Δοκιμάζεται η συνοχή της Ισπανίας (Επίκαιρα 24/6-30/6/2010)

Μοιραίες ενδέχεται να αποβούν για την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και των αυτόνομων περιοχών οι άγριες περικοπές που επιβάλλονται στα δημόσια οικονομικά της Ισπανίας κι οι δομικές αναδιαρθρώσεις που συντελούνται στον επιχειρηματικό χάρτη της χώρας. Η αιτία βρίσκεται στην επιμονή της κυβέρνησης του Χοσέ Λουίς Θαπατέρο να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα λιτότητας, που μπορεί να ισοδυναμεί με απλή επίπληξη μπροστά στα μέτρα που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα, δεν παύει όμως να θέτει σε δοκιμασία την εθνική συνοχή και τις σχέσεις μεταξύ των 17 αυτόνομων περιοχών με την κεντρική κυβέρνηση στη Μαδρίτη.

Τα μέτρα λιτότητας στην Ισπανία ξεκίνησαν με την μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 5% κι ως προς το παρόν ολοκληρώθηκαν με την πραξικοπηματική ανατροπή των εργασιακών σχέσεων μέσω ενός βασιλικού διατάγματος (όπως ακριβώς συνέβη και στην Ελλάδα, με μοναδική διαφορά, λόγω συντάγματος, ότι εδώ το διάταγμα είχε την υπογραφή του προέδρου της Δημοκρατίας) που προβλέπει την διευκόλυνση των απολύσεων μέσω της μείωσης των αποζημιώσεων. Αφορμή γι αυτά τα μέτρα αποτέλεσαν τα προβλήματα που αντιμετώπισε η Ισπανία στην εξεύρεση χρημάτων στις διεθνείς αγορές οδηγώντας στην άνοδο των επιτοκίων με τη διαφορά από τα γερμανικά δεκαετή ομόλογα να σκαρφαλώνει στις 2,33 ποσοστιαίες μονάδες και μια καθόλου αθώα υποβάθμιση της θέσης της εκ μέρους του οίκου αξιολόγησης Fitch στις 28 Μαΐου από την κορυφαία θέση ΑΑΑ στη θέση ΑΑ+. Οι προγραμματισμένες δε ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους της που ανέρχονται σε 16 δισ. μέχρι το τέλος Ιουλίου, έδωσαν τροφή για επίμονες φήμες περί της προσφυγής της στον «μηχανισμό διάσωσης» ΕΕ – ΔΝΤ που ναι μεν διαψεύστηκαν επισήμως, καθόλου όμως πειστικά. Η επίσκεψη μάλιστα του επικεφαλής του μισητού οργανισμού Ντομινίκ Στρος Καν στην Μαδρίτη την προηγούμενη Παρασκευή επιβεβαίωσε και δεν διασκέδασε τις ανησυχίες.

Για να γίνει σαφής όμως ο μεροληπτικός, άδικος κι εν τέλει επικίνδυνος χαρακτήρας των μέτρων που εφαρμόζονται στην Ισπανία αξίζει να γίνει μια παρένθεση. Παρότι η χώρα του Θερβάντες έχει ενταχθεί προ πολλού στο μεσογειακό κλαμπ των υπό χρεοκοπία χωρών από την έρπουσα φημολογία και αλλεπάλληλα δημοσιεύματα, το δημόσιο χρέος της ως ποσοστό του ΑΕΠ συγκαταλέγεται στα ελάχιστα της ευρωζώνης που πληρούν τα κριτήρια του Μάαστριχτ, κάτω δηλαδή του 60% του ΑΕΠ, κι είναι χαμηλότερο ακόμη κι από αυτό της Γερμανίας. Στο τέλος του 2009 συγκεκριμένα ανερχόταν στο 53% όταν της Γερμανίας ήταν 73%! Κατά συνέπεια μια συνεχή προσπάθεια διασυρμού της Ισπανίας, που οδήγησε ακόμη και την Παγκόσμια Τράπεζα να την συμπεριλάβει με επίσημη ανακοίνωσή της στις πέντε πιο υπερχρεωμένες χώρες της ΕΕ – προκαλώντας την δικαιολογημένη οργή της Μαδρίτης, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα κι εξυπηρετεί μόνο πολιτικούς στόχους, όπως είναι η δικαιολόγηση αντιλαϊκών μέτρων. Για την ακρίβεια η Ισπανία είναι η 14η στη σειρά των πιο υπερχρεωμένων χωρών στην ΕΕ.

