Η επόμενη μέρα του τραπεζικού συστήματος

newegoΗ κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά πολύ θα ήθελε να μείνει στην ιστορία ως η κυβέρνηση που ταυτίστηκε με την αναστροφή του αρνητικού κλίματος στην ελληνική οικονομία και την έξοδο από την κρίση. Αντίθετα όμως από την επιθυμία της, όπως η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου έμεινε στην ιστορία ως η κυβέρνηση που επέβαλε το πρώτο κοινωνικά καταστροφικό Μνημόνιο κι η κυβέρνηση του δοτού Παπαδήμου ως η κυβέρνηση που έφερε σε πέρας την ατελέσφορη και απεχθή, με βάση τους όρους που την συνόδευσαν, αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους (δηλαδή την επίσημη χρεοκοπία), η κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά θα μείνει στην ιστορία ως η κυβέρνηση που επί των ημερών της ολοκληρώθηκε η μεγαλύτερη μεταφορά δημόσιων πόρων σε ιδιωτικά χέρια: στους τραπεζίτες! Επί των ημερών της επίσης θα πάρει σχήμα και μορφή το νέο τραπεζικό σύστημα των 2,5 έως (το πολύ) 4 τραπεζών που απαιτεί η Τρόικα, με τις αλλαγές στον προσανατολισμό τους να είναι εξ ίσου θεαματικές με την αριθμητική τους συρρίκνωση.

Μόνο στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης, της προσπάθειας δηλαδή που γίνεται με καθοδήγηση της Τρόικας ώστε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα να ξανασταθεί στα πόδια του διαφεύγοντας από τον κίνδυνο της χρεοκοπίας, θα καταβληθούν γύρω στα 45 δισ. ευρώ. Ήδη από το πρώτο μέρος της δόσης μαμούθ των 52,5 δισ. ευρώ που εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 2012 τα 16 δισ. ευρώ πήγαν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, όπως και 7,2 δισ. ευρώ από το δεύτερο μέρος της που καταβλήθηκε τον Ιανουάριο, με βάση την απόφαση των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης (Eurogroup) στις 21 Ιανουρίου. Πριν την ανακεφαλαιοποίηση και με σημείο αφετηρίας το 2008, επί θητείας στο υπ. Οικονομικών του Γ. Αλογοσκούφη, οι τράπεζες είχαν λάβει 168 δισ. ευρώ. Συνολικά επομένως οι τράπεζες έχουν οικειοποιηθεί  – είτε υπό την μορφή ρευστού είτε υπό την μορφή εγγυήσεων – ποσά που ξεπερνούν κατά πολύ το ελληνικό ΑΕΠ, την αξία δηλαδή των αγαθών και υπηρεσιών που παράγει η χώρα σε ένα έτος, και για φέτος, που είναι ο έκτος χρόνος συνεχούς μείωσης του, αναμένεται να φτάσει τα 183 δισ. ευρώ. Είμαστε έτσι αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή αφαίμαξη της οικονομίας προς όφελος των τραπεζιτών που γίνεται ακόμη πιο προκλητική αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι κάθε ενίσχυσή τους συνοδεύεται από αντιλαϊκά μέτρα, όπως έγινε πολύ πρόσφατα με το τρίτο Μνημόνιο.

Μήπως και πάλι φταίει το δημόσιο;

Εδώ φυσικά εγείρονται και ενστάσεις, που δεν προέρχονται κατ’ ανάγκην από τα πολυπληθή γραφεία Τύπου των τραπεζών. Η πρώτη ένσταση θέλει τις τράπεζες να είναι θύματα και όχι θύτες της πρωτοφανούς σε ένταση δημοσιονομικής κρίσης που διέρχεται η ελληνική οικονομία. Έτσι, ο αντίλογος είναι ότι οι τράπεζες βούλιαξαν επειδή έσωσαν το ελληνικό δημόσιο. Δικαιολογημένα επομένως η κοινωνία επωμίζεται το κόστος της διάσωσής τους.

Η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Κατ’ αρχάς το πρώτο πακέτο διάσωσης των ελληνικών τραπεζών, ύψους 28 δισ. ευρώ, επί κυβέρνησης Κ. Καραμανλή το 2008, καταβλήθηκε όταν δεν διαφαινόταν η παραμικρή αβεβαιότητα για τα ομόλογα και την οικονομία της Ελλάδας. Ποιος ξεχνάει τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις του τότε πρωθυπουργού, τον Οκτώβριο του 2008, που χαρακτήριζε την ελληνική οικονομία «θωρακισμένη» απέναντι στην κρίση; Οι τράπεζες επομένως ξεκίνησαν την αφαίμαξη του κρατικού προϋπολογισμού πολύ πριν η οικονομία εισέλθει στην ζώνη της αβεβαιότητας. Και τότε όμως, επί χρόνια, οι ελληνικές τράπεζες δανείζονταν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με επιτόκιο 1% για να δανείζουν στην συνέχεια το ελληνικό δημόσιο με επιτόκια στο ύψος του 4, 5 ακόμη και 6%. Έτσι βρέθηκαν να ξεχειλίζουν τα χαρτοφυλάκια τους από ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, τα οποία αγόραζαν περιμένοντας παχυλές αμοιβές. Και στο παρελθόν όμως επέλεγαν ελληνικά ομόλογα (όπως έκαναν συστηματικά κι οι ξένες τράπεζες που στα τέλη του 2009, πριν δηλαδή ξεκινήσει το μεγάλο ξεφόρτωμα, είχαν ελληνικά ομόλογα ύψους 190 δισ. ευρώ) λόγω των πολύ υψηλών τους αποδόσεων. Ωστόσο, το πολύ μεγαλύτερο (πολλαπλάσιο σε σχέση με χώρες όπως οι ΗΠΑ ή η Γερμανία) επιτόκιο που επέβαλαν οι αγορές σε χώρες όπως η Ελλάδα, ως όρο για να τις δανείσουν χρήματα, δικαιολογούταν στη βάση του αυξημένου κινδύνου χρεοκοπίας που συνόδευε την ελληνική έκδοση σε σχέση με κάποια άλλη από χώρα υψηλότερης πιστοληπτικής αξιολόγησης. Κατά συνέπεια οι κάτοχοι των ομολόγων (τράπεζες, κερδοσκόποι, ασφαλιστικά ταμεία, κ.λπ.) είχαν αποζημιωθεί για τον κίνδυνο που αναλάμβαναν, με όρους ελεύθερης αγοράς που οι ίδιοι καθόριζαν και δεν τους επέβαλαν κάποιοι άλλοι. Υπ’ αυτό το πρίσμα η απαίτηση των τραπεζιτών να μετακυλήσουν στην κοινωνία το κόστος από την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους τον Φεβρουάριο του 2012 (PSI+) και από την επαναγορά των ελληνικών ομολόγων με βάση την απόφαση του Συμβουλίου υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης στις 27 Νοεμβρίου 2012 που σήμαναν σωρευτικό κούρεμα ύψους 74,3% και προ φόρων απώλειες ύψους 26,477 δισ. ευρώ ισοδυναμεί με το να θέλουν να πληρωθούν δύο φορές για την ίδια δουλειά! Ή, διαφορετικά ειπωμένο, είναι σα να λένε στην κοινωνία, «τα κέρδη από την εποχή που ξεζουμίζαμε το δημόσιο, δηλαδή τον κρατικό προϋπολογισμό και τους φορολογούμενους, δικά μας και οι ζημιές δικές σας». Ιδιωτική οικονομία την εποχή των κερδών, κοινοκτημοσύνη την εποχή της χασούρας… Τέλος, δεν περνάει απαρατήρητο και κάτι ακόμη: Η απόκλιση (που συγκρίνεται με …άβυσσο) μεταξύ των ζημιών από τα ελληνικά ομόλογα και των κεφαλαίων με τα οποία θα ενισχυθούν οι τράπεζες. Εξετάζοντας μόνο το ύψος της ανακεφαλαιοποίησης ισοδυναμεί σχεδόν με το διπλάσιο από την ζημιά του κουρέματος και της επαναγοράς. Το δυσθεώρητο κενό που μεσολαβεί και καλείται να καλύψει ο ελληνικό λαός με μειώσεις μισθών και συντάξεων κατά 40% και την εκτίναξη της ανεργίας στο 27% προέρχεται από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια τα οποία με τη σειρά τους προέρχονται είτε από τα θαλασσοδάνεια που χορηγούσαν στο παρελθόν οι τράπεζες, εξυπηρετώντας πολιτικούς φίλους της κάθε κυβέρνησης, είτε από την ύφεση. Δάνεια δηλαδή σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις που αναλήφθηκαν υπό την προοπτική ότι οι μισθοί και τα εισοδήματα θα ακολουθούσαν μια σταθερή πορεία ανόδου και πλέον, λόγω των περικοπών, δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν. Υπολογίζεται μάλιστα ότι, ακόμα και μετά τις 800.000 ρυθμίσεις δανείων που έχουν γίνει στην στεγαστική και καταναλωτική πίστη από την αρχή της κρίσης, το πρώτο εξάμηνο του 2012 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έφθασαν το 19,6%, όταν στο τέλος του 2011 ήταν 15,9%, στο τέλος του 2010 στο 10,4%, το 2009 στο 7,7%, το 2008 στο 5% και το 2007 μόλις στο 4,5%! Στην δε καταναλωτική πίστη παρατηρείται η μεγαλύτερη απόκλιση με περισσότερα από το 1 στα 3 δάνεια (το 35,6% για την ακρίβεια κατά το πρώτο εξάμηνο του 2012) να μην εξυπηρετούνται κανονικά. Εύκολα μάλιστα διακρίνεται ότι αυτή η κατάσταση θα συνεχισθεί τουλάχιστον κατά το τρέχον έτος, λόγω των νέων μέτρων που ψηφίσθηκαν με το τρίτο μνημόνιο και το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο το Νοέμβριο του 2012 και αναμένεται να εφαρμοστούν το επόμενο διάστημα μειώνοντας σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα για το 2013 κατά 9,4 δισ. ευρώ, το 2014 κατά 4,2 δισ. ευρώ, κ.λπ. Χώρια φυσικά των νέων μέτρων που θα επιβληθούν για το τρέχον έτος και τα προανήγγειλε ο υπουργός Οικονομικών, Γ. Στουρνάρας, την Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2012 μειώνοντας επιπλέον το εισόδημα των νοικοκυριών και τους τζίρους των επιχειρήσεων ανεξαρτήτως μεγέθους. Εδώ μάλιστα δεν περνάει απαρατήρητος κι ένας φαύλος κύκλος που δημιουργείται ο οποίος θα μπορούσε να κοπεί αν οι τράπεζες αναγνωρίζοντας τις ευθύνες τους ταυτόχρονα με τη χρηματοδότησή τους από τον προϋπολογισμό προχωρούσαν στην ουσιαστική ελάφρυνση των δανειοληπτών… Καμία κυβέρνηση ωστόσο δεν συνόδευσε την χρηματοδότησή τους από τέτοιους όρους.

Οι τράπεζες στυλοβάτες της οικονομίας;

Το δεύτερο επιχείρημα που αντιπαραθέτουν οι τραπεζίτες είναι ότι τα …ευαγή τους ιδρύματα αποτελούν τον στυλοβάτη της οικονομίας. Παραφράζοντας την ρήση που κυριαρχούσε στις μεταπολεμικές ΗΠΑ για την Τζένεραλ Μότορς, οι πάντα αλτρουιστές τραπεζίτες αν δεν ήταν ταυτόχρονα και τόσο σεμνοί θα μπορούσαν να πουν πως «ότι είναι καλό για τις τράπεζες, δηλαδή για την τσέπη μας, είναι καλό και για την οικονομία, δηλαδή το σύνολο».

Κι εδώ όμως έρχεται η πραγματικότητα που οι ίδιοι δημιουργούν και τους διαψεύδει. Κατ’ αρχάς το «αλληλέγγυο» πνεύμα τους αντιβαίνει με την δογματική τους προσήλωση στο νεοφιλελευθερισμό και μια δαρβινικού τύπου προσέγγιση στην οικονομία βάσει της οποίας «επιβιώνει το ανθεκτικότερο είδος, όποιος μπορεί». Αυτό τουλάχιστον αντέτειναν οι πολιτικοί που σήμερα ψηφίζουν την χρηματοδότηση των τραπεζών όταν εξ αιτίας του ανταγωνισμού από τις ευρωπαϊκές χώρες, ελέω ενιαίας αγοράς και υιοθέτησης του ευρώ στη συνέχεια, κατέρρεαν μπροστά στα μάτια μας κλάδοι που ήταν απείρως πιο ωφέλιμοι στην κοινωνία, όπως η βιομηχανία τροφίμων, η ένδυση – υπόδηση, η κλωστοϋφαντουργία, κ.α. Αν εκείνοι οι κλάδοι αφέθηκαν να χρεοκοπήσουν γιατί να μη γίνει το ίδιο και με τις τράπεζες; Η ερώτηση εδώ είναι προφανώς ρητορική, υποδεικνύοντας ωστόσο πόσο ιδιοτελή είναι τα συμφέροντα που εξυπηρετεί η σύγχρονη ολιγαρχία του χρήματος η οποία στέκεται στην κορυφή της πυραμίδας της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, επιβάλλοντας όχι μόνο την δική της διάσωση σε βάρος της κοινωνίας, αλλά και τις περισσότερες από τις πιο κρίσιμες αποφάσεις των τελευταίων χρόνων, όπως η προσφυγή στο Μνημόνιο κι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Την ίδια στιγμή μάλιστα που για τα ασφαλιστικά ταμεία ή τα φυσικά πρόσωπα τα οποία  ζημιώθηκαν από την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους δεν υπήρξε καμιά πρόβλεψη ανακεφαλαιοποίησης.

Ακόμη κι έτσι όμως, απομυζώντας δηλαδή οι τράπεζες τους τελευταίους πόρους που έχει διαθέσιμους η ελληνική οικονομία τίποτε θετικό δεν προμηνύεται για την πραγματική οικονομία. Όπως φαίνεται στον πίνακα που παραθέτουμε από την τελευταία έκθεση του ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία, του Ιανουαρίου, οι πιστώσεις προς τον ιδιωτικό τομέα ακόμη και το τρέχον έτος θα είναι μειωμένες σε σχέση με πέρυσι (κατά 3,1%). Με άλλα λόγια πήραν μόνο μέσα σε δύο μήνες 23,2 δισ. ευρώ και θα μειώσουν τις χορηγήσεις στην οικονομία, αποδεικνύοντας με τον πιο αδιάψευστο τρόπο ότι τα δισεκατομμύρια ευρώ δεν εισρέουν στα ταμεία τους προκειμένου να βοηθήσουν στην αναγκαία επανεκκίνηση της οικονομίας και την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αλλά μόνο και μόνο για να βελτιωθεί η κεφαλαιακή τους επάρκεια. Κι η αύξηση των χορηγήσεων στην οικονομία μετατίθεται για το 2014 που και τότε φυσικά είναι πολύ αμφίβολο αν θα γίνει, δεδομένου ότι οι πιθανότητες να καταγραφούν θετικοί ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ είναι ελάχιστες.

Ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα

2006

2007

2008

2009

2010

2011

2012

2013

2014

2015

2016

Ενεργητικό (σε δισ. ευρώ)

321

391,3

464,5

491,9

515,3

476,9

433,7

447

453,5

465,7

481,3

ως ποσοστό του ΑΕΠ

153,9

175,4

199,2

212,9

232

228,7

222,4

242,3

245,2

243,9

240,4

Παθητικό (σε δισ. ευρώ)

321

391,3

464,5

491,9

515

476,9

433,7

447

453,5

465,7

481,3

ως ποσοστό του ΑΕΠ

153,9

175,4

199,2

212,9

231,8

228,7

222,4

242,3

245,2

243,9

240,4

Ποσοστιαία αύξηση των καταθέσεων εγχώριου ιδιωτικού τομέα

10,9

14,3

13,3

4,9

-12,4

-17

-10,2

-1,8

5

8,4

9,2

Ποσοστιαία μεταβολή πιστώσεων στον ιδιωτικό τομέα 

21,1

21,5

15,9

4,2

0

-3,1

-7,2

-3,1

4,7

4,3

4

Υποστήριξη ρευστότητας από το ευρωσύστημα (ποσοστό επί ενεργητικού)

1,5

2,2

8,7

10,1

19

16,1

28,2

27,1

26,2

23,2

19,5

Πηγή: Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Ιανουάριος 2013, Έκθεση για την Ελλάδα

Η τροχιά συρρίκνωσης των τραπεζικών δραστηριοτήτων θα επιταχυνθεί με την ανάληψη καθηκόντων από τους ξένους επίτροπους που διορίστηκαν κατ’ απαίτηση της Τρόικας σε κάθε μία από τις συστημικές λεγόμενες τράπεζες, δηλαδή αυτές που αποφασίστηκε να επιβιώσουν, χωρίς ωστόσο ποτέ να γίνουν γνωστά τα κριτήρια με τα οποία επιλέγηκε για παράδειγμα η Πειραιώς κι όχι η Αγροτική ή το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, που πριν την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους ήταν το τρίτο σε σειρά κατάταξης στην Ευρώπη πιστωτικό ίδρυμα με κριτήριο την επάρκεια κεφαλαίων. Το ρόλο επόπτη ανέλαβαν οι ελεγκτικές εταιρείες Grant Thornton (για την Εθνική και την Eurobank που βρίσκονται σε διαδικασία συγχώνευσης), Mazar για την Alpha Bank και KPMG για την Τράπεζα Πειραιώς, οι οποίες ανά τρίμηνο θα υποβάλλουν έκθεση προόδου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πριν απ’ ό,τιδήποτε άλλο πρέπει να θυμίσουμε το όχι και τόσο λευκό ποινικό μητρώο των ελεγκτικών εταιρειών οι οποίες πριν ξεσπάσει η κρίση του 2008 στην αμερικανική στεγαστική αγορά, υπέγραφαν με χέρια και με πόδια τους πιο απίθανους ισολογισμούς για να αποδειχθούν στη συνέχεια εντελώς εικονικοί και παραπλανητικοί. Παρόλα αυτά στην Ελλάδα, από τις μέρες που ήταν υπουργός Οικονομικών ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου έχουν αναλάβει ακόμη και καθήκοντα που παραδοσιακά ασκούνταν από τις εφορίες. Τώρα οι ελεγκτικές εταιρείες αναλαμβάνουν και καθήκοντα τραπεζιτών, με λεφτά του ελληνικού λαού φυσικά, μια και θα χρυσοπληρώνονται έχοντας ως μοναδικό τους έργο τον έλεγχο και στην πράξη την συρρίκνωση των τραπεζικών δραστηριοτήτων, με κριτήρια που κάθε άλλο παρά αντικειμενικά θα είναι. Παράγοντες της αγοράς ειδικότερα εκτιμούν πως στις αξιολογήσεις των επιτρόπων, που θα αναφέρονται στην Τρόικα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναπόφευκτα θα βαραίνουν υπέρμετρα προτάσεις χρηματοδότησης που θα υποβάλλονται από πολυεθνικές εταιρείες, ενώ αντίθετα επενδυτικά σχέδια από ελληνικές εταιρείες θα κόβονται ελλείψει κονδυλίων. Έτσι, η υπό εξέλιξη αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα θα επιταχύνει τις πιέσεις στην εγχώρια παραγωγή προς όφελος επιχειρηματικών σχεδίων και ομίλων από το εξωτερικό. Μεγάλος χαμένος σε αυτή την περίπτωση θα είναι φυσικά η απασχόληση στο εσωτερικό της Ελλάδας καθώς φαραωνικές επενδύσεις έντασης κεφαλαίου, ποτέ δεν είχαν σημαντική συμβολή στην απασχόληση.

Μείωση προσωπικού και υποκαταστημάτων

Το πρώτο πλήγμα στην απασχόληση θα προκληθεί από την αναδιάρθρωση του ίδιου του τραπεζικού τομέα. Οι τραπεζίτες εκτιμούν ότι μέχρι το 2015 θα κλείσουν από 500 έως 1.000 καταστήματα ενώ θα απολυθούν από 7.000 εργαζόμενοι που είναι η πιο συντηρητική εκτίμηση μέχρι και 20.000 από τους 55.000 που απασχολούνται σήμερα στον κλάδο.

Αριθμός χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων

1/1/1999

1/1/2013

Ποσοστιαία μεταβολή
Ελλάδα

102

75

-26,50%

Ευρωζώνη*

9.856

7.059

-28,40%

ΕΕ*

10.909

9.076

-16,80%

*Με τροποποιημένη σύνθεση
Πηγή: Ανακοίνωση Τύπου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στις 21 Ιανουαρίου 2013

 Το τέλος του δράματος με τις τράπεζες ωστόσο δεν θα παιχτεί πριν οριστικοποιηθεί η περίφημη τραπεζική ένωση στο πλαίσιο της ΕΕ. Σε αυτή την προοπτική δεν αποκλείεται ακόμη και η σημαντική μείωση του αριθμού των τραπεζικών ιδρυμάτων σε τρία, με επίκεντρο την Εθνική – Eurobank, την Alpha και την Πειραιώς (που αποτελεί τομή στην μακρόχρονη πορεία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κλάδου όπως αποτυπώνεται στον πίνακα που παραθέτουμε) να αποδειχθεί μεταβατική. Και το τελικό πλάνο να περιλαμβάνει την εξαγορά τους από κάποια γερμανική τράπεζα, πχ την Deutsche Bank, που επιχειρεί να ξαναμπεί στην ελληνική αγορά. Τα παραδείγματα αφθονούν από την Ασία και την Λατινική Αμερική όπου τα προγράμματα διαρθρωτικών προσαρμογών συνοδεύτηκαν από την εξαγορά του χρηματοπιστωτικού συστήματος κυρίως από αμερικανικές τράπεζες. Στο Μεξικό ενδεικτικά ενώ το 1997 μόνο το 16% των τραπεζών ανήκαν σε ξένους επενδυτές και το 84% σε ντόπιους, μόλις επτά χρόνια αργότερα, το 2004 η σχέση αυτή αντιστράφηκε και στους ντόπιους έμεινε το 18% των τραπεζών με το 82% να περνάει σε ξένους επενδυτές. Στην Ελλάδα δεν αποκλείεται η αλλαγή που θα δούμε να αποδειχθεί πολύ πιο σαρωτική. Μια πρώτη εικόνα θα έχουμε στο τέλος Απριλίου οπότε αναμένεται να ολοκληρωθούν οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου και να φανεί κατά πόσο οι σημερινές διοικήσεις θα διατηρήσουν τον έλεγχο των τραπεζών τους…

Alpha – Εurobank: Αβέβαιος, αλλά ματωμένος γάμος (Πριν, 4.9.11)

Τι περίεργα πράγματα! Μισό δισ. ευρώ αναμένεται να δώσουν οι Άραβες στο νέο όμιλο που θα δημιουργηθεί από την συγχώνευση της Alpha Bank με την Eurobank και δεν έκαναν τον κόπο να παραστούν έστω σε μία συνέντευξη Τύπου, έστω σε μία δεξίωση! Το βιογραφικό του πρίγκιπα σεΐχη Χαμάντ Μπιν Χαλίφα που εκπροσωπεί την οικογένεια (ο οποίος άμα τη επιστροφή του από την βρετανική στρατιωτική ακαδημία όπου πήγε να σπουδάσει έκανε πρακτική, ανατρέποντας τον πατέρα του!) είναι εμφανώς περίλαμπρο μην αφήνοντας καμία υπόνοια για τη σοβαρότητα και τον στρατηγικό χαρακτήρα του ντιλ. Παρόλα αυτά όμως ούτε μία κελεμπία, ούτε ένα σαρίκι να μην περάσει από τις οθόνες μας;

Ας σταθούμε όμως στα ίδια τα γεγονότα της συγχώνευσης των δύο τραπεζών που υπόσχεται να δώσει το έναυσμα για μια σειρά αλλεπάλληλων πράξεων συγκέντρωσης που ως στόχο θα έχουν την ισχυροποίηση του τραπεζικού τομέα. Η συγχώνευση της Alpha με την Eurobank ανακοινώθηκε τη Δευτέρα 29 Αυγούστου άρον – άρον υπό το βάρος των τρομερών πιέσεων που δέχονταν οι τιμές των μετοχών και ιδιαίτερα αυτές των τραπεζών μια  εβδομάδα πριν, εκείνη που ολοκληρώθηκε την Παρασκευή 26 Αυγούστου. Αποτέλεσμα του μεγάλου εκείνου ξεφορτώματος ήταν η τιμή της Eurobank να φθάσει τα 1,73 ευρώ (από 2,22 ευρώ που είχε κλείσει μια εβδομάδα πριν) και της Alpha Bank στα 1,90 ευρώ (από 2,58). Η συγχώνευση δηλαδή επιχείρησε να θέσει ένα ανάχωμα στις παρατεταμένες υποτιμητικές πιέσεις.

Κυρίως όμως η συγχώνευση της Eurobank με την Alpha Bank προσπάθησε να αποτρέψει τα ζοφερά σενάρια που ήδη διακρίνονται για το μέλλον των ελληνικών τραπεζών. Σημείο αφετηρίας τους (στην τελευταία έστω κούρσα) αποτελεί η συμμετοχή τους στο πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, στο πλαίσιο των αποφάσεων των ηγετών της ευρωζώνης της 21ης Ιουλίου. Οι ζημιές που θα καταγράψουν όλες οι ελληνικές τράπεζες από την συμμετοχή τους στο πρόγραμμα και εκτιμώντας κατ’ ελάχιστον στα 5 δισ. ευρώ έχει προβλεφθεί από το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο να καλυφθούν από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Αναμένεται δηλαδή η Τρόικα μαζί με το ελληνικό δημόσιο να καλύψουν τα κενά που θα δημιουργηθούν στους ισολογισμούς των τραπεζών με χρηματοδοτικές ενισχύσεις. Όπως έκαναν όλα αυτά τα χρόνια, αρχής γενομένης από τα 28 δισ. ευρώ που έδωσε το υπουργείο Οικονομικών, επί Γ. Αλογοσκούφη, στις τράπεζες. Με μια τεράστια όμως διαφορά. Όλα αυτά τα χρόνια για τα 108 δισ. που έδωσε συνολικά το ελληνικό δημόσιο στις τράπεζες έπαιρνε ως αντίτιμο προνομιούχες μετοχές, που ως χαρακτηριστικό τους είχαν σταθερές  αποδόσεις (τις οποίες όμως ουδέποτε έχει εισπράξει το ελληνικό δημόσιο) ως αντιστάθμισμα για την έλλειψη δικαιώματος ψήφου στη διοίκηση. Τώρα όμως τα πράγματα αλλάζουν. Το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο αναφέρει ρητά ότι το δημόσιο μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας θα αναλάβει μεν την αναπλήρωση κεφαλαίου των τραπεζών που θα συμμετάσχουν στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, ως αντάλλαγμα όμως θα πάρει κοινές μετοχές, που έχουν δικαίωμα ψήφου στη διοίκηση! Κατά συνέπεια θα ανατραπούν μονομιάς όλες οι ισορροπίες στην διοίκηση κάθε τράπεζας.

Ο όρος της συμμετοχής στη διοίκηση έκανε να ηχήσουν στη διαπασών οι συναγερμοί όχι επειδή οι έλληνες τραπεζίτες φοβούνται την κρατικοποίηση των ευαγών ιδρυμάτων τους. Ξέρουν πολύ καλά ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται επειδή, εξαιρουμένης της Αριστεράς, όλα τα υπόλοιπα κόμματα είναι εντεταλμένοι υπάλληλοί τους, επομένως ουδέποτε θα αποφάσιζαν ερήμην των τραπεζιτών ή πολύ περισσότερο κάτι που θα έβλαπτε τα συμφέροντά τους . Εντολές των τραπεζών εκτελούν, με την οικονομική πολιτική τους, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ και Ντόρα. Το πλήρως ελεγχόμενο από τους τραπεζίτες ελληνικό δημόσιο όμως θα έχει υπό την κατοχή του τις κοινές μετοχές για δύο το πολύ χρόνια. Στο πρωτότυπο κείμενο του Μεσοπρόθεσμου που υπέγραψε η κυβέρνηση με την Τρόικα (κι όχι στον εφαρμοστικό νόμο που ψηφίστηκε στη Βουλή) υπάρχει σαφής αναφορά. Οπότε, το ερώτημα που πλανιέται πάνω από τα κεφάλια τους είναι, τι θα γίνει μετά… Με την πάροδο δηλαδή των δύο χρόνων, που θα πάνε οι μετοχές τους και κατά συνέπεια η ιδιοκτησία των τραπεζών τους; Κι ο κίνδυνος είναι σαφής: Δεδομένου ότι τα χειρότερα σενάρια είναι που θα επιβεβαιωθούν μέχρι τότε κι η Ελλάδα θα βρίσκεται διασωληνωμένη στην εντατική της «συντεταγμένης χρεοκοπίας», όπως αποφασίστηκε κατ’ απαίτηση της Γερμανίας στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ στις 24 Μάρτη, ο φόβος των τραπεζιτών είναι πως η ιδιοκτησία τους θα περάσει σε ξένα χέρια. Μαζί με τον δημόσιο πλούτο και τις ΔΕΚΟ. Αυτό ακριβώς το σενάριο θέλησαν να αποτρέψουν με την εξαγγελία της συγχώνευσης Alpha και Eurobank.

Απέτυχαν όμως και μάλιστα οικτρά. Μάρτυρας, η ανέλπιστα γρήγορη επιστροφή στην κανονικότητα της μιζέριας και της απαξίωσης. Η άνοδος της τιμής των δύο μετοχών στα απόνερα της εξαγγελίας κράτησε μόλις τρεις μέρες. Και προχθές, Παρασκευή 2 Σεπτέμβρη, η τιμή της τράπεζας του Λάτση έκλεισε τελικά ακόμη πιο χαμηλά, στα 1,41 ευρώ, σε σχέση με την τιμή που είχε την προηγούμενη Παρασκευή, (1,73 ευρώ). Χάθηκαν έτσι, όσα κέρδη καταγράφηκαν, και η τιμή της μετοχής συνεχίζει την καθοδική της πορεία, μετά από ένα σύντομο διάλειμμα. Την ίδια τύχη είχε επίσης και η τιμή της Alpha που προχθές έκλεισε στα 1,96 ευρώ (από 1,90 μια εβδομάδα πριν) χωρίς όμως να πέσει πιο χαμηλά από κει που βρισκόταν πριν την εξαγγελία του… φοβερού και τρομερού σχεδίου συγχώνευσης. Το ερώτημα επομένως είναι τι παραπάνω ξέρουν όσοι τιμώρησαν τις δύο μετοχές και ιδίως αυτή της Eurobank.

Αυτό που ξεχωρίζει είναι ότι πρόκειται για γίγαντες με πήλινα πόδια. Πίσω από τις μεγαλοστομίες για «σημαντική παρουσία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη με συνολικό δίκτυο 1.300 και πλέον καταστημάτων σε οκτώ χώρες» και άλλα τέτοια βαρύγδουπα που κοσμούσαν την επίσημη ανακοίνωση, αυτό που κρατάει ζωντανές και τις δύο τράπεζες αλλά περισσότερο αυτή του Λάτση είναι το ζεστό κρατικό χρήμα. Με βάση πρόσφατα στοιχεία η τράπεζα έχει αξιοποιήσει 7,8 δισ. ευρώ κρατικών εγγυήσεων, χώρια τα ειδικά ομόλογα που έχει λάβει από το δημόσιο για να ανοίξει τους κρουνούς του δανεισμού σε επιχειρήσεις και ιδιώτες. Αξίζει να αναφέρουμε, χάριν συγκρίσεως, ότι προχθές Παρασκευή η συνολική κεφαλαιοποίησή της (ως αποτέλεσμα του αριθμού των μετοχών επί την αξία κάθε μίας) ήταν μόνο 785 εκ. ευρώ. Σχεδόν το 10% των χρημάτων που έχει λάβει από το δημόσιο! Η κατάσταση στην Alpha Bank δεν είναι και πολύ καλύτερη. Το πρώτο ζητούμενο επομένως από την συμφωνία ήταν να γεμίσουν οι μαύρες τρύπες των ισολογισμών που απειλούν την βιωσιμότητά τους. Αυτές οι μαύρες τρύπες απειλούν να λάβουν απειλητικές διαστάσεις όταν θα ολοκληρωθούν οι έλεγχοι της εταιρείας Blackrock που προσελήφθη κατ΄εντολήν της Τρόικας με αποκλειστικό σκοπό να ελέγξει ένα προς ένα τα δάνεια κάθε τράπεζας αποτυπώνοντας με τον πιο κοντινό προς την πραγματικότητα τρόπο την αληθινή κατάσταση κάθε τράπεζας. Περιττό να πούμε ότι το ερώτημα είναι πόσους σκελετούς θα ανακαλύψουν στα ντουλάπια των τραπεζών κι όχι αν θα βρουν κάτι μεμπτό…

Αυτή η προοπτική επιταχύνει τα σενάρια εξαγορών και συγχωνεύσεων που αφορούν πολλές ακόμη τράπεζες. Ένα βασικό σενάριο που κυκλοφορεί γαι παράδειγμα θέλει την Εθνική, την Αγροτική και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο να προχωρούν σε ένα γάμο του αιώνα, με την πρώτη να συμβάλει με τα Βαλκάνια, τη δεύτερη με την γη και την τρίτη τράπεζα με το ρευστό, που όλα μαζί φυσικά θα πάνε στους Αμερικανούς, καθότι η Citigroup είναι που ελέγχει αυτή τη στιγμή ένα από τα μεγαλύτερα, αν όχι το μεγαλύτερο, πακέτο μετοχών της Εθνικής Τράπεζας. Σε αυτό το πλαίσιο αυξημένης αβεβαιότητας η κίνηση Alpha – Eurobank ήταν αμυντική και όχι επιθετική κίνηση όπως εμφανίστηκε. Κυρίως όμως είναι μια αβέβαιη κίνηση που δεν έχει ακόμη κριθεί, καθώς μένουν πολύ πιο σοβαροί παράγοντες, από τη συμφωνία των μάνατζερ, να κρίνουν την τύχη του εγχειρήματος.

Από την άλλη μεριά αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι η συγχώνευση των δύο τραπεζών δεν θα σημάνει τίποτε θετικό για την οικονομία ενώ για τους εργαζόμενους θα επιφέρει μόνο αρνητικές συνέπειες. Συγκεκριμένα, στην ανακοίνωση δεν υπήρχε ούτε μία λέξη που να αφορά κάποια δέσμευση της νέας τράπεζας για παροχή ρευστότητας στην λεγόμενη πραγματική οικονομία. Έλειπε επίσης κάθε δέσμευση για διατήρηση των θέσεων εργασίας. Στην πραγματικότητα θα μειωθούν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μεγάλο μέρος από τις “συνέργειες λειτουργικού κόστους ύψους 270 εκ. ευρώ από τη συνένωση των δραστηριοτήτων των τραπεζών στην Ελλάδα” που αναφέρει η επίσημη ανακοίνωση θα προέλθει από το κλείσιμο καταστημάτων που βρίσκονται στους ίδιους δρόμους και την απόλυση πολλών τραπεζοϋπαλλήλων. Ματωμένος λοιπόν ο γάμος παρά το άδηλο μέλλον του και τα πολλά ερωτηματικά που συνοδεύουν τις σκοπιμότητες των δύο μερών.

Αρέσει σε %d bloggers: