Δολάριο: Όργανο κρατικής οικονομικής τρομοκρατίας! (Επίκαιρα, 24-30 Ιουλίου 2014)

bnpΣε σημείο καμπής για την παγκόσμια οικονομία εξελίσσεται το εξοντωτικό πρόστιμο ύψους 9 δισ. δολαρίων, που επέβαλαν οι αμερικανικές αρχές στην γαλλική τράπεζα BNP Paribas, που είναι η μεγαλύτερη τράπεζα της Γαλλίας και μια από τις πέντε μεγαλύτερες στον κόσμο, με βάση το ενεργητικό της.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το πρόστιμο που επέβαλε η Ουάσινγκτον είχε καθαρά πολιτικό σκεπτικό. Η BNP Paribas, με 190.000 εργαζόμενους σε όλο τον κόσμο και 34 εκ. πελάτες, τιμωρήθηκε γιατί δεν έγινε όργανο επιβολής της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Το ολίσθημά της αφορούσε τη διενέργεια συναλλαγών με την Κούβα, το Ιράν και το Σουδάν, τρεις χώρες που βρίσκονται σταθερά στο στόχαστρο της επεκτατικής αμερικάνικης πολιτικής, επί πολλές δεκαετίες. Αρκεί μια ματιά στο σκεπτικό της καταδικαστικής απόφασης για να γίνει αντιληπτός ο αυθαίρετος, τιμωρητικός χαρακτήρας του προστίμου. Αναφέρεται ενδεικτικά στο κεφάλαιο της απόφασης που αφορά στην Κούβα (Statement of facts, United States District Court, Southern District of New York, United States of America –v.- BNP Paribas, SA Defendant) ότι με βάση νόμους του 1960 και 1962 η κυβέρνηση των ΗΠΑ επιβάλλει εμπάργκο κατά της Κούβας «επειδή η Κούβα απειλεί την ασφάλεια των ΗΠΑ και του ημισφαιρίου» (παρ. 11)! Η γαλλική τράπεζα επομένως τιμωρείται επειδή υπονομεύει την ασφάλεια των ΗΠΑ, με βάση μάλιστα νόμους που ψηφίστηκαν επί Κένεντυ. Η δε απόφαση σχετικά με το Ιράν και το Σουδάν στηρίζεται σε πιο πρόσφατους νόμους του Κλίντον και του Μπους!

Από τον Κένεντυ στον Ομπάμα

Αν το πρώτο επομένως συμπέρασμα αφορά την γελοιότητα του σκεπτικού, το δεύτερο αφορά την συνέχεια της αμερικανικής πολιτικής. Προς οικτρή διάψευση εκείνων των Ευρωπαίων που πίστευαν ότι η απομάκρυνση του Μπους και η εκλογή του Ομπάμα θα σηματοδοτήσει μια πιο συμμετρική, λιγότερη μονομερής εξωτερική πολιτική από την μεριά της Ουάσιγκτον, το μήνυμα που στέλνει το πρόστιμο στην BNP Paribas είναι ότι όποιος δεν ακολουθεί και δεν εφαρμόζει, με ενεργητικό μάλιστα τρόπο, την απειλητική για την διεθνή σταθερότητα εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ θα εξοντώνεται. Η εμμονή μάλιστα της Ουάσινγκτον να «ταράζει» με πρόστιμα τις ευρωπαϊκές τράπεζες υπογραμμίζει την απόφασή της να χρησιμοποιεί μέχρι τέλους τα συγκεκριμένα εργαλεία, ως μέσα άσκησης πολιτικής κι επίσης ως μέσο στήριξης των αμερικανικών τραπεζών, στο πλαίσιο του λυσσαλέου ανταγωνισμού τους με τα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Αρκεί να αναφερθούν τα πρόσφατα πρόστιμα ύψους 2,6 δισ. ευρώ στην ελβετική Credit Suisse 80 εκ. δολ. στην ολλανδική ABN Amro και 1,9 δισ. την βρετανική HSBC. Θα έτριβαν τα χέρια τους στο Μανχάταν με την κοινοποίηση των σχετικών αποφάσεων… Πολιτικά υποκινούμενοι επίσης είναι κι οι 6 γύροι οικονομικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν εναντίον της Ρωσίας, πριν μάλιστα καταρριφθεί το αεροπλάνο των μαλαισιανών αερογραμμών σε ουκρανικό έδαφος που είχε την ατυχία να φέρει τα χαρακτηριστικά χρώματα της Ρωσίας: κόκκινο και μπλε… Το ζητούμενο από την μεριά της Ουάσινγκτον με αφορμή τις κυρώσεις εναντίον των τεσσάρων ρώσικων οικονομικών κολοσσών (Rosneft, Gazprombank, Novatek και VEB) είναι να κοντύνει την οικονομική επιρροή της Ρωσίας και στη συνέχεια να την περιθωριοποιήσει, προς όφελος των ιδιοτελών της συμφερόντων. Κάτι που βραχυπρόθεσμα το επιτυγχάνει αν κρίνουμε από την θεαματική πτώση του δείκτη του ρωσικού χρηματιστηρίου, της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ρουβλιού έναντι του δολαρίου και της ανόδου του κόστους του ρωσικού δανεισμού.

Αντιδράσεις στη Γαλλία

Ακόμη και μεσοπρόθεσμα όμως τα πράγματα για τα αμερικανικά γεράκια είναι πιο δύσκολα απ’ όσο φαίνονται. Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν στην Ευρώπη και δη την Γαλλία ήταν οξύτατες, λόγω μάλιστα του γεγονότος ότι η BNP Paribas δεν έκανε πολιτική όταν συναλλασσόταν με το Ιράν. Mπίζνες έκανε (όπως θα ήθελαν αλλά δεν μπορούν να κάνουν πολλές αμερικάνικες τράπεζες) η προαγωγή κι η προστασία των οποίων ενέχει θέση θρησκείας, υποτίθεται, στο σύστημα αξιών της Ουάσινγκτον. Πολύ χαρακτηριστικά, ο γάλλος υπουργός Οικονομικών ζήτησε μια «νέα ισορροπία» μεταξύ των νομισμάτων στις παγκόσμιες πληρωμές. Σε συνέντευξή του στην βρετανική εφημερίδα Financial Times, στις 6 Ιουλίου, τόνισε το παράδοξο της χρήσης του δολαρίου ακόμη και σε συναλλαγές μεταξύ Ευρωπαίων όταν, για παράδειγμα, αφορούν αγοραπωλησίες αεροπλάνων. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο διευθύνων σύμβουλος της γαλλικής πετρελαϊκής πολυεθνικής Total πρότεινε να συνεχίσει μεν η αποτίμηση των συμβολαίων στο πετρέλαιο να γίνεται σε δολάρια, αλλά οι συναλλαγές να γίνονται στο εξής σε ευρώ, στη βάση της καθημερινά διαμορφούμενης συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ρωσία και Κίνα αποδείχθηκαν πολύ πιο θαρραλέες από τους Ευρωπαίους, με την απόφαση τους να απεμπλακούν από το δολάριο στο πλαίσιο της γιγαντιαίας αξίας συμφωνίας τους, ύψους 450 δις. δολ, με βάση την οποία η Κίνα θα προμηθεύεται φυσικό αέριο από την ανατολική Σιβηρία για τα επόμενα 30 χρόνια.

Το πρόβλημα των Ευρωπαίων βρίσκεται στην «αφλογιστία» του ευρώ, την αδυναμία του να αποτελέσει ένα μέσο συναλλαγών και αποθεματοποίησης ισάξιο του δολαρίου. Τα στοιχεία που έδωσε πρόσφατα στην δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι εξόχως αποκαλυπτικά και συνάμα απογοητευτικά για όσους ήλπιζαν πως αρκούσε η εισαγωγή του ευρώ ώστε σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα, το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα αν όχι να υποκαταστήσει, τουλάχιστον να αμφισβητήσει το δολάριο. Όπως φαίνεται στον πίνακα που παραθέτουμε, 14 χρόνια μετά την υιοθέτησή του το ευρώ κατέχει τα ίδια ποσοστά, της τάξης του 25%, στο «καλάθι» των νομισμάτων που επιλέγονται ως συναλλαγματικά αποθέματα. Ενώ, η μικρή μείωση που καταγράφει το δολάριο (από 65% σε 61%) αποτελεί περισσότερο πηγή ανησυχίας για τους Ευρωπαίους παρά αισιοδοξίας, λόγω του ότι τα μερίδια του κατατρώγονται από την (ανταγωνιστική προς το ευρώ) βρετανική λίρα (που αύξησε την συμμετοχή της) και τα «άλλα νομίσματα», που αντιπροσωπεύουν την ένταξη και την ενεργή συμμετοχή στο οικονομικό ανταγωνισμό νέων κρατών. Το «άνοιγμα» επομένως του παιχνιδιού γίνεται ανεξάρτητα από την Ευρώπη, που δεν εισπράττει κανένα επιπλέον όφελος από την μεγέθυνση της οικονομικής πίτας.

Οι αιτίες της αφλογιστίας του ευρώ

Η αιτία πίσω από την στασιμότητα του ευρώ και την επακόλουθη διάψευση των προσδοκιών που το ήθελαν να γίνεται μηχανισμός βελτίωσης της ευρωπαϊκής κατάταξης στο διεθνή ανταγωνισμό, είναι διπλή. Πριν απ’ όλα είναι γεωπολιτική. Η εμμονή των Ευρωπαίων ηγετών να μένουν προσαρτημένοι στο αμερικάνικο άρμα, ακόμη κι όταν η Ουάσινγκτον ταπεινώνει την Μέρκελ όπως δηλώνει η παρακολούθηση του προσωπικού της τηλεφώνου που αποκάλυψε ο Έντουαρντ Σνόουντεν, καθιστά την Ευρώπη αναξιόπιστο σύμμαχο όσων επιλέγουν να αναμετρηθούν με την αμερικανική παντοδυναμία (Ρωσία, Κίνα, Λατινική Αμερική, κ.α.). Γιατί επομένως να επιλέξουν το ευρώ στις συναλλαγές τους, όταν πολύ πιθανά θα μετατραπεί με τη σειρά του σε νέα θηλιά στον λαιμό τους;

Ο σημαντικότερος ωστόσο λόγος για την αδυναμία του ευρώ έγκειται στην επιλογή της ΕΕ να το χρησιμοποιήσει ως όργανο για την κατεδάφιση του κράτους πρόνοιας και εργαλείο διαρκούς λιτότητας και φτωχοποίησης στο εσωτερικό της. Αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών είναι οι μηδενικοί έως αρνητικοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης που καταγράφουν ΕΕ και ευρωζώνη (0,1% και -0,4% αντίστοιχα το 2013) παραπέμποντας σε παρατεταμένη στασιμότητα, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σε ΗΠΑ και Αγγλία (1,9% και 1,7% αντίστοιχα), όπου μπορεί μεν οι ρυθμοί ανάπτυξης να μην θυμίζουν τις μεταπολεμικές επιδόσεις απέχουν αισθητά ωστόσο από την ευρωπαϊκή καχεξία. Κατάρα για τα λαϊκά στρώματα, ευλογία όμως για τις ελίτ που θέλουν την μείωση του εργατικού κόστους και την απόσυρσή τους από οποιοδήποτε «περιττό», όπως χαρακτηρίζεται, κόστος όπως η κοινωνική ασφάλιση.

Μόνο που αυτές οι επιλογές συνοδεύονται κι από ορισμένες παράπλευρες απώλειες, όπως είναι τα πρόστιμα που επιβάλλονται στις ευρωπαϊκές τράπεζες…

Ποσοστιαία κατανομή παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων κατά νόμισμα

(σε σταθερές τιμές)

Ευρώ            Δολάριο        Γιεν    Βρετανική λίρα         Άλλα νομίσματα

2000             24,7                64,7             6                     2,8                         1,4

2001             26,6                63,5             5,6                    2,7                         1,2

2002             28,7               61,3             5,2                    2,8                         1,5

2003             26,7                64                4,4                    2,6                         2

2004             25                  65,7             4,2                     3                           1,9

2005             26,7               63 ,7             4,3                   3,4                         1,7

2006             25,9              64,4             3,9                     3,8                         1,8

2007             25                  65,3             3,5                     4,1                          1,9

2008             26                  63,9             3                         4,8                         2,2

2009             26,9              62,9             2,6                     4,4                         3,1

2010             26,8              61,7             2,8                      4,2                         4,4

2011             26                   61,8             2,6                     4,1                         5,4

2012             25,3            61,2             3,3                        4,1                         3,2

2013

A’ τρίμηνο  25        61,1             3,5     4,2                         3,2

Β’ τρίμηνο  24,8    61,2             3,6     4,1                         2,7

Γ’ τρίμηνο   24,6    61,6             3,6     4                           2,8

Δ’ τρίμηνο  24,4    61,2             3,9     4                           2,9

Πηγή: The international role of euro, July 204, European Central Bank, eurosystem. 

Προμηνύματα νέας οικονομικής κρίσης (Ουτοπία, Φεβρουάριος 2008)

                                                                                                                     Αντιμέτωπες με τον κίνδυνο να περιέλθει η αμερικανική οικονομία σε μια από τις βαθύτερες οικονομικές κρίσεις ολόκληρης της μεταπολεμικής περιόδου υποδέχθηκαν το νέο χρόνο οι αρχές της χώρας.

Τα μηνύματα είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται από το καλοκαίρι του 2007 με τη μορφή της «πιστωτικής ασφυξίας» που αντιμετώπισαν τα σημαντικότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των ΗΠΑ πρωτευόντως αλλά και της ΕΕ. Οι αρρυθμίες στην αγορά κεφαλαίων εμφανίστηκαν όταν το σκάσιμο της φούσκας των δανείων χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας στην αμερικανική αγορά ακινήτων, ως αποτέλεσμα της προγενέστερης ανόδου των αμερικανικών επιτοκίων, έφερε στην επιφάνεια έναν εξαιρετικά επικίνδυνο μηχανισμό επέκτασης των πιστώσεων που είχαν δημιουργήσει από κοινού τράπεζες και κάθε είδους πιστωτικοί οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στη χορήγηση δανείων. Ο μηχανισμός αυτός, με τη μέθοδο της τιτλοποίησης, μετέτρεπε σε εγγυήσεις για νέα δάνεια όσα είχαν ήδη παρασχεθεί με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια φούσκα ιστορικών διαστάσεων η οποία στηριζόταν στα δάνεια που είχαν φτάσει να χορηγούν (έναντι προκαταβολής της τάξης του 5% της αξίας του ακινήτου) ακόμη και σε άπορους! Τι πιο φυσιολογικό επομένως από το να σπάσει κάποια στιγμή αυτή η φούσκα, όταν συγκεκριμένα θα ανακοπτόταν η «πλημμυρίδα καταθέσεων», με την ορολογία του διοικητή της αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας, Μπεν Μπερνάνκι, που τροφοδοτούσε τη ρευστότητα.

Οι πρώτοι που ένιωσαν τις δραματικές όπως αποδείχτηκε συνέπειες από την κατάρρευση της αγοράς δανείων χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης ήταν οι τράπεζες. Μέχρι την τελευταία μέρα του Ιανουαρίου οι διαγραφές χρεών που αναγκάστηκαν να ανακοινώσουν οι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες ήταν κολοσσιαίες και πρωτοφανείς, αναγκάζοντας πολλές από αυτές να αναζητήσουν «λευκούς ιππότες» σε κρατικά επενδυτικά κεφάλαια αναδυόμενων καπιταλιστικών αγορών (από τη Μέση Ανατολή, τη Σιγκαπούρη και την Κίνα) που θα τις γλιτώσουν από τη χρεοκοπία. Οι τράπεζες που προέβησαν σε διαγραφές χρεών από τις ΗΠΑ ήταν: Merrill Lynch (24,4 δισ. δολ.), Citigroup (18,1 δισ.), Morgan Stanley (9,4 δισ.), Bank of America (5,3 δισ.), Bear Sterns (1,9 δισ.) και Wachovia (1,5 δισ.). Εξ ίσου σημαντικές ήταν οι διαγραφές χρεών που ανακοίνωσαν και οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Συγκεκριμένα: UBS (18,4 δισ. δολ.), Credit Agricole (3,7 δισ.) HSBC (3,4 δισ.), Deutsche Bank (3,1 δισ.), Societe Generale (3 δισ.) Barclays (2,7 δισ.) και Royal Bank of Scotland (2,5 δισ.). Το τεράστιο ύψος των ποσών που διέγραψαν από τις απαιτήσεις τους μαρτυρά ότι επρόκειτο για ένα σημείο καμπής.

Το μαρτυρά άλλωστε και η ταχύτατη μετάδοση του «ιού των κακών δανείων» και στην πραγματική οικονομία, όπως έδειξε ένα πλήθος ενδείξεων: Η απότομη επιβράδυνση των ρυθμών ανόδου του αμερικανικού ΑΕΠ το τελευταίο τρίμηνο του 2007 κατά 0,7% (από 4,9% το προηγούμενο τρίμηνο), η συρρίκνωση της αμερικανικής αγοράς εργασίας τον Ιανουάριο για πρώτη φορά από το 2003 και με επίκεντρο τομείς που δεν άπτονται άμεσα της κρίσης των «φθηνών δανείων» όπως οι τράπεζες, οι κατασκευές και η αγορά ακινήτων, η μείωση των αποδόσεων των μετοχών στα χρηματιστήρια όλου σχεδόν του κόσμου, η δυσμενής αναθεώρηση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο των προβλέψεων οικονομικής ανόδου για το 2008, που ήταν ήδη χαμηλότερες από το προηγούμενο έτος κ.ο.κ. Τέλος, ο βάσιμος και σοβαρός χαρακτήρας των ανησυχιών επιβεβαιώθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο από τις αμερικανικές αρχές όταν, αφήνοντας για τους αφελείς τους όρκους πίστης στις ικανότητες που έχει το «αόρατο χέρι» της αγοράς να εξασφαλίζει την ισορροπία, προέβησαν σε δύο μέτρα: Αρχικά η κυβέρνηση Μπους, με δικομματική προφανώς συναίνεση, απελευθέρωσε ένα χρηματοδοτικό πακέτο ύψους 150 δισ. δολ. (που για να αντιληφθούμε τη σοβαρότητά του χρειάζεται να πούμε ότι ανέρχεται στο 1% του αμερικανικού ΑΕΠ!) με τη μορφή κυρίως φοροαπαλλαγών και επενδυτικών κινήτρων προς επιχειρήσεις. Κατά δεύτερο προχώρησαν στην κάθετη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων, κατά 1,25% σε 9 ημέρες φθάνοντας τα στο 3%, και διευκολύνοντας με αυτό τον τρόπο τα κέρδη των αμερικανικών τραπεζών και φυσικά την άνοδο των μετοχών στα αμερικανικά χρηματιστήρια.

Παρότι ξεφεύγει του παρόντος, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται η αμερικανική οικονομία καθώς η παραπάνω (ενδεδειγμένη και προφανής για την αστική τάξη) κίνηση αντιμετώπισης της κρίσης, η μείωση των επιτοκίων, οδηγεί σε παροξυσμό το πρόβλημα που ήδη αντιμετωπίζει με το δολάριο. Ειδικότερα, η πτώση των επιτοκίων καθιστά όλο και λιγότερο ελκυστικό το αμερικανικό νόμισμα με αποτέλεσμα η ισοτιμία του έναντι των ανταγωνιστών του και δη του ευρώ να κατρακυλάει και στη συνέχεια να καθίσταται ολοένα και πιο δυσχερής η κάλυψη των διευρυνόμενων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το πρόβλημα αυτό οξύνεται από την επιμονή που δείχνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να κρατάει αμετακίνητα τα επιτόκια στο 4%, επικαλούμενη την αντιμετώπιση των πληθωριστικών φαινομένων με αποτέλεσμα να διευρύνεται η διαφορά μεταξύ των δύο επιτοκίων και η σύγκριση να καθίσταται εντελώς άνιση, εις βάρος του δολαρίου.

Η διαφορετική απάντηση που δίνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όσο κι αν υπαγορεύεται από τη σχετικά διαφορετική, μέχρι στιγμής, φάση του οικονομικού κύκλου την οποία διατρέχει η γηραιά ήπειρος σε σχέση με τις ΗΠΑ, έχει δώσει μια νέα και σημαντική ώθηση στη συζήτηση που διεξάγεται στα κέντρα αποφάσεων της αστικής τάξης για το ποια είναι εκείνα τα μέτρα που θα αποτρέψουν την εμφάνιση της κρίσης, φέρνοντας στην επιφάνεια τη διχογνωμία που εμφανίζεται. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για αλληλοαποκλειόμενες ή ανταγωνιστικές θέσεις. Αυτό φαίνεται με μεγαλύτερη διαύγεια αν εξαλείψουμε το «θόρυβο» που δημιουργούν τα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης τα οποία πρωτίστως εκδηλώνονται στη σφαίρα των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των επιτοκίων των δύο νομισμάτων. Η αμερικανική θέση συνίσταται σε τρία μέτρα: γενναία αύξηση των κρατικών δαπανών (σε μια κοινωνική κατεύθυνση φυσικά διαμετρικά αντίθετη από αυτή του εφαρμοσμένου Κεϋνσιανισμού, καθώς πλέον ωφελημένοι από την αύξηση της ενεργού ζήτησης είναι η αστική τάξη και τα υψηλά εισοδήματα και όχι οι άνεργοι και η φτωχολογιά κατά πως θα υποστήριξαν με αρθρογραφία τους οικονομολόγοι που δε συμμερίζονται την κυρίαρχη ορθοδοξία όπως ο Π. Κρούγκμαν και ο Τζ. Στίγκλιτς), ενεργοποίηση της νομισματικής πολιτικής – όσο ακόμη αυτή προσφέρεται – και επίσης όξυνση του ανταγωνισμού των κεφαλαίων, με απώτερο στόχο ακόμη και την καταστροφή μη ανταγωνιστικών τμημάτων του και τη διευκόλυνση των τάσεων διεθνοποίησης του αμερικανικού κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαίο ότι τις μέρες που η FED ανακοίνωνε την μια μείωση επιτοκίων μετά την άλλη και ο Λευκός Οίκος μοίραζε λεφτά στα μεσαία στρώματα και την αστική τάξη, ο Μπους προωθούσε συμφωνία απελευθέρωσης του εμπορίου και των επενδύσεων μεταξύ των ΗΠΑ από τη μια και από την άλλη της Κολομβίας, του Παναμά και της Νότιας Κορέας.

Η απάντηση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, υπό την επίκληση της αντιπληθωριστικής πολιτικής, δίνει προτεραιότητα στη διαδικασία αναδιάρθρωσης των αγορών εργασίας έτσι ώστε να μειωθεί το άμεσο και έμμεσο εργατικό κόστος (καταργώντας ασφαλιστικά δικαιώματα για παράδειγμα), στις ιδιωτικοποιήσεις και στις πολιτικές βίαιης αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου στο έδαφος της ευρωζώνης προς όφελος των κεφαλαίων εκείνων που διαθέτουν το συγκριτικό πλεονέκτημα, με αντίτιμο την επέκταση της ανεργίας. Γι αυτό το λόγο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εμφανίζεται βασιλικότερη του βασιλέως απέναντι στην αμερικανική κρατώντας τα επιτόκια ψηλά και εφαρμόζοντας έτσι μια περιοριστική νομισματική πολιτική που δεν ευνοεί την απρόσκοπτη και εκτατική αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Σημασία ωστόσο έχει ότι όσο επώδυνες κοινωνικά λύσεις κι αν υιοθετηθούν με σκοπό να ανακάμψει το ποσοστό κέρδους, η πτώση του οποίου αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της καπιταλιστικής κρίσης, η αντιμετώπιση της στην καλύτερη περίπτωση θα είναι συγκυριακή ή θα αφορά τη μετάθεσή της στο μέλλον, όπως συμβαίνει κατά κόρον από το 1973 και μετά, όταν ξέσπασε για πρώτη φορά η τρέχουσα δομική κρίση. Για το παρόν μένει η αποκάλυψη των εγγενών αντιφάσεων του σημερινού, καταστρεπτικού για τις ανθρώπινες δυνατότητες, τρόπου παραγωγής και μια δυνατότητα που προσφέρεται στην Αριστερά να εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία, αποκαλύπτοντας τον οπισθοδρομικό χαρακτήρα του καπιταλισμού και τη δυνατότητα του εργαζόμενου ανθρώπου να απελευθερωθεί από τα δεσμά του κεφαλαίου.

Αρέσει σε %d bloggers: