιβλία της το ήξερε πολύ καιρό πριν. Το γνώριζε και το συγκάλυπτε. Ειδικότερα, όπως περιγράφεται στο πόρισμα των αμερικανικών αρχών έκτασης 2.200 σελίδων, η Ernst & Young είχε επίγνωση της απάτης που έκανε η διοίκηση της τράπεζας όταν καταχωρούσε στις πωλήσεις, μέχρι να δημοσιευτούν οι καταστάσεις, ένα βραχυπρόθεσμο δάνειο έτσι ώστε να εμφανιστεί μειωμένος ο δανεισμός. Το αποτέλεσμα ήταν η τράπεζα να έχει γονατίσει από τις υποχρεώσεις κι οι μέτοχοι, χάρη στις πολύτιμες υπηρεσίες των ελεγκτών, να ενημερώνονται για μια ανθηρή και αξιοζήλευτη κατάσταση…

Η Lehman Brothers δεν ήταν η μοναδική «ελεγχόμενη» εταιρεία που επωφελήθηκε από την τεχνογνωσία της Ernst & Young στη δημιουργική λογιστική και το μαγείρεμα των στοιχείων. Αλήθεια, ενάντια σε αυτά τα κόλπα της Στατιστικής Υπηρεσίας δεν ξιφουλκούσε ο Γ. Παπακωνσταντίνου πριν μερικούς μήνες; Προφανώς είναι μεμπτά και αξιοκατάκριτα όταν αξιοποιούνται από το δημόσιο (και χρυσές ευκαιρίες για να παραδοθούν δημόσιες υπηρεσίες στον απ’ ευθείας έλεγχο του ΔΝΤ μέσω του διορισμού των κατάλληλων ανθρώπων) ενώ όταν γίνονται από τον ιδιωτικό τομέα, τότε είναι «στιγμιαία λάθη». Κι ας επαναλαμβάνονται κατά κόρον… Η Ernst & Young λοιπόν προσέφερε τις ίδιες «πολύτιμες υπηρεσίες» της στην δημιουργική λογιστική και στην Anglo Irish Bank βοηθώντάς την να «καταχωνιάσει» ένα δάνειο ύψους 87 εκ. ευρώ. Πως το κατάφερε; Αξιοποιώντας τη διαφορετική ημερομηνία έναρξης και λήξης του οικονομικού έτους μεταξύ της ίδιας και των θυγατρικών της. Έτσι το δάνειο μέχρι τις 30 Σεπτέμβρη που έληγε το οικονομικό έτος για την Anglo Irish ήταν καταχωρημένο στην Irish Nationwide και μέχρι τις 31 Δεκέμβρη που έληγε το οικονομικό έτος για την Irish Nationwide μεταφερόταν στην Anglo Irish! Το αποτέλεσμα ακραίων κερδοσκοπικών πράξεων και της δημιουργικής λογιστικής της Ernst & Young που προσέφερε την τεχνογνωσία για το κουκούλωμά τους ήταν η μετοχής της να χάσει το 97% της αξίας της σε ένα χρόνο, οι διευθυντές της να παραιτηθούν και οι φορολογούμενοι να πληρώσουν 10 δις. ευρώ με τα οποία χρηματοδοτήθηκε η συγκεκριμένη τράπεζα για να αναπληρώσει το κεφάλαιό της. Σε ό,τι αφορά την ίδια ελεγκτική εταιρεία, την Ernst & Young, ξεχωρίζουμε ακόμη από τα έργα και τις ημέρες της την φυλάκιση στελεχών της από τις αρχές του Χονγκ Κονγκ (που για κάθε άλλο παρά από την έχθρα τους απέναντι στον ιδιωτικό τομέα φημίζονται) με αφορμή κατηγορίες για απάτη.

Αυτές τις εταιρείες θα βάλει να περιφρουρήσουν το δημόσιο χρήμα ο Γ. Παπακωνσταντίνου;

Οι ίδιες κατηγορίες βαρύνουν και τις υπόλοιπες ελεγκτικές.

Στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς οικονομικού Τύπου έφθασε πέρυσι ένα κατόρθωμα της εταιρείας PriceWaterhouse Coopers. Συγκεκριμένα, η συμβολή που προσέφερε σε μια πολυεθνική ινδική εταιρεία λογισμικού (την τέταρτη μεγαλύτερη της χώρας) ονόματι Satyam Computer Services με απώτερο στόχο να εμφανίζει κέρδη ύψους 1 δις. δολ. επί διετία. Το σκάνδαλο ήταν τόσο μεγάλο ώστε χαρακτηρίστηκε Enron της Ινδίας. Ο ηθικό αυτουργός ωστόσο, η PriceWaterhouse Coopers, παρά την δημόσια και διεθνή κατακραυγή δεν αντιμετώπισε σοβαρές συνέπειες. Στα μαλακά έπεσαν οι ευθύνες της και σε ότι αφορά την αποδεδειγμένη λαθροχειρία του ασφαλιστικού γίγαντα American International Group (AIG). Η PriceWaterhouse Coopers ειδικότερα θεωρήθηκε ότι γνώριζε για ένα δομημένο ομόλογο που ανέλαβε ο αμερικανικός ασφαλιστικός κολοσσός το 2004, με αποτέλεσμα η αμερικανική επιτροπή κεφαλαιαγοράς να της επιβάλει πρόστιμο 80 εκ. δολ. Η PriceWaterhouse Coopers επίσης θεωρήθηκε ότι γνώριζε και στο σκάνδαλο φοροκλοπής της αμερικανικής Tyco το 2002.

Η Deloitte & Touche δέχθηκε τα πυρά αρχών, Τύπου και επενδυτών με αφορμή την ανάμειξή της στο σκάνδαλο της ιταλικής γαλακτοβιομηχανίας Parmalat, που μέχρι το 2003 ήταν η όγδοη μεγαλύτερη βιομηχανία της Ιταλίας, απασχολώντας 35.000 εργαζόμενους. Η χρεοκοπία της χαρακτηρίστηκε ως η μεγαλύτερη επιχειρηματική χρεοκοπία της Ευρώπης. Ξεκίνησε δε να ξεδιπλώνεται όταν μια τράπεζα χαρακτήρισε ως πλαστό ένα έγγραφο της εταιρείας με βάση το οποίο είχε καταθέσεις ύψους 4 δις. ευρώ στα νησιά Κειμάν! Οι αποκαλύψεις έφεραν στην επιφάνεια μια μαύρη τρύπα έκτασης 14 δις. ευρώ στα λογιστικά της βιβλία, τα οποία η Deloitte & Touche έβρισκε μέχρι την προηγούμενη… μέλι γάλα.

Ανάλογα σκάνδαλα βαρύνουν λίγο – πολύ και τις άλλες δύο ελεγκτικές εταιρείες (Grant Thornton και KPMG) στις οποίες ο Γ. Παπακωνσταντίνου ετοιμάζεται να παραδώσει τον δημόσιο τομέα προς… εξυγίανση.

      Ο «ενάρετος» κύκλος των χρεοκοπημένων και των ελεγκτικών εταιρειών    
Εταιρεία Χώρα Τέλος έτους Ελεγκτής  Ημερομηνία έκθεσης ελεγκτή Εκτίμηση ελεγκτή Αμοιβή (σε εκ.) Αμοιβή (σε εκ.)
            Για τον έλεγχο Εκτός του ελέγχου
Abbey National  Αγγλία 31/12/2007 Deloitte & Touche 4/3/2008 Χωρίς σχόλια 2,8 £ 2,1£
Alliance and Leicester Αγγλία 31/12/2007 Deloitte & Touche 19/2/2008 Χωρίς σχόλια 0,8 £ 0,8 £
Barclays  Αγγλία 31/12/2007 PriceWaterhouse Coopers 7/3/2008 Χωρίς σχόλια 29 £ 15 £
Bear Sterns  ΗΠΑ 30/11/2007 Deloitte & Touche 28/1/2008 Χωρίς σχόλια 23,4$ 4,9$
Brandford and Bingley Αγγλία 31/12/2007 KPMG 12/2/2008 Χωρίς σχόλια 0,6 £ 0,8 £
Carlyle Capital Corporation Γκέρνζι 31/12/2007 PriceWaterhouse Coopers 27/2/2008 Χωρίς σχόλια Άγνωστη Άγνωστη
Citigroup  ΗΠΑ 31/12/2007 KPMG 22/2/2008 Χωρίς σχόλια* 81,7$ 6,4$
Dexia Γαλλία/Βέλγιο 31/12/2007 PriceWaterhouse Coopers κ.α. 28/3/2008 Χωρίς σχόλια 10,12 € 1,48 €
Fannie Mae  ΗΠΑ 31/12/2007 Deloitte & Touche 26/2/2008 Χωρίς σχόλια  49,3$
Fortis Ολλανδία 31/12/2007 KPMG + PriceWaterhouse Coopers 6/3/2008 Χωρίς σχόλια 20 € 17 €
Freddie Mac ΗΠΑ 31/12/2007 PriceWaterhouse Coopers 27/2/2008 Χωρίς σχόλια* 73,4$
Glitnir Ισλανδία 31/12/2007 PriceWaterhouse Coopers 31/1/2008 Χωρίς σχόλια 146 Ισλ. Κορ.  218 ισλ. Κορ.
HBOS Αγγλία 31/12/2007 KPMG 26/2/2008 Χωρίς σχόλια 2,4£
Hypo Real Estate Γερμανία 31/12/2007 KPMG 25/3/2008 Χωρίς σχόλια 5,40 € 5,70 €
Indymac ΗΠΑ 31/12/2007 Ernst & Young 28/2/2008 Χωρίς σχόλια* 5,7$ 0,5$
ING Ολλανδία 31/12/2007 Ernst & Young 17/3/2008 Χωρίς σχόλια 68 € 7 €
Kaupthing Bank Ισλανδία 31/12/2007 KPMG 30/1/2008 Χωρίς σχόλια 421 Ισλ. Κορ. 74 Ισλ. Κορ.
Landsbanki Ισλανδία 31/12/2007 PriceWaterhouse Coopers 28/1/2008 Χωρίς σχόλια 259 Ισλ. Κορ. 46 ισλ. Κορ.
Lehman Brothers ΗΠΑ 30/11/2007 Ernst & Young 28/1/2008 Χωρίς σχόλια 27,8$ 3,5$
Lloyds TSB  Αγγλία 31/12/2007 PriceWaterhouse Coopers 21/2/2008 Χωρίς σχόλια 13,1£ 1,5£
Northern Rock Αγγλία 31/12/2006 PriceWaterhouse Coopers 27/2/2007 Χωρίς σχόλια 1,3£ 0,7£
Royal Bank of Scotland Αγγλία 31/12/2007 Deloitte & Touche 27/2/2008 Χωρίς σχόλια 17£ 14,4£
TCF Financial Corp ΗΠΑ 31/12/2007 KPMG 14/2/2008 Χωρίς σχόλια 0,97$ 0,05$
Thornburg Mortgage  HΠΑ 31/12/2007 KPMG 27/2/2008 Χωρίς σχόλια 2,1$ 0,4$
UBS Ελβετία 31/12/2007 Ernst & Young 6/3/2008 Χωρίς σχόλια 61,7 ελβ. φρ.  13,4 ελβ. φρ.
US Bankorp  ΗΠΑ 31/12/2007 Ernst & Young 20/2/2008 Χωρίς σχόλια 7,5$ 9,6$
Wachovia ΗΠΑ 31/12/2007 KPMG 25/2/2008 Χωρίς σχόλια 29,2$ 4,1$
Washington Mutual ΗΠΑ 31/12/2007 Deloitte & Touche 28/2/2008 Χωρίς σχόλια 10,7$ 4,3$
 * Η έκθεση των ελεγκτών εφιστά την προσοχή σε ορισμένα θέματα που έχουν ήδη περιληφθεί στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων    
 Πηγή:  Sika, P. Financial crisis and the silence of the auditors, Accounting, Organizations and Society (2009), doi:10.1016/j.aos.2009.01.004   

Επιπλέον ερωτηματικά ωστόσο για την επιλογή της κυβέρνησης προκαλεί το γεγονός ότι αυτήν ακριβώς την περίοδο, που στην Ελλάδα η τρόικα εγκαθιστά τις ελεγκτικές εταιρείες στο δημόσιο, στην Ευρώπη ακόμη και στην Αγγλία ρυθμιστικές και πολιτικές αρχές πνέουν μένεα εναντίον τους. Τις επόμενες εβδομάδες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να εκδώσει μια «Πράσινη Βίβλο» όπου θα επιχειρηθεί να μπουν κάποιοι κανόνες στο έργο τους. Την προκλητική ατιμωρησία τους επέκρινε κι ο αρμόδιος ευρωπαίος επίτροπος Μισέλ Μπαρνιέ λέγοντας τα εξής: «Ενώ ο ρόλος των κύριων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών παραγόντων (τράπεζες, αντισταθμιστικά κεφάλαια, οίκοι αξιολόγησης, πιστωτικού κινδύνου, κ.α.) εξετάστηκε αμέσως μετά την κρίση, ο ρόλος των ελεγκτών μέχρι τώρα δεν έχει εξεταστεί». Ο ευρωπαίος επίτροπος παρότι έπαιρνε ως αφορμή τις ευθύνες της Ernst & Young στην Lehman Brothers αναφερόταν σε όλο τον κλάδο. Ο οποίος κλάδος επιφορτισμένος να ελέγχει την αγορά αποτελεί υπόδειγμα ολιγοπωλιακής οργάνωσης με 4,5 εταιρείες να ελέγχουν όλες σχεδόν τις εισηγμένες επιχειρήσεις!

Σε στενό κλοιό έχουν βρεθεί οι ελεγκτικές εταιρείες και στην Αγγλία. Κοινό πόρισμα δύο ρυθμιστικών αρχών (FSA και FRC) που διερεύνησαν τις ευθύνες τους για το ξέσπασμα της κρίσης εντόπισε «ανησυχητική έλλειψη σκεπτικισμού» σε ελέγχους τραπεζών. Στην έκθεση μεγέθους 80 σελίδων παρατίθενται παραδείγματα όπου οι ελεγκτικές εταιρείες δεν έκαναν ελέγχους αλλά απλώς υπέγραφαν.

Το ερώτημα είναι αν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Γιατί, όλα τα παραπάνω βεβαιώνουν την αγεφύρωτη σύγκρουση συμφέροντος που υπάρχει στο ελεγκτικό έργο όσο αυτό είναι στα χέρια του ιδιωτικού τομέα και η κάθε επιχείρηση πληρώνει για να ελεγχθεί. Πόσο αυστηρός και αμερόληπτος μπορεί να είναι αυτός ο έλεγχος όταν οι ελεγκτικές εταιρείες ξέρουν πως η κατά γράμμα εφαρμογή του νόμου σε μια επιχείρηση σημαίνει πως για την επόμενη διαχειριστική περίοδο θα χάσουν τον πελάτη; Προφανώς οι «τέσσερις μεγάλες» δεν είναι θύματα. Θύτες και συνένοχοι είναι σε ένα σχέδιο ιδιωτικοποίησης των πάντων που παρότι αποδεικνύεται συνεχώς διάτρητο και αιτία ενδογενούς αποσταθεροποίησης, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως μονόδρομος, προς τεράστιο όφελός τους. Και εις βάρος της κοινωνίας.

Ειδικότερα το υπουργείο Οικονομικών, είναι υπόλογο στον βαθμό που δεν εξηγεί γιατί από τη συγκεκριμένη δουλειά (η οποία κακώς και σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος με την στενή και ευρεία έννοια δόθηκε στους ιδιώτες) εξαιρέθηκαν αντίστοιχες ελληνικές εταιρείες! Επέβαλαν τον αποκλεισμό τους ΔΤΝ και ΕΕ μέσω της τρόικας για να πάρουν την δουλειά οι πολυεθνικές; Θεωρούνται αναξιόπιστοι και ανεπαρκείς επαγγελματίες οι Έλληνες; Ή μήπως απορρίφθηκαν επειδή δεν θα διευκόλυναν τα σχέδια οικονομικής κατοχής και παράδοσης δημόσιου πλούτου στα χέρια των πιστωτών;

Απαιτείται μια εξήγηση…

Σε ελεύθερη πτώση η αμερικανική ισχύς (Μετροπόλιταν, 13/9/2009)

Ένας χρόνος συμπληρώνεται αυτές τις μέρες από την κατάρρευση της Lehman Brothers που έκανε ορατό το ενδεχόμενο μιας συστημικής κατάρρευσης της παγκόσμιας οικονομίας και πριν απ’ όλες της αμερικανικής. Τα μέτρα που λήφθηκαν στη συνέχεια μπορεί να απομάκρυναν ένα τέτοιο ενδεχόμενο ωστόσο η αμερικανική οικονομία έχει δεχθεί ένα δυσανάλογο βαρύ πλήγμα, όπως φαίνεται από τη λίστα των 500 μεγαλύτερων επιχειρήσεων του κόσμου, από την συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου, κ.α.

 Ποτέ άλλοτε από το 1995, που το αμερικανικό περιοδικό Fortune εκδίδει ανελλιπώς κάθε χρόνο τη λίστα των 500 μεγαλύτερων επιχειρήσεων του κόσμου, ο αριθμός των αμερικανικών επιχειρήσεων δεν έπεσε τόσο χαμηλά. Μόλις 140 επιχειρήσεις βρίσκονται φέτος στον κατάλογο που αποτελεί την πιο αντιπροσωπευτική καταγραφή των κινητήρων της παγκόσμιας οικονομίας. Πριν 2 χρόνια, το 2007, οι αμερικανικές επιχειρήσεις έφθαναν τις 162, ενώ το 1998 είχε καταγραφεί ένα από τα μεγαλύτερα ρεκόρ αριθμώντας 175.

Το κενό που αφήνει πίσω της η χρεοκοπία αμερικανικών γιγάντων, όπως των πολυεθνικών AIG, Coutnrywide Financial, Freddie Mae, Lehman Brothers, Merrill Lynch, Wachovia και Washington Mutual που φέτος απουσιάζουν  από τη λίστα του Fortune καλύπτει με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα η Κίνα. Ειδικότερα, 37 πολυεθνικές επιχειρήσεις προέρχονται από την Κίνα, όταν το 2007 ήταν 24, το 2003 ήταν 11 και το 1995 μόνο 3! Θεαματική επίσης, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση – αυτής της συρρίκνωσης, είναι η μεταβολή που καταγράφεται στην παρουσία της Ιαπωνίας, ως αποτέλεσμα της υπερδεκαπενταετούς οικονομικής κρίσης. Ενώ λοιπόν το 1995 περισσότερες από 1 στις 3 επιχειρήσεις του Fortune έγραφαν στα προϊόντα τους Made in Japan, φέτος μόλις 68 επιχειρήσεις προέρχονταν από τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Ωστόσο η Ιαπωνία, παρά την υποχώρηση που καταγράφει στο πέρασμα του χρόνου, είναι η δεύτερη χώρα μετά τις ΗΠΑ στη λίστα του αμερικανικού περιοδικού δείχνοντας έτσι πως η ηγεμονία της αμερικανικής οικονομίας όσο κι αν έχει συρρικνωθεί αυτό το χρόνο δεν απειλείται ευθέως από κάποια άλλη χώρα.

Τα πλήγματα ωστόσο που δέχεται η αμερικανική οικονομία είναι πολλαπλά. Πέραν της κατάρρευσης υπεραιωνόβιων πολυεθνικών κολοσσών, θύμα της κρίσης αποτελεί και το δολάριο, όπως μαρτυρά η κατάρρευση της ισοτιμίας του έναντι των σημαντικότερων ανταγωνιστών του. Από τις αρχές του 2001 μέχρι πρόσφατα το δολάριο έχει υποτιμηθεί έναντι του ευρώ κατά 34%, έναντι του γεν κατά 18% και ως προς τη βρετανική λίρα έχει χάσει το 9% της αξίας του. Ανεξάρτητα από τις ευεργετικές επιδράσεις που προκαλούνται στην αμερικανική παραγωγή, καθώς τα αμερικανικά προϊόντα καθίστανται φθηνότερα στις διεθνείς αγορές, η πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου σημαίνει ότι εξαφανίζονται οι λόγοι που το καθιστούσαν πρώτη επιλογή των διαχειριστών του χαρτοφυλακίου κάθε κεντρικής τράπεζας. Ο μόνος λόγος αντίθετα που κάνει ελκυστική την αγορά του είναι για να διασώσει την αξία των υφιστάμενων τοποθετήσεων.

Ενδεικτικό στοιχείο για την καταβύθιση της αξίας του δολαρίου είναι ότι για πρώτη φορά τα τελευταία 16 χρόνια συμφέρει περισσότερο ο βραχυχρόνιος δανεισμός σε δολάρια παρά σε γεν. Συγκεκριμένα για πρώτη φορά από τον Μάη του 1993 το διατραπεζικό επιτόκιο που προσφέρεται στην αγορά του Λονδίνου για το δολάριο, γνωστό στους τραπεζικούς κύκλους κι ως Libor, έπεσε κάτω από αυτό του γεν (0,37188% έναντι 0,38813%). Η διαφορά φαντάζει αμελητέα για τους μη ειδήμονες καθώς έγκειται στα δεκαδικά ψηφία. Πρόκειται ωστόσο για μια κρίσιμη αλλαγή καθώς το δολάριο παίρνει την καθόλου τιμητική σκυτάλη (για ένα νόμισμα που παραμένει ακόμη και σήμερα παγκόσμιο μέσο αποθησαύρισης και συναλλαγών) την οποία κρατούσε το γεν ως νόμισμα δανεισμού για βραχυχρόνιες τοποθετήσεις. Ως αποτέλεσμα των μηδενικών επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας της Ιαπωνίας, όσοι ήθελαν να επενδύσουν στο ευρώ ή ακόμη και το αμερικανικό νόμισμα για να εκμεταλλευτούν τις υψηλές αποδόσεις τους, δανείζονταν σε γεν (το λεγόμενο carry trade). Στο εξής σε δολάρια…

Το ροκάνισμα της αξίας του δολαρίου, που δεν είναι κάτι καινούργιο, επιταχύνθηκε από το χρηματοδοτικό πακέτο, ύψους 787 δισ. δολ. που ενέκρινε η αμερικανική κυβέρνηση τον Φεβρουάριο για να αναθερμάνει την οικονομία. Ένα δεύτερο αποτέλεσμα της ένεσης ρευστού που έγινε στην οικονομία ήταν η άνοδος του δημόσιου χρέους, που τώρα αρχίζει να γίνεται αισθητή συγκεντρώνοντας την δημόσια κριτική. Όπως ανακοινώθηκε επίσημα πριν δύο εβδομάδες το χρέος για το 2010 πρόκειται να φθάσει το 66% για πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1940, όταν είχε αγγίξει το 121%. Στις ΗΠΑ αυτό που κατά βάθος φοβούνται, παρότι κανείς δεν το ομολογεί είναι μήπως η διαχείριση της κρίσης και το κόστος της αποτροπής μιας συστημικής κατάρρευσης είναι ένα δυσθεώρητο χρέος, όπως της Ιαπωνίας που ανέρχεται στο 180% και είναι κατά βάση δημιούργημα της χαμένης δεκαετίας, που ακολούθησε την πτώση της φούσκας των ακινήτων και την καθίζηση του χρηματιστηριακού δείκτη Νικέι το 1991.

Υπό αυτό πρίσμα έχουν ιδιαίτερη σημασία οι επιφυλάξεις που διατυπώνονται όλο και πιο συχνά, όλο και πιο καθαρά απέναντι στα σαφή σημάδια εξόδου από την κρίση τα οποία διαφαίνονται για πρώτη φορά μετά από έναν τουλάχιστον χρόνο. Για παράδειγμα στις ΗΠΑ δύο τομείς που δέχθηκαν τις χειρότερες συνέπειες της κρίσης (οι πωλήσεις νέων κατοικιών και οι παραγγελίες διαρκών καταναλωτικών αγαθών) είδαν τα αποτελέσματά τους τον Ιούλη να ανακάμπτουν για πρώτη φορά μετά τον Σεπτέμβρη του 2008. Προανάκρουσμα ανάκαμψης επίσης, συνιστά το γεγονός ότι οι χρηματιστηριακοί δείκτες FTSE 100 και S&P 500 έπιασαν τα επίπεδα του Οκτώβρη του 2008 (κάνοντας την υπόθεση ότι η άνοδός τους δεν είναι αποτέλεσμα κερδοσκοπίας αλλά προεξόφληση κερδών). Ωστόσο, από την άλλη μεριά οι αμερικανικές αρχές διαβεβαιώνουν ότι η ανεργία θα συνεχίσει να αυξάνεται. «Προβλέπουμε ότι η ανεργία θα φθάσει το 10% για ορισμένους μήνες και ορισμένα τρίμηνα», δήλωσε στους δημοσιογράφους στα τέλη Αυγούστου η Χριστίνα Ρομέρ, επικεφαλής των Οικονομικών Συμβούλων του Μπαράκ Ομπάμα, αναφερόμενη στο 2010, οπότε θεωρείται σίγουρο πως οι ρυθμοί μεγέθυνσης θα πάψουν να είναι αρνητικοί όπως θα συμβεί κατά το τρέχον έτος, που το ΑΕΠ θα συρρικνωθεί κατά 2,8%, και τότε θα αγγίξουν το 2%. Η απασχόληση ωστόσο δεν πρόκειται να ακολουθήσει παράλληλη θετική πορεία. Ανάλογα αντιφατικά δείγματα καταγράφονται σε όλο τον κόσμο. Από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου η άνοδος του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο του έτους για τη Γαλλία και τη Γερμανία έστω κατά 0,3% κι η άνοδος των βιομηχανικών παραγγελιών τον Ιούνιο για πρώτη φορά μετά τον Σεπτέμβριο του 2007 συμβαδίζουν με την εκτίναξη της ανεργίας στην ευρωζώνη στο 10%, μέχρι την Κίνα και τη Ρωσία, όπου η ελπιδοφόρα άνοδος της βιομηχανικής παραγωγής κατά 4,5% και 4,7% τον Ιούνη και τον Ιούλη στην τελευταία αφήνει εντελώς ανεπηρέαστη την ανεργία που επισήμως θα συνεχίσει να πλήττει το 8% του εργατικού δυναμικού.

Είναι τόσο βαριά η σκιά αυτών των αντιφατικών ενδείξεων, πείθοντας ότι το κοινωνικό ζήτημα θα βρεθεί σε παροξυσμό μετά την τυπική λήξη της βαθύτερης κρίσης που γνώρισε ο κόσμος μετά από αυτή του 1930, ώστε δικαιολογημένα όσοι χαράζουν πολιτική αρνούνται να εκφράσουν την αισιοδοξία τους για την επιστροφή στην κανονικότητα. Χώρια που κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν άλυτα ενώ οι συνταγές του παρελθόντος ελάχιστα βοήθησαν ή βοήθησαν μόνοι ως αρνητική εμπειρία, όπως φάνηκε από την ευκολία με την οποία η αμερικανική κεντρική τράπεζα ξανάγραψε το εγχειρίδιο λειτουργίας των κεντρικών τραπεζών, δανείζοντας απ’ ευθείας στις επιχειρήσεις. Πως θα αντιδράσουν για παράδειγμα οι οικονομίες όταν αποσυνδεθούν από τη μηχανική υποστήριξη, όταν δηλαδή τερματιστούν οι ποικίλες κρατικές χρηματοδοτήσεις και τα κάθε λογής κίνητρα και επιδοτήσεις από τον προϋπολογισμό; Πότε θα αρχίσουν να αυξάνονται τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών και τι συνέπειες θα έχει για τις επιχειρήσεις η έξοδός τους από τη μηδενική ζώνη (του λυκόφωτος);

Αρέσει σε %d bloggers: