Facebook και Twitter λογόκριναν τον Τραμπ για να σώσουν το τομάρι τους και τις 26 πιο …βρόμικες λέξεις του κόσμου

Η απόφαση των δύο μεγαλύτερων ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης να αναστείλουν τους λογαριασμούς του αμερικανού προέδρου, μετά την εισβολή των οπαδών του στο Καπιτώλιο, εκ πρώτης όψεως έβριθε ηθικών διλημμάτων που δεν απαντώνται εύκολα για τα όρια της ελευθερίας του λόγου και κραυγαλέων αντιφάσεων που προκαλούν γέλιο. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές: αν κρίθηκε αναγκαία η ακύρωση της πρόσβασης στο Twitter του αμερικανού προέδρου για να αποτραπεί μια νέα αιματοχυσία, γιατί θεωρήθηκε αδιάφορη η συνέχιση της διατήρησης εκ μέρους του των κωδικών του αμερικανικού πυρηνικού οπλοστασίου; Το Twitter είναι πιο επικίνδυνο από τα πυρηνικά;

Η επιλογή του facebook και του Twitter πολύ λίγο έχει να κάνει με όσα συγκλονιστικά συνέβησαν στις 6 Ιανουαρίου, όταν οι ακροδεξιοί οπαδοί του Τραμπ εισέβαλαν στο Καπιτώλιο. Κυρίως σχετίζονται με τη μάχη επιβίωσης που δίνουν οι κολοσσοί του διαδικτύου. Και σε αυτή την μάχη όσα είχε να τους προσφέρει η συμπόρευσή τους με τον Τραμπ τους τα προσέφερε από το 2017 που εγκαταστάθηκε στον Λευκό Οίκο μέχρι τώρα, που αναχωρεί. Στο εξής, αν κάποιος μπορεί να τους εξασφαλίσει μια ακόμη ξέγνοιαστη τετραετία, ή τουλάχιστον την αποφυγή των χειρότερων, είναι η εύνοια των Δημοκρατικών και του Τζον Μπάιντεν. Σε αυτήν ακριβώς την εύνοια αποσκοπούσε η απόφαση αναστολής των λογαριασμών του απερχόμενου προέδρου! Ήταν ένα δώρο στους Δημοκρατικούς κι έτσι ακριβώς το περιέγραψε ο ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Μαρκ Ρούμπιο μιλώντας στο Fox News την Κυριακή 10/1: «Είναι πολύ κυνικό… Ο λόγος που αυτοί οι τύποι το κάνουν είναι επειδή οι Δημοκρατικοί πρόκειται  να πάρουν την εξουσία και το βλέπουν σαν έναν τρόπο να πάνε με το πλευρό τους για να αποφύγουν οποιουσδήποτε περιορισμούς ή κάθε είδους νόμους που θα περάσουν για να να τους πλήξουν»

Τα χειρότερα για το ολιγοπώλιο του Διαδικτύου τα περιέγραψε η γερμανίδα καγκελάριος και στη συνέχεια ο εκπρόσωπός της στην ασυνήθιστα ωμή και αναπάντεχη δήλωση της ενάντια στην λογοκρισία του αμερικανού προέδρου. Η Άνγκελα Μέρκελ με την ίδια σαφήνεια που αποδοκίμασε την αναστολή των λογαριασμών του Τραμπ χαρακτηρίζοντας την ως «προβληματική» παραβίαση «θεμελιώδους δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου», ζήτησε από τις ΗΠΑ να αναπαράγουν το παράδειγμα της Γερμανίας στην ψήφιση και εφαρμογή νόμων που απαγορεύουν την υποκίνηση σε βία. Οι ΗΠΑ μέχρι στιγμής έχουν αναθέσει την υποχρέωση στις ίδιες τις πλατφόρμες. Κι αυτή η απόκλιση αποτελεί μια θεμελιώδη διαφορά στην προσέγγιση του ίντερνετ μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ.

Προς αποφυγή παρανοήσεων λοιπόν, η Μέρκελ δε ζήτησε να μην υφίσταται λογοκρισία στο ίντερνετ. Ζήτησε την λογοκρισία να την ασκεί το κράτος, μέσω νόμων, κι όχι οι κολοσσοί του διαδικτύου επικαλούμενοι τους όρους χρήσης των υπηρεσιών τους.

Ο εκπρόσωπος Τύπου της Μέρκελ, Στέφεν Σάιμπερτ, επικαλέστηκε νόμο που τέθηκε σε ισχύ το 2018 βάσει του οποίου τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης υποχρεούνται να αποσύρουν παράνομο υλικό που έχει αναρτηθεί στην πλατφόρμα τους εντός 24 ωρών, από τη στιγμή που θα τους γίνει η γνωστοποίηση. Αλλιώς αντιμετωπίζουν πρόστιμο που μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 50 εκ. ευρώ! Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και ο γάλλος υπουργός Οικονομικών, Μπρούνο Λε Μερ ο οποίος ναι μεν χαρακτήρισε σαν αναρμόδια την «ψηφιακή ολιγαρχία» να επιβάλλει λογοκρισία και να αποφασίσει ποιος δικαιούται να …ομιλεί, προκειμένου όμως να εκχωρήσει αυτό το δικαίωμα στο κράτος: «Η ρύθμιση της ψηφιακή αρένας είναι θέμα του κυρίαρχου λαού, των κυβερνήσεων και της δικαιοσύνης» ήταν τα λόγια του. Για το κατά πόσο δε, εννοεί την εξουσία του κυρίαρχου λαού, αρκεί να θυμηθούμε τη βαρβαρότητα της γαλλικής αστυνομίας εναντίον των Κίτρινων Γιλέκων…

Η διαμάχη για το «ποιος θα ρυθμίσει το ίντερνετ» δεν διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού, όσο κι αν μετά την εφαρμογή του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία των Δεδομένων (GDPR) στην Ευρώπη έλαβε αυτή την μορφή. Γενικευμένες είναι και οι αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, εδώ και χρόνια μάλιστα. Η σύγκρουση συμπυκνώνεται στην παράγραφο 230 του νόμου για τις τηλεπικοινωνίες, που ψηφίστηκε το 1996, κι αποτελεί μήλο της έριδας. Πρόκειται για 26 λέξεις – κορυφαίο παράδειγμα  διαμορφωτικού κι όχι αποτυπωτικού δικαίου – επάνω στις οποίες στηρίχθηκε η μετέπειτα ιδιωτικοποίηση του ίντερνετ και η γιγάντωση των εταιρειών που έχουν δώσει στο ίντερνετ τη σημερινή εμπορευματοποιημένη και αποχαυνωτική μορφή του. Αναφέρουν κατά λέξη: «Κανένας πάροχος ή χρήστης μιας διαδραστικής υπηρεσίας υπολογιστών δεν θα αντιμετωπιστεί ως εκδότης ή ομιλητής οποιασδήποτε πληροφορίας παρέχεται από από έναν άλλον πάροχο πληροφοριακού περιεχομένου».

Κοινώς, οι πλατφόρμες δε φέρουν καμία ευθύνη για ό,τι δημοσιεύουν οι χρήστες. Αντίθετα με τους εκδότες εφημερίδων ακόμη και βιβλίων που είναι υπόλογοι για ό,τι γράψει καθένας και καθεμία στις σελίδες τους, οι ιδιοκτήτες των πλατφορμών δε φέρουν καμία ευθύνη. Επάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση άνθισαν τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης μιας κι ο καθένας μπορούσε να διατυπώνει όχι μόνο την άποψή του, αλλά το …μακρύ του και το κοντό του. Μάλιστα όσο πιο τερατώδης ήταν μια άποψη, μια πρόβλεψη, μια «είδηση», όσο πιο χυδαία μια επίθεση, κοκ, τόσο περισσότερες επισκέψεις δεχόταν η διπλανή διαφήμιση! Απουσία νομικής ευθύνης τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έγιναν θερμοκήπια παραπληροφόρησης και νεκροταφεία της ενημέρωσης, προς επιβεβαίωση ενός κλασσικού νόμου της νομισματικής θεωρίας, βάσει του οποίου σε μια παράλληλη κυκλοφορία ενός «καλού» κι ενός «κακού» νομίσματος, κυριαρχεί το «κακό»! Έτσι το facebook στηρίχθηκε αρχικά και στήριξε στη συνέχεια τον φθηνό εντυπωσιασμό, τις διαδόσεις, το λόγο μίσους, τις προσβολές και τις ύβρεις για να καταντήσει συνώνυμο της ευτέλειας.

Κι όσο ανέβαινε η υπερβολή τόσο μεγάλωναν τα έσοδα των κολοσσών του διαδικτύου για να φτάσουμε μόνο το 2020 η χρηματιστηριακή αξία των πέντε μεγαλύτερων εταιρειών της Σίλικον Βάλεϋ να φτάνει τα 7,2 τρισ. δολ., ενώ τέσσερις διαδικτυακές εταιρείες (Google, Apple, Amazon, Microsoft) να διατηρούν τα σκήπτρα των επιδόσεων, ξεπερνώντας εταιρείες της αυτοκινητοβιομηχανίας, του χρηματοπιστωτικού τομέα, της παραγωγής και του εμπορίου…

Οι 26 λέξεις, που αποτέλεσαν το ευαγγέλιο της διαδικτυακής χάβρας, θεωρείται βέβαιο ότι θα τροποποιηθούν. Είχε δεσμευτεί δημόσια ακόμη κι ο Τζο Μπάιντεν προεκλογικά για την ακύρωσή του νομικού φραγμού στη δίωξη των ιντερνετικών εταιρειών για το περιεχόμενο που αναρτούν. Οι Δημοκρατικοί επίσης είχαν εξαγγείλει όχι μόνο για το Facebook (με αφορμή την εξαγορά του Instagram και του WhatsApp) αλλά και για την Google (με αφορμή τα 10 δισ. δολ. που έδινε ετησίως στην Apple κ.α. για να εξασφαλίζει προτεραιότητα στα προϊόντα της) ότι θα ενεργοποιηθούν έρευνες για την παραβίαση των αντιμονοπωλιακών νόμων, κατ’ αντιστοιχία όσων εφαρμόστηκαν σε προηγούμενες δεκαετίες για την ΑΤΤ και τη Citibank. Υπέρ της ακύρωσης του άρθρου 230 έχει ταχθεί ακόμη κι η Νάνσυ Πελόσι (χαρακτηρίζοντας το άρθρο «δώρο» στις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας) η οποία αποτελεί όχι απλώς σταθερή αξία και βαρύ πυροβολικό των Δημοκρατικών, αλλά και το βαθύ τους κράτος. Κριτική στο άρθρο 230 είχε ασκήσει ακόμη κι ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά ποιός δίνει σημασία στα λόγια του… Χρήζει πάντως αναφοράς γιατί δείχνει το βαθμό της συναίνεσης γύρω από την αλλαγή του νόμου του Κλίντον.

Από την άλλη υπάρχει ένας σοβαρότατος λόγος για να συνεχιστεί η σημερινή αθλιότητα, με τη διαιώνιση του άρθρου 230: η «κινέζικη απειλή»! Οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής τάξης στο ίντερνετ θα οδηγήσει στο ξεφούσκωμα των αμερικανικών εταιρειών και στην ανάδυση των κινέζων ανταγωνιστών. Σοβαρό αντικίνητρο όχι μόνο για τον Τραμπ, αλλά και για τον Μπάιντεν…

Παράλληλα, η προσπάθεια της ιντερνετικής βιομηχανίας επικεντρώνεται στον μετριασμό της ζημιάς που θα επέλθει. Με βάση δημοσιεύματα είναι διατεθειμένη να δεχθεί τα πάντα αρκεί να μην ξεπεραστεί ένα όριο: να μην αντιμετωπισθεί ως εκδότης και να αναλάβει τη νομική ευθύνη. Σε αυτό το βωμό όχι μόνο το Facebook και το Twitter αλλά επιπλέον Google, Amazon, TikTok, Pinterest, Snap κι άλλοι έσπευσαν να αναπαράξουν τις απαγορεύσεις κατεβάζοντας ακόμη και το Parler, το ακροδεξιό Twitter, για να μείνει χωρίς φωνή ο Τραμπ.

Εν κατακλείδι, τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ όσο φαίνονταν αρχικά: Η ευκολία με την οποία λογόκριναν τον Τραμπ facebook και Twitter δεν προήλθε από την απόφασή τους να διαφυλάξουν την ειρήνη ή να διακόψουν το λόγο μίσους και τα σωρηδόν ψέματα που λέει ο απερχόμενος, ανόητος αμερικανός πρόεδρος. Η λογοκρισία επιβλήθηκε από το ολιγοπώλιο του διαδικτύου για να διαφυλάξει την ασυδοσία του…

Κρυφτό με τα μονοπώλια του ίντερνετ

Όταν μια οικονομία δεν μπορεί να υποτιμήσει το εθνικό της νόμισμα, μειώνει τους μισθούς. Κι όταν μια άλλη οικονομία  δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα μονοπώλια επιδίδεται σε δικαστικές έρευνες και διαμάχες. Προς απόδειξη όσα συμβαίνουν και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού με τα διαδικτυακά μονοπώλια.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Στις Ηνωμένες Πολιτείες το υπουργείο Δικαιοσύνης ξεκίνησε έρευνα για να εξακριβώσει αν κατά τη γιγάντωσή τους οι μεγάλοι του διαδικτύου χρησιμοποίησαν μεθόδους που παραβίαζαν τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Με βάση ενημέρωση του ίδιου του υπουργείου Δικαιοσύνης, που όταν έγινε γνωστή την Τρίτη 23 Ιουλίου οι μετοχές του Facebook, της Amazon και της εταιρείας – ιδιοκτήτριας της Google μειώθηκαν κατά 1% (δεν επήλθε δηλαδή κι η συντέλεια του κυβερνοχώρου), αντικείμενο της έρευνας θα είναι αν οι τεχνολογικές πλατφόρμες «έχουν πετύχει δύναμη επί της αγοράς κι αν εμπλέκονται σε πρακτικές που έχουν μειώσει τον ανταγωνισμό, έχουν καταπνίξει την καινοτομία ή έχουν με άλλους τρόπους βλάψει τους καταναλωτές». Η αμερικανική δικαιοσύνη έχει ήδη επιβάλλει ένα πρόστιμο – μαμούθ ύψους 5 δισ. δολ. στο Facebook για την παραβίαση των προσωπικών δεδομένων των χρηστών του, ενώ μόλις πριν λίγες ημέρες η Google υποχρεώθηκε να καταβάλλει 13 εκ. δολ. για τον ίδιο λόγο με αφορμή την εφαρμογή Street View.

Η …δικομανία έχει καταβάλλει και την από δω μεριά του Ατλαντικού, απ’ όπου ξεκίνησε άλλωστε και η τάση κοντέματος των μεγάλων του διαδικτύου μέσω της δικαστικής οδού. Αναφερόμενοι στο παρελθόν, ξεχωρίζουν οι αποφάσεις και τα πρόστιμα κατά της Google, εναντίον του Google Android και της Microsoft, με αφορμή την προεγκατάσταση λογισμικού που ευνοούσε την κυριαρχία δικών τους εφαρμογών, έναντι ανταγωνιστικών, και φυσικά το πρόστιμο ύψους 13 δισ. ευρώ εναντίον της Apple για φοροαποφυγή.

Η νέα όμως έρευνα που ξεκίνησε η επίτροπος της ΕΕ υπεύθυνη για θέματα τήρησης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, Μαργκρέτε Βεστάγκερ, η θητεία της οποίας λήγει τον Οκτώβριο, εναντίον της Amazon, εισάγει την αντιμονοπωλιακή έρευνα σε νέα και αχαρτογράφητα νερά. Αφορμή για την έρευνα είναι ο διπλός ρόλος της εταιρείας του Τζεφ Μπέζος τόσο ως τόπος αγοράς μέσω της πλατφόρμας που προσφέρει, όσο κι ως πωλητής χιλιάδων προϊόντων. Στο μικροσκόπιο της έρευνας θα βρεθούν οι τεχνικές που χρησιμοποιούσε η εταιρεία για να προωθεί τις δικές της πωλήσεις σε βάρος άλλων εταιρειών πώλησης ή και παραγωγής. Ειδικότερα, θα εξετασθεί πώς αξιοποιούσε τα μεγάλα δεδομένα που συσσώρευε από τις επισκέψεις εκατομμυρίων καταναλωτών προς όφελός της. Το θέμα έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον επειδή θα αγγίξει τα μεγάλα δεδομένα: ένα πεδίο άγνωστο στους νομοθέτες και τις ρυθμιστικές αρχές που διαφέρει κατά πολλούς και σημαντικούς τρόπους από τα παραδοσιακά στοιχεία ενεργητικού. Αποτελεί όμως ένα τεράστιας αξίας περιουσιακό στοιχείο.

Μένει ωστόσο να δούμε και την αντίδραση του Λευκοί Οίκου που δεν έχει δείξει να κάθεται με σταυρωμένα χέρια. Ούτε και τώρα πρόκειται να το κάνει παρότι ο Τζεφ Μπέζος αγοράζοντας τη φιλελεύθερη εφημερίδα Washington Post και εξελίσσοντάς την σε προμαχώνα κατά του ολοκληρωτισμού που πρεσβεύει ο Τραμπ μετατράπηκε σε πολέμιο του αμερικανού προέδρου.

Η μαχητική στάση που τηρεί η αμερικανική κυβέρνηση υπερασπίζοντας τα αμερικανικά μονοπώλια φάνηκε στην περίπτωση του νέου φόρου που θα επιβάλλει η Γαλλία. Ο «ψηφιακός φόρος» ύψους 3% που αναμένεται να ψηφιστεί από μέρα σε μέρα, θα έχει όμως αναδρομική ισχύ από 1/1/2019, θα επιβαρύνει επιχειρήσεις με παγκόσμια έσοδα άνω των 750 εκ. ευρώ και ψηφιακές πωλήσεις στη Γαλλία άνω των 25 εκ. ευρώ. Από το ταμείο εκτιμάται ότι θα περάσουν γύρω στις 30 επιχειρήσεις, με τη συντριπτική τους πλειοψηφία να είναι αμερικανικές. Μεταξύ τους ωστόσο συμπεριλαμβάνονται Κινέζικες, Γερμανικές, Αγγλικές ακόμη και Γαλλικές τεχνολογικές επιχειρήσεις. Ο ψηφιακός φόρος δεν έγινε κατορθωτό να επιβληθεί σε επίπεδο ΕΕ λόγω των αντιδράσεων που πρόβαλαν η Σουηδία, η Φινλανδία, η Δανία και η Ιρλανδία. Παρόλα αυτά υπάρχουν άλλες χώρες έτοιμες να αντιγράψουν το γαλλικό παράδειγμα, όπως η Αγγλία που θα επιβάλει φόρο 2% στα έσοδα μηχανών αναζήτησης, πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης και τόπων αγοράς από τον Απρίλιο του 2020, ενώ θα ακολουθήσουν η Αυστρία, η Ιταλία, η Ισπανία και το Βέλγιο.

https://www.cnbc.com/video/2019/07/26/breaking-president-trump-responds-to-frances-tax-on-american-companies-might-impose-wine-tax.html

Ο Λευκός Οίκος αποφάσισε να επέμβει πριν το φαινόμενο της φορολόγησης των μεγάλων του διαδικτύου προσλάβει μαζικές διαστάσεις. Έτσι, στις 10 Ιουλίου ξεκίνησε επίσημη έρευνα στις ΗΠΑ για να ελεγχθεί κατά πόσο ο ψηφιακός φόρος αποτελεί διάκριση εναντίον αμερικανικών εταιρειών, προκαλώντας τους δυσανάλογα υψηλή επιβάρυνση. Η έρευνα, που θα μπορούσε να διαρκέσει ακόμη κι ένα έτος, διεξάγεται στο πλαίσιο όσων προβλέπει ένας εμπορικός νόμος του 1974. Τον ίδιο ακριβώς νόμο επικαλείται ο Τραμπ για να επιβάλει δασμούς εναντίον της Κίνας… Εύκολα μπορούμε να προβλέψουμε ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο γαλλικός ψηφιακός φόρος εισάγει μεροληψία έναντι αμερικανικών εταιρειών θα ακολουθήσουν κυρώσεις και εμπορικοί δασμοί εναντίον της Γαλλίας.

Εν κατακλείδι, ενώ η έκβαση των δικαστικών διαμαχών παραμένει άγνωστη και σε κάθε περίπτωση θα αποδειχθεί ότι διεξάγεται πολύ αργά για να τιθασευθεί η μονοπωλιακή κυριαρχία των «μεγάλων του ίντερνετ» αυτό που δεν αμφισβητείται είναι η οργισμένη αντίδραση του Λευκού Οίκου απέναντι σε κάθε προσπάθεια να θιγούν τα αμερικανικά μονοπώλια.

Πηγή: Νέα Σελίδα

Συρρικνώνονται οικονομικά οι μεγάλοι του διαδικτύου

Δύσκολη εποχή για τους τεχνολογικούς γίγαντες που βλέπουν τις τιμές των μετοχών τους, και κατ’ επέκταση την κεφαλαιοποίηση των εταιρειών και την προσωπική περιουσία ιδρυτών και εξεχόντων στελεχών τους, να συρρικνώνονται ραγδαία. Οι τιμές των μετοχών των Apple, Microsoft, Amazon και Alphabet (Google), αφού έφθασαν στο υψηλότερο σημείο της τελευταίας πενταετίας μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου του 2018, στα τέλη Νοεμβρίου διέγραψαν έντονη καθοδική πορεία που ξεκίνησε το Σεπτέμβριο, επιστρέφοντας στα επίπεδα της άνοιξης του ίδιου χρόνου. Πολύ χειρότερα ήταν τα πράγματα για το Facebook, με την πτώση να είναι τόσο μεγάλη που η τιμή της μετοχής του δημοφιλέστερου Μέσου Κοινωνικής Δικτύωσης κινείται πλέον στα επίπεδα του Μαρτίου του 2017. Μάλιστα, αν για τις τέσσερις πρώτες εταιρείες μπορούμε να υποθέσουμε ότι η πορεία της μετοχής ακολουθεί τη συνολική καθοδική πορεία των μετοχών των αμερικανικών χρηματιστηρίων, είναι δηλαδή μια κυκλική πορεία στενά συνδεδεμένη με το κλείσιμο του σχεδόν δεκαετούς κύκλου χρηματιστηριακής ανόδου που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2009, για το Facebook δεν είναι έτσι. Η εταιρεία του Μαρκ Ζάκερμπεργκ έχει κατά κοινή ομολογία μπει σε μια πορεία παρακμής μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου με την Cambridge Analytica, που δεν μπορεί παρά να αντανακλάται και στην πορεία της μετοχής της. Ήρθε για να μείνει επομένως η πτώση της τιμής της μετοχής του Facebook, που έστω και καθυστερημένα επιβεβαιώνει κριτικές που έχουν διατυπωθεί εδώ και πολλά χρόνια και οι οποίες καταλήγουν ότι πρόκειται για μια τεραστίων διαστάσεων φούσκα.[i]

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το Facebook ωστόσο δεν είναι η εξαίρεση. Ακόμη κι αν επιβεβαιωθούν οι πιο ήπιες ερμηνείες για την πορεία των μετοχών του περίφημου «ολιγοπωλίου του διαδικτύου»[ii] που αποδίδουν την πτώση σε κυκλικές αιτίες, το 2018 θα αποτελέσει σημείο τομής στην εξέλιξή του, με έναν κύκλο πλανητικής εξάπλωσης και οικονομικής μεγέθυνσης να κλείνει οριστικά. Τους τίτλους τέλους βάζουν τέσσερις ήσσονος σημασίας λόγοι και ένας πολύ σοβαρός.

Ξεκινώντας από τις λιγότερο σημαντικές αιτίες που υπονομεύουν την ευρωστία των «εταιρειών σούπερ-σταρ», όπως τις αποκαλεί ο καθηγητής του ΜΙΤ David Autor, ξεχωρίζουν εμπόδια που θέτουν οι ίδιοι οι χρήστες στην εμπορευματοποίηση του διαδικτύου και τα οποία περιορίζουν θεαματικά τα έσοδα ιστοσελίδων και Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, όπως οι ad blockers που απαγορεύουν την εμφάνιση διαφημίσεων. Η απόρριψη των διαφημίσεων από ένα κοινό μάλιστα που δεν απορρίπτει για ιδεολογικούς λόγους την εμπορευματοποίηση, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κι ως η «αφύπνιση των χρηστών» ή η «ανάκτηση του χαμένου χώρου στην οθόνη». Με βάση στοιχεία από την πλατφόρμα OnAudience.com, που υποστηρίζει ότι το 20%  των συνδεδεμένων ενήλικων χρηστών χρησιμοποιεί τέτοιας μορφής απαγορευτικό, το κόστος που προκάλεσαν οι ad blockers το 2016 ανήλθε σε 15,8 δισεκ. δολάρια, ενώ μια χρονιά πριν, 11 δισεκ. δολάρια. Το γεγονός μάλιστα ότι οι χρήστες ηλικίας 18-24 ετών είναι 109% πιο πιθανό να χρησιμοποιούν ad blocker σε σχέση με τους μεγαλύτερους σε ηλικία, προσθέτει παραπάνω πονοκεφάλους σε όσους πόνταραν στα διαφημιστικά έσοδα, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα κοινό ευεπίφορο στην κατανάλωση. Το τείχος απέναντι στην επέλαση των διαφημιστών προσθέτει επιπλέον βαθμούς δυσκολίας στις μη επιλύσιμες ως προς το παρών εξισώσεις όσων αναζητούν ένα επιχειρηματικό μοντέλο για τα Μέσα την εποχή του Snapchat που να είναι βιώσιμο· έστω και βραχυπρόθεσμα, όπως το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Εκ των έσω προέρχεται και η δεύτερη πηγή συρρίκνωσης των κερδών για τους μεγάλους του διαδικτύου. Συγκεκριμένα, αυτούς που χτίζουν όλη μέρα κι όλη νύχτα τη «Θήβα την επτάπυλη»· τους εργαζόμενους. Στις 6 Νοεμβρίου 2018 έγραφαν με έκδηλη έκπληξη οι New York Times: «Η πιο αξιοσημείωτη πλευρά της απεργίας την προηγούμενη εβδομάδα μπορεί να μην ήταν η εκτιμώμενη συμμετοχή 20.000 ανθρώπων ή η παγκόσμια απήχησή της ή ότι επιτεύχθηκε σε λιγότερο από μια εβδομάδα. Ήταν ο τρόπος που οι διοργανωτές ταύτισαν τη δράση τους με έναν ευρύτερο εργατικό αγώνα, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα σχεδόν ανήκουστη μεταξύ εύπορων εργαζομένων στην τεχνολογία. «Είναι μέρος ενός αναπτυσσόμενου κινήματος», έγραψαν οι διοργανωτές σε ένα δελτίο Τύπου, «όχι μόνο στην τεχνολογία, αλλά σε όλη τη χώρα, περιλαμβάνοντας δασκάλους, εργαζόμενους στα φαστ φουντ και άλλους που χρησιμοποιούν τη δύναμή τους για να επιφέρουν πραγματική αλλαγή». Και συνέχιζε η Νεοϋορκέζικη εφημερίδα: «Για δεκαετίες η Κοιλάδα του Πυριτίου ήταν το σημείο εκκίνησης για μια αόριστα ουτοπική μορφή ατομικισμού – την ιδέα ότι ένας μηχανικός, μοναχός του με ένα φορητό υπολογιστή και μια σύνδεση ίντερνετ, μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο. Η ταξική συνείδηση ήταν passé. Τα συνδικάτα ήταν εχθρός της καινοτομίας, μια άγκυρα που καθηλώνει στο σήμερα»[iii]. Όλα αυτά προφανώς ανασκευάζονται, όταν οι πρωταγωνιστές του παραπάνω ρεπορτάζ, που κατά την αμερικανική εφημερίδα θυμίζουν τους πιο μαχητικούς οργανωτές των εργατών του 20ού αιώνα, είναι το προσωπικό της… Google! Βγήκαν δε στο δρόμο για να διαμαρτυρηθούν ενάντια, πρώτο στη συνεργασία της εταιρείας με το αμερικανικό Πεντάγωνο σε προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης (ας μην αναρωτηθούμε καλύτερα τι είδαν οι άνθρωποι και εξεγέρθηκαν…), δεύτερο στη συνεργασία της εταιρείας με τις κινεζιέες αρχές για την κατασκευή μιας αυτο-λογοκρινόμενης μηχανής αναζήτησης και, τρίτο, λόγω της ανοχής που επέδειξε η διοίκηση απέναντι σε θέματα σεξουαλικής παρενόχλησης εργαζομένων και διακρίσεων από προϊσταμένους. Επομένως, ο έλεγχος που ζητούν να έχουν οι εργαζόμενοι στα συμβόλαια και το φρένο που βάζουν σε έργα, τα οποία καταπατούν πολιτικές ελευθερίες, περιορίζουν την κερδοφορία των τεχνολογικών γιγάντων. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μεγαλύτερη ευκαιρία που δίνεται πλέον στους χρήστες να καταργήσουν εφαρμογές, οι οποίες καταγράφουν προτιμήσεις κι επιλογές προς διευκόλυνση των διαφημιστών.

Τροχοπέδη για τα κέρδη αποτελούν και οι αυξήσεις στο ωρομίσθιο που ανακοίνωσε η Amazon. Η απόφαση του Τζεφ Μπέζος δεν ήταν αποτέλεσμα φιλευσπλαχνίας ούτε δημοκρατικού πλουραλισμού, όπως αυτόν που επιδεικνύει η εφημερίδα Washington Post, την οποία αγόρασε ο Μπέζος το 2013, μετατρέποντάς την σε προμαχώνα της μάχης εναντίον του Τραμπ. Μάρτυρας τα όσα ανατριχιαστικά περιέγραφε ο βρετανικός Guardian για την πρόσληψη από μια θυγατρική της Amazon ειδικών μάνατζερ με προϋπηρεσία στη διάλυση συνδικάτων κι εργατικών αγώνων, μόνο και μόνο για να αποτρέψουν την ίδρυση σωματείου και τη διεκδίκηση αυξήσεων.[iv] Ο Τζεφ Μπέζος ανακοίνωσε αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου στα 15 δολάρια στις ΗΠΑ (από 11 δολάρια) και 10,5 λίρες για τους εργαζόμενους στο Λονδίνο και 9,5 για όσους μένουν εκτός Λονδίνου (από 8 λίρες) στην Αγγλία. Αυτό συνέβη, πρώτον, επειδή ο ριζοσπάστης γερουσιαστής του Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς, ετοιμαζόταν να καταθέσει πρόταση νόμου στις ΗΠΑ για την αύξηση του ωρομισθίου των εργαζομένων στην Amazon, δεύτερον, επειδή ο Μπέζος δεν έβρισκε πλέον προσωπικό να εργαστεί στις επιχειρήσεις του και, τρίτον, επειδή, ειδικά μετά τις απεργίες που έγιναν τους προηγούμενους μήνες, η φήμη της Amazon έχει πληγεί και θεωρείται ταυτόσημη της πιο βάρβαρης εκμετάλλευσης. Οι εργαζόμενοι, που ουρούν σε μπουκάλια για να μη χάσουν το πριμ παραγωγικότητας, και τα ασθενοφόρα, που είναι εγκατεστημένα έξω από τις εγκαταστάσεις της Amazon στην Πενσυλβάνια, επειδή στοιχίζουν φθηνότερα από τα κλιματιστικά, μετατρέπουν σε θέμα αρχής για κάθε ευσυνείδητο αναγνώστη να στραφεί σε ανταγωνιστές της Amazon για την ηλεκτρονική αγορά βιβλίων.

Ο τρίτος λόγος για τον οποίο οι μεγάλοι του διαδικτύου πρέπει να αποχαιρετήσουν την εποχή των παχιών αγελάδων σχετίζεται με τις ζυμώσεις που είναι σε εξέλιξη για μια αποτελεσματική φορολόγησή τους. Είναι ήδη γνωστή η ασύλληπτη καινοτομία που έχουν επιδείξει εταιρείες, όπως η Apple και η Google, στην αξιοποίηση ευνοϊκών φορολογικών καθεστώτων στην Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο, ενώ η Amazon, για να επιλέξει πού θα χτίσει τις εγκαταστάσεις της, ζητάει ως όρο φοροαπαλλαγές. Αυτό το κλίμα ωστόσο αλλάζει. Στην Αγγλία, ο υπουργός Οικονομικών Φιλ Χάμοντ, που έχει τέτοια μανία με τις λεπτομέρειες ώστε τον αποκαλούν (σε ελεύθερη απόδοση) «εξελόφυλο Φιλ», ζήτησε με την κατάθεση του προϋπολογισμού στις αρχές Νοεμβρίου, οι μεγάλοι του διαδικτύου με κερδοφόρα δράση στη χώρα του να πληρώσουν επιτέλους φόρο ψηφιακών υπηρεσιών (digital services tax) το 2020. Το μέτρο, που θα εφαρμοστεί μόνο σε κερδοφόρες εταιρείες με ετήσια έσοδα από συγκεκριμένες υπηρεσίες άνω των 500 εκατ. Λιρών, στοχεύει ευθέως σε Amazon, eBay, Facebook και Google. Με βάση ρεπορτάζ των Financial Times, «στοχεύει να προστατεύσει μικρότερες εταιρείες, που έχουν την έδρα τους στην Αγγλία και είναι ανήμπορες να μεταφέρουν τα έσοδα τους σε φιλικότερα φορολογικά καθεστώτα και να ικανοποιήσει μια αυξανόμενη λαϊκή άποψη ότι οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες πληρώνουν λιγότερους φόρους απ’ ό,τι θα έπρεπε στην Αγγλία».[v]

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται κι ο Γάλλος πρόεδρος, Μανουέλ Μακρόν, που έχει κατ’ επανάληψη υποστηρίξει δημόσια ότι δεν αποκλείεται να ακολουθήσει την Αγγλία και να επιβάλει φόρο ύψους 2% στα έσοδα των μεγάλων (φοροφυγάδων) του διαδικτύου. Η πρόταση του Μακρόν διατυπώνεται σαν απειλή λόγω της απροθυμίας της ΕΕ να κινηθεί έγκαιρα και αποτελεσματικά στην κατεύθυνση επιβολής ενός φόρου στα έσοδα των GAFA (Google, Apple, Facebook, Amazon) ύψους 3%, όπως έχουν ήδη συζητήσει οι υπουργοί Οικονομικών των 28 – χωρίς όμως να καταλήξουν. Πεισματικά αντίθετη στέκεται η Γερμανία, που φοβάται ότι τυχόν φορολόγηση των συγκεκριμένων αμερικανικών εταιρειών θα προκαλέσει τη μήνι της Ουάσινγκτον και μια τιμωρητική φορολόγηση της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, όπως κατ’ επανάληψη έχει απειλήσει ο Τραμπ. Επιπλέον, «επιχειρήσεις σε κλάδους, όπως η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, είναι αντίθετες σε έναν ευρωπαϊκό φόρο που θα στοχεύει εταιρείες, οι οποίες εμπλέκονται στην πώληση δεδομένων. Οι εταιρείες αυτοκινήτων φοβούνται πως τέτοιοι φόροι θα μπορούσαν να επιβάλουν κυρώσεις στις ίδιες για τις τεχνολογίες έξυπνων αυτοκινήτων που συγκεντρώνουν προσωπικά στοιχεία από οδηγούς».[vi] Πρακτικά, για χάρη της κρατικοδίαιτης γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, που έχει εξελιχθεί σε ελέφαντα στο ευρωπαϊκό δωμάτιο, δεν πρόκειται η ΕΕ να επιβάλει φόρο ψηφιακών υπηρεσιών, ανοίγοντας έτσι όμως τον δρόμο για να επιβληθεί αυτός ο φόρος από μεμονωμένα κράτη-μέλη. Μένει να δούμε ποια θα το επιχειρήσουν…

Ο τέταρτος λόγος για τον οποίο οι εταιρείες υψηλής τεχνολογίας εισέρχονται σε μια νέα εποχή υψηλότερου κόστους σχετίζεται με τον υπό εξέλιξη εμπορικό πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Εταιρείες-κατασκευαστές, όπως η Apple, που δεν εξαντλούν τη δραστηριότητά τους στην παραγωγή λογισμικού, θα επωμιστούν μέρος των δασμών ύψους 25% στα βιομηχανικά προϊόντα αξίας 50 δισεκ. δολαρίων, που επέβαλε ήδη η Ουάσιγκτον. Η διάχυση του κόστους των νέων δασμών γίνεται εμφανής, αν λάβουμε υπόψη ότι, με βάση στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, το 32,2% των κινέζικων εξαγωγών τηλεπικοινωνιακών υλικών και εξοπλισμού γραφείου κατευθύνεται στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Καμιά άλλη χώρα δεν συμμετέχει τόσο ενεργά στο αναπτυσσόμενο ενδο-εταιρικό εμπόριο! Για παράδειγμα, στον ίδιο κλάδο, η συμμετοχή των ευρωπαϊκών εξαγωγών στις αλυσίδες αξίας είναι 19,5%, των ΗΠΑ 7,9%, της Νότιας Κορέας 7,4%, κ.λπ.

Τέλος, το μεσουράνημα των μεγάλων του διαδικτύου συμπίπτει και με το τέλος του διαδικτύου, όπως το ξέραμε. Εκ μέρους των ΗΠΑ, ο κίνδυνος εμφανίζεται υπό την μορφή μιας απειλής που αντιπροσωπεύουν Κίνα, Ρωσία κι άλλες χώρες απέναντι σε ένα ελεύθερο και ανεπίδεκτο λογοκρισίας ίντερνετ. Ο πρώην σύμβουλος καινοτομίας του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών και στενός συνεργάτης της Χίλαρι Κλίντον, Άλεκ Ρος, μεταφέρει ωστόσο μια διαφορετική ερμηνεία για το ίντερνετ εκ μέρους των ανταγωνιστών των ΗΠΑ: «Ένας Κινέζος διευθύνων σύμβουλος μου είπε ότι πιστεύει πως ο πλούτος και η ισχύς που αποκόμισε η Αμερική ως κέντρο της εμπορευματοποίησης του διαδικτύου παρέτεινε κατά δέκα χρόνια την κυριαρχία της ως υπερδύναμης».[vii] Η ερμηνεία του Κινέζου επιχειρηματία επιβεβαιώνεται από τον μεγαλύτερο ήρωα της σύγχρονης εποχής, τον Έντουαρντ Σνόουντεν, πληροφορικάριο της αμερικανικής μυστικής υπηρεσίας NSA, που αποκάλυψε ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες παρακολουθούσαν μέχρι και πότε πήγαινε στην τουαλέτα η Μέρκελ. «Στην αντιδικία για το ποιος ελέγχει το διαδίκτυο, οι άνθρωποι της NSA έδιναν μια δυσοίωνη απάντηση: “Εμείς”», αναφέρεται χαρακτηριστικά.[viii] Απέναντι σε αυτήν την ωμή πραγματικότητα ενός ίντερνετ που παλινδρομεί μεταξύ άκρατης εμπορευματοποίησης και οργουελικής παρακολούθησης, οι ανταγωνιστές των ΗΠΑ θέτουν απερίφραστα πλέον το αίτημα της «κυβερνο-κυριαρχίας» (cyber-sovereignty, ανεξαρτησία του κυβερνοχώρου θα το αποδίδαμε 2-3 δεκαετίες παλιότερα). «Η Κίνα έχει προβάλει την “κυβερνο-κυριαρχία” ως μια οργανωτική αρχή της διακυβέρνησης του διαδικτύου, σε ευθεία αντίθεση προς την αμερικανική υποστήριξη ενός παγκόσμιου κι ανοικτού διαδικτύου. Με τα λόγια του Κινέζου προέδρου Ξι, η κυβερνο-κυριαρχία αντιπροσωπεύει “το δικαίωμα των μεμονωμένων κρατών να επιλέγουν ανεξάρτητα τον δικό τους δρόμο για την κυβερνο-ανάπτυξη, το μοντέλο της κυβερνο-ρύθμισης και δημόσιες πολιτικές για το διαδίκτυο και να συμμετέχουν στη διακυβέρνηση του κυβερνοχώρου σε ισότιμη βάση”».[ix]

Το αίτημα της «online κυριαρχίας» απέναντι στις ΗΠΑ τίθεται ακόμη κι από τη γερμανική Δεξιά. Σε μελέτη του γερμανικού ιδρύματος Κόνραντ Αντενάουερ, αναφέρεται: «η πολιτιστική διαμάχη για online κυριαρχία μεταξύ της αμερικανικής εταιρείας ίντερνετ (Facebook) και της γερμανικής κυβέρνησης έγινε υπερβολικά εμφανής. Οι όροι εξυπηρέτησης του ίντερνετ προέρχονται από ένα σύστημα αμερικανικών νόμων και αξιών. Το δείχνει η διαχείριση της φωτογραφίας με το κοριτσάκι που κάηκε από τη βόμβα ναπάλμ. Το γυμνό είναι περισσότερο ταμπού εκεί απ’ ό,τι στην Ευρώπη. Τα ναζιστικά σύμβολα, από την άλλη πλευρά, δεν είναι πρόβλημα. Πώς λοιπόν η Γερμανία θα διασφαλίσει ότι οι γερμανικοί νόμοι γίνονται σεβαστοί στο Facebook, μια αμερικανική πλατφόρμα, κι ότι δεν μας επιβάλλονται οι αμερικανικές αξίες;».[x]

Εν κατακλείδι οι αντιθέσεις που γεννάει το διαδίκτυο, όπως λειτουργεί σήμερα, είναι υπερβολικά μεγάλες για να συνεχίσει να υπάρχει με τη σημερινή του μορφή: γεωπολιτικές συγκρούσεις, οικονομικοί ανταγωνισμοί, ζητήματα εθνικής ασφάλειας, ακόμη και πολιτιστικές-πολιτικές αιτίες ωθούν στον κατακερματισμό του διαδικτύου. Οι πρώτοι που θα νιώσουν τη συρρίκνωση του διαδικτύου θα είναι οι «μεγάλοι», που με προνομιακούς όρους το εκμεταλλεύονταν από τη γέννησή του μέχρι σήμερα κι ευθύνονται για τη σημερινή του παρακμή.


[i] Ehrenberg N. (2011), “Signs of a bubble in social sites – Facebook value estimate falls short of oft-cited figures”, Science & Society, 19 Νοεμβρίου, http://www.sciencenews.org

[ii] Σμυρναίος Ν. (2018), Το ολιγοπώλιο του διαδικτύου – Πώς οι Google, Apple, Facebook, Amazon και Microsoft  πήραν τον έλεγχο της ψηφιακής μας ζωής,Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις – Advanced Media Institute.

[iii] Scheiber, N. (2018), «In Google Walkout, Workers Reject Silicon Valley Individualism», The New York Times, 6 Νοεμβρίου. 

[iv] Sainato M. (2018), “They want us to be robots: Whole Foods workers fear Amazon’s changes”, The Guardian, 1 Οκτωβρίου.

[v] Hill, A. in London, Khan M. in Brussels and Waters R. in San Francisco (2018), “The Global Hunt to tax Big Tech”, Financial Times, 2 Νοεμβρίου.

[vi] Όπ.π.

[vii] Ρος Ά. (2017), Οι βιομηχανίες του μέλλοντος, εκδ. Ίκαρος, σελ. 117.   

[viii] Χάρντινγκ Λ. (2014), Φάκελος Σνόουντεν – Η ιστορία του Νο 1 καταζητούμενου στον κόσμο, εκδ. Καστανιώτη, σελ 187.

[ix] Segal, Ad. (2018), “When China Rules the Web”, Foreign Affairs, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος, σελ. 10-18.

[x] Torben, St. (2018,) “Of Facebook Revolutions and Twitter Presidents”, Konrad Adenauer Stiftung, International reports, Issue 1, 16 Απριλίου.

Πηγή: Περιοδικό Δημοσιογραφία, τεύχος 18, Φθινόπωρο – χειμώνας 2019

Διάσπαση στα 3 για το μονοπώλιο του Facebook

Νέα ώθηση στη συζήτηση για το μέλλον του ίντερνετ έδωσε το μακροσκελές άρθρο του Κρις Χιούτζες, ενός εκ των ιδρυτών του Facebook στους New York Times, που ζητούσε να επιβληθεί στον δημοφιλέστερο τόπο κοινωνικής δικτύωσης η αυστηρότερη των αντιμονοπωλιακών ποινών, που προβλέπει η αμερικανική νομοθεσία: τη διάσπαση της εταιρείας. Εδώ το πλήρες άρθρο.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ο δημόσιος διάλογος για τους μεγάλους του διαδικτύου έχει φουντώσει τα τελευταία λίγα χρόνια με πολλές και διάφορες αφορμές: από την απροθυμία τους να πληρώσουν φόρους και την επινοητικότητα που επιδεικνύουν στη φοροαποφυγή, θέμα που πρέπει να ομολογήσουμε απασχολεί όλο και λιγότερο τους πολιτικούς, (διάβασε εδώ) μέχρι τον έλεγχο που ασκούν στην ενημέρωση και την επικοινωνία που καταλήγει στην πολιτική χειραγώγηση των ψηφοφόρων (βλέπε σκάνδαλο Cambridge Analytica) ή τον εξοστρακισμό των εναλλακτικών απόψεων, μέχρι την μονοπωλιακή κυριαρχία τους στην αγορά σε σημείο να έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον ασφυκτικού ελέγχου. Παρότι μάλιστα η συζήτηση αφορά συνήθως τους τέσσερις του διαδικτύου (Facebook, Amazon, Google, Apple), όλο και περισσότερο εστιάζεται στο Facebook για τους προφανείς λόγους: επειδή η δύναμη του ξεπερνάει ακόμη και τη δύναμη πολλών κυβερνήσεων… Η κριτική μάλιστα δεν καταλάγιασε ούτε μετά την απόφαση της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου (FTC) για επιβολή προστίμου ύψους 5 δισ. δολ., που αναμένεται να ανακοινωθεί σύντομα κι επίσημα.

Το άρθρο του συνιδρυτή του Facebook (6.000 λέξεων!) που αποχώρησε από την εταιρεία πριν δέκα χρόνια άνοιξε τον ασκό του Αιόλου καθώς η κριτική του εδράζεται στις αξίες της ελεύθερης αγοράς που, υποτίθεται, ότι παραβιάζονται από την κυριαρχία του Facebook. «Ο Άνταμ Σμιθ είχε δίκιο: Ο ανταγωνισμός υποκινεί τη μεγέθυνση και την καινοτομία», τονίζει στην παρέμβασή του που δημοσιεύθηκε στις 9 Μαΐου, ενώ σε άλλο σημείο φτάνει να «στολίζει» τον Μαρκ Ζούκερμπεργκ με την μεγαλύτερη ύβρη: «Η επιρροή του Μαρκ είναι άνευ προηγουμένου και μη-Αμερικανική»!

Το σκεπτικό του Χιούτζες είναι συνεκτικό και πειστικό. Ξεκινάει περιγράφοντας τη δύναμη που έχει συγκεντρώσει o Μακ Ζούκερμπεργκ, ειδικά μετά την εξαγορά του Instagram το 2012 και του WhatsApp το 2014 εξασφαλίζοντας έτσι στον όμιλο πρόσβαση στα πιο διαφορετικά κοινά: «Η επιρροή του Μαρκ είναι ιλιγγιώδης, πολύ πέραν οποιουδήποτε άλλου στον ιδιωτικό τομέα ή την κυβέρνηση. Ο Μαρκ ελέγχει περίπου το 60% των ψήφων. Ο Μαρκ μπορεί να αποφασίσει μόνος του πώς να διαμορφώσει τους αλγόριθμους του Facebook για να προσδιοριστεί τι βλέπουν οι άνθρωποι στα News Feeds, ποιες ρυθμίσεις απορρήτου μπορούν να χρησιμοποιήσουν κι ακόμη ποια μηνύματα μπορούν να παραλάβουν… Ο Μαρκ είναι ένα καλό, ευγενικό πρόσωπο» συνεχίζει πριν εξαπολύσει το ένα από τα δύο πιο ιοβόλα βέλη του που παραμένει ωστόσο σε ένα επίπεδο προσωπικό. «Αλλά είμαι θυμωμένος μαζί του επειδή η εστίασή του στην μεγέθυνση τον οδήγησε να θυσιάσει την ασφάλεια και την ευγένεια για τα κλικ»!

Η αλήθεια είναι πώς η αναζήτηση των κλικ στο ίντερνετ δεν αντιπροσωπεύει κάποια ιδιαιτερότητα του Μαρκ. Είναι ο ακρογωνιαίος λίθος ενός επιχειρηματικού μοντέλου που στηρίχθηκε ευθύς εξ αρχής στην αναζήτηση διαφημιστικών εσόδων, μέσω των κλικ. Ο Μαρκ επομένως πολύ φοβόμαστε ότι δεν κάνει κάτι διαφορετικό απ’ ότι κάνουν όλοι οι υπόλοιποι. Απλώς το κάνει καλύτερα…

Μάρτυρας είναι οι επιδόσεις της αυτοκρατορίας του Μαρκ, με το Facebook να έχει 2,38 δισ. άτομα ενεργούς χρήστες, το WhatsApp 1,68, ο Messenger 1,38 και το Instagram 1,08. Οι ανταγωνιστικές πλατφόρμες απέχουν σημαντικά: Το Youtube έχει 1,98 δισ. μηνιαίους χρήστες, το WeChat 1,1 δισ., το TikTok 500 εκ., το Reddit 330 εκ., το Twitter επίσης 330 εκ. το LinkedIn 303 εκ. και το Snapchat 287 εκ. μηνιαίους χρήστες. Αυτή ακριβώς η μονοπωλιακή δύναμη του είναι που προκάλεσε άνοδο της τιμής της μετοχής του κατά 7%, προσθέτοντας επιπλέον 30 δισ. δολ. στην αξία του, ακόμη και μετά το πρόστιμο που του επιβλήθηκε. Σαν οι μέτοχοι να επιβράβευσαν το μονοπώλιο του διαδικτύου με ένα μπόνους εξαπλάσιο του προστίμου, παρακινώντας το να συνεχίσει να παραβιάζει νόμους και οδηγίες!

Πριν ο Χιούτζες καταθέσει την πρώτη του πρόταση για διάσπαση του Facebook ερμηνεύει τη διστακτικότητα των αρχών να πράξουν ό,τι έπραξαν με την Standard Oil και την AT&T με μια εμβριθή και συμπυκνωμένη ανάλυση του ιδεολογικού κλίματος των τελευταίων δεκαετιών, που δεν έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε σε γραπτά ανθρώπων της αγοράς∙ κι αυτό είναι το δεύτερο ιοβόλο βέλος του: «Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, μια μικρή αλλά αφοσιωμένη ομάδα οικονομολόγων, νομικών και διαμορφωτών πολιτικής έσπειραν τους σπόρους αυτού του κυνισμού. Τα επόμενα 40 χρόνια χρηματοδότησαν ένα δίκτυο δεξαμενών σκέψης, δημοσιογράφων, κοινωνικών λεσχών, ακαδημαϊκών κέντρων και Μέσων Ενημέρωσης να διδάξουν μια ανερχόμενη γενιά ότι τα ιδιωτικά συμφέροντα προηγούνται των δημοσίων. Το “ευαγγέλιό” τους ήταν απλό: Οι “ελεύθερες αγορές” είναι δυναμικές και παραγωγικές ενώ οι κυβερνήσεις είναι γραφειοκρατικές και αναποτελεσματικές. Αυτή η στροφή, συνδυασμένη με μια φορολογία και ρυθμιστική πολιτική φιλική προς τις επιχειρήσεις εγκαινίασε μια περίοδο εξαγορών και συγχωνεύσεων που δημιούργησε τις μεγα-εταιρείες»!

Παρότι η εμπειρική διαπίστωση του συνιδρυτή του Facebook εξηγεί πλήρως την ασυνήθιστη ανοχή που απολαμβάνει το μονοπώλιο του Ζούκερμπεργκ κι αποκλείει την εφαρμογή ριζικών μέτρων εναντίον του, ο Χιούτζες προτείνει την αναίρεση της συγχώνευσης με το Instagram και το WhatsApp, έστω κι εκ των υστέρων, ώστε να δημιουργηθούν 3 ξεχωριστές εταιρείες, και τη δημιουργία μιας νέας ρυθμιστικής αρχής που θα επιβλέπει τις εταιρείες του ίντερνετ. Είναι προτάσεις που έχουν διατυπωθεί κατ’ επανάληψη δημόσια και όσο κι αν φαίνονται αναγκαίες για δισεκατομμύρια ανθρώπους στη γη, θωρούνται ύβρη για μια κυβέρνηση που εξακολουθεί να ομνύει στις μεγα-εταιρείες και τα μονοπώλια!

Πηγή: Νέα Σελίδα