Πραγματικοί οι κίνδυνοι από την Κίνα (Επίκαιρα, 28/8-3/9/2015)

chinaΣτο κενό έπεσαν οι φωνές πολιτικών και οικονομολόγων που επιχείρησαν να διαβεβαιώσουν επαΐοντες και μη ότι δεν συντρέχουν λόγοι ανησυχίας από την χρηματιστηριακή αναστάτωση στην Κίνα. Γιατί, πράγματι, άμεσος και ορατός κίνδυνος μετάδοσης της «κινέζικης γρίπης» στις δυτικές οικονομίες δεν υφίσταται.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Σε περίπτωση όμως που αυτό συμβεί, υπάρχουν μηχανισμοί ανάσχεσης της εξάπλωσης της κρίσης; Διαθέτουν, με άλλα λόγια, ΗΠΑ κι ευρωζώνη εργαλεία παρέμβασης που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αντικυκλικά; Ας μην ξεχνούμε άλλωστε πως ούτε το 2008 υπήρχε ανάλογος κίνδυνος μετάδοσης της κρίσης που ξέσπασε στην Αμερική. Με μια πρώτη ματιά, κανένα από τα τραπεζικά συστήματα της περιφέρειας της ευρωζώνης δεν είχε εμπλακεί τόσο ενεργά στη χρηματοδότηση της αμερικάνικης αγοράς ακινήτων ή στα τοξικά προϊόντα που κυκλοφορούσαν ανενόχλητα στο τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ, όπως το αίμα κυλάει στις ανθρώπινες φλέβες. Η Ελλάδα παρόλα αυτά, μαζί με πολλές ακόμη χώρες της ευρωζώνης με χαρακτηριστικότερη περίπτωση την Ιταλία και την Κύπρο, επτά χρόνια μετά παραμένουν ακόμη στην εντατική…

Έσκασε η φούσκα

Τα επιφανειακά χαρακτηριστικά της κινέζικης κρίσης, είναι αλήθεια, πως δεν προμηνύουν κανέναν κίνδυνο μετάδοσης της στη Δύση. Η πτώση των κινέζικων μετοχών που ξεκίνησε στα μέσα Ιουλίου, και συνεχίστηκε Δευτέρα και Τρίτη 24 και 25 Αυγούστου, με τον δείκτη του χρηματιστηρίου της Σαγκάης να χάνει αυτές τις δύο μέρες 15,4% ενώ σωρευτικά από το ρεκόρ του Ιουνίου του 2015 έχει χάσει 42,5% της αξίας του, ήταν θέμα χρόνου να συμβεί. Το 2014 συνέβη στην δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη ό,τι κατά επανάληψη παρατηρείται στις μεγαλύτερες και πιο ώριμες καπιταλιστικές οικονομίες Ανατολής και Δύσης σχεδόν κάθε 15 χρόνια: Η δημιουργία μίας φούσκας τροφοδοτούμενης από αλόγιστο τραπεζικό δανεισμό με εγγύηση ακόμη και μετοχές, όπως συνέβη μέχρι και στην Ελλάδα το 1999, υποκινούμενη από αυτοεκπληρούμενες προφητείες που κατά βάση υλοποιούνταν από μια συνεχή παροχή νέου ρευστού στην οικονομία, όπως ακριβώς συμβαίνει στα λεγόμενα αεροπλανάκια. Αρκεί να αναφερθεί ότι από τα μέσα Ιουνίου του 2014 μέχρι τα μέσα Ιουνίου του 2015 οι τιμές των μετοχών στην Κίνα αυξήθηκαν κατά 150%! Πρόκειται για αποτελεσματικότατη μορφή πλουτισμού μέχρι να συμβεί κάτι τυχαίο και ο ρυθμός αύξησης των νέων μελών να διαταραχθεί ή να επιβραδυνθεί. Το γεγονός μάλιστα ότι οι τιμές των μετοχών παραμένουν ακόμη σε επίπεδα αδικαιολόγητα υψηλά προμηνύεται ότι η πτώση θα συνεχιστεί. Αργά ή γρήγορα, επομένως, η Κίνα θα σκορπίσει νέες …συγκινήσεις στην παγκόσμια οικονομία, αφήνοντας άγρυπνους πολιτικούς κι επαγγελματίες.

Το κακό όμως για όλους, Κινέζους και Δυτικούς, είναι πως η διόρθωση στις τιμές των μετοχών συνδέεται, στενά μάλιστα, με εξελίξεις στη λεγόμενη πραγματική οικονομία, που ως κοινό τους γνώρισμα έχουν την απότομη επιβράδυνση, ή με άλλα λόγια έναν μακρύ αποχαιρετισμό στα χρόνια της απρόσκοπτης και θεαματικής ανάπτυξης. Εν αρχή ην (τι άλλο;) το χρέος, που δημιουργεί σημαντικά εμπόδια στην παρέμβαση του κράτους και του ιδιωτικού τομέα, καθώς στο εξής κάθε επέκταση συνοδεύεται από αυξημένο κόστος. Ενδεικτικά, στα μέσα του 2014 το χρέος της Κίνας υπερέβαινε αυτό των ΗΠΑ και της Γερμανίας κι ανερχόταν σε 28 τρισ. δολ. (282% του ΑΕΠ της), όταν μόλις το 2007 άγγιζε τα 7 τρισ. δολ., ήταν δηλαδή στο ένα τέταρτο των σημερινών επιπέδων. Η εκτίμηση πως η κρίση στην Κίνα δεν αφορά μόνο τις μετοχές επιβεβαιώνεται επίσης από τα σημάδια κόπωσης που εμφανίζει σχεδόν παντού: Τον Ιούλιο οι εξαγωγές της μειώθηκαν σε σχέση με έναν μήνα πριν κατά 8%, οι πωλήσεις αυτοκινήτων τον Ιούνιο μειώθηκαν κατά 6% σε ετήσια βάση, ενώ το ΑΕΠ της το δεύτερο τρίμηνο του έτους (Απρίλιο – Ιούνιο) αυξήθηκε μόνο κατά 7%. Είναι ένα ποσοστό μεγέθυνσης που Αμερική κι Ευρώπη έχουν να δουν πολλές δεκαετίες, για την Κίνα όμως είναι ο χαμηλότερος ρυθμός μεγέθυνσης των τελευταίων 6 χρόνων. Οι ωρολογιακές βόμβες που είναι τοποθετημένες στα θεμέλια της κινέζικης οικονομίας περιγράφηκαν πολύ πρόσφατα σε έκθεσης της McKinsey & Company ως εξής: «Πολλοί παράγοντες προκαλούν ανησυχία: Τα μισά δάνεια συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την αγορά ακινήτων της Κίνας, ο μη ρυθμισμένος σκιώδης τραπεζικός τομέας έχει προσφέρει τον μισό νέο δανεισμό και το χρέος πολλών τοπικών κυβερνήσεων είναι εμφανώς μη βιώσιμο»…

Μετάδοση σε Ιαπωνία κι Ευρώπη

Η απότομη επιβράδυνση της κινέζικης οικονομίας δεν άφησε ανεπηρέαστες τις μεγάλες οικονομίες του πλανήτη. Εμφανή πλήγματα από την κινέζικη κόπωση παρουσιάζει ήδη η Ιαπωνία, όπου η συρρίκνωση του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο κατά 0,4% αποδόθηκε στην ασθενή ζήτηση της Κίνας. Θέμα χρόνου είναι κι η γερμανική οικονομία να καταγράψει ζημιές λόγω Κίνας. Αρκεί μια ματιά στη δομή της αύξησης του ΑΕΠ της. Για παράδειγμα στην αύξηση που καταγράφηκε κατά 1,6% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο το εξωτερικό εμπόριο συνέβαλε θετικά κατά 0,7% ελέω ευρώ, όταν η εγχώρια ζήτηση είχε αρνητική συμβολή κατά 0,3%, ελέω λιτότητας που είναι η άλλη όψη του κοινού νομίσματος. Δεδομένου ότι οι εξαγωγές της Γερμανίας στην Κίνα αντιπροσωπεύουν το 6,6% του συνόλου των εξαγωγών η ευαισθησία της ατμομηχανής της Ευρώπης απέναντι σε οποιαδήποτε νόσο κυκλοφορεί στην Κίνα, που αντιπροσωπεύει το 15% του δυναμικού της παγκόσμιας οικονομίας, είναι αυταπόδεικτη… Έτσι όμως δοκιμάζεται κι ένα μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης που έχει ως κινητήρια δύναμη τις εξαγωγές. Ειδικά στην Ευρώπη, αλλά όχι μόνο, αριστερές και δεξιές κυβερνήσεις προσπέρασαν το οικονομικό κόστος της λιτότητας (πτώση της κατανάλωσης) επενδύοντας στις εξαγωγές, με τις αχανείς αγορές των ΗΠΑ και της Κίνας να προσφέρουν το καταναλωτικό κοινό που αδυνατεί πλέον να βρεθεί στο εσωτερικό λόγω ανεργίας, πτώσης μισθών και αυξημένης φορολογίας. Μέχρι που έρχεται η ώρα της …κρίσης κι η επιδημία της κρίσης και της λιτότητας περιορίζει το βάθος κι αυτών των αγορών. Τότε είναι που η κρίση εξαπλώνεται, πλήττοντας μάλιστα την αιχμή του δόρατος κάθε ανεπτυγμένης οικονομίας που είναι η εξαγωγική βιομηχανία!

Γυμνές οικονομίες

Το χειρότερο ωστόσο είναι ότι η «κινέζικη γρίπη» (που θα γίνει πολύ πιο επικίνδυνη όταν η υποτίμηση κινέζικου νομίσματος που ανακοινώθηκε στις 11 Αυγούστου θα αρχίσει να επηρεάζει το διεθνές της εμπόριο) απειλεί οργανισμούς πολλαπλά επιβαρυμένους. Αρκεί μια ματιά στις επιδόσεις της ευρωζώνης, όπου το δεύτερο τρίμηνο το ΑΕΠ αυξήθηκε μόλις κατά 0,3%, όταν το πρώτο τρίμηνο είχε αυξηθεί κατά 0,4%. Επί της ουσίας πρόκειται για στασιμότητα, η οποία μάλιστα παρατηρείται παρά τους πακτωλούς ρευστού που ρίχνονται κάθε μήνα στην οικονομία της ευρωζώνης, ύψους 60 περίπου δισ. ευρώ, στο πλαίσιο των μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης που εφαρμόζει η ΕΚΤ από τον Μάρτιο του 2015. Η ίδια κατάσταση «υποβοηθούμενης αναπνοής» παρατηρείται και στις ΗΠΑ, με την ομοσπονδιακή τράπεζα να εφαρμόζει πολιτική μηδενικών επιτοκίων όπως κι η ΕΚΤ. Μάλιστα σχέδια αύξησης των αμερικανικών επιτοκίων το Σεπτέμβριο, για πρώτη φορά μετά την κρίση το 2008, μετατίθενται για το απώτερο μέλλον καθώς κατά κοινή ομολογία πιθανή αύξηση των επιτοκίων του δολαρίου θα μπορούσε να αποτελέσει την θρυαλλίδα αναπάντεχων, αρνητικών, εξελίξεων. Αυτή η ιδιότυπη ομηρία των μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη από τα φαντάσματα της κρίσης του 2008, όπως εκφράζεται στην αύξηση των ισολογισμών των κεντρικών τραπεζών κατά 10 τρις. δολ. μετά  την κρίση του 2008, δημιουργεί την μεγαλύτερη ανασφάλεια για το μέλλον, καθώς περιορίζει ασφυκτικά τα περιθώρια δράσης. Στην πραγματικότητα βαδίζουμε γυμνοί! Με τα επιτόκια στο μηδέν και τους κρουνούς του ρευστού να δουλεύουν ήδη στο 100% (Ευρώπη) ή να έχουν στερέψει (ΗΠΑ), τα παραδοσιακά μέσα δράσης έχουν προ πολλού εξαντληθεί. Οι αβεβαιότητες μάλιστα επιτείνονται αν δούμε ότι πλέον ότι εισέρχεται κι η Κίνα στη χορεία των οικονομιών που αναπνέουν με μηχανικά μέσα, όπως δηλώνει η απόφασή της κυβέρνησης να ρίξει στην αγορά των μετοχών τις τελευταίες 7 εβδομάδες 200 δις. δολ. Μια απόφαση που μπορεί να μην απέτρεψε το ξεπούλημα των μετοχών επιβράδυνε ωστόσο τους ρυθμούς του. Παρόλα αυτά η συνέχεια είναι εύκολα προβλέψιμη καθώς κι άλλες χώρες σε ανάλογες περιπτώσεις ενεργοποίησαν μηχανισμούς ανάσχεσης με περιορισμένα αποτελέσματα. Τότε θα δούμε κατά πόσο οι καθησυχαστικές φωνές πολιτικών όπως η Μέρκελ κι ο Ολάντ έχουν πραγματικό αντίκρισμα…

www.leonidasvatikiotis.gr

Ταχύτερη …κινεζοποίηση της Κίνας φέρνει η πτώση των μετοχών (Πριν, 12/7/2015)

1435364689428Νέα δεδομένα δημιουργεί στην παγκόσμια οικονομία η κρίση που πλήττει τα κινέζικα χρηματιστήρια εδώ και λίγες ημέρες, οδηγώντας σε λιγότερο από έναν μήνα τις τιμές των μετοχών να χάσουν το ένα τρίτο της αξίας τους.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Πρόκειται για κρίση πρωτοφανούς σφοδρότητας, όπως μαρτυρά η απόφαση από τις 7 Ιουλίου του 90% των 2.774 εισηγμένων εταιρειών να αναστείλουν την διαπραγμάτευση των μετοχών τους κι επίσης η εξαΰλωση αξίας ύψους 3,5 τρισ. δολ. Παρότι οι κινέζικες αρχές καταβάλλουν μια γιγαντιαία προσπάθεια για να ανακόψουν το κύμα πωλήσεων και ρευστοποίησης (με την ενεργοποίηση ακόμη και της κεντρικής τράπεζας που προβαίνει σε αγορές μετοχών) δεδομένου μάλιστα ότι διαθέτουν πολύ περισσότερα μέσα απ’ όσα έχουν άλλες καπιταλιστικές χώρες στα χέρια τους λόγω του ελέγχου που ασκεί το κράτος στην οικονομία, η πτώση των μετοχών δεν πρόκειται να ανακοπεί. Η «διόρθωση» θα συνεχιστεί επειδή η φούσκα παραμένει ακόμη και τώρα σε δυσθεώρητα ύψη. Αρκεί να αναφερθεί πως οι τιμές των μετοχών, παρά την κατρακύλα, δεν έχουν πέσει παρά μόνο στα επίπεδα του Μαρτίου, ενώ παραμένουν ανατιμημένες σε ποσοστό 75% σε σχέση με ένα χρόνο πριν.

Οι συνέπειες ωστόσο ακόμη και τώρα, ακόμη κι αν δεν συνεχιστεί η πτώση, ενδέχεται να αποτελέσουν σημείο καμπής. Πρώτ’ απ’ όλα για την ίδια την Κίνα, που είναι η δεύτερη σε σημασία οικονομία παγκοσμίως. Η χρηματιστηριακή κρίση, πιθανότατα έκφραση υποκείμενης κρίσης όπως μαρτυρά η σοβαρή μείωση των ποσοστών μεγέθυνσης του ΑΕΠ (από 14,7% το 2007 σε 7,4% το 2014), αποκλείεται να μην πλήξει και την λεγόμενη πραγματική οικονομία της Κίνας που κατά τα ειωθότα αναζητούσε στη χρηματιστηριακή σφαίρα τα υπερκέρδη που στο παρελθόν πρόσφερε η ίδια η παραγωγή. Επομένως, η πτώση των τιμών των μετοχών αργά ή γρήγορα θα σηματοδοτήσει μια αναγκαστική προσγείωση στα κέρδη και τα μεγέθη του κινέζικου καπιταλισμού, παρότι μάλιστα η κεφαλαιοποίηση στην Κίνα ανέρχεται στο ένα τρίτο του ΑΕΠ, όταν ο κανόνας στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό  θέλει την κεφαλαιοποίηση να είναι στο 100% του ΑΕΠ. Ανέπαφη δεν θα μείνει ούτε η οικονομική πολιτική της Κίνας, που θα δεχτεί επιπλέον πιέσεις στην κατεύθυνση της πλήρους φιλελευθεροποίησης.

Στην κινέζικη κοινωνία η χρηματιστηριακή κρίση προκαλεί μια αναδιανομή πλούτου από τα μεσαία στρώματα προς τα ανώτερα, λόγω του ότι το 80% των επενδυτών ήταν πολίτες, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σε άλλες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου η μερίδα του λέοντος ελέγχεται από θεσμικούς επενδυτές κι επιχειρήσεις. Έτσι, ανακόπτεται απότομα η πορεία βελτίωσης της θέσης των μεσαίων στρωμάτων, την οποία ανέμενε όχι μόνο η κινέζικη αστική τάξη αλλά κι άλλες αστικές τάξεις.

Η διάψευση των ελπίδων γρήγορου πλουτισμού που είχαν δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια κι οι απώλειες που ήδη μετρούν τα κινέζικα νοικοκυριά θα προκαλέσουν νέο πλήγμα στις κινέζικες εισαγωγές, επιταχύνοντας την πτώση που καταγράφτηκε τον Μάιο για έβδομο συνεχή μήνα όταν οι εισαγωγές σε ετήσια βάση μειώθηκαν κατά 17,6%. Ο μεγάλος χαμένος αυτής της φτωχοποίησης θα είναι οι Ευρωπαίοι και δη οι Γερμανοί (κι όχι τόσο οι Αμερικανοί που εξακολουθούν να διατηρούν το προνόμιο της δικής τους αχανούς εσωτερικής αγοράς) οι οποίοι στα ανερχόμενα κοινωνικά στρώματα της Κίνας έβλεπαν εκείνη την καταναλωτική αγορά που στερούνται ολοένα και περισσότερο λόγω της επέκτασης της πολιτικής της λιτότητας στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Προς μια νέα παγκόσμια φούσκα (Επίκαιρα, 9-15/1/2014)

waalΠολλοί μπορεί να θεώρησαν υπερβολική την τελευταία σκηνή στη νέα, αριστουργηματική ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε, Ο λύκος της Γουόλ Στριτ, όπου ο πρωταγωνιστής Λεονάρντο ΝτιΚάπριο στο ρόλο ενός αδίστακτου χρηματιστή αναλαμβάνει μετά από δύο κορυφαίες αποτυχίες να εκπαιδεύσει για τρίτη φορά στα μυστικά της απληστίας και του άνευ όρων και ορίων κυνηγιού του κέρδους μια ακόμη φουρνιά μαθητευόμενων …μάγων των μετοχών. Πόσες φορές μπορεί να επαναλαμβάνεται η ίδια αυτή ιστορία ανόδου και πτώσης όταν όλοι είναι σε θέση να προβλέψουν το τέλος της, είναι η σκέψη που γεννιέται στον κάθε θεατή. Η απάντηση έρχεται από τις πρόσφατες εξελίξεις στα διεθνή χρηματιστήρια και δη τα αμερικάνικα και είναι απρόβλεπτη και αποστομωτική: άπειρες!

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αδιάψευστος μάρτυρας η ξέφρενη πορεία των δεικτών των μετοχών στα μεγαλύτερα χρηματιστήρια του κόσμου που βεβαιώνει ότι είμαστε μάρτυρες της τρίτης κατά σειρά φούσκας την τελευταία 15ετία, μετά την φούσκα του 1999-2000 που είχε ως επίκεντρο τις μετοχές των εταιρειών του ίντερνετ κι εκείνη του 2008 που συνδέθηκε με τα υποβαθμισμένα στεγαστικά δάνεια.

Τα στοιχεία προκαλούν σοκ. Ο δείκτης Ντάου Τζόουνς του χρηματιστηρίου της Γουόλ Στριτ την τελευταία μέρα του χρόνου έκλεισε στις 16.577 μονάδες καταγράφοντας ρεκόρ όλων των εποχών. Ενδεικτικό στοιχείο της αγκύρωσής του σε αυτά τα επίπεδα είναι ότι έκτοτε οι απώλειες του είναι ελάχιστες. Την προηγούμενη Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014, για παράδειγμα, έκλεισε στις 16.470 μονάδες. Για την ιστορία, να σημειωθεί πως έναν χρόνο πριν, στο τέλος του 2012, ο δείκτης Ντάου Τζόουνς είχε κλείσει στις 12.938 μονάδες. Μέσα σε έναν χρόνο δηλαδή αυξήθηκε κατά 28%. Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης αξίζει να τονίσουμε πως αυτόν ακριβώς το χρόνο, το 2013, η αμερικάνικη οικονομία μεγεθύνθηκε μόλις κατά 4,1%. Ο χρηματιστηριακός δείκτης επομένως αυξήθηκε 7 φορές ταχύτερα από τον δείκτη που καταγράφει την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας. Εξ ίσου εκρηκτικές αυξήσεις καταγράφτηκαν και σε μια σειρά άλλους χρηματιστηριακούς δείκτες. Για παράδειγμα ο S&P500 που κινείται το τελευταίο χρονικό διάστημα πάνω από τις 1.800 μονάδες έχει τριπλασιάσει τα επίπεδα του από το ναδίρ του 2009, ενώ ενδεικτικό της αισιοδοξίας που επικρατεί στο Μανχάταν είναι πως ο στόχος που θέτει η S&P στην έκθεση που κυκλοφόρησε για το νέο έτος ταυτίζεται με αυτό: 2014 μονάδες! Η αύξηση του S&P το 2013 έφτασε το 29%, ήταν δηλαδή συγκρίσιμη με τον Ντάου Τζόουνς. Ο δείκτης NASDAQ που απεικονίζει την πορεία των μετοχών επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας έφτασε τις 4.132 μονάδες καταγράφοντας ρεκόρ για τα 13 τελευταία έτη. Μόνο δε από το 2008 μέχρι σήμερα η αύξηση του ξεπερνάει το 150%.

Σε Αμερική και Ευρώπη

Να σημειωθεί πως το πάρτι δεν περιορίστηκε στην πάντα επιρρεπή, προς τον έκλυτο οικονομικό βίο, Αμερική. Κι η γηραιά ήπειρος δεν πήγε πίσω. Ο ευρωπαϊκός δείκτης FTSE Eurofirst είχε ετήσια κέρδη 16% (όταν η οικονομία της ευρωζώνης συρρικνώθηκε κατά 0,4% το 2013) ο γερμανικός δείκτης Dax αυξήθηκε κατά 26% (όταν το γερμανικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,1%), ο δείκτης του Λονδίνου FTSE αυξήθηκε κατά 14,4% (όταν το βρετανικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,5%), μέχρι και στις κατεστραμμένες από τα μνημόνια και την λιτότητα χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας τα χρηματιστήρια έκαναν πάρτι με την Σόφια να κρατάει τα σκήπτρα, παρουσιάζοντας άνοδο κατά 40%, το Δουβλίνο κατά 33% και την Αθήνα που παραμένει βυθισμένη στην ύφεση επί 6 συνεχή έτη, να βλέπει το χρηματιστήριο της να απογειώνεται ζώντας ακόμη στην εποχή της «ισχυρής Ελλάδας» με άνοδο της τάξης του 27,5%!

Αναμφισβήτητα λοιπόν είμαστε μάρτυρες μιας ακόμη φούσκας που σαν την παλίρροια ανεβάζει σχεδόν όλες τις μετοχές και σχεδόν όλα τα χρηματιστήρια του κόσμου σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, που είναι εντελώς αδικαιολόγητα με βάση την πορεία της πραγματικής οικονομίας της χώρας τους. Παραμένοντας στις ΗΠΑ το επίκεντρο των δονήσεων που προκαλεί η ρευστότητα βρίσκεται στις εταιρείες του ίντερνετ, της βιοτεχνολογίας και της πράσινης ενέργειας. Για μια ακόμη φορά το οικονομικό ρεπορτάζ κατακλύζεται από ιστορίες νεοϊδρυθέντων εταιρειών, όπως της Solar City που εγκαθιστά φωτοβολταϊκά πάνελ σε στέγες και αναλαμβάνει την πώληση της παραγόμενης ενέργειας, οι οποίες πριν 8 χρόνια δεν υπήρχαν καν και σήμερα η αποτίμησή της έχει φθάσει σχεδόν τα 5 δισ. δολάρια! Το σημαντικότερο ωστόσο, πως η δημιουργία αυτής της αγοράς είναι σχεδόν ατόφιο δημιούργημα του κράτους καθώς οι φοροαπαλλαγές είναι που δίνουν ώθηση στην ζήτηση, ελάχιστα αναφέρεται. Γιατί τότε, θα γινόταν ορατός κι ο χρονικός ορίζοντας του «θαύματος»…

Πλημμυρίδα ρευστού

Οι αιτίες που έχουν εκτοξεύσει στα ουράνια τις τιμές των μετοχών δεν βρίσκονται φυσικά σε νέες επιστημονικές ανακαλύψεις ή έστω κάποιες σοβαρές προσδοκίες κερδών από την εισαγωγή στην παραγωγή τεχνολογικών καινοτομιών. Σε αντίθεση με την διετία 1999-2000 τώρα ούτε καν τέτοιες θεωρίες δεν δημοσιεύονται στον Τύπο, που θα επιχειρούσαν να πείσουν τον κόσμο για την μη αντιστρεπτή άνοδο των τιμών των μετοχών. Το …αέριο που γεμίζει την φούσκα των μετοχών προέρχεται κυρίως από τις τρεις μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες. Είναι η νομισματική πολιτική που με αυστηρότητα ακολουθούν. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, με βάση τα μέτρα νομισματικής χαλάρωσης που εφαρμόζει η ομοσπονδιακή τράπεζα, δημιουργείται επιπλέον ρευστότητα ύψους 85 δισ. δολ. τον μήνα ή 2 εκ. δολ. το λεπτό, εξασφαλίζοντας έτσι μέσω της μαζικής αγοράς ομολόγων ότι τα επιτόκια τους θα παραμένουν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Την ίδια πολιτική ακολουθεί κι η Ιαπωνία τυπώνοντας μάλιστα διπλάσιες ποσότητες χρήματος, σε σχέση με τις αμερικάνικες επιδόσεις! Στις ΗΠΑ επίσης παραμένοντας τα επιτόκια γύρω στο μηδέν επί 5 σχεδόν χρόνια, στην πράξη υπολείπονται του πληθωρισμού, που κινείται στο 1,2%! Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην ευρωζώνη με τον πληθωρισμό να κινείται στο 0,9% για όλο τον προηγούμενο χρόνο και τα επιτόκια, μετά την απόφαση του Νοεμβρίου, στο 0,25%. Πρόκειται για συνθήκες που ευνοούν στο μέγιστο την φυγή του χρήματος στις μετοχές και τα χρηματιστήρια. Οπότε, μηδενικά ονομαστικά και πραγματικά αρνητικά επιτόκια σε συνδυασμό με πακτωλούς χρήματος που εξέδωσαν οι κεντρικές τράπεζες προκάλεσαν την φούσκα.

Παράλληλα με τα προηγούμενα, στις ΗΠΑ έπαιξαν καταλυτικό ρόλο και άλλες εξελίξεις που ως αποτέλεσμα είχαν την εκτόξευση των τιμών των μετοχών. Όπως για παράδειγμα η αγορά μετοχών με ενέχυρο τις ίδιες τις μετοχές. Πρόκειται για συνταγή εξασφαλισμένης αποτυχίας καθώς όσο οι τιμές των μετοχών αυξάνονται όλα βαίνουν καλώς, όταν όμως αρχίσει η καθοδική πορεία τότε τα ενέχυρα παύουν να έχουν την παραμικρή αξία και στο στόχαστρο τίθενται αποταμιεύσεις, οδηγώντας τα σχέδια εύκολου πλουτισμού σε απότομη προσγείωση. Το υψηλότερο επίπεδο που είχαν φτάσει τέτοιου είδους αγορές ήταν τον Ιούλιο του 2007 με αξία 381 δισ. δολ. Έκτοτε μαζί με το πολύ νερό στ’ αυλάκι μεσολάβησαν κι εκατομμύρια ωρών με εξαγγελίες για ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα και δημιουργία βαλβίδων ασφαλείας που δεν θα επέτρεπαν ποτέ, μα ποτέ ξανά να γίνουν όσα εξωφρενικά συνέβησαν το 2008 στις ΗΠΑ. Φτάνουμε έτσι οι αγορές μετοχών με ενέχυρο μετοχές σήμερα, μετά την ρύθμιση των αγορών να ανέρχονται σε 413 δισ. δολ. Ψηλότερα από το 2007…

Πομφόλυγες αποδείχθηκαν οι εξαγγελίες για ρύθμιση ακόμη και στον χρηματοπιστωτικό τομέα, τις ίδιες τις τράπεζες, καθιστώντας πολύ πιο εύφλεκτο το υλικό που έχει συγκεντρωθεί και τις συνέπειες από μια νέα κρίση να προβλέπονται πολύ πιο σοβαρές. Το ευχάριστο, εκ πρώτης όψης, είναι η κάθετη μείωση του αριθμού των τραπεζών που δραστηριοποιούνται επί αμερικάνικου εδάφους. Από 18.000 που ήταν σχεδόν το 1985, τώρα για πρώτη φορά από την δεκαετία του ’30 οπότε ξεκίνησαν να τηρούνται στοιχεία, ο αριθμός τους πέφτει κάτω από 7.000, φτάνοντας τις 6.891. Τα καλά νέα, όπως περιγράφονταν στο Businessweek στις 10 Δεκέμβρη σταματούν κάπου εδώ γιατί η συνέχεια της ιστορίας θέλει τους συνήθεις υπόπτους αντί να έχουν αφοπλιστεί, να έχουν συγκεντρώσει μια τέτοια δύναμη πυρός που είναι ικανή να προκαλέσει πολύ πιο φονικές σεισμικές δονήσεις! Συγκεκριμένα, οι 6 μεγαλύτερες τράπεζες των ΗΠΑ (JP Morgan Chase, Bank of America, Citigroup, Wells Fargo, Goldman Sachs και Morgan Stanley) είναι 37% μεγαλύτερες σε σχέση με το υψηλότερο σημείο που είχαν φτάσει πριν την τελευταία κρίση, έχοντας στα ταμεία τους τα 4 από τα 10 δάνεια της αμερικάνικης οικονομίας και τα δύο τρίτα του ενεργητικού όλου του τραπεζικού συστήματος (14,4 τρισ. δολ.). Ακόμη μεγαλύτερο δέος προκαλεί η εκτίμηση πως οι 5 ισχυρότερες αμερικάνικες τράπεζες το 2006 έλεγχαν το 43% του αμερικάνικου ΑΕΠ (6 τρισ. σε σύνολο 13,4) ενώ το 2011 έλεγχαν το 56% (8,5 τρισ. σε σύνολο 15,1)! Το ποιοτικό πρόβλημα που γεννάται απ’ αυτά πρωτοφανή επίπεδα γιγαντισμού σχετίζεται με το κόστος που θα σηκώσουν οι λαοί από μια πιθανή διάσωσή τους. Γιατί η αιτία των σημερινών δεινών βρίσκεται στην όχι και τόσο αθώα φράση (πολλαπλών αναγνώσεων) που επαναλαμβανόταν το 2008 πως οι τράπεζες ήταν «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν», που σήμαινε ότι έπρεπε να σωθούν με κάθε κόστος, το οποίο επωμίστηκαν στη συνέχεια οι κοινωνίες. Αν οι τράπεζες του 2008 ήταν «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν» οι σημερινές είναι ακόμη μεγαλύτερες, άρα το κόστος της σωτηρίας τους ακόμη πιο οδυνηρό…

Τραπεζικός υδροκεφαλισμός

Η περαιτέρω γιγάντωση της εικονικής, παρασιτικής οικονομίας φαίνεται επιπλέον από τα παράγωγα που με βάση τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, η αξία τους έχει φθάσει τα 638 τρισ. δολ., έχοντας τριπλασιαστεί σε 5 χρόνια. Στον πιο ευρύ τους μάλιστα ορισμό η αξία τους υπερβαίνει τα 1.000 τρισ. δολ. ισούται δηλαδή με 14 φορές την αξία του παγκόσμιου ΑΕΠ!

Η σημασία της παρακολούθησης της χρηματιστηριακής οικονομίας δεν σχετίζεται μόνο με την πρόβλεψη των επιπτώσεων που μπορεί να έχει το σκάσιμο της φούσκας, ακόμη και στην πιο απομακρυσμένη χώρα του κόσμου. Εμπειρία που με οδυνηρό τρόπο βίωσε η Ελλάδα, όταν οι αλυσιδωτές αντιδράσεις της κρίσης στην αμερικάνικη αγορά ακινήτων του 2008 έφεραν τα Μνημόνια και την μετέπειτα χρεοκοπία. Έχει επίσης σημασία γιατί αποδεικνύει πόσο κίβδηλες είναι οι νεοφιλελεύθερες εξαγγελίες. Για παράδειγμα ανέκαθεν οι οπαδοί του οικονομικού δαρβινισμού υποστήριζαν την ανεμπόδιστη ελευθερία των πλουσίων και των εταιρειών να αυξάνουν τον πλούτο τους με το σκεπτικό ότι η κοινωνία αργά ή γρήγορα θα γευτεί την διάχυση αυτών των αποτελεσμάτων, που θα δημιουργούν επιπλέον πλούτο στην κοινωνία.

Ό,τι έχει συμβεί στην αμερικάνικη οικονομία εσχάτως ανατρέπει εκ βάθρων τον παραπάνω συλλογισμό. Ακόμη κι ο Ομπάμα στην πρόσφατη ετήσια ομιλία του προς το έθνος υπογράμμισε την δραματική έκταση που έχουν προσλάβει οι αντιθέσεις τα τελευταία χρόνια. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι το κορυφαίο 10% στην εισοδηματική κλίμακα τώρα κερδίζει το ήμισυ του εθνικού εισοδήματος, όταν το 1979 κέρδιζε το ένα τρίτο. Οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι επομένως. Από την άλλη, τα 1,30 δολ. που ήταν το 1968 το ελάχιστο ωρομίσθιο, σε σημερινές αξίες αντιπροσωπεύουν 10,3 δολ. ή 30% πάνω από το βασικό ωρομίσθιο που είναι στα 9 δολ. Κι οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι επομένως. Ως αποτέλεσμα ακόμη κι ένας εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση που κερδίζει 14.500 δολάρια το έτος κινείται πολύ κάτω από την γραμμή της φτώχειας που για μια 4μελή οικογένεια ορίζεται σε ετήσια βάση στα 23.550 δολάρια. Ο στόχος όμως του Ομπάμα, να μη ζει κανένας εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης στη φτώχεια, υπονομεύεται από την ίδια του την πολιτική. Με βάση εκτενές ρεπορτάζ των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 29 Δεκεμβρίου μόνο αυτή την χρονιά στο Σικάγο 50 σχολεία οδηγήθηκαν σε κλείσιμο, ενώ ανακοινώθηκαν και 3.000 απολύσεις σε μια προσπάθεια να μειωθεί το έλλειμμα στην πολιτεία. Τα χειρότερα ωστόσο είναι μπροστά καθώς το επόμενο θύμα όχι μόνο στο Ιλινόις θα είναι το συνταξιοδοτικό σύστημα που θα κληθεί όπως και στην Ελλάδα να πληρώσει τα σπασμένα με μειώσεις παροχών και συντάξεων και αύξηση των εισφορών. Προοπτική που προκαλεί οργή αν στις δραματικές περικοπές αντιπαραβάλλουμε την πλημμυρίδα ρευστού που ρίχνει κάθε μήνα στην αγορά η κεντρική τράπεζα, χρηματοδοτώντας το χρηματιστηριακό πάρτυ.

Σε έξαρση οι αυτοκτονίες

Η γενικευμένη απόγνωση που επικρατεί στις ΗΠΑ αντανακλάται και στις αυτοκτονίες που είναι πλέον εκτός ελέγχου. Με βάση ρεπορτάζ του περιοδικού Τάιμ στις 25 Νοεμβρίου, «ο αριθμός των αυτοκτονιών το 2009 ξεπέρασε για πρώτη φορά τον αριθμό των θανάτων από αυτοκινητιστικά ατυχήματα. Το 2010, το πιο πρόσφατο έτος για το οποίο είναι διαθέσιμα στατιστικά, αυτοκτόνησαν 38.364 Αμερικάνοι. Από το 1999 μέχρι το 2010 οι αυτοκτονίες στις ηλικίες μεταξύ 35 και 64 ετών αυξήθηκαν κατά 28,4% και για τους άνδρες στα ’50 σχεδόν κατά 50%»!

Τα μέτρα λιτότητας που εφαρμόζει ο Ομπάμα εδώ κι έναν χρόνο οδηγούν επίσης την αμερικάνικη κοινωνία στην οπισθοδρόμηση. Πολύ πριν ανακοινωθούν οι τελευταίες περικοπές, στις 8 Φεβρουαρίου 2013 οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς περιέγραφαν με τα ακόλουθα μελανά χρώματα τις άμεσες επιπτώσεις των περικοπών: «Ερευνητές έχουν υποστηρίξει ότι οι οριζόντιες περικοπές στα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας, που καθοδηγούν την ιατρική έρευνα στις ΗΠΑ, θα αφαιρέσουν κονδύλια έρευνας ύψους 12,5 δισ. αυτό το χρόνο και θα μειώσουν την οικονομική μεγέθυνση μέχρι και 860 δισ. δολ. σε 9 χρόνια, πλήττοντας την ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ στην υγεία μακροχρόνια και επιφέροντας την απώλεια μισού εκατομμυρίου θέσεων εργασίας μεταξύ 2013 και 2016. Ακόμη κι η ικανότητα πρόβλεψης του καιρού θα επηρεαστεί. Οι περικοπές θα μειώσουν την χρηματοδότηση για ένα νέο δορυφόρο που χρειαζόταν το 2016, επιβραδύνοντας τις βελτιώσεις στις μακροχρόνιες προβλέψεις καιρού για εν δυνάμει καταστροφικά φαινόμενα όπως οι τυφώνες».

Εν κατακλείδι, η χρηματιστηριακή άνθηση δεν είναι μόνο προάγγελος νέων περιδινήσεων για την παγκόσμια οικονομία, που εξ ορισμού είναι καταστροφικές για τις κοινωνίες καθώς αυτές επωμίζονται το κόστος της διάσωσης τραπεζών και τζογαδόρων. Επιπλέον, το ξέφρενο πάρτι που γίνεται στα χρηματιστηριακά γραφεία έχει, σαν την άλλη όψη του νομίσματος, την αυξανόμενη φτώχεια για τους πολλούς, την έκρηξη των κοινωνικών αντιθέσεων και την οπισθοδρόμηση ολόκληρης της κοινωνίας που όλο και σπανιότερα γεύεται τους καρπούς της σύγχρονης επιστήμης και της τεχνολογίας.

Αβεβαιότητα για τη διεθνή οικονομία (Διπλωματία, 1ος/2009)

ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ 

Ένα ερώτημα πλανιέται πάνω απ’ όλο τον κόσμο στην αυγή της νέας δεκαετίας: Θα είναι οριστική η έξοδος από την ύφεση που με σαφήνεια καταγράφηκε το 2009 μεταξύ δευτέρου και τρίτου τριμήνου; Ή, αποτελεί μόνο το τέλος του πρώτου μέρους της κρίσης, με τα χειρότερα να ακολουθούν;

Το 2009 η παγκόσμια οικονομία βυθίστηκε στην κόλαση και για πρώτη φορά μετά από χρόνια ξαναείδε τον παράδεισο. Η είσοδος του 2009 φαινόταν να ισοδυναμεί με κινούμενη άμμο, την ίδια εκείνη κινούμενη άμμο που τον Σεπτέμβριο του 2008 είχε παρασύρει την Lehman Brothers. Το πρώτο τρίμηνο του έτους, η πτώση της γερμανικής βιομηχανικής παραγωγής κατά 20%, των εξαγωγών της Ιαπωνίας κατά 50% και της τιμής του πετρελαίου από τα 147 δολ. το βαρέλι που ήταν το καλοκαίρι του 2008 στα 35 δολ. έκανε πολλούς να πιστεύουν ότι το 2009 η παγκόσμια οικονομία θα βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση.

Τα πράγματα τελικά εξελίχθηκαν καλύτερα και όλες οι οικονομίες μέχρι το τέλος του 2009 εξήλθαν τυπικά της ύφεσης καταγράφοντας θετικούς – έστω και οριακά – ρυθμούς μεγέθυνσης. Τίποτε όμως δεν είναι όπως παλιά. Η έξοδος από την ύφεση κι η αργή αλλά σταθερή βελτίωση των ρυθμών μεγέθυνσης δεν μπορεί να συγκαλύψει τις πρωτοφανείς μετατοπίσεις που σημειώθηκαν, ως αποτέλεσμα της περιδίνησης της κρίσης, σε τέσσερις  κατευθύνσεις, οι δύο πρώτες εκ των οποίων αμφισβητούν τον οριστικό χαρακτήρα της εξόδου από την κρίση: Αρχικά, στην ανάδυση ενός μοντέλου μεγέθυνσης πολύ πιο άδικου κοινωνικά από το προηγούμενο καθώς θα συνοδεύεται από υψηλή ανεργία. Δεύτερο, στην μετάσταση της κρίσης στα δημόσια οικονομικά, που ανέλαβαν το κόστος της εξόδου από την κρίση. Τρίτο, στην μετατόπιση του κέντρου βάρους της παγκόσμιας οικονομίας από τη Δύση στην Ανατολή και, τέταρτο, στην αναβάθμιση του κύρους του εθνικού κράτους και την αμφισβήτηση της παντοδυναμίας των αγορών.

Λίγες ημέρες μετά τις πανηγυρικές εκδηλώσεις στο Βερολίνο για την συμπλήρωση 20 χρόνων από την πτώση του Τείχους η Παγκόσμια Υπηρεσία του βρετανικού δικτύου του BBC διενήργησε μια δημοσκόπηση για να διαπιστώσει το κύρος που χαίρει η ελεύθερη οικονομία. Προς έκπληξη πολλών, το 51% από τους 30.000 ερωτηθέντες απάντησε πως ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς αντιμετώπιζε εγγενή προβλήματα που έπρεπε να λυθούν με ρύθμιση και μεταρρυθμίσεις. Το 23% ζητούσε ένα εντελώς νέο σύστημα, ποσοστό που στη Γαλλία άγγιζε το 47%. Στις περισσότερες δε από τις μισές χώρες η συντριπτική πλειοψηφία ήθελε οι κυβερνήσεις τους να πάρουν οι ίδιες τον έλεγχο των μεγάλων βιομηχανιών, ενώ το 67% του συνόλου ζητούσε από το κράτος να παρέμβει πιο αποφασιστικά στην αναδιανομή του πλούτου.

Είναι εμφανές ότι τα εντελώς απροσδόκητα αυτά αποτελέσματα δεν θα μπορούσαν να είχαν καταγραφεί σε παλιότερες χρονικές περιόδους, όταν άπαντες υποκλίνονταν στην ελεύθερη αγορά και την ιδιωτική οικονομία. Το κράτος αποκατέστησε το χαμένο του κύρος υπό το βάρος δύο εξελίξεων: της παταγώδους, καταστροφικής αποτυχίας των απορρυθμισμένων αγορών και επίσης των σωτήριων παρεμβάσεών του με τα μέτρα δημοσιονομικής στήριξης τα οποία αποκατέστησαν ξανά την ομαλή κυκλοφορία στις αρτηρίες του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Τρία διαφορετικά και πολύ πρόσφατα γεγονότα, που δεν συνδέονται μεταξύ τους, επιβεβαιώνουν το αναβαθμισμένο κύρος του εθνικού κράτους και την επιστροφή της πολιτικής. Το πρώτο συνέβη στην Ισλανδία, όταν την Τρίτη 5 Ιανουαρίου ο πρόεδρος της χώρας άσκησε το δικαίωμα αρνησικυρίας που διέθετε στην απόφαση της κυβέρνησης να φεσώσει τον κάθε κάτοικο της χώρας με 20.000 ευρώ για να αποζημιωθούν οι Άγγλοι κι οι Ολλανδοί που έχασαν τις αποταμιεύσεις τους τον Οκτώβριο του 2008 με την κατάρρευση της Icesave. Η υπερήφανη στάση των Ισλανδών και μέρους του πολιτικού τους κόσμου, που θα επιβεβαιωθεί και με δημοψήφισμα, αμφισβητεί την προτεραιότητα που δίνουν οι περισσότερες κυβερνήσεις στις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας ακόμη κι όταν αυτές λειτουργούν καταστρεπτικά για το μέλλον της, φαλκιδεύοντας την μελλοντική της ανάπτυξη. Το δεύτερο περιστατικό συνέβη στην Αργεντινή με την απόφαση της προέδρου, Κριστίνα Κίρχνερ, να απολύσει τον κεντρικό τραπεζίτη της χώρας, επειδή αρνούταν να εκτελέσει τις πολιτικές της αποφάσεις σχετικά με τη διαχείριση των συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας επικαλούμενος την ανεξαρτησία του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος, που έχει εξελιχθεί σε ασυδοσία. Η απόλυση του Μαρτίν Ρεδράδο, που ακυρώθηκε λίγα 24ωρα μετά από το συνταγματικό δικαστήριο της χώρας, είναι βέβαιο ότι θα σκόρπισε χαρά σε πολλά προεδρικά μέγαρα της γηραιάς ηπείρου, που δεν χάνουν ευκαιρία να βάλλουν εναντίον των υπερεξουσιών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία λειτουργώντας  με αποκλειστικό κριτήριο την συγκράτηση του πληθωρισμού, υποσκάπτει συστηματικά την ανάπτυξη, ακυρώνοντας κάθε δυνατότητα δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Ο γάλλος πρόεδρος, Νικολά Σαρκοζύ, για παράδειγμα έχει επανειλημμένες φορές ζητήσει την πολιτική λογοδοσία της ΕΚΤ. Το έπραξε ξανά και στις 7 Ιανουαρίου σε ένα διεθνές συνέδριο με τίτλο Νέα Τάξη – Νέος Καπιταλισμός, όπου δήλωσε ότι το Παρίσι θα καταστήσει την πολιτική των συναλλαγματικών ισοτιμιών κεντρικό θέμα της γαλλικής προεδρίας στην Ομάδα των 8 και των 20 πλουσιοτέρων κρατών της γης (G8 και G20), ζητώντας να αφαιρεθεί προφανώς αυτή η λειτουργία από τις αγορές και τις κεντρικές τράπεζες.

Ο γάλος πρόεδρος δεν έχασε την ευκαιρία να επιτεθεί εναντίον της διπλής απειλής που συνιστούν για το ευρώ από τη μια το δολάριο («δεν μπορούμε να αποκαταστήσουμε την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών μας στην Ευρώπη και το δολάριο να χάνει το 50% της αξίας του έναντι του ευρώ», τόνισε) κι από την άλλη το υποτιμημένο κινέζικο νόμισμα που δίνει μια τρομερή ώθηση στις κινέζικες εξαγωγές. Η επίθεσή του κατά της συναλλαγματικής πολιτικής του Πεκίνου εκφράζει την εντεινόμενη ανησυχία της Δύσης από την άνοδο της οικονομικής επιρροής της Κίνας κι ευρύτερα της Ανατολής, όπως πιστοποιείται από πολλά γεγονότα. Σημαντικότερο όλων ήταν η κατάκτηση από το Πεκίνο του πρώτου βάθρου στις παγκόσμιες εξαγωγές το οποίο μέχρι πέρυσι κι επί δεκαετίες κατείχε η Γερμανία. Το 2009 ήταν κακή χρονιά για τον ανταγωνισμό της Γερμανίας με την Κίνα γιατί η ατμομηχανή της Ευρώπης παρέδωσε επίσης στον ασιατικό γίγαντα και το τρίτο βάθρο που κατείχε στην παγκόσμια οικονομική κατάταξη, μετά τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Διατυπώνονται δε βάσιμες προβλέψεις πως φέτος η Κίνα θα κατακτήσει και το δεύτερο βάθρο, εκπαραθυρώνοντας αυτή τη φορά την Ιαπωνία. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης πως η Κίνα έπαιξε το ρόλο που παραδοσιακά ανήκε στις ΗΠΑ, απορροφώντας τις εξαγωγές των ασιατικών χωρών, με αποτέλεσμα να αποκτά βάθος η οικονομική ενοποίηση της Ασίας και αυξημένο πολιτικό κύρος η Κίνα που γίνεται ατμομηχανή εξόδου της ηπείρου από την κρίση. Έτσι, για παράδειγμα, οι εξαγωγές της Νότιας Κορέας τον Δεκέμβρη στην Κίνα σε σχέση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου χρόνου αυξήθηκαν κατά 94%, της Ταϊβάν κατά 91%, της Μαλαισίας κατά 93%, κοκ, όταν οι εισαγωγές αυτών των χωρών στις ΗΠΑ και την ΕΕ συνέχισαν να μειώνονται ή παρέμειναν στάσιμες. Συνολικά οι εισαγωγές της Κίνας τον Δεκέμβρη αυξήθηκαν κατά 56% και το ΑΕΠ της κατά 8%, ως αποτέλεσμα του δημοσιονομικού πακέτου στήριξης που εκταμίευσε το Πεκίνο για να τονώσει την οικονομία, ύψους 586 δισ. δολ.

Η Κίνα όμως δεν ήταν η μοναδική χώρα που ξόδεψε μυθικά ποσά για να στηρίξει τον ιδιωτικό τομέα, σε ένα πρόγραμμα κρατικής παρέμβασης χωρίς προηγούμενο τις τελευταίες δεκαετίες. Η διαφορά της Κίνας με τις υπόλοιπες χώρες ήταν πως εκεί τα χρήματα διοχετεύθηκαν στην οικονομία, τονώνοντας την ενεργό ζήτηση όπως φαίνεται από τα παραπάνω στοιχεία. Στις περισσότερες χώρες αντίθετα του ΟΟΣΑ και σίγουρα στη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ είδαμε το εξής παράδοξο: Τα δημόσια ταμεία να αδειάζουν, οι τιμές των μετοχών να απογειώνονται και από την άλλη το διαθέσιμο εισόδημα να βυθίζεται και η ανεργία να εκτοξεύεται.

«Το αποτέλεσμα των χρηματοδοτικών πακέτων σε κάθε σχεδόν χώρα από την ομάδα των 20 μεγαλύτερων χωρών ήταν η άνοδος των ελλειμμάτων σε επίπεδα πρωτοφανή για καιρό ειρήνης, του χρέους σε επίπεδα τόσο υψηλά ώστε δεν θα υπάρχουν τα πολεμοφόδια για να διεξαχθεί άλλος οικονομικός πόλεμος και ένας λογαριασμός για να καθαρισθεί αυτή η ακαθαρσία τον οποίο οι φορολογούμενοι θα νιώθουν ακόμη και στην επόμενη γενιά. Οι τελευταίες εκτιμήσεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δείχνουν ότι κατά μέσο όρο τα ελλείμματα των προηγμένων κρατών ανέρχονταν στο 1,9% του εθνικού εισοδήματος πριν ξεσπάσει η κρίση το 2007. Αυτό το χρόνο αναμένεται να φθάσουν το 9,7% και το 2010 το 8,7%. Το χρέος του δημόσιου τομέα αναμένεται να εκτιναχθεί από ένα μέσο όρο της τάξης του 78% το 2007 στο 118% το 2014», ανέφεραν οι Financial Times στις 26 Νοέμβρη 2009. Με τις εκτιμήσεις τους φαίνεται καθαρά ότι τα δημοσιονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα δεν αποτελούν την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα. Οι αιτίες τους πρέπει να αναζητηθούν στις αποστολές διάσωσης κατεπείγοντος μάλιστα χαρακτήρα που ανέλαβε το κράτος την τελευταία διετία σε Ανατολή και Δύση, για να αποτρέψει μια συστημική κατάρρευση. Η ίδια εικόνα παρατηρείται και στις ΗΠΑ, με τις περισσότερες πολιτείες (Καλιφόρνια, Μίτσιγκαν, κ.α.) να βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, απολύοντας δημόσιους υπαλλήλους και περικόπτοντας μαζικά κοινωνικές δαπάνες για υγεία και παιδεία.

Τα χρήματα που δαπάνησε όμως το κράτος δεν κατευθύνθηκαν στην παραγωγική οικονομία, αλλά στην πλασματική, σε τράπεζες και χρηματιστήρια που φέρουν το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Έτσι, το 2009 στις ΗΠΑ ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones έκλεισε με κέρδη 19% κι ο δείκτης των εταιρειών νέων τεχνολογιών με κέρδη 22%. Το ίδιο και στην Ευρώπη: ο γαλλικός δείκτης CAC 40 έκλεισε με κέρδη 22%, ο γερμανικός DAX με κέρδη 34% κι ο βρετανικός FTSE με κέρδη 22%, που δεν είχε καταγράψει ποτέ άλλοτε από το 1997! Πραγματικό πάρτι την ίδια ώρα που η παραγωγή μειώθηκε τον χρόνο που μας πέρασε στην Αγγλία κατά 5,8% και το βρετανικό δημόσιο το 2009 και το 2010 θα δανειστεί συνολικά περισσότερα χρήματα απ’ όσα έχει δανειστεί η βρετανική κυβέρνηση από το 1692 μέχρι το 1997!

Στην πραγματική οικονομία όμως η μία αρνητική είδηση διαδέχεται την άλλη. Στην ΕΕ η ανεργία το Νοέμβριο έπληττε 15,7 εκ. εργαζόμενους φθάνοντας το 10%. Κι ήταν η πρώτη φορά αφότου εισήχθηκε το ευρώ που η ανεργία στην ευρωζώνη άγγιξε διψήφια ποσοστά. Συνέβη μάλιστα αυτό όταν η παραγωγή είχε αρχίσει να αυξάνεται! Στο ίδιο ακριβώς ποσοστό βρέθηκε η επίσημη ανεργία και στις ΗΠΑ. Υπολογίζεται μάλιστα πως αν συμπεριληφθούν κι όσοι έπαψαν να ψάχνουν για δουλειά λόγω απογοήτευσης η πραγματική ανεργία ξεπερνάει σημαντικά το 10%. Τα χειρότερα ωστόσο έπονται. «Η ανεργία στην ευρωζώνη αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνει μέχρι το μέσο του χρόνου, ενώ η ανεργία στις ΗΠΑ είναι πιθανό να μείνει στο επίπεδο του 10% ή ελαφρώς υψηλότερα από τώρα μέχρι το καλοκαίρι», ανέφεραν οι Financial Times από την πρώτη τους κιόλας σελίδα στο φύλο του Σαββατοκύριακου 9 – 10 Ιανουαρίου 2010. Η δραματική εικόνα συμπληρώνεται από τις εύστοχες παρατηρήσεις του νέου προέδρου της ΕΕ, Χέρμαν Βαν Ρομπέι, στο συνέδριο του Χριστιανοκοινωνικού κόμματος της Γερμανίας στις αρχές Ιανουαρίου, ο οποίος τόνισε πως η μείωση των επενδύσεων κι η άνοδος της ανεργίας αποκτούν ενδημικό χαρακτήρα στην Ευρώπη, ενώ σε ορισμένες χώρες όπως στην Ιταλία, την Αγγλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο υπάρχει «ταχεία αποβιομηχάνιση».

Αν συνθέσουμε την παραπάνω άκρως νοσηρή εικόνα, δημοσιονομική κρίση ως αποτέλεσμα της ευρύτερης κρίσης – απογείωση των τιμών των μετοχών στα χρηματιστήρια ως αποτέλεσμα των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης – και αύξησης της ανεργίας με αποψίλωση της παραγωγικής βάσης, τότε το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει και νέα κρίση, αλλά μόνο το πότε θα ξεσπάσει…

Σε ελεύθερη πτώση η αμερικανική ισχύς (Μετροπόλιταν, 13/9/2009)

Ένας χρόνος συμπληρώνεται αυτές τις μέρες από την κατάρρευση της Lehman Brothers που έκανε ορατό το ενδεχόμενο μιας συστημικής κατάρρευσης της παγκόσμιας οικονομίας και πριν απ’ όλες της αμερικανικής. Τα μέτρα που λήφθηκαν στη συνέχεια μπορεί να απομάκρυναν ένα τέτοιο ενδεχόμενο ωστόσο η αμερικανική οικονομία έχει δεχθεί ένα δυσανάλογο βαρύ πλήγμα, όπως φαίνεται από τη λίστα των 500 μεγαλύτερων επιχειρήσεων του κόσμου, από την συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου, κ.α.

 Ποτέ άλλοτε από το 1995, που το αμερικανικό περιοδικό Fortune εκδίδει ανελλιπώς κάθε χρόνο τη λίστα των 500 μεγαλύτερων επιχειρήσεων του κόσμου, ο αριθμός των αμερικανικών επιχειρήσεων δεν έπεσε τόσο χαμηλά. Μόλις 140 επιχειρήσεις βρίσκονται φέτος στον κατάλογο που αποτελεί την πιο αντιπροσωπευτική καταγραφή των κινητήρων της παγκόσμιας οικονομίας. Πριν 2 χρόνια, το 2007, οι αμερικανικές επιχειρήσεις έφθαναν τις 162, ενώ το 1998 είχε καταγραφεί ένα από τα μεγαλύτερα ρεκόρ αριθμώντας 175.

Το κενό που αφήνει πίσω της η χρεοκοπία αμερικανικών γιγάντων, όπως των πολυεθνικών AIG, Coutnrywide Financial, Freddie Mae, Lehman Brothers, Merrill Lynch, Wachovia και Washington Mutual που φέτος απουσιάζουν  από τη λίστα του Fortune καλύπτει με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα η Κίνα. Ειδικότερα, 37 πολυεθνικές επιχειρήσεις προέρχονται από την Κίνα, όταν το 2007 ήταν 24, το 2003 ήταν 11 και το 1995 μόνο 3! Θεαματική επίσης, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση – αυτής της συρρίκνωσης, είναι η μεταβολή που καταγράφεται στην παρουσία της Ιαπωνίας, ως αποτέλεσμα της υπερδεκαπενταετούς οικονομικής κρίσης. Ενώ λοιπόν το 1995 περισσότερες από 1 στις 3 επιχειρήσεις του Fortune έγραφαν στα προϊόντα τους Made in Japan, φέτος μόλις 68 επιχειρήσεις προέρχονταν από τη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Ωστόσο η Ιαπωνία, παρά την υποχώρηση που καταγράφει στο πέρασμα του χρόνου, είναι η δεύτερη χώρα μετά τις ΗΠΑ στη λίστα του αμερικανικού περιοδικού δείχνοντας έτσι πως η ηγεμονία της αμερικανικής οικονομίας όσο κι αν έχει συρρικνωθεί αυτό το χρόνο δεν απειλείται ευθέως από κάποια άλλη χώρα.

Τα πλήγματα ωστόσο που δέχεται η αμερικανική οικονομία είναι πολλαπλά. Πέραν της κατάρρευσης υπεραιωνόβιων πολυεθνικών κολοσσών, θύμα της κρίσης αποτελεί και το δολάριο, όπως μαρτυρά η κατάρρευση της ισοτιμίας του έναντι των σημαντικότερων ανταγωνιστών του. Από τις αρχές του 2001 μέχρι πρόσφατα το δολάριο έχει υποτιμηθεί έναντι του ευρώ κατά 34%, έναντι του γεν κατά 18% και ως προς τη βρετανική λίρα έχει χάσει το 9% της αξίας του. Ανεξάρτητα από τις ευεργετικές επιδράσεις που προκαλούνται στην αμερικανική παραγωγή, καθώς τα αμερικανικά προϊόντα καθίστανται φθηνότερα στις διεθνείς αγορές, η πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου σημαίνει ότι εξαφανίζονται οι λόγοι που το καθιστούσαν πρώτη επιλογή των διαχειριστών του χαρτοφυλακίου κάθε κεντρικής τράπεζας. Ο μόνος λόγος αντίθετα που κάνει ελκυστική την αγορά του είναι για να διασώσει την αξία των υφιστάμενων τοποθετήσεων.

Ενδεικτικό στοιχείο για την καταβύθιση της αξίας του δολαρίου είναι ότι για πρώτη φορά τα τελευταία 16 χρόνια συμφέρει περισσότερο ο βραχυχρόνιος δανεισμός σε δολάρια παρά σε γεν. Συγκεκριμένα για πρώτη φορά από τον Μάη του 1993 το διατραπεζικό επιτόκιο που προσφέρεται στην αγορά του Λονδίνου για το δολάριο, γνωστό στους τραπεζικούς κύκλους κι ως Libor, έπεσε κάτω από αυτό του γεν (0,37188% έναντι 0,38813%). Η διαφορά φαντάζει αμελητέα για τους μη ειδήμονες καθώς έγκειται στα δεκαδικά ψηφία. Πρόκειται ωστόσο για μια κρίσιμη αλλαγή καθώς το δολάριο παίρνει την καθόλου τιμητική σκυτάλη (για ένα νόμισμα που παραμένει ακόμη και σήμερα παγκόσμιο μέσο αποθησαύρισης και συναλλαγών) την οποία κρατούσε το γεν ως νόμισμα δανεισμού για βραχυχρόνιες τοποθετήσεις. Ως αποτέλεσμα των μηδενικών επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας της Ιαπωνίας, όσοι ήθελαν να επενδύσουν στο ευρώ ή ακόμη και το αμερικανικό νόμισμα για να εκμεταλλευτούν τις υψηλές αποδόσεις τους, δανείζονταν σε γεν (το λεγόμενο carry trade). Στο εξής σε δολάρια…

Το ροκάνισμα της αξίας του δολαρίου, που δεν είναι κάτι καινούργιο, επιταχύνθηκε από το χρηματοδοτικό πακέτο, ύψους 787 δισ. δολ. που ενέκρινε η αμερικανική κυβέρνηση τον Φεβρουάριο για να αναθερμάνει την οικονομία. Ένα δεύτερο αποτέλεσμα της ένεσης ρευστού που έγινε στην οικονομία ήταν η άνοδος του δημόσιου χρέους, που τώρα αρχίζει να γίνεται αισθητή συγκεντρώνοντας την δημόσια κριτική. Όπως ανακοινώθηκε επίσημα πριν δύο εβδομάδες το χρέος για το 2010 πρόκειται να φθάσει το 66% για πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1940, όταν είχε αγγίξει το 121%. Στις ΗΠΑ αυτό που κατά βάθος φοβούνται, παρότι κανείς δεν το ομολογεί είναι μήπως η διαχείριση της κρίσης και το κόστος της αποτροπής μιας συστημικής κατάρρευσης είναι ένα δυσθεώρητο χρέος, όπως της Ιαπωνίας που ανέρχεται στο 180% και είναι κατά βάση δημιούργημα της χαμένης δεκαετίας, που ακολούθησε την πτώση της φούσκας των ακινήτων και την καθίζηση του χρηματιστηριακού δείκτη Νικέι το 1991.

Υπό αυτό πρίσμα έχουν ιδιαίτερη σημασία οι επιφυλάξεις που διατυπώνονται όλο και πιο συχνά, όλο και πιο καθαρά απέναντι στα σαφή σημάδια εξόδου από την κρίση τα οποία διαφαίνονται για πρώτη φορά μετά από έναν τουλάχιστον χρόνο. Για παράδειγμα στις ΗΠΑ δύο τομείς που δέχθηκαν τις χειρότερες συνέπειες της κρίσης (οι πωλήσεις νέων κατοικιών και οι παραγγελίες διαρκών καταναλωτικών αγαθών) είδαν τα αποτελέσματά τους τον Ιούλη να ανακάμπτουν για πρώτη φορά μετά τον Σεπτέμβρη του 2008. Προανάκρουσμα ανάκαμψης επίσης, συνιστά το γεγονός ότι οι χρηματιστηριακοί δείκτες FTSE 100 και S&P 500 έπιασαν τα επίπεδα του Οκτώβρη του 2008 (κάνοντας την υπόθεση ότι η άνοδός τους δεν είναι αποτέλεσμα κερδοσκοπίας αλλά προεξόφληση κερδών). Ωστόσο, από την άλλη μεριά οι αμερικανικές αρχές διαβεβαιώνουν ότι η ανεργία θα συνεχίσει να αυξάνεται. «Προβλέπουμε ότι η ανεργία θα φθάσει το 10% για ορισμένους μήνες και ορισμένα τρίμηνα», δήλωσε στους δημοσιογράφους στα τέλη Αυγούστου η Χριστίνα Ρομέρ, επικεφαλής των Οικονομικών Συμβούλων του Μπαράκ Ομπάμα, αναφερόμενη στο 2010, οπότε θεωρείται σίγουρο πως οι ρυθμοί μεγέθυνσης θα πάψουν να είναι αρνητικοί όπως θα συμβεί κατά το τρέχον έτος, που το ΑΕΠ θα συρρικνωθεί κατά 2,8%, και τότε θα αγγίξουν το 2%. Η απασχόληση ωστόσο δεν πρόκειται να ακολουθήσει παράλληλη θετική πορεία. Ανάλογα αντιφατικά δείγματα καταγράφονται σε όλο τον κόσμο. Από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου η άνοδος του ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο του έτους για τη Γαλλία και τη Γερμανία έστω κατά 0,3% κι η άνοδος των βιομηχανικών παραγγελιών τον Ιούνιο για πρώτη φορά μετά τον Σεπτέμβριο του 2007 συμβαδίζουν με την εκτίναξη της ανεργίας στην ευρωζώνη στο 10%, μέχρι την Κίνα και τη Ρωσία, όπου η ελπιδοφόρα άνοδος της βιομηχανικής παραγωγής κατά 4,5% και 4,7% τον Ιούνη και τον Ιούλη στην τελευταία αφήνει εντελώς ανεπηρέαστη την ανεργία που επισήμως θα συνεχίσει να πλήττει το 8% του εργατικού δυναμικού.

Είναι τόσο βαριά η σκιά αυτών των αντιφατικών ενδείξεων, πείθοντας ότι το κοινωνικό ζήτημα θα βρεθεί σε παροξυσμό μετά την τυπική λήξη της βαθύτερης κρίσης που γνώρισε ο κόσμος μετά από αυτή του 1930, ώστε δικαιολογημένα όσοι χαράζουν πολιτική αρνούνται να εκφράσουν την αισιοδοξία τους για την επιστροφή στην κανονικότητα. Χώρια που κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν άλυτα ενώ οι συνταγές του παρελθόντος ελάχιστα βοήθησαν ή βοήθησαν μόνοι ως αρνητική εμπειρία, όπως φάνηκε από την ευκολία με την οποία η αμερικανική κεντρική τράπεζα ξανάγραψε το εγχειρίδιο λειτουργίας των κεντρικών τραπεζών, δανείζοντας απ’ ευθείας στις επιχειρήσεις. Πως θα αντιδράσουν για παράδειγμα οι οικονομίες όταν αποσυνδεθούν από τη μηχανική υποστήριξη, όταν δηλαδή τερματιστούν οι ποικίλες κρατικές χρηματοδοτήσεις και τα κάθε λογής κίνητρα και επιδοτήσεις από τον προϋπολογισμό; Πότε θα αρχίσουν να αυξάνονται τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών και τι συνέπειες θα έχει για τις επιχειρήσεις η έξοδός τους από τη μηδενική ζώνη (του λυκόφωτος);

Αρέσει σε %d bloggers: