ΚΡΙΣΗ: Δέκα χρόνια από το ξέσπασμα της καταιγίδας

Από το κραχ της Bear Sterns στο ντόμινο του χρέους

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Συνήθως, η σοβαρότητα μιας κρίσης, από αυτές που συμβαίνουν σχεδόν σταθερά κάθε 10 χρόνια – αποδεικνύοντας, κάθε φορά, ότι είναι η σοβαρότερη κρίση των τελευταίων 50 ετών, σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του πρώην αμερικανού κεντρικού τραπεζίτη Πολ Βόλκερ –  εκτιμάται εξετάζοντας το βάθος των συνεπειών της στην οικονομία. Ελέγχοντας δηλαδή πόσο χαμηλά έστειλε το ΑΕΠ, την απασχόληση, τις τιμές των μετοχών κ.λπ. Η κρίση που ξέσπασε το 2008, είχε ως κορυφαία στιγμή την κατάρρευση της Lehman Brothers στις 15 Σεπτεμβρίου, έκανε όμως την εμφάνισή της ακριβώς πριν δέκα χρόνια με τους πρώτους τριγμούς στην αμερικανική αγορά ακινήτων και τις αλλεπάλληλες χρεοκοπίες, αρχής γενομένης τον Ιούνιο του 2007, επενδυτικών κεφαλαίων της τράπεζας Bear Sterns, της πέμπτης μεγαλύτερης επενδυτικής τράπεζας των ΗΠΑ, και έχει τον δικό της τρόπο να υπογραμμίζει τη σοβαρότητά της. Επιβάλλεται στην μακρά αλυσίδα των κρίσεων καθώς ακόμη και σήμερα, δέκα χρόνια μετά, δεν έχει επέλθει η επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση! Αρκεί μια ματιά στα μέτρα που εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπισή της όπως και στις αιτίες της, όπου θεωρητικά στόχευαν οι πολιτικές που υιοθετήθηκαν, για να φανεί ότι η κρίση ήρθε για να μείνει. Από μια άλλη οπτική γωνία, για να φανεί πόσο επικίνδυνα ανήμπορες είναι σήμερα οι μεγάλες οικονομίες να αντιμετωπίσουν μια πιθανή αναζωπύρωσή της.

Το πρώτο μέτρο που εφαρμόστηκε για να αντιμετωπιστεί η κρίση ήταν η ραγδαία μείωση των επιτοκίων, έτσι ώστε να διευκολυνθεί ο δανεισμός. Στο 4% ήταν τα ονομαστικά επιτόκια του ευρώ στις αρχές του 2008, για να μειωθούν σε 1 χρόνο στο 1% και τα τελευταία 2 χρόνια να αγκιστρωθούν στο 0%. Και στις ΗΠΑ παρατηρήθηκε η ίδια τάση: στο 5% ήταν τα επιτόκια του δολαρίου μέχρι και το 2007, όσο οι Αμερικάνοι επιδίδονταν στο προσοδοφόρο άθλημα της αγοραπωλησίας σπιτιών, για να γίνουν σχεδόν μηδενικά το 2009 όπου και περίμεναν μέχρι το 2015. Μόλις τους τελευταίους μήνες ξεπέρασαν το 1%. Επιστροφή των επιτοκίων στα προ κρίσης επίπεδα δεν προβλέπεται σύντομα…

Το δεύτερο μέτρο που υιοθετήθηκε ήταν η ενεργοποίηση των κεντρικών τραπεζών, οι οποίες, ειδικά στις ΗΠΑ, έφτασαν στο σημείο να χορηγούν ακόμη και δάνεια στην ιδιωτική οικονομία, καλύπτοντας το κενό που δημιούργησε η κατάρρευση της πίστης και το πάγωμα των πιστώσεων από τις ιδιωτικές τράπεζες. Ως αποτέλεσμα, ο ισολογισμός της κεντρικής τράπεζας από 870,261 δισ. δολ. στις 30 Ιουλίου 2007 να πενταπλασιαστεί μέχρι τις 3 Ιουλίου 2017, φθάνοντας τα 4,467 τρισ. δολ. Το ίδιο συνέβη και στην από δω μεριά του Ατλαντικού με τον ισολογισμό της ΕΚΤ: από 1,5 τρισ. ευρώ στις αρχές του 2007 αγγίζει σήμερα τα 4 τρισ. ευρώ. Ομοίως, επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα των ισολογισμών των κεντρικών τραπεζών δεν προβλέπεται σύντομα…

Το τρίτο μέτρο αφορούσε την αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα έτσι ώστε ποτέ ξανά να μην επικαλεστούν το ότι οι τράπεζες είναι «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν» και να εκβιάζουν κατ’ αυτό τον τρόπο την διάσωση με χρήματα των φορολογουμένων. Η κρίση πυροδότησε έναν πρωτοφανή πυρετό εξαγορών και συγχωνεύσεων που μείωσε σημαντικά τον αριθμό των τραπεζών. Στις ΗΠΑ οι 7.294 τράπεζες στις 31 Δεκεμβρίου 2006, μειώθηκαν στις 5.083 έπειτα από 10 χρόνια, επέζησαν δηλαδή οι 2 από τις 3. Στην ευρωζώνη η εκκαθάριση ήταν εξ ίσου σαρωτική καθώς από 7.626 νομισματικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπήρχαν τον Ιανουάριο του 2007, τον Ιούνιο του 2017 λειτουργούσαν 5.805. Η πρόσφατη διάσωση των δύο ιταλικών τραπεζών έδειξε ότι αντίθετα με τις υποσχέσεις πολύ περισσότερο σήμερα οι τράπεζες παραμένουν «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν»…

Τέλος, οι πολιτικές δρακόντειας λιτότητας που επιβλήθηκαν σε όλο το δυτικό ημισφαίριο αφορμή και στόχο ταυτόχρονα είχαν την μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Λογικά λοιπόν θα ανέμενε κανείς ότι μια δεκαετία μετά το δημόσιο χρέος θα έχει μειωθεί ως απόλυτο μέγεθος και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ. Κι εδώ όμως ο ελέφαντας συνεχίζει να βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο. Σε παγκόσμιο επίπεδο το συνολικό χρέος (κυβερνήσεων, νοικοκυριών και εταιρικό εξαιρουμένου του χρηματοπιστωτικού τομέα) βρίσκεται σε επίπεδα ρεκόρ καθώς αγγίζει το 325% του παγκόσμιου ΑΕΠ κι ανέρχεται σε 215 τρισ. δολ. αυξημένο κατά 70 τρισ. δολ. μέσα σε μια δεκαετία! Στην ευρωζώνη το δημόσιο χρέος από 7,136 τρισ. ή 80% του ΑΕΠ το 2009, έφτασε τα 9,588 τρισ. ή 89% του ΑΕΠ το 2016. Αυξήθηκε αντί να μειωθεί, λόγω της λιτότητας που οδήγησε σε ύφεση και συρρίκνωση του ΑΕΠ. Ομοίως, επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα του δημόσιου και συνολικού χρέους δεν προβλέπεται σύντομα…

Φαίνεται από τα παραπάνω ότι η επιστροφή των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ σε ΗΠΑ και Ευρώπη στα προ κρίσης επίπεδα δε σημαίνει ότι η κρίση αποτελεί παρελθόν. Οι επιδόσεις ποτέ δε θα είχαν φτάσει σε αυτά τα επίπεδα αν η κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οικονομία είχε τερματιστεί κι είχαμε επιστρέψει στην κανονικότητα.

Απογειώθηκαν οι μετοχές, «πάγωσαν» μισθοί – συντάξεις

Δέκα χρόνια μετά το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων στις ΗΠΑ το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην υποχρέωση των πολιτικών και νομισματικών αρχών να διατηρούν σε ισχύ εξαιρετικά μέτρα που ενεργοποιούνται μόνο κάτω από αντίξοες συνθήκες, ως ύστατη λύση και για περιορισμένο χρονικό διάστημα.

Η κατάσταση περιπλέκεται επειδή ταυτόχρονα με την αδυναμία της καπιταλιστικής οικονομίας να λειτουργήσει χωρίς τη συνεχή μηχανική υποστήριξη των κεντρικών τραπεζών, τα χρηματιστήρια πλέουν σε πελάγη ανείπωτης ευτυχίας. Ούτε την πρώτη μεταπολεμική εποχή των «τριάντα ένδοξων χρόνων» δεν κατέγραφαν τέτοια ρεκόρ. Πολύ ενδεικτικά η εξέλιξη ορισμένων χρηματιστηριακών δεικτών: Από την 1η Ιουλίου 2007 μέχρι την 1η Ιουλίου 2017 ο αμερικανικός βιομηχανικός δείκτης Dow Jones από 13.895 μονάδες σκαρφάλωσε στις 21.553, ο επίσης αμερικανικός δείκτης υψηλής τεχνολογίας Nasdaq από 2.701 στις 6.270, ο γερμανικός DAX από 7.861 σε 12.641, ο ιαπωνικός Nikkei από 16.785 σε 20.099 και ο βρετανικός FTSE100 από 6.447 σε 7.413, κοκ.

Η έκρηξη των χρηματιστηριακών τιμών, όταν μισθοί, συντάξεις και κοινωνικές παροχές παραμένουν παγωμένα, όταν δεν μειώνονται για να επιτευχθεί η πολυπόθητη σταθεροποίηση, λύνει ένα «παράδοξο». Πού πάνε τα δισεκατομμύρια τα οποία διοχετεύονται από τις κεντρικές τράπεζες και έχουν μετατρέψει τους ισολογισμούς τους σε μπαλόνια… Εν ολίγοις, στις τσέπες των μεγαλομετόχων! Εκεί καταλήγει η πλημμυρίδα ρευστού που απελευθερώνουν ΕΚΤ και αμερικανική κεντρική τράπεζα, μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης. Έτσι όμως οι αντιθέσεις οξύνονται κι η αναγκαία διόρθωση (στο βαθμό που τα προσδοκώμενα μελλοντικά κέρδη ποτέ δεν πραγματώνονται) θα λάβει πιο βίαιο χαρακτήρα!

Από λύση γίνεται πρόβλημα η Κίνα

Το συνολικό χρέος της Κίνας κινείται σε δυσθεώρητα επίπεδα, συγκρίσιμα ωστόσο με αυτά της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ. Παρότι λοιπόν τον Μάιο του 2017 έφθασε το 304% του ΑΕΠ από μόνο του αυτό το μέγεθος δεν προκαλεί ανησυχία. Εφησυχασμό επίσης προκαλεί και το γεγονός ότι βρίσκεται σε εθνικά χέρια, που σημαίνει ότι δεν κινδυνεύει από κερδοσκοπικές επιθέσεις κι ούτε εξαρτάται από τη στάση των οίκων αξιολόγησης.

Υπάρχει ωστόσο ένα χαρακτηριστικό που το έχει μετατρέψει σε ωρολογιακή βόμβα και είναι η ταχεία άνοδός του σε αυτά τα επίπεδα. Ενδεικτικά, μόλις το 2015 το συνολικό χρέος της Κίνας ανερχόταν στο 247% του ΑΕΠ, ενώ τις «ήσυχες μέρες» του 2005 στο 160% του ΑΕΠ.  Αυτό που συνέβη το συμπυκνώνει σε μια σύγκριση ο αμερικάνος μαρξιστής Ντέιβιντ Χάρβεϋ (στο βιβλίο του The ways of the world, 2016): το τσιμέντο που καταναλώθηκε στην Κίνα (6.651 εκ. τόνοι) μέσα σε 3 χρόνια (2011-2013) ήταν μιάμιση φορά περισσότερο από το τσιμέντο που κατανάλωσαν οι ΗΠΑ (4.405 εκ. τόνοι) στη διάρκεια ενός αιώνα (1900-1999)! Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας αψηφώντας τις οδηγίες που υποδείκνυαν την αξιοποίηση της κρίσης για την εδραίωση νεοφιλελεύθερων αλλαγών, επανέλαβε την επιτυχημένη συνταγή που είχε εφαρμόσει ο Ναπολέων Γ’ στο Παρίσι το 1852 και ο Ρούζβελτ στις μεταπολεμικές ΗΠΑ το 1945: εφάρμοσε ένα ασύλληπτων διαστάσεων κατασκευαστικό πρόγραμμα που μεταμόρφωσε τη χώρα. Το τίμημα ωστόσο ήταν βαρύ κι ασύμμετρο, δεδομένου ότι η πιστωτική επέκταση μεταξύ 2009 και 2015 αύξανε κάθε χρόνο κατά 20% πολύ ψηλότερα από την ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ. Έτσι πλέον γεννιούνται ερωτηματικά για την αποπληρωμή του σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης διεθνοποίησης, δηλαδή αμερικανοποίησης, του κινέζικου τραπεζικού συστήματος, κατ’ εντολή του Τραμπ, ενώ όλοι ξέρουν ότι οι χρυσές εφεδρείες του 2008 πλέον δεν υφίστανται. Εξαντλήθηκαν κι αυτές χωρίς να αναμένεται η σύντομη επιστροφή του κινέζικου χρέους στα προ κρίσης επίπεδα…

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Νέα Σελίδα στις 30 Ιουλίου 2017

Απειλείται οικονομικό ολοκαύτωμα (Πριν, 15/12/2007)

Άνοδος τιμής πετρελαίου και πτώση του δολαρίου

ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΙΔΙΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ

 Άστραψαν και βρόντησαν οι πρόεδροι της Βενεζουέλας και του Ιράν στην τελευταία σύνοδο των ηγετών των μελών του Οργανισμού Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών εναντίον των ΗΠΑ. Αυτή τη φορά όμως κανείς, στην κυριολεξία κανείς δεν ήθελε ούτε και μπορούσε να τους κάνει να χαμηλώσουν τον τόνο της φωνής τους, καθώς η αγωνία που εξέφραζαν με αφορμή την κάθετη πτώση της διεθνούς ισοτιμίας του δολαρίου ήταν κοινή! «Δεν βλέπετε πως το δολάριο βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση χωρίς αλεξίπτωτο», ρώτησε από το βήμα ο Ούγκο Τσάβες για να συμπληρώσει: «Λόγω της υποτίμησης του αμερικανικού δολαρίου οι συναλλαγές στο πετρέλαιο θα πρέπει να διεξάγονται με τη χρήση ενός συνδυασμού άλλων ισχυρών σκληρών νομισμάτων και θα πρέπει να απαιτήσουμε από τα χρηματιστήρια πετρελαίου να αντικαταστήσουν το δολάριο με άλλα νομίσματα»! Ο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ ήταν πιο πρακτικός ανακεφαλαιώνοντας τα συμπεράσματα της συνόδου: «Όλοι οι συμμετέχοντες ηγέτες επέδειξαν ενδιαφέρον να αλλάξουν τα αποθεματικά τους σε σκληρό νόμισμα προς όφελος ενός αξιόπιστου σκληρού νομίσματος», δήλωσε με το πέρας των εργασιών, κάνοντας τους αμερικανόδουλους Σαουδάραβες να σπεύσουν πανικόβλητοι με ανακοίνωση Τύπου να διαχωριστούν, τονίζοντας ότι οι ίδιοι ουδέποτε εκδήλωσαν σχετική πρόθεση!

Τα όσα διαμείφθηκαν στον ΟΠΕΚ δεν αποτελούν παρά την κορυφή του παγόβουνου της τρέχουσας, ιστορικών διαστάσεων οικονομικής κρίσης, όπως ήρθε στην επιφάνεια τον Αύγουστο που μας πέρασε. Η σημασία της είναι πρωτοφανής καθώς αγκαλιάζει, με θανάσιμο τρόπο, τους πιο βασικούς πυλώνες του διεθνούς οικονομικού συστήματος: Από τη δολαριακή του βάση μέχρι την ατμομηχανή του που είναι η ικανότητά του να εγγυάται την αέναη επέκταση της πίστωσης: να παράγει δηλαδή δανεικά, ώστε από τα κράτη και τις επιχειρήσεις μέχρι τα νοικοκυριά να δανείζονται με σχετικά ευνοϊκούς όρους για να καταναλώνουν διασφαλίζοντας την πραγμοποίηση της υπεραξίας. Πλέον καμία σταθερή δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη καθώς μια σειρά παράγοντες φαινομενικά ανεξάρτητοι (όπως η κρίση στην αγορά στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης και η πιστωτική ασφυξία από τη μια και η πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου από την άλλη) έχουν οδηγήσει στη σύμπτωση κυκλικές και δομικές αιτίες της χρόνιας κρίσης οδηγώντας την καπιταλιστική οικονομία σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο σημείο. Η μοναδικότητά του, μεταξύ άλλων, υπογραμμίζεται από την πασιφανή αδυναμία όλων εκείνων των παλιών εργαλείων που έκαναν για παράδειγμα την άλυτη κρίση του ’73 να μη λαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις και να αργοσέρνεται. Ότι είχαν να δώσουν αυτά τα μέσα πλέον το έδωσαν.

 Οι περισσότεροι οικονομολόγοι δεν προβλέπουν ότι θα ξεσπάσει ύφεση στην Αμερική, ανέφερε ο βρετανικός Εκόνομιστ πριν ένα μήνα για να μας υπενθυμίσει ότι ακριβώς το ίδιο είχε συμβεί τον Μάρτιο του 2001 όταν το 95% των οικονομολόγων δήλωνε πως δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση, αλλά και το 1929 όταν οι οικονομολόγοι του Χάρβαρντ διαβεβαίωναν πως «το ενδεχόμενο κρίσης είναι πέραν όλων των πιθανών ενδεχομένων». Καλύτερα λοιπόν να δέσουμε τις ζώνες μας…

 

 Η υποτίμηση του δολαρίου αποτέλεσμα της κρίσης της αμερικάνικης ηγεμονίας

 

Στην πιο περίοπτη θέση των μέσων που αναδύθηκαν στα απόνερα της δομικής κρίσης του 1973 βρίσκεται η λεγόμενη συμφωνία Μπρέτον Γουντς ΙΙ, που ως κύριο χαρακτηριστικό της έχει ότι …ποτέ δεν συνομολογήθηκε, ούτε καν στα λόγια από όσους συμμετείχαν, αλλά επιβλήθηκε όπως περίπου η Pax Americana. Σε αντίθεση με την συμφωνία του Μπρέτον Γουντς που συμφωνήθηκε ρητά με κάθε επισημότητα και προπαρασκευή την επομένη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου προβλέποντας ένα σταθερό σύστημα συναλλαγματικών ισοτιμιών, εγγυημένο από χρυσό, με τις ΗΠΑ να λειτουργούν ως άμεσος εγγυητής του, το Μπρέτον Γουντς ΙΙ αφορά κατ’ αρχήν την σταθερή πρόσδεση πολλών εθνικών νομισμάτων αναπτυσσόμενων χωρών με το δολάριο σε ένα μάλιστα επίπεδο που μπορεί να χαρακτηριστεί υποτιμημένο γι αυτά, ώστε να διευκολύνονται οι εξαγωγές τους. Το άλλο σκέλος της ανταλλαγής περιλαμβάνει την κατάθεση στις ΗΠΑ, με τον πιο διαφορετικό και πρωτότυπο τρόπο τα τελευταία χρόνια, όλων αυτών των ρευστών διαθέσιμων έτσι ώστε να καλύπτονται τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της και να μπορεί να λειτουργεί ως εγγυητής, χωρίς φυσικά να αναλαμβάνει και δεσμεύσεις. «Από ορισμένες πλευρές το Μπρέττον Γουντς ΙΙ μοιάζει με ένα γιγαντιαίο καρτέλ που ξεπλένει χρήμα. Αγοράζεις τα προϊόντα μου και σε ανταπόδοση σου δίνω τα λεφτά πίσω υπό τη μορφή δανείων», ανέφερε αναλυτής των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 26 Νοεμβρίου. Αυτό μπορούσε να το πράττει όμως όσο λειτουργούσε ένας άλλος καλολαδωμένος μηχανισμός που κράταγε το δολάριο σε μια αξιοπρεπή ισοτιμία. Βασική κινητήρια δύναμή του ήταν τα αμερικανικά επιτόκια στα οποία θα επανέλθουμε.

Ο μηχανισμός που κρατούσε το δολάριο σε μια υψηλή ισοτιμία κατέρρευσε και ως αποτέλεσμα το αμερικανικό νόμισμα έναντι ενός καλαθιού ισχυρών νομισμάτων έχει χάσει το ένα τέταρτο της αξίας του τα τελευταία πέντε χρόνια ενώ έναντι του ευρώ έφθασε να κατρακυλήσει: από 86 σεντς που ανταλλασσόταν το 2002, εδώ και λίγους μήνες διαπραγματεύεται σταθερά μεταξύ 1,4 και 1,5 δολάρια ανά ευρώ. Η πτώση του δολαρίου είχε πολλαπλές συνέπειες τόσο εντός όσο και εκτός των ΗΠΑ. Στο εξωτερικό οι συνέπειες ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το δολάριο αποτελεί το βασικότερο μέσο με το οποίο γίνονται οι διεθνείς συναλλαγές, αλλά και το βασικότερο νόμισμα στο οποίο τηρούν τα αποθεματικά τους κεντρικές τράπεζες, επενδυτές, κ.α. Στη βάση της πρώτης του λειτουργίας, ως μέσο διεκπεραίωσης των διεθνών ανταλλαγών η κάθετη πτώση της ισοτιμίας του σηματοδότησε την κάθετη πτώση των εσόδων εκείνων των κρατών που το χρησιμοποιούν ως μέσο πληρωμής. Γι αυτό φώναζαν Τσάβες και Αχμαντινετζάντ και γι αυτό οι συνδαιτυμόνες τους κατά βάση συμφωνούσαν, όσο κι αν δεν το παραδέχονταν δημόσια επειδή δε ήθελαν να διαταράξουν τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ. Υπό αυτό το πρίσμα η συνεχής άνοδος της τιμής του πετρελαίου είναι κατά ένα σημαντικό μέρος αποτέλεσμα της πτώσης της ισοτιμίας του δολαρίου, για να μπορέσουν οι πετρελαιοεξαγωγικές χώρες να αντισταθμίσουν τις απώλειές τους, και αυτό το αποτέλεσμα στη συνέχεια γίνεται νέα αιτία πτώσης της ισοτιμίας του αμερικανικού νομίσματος για να μετριαστούν οι επιπτώσεις από την κούρσα ανόδου της τιμής του μαύρου χρυσού. Έτσι, η άνοδος από την αρχή του χρόνου της τιμής του πετρελαίου κατά 60% σε όρους δολαρίου, μεταφράζεται σε άνοδο της τάξης του 51% σε όρους βρετανικής λίρας, 46% σε όρους γιεν και 42% σε όρους ευρώ. Υπολογίζεται μάλιστα ότι η πτώση κατά μια ποσοστιαία μονάδα της ισοτιμίας του δολαρίου οδηγεί το πετρέλαιο σε μια ισόποση αύξηση. Ενώ δεν είναι τυχαίο ότι το πετρέλαιο έφθασε μια ανάσα από τα 100 δολάρια όταν η ισοτιμία του ευρώ προς το δολάριο άγγιξε για πρώτη φορά το 1,5. Αυτός ο μηχανισμός αντιστάθμισης ωστόσο δεν είναι μηδενικού αθροίσματος για τις χώρες που εξάγουν βασικά εμπορεύματα και πιο συγκεκριμένα πετρέλαιο καθώς βλέπουν τα πραγματικά τους έξοδα να υπολείπονται σταθερά αυτών που θα μπορούσαν να εισπράξουν λόγω του μέσου με το οποίο είναι αναγκασμένοι να πραγματοποιούν τις διεθνείς συναλλαγές τους. Αυτός είναι ο πρώτος λόγος για τον οποίο επιτίθενται στις ΗΠΑ χωρίς να παραγνωρίζονται τα πολιτικά κίνητρα: ότι τυχόν αντικατάσταση του δολαρίου θα έχει δραματικές συνέπειες τόσο για την  ισοτιμία του όσο και για το κύρος του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο στρέφονται πολλές χώρες κατά του δολαρίου είναι ότι η σταθερή πρόσδεση της ισοτιμίας των νομισμάτων τους προς το δολάριο (όπως έχουν κάνει όλες σχεδόν οι αραβικές χώρες και δεκάδες άλλες από τον Ισημερινό μέχρι την Ουκρανία, εκχωρώντας έτσι στην αμερικάνικη κεντρική τράπεζα το προνόμιο χάραξης πολιτικής επιτοκίων) έχει μετατραπεί σε παράγοντα δημιουργίας πληθωρισμού και μύριων άλλων ανισορροπιών στο εσωτερικό τους. Στα Εμιράτα για παράδειγμα τρίζει εκ θεμελίων το θαύμα που οικοδομείται από τους δεκάδες χιλιάδες μετανάστες καθώς η συνεχής πτώση της πραγματικής αξίας των δολαριακών εμβασμάτων που στέλνουν στις οικογένειές τους στην Ινδία και το Πακιστάν έχει οδηγήσει σε απεργίες, βίαιες μορφές καταστολής και αμφισβήτηση της βιωσιμότητας ενός μοντέλου εκμετάλλευσης ξένης εργατικής δύναμης που απέδιδε επί δεκαετίες. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι οι πληθωριστικές πιέσεις που δημιουργούνται στην οικονομία τους καθώς η αμερικανική κεντρική τράπεζα μειώνει τα επιτόκια για να αποτρέψει την ύφεσή στο εσωτερικό των ΗΠΑ και αυτές οι χώρες που θα ήθελαν μια συγκρατημένη πολιτική επιτοκίων βλέπουν να ανοίγουν οι κρουνοί των χρηματοδοτήσεων, υπερθερμαίνοντας μια ήδη φλεγόμενη οικονομία. Στα Εμιράτα σήμερα συμβαίνει ότι ακριβώς είχε συμβεί στην Αργεντινή το 2001, όταν η δολαριοποιημένη οικονομία οδηγήθηκε σε κρίση λόγω μιας άσχετης πολιτικής επιτοκίων, με αντίστροφους όμως όρους: το πέσο κατέρρευσε υπό το βάρος μιας συσταλτικής νομισματικής πολιτικής όταν ενδεικνυόταν επέκταση, ενώ το ριάλ και το ντιρχάμ απειλούνται από μια εξ ίσου απρόσφορη επεκτατική πολιτική, όταν ενδείκνυται μάζεμα των λουριών. Καθόλου τυχαία λοιπόν, ακόμη και χώρες όπως το Κουβέιτ που θεωρούν αδιαμφισβήτητο τον φιλοαμερικανικό προσανατολισμό τους, εγκαταλείπουν τη μονοσήμαντη νομισματική πολιτική και στη θέση του δολαρίου συνδέουν το εθνικό τους νόμισμα με ένα καλάθι ισχυρών νομισμάτων, στα οποία απλά συμπεριλαμβάνεται και το δολάριο.

Ο τρίτος λόγο για τον οποίο ακούγεται σαν ειρωνεία η φράση «στροφή προς την ποιότητα» που παλιά σήμαινε αγορά δολαρίων είναι ότι η αποτίμηση των αποθεματικών που τηρούν σε δολάρια κατά κανόνα οι κεντρικές τράπεζες οδηγεί συνεχώς σε απώλειες. Ως αποτέλεσμα το ειδικό τους βάρος συνεχώς μειώνεται. Έτσι από 71% που ήταν οι τοποθετήσεις των κεντρικών τραπεζών σε δολάρια το 1999, σήμερα έχουν φτάσει το 64,8%. Από δω και πέρα όμως αρχίζουν τα προβλήματα καθώς οποιαδήποτε περαιτέρω απομάκρυνση από τις δολαριακές τοποθετήσεις, πολύ μάλιστα περισσότερο αν γίνει απότομα, θα σημάνει την περαιτέρω απαξίωση αυτών των τοποθετήσεων. Η μετάβαση έτσι στη νέα κατάσταση επισύρει ένα επιπλέον, διαφορετικό κόστος, το οποίο θα μεγιστοποιηθεί αν η μετάβαση γίνει απότομα. Εδώ συναντιούνται τα στενά οικονομικά συμφέροντα της αμερικάνικης κεντρικής τράπεζας που πουλάει δολάρια με τους ανά τον κόσμο πελάτές της οι οποίοι αγοράζουν, καθώς τους κρατάει όμηρους και είναι σαν να τους λέει «αν με κάψετε καήκατε».

Αυτή η ισορροπία ωστόσο, υπό το βάρος των υψηλών διακυβευμάτων με τα οποία είναι αντιμέτωπη η αμερικάνικη οικονομία, έχασε το σασπένς της από τη στιγμή που η αμερικάνικη κεντρική τράπεζα άρχισε ξανά να μειώνει τα επιτόκια του δολαρίου και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κράτησε τα επιτόκια του ευρώ στο ύψος τους προσφέροντας έτσι μια επωφελέστατη εναλλακτική λύση για τις τοποθετήσεις σε ξένο νόμισμα. Χωρίς κόστος μπορούν επομένως να εγκαταλείψουν το δολάριο οι κεντρικές τράπεζες όλου του κόσμου από τη στιγμή που ο πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Μπεν Μπερνάνκι, αποσαφήνισε ότι δεν πρόκειται να μείνει απαθής μπροστά στους κινδύνους της ύφεσης και θα μειώνει τα επιτόκια του δολαρίου, όπως ακριβώς είχε κάνει και ο προκάτοχός του Γκρίνσπαν οδηγώντάς τα από το 6,5% στο 1%!

Η διαφαινόμενη μείωση των αμερικάνικων επιτοκίων καθιστά σχεδόν βέβαιο ότι η τρέχουσα πτώση του δολαρίου δεν θα είναι συγκυριακή ή κυκλική ανάλογη της πτώσης που καταγράφηκε το 1977-79, το 1985-88 και το 1993-95, για να ανακάμψει στη συνέχεια. Οι πιθανότητες να αποβεί για το δολάριο ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας τόσο καταστροφικός όσο απέβη και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος για τη βρετανική λίρα αυξάνονται αν δούμε τη σταδιακή συρρίκνωση του ειδικού βάρους της αμερικάνικης στην παγκόσμια οικονομίας και την παράλληλη άνοδο του ειδικού βάρους των αναπτυσσομένων όπως συνηθίζεται να λέγονται περιφερειακών καπιταλιστικών χωρών. Η συσσώρευση στα χέρια τους τεράστιου πλούτου εξ αιτίας της ανόδου των τιμών των βασικών προϊόντων την τελευταία πενταετία έχει ενισχύσει τη θέση τους στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό. Η ευκολία με την οποία έσπευσαν να παίξουν το ρόλο του «λευκού ιππότη» αραβικά και ασιατικά επενδυτικά κεφάλαια σώζοντας το τελευταίο τρίμηνο από τη χρεοκοπία τραπεζικούς κολοσσούς όπως τη Citibank, τη Barclays, τη Bear Sterns, τη Merryll Lynch και την εβδομάδα που μας πέρασε την ελβετική UBS ή η είδηση ότι τα δύο τρίτα των μετοχών του χρηματιστηρίου του Λονδίνου ελέγχονται από μεσανατολικά κεφάλαια δείχνουν μια ιστορικής σημασίας αλλαγή των οικονομικών συσχετισμών.

Η φούσκα των ακινήτων απειλεί

Η ΥΦΕΣΗ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΤΟΚΙΩΝ ΚΑΙ Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΑΝΟΔΟ!!!

 

Όσο όμως κι αν οι αποφάσεις για τις τοποθετήσεις νομισμάτων έγιναν ευκολότερες από την ευκαμψία που έδειξε η αμερικάνικη κεντρική τράπεζα και την εμμονή των ευρωπαίων να δίνουν προτεραιότητα στις διαδικασίες εκκαθάρισης κεφαλαίου που υποκινούν τα αμετάβλητα – παρά τις διεθνείς εκκλήσεις – ψηλά επιτόκια του ευρώ, το σασπένς δεν εξαφανίστηκε. Αντίθετα έγινε μεγαλύτερο και μετατοπίστηκε, αφορώντας τα εξής: Πρώτο, τις πηγές από τις οποίες οι ΗΠΑ θα καλύπτουν τα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών τους και δεύτερον, το μίγμα πολιτικής που θα εφαρμόσουν πιεζόμενοι από τη μια να μειώσουν άμεσα τα επιτόκια για να αποτραπεί η ύφεση και από την άλλη να τα αυξήσουν για να ενισχυθεί το δολάριο και να στηριχτεί το ισοζύγιο. Οι επιλογές δεν είναι άπειρες και κάθε μια έχει κόστος!

Μέχρι και πρόσφατα, στο πλαίσιο του Μπρέττον Γουντς ΙΙ που προαναφέραμε, οι ΗΠΑ ήταν η τραπεζική θυρίδα όλου του κόσμου έχοντας επινοήσει και εφαρμόσει έναν σκανδαλώδη στη σύλληψη του μηχανισμό για να μαζεύουν αυτά τα λεφτά και να καλύπτουν το έλλειμμα του ισοζυγίου. Στον πυρήνα του είχε τη δημιουργία χρεογράφων στη βάση υλικών περιουσιακών στοιχείων, εσχάτως και όλο και περισσότερο στεγαστικών δανείων μειωμένης εξασφάλισης. Έτσι με την ίδια συχνότητα που στα τέλη της δεκαετίας του ’90 οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου όλου του κόσμου κατέληγαν στις ΗΠΑ για να χρηματοδοτήσουν εξαγορές και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων και αμέσως μετά τη φούσκα των μετοχών νέας τεχνολογίας, με την ίδια ακριβώς ταχύτητα όλη την προηγούμενη πενταετία κατέληγαν να χρηματοδοτούν την αμερικανική κτηματική αγορά. Οι χαμηλές αποδόσεις των κρατικών χρεογράφων παρέμεναν έτσι αδιάφορες μια και ο ιδιωτικός τομέας αναλάμβανε να δημιουργήσει τα κίνητρα για την προσέλευση των κεφαλαίων. Η ανοχή που επέδειχναν επομένως οι αμερικάνικες πιστωτικές αρχές στην Άγρια Δύση της κτηματικής φούσκας δεν είναι και τόσο δύσκολο να εξηγηθεί.

Το ρευστό που εισέρεε μετατρεπόταν σε δάνεια τα οποία έφθασαν να χορηγούνται χωρίς καμιά εγγύηση. Τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης  από 8,5% που ήταν στο σύνολο των κτηματικών δανείων στα τέλη του 2003 μετά από δύο χρόνια έφθασαν το 20%. Η αφειδώλευτη χορήγησή τους υποκινούσε παράλληλα έναν οικοδομικό οργασμό και μία άνοδο των τιμών των κατοικιών. Πέρυσι τέτοια εποχή, στο τέλος του 2006 δηλαδή, η αξία όλων των σπιτιών στις ΗΠΑ είχε φθάσει το 153% του αμερικανικού ΑΕΠ, για να μειωθεί στις 30 Σεπτέμβρη του 2007 στο 150% του ΑΕΠ κι αφού πρώτα στο τέλος του δεύτερου τριμήνου 2,1 εκατ. σπίτια έμεναν άδεια! Για να έχουμε και ένα μέτρο σύγκρισης για τη φούσκα των ακινήτων να αναφέρουμε ότι η φούσκα των μετοχών δεν είχε αγγίξει τέτοια ύψη, καθώς στο ανώτατο σημείο η κεφαλαιοποίησή της έφθασε το 136% του ΑΕΠ …μόνο.

Το ερώτημα που τώρα γεννιέται είναι με ποιο τρόπο θα καλύψουν άμεσα όπως απαιτείται οι αμερικάνικες αρχές το κενό που άφησε πίσω της η φούσκα των ακινήτων καθώς συνέβαλε στη χρηματοδότηση του ελλείμματος.

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

Κρίση παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων

ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ΖΗΜΙΕΣ

 

Η ζημιά που δημιουργήθηκε από τη φούσκα των ακινήτων ξεπερνάει κατά πολύ το πρόβλημα χρηματοδότησης του αμερικανικού ισοζυγίου γιατί πρώτον οι διαστάσεις της είναι πρωτοφανείς και παραμένουν ακόμη άγνωστες, δεύτερον, είναι πλανητική ξεπερνάει δηλαδή τα περιορισμένα σύνορα των ΗΠΑ και τρίτον έχει κάνει μετάσταση στο πιο νευραλγικό σημείο του σύγχρονου καπιταλισμού: εκεί που παράγονται οι πιστώσεις.

Η αμερικανική βιομηχανία των ακινήτων θα μείνει στην ιστορία της απάτης καθώς μετέτρεπε τα κουρελόχαρτα που υπέγραφαν ακόμη και οι άποροι για να αγοράσουν δάνεια σε εγγυήσεις τις οποίες στη συνέχεια εκχωρούσε στους δανειστές της για να παρασυρθούν μετά σε μια δίνη αλλεπάλληλων μεταβιβάσεων, με αποτέλεσμα σήμερα στην κυριολεξία κανείς να μην ξέρει που ακριβώς βρίσκονται. Τα πιθανά σημεία εξαιρουμένων των γνωστών τραπεζών υπολογίζονται σε 11.000! Θα χρειαστεί να περάσουν πολλές μέρες από το νέο χρόνο για να γίνει αυτό γνωστό καθώς μία – μία οι μεγαλύτερες τράπεζες που ενεπλάκησαν θα δημοσιεύουν τους ισολογισμούς τους, εμφανίζοντας τις μαύρες τρύπες. Το σύνολο των απωλειών που αναμένεται τελικά να καταγράψουν (έχοντας συνυπολογίσει τις ζημιές ύψους 50 δισ. δολ. που έχουν μέχρι τώρα γίνει γνωστές από τις τράπεζες που προαναφέραμε) εκτιμάται ακόμη και σε 400 δισ. δολάρια, όταν το σκάσιμο της φούσκας της νέας τεχνολογίας συνοδεύτηκε από ζημιές ύψους 93 δισ. δολ. …μόνο. Πρόκειται για ποσά που εμπεριέχουν και αέρα, κυρίως όμως αποτελούν παραγωγικές δυνατότητες της κοινωνίας που θυσιάζονται στο βωμό των οπισθοδρομικών και εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής για να ξεπεραστεί η κρίση. Φαίνεται έτσι ότι η τεχνική διάχυσης κινδύνου που επιλέγηκε κατάφερε το ακατόρθωτο: να μολύνει το πιστωτικό σύστημα από την μια άκρη ως την άλλη, ελαχιστοποιώντας πάντως τις απώλειες κάθε μεμονωμένης τράπεζας. Εντυπωσιακό επίσης, πέρα από ενδεικτικό είναι και το γεγονός ότι η κρίση δεν περιορίστηκε μόνο στις ΗΠΑ αλλά έθιξε κολοσσούς από την Ελβετία, την Αγγλία, τη Γερμανία κ.α.

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι το πρόβλημα ρευστότητας που έχει εμφανιστεί από τον Αύγουστο λόγω των βάσιμων υποψιών που έχει το κάθε πιστωτικό ίδρυμα για το άλλο πως καταγράφει απώλειες και δεν θα μπορέσει να ξεπληρώσει τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει όταν ζητάει δανεικά από τη διατραπεζική. Ως αποτέλεσμα η μείωση των λεγόμενων «εμπορικών γραμματίων» που παρατηρείται είναι θεαματική και άνευ προηγουμένου. «Ούτε μία φορά από το 1973 που ξεκίνησε η αμερικανική κεντρική τράπεζα να μετράει αυτά τα μεγέθη δεν μειώθηκαν με τέτοια ταχύτητα αυτές οι χρηματοδοτικές αρτηρίες», τόνιζαν οι Νιου Γιορκ Τάιμς στις 29 Νοέμβρη. Για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες εύρεσης ρευστού εν όψει των αυξημένων πάντα αναγκών του τέλους του έτους οι σημαντικότερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου (ΗΠΑ, Ευρωζώνης, Αγγλίας, Καναδά και Ελβετίας) συμφώνησαν την Τετάρτη να δημιουργήσουν ένα μηχανισμό παροχής ρευστού που θα διοχετεύει επιτόπου όσες ενέσεις ρευστού χρειάζεται η αγορά πριν οι ανάγκες προσλάβουν τη μορφή χιονοστιβάδας οδηγώντας τα επιτόκια σε τριψήφια μαυραγορίτικα επίπεδα και τις τράπεζες στη χρεοκοπία όπως συνέβη με την βρετανική Northern Rock τον Σεπτέμβριο. Τελευταία φορά που στήθηκε ανάλογος μηχανισμός άμεσης βοήθειας ήταν την 11η Σεπτέμβρη του 2001…

Απ’ όλα τα παραπάνω φαίνεται ότι η κρίση που έχει ξεσπάσει στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία από τον Αύγουστο, με τη μορφή της «πιστωτικής ασφυξίας», ακόμη και αν δεν προσλάβει βίαιες ή εκρηκτικές μορφές το επόμενο διάστημα, όπως συνέβη για παράδειγμα το 1930 ή το 1973 και παραμείνει μια ακόμη πυορροούσα πληγή δίπλα στις πέντε έξη ακόμη που έχουν ανοίξει αυτή την τριακονταετία, σηματοδοτεί έναν μετασχηματισμό βαθιά αντιδραστικό, καταστροφικό για τις εκρηκτικά αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας και αποκαλυπτικό για την αδυναμία του κεφαλαίου να συνεχίσει να διοικεί την κοινωνία.