Το βαθύ κράτος των αγορών (Unfollow, Ιανουάριος 2015)

DΔεν χρειαζόταν να ακούσουμε τι ακριβώς θα ψήφιζαν οι λεγόμενοι ανεξάρτητοι βουλευτές το μεσημέρι της Δευτέρας 29 Δεκεμβρίου για να μάθουμε αν θα καταφέρει ο αθλιότερος πρωθυπουργός της μεταπολίτευσης, ο Αντώνης Σαμαράς, να βρει τους 180 βουλευτές που θα του επέτρεπαν να εκλέξει πρόεδρο της Δημοκρατίας της αρεσκείας του, παρατείνοντας έτσι τη ζωή της κυβέρνησης του. Η κάθετη πτώση των τιμών των μετοχών στο ελληνικό χρηματιστήριο από νωρίς το πρωί εκείνης της ημέρας είχε προεξοφλήσει το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας στη Βουλή. Και δεν ήταν η πρώτη φορά.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Μένοντας μόνο στα σημαντικότερα πολιτικά γεγονότα της χρονιάς που πέρασε, του 2014, το ίδιο ακριβώς είχε συμβεί τόσο με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην Σκοτία για την ανεξαρτητοποίησή της από την Αγγλία, στις 18 Σεπτεμβρίου, όσο και με τις ευρωεκλογές στην Ελλάδα την Κυριακή 25 Μαΐου. Η βεβαιότητα του Σίτι ότι θα μπορεί εξ ίσου άνετα και στο μέλλον να εδράζει τον διεθνή του ρόλο σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο κι όχι στα δύο τρίτα του είχε φανεί από την ανοδική πορεία των δεικτών των βρετανικών χρηματιστηρίων την ίδια κιόλας ημέρα. Στην Ελλάδα, ο υπερφίαλος χαρακτήρας του συνθήματος «στις 25 ψηφίζουμε στις 26 φεύγουν» (για τον Μάιο του 2014 κι όχι για τον Ιανουάριο του 2015) είχε αποδειχθεί από το πρωί της Παρασκευής 23 Μαΐου, όταν η πορεία των μετοχών κι όγκος των συναλλαγών το προεξοφλούσαν μια διαχείρισιμη ήττα από την μεριά της συγκυβέρνησης κι ότι στις 26, τελικά, Τρόικα και ΝΔ-ΠΑΣΟΚ «μένουν», δεν φεύγουν.

Τα παραπάνω και πλήθος άλλα παρόμοια περιστατικά που για τους λάτρεις των αγορών αποδεικνύουν την ικανότητα πρόβλεψης των αγορών, αν κάτι βεβαιώνουν είναι τα αδιόρατα νήματα που συνδέουν την πολιτική και την οικονομία. Πιο συγκεκριμένα, τους δεσμούς που έχουν αναπτύξει τράπεζες, κερδοσκόποι και μεγάλες επιχειρήσεις με την πολιτική, τον Τύπο, τις δημοσκοπικές εταιρείες και τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης ώστε έγκαιρα και με ασφάλεια να γνωρίζουν τα αποτελέσματα της κάλπης και να τοποθετούνται αποφεύγοντας αχρείαστες απώλειες από περιττές μετακινήσεις.

Κάπου εδώ όμως τελειώνει κι η αθωότητα των αγορών ή ο παθητικός τους ρόλος στο δυναμικό κι ασταθές δίπολο οικονομίας – πολιτικής. Γιατί, αν κάτι χαρακτηρίζει τη σχέση τους δεν είναι η εκ των υστέρων προσαρμογή της οικονομίας ή των αγορών στην κίνηση της πολιτικής, αλλά η προτεραιότητα της οικονομίας, με τις αγορές να διαμορφώνουν τους όρους και να διατυπώνουν τις απαιτήσεις και, στη συνέχεια, την πολιτική να ακολουθεί. Σε ένα εγγενώς μεροληπτικό παιχνίδι οι αγορές παίζουν πάντα με τα λευκά πιόνια, εξασφαλίζοντας σε κάθε παρτίδα την πρώτη κίνηση κι η πολιτική έπεται, με τους πολιτικούς να πλειοδοτούν σε παραχωρήσεις επιδιώκοντας να εξασφαλίσουν την εύνοια των αγορών, που ενώπιον των πολιτικών παύουν να είναι απρόσωπες, έχουν πάντα …όνομα και τηλέφωνο. Ειδικά σε προεκλογικές περιόδους όταν ο κάθε βουλευτής (που στη διάρκεια της θητείας του καταριέται το πολιτικό κόστος προκειμένου να προωθήσει τις αναγκαίες αντεργατικές μεταρρυθμίσεις) παρακαλάει γονυπετής τραπεζίτες κι επιχειρηματίες για μια επιταγή 20 ή 30.00 ευρώ που θα του καλύψει μέρος των εξόδων της προεκλογικής του εκστρατείας. Τότε είναι που το «βαθύ κράτος» των αγορών στρατολογεί και διαμορφώνει την δική του κοινοβουλευτική ομάδα, με επιχειρήσεις και κλάδους να έχουν καταφέρει στο πρόσφατο παρελθόν να σιτίζουν δικομματική κοινοβουλευτική ομάδα που τα μέλη της υπερέβαιναν αριθμητικά τους κυβερνητικούς βουλευτές. Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται κι η υποκρισία που κρύβεται πίσω από τις νεοφιλελεύθερες καταγγελίες περί κοινοβουλευτικών ομοιοεπαγγελματικών συντεχνιών (μηχανικών, δικηγόρων, κ.α.) την ίδια στιγμή που αποσιωπάται η μισθοδοσία τους από γερμανικές πολυεθνικές, ελληνικές τράπεζες και μεγάλους κατασκευαστικούς ομίλους, καθώς αυτή ακριβώς η εξάρτηση των βουλευτών αποδεικνύεται πολύ πιο καταστροφική για το συμφέρον της κοινωνίας.

Οι συνδιαλλαγές των πολιτικών με τις επιχειρήσεις που έφτασαν στο αποκορύφωμα επί Σημιτικού εκσυγχρονισμού άλλαξαν άρδην στα χρόνια του Μνημονίου, από το 2010 και μετά εξ αιτίας της βίαιης αναδιάρθρωσης που επήλθε στον χάρτη της ελληνικής οικονομίας. Δεν είναι μάλιστα ότι οι κατασκευαστές κι οι τραπεζίτες έπαψαν να χρειάζονται την Πολιτική για να συνεχίσουν να επιβιώνουν. Μάρτυρας η κολοσσιαία επιχειρηματική τους αποτυχία κι η νεκρανάστασή τους χάρη στο δημόσιο χρήμα. Είναι κυρίως ότι στην Μέκκα των αγορών, το ελληνικό χρηματιστήριο, εισήλθαν νέοι παίχτες. Σημείο τομής σε αυτή την διαδικασία αποδείχθηκε το ταξίδι του Σαμαρά στις ΗΠΑ το καλοκαίρι του 2013. Οι επαφές που πραγματοποίησε ο τότε έλληνας πρωθυπουργός με εκπροσώπους αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων δεν αύξησαν σημαντικά την διεθνοποίηση του ελληνικού χρηματιστηρίου όπως μαρτυρούν και τα πιο πρόσφατα στοιχεία βάσει των οποίων η συμμετοχή των ξένων στο τέλος του 2014 ανήλθε στο 62%. Κυρίως διαμόρφωσαν μια νέα ισορροπία μεταξύ ακραίων κερδοσκόπων και σχετικά συντηρητικών επενδυτών, αυξάνοντας για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό την συμμετοχή των πρώτων. Πρόκειται συγκεκριμένα για κεφάλαια που δραστηριοποιούνται κι αγοράζουν μετοχές συστηματικά σε χώρες κατεστραμμένες οικονομικά όπως είναι η Ελλάδα, προσδοκώντας γρήγορα κέρδη τα οποία προφανώς δεν έρχονται από την ανάπτυξη της οικονομίας. Το δεύτερο χαρακτηριστικό των κερδοσκοπικών κεφαλαίων που μάζεψε ο Σαμαράς από την Αμερική είναι οι στενοί δεσμοί που διατηρούν με το πολιτικό κατεστημένο των ΗΠΑ. Η βίαιη αντίδραση των αγορών, δηλαδή η πτώση των τιμών των μετοχών (ακόμη και σε διψήφια επίπεδα) που παρατηρήθηκε στο ελληνικό χρηματιστήριο κι η άνοδος των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων πάνω από 10%, όταν το καλοκαίρι ήταν στο 3,5%, μόλις εκδηλώθηκε η πρόθεση της κυβέρνησης να διακόψει με το ΔΝΤ εξέφρασε αυτές ακριβώς τις σχέσεις του δυναμικότερου κομματιού της ελληνικής κεφαλαιαγοράς με τον ξένο παράγοντα και το ίδιο το ΔΝΤ.

Σε αυτό το πλαίσιο αποκαλύπτεται η πολιτική απάτη της κυβέρνησης που είχε χαρακτηρίσει την είσοδο επενδυτικών κεφαλαίων στην ελληνική αγορά ως δείγμα εμπιστοσύνης στις προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας. Οι αγορές εν προκειμένω λειτούργησαν σαν παραμορφωτικός καθρέπτης της οικονομίας. Τα κερδοσκοπικά επενδυτικά κεφάλαια δεν εμπιστεύονταν την ελληνική οικονομία, αλλά την Τρόικα και κυρίως το ΔΝΤ. Παρέμεναν στις ελληνικές επιχειρήσεις (από τράπεζες μέχρι και ΜΜΕ) όσο η ελληνική οικονομία ήταν διασωληνωμένη και τον έλεγχό της τον είχαν οι πιστωτές. Έτσι, με το που κυκλοφόρησαν τα πρώτα σενάρια απεμπλοκής του ΔΝΤ από την Ελλάδα ξεκίνησαν τις ρευστοποιήσεις, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την παράλληλη λειτουργία τους ως μοχλών εκβιασμού και πίεσης. Κι αυτή η λειτουργία των αγορών ως μηχανισμός πειθάρχησης και επιβολής επί της πολιτικής είναι ο πιο επικίνδυνος και αποσταθεροποιητικός, άμεσα και μακροπρόθεσμα, στον βαθμό που μια ενορχηστρωμένη φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό ή μια εξ ίσου ενορχηστρωμένη (πλήρως ή μερικώς) πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας ενός νομίσματος χρησιμοποιείται για να τιμωρήσει απείθαρχες κυβερνήσεις. Ή, να προσγειώσει απότομα φιλόδοξα πολιτικά σχέδια όπως έδειξε η σπουδή στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ (π.χ. Γ. Σταθάκης) να λάβουν υπ’ όψη τους τα μηνύματα των αγορών το φθινόπωρο, παραπέμποντας στο απώτερο μέλλον τις εξαγγελίες για «σκίσιμο των Μνημονίων», αντί να επιλέξουν να ριζοσπαστικοποιήσουν περαιτέρω το πολιτικό τους πρόγραμμα, απαντώντας έτσι επιθετικά στη επίδειξη δύναμης των απατεώνων. Γιατί, οι εκβιασμοί ανθούν στο έδαφος που έχει ήδη προετοιμαστεί. Όταν για παράδειγμα θεωρείται δεδομένη και αδιαπραγμάτευτη η συμμετοχή στον σημερινό διεθνή καταμερισμό, η παραμονή στην ευρωζώνη και την ΕΕ τότε οι σχετικές πιέσεις αποδεικνύονται πράγματι αποτελεσματικές. Αν όμως αντίθετα προκρινόταν ένα σχέδιο ρήξης με τους διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, όπως το ΔΝΤ κι η ΕΕ, κατ’ εφαρμογή της συνεδριακής δέσμευσης του ΣΥΡΙΖΑ για διαγραφή του χρέους τότε θα εξέλιπε κι η βάση επί της οποίας ασκούνται οι εκβιασμοί των αγορών, επιδιώκοντας να ακρωτηριάσουν τις πιο ριζοσπαστικές πλευρές του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ και να ενθαρρύνουν την δεξιά πτέρυγα που επιδιώκει έναν έντιμο συμβιβασμό με τους πιστωτές.

Αξίζει μάλιστα να δούμε πώς από τώρα υπάρχουν τάσεις στους κύκλους των αγορών που βλέπουν θετικά την προοπτική ανάληψης της κυβερνητικής εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ. Όσο πλησιάζουμε στις εκλογές τόσο συχνότερα δημοσιεύονται εκτιμήσεις στελεχών της αγοράς που πίσω από το αποτέλεσμα της 25ης Ιανουαρίου βλέπουν την συνέχεια κι όχι την ρήξη. Ενδεικτικό είναι δημοσίευμα των Financial Times στις 30 Δεκεμβρίου με τίτλο «ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τρομοκρατεί πλέον ορισμένους επενδυτές». Αναφέρει το ρεπορτάζ: «Ο ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, έχει εγκαταλείψει τη δέσμευσή του να “σκίσει” την δανειακή σύμβαση με τους διεθνείς πιστωτές, δίνοντας έμφαση σε πιο συντηρητικά βήματα για την διαχείριση του χρέους όπως επίσης και στην ουσιαστική του δέσμευση στο ευρώ». Στη συνέχεια η βρετανική εφημερίδα μεταφέρει δηλώσεις στελέχους επενδυτικού ταμείου που δεν φαίνεται να ανησυχεί κι ιδιαίτερα από τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ: «Οι επενδυτές θα αντιμετωπίσουν μια περίοδο τεσσάρων εβδομάδων κλιμακούμενης αβεβαιότητας. Πιστεύουμε ωστόσο ότι ο Τσίπρας θα αποδειχθεί πιο πραγματιστής απ’ όσο δείχνει η προηγούμενη ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ. Έχει ήδη ανοίξει δίαυλους επικοινωνίας με Βερολίνο, Παρίσι και Φρανκφούρτη κι έχει κάθε κίνητρο να επιχειρήσει να διαπραγματευτεί σχετικά επιφανειακές αλλαγές στο πρόγραμμα της Ελλάδας και να οικειοποιηθεί την πρόωρη ανάκαμψη της Ελλάδας, παρά να την εκτροχιάσει».

Προφανώς, είναι ένα ακόμη παράδειγμα των αδιόρατων νημάτων που συνδέουν την πολιτική με την οικονομία, επιτρέποντας τόσο νωρίς, τόσο σίγουρες προβλέψεις…

Χρηματιστήριο: Ελλάδα: -29%, Αργεντινή: +59%! (Πριν, 4 Ιανουαρίου 2015)

Employees are reflected on an electronic board displaying stock prices at the Athens stock exchange in AthensΗ κατρακύλα των τραπεζικών μετοχών διαψεύδει την πλαστή εικόνα των τεστ αντοχής

«Κρίμα που δεν γίναμε Αργεντινή» είναι το πρώτο και σημαντικότερο συμπέρασμα που προκύπτει από τον χρηματιστηριακό απολογισμό της χρονιάς που πέρασε και μια διεθνή σύγκριση των αποδόσεων των χρηματιστηρίων, καθώς η αγορά κεφαλαίων με τις μεγαλύτερες ζημιές το 2014 ήταν η ελληνική (29%), ενώ στο άλλο άκρο η αγορά κεφαλαίων με τα μεγαλύτερα κέρδη ήταν της Αργεντινής (59%)! Η χώρα της Κίρχνερ που εξακολουθεί να επιβάλλει τους δικούς της όρους ακόμη και στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, αποκλείοντας για παράδειγμα όσους αρνούνται το κούρεμα των ομολόγων, ξεπέρασε σε επιδόσεις ακόμη και τα κινέζικα χρηματιστήρια (άνω του 50%), ακόμη κι αυτά των ΗΠΑ που συνέχισαν να καταγράφουν θεαματικές επιδόσεις (S&P 500: 11,4%, Dow Jones: 7,5%) και το 2014. Η εκτόξευση μάλιστα του αργεντίνικου χρηματιστηρίου συνέβη παρά την πτώση της τιμής του πετρελαίου Μπρεντ κατά 49%∙ δεν ήταν δηλαδή πλασματική, αποτέλεσμα της ανόδου των τιμών του μαύρου χρυσού…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το ελληνικό χρηματιστήριο δεν φάνηκε να πείθεται από τις εξαγγελίες της συγκυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου για έξοδο από την κρίση και επιστροφή στον δρόμο της ανάπτυξης, καθώς το 2014 έκανε ποδαρικό με το γενικό δείκτη στις 1.160 μονάδες και αποχαιρέτησε τον μάταιο τούτο κόσμο στις 826 μονάδες, αφού πρώτα στις 19 Μαρτίου εκτινάχθηκε στις 1.380 μονάδες, δίνοντας τροφή σε αυταπάτες για μια μακρά χρηματιστηριακή άνοιξη… Η πτώση επιταχύνθηκε το φθινόπωρο, υποκινούμενη από τις προσπάθειες της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ να ξεφορτωθούν το ΔΝΤ, ωστόσο είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Ενδογενείς επομένως οι αιτίες της κατρακύλας των τιμών των μετοχών, με την Πορτογαλία, όπου κι εκεί ο γενικός δείκτης μειώθηκε κατά 25% το 2014, να επιβεβαιώνει πως στους καλούς μαθητές των πιστωτών ταιριάζει η χρηματιστηριακή κατεδάφιση! Κι ας ομνύουν στην επιχειρηματική ευημερία και το μετοχικό ιδεώδες…

Στην Ελλάδα, την μεγαλύτερη συντριβή ωστόσο υπέστησαν οι τραπεζικές μετοχές με τον σχετικό δείκτη να μειώνεται κατά 46% και τις τιμές των μετοχών να φιγουράρουν επικίνδυνα με το αρνητικό πρόσημο. Η τιμή της Γιούρομπανκ πχ έφτασε στα 18 λεπτά (από 55 λεπτά στις αρχές του 2014 και 73 ευρώ στις αρχές του 2010, επί «σοβιετικής Ελλάδας» κατά τον Σαμαρά), της Άλφα Μπανκ στα 46 λεπτά και της Πειραιώς στα 93 λεπτά! Κανένα αγοραστικό ενδιαφέρον, καμία έλξη από επενδυτικό κοινό και τους θεσμικούς κι ας έχουν απορροφήσει από το 2008 μέχρι σήμερα 211,5 δισ. ευρώ, σε μορφή ρευστού και εγγυήσεων, για να παραμείνουν τυπικά εν ζωή. Η κατρακύλα των τιμών των τραπεζικών μετοχών απέδειξε επίσης πόσο εικονικά ήταν τα συμπεράσματα των τεστ αντοχής που έδωσε στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τέλη Οκτώβρη. Προϊόν δημιουργικής στατιστικής ήταν η καλή βαθμολογία των ελληνικών (και όχι μόνο) τραπεζών με την επιβεβαίωση να έρχεται από τους πιο αξιόπιστους, κατά τα δικά τους κριτήρια, κριτές: την αγορά!

Οι πιστωτές όρισαν ήδη την μετεκλογική ατζέντα (Πριν, 14 Δεκεμβρίου 2014)

aseΩς τεκμήριο αποτυχίας κι όχι σήμα κινδύνου έπρεπε να ερμηνευτεί η ελεύθερη πτώση των τιμών των μετοχών κι η νέα άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων την προηγούμενη εβδομάδα κι ειδικότερα μετά την ανακοίνωση της κυβέρνησης ότι επισπεύδει την διαδικασία εκλογής προέδρου της Δημοκρατίας. Η πτώση του γενικού δείκτη κατά 20,18% στις 824 μονάδες που προκάλεσε απώλειες 14 δισ. ευρώ στην κεφαλαιοποίηση του χρηματιστηρίου (από 64 δισ. ευρώ την Δευτέρα σε 51 δισ. την Παρασκευή) κι η άνοδος των αποδόσεων των 10ετών ομολόγων σε επίπεδα άνω του 9% (όταν μάλιστα τα αντίστοιχα Ιρλανδικά, Ισπανικά και Ιταλικά κινούνται σε επίπεδα 1,29%, 1,92% και 2,07% αντίστοιχα) έχει μία και μοναδική ερμηνεία: πώς 4,5 χρόνια μετά την εφαρμογή των θεραπειών – σοκ της Τρόικας, που ως διακηρυγμένο στόχο είχαν την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και την ανάκαμψη του ιδιωτικού τομέα, τόσο ο δημόσιος όσο κι ο ιδιωτικός στηρίζονται σε πήλινα πόδια. Τα θεμελιώδη μεγέθη ουδόλως έχουν βελτιωθεί κι αρκεί ένα φύσημα του ανέμου ή μια κουταμάρα της Βούλτεψη για να σαρωθεί ό,τι χτίστηκε τα προηγούμενα χρόνια, αποδεικνύοντας πως τα αντιλαϊκά μέτρα (από μείωση μισθών, αποζημιώσεων και φόρων μέχρι φιλελευθεροποίηση αγορών) κατά κανέναν τρόπο δεν βοήθησαν να ξεπεραστεί η κρίση, που συνεχίζει να είναι παρούσα και να απειλεί. Αλλιώς, …θέλει απύθμενο θράσος ώστε ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και αγορές να χρησιμοποιούν στην πολιτική τους επιχειρηματολογία τους κλυδωνισμούς των αγορών και να κινδυνολογούν, ενώ κανονικά θα έπρεπε να απολογούνται…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η αλήθεια είναι πώς τα χάλια της οικονομίας δεν έγιναν αντιληπτά την Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου το βράδυ όταν η κυβέρνηση δια στόματος της κυβερνητικής εκπροσώπου αναγκάστηκε να ορίσει την 17η Δεκεμβρίου ως μέρα έναρξης των ψηφοφοριών στη Βουλή για την εκλογή προέδρου, αμέσως μετά μάλιστα από τις δηλώσεις του προέδρου του Συμβουλίου υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης, Γ. Ντάισελμπλουμ, πείθοντας τους πάντες πως η ανακοίνωση ήταν προϊόν ανάγκης, δηλαδή έξωθεν επιβολής, κι όχι επιλογή. Τόσο ο Β. Βενιζέλος άλλωστε όσο κι ο Α. Σαμαράς είχαν επανειλημμένως διαψεύσει με δηλώσεις τους ότι υπάρχει ενδεχόμενο επίσπευσης των διαδικασιών. Γιατί να χάσουν έστω και μια μέρα τα οφέλη της εξουσίας; Τα μαύρα σύννεφα είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται, αν όχι τον Ιούλιο όταν η δεύτερη έξοδος της Ελλάδας στις αγορές για την κάλυψη των δανειακών αναγκών του Αυγούστου σηματοδοτήθηκε από παταγώδη αποτυχία, μετά βεβαιότητας τον Σεπτέμβρη με αφορμή τις ανακοινώσεις του Σαμαρά ότι η Ελλάδα δε χρειάζεται νέο πακέτο βοήθειας. Στη συνέχεια η ηλεκτρονική αλληλογραφία με την Τρόικα κι η απροθυμία των επικεφαλής της να έρθουν στην Αθήνα βάραιναν ένα ήδη αρνητικό κλίμα που σφραγίστηκε με τον εκβιασμό των Ευρωπαίων την Δευτέρα το απόγευμα: Καμία συμφωνία χωρίς να ληφθούν επιπλέον αντιλαϊκά μέτρα, ούτε καν υπογραφή συμφωνίας για έγκριση της πιστοληπτικής γραμμής ECCL (Enhanced Conditions Credit Line) που προβλέπεται στο καταστατικό του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας από μια κυβέρνηση με άδηλο μέλλον. Έτσι φτάσαμε στη συμφωνία για δίμηνη παράταση, μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου, όσων μέχρι σήμερα ισχύουν και μετά, όταν πλέον θα έχει ορκιστεί η νέα κυβέρνηση, νέες διαπραγματεύσεις για τα μέτρα που θα συνοδεύουν την έγκριση της προληπτικής πιστοληπτικής γραμμής, που προς ηχηρή διάψευση των κυβερνητικών εξαγγελιών κι επιθυμιών θα περιλαμβάνει και το ΔΝΤ. Όχι μόνο τους Ευρωπαίους. Μάλιστα, είναι ήδη γνωστό και το «όχημα», EFF (Extended Fund Facility) το όνομά του, που θα χρησιμοποιηθεί από τον διεθνή ιμπεριαλιστικό οργανισμό για να συνεχίσει την επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας που θα συνοδεύει την χορήγηση των 16,3 δισ. ευρώ που υπολείπονται (3,5 δισ. από τον υφιστάμενο έλεγχο και 12,8 δισ. για το 2015 έως τον Μάρτιο του 2016).

Απαραίτητο συνοδευτικό της έγκρισης της προληπτικής πιστωτικής γραμμής θα είναι η εφαρμογή νέων δρακόντειων μέτρων λιτότητας

Δεδομένου ωστόσο ότι όλα τα παραπάνω αφορούν στην μορφή της εποπτείας, το ενδιαφέρον δεν συγκεντρώνεται στο αμπαλάζ όσο στο περιεχόμενο της συμφωνίας. Τα μέτρα, με άλλα λόγια, που πρόκειται να εφαρμοστούν έτσι ώστε να συνεχίσουν οι πιστωτές τις χρηματοδοτήσεις κι επίσης να απλώσουν ένα δίχτυ ασφαλείας στην ελληνική οικονομία. Εδώ ακριβώς μάλιστα έγκειται κι η πολιτική απάτη του Σαμαρά και του Βενιζέλου καθώς αρνήθηκαν μεν να ψηφίσουν τα αντιλαϊκά μέτρα που απαίτησε η Τρόικα για να προχωρήσει στη συμφωνία, από την άλλη όμως με κανέναν τρόπο δεν έχουν αρνηθεί ότι θα τα ψηφίσουν αν περάσουν τον κάβο της προεδρικής εκλογής (ενδεχόμενο σχεδόν απίθανο) ή αν κερδίσουν τις εκλογές. Το αντάρτικο τους, με άλλα λόγια, δεν ήταν παρά ένας ελιγμός, μια κίνηση τακτικής που λάβαινε καλά υπ’ όψη της τις δυσκολίες που είχε πιθανή πρωτοβουλία ψήφισης των συγκεκριμένων μέτρων αυτήν ακριβώς τη συγκυρία. Διαφορετικά ειπωμένο, οι Σαμαροβενιζέλοι μετέθεσαν χρονικά, δεν αρνήθηκαν την υιοθέτηση των αντιλαϊκών μέτρων. Ουκ ολίγες φορές άλλωστε στο παρελθόν έχουν ψηφίσει τα ίδια κι ακόμη χειρότερα μέτρα…

Λόγω του ότι η τρέχουσα αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας θα ήταν η τελευταία στο πλαίσιο του τρέχοντος προγράμματος, από νωρίς η Τρόικα είχε κάνει γνωστό ότι δεν θα ερχόταν για τουρισμό, θυμίζοντας ότι τα μέτρα που όφειλε να λάβει η Αθήνα υπερέβαιναν τα 1.000! Επρόκειτο για υποχρεώσεις που είχαν ήδη αναληφθεί από Μνημόνια, τα οποία ψήφισαν από κοινού ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και κατά περίπτωση ΔΗΜΑΡ και ΛΑΟΣ, που όμως είτε λόγω πολιτικού κόστους ή λόγω διοικητικής δυσκαμψίας ουδέποτε ενσωματώθηκαν σε εφαρμοστικούς νόμους. Η Τρόικα είχε διαμηνύσει πώς απαιτούσε να ρυθμιστούν όλες οι εκκρεμότητες. Ζητούσε επομένως ένα νέο πολυνομοσχέδιο αντίστοιχης αγριότητας με τα τρία μνημόνια που ψηφίστηκαν τον Μάιο του 2010, με αφορμή την πρώτη δανειακή σύμβαση, τον Φεβρουάριο του 2012 με αφορμή την δεύτερη δανειακή σύμβαση και μισό χρόνο μετά, τον Νοέμβριο του 2012, με αφορμή την επαναγορά ελληνικών ομολόγων που ενέκρινε το συμβούλιο υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης.

Οι απαιτήσεις της Τρόικας έγιναν με σαφήνεια γνωστές στην ελληνική κυβέρνηση με την επιστολή της 7ης Νοεμβρίου όπου περιγράφονταν τα 19 μέτρα, που ήταν τα προαπαιτούμενα για να ολοκληρωθεί επιτυχώς η αξιολόγηση μέχρι το συμβούλιο υπουργών Οικονομικών της 8ης Δεκεμβρίου. Σε αδρές γραμμές περιελάμβαναν: Την κάλυψη δημοσιονομικού κενού για το 2015 ύψους 2,6 δισ. ευρώ, που συνεπάγεται νέες περικοπές κοινωνικών δαπανών και νέους φόρους. Τεράστια πολιτική σημασία έχει το γεγονός ότι από τότε μέχρι σήμερα έχει προστεθεί ένα επιπλέον δημοσιονομικό κενό, ύψους τουλάχιστον 2 δισ. ευρώ, λόγω της σημαντικής υστέρησης που καταγράφουν τα δημόσια έσοδα τώρα! Η απόκλιση οφείλεται στην αντικατάσταση του γενικού γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, Χάρη Θεοχάρη, στις 5 Ιουνίου 2014 η οποία φρέναρε αν δεν σταμάτησε πλήρως την πίεση που ασκούταν το αμέσως προηγούμενο διάστημα στην οικονομική ελίτ και τους προσωπικούς φίλους της κυβέρνησης για να πληρώσουν τους καταλογισθέντες φόρους. Τα νέα μέτρα, διπλάσια από το αρχικό ύψος, που θα απαιτηθούν από τους εργαζόμενους επομένως, με την ολοκλήρωση του «διαλλείματος για εκλογές», θα προέλθουν από την φοροδιαφυγή των κολλητών και χρηματοδοτών της κυβέρνησης… Τα υπόλοιπα μέτρα που ζήτησε η Τρόικα αφορούν: Αναθεώρηση της ρύθμισης, που κρίθηκε πολύ γενναιόδωρη, για τις υποχρεώσεις προς την εφορία μέχρι 100 δόσεις, άρση των περιορισμών για τους πλειστηριασμούς, ουσιαστική ανεξαρτητοποίηση της γενικής γραμματείας Εσόδων, νέο αντιασφαλιστικό νόμο που θα περιλαμβάνει κατάργηση των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων και σημαντική μείωση της ελάχιστης σύνταξης, κατάργηση του χαμηλού φορολογικού συντελεστή που ισχύει στα νησιά και υπαγωγή τους στο 23%, φιλελευθεροποίηση των αγορών κατά τις υποδείξεις του ΟΟΣΑ, απελευθέρωση των απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα, ψήφιση του δικαιώματος ανταπεργίας από τη μεριά των εργοδοτών, νέο μισθολόγιο – πτωχολόγιο για τον δημόσιο τομέα με κατάργηση πολλών επιδομάτων, επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων για να καλυφθεί η απόκλιση στους στόχους του τρέχοντος έτους (έσοδα κάτω από 700 εκ. έναντι στόχου 1,5 δισ. ευρώ) με επικέντρωση σε ΟΤΕ, ΟΛΠ, ΟΛΘ, ΟΣΕ και περιφερειακά αεροδρόμια, απλοποίηση διαδικασιών αδειοδότησης, απελευθέρωση αγοράς φυσικού αερίου, κ.α.

Δε χρειάζεται δεύτερη σκέψη. Όλα τα παραπάνω μέτρα και μαζί όσα νέα προκύψουν αποτελούν ένα συνεκτικό κυβερνητικό πρόγραμμα, ικανό να ανατρέψει όποια κυβέρνηση επιχειρήσει να το εφαρμόσει, από τον Μάρτιο του 2015. Είτε επιλέξει να το κάνει μία κι έξω είτε σποραδικά… Η διακύβευση επομένως των εκλογών έχει ήδη τεθεί από τους δανειστές: εφαρμογή ή απόρριψη αυτού του κοινωνικά ολέθριου προγράμματος!

Χρηματιστήριο Αθηνών: Ό,τι φάνε, ό,τι πιούνε… (Πριν, 12 Ιανουαρίου 2014)

xrimatistiriaΣε χρονιά της μεγάλης αρπαχτής εξελίχθηκε το 2013 για το χρηματιστήριο που είδε τον γενικό δείκτη, εν μέσω φτώχειας και ύφεσης, να αυξάνεται κατά 28%!

Η Ελλάδα είναι η χώρα των ρεκόρ. Το τελευταίο διάστημα ακούμε από κυβερνητικούς ότι η Ελλάδα πέτυχε την ταχύτερη δημοσιονομική προσαρμογή σε όλη την ΕΕ, επειδή κατάφερε να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα τόσο γρήγορα. Τρώνε την σκόνη μας ακόμη κι οι Γερμανοί, δηλαδή. Το γεγονός δε ότι η Ελλάδα αποτελεί τον ορισμό της κρατικής χρεοκοπίας είναι ήσσονος σημασίας, όπως ήσσονος σημασίας και προφανώς άσχετο το ένα με το άλλο ήταν το γεγονός ότι η προ 15ετίας Ελλάδα του Σημίτη βρισκόταν στο ναδίρ όλων των κατατάξεων εντός της ΕΕ ή της ευρωζώνης. Οι υψηλοί ρυθμοί που κατέγραφε όμως τότε η αύξηση του ΑΕΠ (της τάξης του 3% ακόμη και 4%) κι ήταν πράγματι οι ταχύτεροι της ΕΕ, έκαναν τον εμπνευστή της ισχυρής Ελλάδας να την παρουσιάζει ως την ταχύτερα αναπτυσσόμενη χώρα στην Ευρώπη. Και τότε δηλαδή οι υπανάπτυκτοι Γερμανοί κι άλλοι βορειοευρωπαίοι έβλεπαν την πλάτη μας...  

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Η χρεοκοπημένη Ελλάδα του 2014 όμως, που οι συχνότερες αναφορές στον διεθνή Τύπο γίνονται στο πλαίσιο εντελώς απαξιωτικών χαρακτηρισμών του τύπου «μην καταντήσουμε σαν την Ελλάδα», έχει κάτι για το οποίο μπορεί να επαίρεται. Είναι η αλματώδης αύξηση του γενικού δείκτη του χρηματιστηρίου κατά 28%, που κατέταξε την ελληνική κεφαλαιαγορά στη λέσχη των χρηματιστηρίων με τις υψηλότερες επιδόσεις ανά τον κόσμο, μαζί με την Γερμανία (26% ο δείκτης Dax), την Ιαπωνία (56,7% ο Nikkei) και τις ΗΠΑ (28% ο Dow Jones) αλλά και την Ιρλανδία (33%) και την Βουλγαρία (40%). Η άνοδος του ελληνικού δείκτη (από τις 907,9 μονάδες στις 31 Δεκεμβρίου 2012 στις 1.162,68 στις 31 Δεκεμβρίου 2013) συνοδεύτηκε επίσης από αύξηση κερδών των εισηγμένων, με βάση τα αποτελέσματα του 9μηνου, κατά 150,6%, από αύξηση της αξίας των ημερήσιων συναλλαγών (στα 84,8 εκ. ευρώ) κατά 64% σε σχέση με πέρυσι και από μια συνακόλουθη αύξηση της χρηματιστηριακής αξίας των εταιρειών κατά 100%, καθώς από τα 33 δισ. ευρώ εκτινάχθηκε στα 66 δισ. ευρώ.
Η παραπάνω είναι η μοναδική θετική πλευρά, γιατί όσο περισσότερο εξετάζουμε σε λεπτομέρειες την άνοδο του γενικού δείκτη του χρηματιστηρίου το 2013, τόσο περισσότερο ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση βαθιά νοσηρή που επιβεβαιώνει την φήμη του ελληνικού χρηματιστηρίου σαν άνδρο της πιο άγριας κερδοσκοπίας και κάθε είδους αρπαχτής. Μάλιστα, η αθώωση στις αρχές Δεκεμβρίου των 42 κατηγορουμένων για την φούσκα του 1999, με την οποία έκλεισε και τυπικά (και μάλιστα με διακομματική, όχι απλώς δικομματική συναίνεση) το τεράστιο εκείνο σκάνδαλο λειτουργεί και σαν πράσινο φως για ακόμη μεγαλύτερα όργια με θύμα τις καταθέσεις του απλού και ανυποψίαστου κόσμου. Ως προς το παρόν πάντως το καύσιμο που απογείωσε το χρηματιστήριο δεν ήταν η εγχώρια ρευστότητα, αλλά ποσά προερχόμενα από κερδοσκοπικά κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου (χετζ φαντς) που ξεπερνούν τα 2 δισ. ευρώ κι ήρθαν στην Αθήνα μετά την επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στην Ουάσινγκτον, στις αρχές Οκτωβρίου. Μια εβδομάδα αργότερα, στις 10 Οκτωβρίου, έγραφαν τα εξής οι Financial Times σε ρεπορτάζ τους, με τον καθόλου τιμητικό τίτλο «κέρδη των χετζ φαντς στην γη των ελληνικών ευκαιριών»: «Από τον Άντριου Λιβέρις της Dow Chemical μέχρι τον πρέσβη Τζον Νεγκροπόντε, το απαύγασμα της ελληνικής διασποράς συγκεντρώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα να τσουγκρίσει τα ποτήρια της σαμπάνιας. Τον λόγο πήρε ο Μπιλ Κλίντον, κλέβοντας τα φώτα της δημοσιότητας από το άλλο τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς που ήταν ο Αντώνης Σαμαράς, ο έλληνας πρωθυπουργός. Το ιδιαίτερο της βραδιάς φάνηκε από την λίστα των προσκεκλημένων: μαζί με τους Έλληνες, οι καλύτεροι της Γουόλ Στριτ. Επιπλέον, για τον Α. Σαμαρά το γκαλά σήμανε το τέλος ενός τουρ στη Νέα Υόρκη που είχε ξεκινήσει με μια ιδιωτική συνάντηση με τον Τζέιμι Ντάιμον της JP Morgan ενώ το απόγευμα αφιερώθηκε στους μάνατζερ της βιομηχανίας των χετζ φαντς, περιλαμβανομένου του Τζον Πόλσον, του δισεκατομμυριούχου επικεφαλής της ομώνυμης εταιρείας. Και για όλα αυτά υπήρχε σημαντικός λόγος. Τα χετζ φαντς – που κάποτε κατηγορήθηκαν ότι προκάλεσαν την όξυνση ακόμη κι ότι δημιούργησαν την ελληνική κρίση χρέους ρίχνοντας τις τιμές των ομολόγων – είναι τώρα μεταξύ των πιο ένθερμων και σημαντικών παικτών της ελληνικής αγοράς. Η Ελλάδα με 1,4 εκ. ανέργους μετατρέπεται σε γη της ευκαιρίας για τους κερδοσκόπους του χρηματοπιστωτικού τομέα».  
Η συγκεκριμένη συνάντηση του Σαμαρά με τους κερδοσκόπους έστρωσε το χαλί ώστε το δεύτερο μισό του έτους το ελληνικό χρηματιστήριο να σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, αφήνοντας οριστικά πίσω του την ελεύθερη πτώση που κατέγραφε μέχρι το καλοκαίρι φτάνοντας στις 15 Ιουλίου 2013 τις 800,32 μονάδες που αποτέλεσε και αρνητικό ρεκόρ έτουςς. Η σημαντικότερη αιτία λοιπόν για την άνοδο του χρηματιστηρίου ήταν η στήριξη των κερδοσκόπων. Εξέλιξη που κατά κανέναν τρόπο δεν μπορεί να θεωρείται θετική καθώς τα χετζ φαντς όπως απρόβλεπτα εμφανίστηκαν, για να εκμεταλλευτούν τα εξευτελιστικά επίπεδα που έχουν φτάσει οι τιμές των ελληνικών μετοχών επιτρέποντας τεράστιες υπεραξίες ακόμη και ενδοσυνεδριακές, το ίδιο αναπάντεχα θα εξαφανιστούν, κοντά στις ευρωεκλογές πιθανά, έχοντας πρώτα αφαιμάξει την ελληνική αγορά. Δεν θα είναι άλλωστε η πρώτη φορά. Ένας από τους μεγάλους κερδισμένους της απόφασης του συμβουλίου υπουργού Οικονομικών της ευρωζώνης το Νοέμβριο του 2012 για επαναγορά μέρους του ελληνικού δημόσιου χρέους ήταν το χετζ φαντ Third Point που είχε αγοράσει τα ελληνικά ομόλογα στα 17 λεπτά ανά ευρώ τον Μάιο του 2012, για να τα πουλήσει τέσσερις μήνες αργότερα στα 34 λεπτά διπλασιάζοντας τα χρήματα που είχε τοποθετήσει και βγάζοντας καθαρό κέρδος 500 εκ. δολάρια. Αφού λοιπόν έβγαλαν λεφτά από τα ομόλογα (που φαινόταν η πιο χαμένη υπόθεση) γιατί να μην επιχειρήσουν να βγάλουν και από τις μετοχές; 
Σημασία ωστόσο έχει να υπογραμμίσουμε ότι το πάρτι στο χρηματιστήριο δεν δηλώνει ούτε προμηνύεται κάτι θετικό για τους εργαζόμενους, ούτε καν για την ίδια την οικονομία και τις επιχειρήσεις, όπως θα ήταν για παράδειγμα μια ανάλογη αύξηση του κύκλου εργασιών, που θα μπορούσε να σημάνει την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Έτσι, ακόμη κι αυτή η άνοδος του γενικού δείκτη δεν αναιρεί την εικόνα καχεξίας και κρίσης του χρηματιστηρίου όπως βεβαιώνεται χαρακτηριστικά απ' το ότι η πλειοψηφία των εισηγμένων εξακολουθούν να εμφανίζουν ζημιές ή να βρίσκονται στο περιθώριο (προς διαγραφή, υπό αναστολή ή στην επιτήρηση) ή από το κύμα της μεγάλης φυγής από την Ελλάδα ιστορικών εταιρειών, μεγάλης κεφαλαιοποίησης, όπως είναι η Κόκα Κόλα, η Φάγε και η Βιοχάλκο. Η τελευταία μάλιστα, που ήταν εισηγμένη από το 1947 κι είχε έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό, φεύγει από την Ελλάδα για το Βέλγιο (που έχει υψηλότερη φορολόγηση), λόγω των απαγορευτικών συνθηκών δανειοδότησης. Οι τράπεζες με άλλα λόγια που έχουν στραγγίξει τον κρατικό προϋπολογισμό αντλώντας περισσότερο από ένα ΑΕΠ από το 2008 προκάλεσαν μια από τις πιο αρνητικές αλλαγές στον ελληνικό επιχειρηματικό χάρτη, αποδεικνύοντας παράλληλα πόσο κούφιες είναι κι οι διακηρύξεις για την ανάγκη στροφής στις εξωτερικές αγορές... 
Την πλήρη αναντιστοιχία του κλίματος ευφορίας που επιχειρεί να διαμορφώσει η κυβέρνηση εκμεταλλευόμενη την πρόσκαιρη και κερδοσκοπική άνοδο του γενικού δείκτη με την ευρύτερη κατάσταση της οικονομίας υποδηλώνουν δύο ακόμη πρόσφατες εξελίξεις, πέραν της ασήμαντης ...λεπτομέρειας ότι η Ελλάδα το 2013 ήταν στον έκτο χρόνο ύφεσης έχοντας απολέσει σχεδόν το 22% του ΑΕΠ της. Το πρώτο σχετίζεται με το αρνητικό ρεκόρ τριετίας που κατέγραψαν οι εξαγωγές τον Νοέμβριο, χάνοντας 22,6% σε σχέση με το Νοέμβριο του 2012. Το δεύτερο γεγονός σχετίζεται με την συνεχιζόμενη μείωση της βιομηχανικής παραγωγής τον ίδιο μήνα κατά 6,1%, σε σχέση με τον προηγούμενο χρόνο. (Όσοι σπεύσουν να σνομπάρουν την βιομηχανική παραγωγή ή να αποδώσουν την πτώση της σε ευρύτερη, διεθνή τάση ας λάβουν υπ' όψη τους ότι τον ίδιο ακριβώς μήνα η βιομηχανική παραγωγή στη Γερμανία αυξήθηκε κατά 3,5% σε ετήσια βάση, με την παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών να αυξάνεται κατά 5,1%! Η κρίση κι η ίδια η ευρωζώνη επομένως οξύνουν τις αντιθέσεις, αναβαθμίζοντας τη θέση των ιμπεριαλιστικών – ηγεμονικών χωρών σε βάρος των υπολοίπων).
Το δικό τους μερίδιο ωστόσο στην προσέλκυση κεφαλαίων και την άνοδο του δείκτη έχουν κι οι αντεργατικές αλλαγές των τελευταίων ετών. Με την μεγαλύτερη σαφήνεια που μπορούσε να ειπωθεί το διατύπωσε διαχειριστής κεφαλαίων της JP Morgan σε αφιέρωμα του πρακτορείου Bloomberg στην Ελλάδα, στις αρχές Νοέμβρη: «Η Ελλάδα αρχίζει να βγαίνει από την κρίση γιατί μείωσε τόσο πολύ τα επίπεδα κόστους, ώστε αν υπάρξει θετικό ΑΕΠ τα περιθώρια αύξησης κέρδους αναμένεται να είναι τεράστια». Με άλλα λόγια, ακόμη και δια μέσω των κερδοσκόπων, τοποθετούνται στην ελληνική αγορά τμήματα του διεθνούς κεφαλαίου που σπεύδουν να μετατρέψουν σε κέρδη και ζεστό ρευστό τις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις των μνημονίων που μείωσαν κάθετα το εργατικό κόστος. 
Οι αντιλαϊκές πολιτικές ήδη αποτελούν την αιτία για ένα μέρος, μικρό προφανώς, της ευημερίας που βιώνει το χρηματιστήριο, όπως φαίνεται από την πορεία πολλών μετοχών και ιδίως αυτών που σχετίζονται με τις ιδιωτικοποιήσεις, βεβαιώνοντας έτσι ότι η άνοδος του δείκτη περνάει μέσα από τις τσέπες μας. Επίσης περνάει μέσα κι από απολύσεις, όπως για παράδειγμα αυτές που ανακοίνωσε πρόσφατα ο ΟΤΕ, υπό την μορφή εθελούσιας εξόδου την οποία αποδέχτηκαν 1.827 εργαζόμενοι, ένα μέρος των οποίων θα αντικατασταθεί από 500 νέους εργαζόμενους οι οποίοι θα προσληφθούν από δουλεμπορικές εταιρείες για 480 ευρώ.  
Εν κατακλείδι, η μετεωρική άνοδος του δείκτη του χρηματιστηρίου το 2013 δεν συνοδεύεται μόνο από την εμβάθυνση της κρίσης, τον αυξανόμενο δυισμό της οικονομίας και την εξαθλίωση της κοινωνικής πλειοψηφίας. Εκφράζει και την επιθετικότητα του κεφαλαίου που απαίτησε τις αλλαγές των Μνημονίων και τώρα επιστρέφει να πάρει το μερδικό που του ανήκει από την λεία... 

Χρηματιστήριο: Αυτή η ευημερία κι αν είναι επίπλαστη! (Πριν, 3.11.2013)

xrimatistirio_4_0Την πραγματικότητα στην οικονομία την γνωρίζουμε όλοι και για να μείνουμε μόνο στα πιο πρόσφατα πιστοποιείται από γεγονότα, όπως:

Πρώτο, η καταβαράθρωση των μισθών. Με βάση στοιχεία που έδωσε στην δημοσιότητα η Παγκόσμια Τράπεζα την προηγούμενη εβδομάδα, οι μισθοί στους νέους τα δύο τελευταία χρόνια μειώθηκαν κατά 32,4%. Έφτασαν συγκεκριμένα από τα 986,9 δολάρια τον μήνα το 2011 στα 666,7 το 2013. Αξίζει μάλιστα να τονιστεί ότι σε καμία άλλη χώρα του κόσμου δεν καταγράφηκε τέτοιος καταποντισμός παρότι υπήρξαν και σε άλλες χώρες μειώσεις: Από την Γερμανία (-0,48%) και την Γαλλία (-0,49%) μέχρι την Λετονία (-9,35%) και την Αγγλία (18,1%)! Όση βαθύτερη επομένως η κρίση τόσο βαθύτερα έβαλε το μαχαίρι η αστική τάξη με τις κραυγές απόγνωσης να καλύπτονται από τις σειρήνες της “διάσωσης”.

Δεύτερο, η αύξηση της ανεργίας, που με βάση ανακοινώσεις της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας, Γιούροστατ, έφτασε στο 27,6% κατά τον Ιούλιο, μήνα που παραδοσιακά παρατηρείται αύξηση της (εποχιακής έστω) απασχόλησης. Μπορούμε να φανταστούμε τι θα γίνει το φθινόπωρο…

Το τρίτο χαρακτηριστικό στοιχείο που δείχνει ότι η κρίση ζει και βασιλεύει στην ελληνική οικονομία έρχεται από τον ιδιωτικό τομέα και αποτελεί ένα μίγμα των αρνητικών αποτελεσμάτων των ιδιωτικοποιήσεων που από κοινού με την εμβάθυνση της ύφεσης δημιουργούν ένα φαύλο κύκλο. Έτσι, από την μια έχουμε το πανάκριβο ιδιωτικό αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος να αποτελεί βαρίδι για τον τουρισμό καταγράφοντας μείωση 500.000 επιβατών το πρώτο εννιάμηνο του έτους σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2012, με σημαντικές συνέπειες για την κερδοφορία του που περιορίστηκε, έχουμε επίσης το σύστημα της ηλεκτροπαραγωγής να βουλιάζει σε χρέη που ξεπερνούν τα 1,2 δισ. ευρώ κι από την άλλη τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το δημόσιο να ανέρχονται τον Σεπτέμβριο στα 60 δισ. ευρώ!

Με βάση αυτή την αδήριτη πραγματικότητα κι έχοντας κατά νου την ρήση πρώην υπουργού που έλεγε ότι το χρηματιστήριο αποτελεί τον καθρέπτη της οικονομίας, ο οποιοσδήποτε θα περίμενε τον γενικό δείκτη να καταποντίζεται. Αμ δε… Το τελευταίο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα τις προηγούμενες 5 εβδομάδες (εξαίρεση αποτέλεσε η τελευταία) ο γενικός δείκτης έχει πάρει τα πάνω του καταγράφοντας συνεχείς ανόδους και κλείνοντας προχθές Παρασκευή στις 1.177,7 μονάδες ενισχυμένος κατά 31% από την αρχή του χρόνου. Από τα μέσα δε Ιουλίου η ενίσχυσή του πλησιάζει το 50%!

Μάλιστα ακόμη πιο σκανδαλώδες είναι το γεγονός ότι στην κούρσα ανόδου ηγούνται οι τράπεζες. Ναι, αυτές που από το 2008 – όταν δεν ήθελαν τα 28 δισ. του Αλογοσκούφη αλλά τα πήραν για καλό και για …κακό – μέχρι τώρα έχουν απορροφήσει 238 δισ. παραμένοντας στην εντατική. Μάρτυρας το γεγονός ότι απορροφούν την πλειοψηφία των νέων κεφαλαίων που εισέρχονται κάθε μέρα στο χρηματιστήριο και φτάνουν σχεδόν το μισό δισ. ευρώ, όπως και η άνοδος που καταγράφουν οι τιμές των μετοχών τους.

Αυτή η εξέλιξη ωστόσο δεν υπονοεί τίποτε το θετικό ακόμη και για τις τράπεζες (ούτε καν για το σύνολο της οικονομίας) καθώς τα ουσιαστικά μεγέθη τους μόνο ανησυχία εξακολουθούν να εμπνέουν. Φάνηκε για παράδειγμα από την μελέτη της PwC που αναφέρει ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ελληνικών τραπεζών ξεπερνούν τα 65 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 30% του συνόλου των χαρτοφυλακίου τους. Φάνηκε επίσης κι από τα πρόσφατα στοιχεία της εταιρείας ICAP για τις 500 πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις της Ελλάδας όπου, παρότι καταγράφεται μερική αντιστροφή της τάσης με τις ζημιές του 2011 να δίνουν την θέση τους σε προ φόρων κέρδη για το 2012 (τα οποία εξανεμίζονται ωστόσο στο καθαρό αποτέλεσμα που παρέμεινε ζημιογόνο), οι τράπεζες απουσιάζουν από το πάρτι. Ενδεικτικά, μόνο η Τράπεζα της Ελλάδας παραμένει στη λίστα με τις 500 πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις.

Πίσω από την πλημμυρίδα των κεφαλαίων που εισρέουν στις ελληνικές τράπεζες (κι οι οποίες εξακολουθούν να είναι χρεοκοπημένες) βρίσκεται η δίψα για γρήγορο κέρδος κερδοσκοπικών κεφαλαίων. Η πρόσφατη “μανία” τους για την Ελλάδα έχει τρεις άμεσες αιτίες. Αρχικά, τους όρους υπό τους οποίους έγινε η πρόσφατη ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών κι η οποία προσφέρει πολλαπλασιαστικά των τοποθετήσεών τους κέρδη. Η δεύτερη αιτία σχετίζεται με την επικείμενη αλλαγή κατηγορίας του χρηματιστηρίου Αθηνών που θα προκαλέσει την σχεδόν αυτόματη έλευση νέων κεφαλαίων και κέρδη για όσους έχουν ήδη τοποθετηθεί. Η τρίτη αιτία σχετίζεται με την επιλογή της κυβέρνησης Α. Σαμαρά να απευθυνθεί στους τυχοδιώκτες των κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου (χετζ φαντς) καλώντας τους να επενδύσουν στην Ελλάδα, όπως έγινε με το πρόσφατο ταξίδι του πρωθυπουργού στις ΗΠΑ, δίνοντας τροφή για δημοσιεύματα που προεξοφλούσαν αυτή την εξέλιξη.

Ποιο είναι το πρόβλημα; Ότι τα συγκεκριμένα κεφάλαια όπως ήρθαν θα …φύγουν. Οι επενδύσεις τους, εκ του καταστατικού τους κι όχι λόγω των γενικών νόμων κίνησης του καπιταλισμού, είναι εξ ορισμού βραχυπρόθεσμες. Έτσι όμως η ήδη ασθενής και ευμετάβλητη βάση στήριξης της ελληνικής οικονομίας, με τον ελέφαντα των κερδοσκόπων στην κουζίνα, γίνεται ακόμη πιο επιρρεπής στο γύρισμα της συγκυρίας. Η εικόνα της χρηματιστηριακής ευημερίας έτσι είναι περισσότερο επίπλαστη από ποτέ, αλλά τώρα δεν μιλάει κανείς…