Το πραγματικό πρόβλημα της Ισπανίας αφορά στο δημοσιονομικό έλλειμμα της που στο τέλος του 2009 έφθασε το 11,2%. Κι εδώ όμως το πρόβλημα δεν είναι του δημόσιου τομέα, αλλά του… ιδιωτικού! Η Ισπανία μέχρι και το 2007 είχε πλεονασματικό κρατικό προϋπολογισμό με τα δημόσια έσοδα να υπερβαίνουν τις δαπάνες. Το Νοέμβρη του 2008 όμως, ανακοίνωσε γενναία και φιλόδοξα μέτρα ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας με αφορμή το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων. Να σημειωθεί πως η Ισπανία ήταν η μοναδική χώρα στην Ευρώπη, όπου η εν λόγω αγορά είχε φθάσει σε επίπεδα κερδοσκοπίας εφάμιλλα των ΗΠΑ. Με βάση μια πρόσφατη έρευνα, που δημοσιεύθηκε στους Financial Times στις 9 Ιούνη, πολλούς μήνες δηλαδή μετά το σκάσιμο της φούσκας κι αφότου είχε αρχίσει η προσγείωση στην πραγματικότητα, υπήρχαν ακόμη 690.000 έτοιμα προς πώληση σπίτια σε όλη τη χώρα των 46 εκ. κατοίκων, ενώ αν περιληφθούν και τα ημιτελή φθάνουν το 1 εκ.! Τα μέτρα στήριξης της αγοράς ύψους 11 δισ. ευρώ ανακοινώθηκαν το Νοέμβριο του 2008 (όπως μας υπενθύμισε η Wall Street Journal στις 17 Ιούνη) με ονομαστικό στόχο την μείωση της ανεργίας που άγγιζε τότε το υψηλό ποσοστό του 13,4%, μέσω της δημιουργίας 300.000 νέων θέσεων εργασίας. Ενάμισι χρόνο μετά βλέπουμε τι έχει συμβεί: Η ανεργία έχει αυξηθεί κατά 50%, πλήττοντας πάνω από το 20% των εργαζομένων και τα δημόσια οικονομικά εμφανίζουν μια μαύρη τρύπα πραγματικά πρωτοφανή. Η αιτία επομένως της απόκλισης δεν είναι η επούλωση του κοινωνικού ζητήματος, όπως μαρτυρά το γεγονός ότι αυτό οξύνθηκε με τις λύσεις που επιλέγηκαν. Αιτία του προβλήματος είναι ο ιδιωτικός τομέας που απορρόφησε τη βροχή των δισεκατομμυρίων χωρίς να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και παραμένοντας, επίσης, προβληματικός.

Ειδικότερα, η αιτία της αστάθειας της Ισπανίας επικεντρώνεται στον τραπεζικό της τομέα που δεν γεννά καμιά αισιοδοξία για τις σταθερές του βάσεις με αποτέλεσμα να βρίσκει κλειστές τις στρόφιγγες του διατραπεζικού δανεισμού και μόνο τον Μάιο να αντλήσει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα 85 δισ. ευρώ, που είναι το μεγαλύτερο ποσό το οποίο έχει ποτέ τραβηχτεί από την ΕΚΤ. Παρότι οι εργαζόμενοι της Ισπανίας πλήρωσαν όπως φάνηκε για αυτή την «διευκόλυνση», δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι για να αντλήσει το ένα τέταρτο αυτού του ποσού η Ελλάδα, ως την πρώτη δόση του δανείου με το οποίο αναχρηματοδοτήθηκαν τα δάνεια που έληγαν στις 18 Μαΐου, …μάτωσε. Οι όροι που της επιβλήθηκαν ισοδυναμούν με κοινωνική διάλυση, οικονομική καταστροφή και εθνική κατοχή!

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας της Ισπανίας είναι βαθιά διχασμένος φιλοξενώντας από την μια πλευρά, δύο από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης και του κόσμου, την Banco Santander και την BBVA, ενώ από την άλλη φιλοξενεί κι έναν παράλληλο τραπεζικό τομέα (όπως ακριβώς συμβαίνει στην Γερμανία με τις κρατιδιακές τράπεζες) βαθιά προβληματικό, που συγκεντρώνει ωστόσο το 50% της τραπεζικής δραστηριότητας. Είναι οι περίφημες cajas de ahorros ή απλά cajas, όπως αποκαλούνται οι 45 τράπεζες καταθέσεων, κάτι σαν το δικό μας Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο πριν διεκδικήσει κι αυτό μια θέση στην πρώτη εθνική του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Με 14.000 εργαζομένους και 2.300 υποκαταστήματα σε όλη την Ισπανία το βασικό τους χαρακτηριστικό είναι η ταύτισή τους με τις αυτόνομες περιοχές που έχουν την έδρά τους. Μόνο η Καταλονία διέθετε 10 τέτοιες τράπεζες.

Το καθεστώς αυτό όμως τείνει προς εξαφάνιση. Η λύση που έδωσε η κυβέρνηση στο πρόβλημα της υπερχρέωσης των μικρών αυτών τραπεζών ήταν οι συγχωνεύσεις και εξαγορές που άμεσα, μέχρι τις 30 Ιούνη οπότε λήγει το χρονικό περιθώριο των διαβουλεύσεων, θα οδηγήσουν τις 45 τράπεζες να γίνουν 22 και πολύ σύντομα 15, όπως τόνιζε η ισπανική εφημερίδα El Pais στις 29 Μαΐου, καθώς πολλές θα κλείσουν. Το πρόβλημα από την γιγάντωση του τραπεζικού τομέα δεν εξαντλείται στην αναπόφευκτη μείωση των θέσεων εργασίας κατά 20%, παρά τη σημασία που έχει αυτή η εξέλιξη σε μια χώρα όπου η ανεργία καταρρίπτει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Ούτε στην ζημιά που θα υποστεί το δημόσιο καθώς έσπευσε να καλύψει με ρευστό, ύψους 11 δισ. ευρώ, τις μαύρες τρύπες τους, σύμφωνα με την El Pais στις 16 Ιούνη, με αποτέλεσμα στην πράξη να έχει χρηματοδοτήσει την κατάργηση 2.800 θέσεων σχετικά σταθερής εργασίας! Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι εξαφανίζονται οι δυνατότητες υποστήριξης της τοπικής, περιφερειακής ανάπτυξης μέσω των κεφαλαίων που διέθεταν τα εν λόγω μικρά τραπεζικά ιδρύματα σε τοπικές προτεραιότητες, οι οποίες είναι δύσκολο έως αδύνατο να καλυφθούν με αμιγώς επιχειρηματικά κριτήρια από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με αποκλειστικό όφελος την μεγιστοποίηση των κερδών τους. Το αποτέλεσμα θα είναι η όξυνση των περιφερειακών αντιθέσεων καθώς τα κεφάλαια θα παραμένουν στο κέντρο ενώ η περιφέρεια θα μαραζώνει κι έτσι το χάσμα μεταξύ τους – αιτία χρόνιων και αιματηρών εντάσεων στην Ισπανία – θα διευρύνεται.

Μια πλευρά αυτών των συγκρούσεων μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και τοπικών εξουσιών διαπέρασε το σιδερένιο τείχος της ενημέρωσης στις 26 Μαΐου, με αφορμή την «εξέγερση των δημάρχων», όπως γρήγορα χαρακτηρίστηκε. Συγκεκριμένα η κυβέρνηση Θαπατέρο στο πλαίσιο των μέτρων λιτότητας επιχείρησε να απαγορεύσει στους 9.000 δημάρχους να προβαίνουν σε μακροχρόνιο δανεισμό για επενδύσεις στους δήμους τους, σε μια προσπάθεια μείωσης του δημόσιου χρέους και των κρατικών δαπανών. Το αποτέλεσμα μετά την «εξέγερση των δημάρχων» που ξεπέρασε τα πολιτικά στρατόπεδα αγκαλιάζοντας όλους τους κομματικούς χώρους, ήταν η κυβέρνηση να υποχωρήσει περιορίζοντας την χρονική ισχύ του διατάγματος σε ένα μόνο έτος, το 2011, που είναι χρονιά δημοτικών εκλογών. Να αναφερθεί πως κι αυτή η τεράστιας σημασίας μεταβολή, που στην ουσία θα αποστερούσε τα τοπικά κράτη από τη δυνατότητα δημιουργίας υποδομών και έργων τοπικού ενδιαφέροντος, επιβλήθηκε πάλι με βασιλικό διάταγμα, χωρίς δηλαδή να περάσει από την κοινοβουλευτική αντιπαράθεση. Η κυβέρνηση του Θαπατέρο κατέφυγε σε αυτή την ολιγαρχικής έμπνευσης οδό γιατί ήταν σίγουρη πως το μέτρο θα απορριπτόταν από την Βουλή. Άλλωστε μια μόλις μετά, στις 27 Μαΐου, ο νόμος για τη λιτότητα με στόχο την μείωση του ελλείμματος στο 6% το 2011, πέρασε από τη Βουλή με τη διαφορά μόλις μιας ψήφου, συγκεντρώνοντας 169 ψήφους έναντι 168.

Σε αυτό το πλαίσιο η ψήφιση από το κοινοβούλιο της Καταλονίας στις 8 Ιούνη ενός νόμου που ανοίγει την πόρτα για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με θέμα την ανεξαρτησία της αποκτά ξεχωριστή σημασία. Παρότι οι πιθανότητες υλοποίησης ενός τέτοιου δημοψηφίσματος είναι εξαιρετικά ισχνές, λόγω του ότι απαιτείται η έγκριση της κεντρικής κυβέρνησης, γίνεται εμφανές ότι η πολιτική λιτότητας και άγριων περικοπών πλήττει την εθνική συνοχή οξύνοντας τις φυγόκεντρες τάσεις. Η ίδια δυναμική της νεοφιλελεύθερης λιτότητας άλλωστε έβαλε φωτιά στις περιφερειακές αντιθέσεις και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως στην Ιταλία και πιο πρόσφατα στο Βέλγιο, σε σημείο τέτοιο ώστε να απειλείται ευθέως η συνοχή αυτών των κρατών.

Πλημμύρισε στους δρόμους η οργή κατά των τραπεζών (Επίκαιρα, 6-12/5/2010)

Στις περισσότερες μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ ο φετινός εορτασμός της Πρωτομαγιάς είχε ως αίτημα την ακύρωση του ρατσιστικού, αντι-προσφυγικού νόμου που ψηφίσθηκε στην πολιτεία της Αριζόνας. Περισσότεροι από 50.000 διαδηλωτές στο Λος Άτζελες κι από 20.000 στο Σικάγο και το Ντάλας, για να αναφέρουμε 3 μόνο από τις 70 πόλεις όπου εορτάστηκε η Πρωτομαγιά, απαίτησαν από τον ίδιο τον Ομπάμα να παρέμβει κηρύσσοντας αντι-συνταγματικό το σχετικό νόμο.

Στο Μανχάταν όμως ο παλμός χτυπούσε αλλού…

Περισσότεροι από 10.000 διαδηλωτές, κατόπιν έκκλησης του μεγαλύτερου εργατικού συνδικάτου των ΗΠΑ της AFL-CIO, κατέκλυσαν το κέντρο της πόλης φωνάζοντας συνθήματα εναντίον των τραπεζών. Λίγη ώρα δε πριν, κατά τρόπο ασυνήθιστο για τις ΗΠΑ και υπό την πλήρη ανοχή της αστυνομίας, εκατοντάδες διαδηλωτές κατέλαβαν τις εισόδους των πολυτελών γραφείων χρηματοπιστωτικών ομίλων όπως η JP Morgan. Ο γνωστός ταύρος, που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Γουόλ Στριτ και Μπρόουντ, αυτή τη φορά δεν παρέπεμπε στη ρώμη των χρηματιστηριακών αγορών, αλλά ήταν το ραντεβού των διαδηλωτών και το σημείο από το οποίο μίλησε ο ηγέτης του εργατικού συνδικάτου, Ρίτσαρντ Τούμκα. «Η ζωή μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επιβίωσή μας. Κι όλοι μας πληρώνουμε το τίμημα για εκείνους που η απληστία τους δεν είχε όρια. Περισσότερες από 8,5 εκατ. χαμένες θέσεις εργασίας – αυτό είναι το τίμημα της απληστίας, αυτό είναι το πραγματικό κόστος των μπόνους των τραπεζιτών, των ιδιωτικών τζετ και του κάθε λογής κόλπου όπως αυτού που προκάλεσε τα προβλήματα στην Goldman Sachs την προηγούμενη εβδομάδα».

Οι οξείς χαρακτηρισμοί του εργατικού ηγέτη δεν ακούστηκαν τόσο ανοίκεια στα αυτιά των συγκεντρωμένων, ούτε της πολιτικής και οικονομικής ελίτ των ΗΠΑ. Η οργή κατά των τραπεζιτών ενάμισι χρόνο μετά τα μέσα του Σεπτέμβρη του 2008, όταν η κρίση έφθασε στο αποκορύφωμά της, συνεχίζεται αμείωτη και γνωρίζει νέα ρεκόρ λόγω της ακόλουθης παράδοξης κατάστασης που έχει δημιουργηθεί: Οι τράπεζες, χάρη των αφειδώλευτων κρατικών χρηματοδοτήσεων ύψους 800 δισ. δολ., τελικά σώθηκαν, με αδιάψευστο μάρτυρα τα κέρδη που ανακοίνωσε η Goldman Sachs για το πρώτο τρίμηνο του 2010 τα οποία έφθασαν το εξωφρενικό ποσό των 3,46 δισ. δολ., την ίδια στιγμή που η ανεργία καταρρίπτει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, ξεπερνώντας για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες το 10%! Την ίδια στιγμή οι επίσημες αποκαλύψεις για τα όργια του τραπεζικού τραστ συνεχίζονται αμείωτες και παρόλα αυτά η πολιτική ηγεσία κάνει τη μια υπαναχώρηση μετά την άλλη στην προσπάθειά της να ρυθμίσει την ασύδοτη, κι όχι απλώς ανεξέλεγκτη, χρηματοπιστωτική αγορά.

Το κατ’ εξοχήν πεδίο όπου διαδραματίζονται οι σοβαρότερες και πιο αποκαλυπτικές συγκρούσεις γύρω από τα έργα και τις ημέρες των τραπεζών είναι εδώ και λίγες εβδομάδες τα κοινοβουλευτικά σώματα των ΗΠΑ, κι ειδικότερα η Γερουσία κι οι επιτροπές της όπου διεξάγονται παράλληλα δύο μαραθώνιες συζητήσεις. Η πρώτη αφορά την ψήφιση ενός νόμου που θα διασπά τους γιγαντιαίους χρηματοπιστωτικούς ομίλους διαχωρίζοντας το τμήμα της λιανικής από την επενδυτική τραπεζική. Στο επίκεντρο αυτής της διαμάχης βρίσκονται όλοι εκείνοι οι όμιλοι που αποδείχθηκαν «υπερβολικά μεγάλοι για να χρεοκοπήσουν», υπό την έννοια ότι μια πιθανή κατάρρευσή τους θα έθετε σε κίνδυνο όλη την οικονομία των ΗΠΑ. Έτσι προκρίθηκε η επιχορήγησή τους από το κράτος, δηλαδή τους αμερικανούς φορολογούμενους που οδήγησε το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 12,7% του ΑΕΠ. Περιττό να ειπωθεί ότι μακρύ χέρι του σκιώδους τραπεζικού τομέα που φέρει τεράστιο μερίδιο ευθύνης για το ξέσπασμα της κρίσης, είναι οι Ρεπουμπλικάνοι οι οποίοι μπλοκάρουν συνεχώς την ψήφιση του νόμου στη Γερουσία, αξιοποιώντας το γεγονός ότι οι Δημοκρατικοί δεν έχουν τις 60 ψήφους που απαιτούνται. Αυτή είναι η πρώτη νομοθετική μάχη που διεξάγεται.

Η δεύτερη, πολύ πιο εντυπωσιακή, μάχη διεξάγεται σε μια ανακριτική επιτροπή του Κογκρέσου, όπου πρώην και νυν στελέχη του κολοσσού της Goldman Sachs εξετάζονται για να αποκαλυφθεί η ανάμιξή τους σε μια περίπτωση κραυγαλέας εξαπάτησης του επενδυτικού κοινού. Ειδικότερα αφορούσε την συμμετοχή της τράπεζας σε ένα επενδυτικό προϊόν υψηλού κινδύνου ονόματι Abacus που πόνταρε στη χρεοκοπία άλλων προϊόντων της κτηματικής αγοράς που είχε η ίδια τράπεζα ήδη εκδώσει! Κάτι που για… εντελώς ανεξήγητους και πάνω απ’ όλα τυχαίους λόγους τελικά συνέβη, ζημιώνοντας τους πελάτες της κατά 1 δισ. δολ. κι αυξάνοντας τα κέρδη της τράπεζας κατά 15 – 20 εκ. δολ. Στη συνέχεια, όταν έπρεπε για την ακρίβεια να πληρώσει κι η ολλανδική τράπεζα ABN Amro 841 εκ. δολ. για το στοίχημα που είχε χάσει, τα κέρδη της Goldman Sachs εκτοξεύτηκαν! «Έχετε ευθύνη να αποκαλύψετε στον πελάτη ότι χειρίζεστε ένα αντίθετο συμφέρον από το δικό του;», ρώτησε ένας δημοκρατικός Γερουσιαστής το στέλεχος της Goldman Sachs που είχε την ευθύνη για τα κτηματικά δάνεια. Κι η απάντησή του, μνημείο του εγγενούς χαρακτήρα που έχει η σύγκρουση συμφέροντος, ήταν: «Δεν αποτελεί ευθύνη ενός διαμορφωτή της αγοράς»!

Εξ ίσου σοβαρές ευθύνες με τους χρηματοπιστωτικούς κολοσσούς για την κατάρρευση της αγοράς κτηματικών δανείων του 2007 μοιράζονται και οι οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, που βάλλονται πανταχόθεν – με εξαίρεση φυσικά την Ελλάδα, όπου κανένας κυβερνητικός δεν τολμάει να φέρει στην επιφάνεια τα όργια στα οποία έχουν επιδοθεί οι εταιρείες Standard & Poor’s, Moody’s και Fitch λες και φοβάται πως η Ελλάδα χάσει την… εύνοιά τους. Η δημόσια κατακραυγή εναντίον των «τριών μεγάλων» όπως συχνά αποκαλούνται πηγάζει από τις αυθαίρετες αξιολογήσεις τους με την υψηλότερη δυνατή βαθμολογία επενδυτικών προϊόντων που στη συνέχεια κατέρρευσαν σαν χάρτινοι πύργοι. Το 93% των δομημένων προϊόντων που είχαν βαθμολογήσει με ΑΑΑ το 2006, αποκάλυψε ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν από τη στήλη του στους New York Times την προηγούμενη εβδομάδα, σήμερα έχουν υποβαθμιστεί στην κατηγορία των σκουπιδιών! Αυτή είναι η σοβαρότητα των οίκων αξιολόγησης που κρεμόμαστε από τα χείλη τους…

Παρόλα αυτά θα ήταν υπερβολικά απλουστευτικό ένα σχήμα που θα είχε από την μια τους κακούς κερδοσκόπους κι από την άλλη την κυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα η οποία πασχίζει δήθεν να βάλει τάξη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Κι αυτό γιατί οι ευθύνες του Λευκού Οίκου για το πάρτι που συνεχίζεται στη Γουόλ Στριτ είναι τεράστιες. Όπως δε συνέβη και με την μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, που η οργή της Δεξιάς από την ψήφισή του δεν έκρυψε την απογοήτευση όσων είχαν πιστέψει τις προεκλογικές του εξαγγελίες για καθολική υγειονομική κάλυψη, έτσι και με την αναμενόμενη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, η Αριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος νιώθει ακόμη μια φορά… απογοητευμένη. Μάρτυρας όχι μόνο το συνδικάτο της AFL–CIO που διαδήλωνε ενάντια στις τράπεζες αλλά ακόμη και διανοούμενοι όπως ο Νόαμ Τσόμσκι, ο οποίος σε πρόσφατη ομιλία του με αφορμή μια ακόμη βράβευση του, περιέγραψε με τα ακόλουθα λόγια την… πύρινη σχέση του αμερικανού προέδρου με τη Γουόλ Στριτ: «Η χρηματοπιστωτική βιομηχανία προτίμησε τον Ομπάμα από τον Μακ Κέιν. Περίμεναν να ανταμειφθούν και ανταμείφθηκαν. Τότε ο Ομπάμα άρχισε να επικρίνει τους άπληστους τραπεζίτες και πρότεινε μέτρα ρύθμισης. Η τιμωρία γι’ αυτό ήταν ταχύτατη. Έστρεψαν το χρήμα τους στους Ρεπουμπλικάνους. Έτσι ο Ομπάμα είπε στους τραπεζίτες, “εντάξει παιδιά” και διαβεβαίωσε τον επιχειρηματικό κόσμο: “Εγώ, όπως κι οι περισσότεροι Αμερικάνοι, δεν εχθρευόμαστε την επιτυχία των ανθρώπων ή τον πλούτο. Είναι μέρος του συστήματος της ελεύθερης αγοράς”. Οι άνθρωποι το είδαν αυτό και δυσφόρησαν», ήταν τα λόγια του Τσόμσκι.

Οπότε, αν και την επόμενη Πρωτομαγιά κι αφού μάλιστα θα έχει ψηφισθεί ο επίμαχος νόμος για τη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, η AFL-CIO διαδηλώνει πάλι μεταξύ Γουόλ Στριτ και Μπρόουντ, ας μην παραξενευτούμε…

Τα 3 Α της τριπλής αποτυχίας (Διπλωματία, 12/2009)

ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΠΙΣΤΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ

MOODY’S, STANDARD & POOR’S ΚΑΙ FITCH ΔΕ… ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΟΜΙΛΟΥΝ

Μπορεί στην Ελλάδα και σε μια σειρά άλλες χώρες, τα δημόσια οικονομικά των οποίων είναι στην κόψη του ξυραφιού, να κρεμόμαστε από τα χείλη των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, στις ΗΠΑ όμως δέχονται σφοδρότατη κριτική λόγω των τεράστιων ευθυνών τους στο ξέσπασμα της τρέχουσας οικονομικής κρίσης.

Πρόσφατα, το αμερικανικό περιοδικό TIME δημοσίευσε μια λίστα με τους 25 βασικότερους υπαίτιους της οικονομικής κρίσης. Μεταξύ αυτών ήταν οι δύο τελευταίοι πρόεδροι των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον και Τζορτζ Μπους, ο πρωθυπουργός της Κίνας, Γουέν Γιαμπάο, ο πρώην διοικητής της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Άλαν Γκρίνσπαν, γνωστός κι ως «μάγος» την εποχή της παντοδυναμίας του, ο πρωθυπουργός και κεντρικός τραπεζίτης της Ισλανδίας, Ντέιβιντ Όντσον, ο υπουργός Οικονομικών του Μπους και διευθυντής της Goldman Sachs πριν εγκαταλείψει τις δάφνες του ιδιωτικού τομέα για να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον, Χανκ Πόλσον, και μία γυναίκα, η Κάθλιν Κόρμπετ, επικεφαλής της εταιρείας αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας, Standard & Poor’s ή S&P στη ζαργκόν δημοσιογράφων, επιχειρηματικού κόσμου και οικονομολόγων.

Η S&P, θυγατρική της McGraw Hill, μαζί με την Fitch Ratings, θυγατρική της Fimalac και την Moody’s Investors Service, οι «3 μεγάλες» όπως συχνά αποκαλούνται ελέγχουν τουλάχιστον το 85% της αγοράς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Από τον αυστηρότατο έλεγχό τους περνούν ή θα έπρεπε τουλάχιστον να περνούν όλα τα ομόλογα που εκδίδει ο ιδιωτικός και δημόσιος τομέας, συμπεριλαμβανομένης της πιο μικρής επιχείρησης και του πιο ισχυρού κράτους από την μια άκρη της γης μέχρι την άλλη, με σκοπό να βαθμολογήσουν το αξιόχρεό τους και να καθοδηγήσουν τους επενδυτές. Η τρομακτική δύναμή τους έγινε αντιληπτή πρόσφατα στην Ελλάδα, στις 7 Δεκέμβρη συγκεκριμένα, όταν μια απλή υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού δημοσίου από «Α–» (που είχε δοθεί πάλι κατόπιν υποβάθμισης στις 22 Οκτώβρη) σε «ΒΒΒ+» από τον οίκο Fitch στάθηκε αρκετή για να προκαλέσει ένα τσουνάμι διεθνών αντιδράσεων και, κυρίως,  κινδυνολογίας σε σημείο που να συζητιέται ακόμη κι από σοβαρά κατά τ’ άλλα έντυπα το ενδεχόμενο κήρυξης χρεοστασίου, όπως πριν μια δεκαετία είχε πράξει, για παράδειγμα, η Αργεντινή.

Αρχικά, πρέπει να τονιστεί, ότι κάθε τέτοια αξιολόγηση συνοδεύεται από… δάκρυα και αίμα. Μένοντας στα κρατικά ομόλογα, αποφάσεις υποβάθμισης των διεθνών οίκων αξιολόγησης συνεπάγονται αυτόματα μια άνοδο του επιτοκίου που πρέπει να πληρώνει το κάθε κράτος για να συγκεντρώσει τα ποσά που χρειάζεται και να καλύψει τις δανειακές του ανάγκες. Αυτό με τη σειρά του συνεπάγεται αφαίμαξη του κρατικού προϋπολογισμού, με αποτέλεσμα όλο και περισσότερα δημόσια έσοδα να κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, στην περίπτωση εκείνη που οι αξιολογήσεις είναι αρνητικές, αντί για συντάξεις. Ειδικότερα για την χώρα μας, με κάθε 1 μονάδα που αυξάνεται η διαφορά των επιτοκίων μεταξύ των γερμανικών και των ελληνικών ομολόγων (το spread, όπως λέγεται στα… ελληνικά) τα δημόσια ταμεία επιβαρύνονται με το μυθικό ποσό των 900 εκ. ευρώ!

Το ερώτημα επομένως που αβίαστα προκύπτει αφορά την αξιοπιστία που διαθέτουν οι «3 μεγάλες» για να επιτελούν αυτό το τεράστιας οικονομικής και πολιτικής (αν σκεφτούμε τις παρενέργειες) σημασίας έργο. Κι η απάντηση είναι πως η ανώτερη και πιο σίγουρη βαθμολογία τους, το «ΑΑΑ» αφορά πριν απ’ όλα την παταγώδη αποτυχία και των τριών εταιρειών να επιτελέσουν με αξιοπιστία και αντικειμενικότητα το έργο που έχουν αναλάβει!

Η διεθνής οργή για το ρόλο των «3 μεγάλων» βγήκε στην επιφάνεια με αφορμή τις ευθύνες που επωμίστηκαν για το ξέσπασμα της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, που ως σημείο αφετηρίας είχε τα υποβαθμισμένα στεγαστικά δάνεια στην αμερικανική κτηματική αγορά. Οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην πρωτοφανή κερδοσκοπία που προηγήθηκε του σκασίματος της φούσκας γιατί αυτές οι εταιρείες βάφτιζαν τα σκουπίδια… χρυσάφι. Συγκεκριμένα εν χορώ και οι τρεις εταιρείες έδωσαν πολλές φορές την υψηλότερη δυνατή βαθμολογία στα τιτλοποιημένα δάνεια που κυκλοφορούσαν από τράπεζα σε τράπεζα ως ενέχυρο, τα οποία στη συνέχεια, όταν αποδείχθηκαν ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια του ευρύτερου πιστωτικού συστήματος, αποκαλέστηκαν «τοξικά». Πριν ο θησαυρός όμως αποδειχθεί άνθρακας, τιτλοποιημένα δάνεια υπό την μορφή δομημένων ομολόγων, με την ανώτερη δυνατή αξιολόγηση των εταιρειών αυτών είχαν αποκτήσει την έξωθεν καλή μαρτυρία για να εισέλθουν στα πιο συντηρητικά χαρτοφυλάκια, που μη έχοντας δικούς τους μηχανισμούς ελέγχου του αξιόχρεου για κάθε ένα από τα χιλιάδες ομόλογα που κυκλοφορούν στην αγορά, εμπιστεύονταν τυφλά την Moody’s, την S&P και την Fitch, που τώρα με ύφος αδέκαστου κριτή ρίχνουν στα Τάρταρα την ελληνική οικονομία.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα στην αμερικανική αγορά να υπάρχει κατακλυσμός μηνύσεων από συνταξιοδοτικά ταμεία που όταν εμπιστεύτηκαν την κρίση τους ζημιώθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Για παράδειγμα, ο γενικός εισαγγελέας του Οχάιο, λόγω του ότι το συνταξιοδοτικό ταμείο της αμερικανικής Πολιτείας έχασε 500 εκ. δολ. ακολουθώντας τις οδηγίες των «3 μεγάλων» τους άσκησε δίωξη κατηγορώντας τις πως «προκάλεσαν καταστροφή στις αμερικανικές αγορές παρέχοντας αδικαιολόγητες και υψηλές αξιολογήσεις για τα ομόλογα που καλύπτονταν από στεγαστικά δάνεια με αντάλλαγμα επικερδέστατες χρεώσεις στους εκδότες των ομολόγων»! Το κατηγορητήριο καταπέλτης συνεχίζει με τα ακόλουθα: «Οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας έπαιξαν κεντρικό ρόλο στη χειρότερη οικονομική κρίση που προκλήθηκε στο Οχάιο μετά τη Μεγάλη Ύφεση του 1930. Οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας διαβεβαίωσαν τα συνταξιοδοτικά ταμεία των υπαλλήλων μας ότι πολλά απ’ αυτά τα ομόλογα διέθεταν την υψηλότερη αξιολόγηση και τον χαμηλότερο κίνδυνο. Ωστόσο πούλησαν την επαγγελματική τους αντικειμενικότητα και ακεραιότητα στον μεγαλύτερο πλειοδότη»!

Το δεύτερο παράδειγμα δικαστικής προσφυγής εναντίον των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας προέρχεται από το Calpers, το συνταξιοδοτικό ταμείο των δημοσίων υπαλλήλων της Καλιφόρνιας, που καλύπτει 1,6 εργαζόμενους. Ένα ταμείο με ενεργητικό (που θα ζήλευαν πολλά κράτη) ύψους 180 δισ. δολ. το οποίο λόγω των συμβουλών της Moody’s το 2006 να επενδύσει σε 3 συγκεκριμένα δομημένα ομόλογα που κατέρρευσαν τη διετία 2007 – 2008 ζημιώθηκε στο τέλος του 2008 πάνω από 1 δισ. δολ. Στο κατηγορητήριο υπάρχουν πραγματικά διαμάντια. Επισυνάπτεται για παράδειγμα εσωτερική ηλεκτρονική αλληλογραφία υπαλλήλων της αξιολογικής εταιρείας στο οποίο αναφέρεται ότι «από τους βαθμούς που δίνουν δεν αξίζουν ούτε οι μισοί»! Σε άλλο μήνυμα υπάλληλος της εταιρείας κάνοντας πλάκα με αυτά που είχαν δει τα μάτια του εύχεται απευθυνόμενος σε άλλον: «ας ελπίσουμε όλοι να είμαστε πλούσιοι και συνταξιοδοτημένοι όταν θα καταρρεύσει αυτός ο πύργος από τραπουλόχαρτα»! Τα δύο παραπάνω παραδείγματα δεν είναι και τα μοναδικά. Δικαστικές προσφυγές εναντίον των εταιρειών αξιολόγησης είναι σε εξέλιξη επίσης από το συνταξιοδοτικό ταμείο των εργαζομένων στην Ινδιάνα, από τον γενικό εισαγγελέα του Κονέκτικατ, κ.α.

Παρόλα αυτά το φαινόμενο δεν είναι και τόσο καινούργιο. Η πρώτη φορά που οι εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας εκτέθηκαν ανεπανόρθωτα ήταν με την κατάρρευση του αμερικανικού ενεργειακού γίγαντα της Enron, το 2002. Τότε μαζί με τις «3 μεγάλες» σήμανε το τέλος της αθωότητας και των λοστικοελεγκτικων εταιρειών που επί χρόνια έβρισκαν τα λογιστικά βιβλία και τον ισολογισμό της Enron αψεγάδιαστο. Όπως και τώρα έτσι και τότε πολλοί πιστωτές κατέφυγαν στη δικαιοσύνη. Ομοσπονδιακό δικαστήριο όμως έριξε στα μαλακά τις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας δεχόμενο την υπερασπιστική τους γραμμή ότι κι αυτές εξαπατήθηκαν από την Enron. Επίσης τους αναγνώρισε ένα ελαφρυντικό: ότι όπως κι ο Τύπος λειτουργούν συμβουλευτικά και τίποτε παραπάνω!

Επιστρέφοντας στις πρόσφατες αποκαλύψεις, πίσω από την εκτεταμένη επιχείρηση παραπλάνησης των επενδυτών φάνηκε ότι υπήρχαν δύο αιτίες που συνιστούσαν θεμελιακή σύγκρουση συμφέροντος. Η πρώτη αιτία σχετίζεται με το γεγονός ότι οι εν λόγω εταιρείες πληρώνονταν από αυτούς που εξέδιδαν τα ομόλογα. Κι ως γνωστό ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Η δεύτερη αιτία σχετίζεται με την υπέρβαση των εργασιών αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας και την επέκταση των δραστηριοτήτων τους ακόμη και σε επαγγελματικές δραστηριότητες δημιουργίας επενδυτικών προϊόντων. Κι όπως ο καθένας μπορεί να φανταστεί αυτά ακριβώς τα προϊόντα τα βαθμολογούσαν στη συνέχεια με την καλύτερη δυνατή βαθμολογία. Αυτές ακριβώς οι αιτίες είναι που οδήγησαν τις «3 μεγάλες» ακόμη και μια μέρα πριν την κατάρρευση της Lehman Brothers, στις 13 Σεπτέμβρη 2008, να την βαθμολογούν με «Α», «Α2» και «Α+». Εξ ίσου γενναιόδωρες ήταν οι Standard & Poor’s, η Fitch κι η Moody’s απέναντι σε όλους τους κολοσσιαίους χρηματοπιστωτικούς ομίλους που βρέθηκαν πέρυσι στο μάτι του κυκλώνα κι οδηγήθηκαν στη χρεοκοπία: AIG, Bear Sterns, Merrill Lynch. Η μια είχε καλύτερη βαθμολογία από την άλλη, που θα τη ζήλευαν το ομόλογα του ελληνικού ή του ισπανικού δημοσίου που δέχονται συνεχείς υποβαθμίσεις… Το πόσο διαβλητή κι αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης τελικά ήταν η διαδικασία αξιολόγησης είχε φανεί κι από τα παζάρια που γίνονταν πέρυσι το φθινόπωρο στο απόγειο της κρίσης μεταξύ του αμερικανικού δημοσίου, των «3 μεγάλων» και των υπό πτώχευση εταιρειών για τους ρυθμούς που θα ακολουθήσει η υποβάθμιση των ομολόγων των υπό πτώχευση εταιρειών ώστε να μην πάρουν ανεξέλεγκτο χαρακτήρα και ρυθμούς χιονοστιβάδας οι αρνητικές συνέπειες από τα συνεχή «κανόνια».

Το τι διακυβευόταν από κάθε συμφωνία αναφέρθηκε καθαρά στους New York Times στις 15 Ιουλίου 2009 σε ρεπορτάζ σχετικά με τα δομημένα ομόλογα που έσκασαν στα χέρια των συνταξιούχων της Καλιφόρνιας: «Το αντίτιμο που λάβαιναν οι εταιρείες αξιολόγησης για να συμβάλουν στην δημιουργία αυτών των επενδυτικών προϊόντων κυμαίνονταν από 300.000 μέχρι 500.000 κι έφθαναν μέχρι το 1 εκ. για κάθε συμφωνία». Πως η Moody’s ακόμη και μετά την υποβάθμιση πολλών δομημένων ομολόγων της να μην εκδίδει έκθεση με τον ακόλουθο τίτλο, που πέρασε στην ιστορία: «Δομημένα επενδυτικά οχήματα: Μια όαση ηρεμίας στη δίνη των υποβαθμισμένων κτηματικών δανείων»!

Η σύγκρουση συμφέροντος των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας περιγράφηκε με πολύ παραστατικό τρόπο από το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel στις 5 Ιούνη: «Οι “3 μεγάλες” μπορούν να παρομοιαστούν με γεροντοφρικιά μέσα σε μια ομάδα δασκάλων που παίρνουν το τσιγαρλίκι τους από τους μαθητές τους κι όταν φθάνει η κατάσταση ευφορίας τούς ανταμείβουν με την καλύτερη βαθμολογία»! Οι New York Times το έθεταν πιο ευγενικά στις 9 Δεκέμβρη: «είναι σαν ένα εστιατόριο να πληρώνει τον κριτικό για να αξιολογήσει τα πιάτα του μόνο αν η ετυμηγορία του αποδεικνύεται ιδιαίτερα ευνοϊκή».

Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να λάβει αυστηρά μέτρα που θα συμπεριλαμβάνονται στο πακέτο των προτάσεων ρύθμισης της χρηματοπιστωτικής αγοράς, για να μην επαναληφθούν τα λάθη που οδήγησαν σ’ αυτή την κρίση. Σ’ αυτό το πλαίσιο για παράδειγμα συζητιέται η εκ βάθρων αναθεώρηση του τρόπου πληρωμής τους ώστε στο εξής η αμοιβή να μην προέρχεται από τους εκδότες, αλλά από τους επενδυτές. Οι υπόλογοι (Standard & Poor’s, Fitch και Moody’s) συναινούν στην ανάγκη αλλαγής του ρυθμιστικού πλαισίου, αναγνωρίζοντας τις ευθύνες τους. Στην από δω μεριά του Ατλαντικού, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έλαβε από τον Μάιο μια σειρά αποφάσεων που εισάγει αυστηρότερα κριτήρια για την λειτουργία των εταιρειών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας στο έδαφος των 27 κρατών μελών της ΕΕ.

Ακόμη κι έτσι όμως παραμένει το ερώτημα για την σκοπιμότητα αξιολόγησης των κρατών με κριτήρια και μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τις επιχειρήσεις. Γεννάται επίσης το ερώτημα για το πόσο ανεξάρτητη και πραγματικά αδιάβλητη μπορεί να είναι μια διαδικασία τόσο ευαίσθητη όταν βρίσκεται στα χέρια του ιδιωτικού τομέα όπου μέτρο των πάντων είναι η κερδοφορία. Δεν φανταζόμαστε για παράδειγμα για ποιον άλλο λόγο πέρα από το να αποκομίσει νέα κέρδη μπορεί να απέκτησε το 19% των μετοχών της Moody’s η εταιρεία Berkshire Hethaway του Ουόρεν Μπάφετ, γνωστού κι ως Μίδα; Μήπως επομένως το σημαντικότερο συμπέρασμα που πρέπει να εξαχθεί από την πρόσφατη κρίση είναι πως ορισμένες νευραλγικού χαρακτήρα για το οικονομικό σύστημα δραστηριότητες αξιολόγησης (όπως επίσης κι ο έλεγχος των ανωνύμων εταιρειών που μέχρι πριν 20 χρόνια στην Ελλάδα ασκούταν αποκλειστικά και μόνο από το κράτος) πρέπει να ασκούνται στο εξής από τον δημόσιο τομέα;

Αρέσει σε %d bloggers: