Πέφτει κατηγορία η Deutsche Bank

Οι ανακοινώσεις του διευθύνοντος συμβούλου της Deutsche Bank την Κυριακή 7 Ιουλίου ισοδυναμούσαν με μια οριστική και αμετάκλητη αλλαγή κατηγορίας στην δεύτερη αν όχι χαμηλότερη ταχύτητα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος για την αγαπημένη τράπεζα του Αδόλφου Χίτλερ. Παρόλα αυτά κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την Deutsche Bank, που διαδραμάτισε έναν ξεχωριστό ρόλο στην υπαγωγή της Ελλάδας στο καθεστώς των μνημονίων πριν δέκα χρόνια, ότι για να καταφέρει να ενταχθεί στην πρώτη εθνική του χρηματοπιστωτικού συστήματος και να μπορεί να στέκεται δίπλα δίπλα με την Goldman Sachs, δεν ενεπλάκη σε κάθε είδους απάτη που στήθηκε τα προηγούμενα χρόνια.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Για να μείνουμε μόνο στην εποχή που ξεκίνησε με την χρηματοοικονομική κρίση, ο κατάλογος περιλαμβάνει την πώληση τοξικών ομολόγων μεταξύ 2005 και 2007 σε επενδυτές που αγνοούσαν τη σύνθεσή τους (υπόθεση για την οποία η γερμανική τράπεζα κατέβαλε κατόπιν συμβιβασμού πρόστιμο ύψους 7,2 δισ. δολ.) την χειραγώγηση του επιτοκίου Libor (για την οποία τιμωρήθηκε με πρόστιμο ύψους 2,5 δισ. δολ.), ξέπλυμα χρήματος ρώσων ολιγαρχών (υπόθεση για την οποία καταδικάστηκε με πρόστιμο 630 εκ. δολ. από τις αμερικανικές και βρετανικές εποπτικές αρχές), παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων σε Ιράν, Συρία, Λιβύη και Σουδάν (ορμώμενη φυσικά όχι από κάποια αντιιμπεριαλιστικά κίνητρα, αλλά από υψηλές προμήθειες), μέχρι κι ότι κατασκόπευε εν δυνάμει επικριτές της, στους οποίους συμπεριλαμβανόταν κι ένας δημοσιογράφος! Η έφεσή της στον κίνδυνο αποδεικνύεται επίσης κι από τα δάνεια που χορηγούσε τον Ντόναλντ Τραμπ μια εποχή που καμία αμερικανική τράπεζα δεν του δάνειζε ούτε σεντς…

Η προθυμία της Deutsche Bank να συμμετέχει σε κάθε είδους οικονομικό σκάνδαλο που θεωρητικά ανοίγει διάπλατες τις πόρτες για την κορυφή δεν κατάφερε ωστόσο να εγγυηθεί τη γερμανική παρουσία στην κορυφή του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού τομέα. Το σχέδιο αναδιάρθρωσης που εξήγγειλε ο Κρίστιαν Σιούινγκ περιλαμβάνει την κατάργηση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που έχουν την έδρα τους στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο και τη συρρίκνωση της επενδυτικής τραπεζικής με αποτέλεσμα την περικοπή 18.000 θέσεων εργασίας μέχρι το 2022, που σημαίνει πώς το προσωπικό της θα μειωθεί στα 74.000 άτομα, από 91.500 που εργάζονται σήμερα. Το οικονομικό κόστος της αναδιάρθρωσης θα ανέλθει σε 7,4 δισ. ευρώ, η τράπεζα δεν πρόκειται να διανείμει μέρισμα τα επόμενα δύο χρόνια, ενώ μόνο το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους οι απώλειες από την εφαρμογή του σχεδίου θα ανέλθουν σε 2,8 δισ. ευρώ.

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης δεν καταστρώθηκε σε κενό αέρα, ούτε αποτελεί επιθετική κίνηση. Αποτέλεσε την (καθυστερημένη για πολλούς) αντίδραση της τράπεζας απέναντι τόσο στην κατακρήμνιση της μετοχής της που έχει χάσει το 95% της αξίας της από το ανώτατο σημείο που είχε φτάσει το 2007, όσο και στην απώλεια πολλών πελατών που έπαψαν να εμπιστεύονται την τράπεζα σε ό,τι αφορά τη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων. Πριν δηλαδή αποσυρθεί επισήμως και τυπικά η Deutsche Bank από την επενδυτική, είχαν αποσυρθεί οι επενδυτές από την Deutsche Bank… Τα σχέδια επομένως της Deutsche Bank, όσο κι αν ενδύθηκαν με μεγαλοστομίες για στήριξη των διεθνών σχεδίων των γερμανικών επιχειρήσεων, απλώς προσπαθούν να περιορίσουν τη ζημιά.

Τα σχέδια αναδιάρθρωσης έρχονται επίσης όταν το «νούμερο ένα» σε προτεραιότητα σχέδιο αποτυγχάνει για πολλοστή φορά. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τη συγχώνευση της Deutsche Bank με την Commerzbank έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένας εθνικός πρωταθλητής που θα επιβάλλει την κυριαρχία του στην Ευρώπη και θα μπορεί να ανταγωνιστεί επάξια τους αμερικανικούς κολοσσούς. Οι εντατικές διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν έξι εβδομάδες, υπό την επίνευση μάλιστα του γερμανού υπουργού Οικονομικών Όλαφ Σολτς που κατ’ επανάληψη εξέφρασε τη συμφωνία του Βερολίνου στο υπό συζήτηση σχέδιο, έληξαν στις 25 Απριλίου με μια λιτή ανακοίνωση που επαναλάμβανε ό,τι λέγεται σε αυτές τις περιπτώσεις: ότι οι κίνδυνοι είναι πολύ μεγαλύτεροι από τα σίγουρα, αναμενόμενα οφέλη. Το συνοικέσιο είχε συγκεντρώσει την κριτική των γερμανικών συνδικάτων εξ αιτίας των περικοπών πιθανότατα ακόμη και 30.000 θέσεων εργασίας από ένα συνολικό προσωπικό 140.000 εργαζομένων, όπως και των Πρασίνων. Η δήλωσή μάλιστα εκπροσώπου τους έβαλε το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων: «Κανείς δεν μπορεί ακόμη να εξηγήσει γιατί έχει νόημα μια ακόμη μεγαλύτερη, υψηλού κινδύνου τράπεζα».

Με βάση εξειδικευμένη αρθρογραφία ένας από τους λόγους που το σχέδιο συγχώνευσης έμεινε στα χαρτιά αφορούσε τις επενδύσεις ύψους 8,4 δισ. ευρώ της Commerzbank σε ιταλικά ομόλογα που θεωρούνται πλέον πολύ υψηλού κινδύνου. Η υποβολή των σχεδίων συγχώνευσης στις εποπτικές αρχές προς έγκριση γεννούσε τον κίνδυνο μιας απόφασης ανακεφαλαιοποίησης της νέας συγχωνευμένης τράπεζας έτσι ώστε να καλυφθεί ο κίνδυνος. Γνωστό επίσης είναι ότι η Deutsche Bank μέχρι και τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 πραγματοποιούσε τα μεγαλύτερα κέρδη της από την έκδοση και διαπραγμάτευση παραγώγων. Έκτοτε έχει μείνει με ένα χαρτοφυλάκιο παραγώγων που αντιστοιχούν σε αξίες ύψους 45 τρισ. δολ. Το ποσό είναι μυθικό απ’ όποια σκοπιά κι αν το προσεγγίσουμε. Και τόσο μεγάλο που επιβεβαιώνει τις φήμες ότι η Deutsche Bank αποτελεί την επόμενη Lehman Brothers, με τη διαφορά ότι αυτή η βόμβα βρίσκεται στη δική μας αυλή. Μπροστά σε αυτή την απειλή το σχέδιο αναδιάρθρωσης, παρά το μεγάλο κοινωνικό κόστος που θα προκαλέσει, μοιάζει μάλλον με σταγόνα στον ωκεανό…

 Πηγή: Νέα Σελίδα

Deutsche Bank: η νέα Lehman Brothers

2499Το ερώτημα δεν είναι αν, το ερώτημα είναι πότε η Deutsche Bank θα καταρρεύσει καταγράφοντας την μεγαλύτερη ιδιωτική χρεοκοπία της γηραιάς ηπείρου. Ακόμη δε, μεγαλύτερο ενδιαφέρον για εμάς παρουσιάζει ένα άλλο ερώτημα: ποιός θα πληρώσει τα σπασμένα της άγριας κερδοσκοπίας των Γερμανών κερδοσκόπων. Γιατί, αν κάτι μας δίδαξε το πείραμα της κατάρρευσης της Lehman Brothers είναι ότι αργά ή γρήγορα και με έναν τρόπο που κανείς δεν μπορεί εκ των προτέρων να προβλέψει ο λογαριασμός θα μεταβιβασθεί. Δε θα μείνει στους ισολογισμούς του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο θα επιστρατεύσει όλη την επινοητικότητα και καινοτομία του για να μεταβιβάσει στο δημόσιο τις ζημιές του.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Οι καμπάνες για τη Deutsche Bank χτύπησαν πένθιμα για μια ακόμη φορά, μετά την ανησυχία που είχε εκφράσει το ΔΝΤ τον Ιούνιο δηλώνοντας ότι αποτελεί συστημικό κίνδυνο για το παγκόσμιο τραπεζικό κλάδο και μετά την πτώση της μετοχής της το χειμώνα όταν έγιναν γνωστές οι επενδύσεις σε τοξικά ομόλογα περιλαμβανομένων πετρελαϊκών εταιρειών, ύψους 55 τρις. ευρώ! Τώρα, αφορμή στάθηκε μια αυξανόμενη φημολογία για το ύψος που ενδέχεται να φτάσει το πρόστιμο από τις αμερικανικές αρχές με αφορμή τη δικαστική διερεύνηση που σχετίζεται με τις αγοραπωλησίες ενυπόθηκων τίτλων. Ο λογαριασμός ξεπερνάει ακόμη και τις πιο μαύρες προβλέψεις (που το εκτιμούσαν στα 5,5 δισ. δολ.) κι αναμένεται να φτάσει τα 14 δισ. δολ., δίνοντας αφορμή σε πολλούς να χαρακτηρίσουν την κίνηση των αμερικανικών αρχών ως εκδικητική και απάντηση στην εντολή των Βρυξελλών προς την κυβέρνηση της Ιρλανδίας να εισπράξει από την Apple 13 δισ. ευρώ, τα οποία γλίτωσε λόγω φοροαποφυγής. Το ποσό είναι τόσο υψηλό ώστε συγκρίνεται ευθέως με την κεφαλαιοποίηση του γερμανικού κολοσσού που κυμαίνεται γύρω στα 16 δις. ευρώ , μετά την νέα μείωση της μετοχής της, που είχε ως αποτέλεσμα να καταγράψει πτώση φέτος μόνο της τάξης του 50%.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι, αντίθετα με τις Βρυξέλλες που έχουν αποδειχθεί πολύ επιλεκτικές στα πρόστιμα τα οποία ανακοινώνουν, ρίχνοντας στα μαλακά τις ευρωπαϊκές εταιρείες, η Ουάσιγκτον έχει επιβάλει ιλιγγιώδη πρόστιμα στο παρελθόν ακόμη και στους «δικούς της» χρηματοπιστωτικούς κολοσσούς. Για παράδειγμα στην Bank of America στο πλαίσιο της διερεύνησης της ίδιας υπόθεσης (ενυπόθηκους τίτλους) επέβαλε πρόστιμο ύψους 17 δισ. δολ. Στην Goldman Sachs, μόλις μάλιστα τον περασμένο Απρίλιο, την  εποχή δηλαδή που ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, διαπραγματευόταν την μετεγγραφή του στην περιβόητη Τράπεζα, οι αμερικανικές αρχές επέβαλαν πρόστιμο 5,06 δισ. δολ. Δεν είναι εύκολο επομένως να κατηγορηθούν για μεροληψία οι αμερικανικές αρχές. Πολύ περισσότερο που ο γερμανικός «εθνικός πρωταθλητής» του χρηματοπιστωτικού τομέα έχει αποτύχει κατ’ επανάληψη να περάσει τα τεστ αντοχής που διενεργούνται στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, κατ’ εφαρμογήν του νόμου Ντοντ – Φρανκ, ο οποίος ψηφίστηκε το 2010 φιλοδοξώντας να χαλιναγωγήσει την ασυδοσία του χρηματοπιστωτικού τομέα. Η Deutsche Bank , και για την ακρίβεια η θυγατρική της στις ΗΠΑ, κόπηκε για τρίτη συνεχόμενη φορά τον Ιούνιο (μαζί με την αμερικανική Morgan Stanley και την επίσης ευρωπαϊκή Santander) αποτυγχάνοντας να περάσει στα τεστ που υποβάλλονται όλες οι τράπεζες με ενεργητικό άνω των 50 δισ. δολ. καλούμενες να αποδείξουν ότι μπορούν να ανταπεξέλθουν σε καταστροφικά σενάρια που περιλαμβάνουν απότομη άνοδο των επιτοκίων και της ανεργίας, πτώση των τιμών των μετοχών, κ.α. Κανείς επομένως δε θα πέσει από τα σύννεφα αν ακόμη και μετά από οκτώ χρόνια η Deutsche Bank αποδειχθεί το μεγαλύτερο ίσως τραπεζικό θύμα της κρίσης του 2008 και αναγκαστεί να κατεβάσει ρολά, με την παραδοχή των εμπλεκομένων μερών πώς απέτυχαν όλα τα μέσα που επιστράτευσαν για να τη διατηρήσουν στη ζωή.

Ωστόσο, η διοίκηση της Deutsche Bank δηλώνει την αισιοδοξία της πώς μπορεί να ξεπεράσει την κρίση ακόμη και μετά την άρνηση της κυβέρνησης να τη στηρίξει λόγω των επικείμενων εκλογών, ακόμη και χωρίς την έκδοση νέων μετόχων – γεγονός απευκταίο για τους νυν μετόχους καθώς θα οδηγούσε σε περαιτέρω πτώση την τιμή των μετοχών. Θυμίζει έτσι τον διευθύνοντα σύμβουλο της Lehman Brothers που τον Απρίλιο του 2008 διαβεβαίωνε ότι «οι χειρότερες συνέπειες της χρηματοπιστωτικής κρίσης βρίσκονται πίσω μας». Η κυβέρνηση της Γερμανίας αποκλείει κάθε ενδεχόμενο διάσωσης της αγαπημένης τράπεζας του Χίτλερ γιατί ξέρει ότι αν δώσει το πράσινο φως αμέσως μετά οι Βρυξέλλες θα κατακλυσθούν από αντίστοιχα αιτήματα εκ μέρους της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, τουλάχιστον. Δεν αποκλείεται ωστόσο η Deutsche Bank να παραμείνει διασωληνωμένη μέχρι τον Οκτώβριο του 2017 και οι δυσάρεστες για το εκλογικό σώμα της Γερμανίας αποφάσεις να ληφθούν μετά.

Ως τότε στο τραπέζι υπάρχουν πολλές λύσεις που δεν αποκλείεται τον αντίκτυπό τους να νιώσουν οι πολίτες όλης της Ευρώπης, από την μια άκρη της γηραιάς ηπείρου ως την άλλη. Η σημαντικότερη εξ αυτών είναι η συγχώνευση. Το δήλωσε χωρίς περιστροφές ο ίδιος ο διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Bank πριν λίγες μέρες όταν επισήμαινε ότι στη Γερμανία υπάρχουν υπερβολικά πολλές τράπεζες. Επίσης ότι απαιτούνται περισσότερες εξαγορές τόσο σε εθνικό, όσο και διεθνές επίπεδο. Δεν αποκλείεται δηλαδή μέχρι η καγκελαρία να ανοίξει τους κρουνούς η Deutsche Bank να σταθεί στα πόδια της εξαγοράζοντας μικρές και υγιείς τράπεζες, βελτιώνοντας με αυτό τον τρόπο τη ρευστότητά της κι άλλα κρίσιμα μεγέθη. Η μέθοδος πέτυχε σε μικρότερες χώρες από λιγότερο έμπειρες διοικήσεις, γιατί να μην πετύχει στη Γερμανία;

Το ενδεχόμενο είναι κάθε άλλο παρά θεωρητικό. Δεν αποκλείεται δε η πρώτη τράπεζα που θα αφαιμάξει η Deutsche Bank (τα περιουσιακά στοιχεία της οποίας πέρυσι ισούνταν με 1,8 τρις. ευρώ αντιστοιχώντας στο 50% της γερμανικής οικονομίας) να είναι η Commerzbank, ο έτερος εκ των διδύμων πύργος του γερμανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος που έχει αφεθεί στη μοίρα του, δηλαδή να καταρρεύσει, καθώς όλες οι προσπάθειες επικεντρώνονται στην Deutsche Bank , την τράπεζα του Τρίτου Ράιχ. Μάρτυρας της δεινής θέσης στην οποία βρίσκεται η Commerzbank, η μετοχή της οποίας έχει πέσει κατά 40% τον τελευταίο χρόνο, είναι η πρόσφατη ανακοίνωση της για περικοπή τα επόμενα τέσσερα χρόνια 9.000 θέσεων εργασίας, από 51.300 άτομα που απασχολούσε στο τέλος του 2015.

Οι πρωτοφανείς πιέσεις που δέχεται ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας οφείλονται, πέραν όλων των άλλων (ύφεση της οικονομίας, μείωση της καταναλωτικής ζήτησης, κ.α.π.) και στα αρνητικά επιτόκια που επέβαλε πρώτη φορά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τον Ιούνιο του 2014. Δύο χρόνια μετά, και αφού το παράδειγμά της το ακολούθησαν πολλές ακόμη κεντρικές τράπεζες (Δανία, Ελβετία, Σουηδία και πρόσφατα η Ιαπωνία) ο απολογισμός είναι αρνητικός. Η ανάπτυξη της οικονομίας που αναμένεται για φέτος είναι 1,6%, όσο ήταν και το 2015. Δεν επήλθε επομένως η πολυαναμενόμενη αύξηση των επενδύσεων, επιβεβαιώνοντας ότι δεν αρκεί να πας το άλογο στο ποτάμι για να πιεί νερό. Επιβεβαιώθηκαν αντίθετα πολλές από τις ανησυχίες που είχαν συνοδεύσει την ανακοίνωση του Μάριο Ντράγκι. Ότι για παράδειγμα θα δημιουργηθούν φούσκες στις αγορές μετοχών και ακινήτων επειδή τα κεφάλαια θα μεταφερθούν από τις τράπεζες σε άλλα περιουσιακά στοιχεία. Ταυτόχρονα η φυγή των καταθέσεων, από τη στιγμή που θα έχει πρόστιμο η διατήρηση τραπεζικών λογαριασμών, θα αδυνατίσει περαιτέρω τις κλυδωνιζόμενες τράπεζες.

Κι ενώ όλα αυτά τα μέτρα που επιστρατεύει ο Ντράγκι σαν μαθητευόμενος μάγος αποτυγχάνουν, παραμένουν απαγορευμένες δοκιμασμένες μέθοδοι όπως οι αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις που θα τονώσουν την ενεργό ζήτηση ή έστω ένα μαζικό κύμα κρατικών επενδύσεων σε δημόσιες υποδομές που θα βελτιώσουν το βιοτικό επίπεδο των Ευρωπαίων και θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας!

28 Σεπτεμβρίου 2016

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα στις 30 Σεπτεμβρίου 2016

Τράπεζες, ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης

db sel 24 basiΑναμφισβήτητα, το ενδιαφέρον της μεγαλύτερης γερμανικής τράπεζας για την οικτρή κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο τραπεζικός κλάδος της Ευρώπης ξεχειλίζει από ιδιοτέλεια.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μόλις πριν λίγες εβδομάδες το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο χαρακτήρισε την Deutsche Bank ως υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνο για την παγκόσμια χρηματοοικονομική σταθερότητα, με αφορμή την έκθεσή της σε παράγωγα που ξεπερνούν τα 50 τρισ. ευρώ, ενώ η φυγή των επενδυτών από τα χαρτοφυλάκια της τείνει να λάβει διαστάσεις πανικού. Το πρώτο πεντάμηνο του 2016 έκαναν φτερά από την Deutsche Asset Management κεφάλαια ύψους 4,8 δισ. ευρώ, σύμφωνα μάλιστα με στοιχεία του γερμανικού συνδέσμου επενδυτικών ταμείων, την ίδια ώρα που οι τοποθετήσεις σε άλλα ανταγωνιστικά χαρτοφυλάκια αυξάνονταν σταθερά. «Πτήση στην ποιότητα», ο σχετικός όρος. Τη δεινή θέση της Deutsche Bank τη δείχνει κι η πορεία της μετοχής της, όπως φαίνεται στο διάγραμμα που παραθέτουμε όπου φαίνεται ότι σε διάστημα ενός έτους έχει χάσει το 60% της τιμής της.

Η Deutsche Bank ωστόσο, δεν είναι μόνη της. Σε άσχημη θέση βρίσκονται δεκάδες ακόμη τράπεζες σε όλη την Ευρώπη. Είναι μάλιστα μια κατάσταση που μπορεί να μην αποτυπωθεί στα αποτελέσματα των στρες αντοχής που θα ανακοινωθούν στις 29 Ιουλίου, θεωρείται ωστόσο ωρολογιακή βόμβα. Η κρισιμότητα της κατάστασης των τραπεζών αποτυπώθηκε τόσο στην πρόταση 6 σημείων για την επίλυση της τραπεζικής κρίσης που έδωσε στη δημοσιότητα η Deutsche Bank όσο και σε μια βαρύνουσα συνέντευξη που έδωσε ο επικεφαλής οικονομολόγος της, όπου εκτιμάει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών σε όλη την Ευρώπη σε 2 τρισ. ευρώ (σχεδόν όσο το ΑΕΠ της Γαλλίας), επικρίνει σφόδρα την πολιτική χαμηλών επιτοκίων της ΕΚΤ (καταλαβαίνουμε έτσι ποια σκοπιμότητα εξυπηρετεί η κριτική στην ΕΚΤ την οποία ασκούν τα γεράκια της γερμανικής κεντρικής τράπεζας) και ζητάει τη σύσταση ενός ταμείου, με προίκα 150 δισ. ευρώ, για να αντιμετωπισθεί η κρίση. Η πρόταση των 6 βημάτων είναι ακόμη πιο ριζοσπαστική καθώς η Deutsche Bank ζητάει να μην εφαρμοσθεί η οδηγία για την υποχρεωτική εκ των έσω διάσωση των τραπεζών (bail in) και να επανέλθει η δυνατότητα της διάσωσης των τραπεζών από τα κράτη (bail out) που ίσχυε ως 31/12/2015, ενώ ως πρώτο βήμα προτείνει τη διάσωση των ιταλικών τραπεζών με μια ένεση ρευστότητας ύψους 28 δισ. ευρώ!

Η επιστροφή της τραπεζικής κρίσης στην Ευρώπη προοιωνίζεται νέα δεινά για τους εργαζόμενους καθώς ανεξαρτήτως της λύσης που θα προκριθεί το κόστος θα καταβληθεί από τους φορολογούμενους. Είτε άμεσα, είτε έμμεσα. Όπως έγινε και το 2008. Σιγά που η Γερμανία θα επιτρέψει να καταρρεύσει η Deutsche Bank υπό το βάρος των ασήκωτων χρεών της…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν στις 17 Ιουλίου 2016

Σε τεντωμένο σχοινί η παγκόσμια οικονομία

oilΜε την απόφαση της Σαουδικής Αραβίας για βομβαρδισμό της Συρίας να οδηγεί τις σχέσεις της μεγαλύτερης σε έκταση πετρομοναρχίας με τη Ρωσία στα άκρα το μόνο που δεν περίμενε να ακούσει κανείς είναι κοινές πρωτοβουλίες από αυτές τις δύο χώρες για την επιστροφή στην κανονικότητα. Κι όμως, η κοινή τους ανακοίνωση στις 16 Φεβρουαρίου για πάγωμα της παραγωγής πετρελαίου στα επίπεδα του Ιανουαρίου υπόσχεται να βάλει ένα φρένο στην ανεξέλεγκτη πτώση της τιμής του μαύρου χρυσού, που από τα μέσα του 2014 έχει χάσει το 70% της τιμής του, και πλέον κυμαίνεται σε επίπεδα κάτω των 34 δολαρίων το βαρέλι. Το ζητούμενο της πρωτοβουλίας τους επομένως ήταν η σταθεροποίηση της αγοράς πετρελαίου.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Δεν είναι ωστόσο καθόλου σίγουρο ότι θα πετύχει. Κατ’ αρχήν η ίδια η ανακοίνωση έχει όρους. Αναφέρει ότι παγώνουν την παραγωγή, ότι δηλαδή σταματούν να την αυξάνουν (κι όχι πως τη μειώνουν), υπό τον όρο να ακολουθήσουν κι άλλοι μεγάλοι παραγωγοί. Αν επομένως άλλα μέλη του Οργανισμού Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών (που ελέγχει μόνο το 40% της αγοράς) συνεχίσουν να στέλνουν στην παγκόσμια αγορά αυξημένες ποσότητες πετρελαίου για να καλύψουν τα κενά που δημιουργεί στα δημόσια έσοδά τους η καταβύθιση της τιμής του, τότε η ανακοίνωση που έγινε από το Κατάρ θα μείνει στα χαρτιά. Η ισχυρή πιθανότητα να συμβεί αυτό το ενδεχόμενο υπογραμμίζεται από τις αντιφάσεις που περιείχε η ίδια η απόφαση.

Ενδεικτικά, τον Ιανουάριο μπορεί η παραγωγή της Ρωσίας να «χτυπούσε» μετασοβιετικό ρεκόρ, φτάνοντας 10,88 εκ. βαρέλια την ημέρα, κι η Σαουδική Αραβία επίσης να διεκδικούσε ανάλογους άθλους, άλλες χώρες ωστόσο μόλις έμπαιναν στο τερέν. Το Ιράν για την ακρίβεια μόλις αποδεσμευόταν από τις κυρώσεις που οδήγησαν τις εξαγωγές του την 5ετία 2011-2015 στα μισά της προ-κυρώσεων εποχής. Μια στοίχιση πίσω από την απόφαση Ρωσίας και Σαουδικής Αραβίας θα ισοδυναμεί με παράταση των κυρώσεων, για την άρση των οποίων κατέβαλε βαρύτατο πολιτικό τίμημα. Κι αν η Μόσχα, για καθαρά πολιτικούς λόγους, μπορεί να ανεχτεί από την Τεχεράνη μια σημαντική αύξηση της παραγωγής της, γιατί να κάνει το ίδιο και το Ριάντ που δε χάνει ευκαιρία από το να ρίχνει λάδι στη φωτιά των διμερών τους σχέσεων; Περαιτέρω, γιατί κι η ίδια αυτή πρωτοβουλία να μην ήταν ένα ακόμη τρικ του οίκου των Σαούντ με τελικό ζητούμενο να εκθέσει το Ιράν στους κόλπους του ΟΠΕΚ; Σύντομα θα μάθουμε…

Αναδιάρθρωση στον κλάδο πετρελαίου

Ωστόσο, ακόμη κι αν η απόφαση παγώματος της παραγωγής πετρελαίου στα επίπεδα του Ιανουαρίου αποδειχθεί άκαρπη, έχουν ήδη δρομολογηθεί εξελίξεις που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για να αποδειχθεί πραγματική η πρόβλεψη της Μόργκαν Στάνλεϋ για άνοδο της τιμής του βαρελιού πάνω από τα 80 δολάρια μετά το 2018. Μέχρι στιγμής έχουν ακυρωθεί επενδυτικά σχέδια, που πλέον κρίνονται ασύμφορα, συνολικής αξίας άνω των 400 δισ. δολ. Είναι μια εξέλιξη που ακυρώνει μελλοντικά σχέδια αύξησης της παραγωγής. Επιπλέον, σύμφωνα με έρευνα της Deloitte μεταξύ 500 εισηγμένων εταιρειών εξόρυξης και παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου σε όλο τον κόσμο 175 εταιρείες του κλάδου είναι αντιμέτωπες με τον κίνδυνο της χρεοκοπίας. Κι αυτό μάλιστα παρά το γεγονός ότι το 95% των συγκεκριμένων παραγωγών μπορούν να παράγουν πετρέλαιο κάτω από 15 δολάρια το βαρέλι! Εν συντομία, η πτώση της τιμής του πετρελαίου έχει ενεργοποιήσει τάσεις αναδιάρθρωσης του κλάδου που προετοιμάζουν την άνοδο της τιμής.

Αυτή η βεβαιότητα ωστόσο ενδεχομένως σε πολλούς να θυμίζει την απάντηση του Κέινς «μακροπρόθεσμα θα είμαστε όλοι νεκροί»… Γιατί πολύ πιο σύντομα κι όσο η τιμή του μαύρου χρυσού θα κινείται στα επίπεδα του …τσίγκου θα λήγουν συμβόλαια παραγώγων με τιμές που κινούνταν στη στρατόσφαιρα, δημιουργώντας ζημιές πολλών δισ.! Δεκάδων; Εκατοντάδων; Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει κι οι πρωταγωνιστές του εν εξελίξει δράματος, όπως η Deutsche Bank, συνεχίζουν να κρατούν τα χαρτιά τους κλειστά. Η πρεμούρα δε που επέδειξε ο γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, να σπεύσει δημοσίως να δηλώσει ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος ανησυχίας γύρω από την Deutsche Bank δεν καθησύχασε τους παροικούντες στα χρηματοπιστωτικά Σόδομα και Γόμορρα. Γιατί τα νούμερα βοούν: οι ζημιές που ανακοίνωσε πρόσφατα η Ντόιτσε Μπανκ φτάνουν τα 6,8 δισ. δολ., οι απολύσεις τις 35.000 άτομα και η έκθεσή της σε παράγωγα τα 55 τρισ. δολ., με ένα σημαντικό μάλιστα μέρος να εντοπίζεται σε πετρελαιοεξαγωγικές χώρες! Αν όλα αυτά δε γεννούν ανησυχία, τότε τι;

Εποχή επίμονης αδυναμίας

Η αλήθεια ωστόσο είναι πως η βουτιά στις τιμές του πετρελαίου δεν είναι ο μοναδικός λόγος που έχει οδηγήσει τις τιμές των τραπεζικών μετοχών να καταγράφουν από την αρχή του έτους μείωση κατά 20% περίπου. Τη σημαντικότερη (αν και πολύ γενική αιτία) την περιέγραψε πρόσφατα ο αμερικάνος Νομπελίστας, Πολ Κρούγκμαν, γράφοντας ότι «φαίνεται να ζούμε ακόμη στην οικονομική εποχή στην οποία μπήκαμε το 2008, μια εποχή επίμονης αδυναμίας, με σημαντικότερες προκλήσεις τον αποπληθωρισμό και την ύφεση και όχι τον πληθωρισμό και τα ελλείμματα». Ειδικά για τις τράπεζες ο αναλυτής των Financial Times, Μάρτιν Γουλφ, έγραφε πρόσφατα πως «οι τραπεζικές μετοχές έχουν αποτύχει να ανακάμψουν  από τις μεγάλες ζημιές που υπέστησαν μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-9. Στις 15 Φεβρουαρίου 2015 ο δείκτης S&P 500 ήταν 23% υψηλότερα από τα επίπεδα που ήταν στις 2 Ιουλίου 2007, αλλά ο αμερικανικός τραπεζικός τομέας ήταν ακόμη 51% χαμηλότερα από τότε. Ο δείκτης FTSE Eurofirst ήταν 21% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2007, αντανακλώντας την προβληματική ευρωπαϊκή ανάκαμψη»…

Τα πράγματα από δω και πέρα θα γίνουν ακόμη χειρότερα! Οι κεντρικές τράπεζες ως τώρα (και διαμέσου αυτών οι κυβερνήσεις) για να δώσουν την απαραίτητη ώθηση στις οικονομίες τους, ώστε να ξεφύγουν από την παγίδα του 2008 που περιέγραφε ο Κρούγκμαν υιοθέτησαν την πολιτική των μηδενικών επιτοκίων. Δηλαδή, αποδεχόμενες πως η έλλειψη επενδύσεων δημιουργεί πρόβλημα κατέληξαν πως αυτό που λείπει για ένα νέο κύμα επενδύσεων είναι το φθηνό κόστος χρήματος. Έτσι, μηδένισαν το κόστος του χρήματος για τις κεντρικές τράπεζες, ωθώντας σε πολύ χαμηλά επίπεδα και το κόστος δανεισμού μήπως με αυτό τον τρόπο γίνει η επανεκκίνηση στην οικονομία. Για τους πολιτικούς και τις κεντρικές τράπεζες προφανώς τα αστρονομικά κέρδη που εξακολουθεί να δημιουργεί ο χρηματοπιστωτικός τομέας αποτρέποντας τις επενδύσεις στη μεταποίηση ή η καθήλωση μισθών, ημερομισθίων και συντάξεων που έχουν τελματώσει τη ζήτηση και την παραγωγή αποτελούν ήσσονος σημασίας πρόβλημα…

Ενώ λοιπόν η πολιτική των μηδενικών επιτοκίων αποδεικνύεται αναποτελεσματική αντικαθίσταται από μια πολιτική που συνιστά φαινομενικά κάτι διαφορετικό, επί της ουσίας όμως αποτελεί περαιτέρω ανάπτυξη και αναβάθμισή της: η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων. Το πρόστιμο ουσιαστικά που επιβάλλουν πλέουν στα παρκαρισμένα ρευστά διαθέσιμα οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες (Ιαπωνίας, Ελβετίας, Δανίας, Σουηδίας, Δανίας και ΕΚΤ) δεν είναι μόνον ότι μειώνουν κάθετα τα κέρδη των τραπεζών από την κατ’ εξοχήν τους δραστηριότητα που είναι οι καταθέσεις κι οι χορηγήσεις, συμβάλλοντας στην πτώση της τιμής των μετοχών τους. Το σημαντικότερο είναι πως έχει τα αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Ζητούμενο για παράδειγμα εκ μέρους των σχεδιαστών αυτής της πολιτικής είναι η πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας, για να διευκολυνθούν οι εξαγωγές και η στήριξη των μετοχών. Στην Ιαπωνία, που αποτελεί ιδανικό εργαστήριο, οι τιμές των μετοχών έπεσαν και το γεν αυξήθηκε έναντι του δολαρίου κατά 10%. Εν ολίγοις εκεί όπου εφαρμόστηκε ολοκληρωμένα κι η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων όξυνε και δεν άμβλυνε τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα της προηγούμενης περιόδου.

Σε αυτό το περιβάλλον προσπάθειες σταθεροποίησης όπως αυτή που επιχειρείται με πρωταγωνιστές τη Ρωσία και τη Σαουδική Αραβία στην αγορά πετρελαίου, ακόμη κι αν πετύχουν, απέχουν πολύ από το αναστρέψουν την κατάσταση κρίσης που επικρατεί.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα την Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016.

Οι τραπεζικές μετοχές σε ρόλο σεισμογράφου

dbΣτη δίνη μαζικών πωλήσεων βρέθηκαν οι τραπεζικές μετοχές τη δεύτερη εβδομάδα του Φεβρουαρίου στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Αρνητικός πρωταγωνιστής των ημερών ήταν ο γερμανικός χρηματοπιστωτικός κολοσσός της Ντόιτσε Μπανκ, που η έκθεσή της σε παράγωγα φτάνει το ασύλληπτο πόσο των 55 τρισ. ευρώ! Ή, 20 φορές το ΑΕΠ της Γερμανίας, 5 φορές το ΑΕΠ ολόκληρης της ευρωζώνης και κάτι παραπάνω από τα δύο τρίτα (69%) του παγκόσμιου ΑΕΠ, που ανέρχεται περίπου σε 80 τρισ.! Αν αναλογισθεί ο καθένας πόσο θα στοίχιζε η διάσωση της…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ωστόσο, αν το ξεπούλημα της Ντόιτσε Μπανκ υποκινήθηκε από φόβους για την υπερβολική της έκθεση σε παράγωγα (και δη πετρελαίου και άλλων ενεργειακών προϊόντων), το μαζικό ξεπούλημα των περισσότερων άλλων τραπεζικών μετοχών σε ΗΠΑ και Ευρώπη υποκινήθηκε από πιο «κανονικές» αιτίες. Και γι’ αυτό το λόγο η μέση μείωση που καταγράφουν οι τραπεζικές μετοχές από την αρχή του χρόνου κατά 20% είναι πολύ πιο ανησυχητική.

Η κάθετη πτώση των τιμών του πετρελαίου, που προκαλεί σοβαρότατες απώλειες εσόδων κι η επιβράδυνση της οικονομίας των πετρελαιοεξαγωγικών κρατών, και η συρρίκνωση των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης της Κίνας είναι δύο σημαντικοί λόγοι που προεξοφλούν μείωση κερδών για τις τράπεζες. Το νεώτερο ωστόσο στοιχείο που δρα στην ίδια κατεύθυνση δεν αφορά την περιφέρεια, αλλά το κέντρο του καπιταλισμού. Κι είναι το περιβάλλον αρνητικών επιτοκίων που έχουν διαμορφώσει οι σημαντικότερες κεντρικές τράπεζες: Ιαπωνίας, ΕΚΤ, Ελβετίας, Δανίας και τελευταία της Σουηδίας. Ενώ η πρόεδρος της αμερικάνικης κεντρικής τράπεζας, έχοντας μετανιώσει προφανώς για την πρώτη αύξηση των επιτοκίων που ανακοίνωσε τον Δεκέμβριο, άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να ακολουθήσει κι αυτή τη μείωση, για να συμπληρωθεί έτσι το παζλ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών.

Τα αρνητικά επιτόκια, ποιοτική εξέλιξη και τομή του περιβάλλοντος μηδενικών επιτοκίων που κληροδότησε η κρίση του 2008, διαμορφώνουν μια κατάσταση που σε τέτοια έκταση δεν έχει προηγούμενο. Κίνητρο των διοικήσεων των κεντρικών τραπεζών είναι να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση της οικονομίας (νοικοκυριών και επιχειρήσεων) ώστε οι ρυθμοί μεγέθυνσης να ξεκολλήσουν από τη ζώνη του μηδέν και να επέλθει η ανάπτυξη. Η συνέχεια μπορεί να προβλεφθεί όχι μόνο από την αρνητική εμπειρία της εκμηδένισης του κόστους του χρήματος που ήδη υφίσταται. Οι μηδενικές έως πολύ μειωμένες προσδοκίες που δημιουργούν τα μηδενικά επιτόκια προοικονομούνται εύκολα από την υπερχρέωση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα το μόνο που μπορούν να προσφέρουν είναι αναχρηματοδότηση υπαρχόντων δανείων κι όχι ανάληψη νέων. Φέρνουν ωστόσο στην επιφάνεια τη δομική κρίση που διέρχεται ο καπιταλισμός με τη συνεχή συρρίκνωση των επενδύσεων και τις εκρηκτικές αντιθέσεις που συσσωρεύει…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν την Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Αρέσει σε %d bloggers: