Κρυφτό με τα μονοπώλια του ίντερνετ

Όταν μια οικονομία δεν μπορεί να υποτιμήσει το εθνικό της νόμισμα, μειώνει τους μισθούς. Κι όταν μια άλλη οικονομία  δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα μονοπώλια επιδίδεται σε δικαστικές έρευνες και διαμάχες. Προς απόδειξη όσα συμβαίνουν και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού με τα διαδικτυακά μονοπώλια.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Στις Ηνωμένες Πολιτείες το υπουργείο Δικαιοσύνης ξεκίνησε έρευνα για να εξακριβώσει αν κατά τη γιγάντωσή τους οι μεγάλοι του διαδικτύου χρησιμοποίησαν μεθόδους που παραβίαζαν τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Με βάση ενημέρωση του ίδιου του υπουργείου Δικαιοσύνης, που όταν έγινε γνωστή την Τρίτη 23 Ιουλίου οι μετοχές του Facebook, της Amazon και της εταιρείας – ιδιοκτήτριας της Google μειώθηκαν κατά 1% (δεν επήλθε δηλαδή κι η συντέλεια του κυβερνοχώρου), αντικείμενο της έρευνας θα είναι αν οι τεχνολογικές πλατφόρμες «έχουν πετύχει δύναμη επί της αγοράς κι αν εμπλέκονται σε πρακτικές που έχουν μειώσει τον ανταγωνισμό, έχουν καταπνίξει την καινοτομία ή έχουν με άλλους τρόπους βλάψει τους καταναλωτές». Η αμερικανική δικαιοσύνη έχει ήδη επιβάλλει ένα πρόστιμο – μαμούθ ύψους 5 δισ. δολ. στο Facebook για την παραβίαση των προσωπικών δεδομένων των χρηστών του, ενώ μόλις πριν λίγες ημέρες η Google υποχρεώθηκε να καταβάλλει 13 εκ. δολ. για τον ίδιο λόγο με αφορμή την εφαρμογή Street View.

Η …δικομανία έχει καταβάλλει και την από δω μεριά του Ατλαντικού, απ’ όπου ξεκίνησε άλλωστε και η τάση κοντέματος των μεγάλων του διαδικτύου μέσω της δικαστικής οδού. Αναφερόμενοι στο παρελθόν, ξεχωρίζουν οι αποφάσεις και τα πρόστιμα κατά της Google, εναντίον του Google Android και της Microsoft, με αφορμή την προεγκατάσταση λογισμικού που ευνοούσε την κυριαρχία δικών τους εφαρμογών, έναντι ανταγωνιστικών, και φυσικά το πρόστιμο ύψους 13 δισ. ευρώ εναντίον της Apple για φοροαποφυγή.

Η νέα όμως έρευνα που ξεκίνησε η επίτροπος της ΕΕ υπεύθυνη για θέματα τήρησης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, Μαργκρέτε Βεστάγκερ, η θητεία της οποίας λήγει τον Οκτώβριο, εναντίον της Amazon, εισάγει την αντιμονοπωλιακή έρευνα σε νέα και αχαρτογράφητα νερά. Αφορμή για την έρευνα είναι ο διπλός ρόλος της εταιρείας του Τζεφ Μπέζος τόσο ως τόπος αγοράς μέσω της πλατφόρμας που προσφέρει, όσο κι ως πωλητής χιλιάδων προϊόντων. Στο μικροσκόπιο της έρευνας θα βρεθούν οι τεχνικές που χρησιμοποιούσε η εταιρεία για να προωθεί τις δικές της πωλήσεις σε βάρος άλλων εταιρειών πώλησης ή και παραγωγής. Ειδικότερα, θα εξετασθεί πώς αξιοποιούσε τα μεγάλα δεδομένα που συσσώρευε από τις επισκέψεις εκατομμυρίων καταναλωτών προς όφελός της. Το θέμα έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον επειδή θα αγγίξει τα μεγάλα δεδομένα: ένα πεδίο άγνωστο στους νομοθέτες και τις ρυθμιστικές αρχές που διαφέρει κατά πολλούς και σημαντικούς τρόπους από τα παραδοσιακά στοιχεία ενεργητικού. Αποτελεί όμως ένα τεράστιας αξίας περιουσιακό στοιχείο.

Μένει ωστόσο να δούμε και την αντίδραση του Λευκοί Οίκου που δεν έχει δείξει να κάθεται με σταυρωμένα χέρια. Ούτε και τώρα πρόκειται να το κάνει παρότι ο Τζεφ Μπέζος αγοράζοντας τη φιλελεύθερη εφημερίδα Washington Post και εξελίσσοντάς την σε προμαχώνα κατά του ολοκληρωτισμού που πρεσβεύει ο Τραμπ μετατράπηκε σε πολέμιο του αμερικανού προέδρου.

Η μαχητική στάση που τηρεί η αμερικανική κυβέρνηση υπερασπίζοντας τα αμερικανικά μονοπώλια φάνηκε στην περίπτωση του νέου φόρου που θα επιβάλλει η Γαλλία. Ο «ψηφιακός φόρος» ύψους 3% που αναμένεται να ψηφιστεί από μέρα σε μέρα, θα έχει όμως αναδρομική ισχύ από 1/1/2019, θα επιβαρύνει επιχειρήσεις με παγκόσμια έσοδα άνω των 750 εκ. ευρώ και ψηφιακές πωλήσεις στη Γαλλία άνω των 25 εκ. ευρώ. Από το ταμείο εκτιμάται ότι θα περάσουν γύρω στις 30 επιχειρήσεις, με τη συντριπτική τους πλειοψηφία να είναι αμερικανικές. Μεταξύ τους ωστόσο συμπεριλαμβάνονται Κινέζικες, Γερμανικές, Αγγλικές ακόμη και Γαλλικές τεχνολογικές επιχειρήσεις. Ο ψηφιακός φόρος δεν έγινε κατορθωτό να επιβληθεί σε επίπεδο ΕΕ λόγω των αντιδράσεων που πρόβαλαν η Σουηδία, η Φινλανδία, η Δανία και η Ιρλανδία. Παρόλα αυτά υπάρχουν άλλες χώρες έτοιμες να αντιγράψουν το γαλλικό παράδειγμα, όπως η Αγγλία που θα επιβάλει φόρο 2% στα έσοδα μηχανών αναζήτησης, πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης και τόπων αγοράς από τον Απρίλιο του 2020, ενώ θα ακολουθήσουν η Αυστρία, η Ιταλία, η Ισπανία και το Βέλγιο.

https://www.cnbc.com/video/2019/07/26/breaking-president-trump-responds-to-frances-tax-on-american-companies-might-impose-wine-tax.html

Ο Λευκός Οίκος αποφάσισε να επέμβει πριν το φαινόμενο της φορολόγησης των μεγάλων του διαδικτύου προσλάβει μαζικές διαστάσεις. Έτσι, στις 10 Ιουλίου ξεκίνησε επίσημη έρευνα στις ΗΠΑ για να ελεγχθεί κατά πόσο ο ψηφιακός φόρος αποτελεί διάκριση εναντίον αμερικανικών εταιρειών, προκαλώντας τους δυσανάλογα υψηλή επιβάρυνση. Η έρευνα, που θα μπορούσε να διαρκέσει ακόμη κι ένα έτος, διεξάγεται στο πλαίσιο όσων προβλέπει ένας εμπορικός νόμος του 1974. Τον ίδιο ακριβώς νόμο επικαλείται ο Τραμπ για να επιβάλει δασμούς εναντίον της Κίνας… Εύκολα μπορούμε να προβλέψουμε ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο γαλλικός ψηφιακός φόρος εισάγει μεροληψία έναντι αμερικανικών εταιρειών θα ακολουθήσουν κυρώσεις και εμπορικοί δασμοί εναντίον της Γαλλίας.

Εν κατακλείδι, ενώ η έκβαση των δικαστικών διαμαχών παραμένει άγνωστη και σε κάθε περίπτωση θα αποδειχθεί ότι διεξάγεται πολύ αργά για να τιθασευθεί η μονοπωλιακή κυριαρχία των «μεγάλων του ίντερνετ» αυτό που δεν αμφισβητείται είναι η οργισμένη αντίδραση του Λευκού Οίκου απέναντι σε κάθε προσπάθεια να θιγούν τα αμερικανικά μονοπώλια.

Πηγή: Νέα Σελίδα

Συρρικνώνονται οικονομικά οι μεγάλοι του διαδικτύου

Δύσκολη εποχή για τους τεχνολογικούς γίγαντες που βλέπουν τις τιμές των μετοχών τους, και κατ’ επέκταση την κεφαλαιοποίηση των εταιρειών και την προσωπική περιουσία ιδρυτών και εξεχόντων στελεχών τους, να συρρικνώνονται ραγδαία. Οι τιμές των μετοχών των Apple, Microsoft, Amazon και Alphabet (Google), αφού έφθασαν στο υψηλότερο σημείο της τελευταίας πενταετίας μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου του 2018, στα τέλη Νοεμβρίου διέγραψαν έντονη καθοδική πορεία που ξεκίνησε το Σεπτέμβριο, επιστρέφοντας στα επίπεδα της άνοιξης του ίδιου χρόνου. Πολύ χειρότερα ήταν τα πράγματα για το Facebook, με την πτώση να είναι τόσο μεγάλη που η τιμή της μετοχής του δημοφιλέστερου Μέσου Κοινωνικής Δικτύωσης κινείται πλέον στα επίπεδα του Μαρτίου του 2017. Μάλιστα, αν για τις τέσσερις πρώτες εταιρείες μπορούμε να υποθέσουμε ότι η πορεία της μετοχής ακολουθεί τη συνολική καθοδική πορεία των μετοχών των αμερικανικών χρηματιστηρίων, είναι δηλαδή μια κυκλική πορεία στενά συνδεδεμένη με το κλείσιμο του σχεδόν δεκαετούς κύκλου χρηματιστηριακής ανόδου που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2009, για το Facebook δεν είναι έτσι. Η εταιρεία του Μαρκ Ζάκερμπεργκ έχει κατά κοινή ομολογία μπει σε μια πορεία παρακμής μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου με την Cambridge Analytica, που δεν μπορεί παρά να αντανακλάται και στην πορεία της μετοχής της. Ήρθε για να μείνει επομένως η πτώση της τιμής της μετοχής του Facebook, που έστω και καθυστερημένα επιβεβαιώνει κριτικές που έχουν διατυπωθεί εδώ και πολλά χρόνια και οι οποίες καταλήγουν ότι πρόκειται για μια τεραστίων διαστάσεων φούσκα.[i]

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Το Facebook ωστόσο δεν είναι η εξαίρεση. Ακόμη κι αν επιβεβαιωθούν οι πιο ήπιες ερμηνείες για την πορεία των μετοχών του περίφημου «ολιγοπωλίου του διαδικτύου»[ii] που αποδίδουν την πτώση σε κυκλικές αιτίες, το 2018 θα αποτελέσει σημείο τομής στην εξέλιξή του, με έναν κύκλο πλανητικής εξάπλωσης και οικονομικής μεγέθυνσης να κλείνει οριστικά. Τους τίτλους τέλους βάζουν τέσσερις ήσσονος σημασίας λόγοι και ένας πολύ σοβαρός.

Ξεκινώντας από τις λιγότερο σημαντικές αιτίες που υπονομεύουν την ευρωστία των «εταιρειών σούπερ-σταρ», όπως τις αποκαλεί ο καθηγητής του ΜΙΤ David Autor, ξεχωρίζουν εμπόδια που θέτουν οι ίδιοι οι χρήστες στην εμπορευματοποίηση του διαδικτύου και τα οποία περιορίζουν θεαματικά τα έσοδα ιστοσελίδων και Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, όπως οι ad blockers που απαγορεύουν την εμφάνιση διαφημίσεων. Η απόρριψη των διαφημίσεων από ένα κοινό μάλιστα που δεν απορρίπτει για ιδεολογικούς λόγους την εμπορευματοποίηση, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κι ως η «αφύπνιση των χρηστών» ή η «ανάκτηση του χαμένου χώρου στην οθόνη». Με βάση στοιχεία από την πλατφόρμα OnAudience.com, που υποστηρίζει ότι το 20%  των συνδεδεμένων ενήλικων χρηστών χρησιμοποιεί τέτοιας μορφής απαγορευτικό, το κόστος που προκάλεσαν οι ad blockers το 2016 ανήλθε σε 15,8 δισεκ. δολάρια, ενώ μια χρονιά πριν, 11 δισεκ. δολάρια. Το γεγονός μάλιστα ότι οι χρήστες ηλικίας 18-24 ετών είναι 109% πιο πιθανό να χρησιμοποιούν ad blocker σε σχέση με τους μεγαλύτερους σε ηλικία, προσθέτει παραπάνω πονοκεφάλους σε όσους πόνταραν στα διαφημιστικά έσοδα, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα κοινό ευεπίφορο στην κατανάλωση. Το τείχος απέναντι στην επέλαση των διαφημιστών προσθέτει επιπλέον βαθμούς δυσκολίας στις μη επιλύσιμες ως προς το παρών εξισώσεις όσων αναζητούν ένα επιχειρηματικό μοντέλο για τα Μέσα την εποχή του Snapchat που να είναι βιώσιμο· έστω και βραχυπρόθεσμα, όπως το ελληνικό δημόσιο χρέος.

Εκ των έσω προέρχεται και η δεύτερη πηγή συρρίκνωσης των κερδών για τους μεγάλους του διαδικτύου. Συγκεκριμένα, αυτούς που χτίζουν όλη μέρα κι όλη νύχτα τη «Θήβα την επτάπυλη»· τους εργαζόμενους. Στις 6 Νοεμβρίου 2018 έγραφαν με έκδηλη έκπληξη οι New York Times: «Η πιο αξιοσημείωτη πλευρά της απεργίας την προηγούμενη εβδομάδα μπορεί να μην ήταν η εκτιμώμενη συμμετοχή 20.000 ανθρώπων ή η παγκόσμια απήχησή της ή ότι επιτεύχθηκε σε λιγότερο από μια εβδομάδα. Ήταν ο τρόπος που οι διοργανωτές ταύτισαν τη δράση τους με έναν ευρύτερο εργατικό αγώνα, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα σχεδόν ανήκουστη μεταξύ εύπορων εργαζομένων στην τεχνολογία. «Είναι μέρος ενός αναπτυσσόμενου κινήματος», έγραψαν οι διοργανωτές σε ένα δελτίο Τύπου, «όχι μόνο στην τεχνολογία, αλλά σε όλη τη χώρα, περιλαμβάνοντας δασκάλους, εργαζόμενους στα φαστ φουντ και άλλους που χρησιμοποιούν τη δύναμή τους για να επιφέρουν πραγματική αλλαγή». Και συνέχιζε η Νεοϋορκέζικη εφημερίδα: «Για δεκαετίες η Κοιλάδα του Πυριτίου ήταν το σημείο εκκίνησης για μια αόριστα ουτοπική μορφή ατομικισμού – την ιδέα ότι ένας μηχανικός, μοναχός του με ένα φορητό υπολογιστή και μια σύνδεση ίντερνετ, μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο. Η ταξική συνείδηση ήταν passé. Τα συνδικάτα ήταν εχθρός της καινοτομίας, μια άγκυρα που καθηλώνει στο σήμερα»[iii]. Όλα αυτά προφανώς ανασκευάζονται, όταν οι πρωταγωνιστές του παραπάνω ρεπορτάζ, που κατά την αμερικανική εφημερίδα θυμίζουν τους πιο μαχητικούς οργανωτές των εργατών του 20ού αιώνα, είναι το προσωπικό της… Google! Βγήκαν δε στο δρόμο για να διαμαρτυρηθούν ενάντια, πρώτο στη συνεργασία της εταιρείας με το αμερικανικό Πεντάγωνο σε προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης (ας μην αναρωτηθούμε καλύτερα τι είδαν οι άνθρωποι και εξεγέρθηκαν…), δεύτερο στη συνεργασία της εταιρείας με τις κινεζιέες αρχές για την κατασκευή μιας αυτο-λογοκρινόμενης μηχανής αναζήτησης και, τρίτο, λόγω της ανοχής που επέδειξε η διοίκηση απέναντι σε θέματα σεξουαλικής παρενόχλησης εργαζομένων και διακρίσεων από προϊσταμένους. Επομένως, ο έλεγχος που ζητούν να έχουν οι εργαζόμενοι στα συμβόλαια και το φρένο που βάζουν σε έργα, τα οποία καταπατούν πολιτικές ελευθερίες, περιορίζουν την κερδοφορία των τεχνολογικών γιγάντων. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μεγαλύτερη ευκαιρία που δίνεται πλέον στους χρήστες να καταργήσουν εφαρμογές, οι οποίες καταγράφουν προτιμήσεις κι επιλογές προς διευκόλυνση των διαφημιστών.

Τροχοπέδη για τα κέρδη αποτελούν και οι αυξήσεις στο ωρομίσθιο που ανακοίνωσε η Amazon. Η απόφαση του Τζεφ Μπέζος δεν ήταν αποτέλεσμα φιλευσπλαχνίας ούτε δημοκρατικού πλουραλισμού, όπως αυτόν που επιδεικνύει η εφημερίδα Washington Post, την οποία αγόρασε ο Μπέζος το 2013, μετατρέποντάς την σε προμαχώνα της μάχης εναντίον του Τραμπ. Μάρτυρας τα όσα ανατριχιαστικά περιέγραφε ο βρετανικός Guardian για την πρόσληψη από μια θυγατρική της Amazon ειδικών μάνατζερ με προϋπηρεσία στη διάλυση συνδικάτων κι εργατικών αγώνων, μόνο και μόνο για να αποτρέψουν την ίδρυση σωματείου και τη διεκδίκηση αυξήσεων.[iv] Ο Τζεφ Μπέζος ανακοίνωσε αύξηση του κατώτατου ωρομισθίου στα 15 δολάρια στις ΗΠΑ (από 11 δολάρια) και 10,5 λίρες για τους εργαζόμενους στο Λονδίνο και 9,5 για όσους μένουν εκτός Λονδίνου (από 8 λίρες) στην Αγγλία. Αυτό συνέβη, πρώτον, επειδή ο ριζοσπάστης γερουσιαστής του Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς, ετοιμαζόταν να καταθέσει πρόταση νόμου στις ΗΠΑ για την αύξηση του ωρομισθίου των εργαζομένων στην Amazon, δεύτερον, επειδή ο Μπέζος δεν έβρισκε πλέον προσωπικό να εργαστεί στις επιχειρήσεις του και, τρίτον, επειδή, ειδικά μετά τις απεργίες που έγιναν τους προηγούμενους μήνες, η φήμη της Amazon έχει πληγεί και θεωρείται ταυτόσημη της πιο βάρβαρης εκμετάλλευσης. Οι εργαζόμενοι, που ουρούν σε μπουκάλια για να μη χάσουν το πριμ παραγωγικότητας, και τα ασθενοφόρα, που είναι εγκατεστημένα έξω από τις εγκαταστάσεις της Amazon στην Πενσυλβάνια, επειδή στοιχίζουν φθηνότερα από τα κλιματιστικά, μετατρέπουν σε θέμα αρχής για κάθε ευσυνείδητο αναγνώστη να στραφεί σε ανταγωνιστές της Amazon για την ηλεκτρονική αγορά βιβλίων.

Ο τρίτος λόγος για τον οποίο οι μεγάλοι του διαδικτύου πρέπει να αποχαιρετήσουν την εποχή των παχιών αγελάδων σχετίζεται με τις ζυμώσεις που είναι σε εξέλιξη για μια αποτελεσματική φορολόγησή τους. Είναι ήδη γνωστή η ασύλληπτη καινοτομία που έχουν επιδείξει εταιρείες, όπως η Apple και η Google, στην αξιοποίηση ευνοϊκών φορολογικών καθεστώτων στην Ιρλανδία και το Λουξεμβούργο, ενώ η Amazon, για να επιλέξει πού θα χτίσει τις εγκαταστάσεις της, ζητάει ως όρο φοροαπαλλαγές. Αυτό το κλίμα ωστόσο αλλάζει. Στην Αγγλία, ο υπουργός Οικονομικών Φιλ Χάμοντ, που έχει τέτοια μανία με τις λεπτομέρειες ώστε τον αποκαλούν (σε ελεύθερη απόδοση) «εξελόφυλο Φιλ», ζήτησε με την κατάθεση του προϋπολογισμού στις αρχές Νοεμβρίου, οι μεγάλοι του διαδικτύου με κερδοφόρα δράση στη χώρα του να πληρώσουν επιτέλους φόρο ψηφιακών υπηρεσιών (digital services tax) το 2020. Το μέτρο, που θα εφαρμοστεί μόνο σε κερδοφόρες εταιρείες με ετήσια έσοδα από συγκεκριμένες υπηρεσίες άνω των 500 εκατ. Λιρών, στοχεύει ευθέως σε Amazon, eBay, Facebook και Google. Με βάση ρεπορτάζ των Financial Times, «στοχεύει να προστατεύσει μικρότερες εταιρείες, που έχουν την έδρα τους στην Αγγλία και είναι ανήμπορες να μεταφέρουν τα έσοδα τους σε φιλικότερα φορολογικά καθεστώτα και να ικανοποιήσει μια αυξανόμενη λαϊκή άποψη ότι οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες πληρώνουν λιγότερους φόρους απ’ ό,τι θα έπρεπε στην Αγγλία».[v]

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται κι ο Γάλλος πρόεδρος, Μανουέλ Μακρόν, που έχει κατ’ επανάληψη υποστηρίξει δημόσια ότι δεν αποκλείεται να ακολουθήσει την Αγγλία και να επιβάλει φόρο ύψους 2% στα έσοδα των μεγάλων (φοροφυγάδων) του διαδικτύου. Η πρόταση του Μακρόν διατυπώνεται σαν απειλή λόγω της απροθυμίας της ΕΕ να κινηθεί έγκαιρα και αποτελεσματικά στην κατεύθυνση επιβολής ενός φόρου στα έσοδα των GAFA (Google, Apple, Facebook, Amazon) ύψους 3%, όπως έχουν ήδη συζητήσει οι υπουργοί Οικονομικών των 28 – χωρίς όμως να καταλήξουν. Πεισματικά αντίθετη στέκεται η Γερμανία, που φοβάται ότι τυχόν φορολόγηση των συγκεκριμένων αμερικανικών εταιρειών θα προκαλέσει τη μήνι της Ουάσινγκτον και μια τιμωρητική φορολόγηση της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, όπως κατ’ επανάληψη έχει απειλήσει ο Τραμπ. Επιπλέον, «επιχειρήσεις σε κλάδους, όπως η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, είναι αντίθετες σε έναν ευρωπαϊκό φόρο που θα στοχεύει εταιρείες, οι οποίες εμπλέκονται στην πώληση δεδομένων. Οι εταιρείες αυτοκινήτων φοβούνται πως τέτοιοι φόροι θα μπορούσαν να επιβάλουν κυρώσεις στις ίδιες για τις τεχνολογίες έξυπνων αυτοκινήτων που συγκεντρώνουν προσωπικά στοιχεία από οδηγούς».[vi] Πρακτικά, για χάρη της κρατικοδίαιτης γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, που έχει εξελιχθεί σε ελέφαντα στο ευρωπαϊκό δωμάτιο, δεν πρόκειται η ΕΕ να επιβάλει φόρο ψηφιακών υπηρεσιών, ανοίγοντας έτσι όμως τον δρόμο για να επιβληθεί αυτός ο φόρος από μεμονωμένα κράτη-μέλη. Μένει να δούμε ποια θα το επιχειρήσουν…

Ο τέταρτος λόγος για τον οποίο οι εταιρείες υψηλής τεχνολογίας εισέρχονται σε μια νέα εποχή υψηλότερου κόστους σχετίζεται με τον υπό εξέλιξη εμπορικό πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Εταιρείες-κατασκευαστές, όπως η Apple, που δεν εξαντλούν τη δραστηριότητά τους στην παραγωγή λογισμικού, θα επωμιστούν μέρος των δασμών ύψους 25% στα βιομηχανικά προϊόντα αξίας 50 δισεκ. δολαρίων, που επέβαλε ήδη η Ουάσιγκτον. Η διάχυση του κόστους των νέων δασμών γίνεται εμφανής, αν λάβουμε υπόψη ότι, με βάση στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, το 32,2% των κινέζικων εξαγωγών τηλεπικοινωνιακών υλικών και εξοπλισμού γραφείου κατευθύνεται στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Καμιά άλλη χώρα δεν συμμετέχει τόσο ενεργά στο αναπτυσσόμενο ενδο-εταιρικό εμπόριο! Για παράδειγμα, στον ίδιο κλάδο, η συμμετοχή των ευρωπαϊκών εξαγωγών στις αλυσίδες αξίας είναι 19,5%, των ΗΠΑ 7,9%, της Νότιας Κορέας 7,4%, κ.λπ.

Τέλος, το μεσουράνημα των μεγάλων του διαδικτύου συμπίπτει και με το τέλος του διαδικτύου, όπως το ξέραμε. Εκ μέρους των ΗΠΑ, ο κίνδυνος εμφανίζεται υπό την μορφή μιας απειλής που αντιπροσωπεύουν Κίνα, Ρωσία κι άλλες χώρες απέναντι σε ένα ελεύθερο και ανεπίδεκτο λογοκρισίας ίντερνετ. Ο πρώην σύμβουλος καινοτομίας του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών και στενός συνεργάτης της Χίλαρι Κλίντον, Άλεκ Ρος, μεταφέρει ωστόσο μια διαφορετική ερμηνεία για το ίντερνετ εκ μέρους των ανταγωνιστών των ΗΠΑ: «Ένας Κινέζος διευθύνων σύμβουλος μου είπε ότι πιστεύει πως ο πλούτος και η ισχύς που αποκόμισε η Αμερική ως κέντρο της εμπορευματοποίησης του διαδικτύου παρέτεινε κατά δέκα χρόνια την κυριαρχία της ως υπερδύναμης».[vii] Η ερμηνεία του Κινέζου επιχειρηματία επιβεβαιώνεται από τον μεγαλύτερο ήρωα της σύγχρονης εποχής, τον Έντουαρντ Σνόουντεν, πληροφορικάριο της αμερικανικής μυστικής υπηρεσίας NSA, που αποκάλυψε ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες παρακολουθούσαν μέχρι και πότε πήγαινε στην τουαλέτα η Μέρκελ. «Στην αντιδικία για το ποιος ελέγχει το διαδίκτυο, οι άνθρωποι της NSA έδιναν μια δυσοίωνη απάντηση: “Εμείς”», αναφέρεται χαρακτηριστικά.[viii] Απέναντι σε αυτήν την ωμή πραγματικότητα ενός ίντερνετ που παλινδρομεί μεταξύ άκρατης εμπορευματοποίησης και οργουελικής παρακολούθησης, οι ανταγωνιστές των ΗΠΑ θέτουν απερίφραστα πλέον το αίτημα της «κυβερνο-κυριαρχίας» (cyber-sovereignty, ανεξαρτησία του κυβερνοχώρου θα το αποδίδαμε 2-3 δεκαετίες παλιότερα). «Η Κίνα έχει προβάλει την “κυβερνο-κυριαρχία” ως μια οργανωτική αρχή της διακυβέρνησης του διαδικτύου, σε ευθεία αντίθεση προς την αμερικανική υποστήριξη ενός παγκόσμιου κι ανοικτού διαδικτύου. Με τα λόγια του Κινέζου προέδρου Ξι, η κυβερνο-κυριαρχία αντιπροσωπεύει “το δικαίωμα των μεμονωμένων κρατών να επιλέγουν ανεξάρτητα τον δικό τους δρόμο για την κυβερνο-ανάπτυξη, το μοντέλο της κυβερνο-ρύθμισης και δημόσιες πολιτικές για το διαδίκτυο και να συμμετέχουν στη διακυβέρνηση του κυβερνοχώρου σε ισότιμη βάση”».[ix]

Το αίτημα της «online κυριαρχίας» απέναντι στις ΗΠΑ τίθεται ακόμη κι από τη γερμανική Δεξιά. Σε μελέτη του γερμανικού ιδρύματος Κόνραντ Αντενάουερ, αναφέρεται: «η πολιτιστική διαμάχη για online κυριαρχία μεταξύ της αμερικανικής εταιρείας ίντερνετ (Facebook) και της γερμανικής κυβέρνησης έγινε υπερβολικά εμφανής. Οι όροι εξυπηρέτησης του ίντερνετ προέρχονται από ένα σύστημα αμερικανικών νόμων και αξιών. Το δείχνει η διαχείριση της φωτογραφίας με το κοριτσάκι που κάηκε από τη βόμβα ναπάλμ. Το γυμνό είναι περισσότερο ταμπού εκεί απ’ ό,τι στην Ευρώπη. Τα ναζιστικά σύμβολα, από την άλλη πλευρά, δεν είναι πρόβλημα. Πώς λοιπόν η Γερμανία θα διασφαλίσει ότι οι γερμανικοί νόμοι γίνονται σεβαστοί στο Facebook, μια αμερικανική πλατφόρμα, κι ότι δεν μας επιβάλλονται οι αμερικανικές αξίες;».[x]

Εν κατακλείδι οι αντιθέσεις που γεννάει το διαδίκτυο, όπως λειτουργεί σήμερα, είναι υπερβολικά μεγάλες για να συνεχίσει να υπάρχει με τη σημερινή του μορφή: γεωπολιτικές συγκρούσεις, οικονομικοί ανταγωνισμοί, ζητήματα εθνικής ασφάλειας, ακόμη και πολιτιστικές-πολιτικές αιτίες ωθούν στον κατακερματισμό του διαδικτύου. Οι πρώτοι που θα νιώσουν τη συρρίκνωση του διαδικτύου θα είναι οι «μεγάλοι», που με προνομιακούς όρους το εκμεταλλεύονταν από τη γέννησή του μέχρι σήμερα κι ευθύνονται για τη σημερινή του παρακμή.


[i] Ehrenberg N. (2011), “Signs of a bubble in social sites – Facebook value estimate falls short of oft-cited figures”, Science & Society, 19 Νοεμβρίου, http://www.sciencenews.org

[ii] Σμυρναίος Ν. (2018), Το ολιγοπώλιο του διαδικτύου – Πώς οι Google, Apple, Facebook, Amazon και Microsoft  πήραν τον έλεγχο της ψηφιακής μας ζωής,Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις – Advanced Media Institute.

[iii] Scheiber, N. (2018), «In Google Walkout, Workers Reject Silicon Valley Individualism», The New York Times, 6 Νοεμβρίου. 

[iv] Sainato M. (2018), “They want us to be robots: Whole Foods workers fear Amazon’s changes”, The Guardian, 1 Οκτωβρίου.

[v] Hill, A. in London, Khan M. in Brussels and Waters R. in San Francisco (2018), “The Global Hunt to tax Big Tech”, Financial Times, 2 Νοεμβρίου.

[vi] Όπ.π.

[vii] Ρος Ά. (2017), Οι βιομηχανίες του μέλλοντος, εκδ. Ίκαρος, σελ. 117.   

[viii] Χάρντινγκ Λ. (2014), Φάκελος Σνόουντεν – Η ιστορία του Νο 1 καταζητούμενου στον κόσμο, εκδ. Καστανιώτη, σελ 187.

[ix] Segal, Ad. (2018), “When China Rules the Web”, Foreign Affairs, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος, σελ. 10-18.

[x] Torben, St. (2018,) “Of Facebook Revolutions and Twitter Presidents”, Konrad Adenauer Stiftung, International reports, Issue 1, 16 Απριλίου.

Πηγή: Περιοδικό Δημοσιογραφία, τεύχος 18, Φθινόπωρο – χειμώνας 2019

Επιτέλους, η Γαλλία φορολογεί τους μεγάλους του διαδικτύου!

Η απόφαση της Γαλλίας δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επιβλήθηκε κατόπιν της πίεσης που ασκούν τα «κίτρινα γιλέκα», διεκδικώντας φορολογική δικαιοσύνη και κλείσιμο των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων. Τα Ηλύσια από τη μεριά τους κάνουν επίδειξη κοινωνικής ευαισθησίας μεταφέροντας το λογαριασμό εκτός των γαλλικών συνόρων, καθώς οι εταιρείες που θα πληγούν θα είναι κατά βάση αμερικανικές. Εξ ου κι οι αντιδράσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν εντός της ΕΕ, όπως για παράδειγμα εκ μέρους της Ιρλανδίας που σέρνει το χορό του φορολογικού ντάμπινγκ, υποστηρίζοντας ότι έτσι ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ που ξεκίνησε ο Τραμπ θα οδηγηθεί σε νέα ύψη.

Σιγά που θα καθόταν να περίμενε την Ευρωπαϊκή Ένωση η Γαλλία… Σε συνέχεια άλλων δηλώσεων που είχαν προηγηθεί ολόκληρο το 2018, την Κυριακή 20 Ιανουαρίου, ο υπουργός Οικονομικών Μπρούνο Λε Μερ ανακοίνωσε ότι μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου θα έχει τελειώσει η επεξεργασία και θα έχει παρουσιαστεί στην κυβέρνηση το σχέδιο επιβολής φορολογίας στις μεγάλες εταιρείες του διαδικτύου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Παρότι η καμπάνα βαράει για τις GAFA όπως εν συντομία αποκαλούνται οι Google, Apple, Facebook και Amazon ο νέος φόρος που θα επιβληθεί αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου θα ισχύσει για εκείνες τις εταιρείες που έχουν παγκόσμιες πωλήσεις άνω των 750 εκ. ευρώ και στη Γαλλία άνω των 25 εκ. ευρώ. Θα πρέπει να ισχύουν δε, και οι δυο όροι για να περάσουν από τη γαλλική εφορία οι διαδικτυακές εταιρείες.

Ο φόρος που θα τους επιβληθεί θα είναι συνάρτηση του επιπέδου των πωλήσεων τους κι άλλων κριτηρίων, ενώ δεν αναμένεται να ξεπερνάει το 5%. Η Γαλλία υπολογίζεται ότι έτσι θα μπορεί να εξασφαλίζει 500 εκ. ευρώ το χρόνο. Παρότι η απόφαση του Μακρόν είναι πολύ σωστή κι έχει ήδη αργήσει πρέπει να αναφερθεί ότι είναι σταγόνα στον ωκεανό των αστρονομικών κερδών που καταγράφουν οι μεγάλοι του διαδικτύου. Με βάση εκτιμήσεις της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ο φόρος που πληρώνουν κυμαίνεται γύρω στο 9%, όταν οι υπόλοιπες παραδοσιακές εταιρείες φορολογούνται με συντελεστή 23%! Με βάση στοιχεία του Γαλλικού Πρακτορείου υπολογίζεται ότι τα διαφυγόντα φορολογικά έσοδα από το Facebook και τη Google κατά τη διάρκεια των ετών 2013-2015 για τις χώρες Γερμανία, Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία είναι: 185 και 704 εκ. ευρώ, 227 και 583 εκ. ευρώ, 197 και 544 εκ. ευρώ, 179 και 370 εκ. ευρώ και 131 και 350 εκ. ευρώ, αντίστοιχα. Συνολικά λοιπόν μόνο οι πέντε αυτές χώρες από το ήμισυ των FAGA έχουν χάσει σε μια τριετία 3,5 δις. ευρώ.

Η απόφαση της Γαλλίας δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επιβλήθηκε κατόπιν της πίεσης που ασκούν τα «κίτρινα γιλέκα», διεκδικώντας φορολογική δικαιοσύνη και κλείσιμο των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων. Τα Ηλύσια από τη μεριά τους κάνουν επίδειξη κοινωνικής ευαισθησίας μεταφέροντας το λογαριασμό εκτός των γαλλικών συνόρων, καθώς οι εταιρείες που θα πληγούν θα είναι κατά βάση αμερικανικές. Εξ ου κι οι αντιδράσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν εντός της ΕΕ, όπως για παράδειγμα εκ μέρους της Ιρλανδίας που σέρνει το χορό του φορολογικού ντάμπινγκ, υποστηρίζοντας ότι έτσι ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ που ξεκίνησε ο Τραμπ θα οδηγηθεί σε νέα ύψη.

Η πρωτοβουλία της Γαλλίας θα προκαλέσει ωστόσο αλυσιδωτές αντιδράσεις. Ήδη, ο καγκελάριος της Αυστρίας Σεμπάστιαν Κουρτζ ανακοίνωσε ότι προτίθεται και η χώρα του να φορολογήσει τις μεγάλες τεχνολογικές και διαδικτυακές εταιρείες, «παράλληλα με όσα θα πράξει η ΕΕ» όπως δήλωσε, κάνοντας έτσι σαφές ότι δεν θα περιμένει τους συμβιβασμούς των Βρυξελλών με την Ουάσιγκτον. Μένει να δούμε για πόσο καιρό ακόμη θα συζητούν οι Βρυξέλλες…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Αποχαιρετισμός στα ’00 (Πριν, 24/12/2009)

Δεκαετία της βαρβαρότητας και των τρομερών δυνατοτήτων 

Η France Telecom κι όχι η Google επιχείρηση – σύμβολο της δεκαετίας που φεύγει

Τα «προβλήματα» με την δεκαετία που αποχαιρετούμε σε λίγες μέρες εμφανίστηκαν από το πιο απλό επίπεδο: Πώς να ορίσεις μια δεκαετία όταν το μοναδικό που σου δίνει είναι τα μηδενικά της; Αντίθετα με τις προηγούμενες «πληθωρικές» δεκαετίες, του ’90, του ’80, κ.λπ, το μόνο μετρήσιμο που διαθέτει η δεκαετία που φεύγει ήταν δύο μηδενικά εντελώς απρόσφορα για συντομογραφία κι επιτομή του κακόηχου, αυτοεκπληρούμενη προφητεία ωστόσο για μηδενιστικές, απορριπτικού περιεχομένου αναφορές. Κι έπειτα ήρθαν και τα απομεινάρια της: πόλεμοι, οικονομική κρίση, ανελευθερία, φυσικές καταστροφές και υπερθέρμανση του πλανήτη. Τι να δοξάσεις, τι να νοσταλγήσουν οι επόμενες γενιές;

Η δεκαετία των… μηδενικών παρόλα αυτά, ήταν μια δεκαετία σταθμός γιατί για πρώτη φορά συνέπεσαν τα πιο βάρβαρα φαινόμενα με την εμφάνιση των πιο εκπληκτικών ανθρώπινων δυνατοτήτων οδηγώντας όλες τις αντιθέσεις σε πρωτοφανή παροξυσμό. Η πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα, όπως σε ένα βαθμό είχε συμβεί και με την πρώτη δεκαετία του προηγούμενου, ήταν μια εκρηκτική δεκαετία γιατί στα χρόνια της ολοκληρώθηκε ο μαρασμός κι η παρακμή μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου που ξεκίνησε με το τέλος του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου κι έκαναν δειλή την εμφάνισή τους για πρώτη φορά οι απελευθερωτικές δυνατότητες της ανθρωπότητας.

Ο πιο εύκολος τρόπος για να χαρακτηριστεί ως δεκαετία των νιχιλιστών αυτή που φεύγει είναι να ανατρέξει κανείς στις εκστατικές φιλοδοξίες που είχε απελευθερώσει η δεκαετία του ’90 με άξονα τις νέες τεχνολογίες. Το ’90 κραδαίνοντας όλο αυτοπεποίθηση τα τρόπαια τη μάχης με τον «υπαρκτό» ενδύθηκε την ολόλαμπρη στολή της καινοτομίας και έθεσε στην προμετωπίδα του το ανειρήνευτο πνεύμα του σκαπανέα του καπιταλισμού κάνοντας το ντεμπούτο του με τον Τεντ Τέρνερ στο εξώφυλλο του περιοδικού Time, ως σύμβολο της νέας δύναμης των Μέσων Ενημέρωσης, και τραβώντας την αυλαία με τον Τζ. Μπέζος, ιδιοκτήτη του διαδικτυακού βιβλιοπωλείου Amazon. Στο ενδιάμεσο της δεκαετίας άνθρωπος της χρονιάς ανακηρύχθηκε ένας ερευνητής του Aids, ο διευθυντής της Intel κι οι «ειρηνοποιοί» Μαντέλα και Ντε Κλερκ, Αραφάτ και Ράμπιν. Η δεκαετία των μηδενιστών ανοίγει αντίθετα με άνθρωπο της χρονιάς τον Μπους, που επανέρχεται στο ίδιο εξώφυλλο το 1994 και κλείνει με τον διοικητή της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, ιδανικό διασώστη, Μπεν. Μπερνάνκι. Στο ενδιάμεσο παρελαύνει ο αμερικανός στρατιώτης με το όπλο του, ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ρούντολφ Τζουλιάνι, εις μνήμη των νεκρών της 11ης Σεπτέμβρη και της «μηδενικής ανοχής» κι «εσύ» ή ο καθένας, εγκώμιο στη εξατομικευμένη χρήση του υπολογιστή.

Αν η δεκαετία που έφυγε μπορεί να χαρακτηριστεί ως η δεκαετία του iPhone, και του YouTube της Wikipedia και του Facebook ή η δεκαετία τη αποκωδικοποίησης του ανθρώπινου γονιδιώματος, των υβριδικών αυτοκινήτων και της τεχνητής καρδιάς τα θεμέλια τέθηκαν μια δεκαετία νωρίτερα, το ’90. Τότε προετοιμάστηκαν όλες οι σημερινές τεχνολογικές καινοτομίες, που δεν παύουν όμως να διαστρέφονται και να ακρωτηριάζονται κάτω από την ηγεμονία του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα: το όνομα με τις περισσότερες αναζητήσεις στο ίντερνετ την προηγούμενη δεκαετία να είναι της… Μπρίτνεϋ Σπίαρς και το πιο πρόσφατο νέο στις εξελίξεις γύρω από το διαδίκτυο στις ΗΠΑ να είναι ο διορισμός από τον Ομπάμα ενός «κυβερνομπάτσου» με αρμοδιότητα τον έλεγχο του διαδικτύου και την προετοιμασία των ΗΠΑ για να αντιμετωπίσουν κάποια μελλοντική επίθεση από τον κυβερνοχώρο. Σε συνδυασμό το τελευταίο με τα μέτρα αστυνόμευσης και λογοκρισίας που υιοθέτησε η Γαλλία και ετοιμάζεται να εφαρμόσει κι η Αγγλία προδικάζουν ένα καθόλου ελκυστικό μέλλον για τον κυβερνοχώρο, φαντασιακό βασίλειο της πλέριας ελευθερίας στα πρώτα του βήματα.

Η δεκαετία του ’90 ωστόσο προετοίμασε και την βαρβαρότητα των ’00. Η αμερικανική εκστρατεία στον Κόλπο και στη Σομαλία, η εισβολή και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, οι πρώτοι αντιτρομοκρατικοί νόμοι του Κλίντον κι η ιδεολογική προπαρασκευή με τη Σύγκρουση των πολιτισμών του Σάμιουελ Χάντιγκτον έθεσαν αρκετά διακριτικά μεν, με σαφήνεια όμως τις βάσεις για τις μετέπειτα αιματηρές ιμπεριαλιστικές εκστρατείες στο Αφγανιστάν το 2001 και το Ιράκ το 2003, και τα παράλληλα μέτωπα που άνοιξε η αντιτρομοκρατική σταυροφορία της Ουάσινγκτον στο Πακιστάν, τη Σομαλία και την Υεμένη. Η επίθεση στους δίδυμους πύργους αποτέλεσε την ιδανική αφορμή κι όχι φυσικά την αυγή μιας νέας εποχής που ως σύμβολά της είχε το Γκουντάναμο και το Αμπού Γκραΐμπ. Το 2000 άλλωστε ήταν, εντελώς συμβολικά στο μεταίχμιο των δύο δεκαετιών, που ο Αριέλ Σαρόν πάτησε στο τέμενος του Αλ Ακσά δίνοντας το έναυσμα για την δεύτερη Ιντιφάντα και που στις ΗΠΑ συνέβη η πιο εξόφθαλμη εκλογική νοθεία για να εκλεγεί ο Μπους – απαρχή και απαράμιλλο σύμβολο της επίθεσης που δέχτηκαν όλη την προηγούμενη δεκαετία και συνεχίζουν να δέχονται τα δημοκρατικά δικαιώματα από τις ΗΠΑ μέχρι την πιο απόμακρη γωνιά του πλανήτη με δολοφονίες αθώων πολιτών, κάμερες, προληπτικές συλλήψεις και αστυνομοκρατία που θα ζήλευαν κι οι λατινοαμερικανικές χούντες.

Η ηθική τουλάχιστον ήττα που υπέστησαν οι ΗΠΑ επί Μπους στην Μέση Ανατολή κι η βέβαιη συντριβή τους στο Αφγανιστάν επί Ομπάμα παρά την πρόσφατη απόφαση του να στείλει 30.000 επιπλέον στρατιώτες σηματοδότησαν και την παρακμή της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Η άνοδος της Κίνας (που όλη την δεκαετία κατέγραφε κατά μέσο όρο ετήσιους ρυθμούς μεγέθυνσης της τάξης του 7,8%) της Ινδίας, της Ρωσίας, της Βραζιλίας και της ΕΕ που πέτυχε τη νομισματική της ενοποίηση με την εισαγωγή του ευρώ την 1/1/2002, επεκτάθηκε πολύ πέραν των γνωστών συνόρων της με την διεύρυνση του 2004 με 10 νέα μέλη δημιούργησε ντε φάκτο έναν πολυπολικό κόσμο, το κέντρο αποφάσεων του οποίου εξακολουθεί να είναι στην Ουάσινγκτον ή καλύτερα στο αμερικανικό Πεντάγωνο λόγω της αδιαμφισβήτητης αμερικανικής στρατιωτικής υπεροπλίας.

Η δεκαετία των μηδενικών ως αδιαμφισβήτητο έμβλημά της πάντως θα έχει την οικονομική κρίση που ξέσπασε στην αμερικανική αγορά υποβαθμισμένων στεγαστικών δανείων και γρήγορα εξελίχθηκε ως η βαθύτερη κρίση μετά το 1930 και για πολλούς ισοδύναμη. Τα στοιχεία πάντως από τις αποδόσεις του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης υποστηρίζουν πως ήταν βαθύτερη. Ειδικότερα, η πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα ήταν η χειρότερη δεκαετία για τις αμερικανικές μετοχές τα τελευταία 200 χρόνια, καθώς από το τέλος του 1999 μέχρι σήμερα ο μέσος όρος των ετήσιων αποδόσεων ήταν -0,5%! Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης να αναφέρουμε τις αποδόσεις των προηγούμενων δεκαετιών: Το ’90: +17,6%, ’80: +16,6%, ’70: +6,6%, ’50: +18,2%, ’40: +9,6% και το ’30, που θεωρούταν μέχρι πρόσφατα η χειρότερη δεκαετία, ο μέσος όρος των ετήσιων αποδόσεων ήταν -0,2%, καταγράφηκαν δηλαδή μικρότερες απώλειες από την δεκαετία που έφυγε! Για τους αναλυτές, η δεκαετία που αποχαιρετούμε ήταν καταστροφική γιατί κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος μια βεβαιότητα που δεν είχε ποτέ διαψευσθεί: η μακροχρόνια ανοδική πορεία των μετοχών.

Δεν ήταν η μοναδική βεβαιότητα που κατέρρευσε. Στο έδαφος της κρίσης τα ’00 ενταφίασαν οριστικά το αναφαίρετο μέχρι πριν λίγα χρόνια δικαίωμα στην εργασία, μετατρέποντάς το σε «αναχρονισμό». Είδαν, επίσης, την τρομοκρατία του κεφαλαίου να μετατρέπει σε Νταχάου τους χώρους εργασίας και να απαγορεύει στην πράξη το δικαίωμα του συνδικαλισμού και της πολιτικής ενασχόλησης, απειλώντας τους εργαζόμενους με την εσχάτη των ποινών, την απόλυση. Την δεκαετία του ’00 φάνηκε και το πραγματικό πρόσωπο των περιλάλητων νέων μεθόδων οργάνωσης και διοίκησης των επιχειρήσεων που εγκαινιάστηκαν με το ξέσπασμα της τρέχουσας κρίσης στις αρχές της δεκαετίας του ’70 για να γίνουν λαϊκή θρησκεία τη δεκαετία του ’80 και καθεστώς τη δεκαετία του ’90 ακόμη και στον πιο μικρό χώρο εργασίας. Υπό αυτή την έννοια επιχείρηση της δεκαετίας, δεν είναι η Google που το 1999 απασχολούσε 9 εργαζόμενους και σήμερα 20.000 και στη μηχανή αναζήτησής της αναρτώνται κάθε μέρα 1 δισ. αιτήματα κι άλλοι τόσοι χρήστες απ’ όλο τον κόσμο. Επιχείρηση της δεκαετίας είναι η ιδιωτικοποιημένη France Telecom που κατάφερε να οδηγήσει στην αυτοκτονία 23 εργαζόμενους μόλις σε 18 μήνες, ως αποτέλεσμα του σκυλίσιου ανταγωνισμού, της καθημερινής εξαντλητικής εντατικοποίησης και της συνεχούς ανασφάλειας, που κατά τα εγχειρίδια είναι το κίνητρο κάθε προσπάθειας… ακόμη και αυτοκτονίας.

Την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα έκανε επίσης την εμφάνισή της το αντιφατικό και βραχύβιο κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση που γεννήθηκε στο Σιάτλ το 2000, το Αργεντινάζο το 2001, η εκλογική επιτυχία των κυβερνήσεων της Αριστεράς κάθε απόχρωσης στη Λατινική Αμερική, το αντιπολεμικό κίνημα του 2003, η ηρωική αντίσταση του Ιράκ, η συντριβή κι η ταπείνωση του εβραϊκού κράτους στο νότιο Λίβανο από τη Χεζμπολάχ το 2006. Και σε πείσμα των μηδενιστών η πρώτη δεκαετία έκλεισε τον κύκλο της πέρυσι τον Δεκέμβρη με την ηρωική αντίσταση του παλαιστινιακού λαού στη μαρτυρική Γάζα απέναντι στις θηριωδίες του εβραϊκού στρατού και την εξέγερση στην Αθήνα, τα νέα «Δεκεμβριανά». Βήματα νηπιακά, ανολοκλήρωτα κι αντιφατικά, με ελπιδοφόρο τρόπο παρόλα αυτά δείχνουν το δρόμο για την απελευθέρωση του ανθρώπου!