Διορισμός Στουρνάρα: Γάγγραινα η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών (Πριν, 15 Ιουνίου 2014)

draghiΗ απόφαση της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ να διορίσει στην ηγεσία της κεντρικής τράπεζας τον Στουρνάρα, προφανώς κατ’ εντολή του Βερολίνου, ανέδειξε για μια ακόμη φορά το πρόβλημα της λεγόμενης ανεξαρτησίας ορισμένων θεσμών, τυπικά τεχνοκρατικών, που η σημασία τους όμως έχει αποδειχθεί νευραλγική κι εξόχως πολιτική. Η λεγόμενη ανεξαρτησία από την κυβέρνηση και την πολιτική εξουσία στην πραγματικότητα έχει μετατραπεί σε δούρειο ίππο για την απόσπαση από τον δημόσιο έλεγχο και στη συνέχεια την απ’ ευθείας υπαγωγή τους σε διεθνή κέντρα, κυρίως ευρωπαϊκά, κρίσιμων κέντρων λήψης αποφάσεων.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Όπως έγινε με την ηγεσία της Στατιστικής Αρχής και πιο πρόσφατα με την Γενική Γραμματεία Εσόδων. Η επιλογή του Γεωργίου και του Θεοχάρη αντίστοιχα συνέπεσε με την μετατροπή και των δύο αυτών υπηρεσιών σε τυφλά όργανα της Τρόικας. Η αλλοίωση των στοιχείων για το δημόσιο χρέος και το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009 (με την πολύτιμη βοήθεια της Τράπεζας Ελλάδας) υπό την διοίκηση του Γεωργίου, που μέχρι πριν λίγο εργαζόταν στο ΔΝΤ, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην άφιξη της Τρόικας και την υπαγωγή στο Μνημόνιο. Για την Τρόικα δηλαδή δούλευε η Στατιστική Αρχή, διευκολύνοντας το σχέδιο που είχε προαποφασιστεί για να γίνει η Ελλάδα πειραματόζωο της χρεοκρατίας. Για την Τρόικα δούλευε κι ο Θεοχάρης, όπως φάνηκε από την ανακοίνωση που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκμεταλλευόμενος την θωράκιση που είχε εξασφαλιστεί για την συγκεκριμένη θέση στο πλαίσιο της Οικονομικής διακυβέρνησης. Το αστείο μάλιστα με τον επικεφαλής της Γενικής Γραμματείας Εσόδων ήταν πως μετά από ένα σημείο αποσπάστηκε ακόμη κι από την κυβέρνηση του Σαμαρά που τον διόρισε, υπηρετώντας την δική του ατζέντα.

Καπέλο στην κυβέρνηση ήταν κι η Μαρία Δαμανάκη από την θέση του επιτρόπου, όπου διορίστηκε το 2009 από τον Γιώργο Παπανδρέου. Η παρουσία της στις Βρυξέλλες ωστόσο δεν προκάλεσε συγκρούσεις λόγω του ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις όλα αυτά τα χρόνια υποτάσσονταν χωρίς αντιρρήσεις στις υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πιθανός όμως διορισμός της Ντόρας Μπακογιάννη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς αντικατάσταση της Δαμανάκη θα λειτουργήσει σαν βαρίδι σε μια πιθανή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, επιτυγχάνοντας το ψαλίδισμα των πιο ριζοσπαστικών του θέσεων και την ταχεία προσαρμογή του στις επιταγές της ΕΕ.

Όπως ακριβώς θα συμβεί και με τον Στουρνάρα στην Τράπεζα Ελλάδας που από την εποχή του Σημίτη και της «ισχυρής Ελλάδας» αποτελεί σταθερά στην οικονομική πολιτική, προφανώς με αρνητικό πρόσημο. Ο διορισμός του επομένως στο κεντρικό πιστωτικό ίδρυμα από την κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου αποτέλεσε πρόκληση όχι μόνο γιατί δεν λάβαινε υπ’ όψη της τους πολιτικούς συσχετισμούς όπως αποτυπώθηκαν στις πρόσφατες εκλογές, που τυπικά έδιναν έναν παραπάνω λόγο στον ΣΥΡΙΖΑ να έχει άποψη για τον διάδοχο του Προβόπουλου, αλλά και για έναν επιπλέον λόγο: Επειδή έγινε εμφανές ότι ο Στουρνάρας, σε περίπτωση εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ, θα αποτελέσει αντίβαρο στην κυβέρνηση και μηχανισμό βίαιης προσαρμογής του. Υπ’ αυτό το πρίσμα η διαμαρτυρία του Α. Τσίπρα στον πρόεδρο της κεντρικής τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, ήταν άνευ ουσίας καθώς ο διορισμός του Στουρνάρα δεν έγινε μόνο με την σύμφωνη γνώμη της Φρανκφούρτης, αλλά και κατ’ εφαρμογήν των προβλέψεων της για την «ανεξαρτησία» των κεντρικών τραπεζών. Επομένως: ή αμφισβητείς τον θεσμό της «ανεξαρτησίας» και κατ’ επέκταση τον διορισμό Στουρνάρα ή …προσαρμόζεσαι. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν μπορείς να δηλώνεις πίστη και σεβασμό στον θεσμό της «ανεξαρτησίας», όπως έδειξε η επίσκεψη στον πρώην υπάλληλο της Γκόλντμαν Σακς, και ταυτόχρονα να αμφισβητείς τον διορισμό του Στουρνάρα. Άλλωστε, ο θεσμός της «ανεξαρτησίας», που σημαίνει στεγανοποίηση των θέσεων οικονομικής διαχείρισης από τον πολιτικό έλεγχο και την λαϊκή παρέμβαση, ψαλίδισμα επομένως της δημοκρατίας, έρχεται να διασφαλίσει την θωράκιση και την αδιατάρακτη συνέχεια της συντηρητικής πολιτικής ακριβώς σε τέτοιες περιόδους μετάβασης, που περιέχουν ένα ρίσκο ή απαιτούν μια περίοδο προσαρμογής.

Θωρακισμένο από τη Συνθήκη της Λισαβόνας για όλα μέλη της ΕΕ κι όχι μόνο της ευρωζώνης το δημοκρατικό άβατο στις κεντρικές τράπεζες

          Δεν είναι η πρώτη φορά που η θέση του κεντρικού τραπεζίτη έχει συνοδευτεί από ομηρικές διαμάχες με την εκτελεστική εξουσία. Σε δύο περιπτώσεις, στην Ουγγαρία και την Κύπρο, η κεντρική τράπεζα λειτούργησε σαν ξένο έδαφος αμφισβητώντας τις αποφάσεις της κυβέρνησης με την ανοιχτή ενθάρρυνση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το κοινό μάλιστα χαρακτηριστικό και των δύο αυτών περιπτώσεων είναι ότι συνέβησαν στα απόνερα σφοδρότατων οικονομικών κρίσεων.

Στο νησί της Αφροδίτης οι σχέσεις πάθους της κυβέρνησης με την κεντρική τράπεζα δεν είναι κάτι συγκυριακό. Από την εποχή ακόμη της προεδρίας του Δημήτρη Χριστόφια, ο κεντρικός τραπεζίτης Θ. Ορφανίδης ήταν κόκκινο πανί για το προεδρικό μέγαρο. Οι σχέσεις τους ξεπέρασαν κάθε όριο τυπικότητας και εξελίχθηκαν σε δημόσιες προσβολές όταν ξέσπασε η κρίση το 2012 με τον κεντρικό τραπεζίτη να καταλογίζει στο ΑΚΕΛ ότι ευθύνεται γιατί την κατάρρευση των τραπεζών επειδή συναίνεσε στο PSIχωρίς να ζητήσει ανταλλάγματα για τις κυπριακές τράπεζες, ενώ από την μεριά του ο Χριστόφιας του καταλόγιζε χαλαρή εποπτεία των τραπεζών, ανεπάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του δηλαδή, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν τα γνωστά φαινόμενα πιστωτικής υπερεπέκτασης. Εκεί που και οι δύο συμφωνούσαν ήταν όταν η μια πλευρά χρέωνε στην άλλη ευνοϊκή μεταχείριση της Λαϊκής Τράπεζας του Α. Βγενόπουλου… Οι επίμονες προσπάθειες του ΑΚΕΛ να τον ανατρέψει έπεφταν στο κενό γιατί ο Ορφανίδης είχε το συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι της κυβέρνησης: ασκώντας της συνέχεια κριτική επειδή δεν έπαιρνε μέτρα λιτότητας η Φρανκφούρτη ποτέ δεν δίστασε να αποφασίσει με ποιανού το μέρος θα ταχθεί. Έτσι οι προσπάθειες του Χριστόφια δεν ευοδόθηκαν. Ο διάδοχός του όμως, Πανίκος Δημητριάδης, πέρασε πολύ χειρότερα καθώς στο τέλος αναγκάστηκε να παραιτηθεί κι έτσι τον Απρίλιο του 2014 ανέλαβε τα ηνία της κεντρικής τράπεζας η πρώην γενική ελέγκτρια της Κυπριακής Δημοκρατίας, Χρυστάλλα Γιωρκάτζη. Για να αναγκάσει όμως ο Ν. Αναστασιάδη τον Π. Δημητριάδη να παραιτηθεί τον παρέπεμψε ακόμη και στον γενικό εισαγγελέα, επικαλούμενος την αλλοίωση επίσημων στοιχείων που ως στόχο είχαν να εμφανίσουν μεγαλύτερες των πραγματικών τις ανάγκες των κυπριακών τραπεζών. Εκτίμηση που σήμαινε μεγαλύτερο δάνειο, βαθύτερη εξάρτηση από τους δανειστές. Ο Π. Δημητριάδης ήταν όργανο της ΕΕ και τις κρίσιμες μέρες της άνοιξης του 2013 ξεπέρασε πολλές φορές σε αντιδραστικότητα ακόμη και τον Ν. Αναστασιάδη. Η εκπαραθύρωση του τελικά ήταν προϊόν συμβιβασμού για να αποτραπεί η καταδίκη του από το ανώτατο δικαστήριο. Έτσι αναγκάστηκε να συναινέσει κι ο Ντράγκι που είχε στείλει επιστολή στον πρόεδρο Ν. Αναστασιάδη και τον πρόεδρο της Βουλής Γ. Ομήρου απειλώντας την Κύπρο με παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σε περίπτωση που θα απόλυαν τον εκλεκτό τους!

Στην Ουγγαρία, το τελευταίο εμπόδιο που είχε να ξεπεράσει ο δεξιός πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος εξελέγη το 2010, για να απαλλαγεί από τον θανάσιμο εναγκαλισμό των πιστωτών που πριν δύο χρόνια την είχαν «διασώσει» προσφέροντας 20 δισ. ευρώ, ήταν η κεντρική τράπεζα της χώρας του. Ο κεντρικός τραπεζίτης Αντράς Σίμορ, λειτουργώντας όλα τα προηγούμενα χρόνια επί πρωθυπουργίας Γκιουρτσάνι και Μπατζνάι σαν το μακρύ χέρι των πιστωτών ήταν τόσο μισητός, συμβολίζοντας την υποτέλεια στους δανειστές, ώστε η απόλυσή του από την κεντρική τράπεζα ήταν προεκλογική εξαγγελία του Όρμπαν. Για να τον ξεφορτωθεί έκανε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό: Του μείωσε τον μισθό κατά 75%, του αφαίρεσε αρμοδιότητες, τοποθέτησε δίπλα του έμπιστούς του, προχώρησε ακόμη και σε συνταγματική αναθεώρηση με απώτερο στόχο να υπαγάγει την κεντρική τράπεζα στον έλεγχο και την πλήρη δικαιοδοσία του ουγγρικού κράτους. Όλα αποδείχθηκαν μάταια κι ο Σίμορ ξεκατσικώθηκε από την καρέκλα του κεντρικού διοικητή μόνον τον Μάριο του 2013, όταν έληξε κι επίσημα η θητεία του. Μέχρι τότε, η κεντρική τράπεζα της Ουγγαρίας έφτασε στο σημείο ακόμη και να εκδώσει ανακοίνωση τον Δεκέμβριο του 2011, με την οποία καταδίκαζε την συνταγματική αναθεώρηση που ψηφίστηκε στη Βουλή με 293 ψήφους υπέρ και 4 κατά. Όλο αυτό διάστημα η στάση της ΕΕ ήταν εμπρηστική. Για να επιβάλει την ακύρωση των συνταγματικών μεταρρυθμίσεων τίναξε στον αέρα ακόμη και συνομιλίες με την κυβέρνηση του Όρμπαν τον Δεκέμβριο του 2011 που συζητούσαν την παροχή μιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης στην Ουγγαρία. (Ο Όρμπαν είχε αποκλείσει να πάρει νέο δάνειο, εγγυήσεις ζητούσε, σε μια προσπάθεια να απεμπλακεί από την επιτήρηση ΕΕ και ΔΝΤ). Η ΕΕ, προκειμένου να διαφυλάξει την λεγόμενη ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, τη δυνατότητά της δηλαδή να παρεμβαίνει στην οικονομική πολιτική μιας ανεξάρτητης χώρας με τον δικό της άνθρωπο, έφτασε στο σημείο να απειλήσει την Ουγγαρία ακόμη και με αναστολή του δικαιώματος ψήφου σε όλα τα θεσμικά όργανα. Σε ανακοίνωσή της μάλιστα η ΕΚΤ επικαλούταν την παραβίαση από την Βουδαπέστη του άρθρου 130 της Συνθήκης της Λισαβόνας. Χρειάζεται  να τονίσουμε εδώ ότι η Ουγγαρία δεν ανήκει στην ευρωζώνη. Παρόλα αυτά οι δεσμεύσεις της απέναντι στην ΕΚΤ για το «άβατο» της κεντρικής τράπεζας είναι ασφυκτικές και στην συνταγματική συνθήκη της ΕΕ περιγράφονται επακριβώς: «Κατά την εκτέλεση των εξουσιών τους και την πραγματοποίηση των εργασιών και των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί από τις Συνθήκες και τον ιδρυτικό νόμο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της ΕΚΤ, ούτε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ούτε κάποια εθνική κεντρική τράπεζα, ούτε οποιοδήποτε μέλος των οργάνων που αποφασίζουν θα αναζητήσουν ή θα λάβουν οδηγίες από θεσμούς της Ένωσης, όργανα, γραφεία ή υπηρεσίες, από οποιαδήποτε κυβέρνηση κράτους μέλους ή απ’ οποιοδήποτε άλλο σώμα. Οι θεσμοί της Ένωσης, όργανα, γραφεία ή υπηρεσίες και οι κυβερνήσεις των κρατών μελών αναλαμβάνουν να σεβαστούν αυτή την αρχή και να μην επιδιώξουν να επηρεάσουν τα μέλη των οργάνων που αποφασίζουν στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ή τις εθνικές κεντρικές τράπεζες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους».

Όποιος επομένως πιστεύει ότι το πρόβλημα είναι ο Στουρνάρας ή ότι ο Ντράγκι μπορεί να βοηθήσει στον εκδημοκρατισμό των κεντρικών τραπεζών εθελοτυφλεί!

Χρονιά της κρίσης το 2011 για την ΕΕ (Επίκαιρα, 30/12/10-4/1/11)

Ένα μόνο είναι σίγουρο: Ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση που ξέραμε όλα αυτά τα χρόνια το 2011 θα μας αποχαιρετήσει. Τα επετειακά αφιερώματα που θα δουν το φως της δημοσιότητας σε ένα χρόνο από τώρα θα κάνουν λόγο για μια ΕΕ και μια ευρωζώνη ολότελα διαφορετική από τη σημερινή. Ο λόγος είναι ότι τον επόμενο χρόνο πρόκειται να πάρουν σχήμα και μορφή όλες αυτές οι αρνητικές μεταβολές για τις οποίες η Γερμανία μας προϊδέασε την προηγούμενη χρονιά και, το χειρότερο, κατέστησε σαφές ότι θα επιβάλει, ανεξαρτήτως πολιτικού κόστους. Με άλλα λόγια η Γερμανία φέρεται αποφασισμένη να γράψει στα παλαιότερα των υποδημάτων της ακόμη και τη γνώμη των υπόλοιπων κρατών – μελών, ακόμη και των πιο στενών συμμάχων της όπως η Γαλλία, η οποία διαβάζοντας έγκαιρα το μήνυμα της αναβίωσης της γερμανικής επιθετικότητας έσπευσε να υποταχθεί προκειμένου να μην περιθωριοποιηθεί.

Η γερμανική επιθετικότητα παρόλα αυτά δεν προχωράει χωρίς αντιδράσεις, παρότι σε κάθε περίπτωση παραμένουν κατώτερες των περιστάσεων και ασυντόνιστες μεταξύ τους, αποτέλεσμα ενστικτωδών αντιδράσεων. Δύο γεγονότα ξεχωρίζουν που αμφισβητούν το μονόδρομο της νέας, «γερμανικής ΕΕ» και της εξοντωτικής λιτότητας.

Η πρώτη μορφή αντίδρασης σημειώθηκε στην Ουγγαρία, όπου τον περασμένο Απρίλη κέρδισε τις εκλογές το δεξιό κόμμα Φιντέζ, με μια ασυνήθιστη πλειοψηφία, που έφθανε τα δύο τρίτα του εκλογικού σώματος. Η ομόθυμη σχεδόν στήριξη των Ούγγρων ψηφοφόρων στον Βίκτορ Όρμπαν ήταν αποτέλεσμα των αντι-νεοφιλελεύθερων προεκλογικών εξαγγελιών του και της υπόσχεσής του να απελευθερώσει την Ουγγαρία από τον θανάσιμο εναγκαλισμό του ΔΝΤ. Τα ‘πε και τα ‘κανε! Ο Ούγγρος πρωθυπουργός, Βίκτορ Όρμπαν τίμησε τις δεσμεύσεις του, αντίθετα με ότι συμβαίνει σε όλη την Δυτική Ευρώπη, όπου η πολιτική έχει εξελιχθεί σε μια ιστορία διάψευσης (των προεκλογικών υποσχέσεων) και προδοσίας (του εκλογικού σώματος). Προ επίρρωση η προεκλογική δήλωση του Γ. Παπανδρέου «λεφτά υπάρχουν» από την μια και το μετεκλογικό κατοχικό καθεστώς από την άλλη, οι προεκλογικές δεσμεύσεις των Φιλελεύθερων στην Αγγλία ότι δεν θα αυξηθούν τα πανεπιστημιακά δίδακτρα από την μια και η συμφωνία τους να τριπλασιαστούν από την άλλη που οδήγησε σε πρωτοφανή επεισόδια στους δρόμους του Λονδίνου, η επιμονή του ισπανού πρωθυπουργού Θαπατέρο να αυξήσει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67 χρόνια, παρά τη καθολική αντίδραση που συνάντησε η πρότασή του, κ.λπ., κ.λπ.

Ο Ούγγρος πρωθυπουργός αντίθετα, σεβάστηκε τις εξαγγελίες του και αρχικά σνόμπαρε τα χρήματα του ΔΝΤ δηλώνοντας ότι η χώρα του μπορούσε από μόνη της να εξασφαλίσει τους αναγκαίους πόρους. Απύθμενο θράσος!

Η αναίδειά του συνεχίστηκε με την απόφασή του να επιβάλλει φόρο στις τράπεζες ύψους 0,5% αντί να μειώσει περαιτέρω τις δημόσιες δαπάνες, όπως έκαναν οι σοσιαλιστές προκάτοχοί του και όπως γίνεται σε όλη την Ευρώπη. Μια απόφαση που, αν και πέρασε από την ουγγρική Βουλή τον Ιούλη με 301 ψήφους υπέρ έναντι 12 κατά – δε στερούταν δηλαδή νομιμοποίησης, συνάντησε την καθολική αντίδραση των κατοχικών δυνάμεων ΔΝΤ – ΕΕ που, λειτουργώντας ως συλλογικό όργανο των τραπεζών οι οποίες θα επιβαρυνθούν με 844 εκ. δολ. με αυτό το νόμο, καταδίκασαν την πρωτοβουλία. Λίγο είναι να εγκαταλείπεται η πεπατημένη των περικοπών στους μισθούς, τις συντάξεις και τις κοινωνικές παροχές και να φορολογούνται οι τράπεζες; Έγκλημα καθοσιώσεως!

Οι διαφοροποιήσεις του Βίκτορ Όρμπαν έφτασαν σε ανώτερα επίπεδα τις προηγούμενες εβδομάδες όταν πρόσβαλε εκ νέου τα ιερά και τα όσια της νέας οικονομικής τάξης αμφισβητώντας την διαβόητη ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας και… άκουσον – άκουσον ο πρωθυπουργός της χώρας ήθελε να έχει λόγο για τη νομισματική πολιτική! Τα γεγονότα έχουν ως εξής: Η πολιτική ηγεσία της χώρας χάραξε μια ολοκληρωμένη οικονομική πολιτική, συστατικό στοιχείο της οποίας είναι και η νομισματική πολιτική – κάτι που ξεχνιέται εσχάτως, με μοναδικό στόχο να αρχίσει ξανά η οικονομική μεγέθυνση της χώρας και να δραπετεύσει από το φαύλο κύκλο ύφεσης και λιτότητας που την είχε οδηγήσει η υποθήκευση στο ΔΝΤ. Σε αυτό το πλαίσιο πρόκρινε την μείωση της φορολογίας προσωπικού εισοδήματος και μικρο-μεσαίων επιχειρήσεων, την αύξηση της φορολογίας (πέρα από τις τράπεζες) στις επιχειρήσεις ενέργειας, τηλεπικοινωνιών και ιδιωτικής ασφάλισης, την αύξηση ορισμένων παροχών κοινωνικής πρόνοιας και την μείωση των επιτοκίων για να αρχίσει το χρήμα να κυκλοφορεί ώστε να χρηματοδοτηθούν νέες επενδύσεις που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας. Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας όμως είχε άλλη γνώμη και όχι μόνο αρνήθηκε να μειώσει τα επιτόκια, αλλά τα αύξησε κιόλας, δίνοντας έτσι το σήμα για μια περιοριστική οικονομική πολιτική σε ευθεία αντιπαράθεση με την πολιτική της κυβέρνησης. Η σύγκρουση της εκλεγμένης κυβέρνησης με τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας (ασήμαντος και εξ ορισμού πολιτικό μηδενικό όχι μόνο στην Ουγγαρία αλλά σε όλες τις χώρες του κόσμου) κορυφώθηκε όταν η πολιτική ηγεσία του ζήτησε να παραιτηθεί κι αυτός αρνήθηκε αναγκάζοντας την κυβέρνηση να καταφύγει σε έναν λαβύρινθο χειρισμών για να τον αναγκάσει να τα μαζέψει και να φύγει.

Τα γεγονότα στη γενέτειρα του Σόρος που υπό την κυβέρνηση των σοσιαλιστών ήταν οι καλύτεροι πελάτες του ΔΝΤ και παράδειγμα για τον Γιώργο Παπανδρέου (ποιος ξεχνάει την επίσκεψή του τον Απρίλη στη Βουδαπέστη και την συνάντησή του με τον υπηρεσιακό πρωθυπουργό – εντολοδόχο του ΔΝΤ, όταν διαταγή της ημέρας ήταν το «μην δαιμονοποιείτε το ΔΝΤ») είναι πέρα για πέρα διδακτικά γιατί δείχνουν ότι η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας στην πράξη σημαίνει αυτονόμησή της από την πολιτική και πλήρης υπαγωγή της σε σκοτεινούς εξωθεσμικούς μηχανισμούς του εξωτερικού, που έχουν ένα και μοναδικό σκοπό: να επιβάλλουν λιτότητα σε βάρος των εργαζομένων, αδιαφορώντας για το επίπεδο ζωής, την απασχόληση, την ανάπτυξη ακόμη και το διεθνές κύρος μιας χώρας. Όλα αυτά είναι λεπτομέρειες μπροστά στους διεθνείς επενδυτές που χώρια των άλλων ποτέ δεν φθάνουν κιόλας. Η κυβέρνηση της Ουγγαρίας έτσι κατάργησε το άβατο και αποκατέστησε τον πολιτικό, δημοκρατικό έλεγχο επί των αποφάσεών της κεντρικής τράπεζας και συμπεριέλαβε εκ νέου τη νομισματική πολιτική στην εργαλειοθήκη της οικονομικής πολιτικής εκεί που ανήκε από αιώνες πριν την νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση, που στην Ευρώπη επιβλήθηκε με την Συνθήκη του Μάαστριχτ. Τότε χαρακτηρίστηκε ως ακρογωνιαίος λίθος της νομισματικής ενοποίησης η «ανεξαρτησία» των κεντρικών τραπεζών και έξω από κάθε κεντρική τράπεζα κρεμάστηκε η ταμπελίτσα «απαγορεύεται η είσοδος στους πολιτικούς».

Οι κινήσεις ανεξαρτητοποίησης της Ουγγαρίας, που κορυφώθηκαν με την ανάρτηση σε κάθε δημόσιο κτίριο μιας διακήρυξης όπου αναφέρεται ότι μόλις τώρα η χώρα απέκτησε τον αυτοπροσδιορισμό της, προκάλεσαν εκνευρισμό στις Βρυξέλλες. Η δυσφορία της ΕΕ εξηγείται όχι μόνο γιατί η Ουγγαρία δημιουργεί ένα αντι-παράδειγμα, βεβαιώνοντας ότι η πολιτική των περικοπών και της εξοντωτικής λιτότητας δεν είναι μονόδρομος, αλλά μαζί με αυτό και για έναν επιπλέον λόγο: Επειδή η Βουδαπέστη αναλαμβάνει από το Σάββατο 1/1ου την κυκλική προεδρία της ΕΕ. Το γεγονός ότι πρόκειται για έναν θεσμό εντελώς απογυμνωμένο από ουσιαστικές αρμοδιότητες δημιουργεί αρχικά έναν εφησυχασμό στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ποιος όμως μπορεί να είναι σίγουρος, με τα σημερινά δεδομένα, για την διάθεση του Όρμπαν να συμμορφωθεί στην πολιτική των Βρυξελλών και να την υπηρετήσει;

Ένα δεύτερο παράδειγμα που υπογραμμίζει τις φυγόκεντρες τάσεις που αναπτύσσονται στην ΕΕ ήρθε από την αρθρογραφία ενός ιστορικού σοσιαλδημοκράτη ηγέτη, ο οποίος προτίμησε τον αιχμηρό λόγο από τις «photo opportunities» στις οποίες επιδίδονται οι πρώην αναζητώντας ρόλους: του Μάριο Σοάρες, πρωθυπουργού και προέδρου της Πορτογαλίας επί πολλά χρόνια. Σε άρθρό του που δημοσιεύτηκε στην ισπανική εφημερίδα El Pais στις 15 Δεκέμβρη τόνιζε: «Η ενότητα και η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται ότι είναι σε τροχιά εξαφάνισης, το ίδιο και η ταυτότητα του ευρωπαϊκού σχεδίου, που στηριζόταν στην ειρήνη, την δημοκρατία και την ευημερία με ιδιαίτερη έμφαση στο κοινωνικό και περιβαλλοντικό συμβόλαιο. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Επιτροπής εμφανίζεται εντελώς οικονομίστικη, με την έννοια ότι υπηρετεί τα κερδοσκοπικά συμφέροντα των αγορών και μας επιβάλει βάρβαρες προσαρμογές στο κοινωνικό, περιβαλλοντικό, πολιτισμικό ακόμη και στο εκπαιδευτικό επίπεδο. Για ποιο λόγο; Με μοναδικό στόχο την μείωση του ελλείμματος και του εξωτερικού χρέους (για το οποίο κατά ένα μέρος είναι υπεύθυνοι οι κερδοσκόποι) μας σέρνουν σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη ύφεση. Επιπλέον μας βυθίζουν στην πολιτική παράλυση. Η Ισπανία και η Πορτογαλία περιλαμβάνονται στα θύματα αυτής της απαρχαιωμένης στρατηγικής που σχεδιάστηκε από την κυρία Μέρκελ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με την συνεργασία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ήταν αυτοί που επέβαλαν τα πολύ σκληρά μέτρα στους λαούς μας. Δεν μπορέσαμε να τα αποφύγουμε, ως προς το παρόν, για να μην υποστούμε οικονομική ασφυξία. Αλλά δεν πρέπει, ούτε μπορούμε να μείνουμε σιωπηροί. Είναι η ώρα να ηχήσει η δική μας φωνή, να πούμε φτάνει πια»!

Τα παραπάνω λόγια, από έναν πολιτικό που ανήκει σε μια γενιά η οποία δεν προσκύναγε τους τραπεζίτες ούτε υποκλινόταν στην «ανεξαρτησία» των αμερικανοσπουδαγμένων τεχνοκρατών, απηχούν την απογοήτευση που προκαλεί πλέον η πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε όσους την είχαν ταυτίσει με την ειρήνη και τη  δημοκρατία. Αυτή η πορεία όξυνσης των εσωτερικών ανταγωνισμών το 2011 θα ενταθεί, με πρωτοβουλία του Βερολίνου. Η πρόθεση της Γερμανίας να επιβάλει στη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου το σχέδιο ελεγχόμενης χρεοκοπίας, τροποποιώντας τη Συνθήκη της Λισσαβόνας χωρίς ωστόσο να τεθούν οι αλλαγές στην κρίση των ευρωπαίων ψηφοφόρων, θα δώσει νέα ώθηση στις διαθέσεις των κερδοσκόπων, ενώ ταυτόχρονα θα βαθύνει την ύφεση και τη φτώχεια για τους λαούς της Ευρώπης.

Εκτός αν το 2011 γίνει η χρονιά που οι λαοί θα σαρώσουν αυτά τα εφιαλτικά σενάρια ανατρέποντας τις πολιτικές λιτότητας και περικοπών των κοινωνικών δαπανών που γυρίζουν το ρολόι του χρόνου όχι ένα χρόνο μετά, αλλά έναν αιώνα πίσω…

Αρέσει σε %d bloggers: