Κερδίζοντας χρόνο, επίμετρο στο βιβλίο του Β. Στρεκ

cover-front-strek_webΕπίµετρο στο βιβλίο Κερδίζοντας χρόνο, η καθυστερημένη κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού του Βόλφγκανγκ Στρεκ (Εκδόσεις Τόπος, 2016)

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Καλύτερη συγκυρία δεν θα µπορούσε να βρεθεί για να εκδοθεί στα ελληνικά το ανά χείρας βιβλίο του Γερµανού µαρξιστή Βόλφγκανγκ Στρεκ. Από τη µία η κατάσταση κατατονίας και απογοήτευσης στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική Αριστερά µετά την υπογραφή, τον Αύγουστο του 2015, του τρίτου Μνηµονίου, και από την άλλη η αναµονή των αλυσιδωτών αντιδράσεων τις οποίες προκαλεί η κατάρρευση του πολιτικού συστήµατος των ΗΠΑ και είναι θέµα χρόνου να µεταφερθούν στο πολιτικό σύστηµα της Ευρώπης, προκαλώντας κλυδωνισµούς εφάµιλλους της κατάρρευσης της Λίµαν Μπράδερς, ανοίγουν ξανά τη συζήτηση για την κρίση του πολιτικού συστήµατος και θέτουν επί τάπητος το πρόγραµµα της Αριστεράς. Επιβάλλουν την επανεξέταση των πιο θεµελιωδών της θέσεων: για τη δυναµική ισορροπία πολιτικής-οικονοµίας, την εκπροσώπηση και τη συµµετοχή των λαϊκών στρωµάτων στην πολιτική ζωή και, τέλος, για τη σχέση εθνικού και διεθνούς. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάλυση του Στρεκ, γερά εδραιωµένη στην ευρωπαϊκή διανοητική παράδοση, σε γόνιµη επαφή µε ποικίλα ρεύµατα και –το σηµαντικότερο– χωρίς αγκυλώσεις και απαγορευµένες ζώνες στην κριτική, είναι πολύτιµη.

Η επικέντρωση στα «οικεία κακά», σε ένα βιβλίο το οποίο ασχολείται µε την τρέχουσα οικονοµική κρίση (παρέχοντας µάλιστα αναντικατάστατα εργαλεία για την κατανόηση της εξέλιξής της, όπως η θέση του Στρεκ ότι κάθε εφήµερη λύση δεν χρειάστηκε παρά µία δεκαετία για να µεταµορφωθεί σε πρόβληµα), δεν είναι αυθαίρετη. Ο ίδιος ο συγγραφέας, καθηγητής Κοινωνιολογίας µε βασικές σπουδές στο Πανεπιστήµιο της Φρανκφούρτης, σε όλη την έκταση του βιβλίου κινείται µε µια θαυµαστή άνεση µεταξύ της µορφής της δηµοκρατίας και του σύγχρονου καπιταλισµού, ανατέµνοντας τις σχέσεις αλληλεπίδρασης και διαπερνώντας έτσι τα τείχη που τις διαχωρίζουν στις φορµαλιστικές αναλύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, και ειδικά σε συγκυρίες όπως η σηµερινή, που αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόµενα, το πολιτικό διεκδικεί τη δική του θέση…

Από τον πλούτο των ιδεών που παρατίθενται στις σελίδες του βιβλίου σε τρεις, κατά τον γράφοντα, θέσεις, όπως αναπτύσσονται αντίστοιχα στα τρία πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, αξίζει µια ξεχωριστή αναφορά στον δηµόσιο διάλογο: η άποψή του Στρεκ για την κυριαρχία του κεφαλαίου επί της πολιτικής, η εκτίµησή του για την ανταγωνιστική σχέση δηµοκρατίας-καπιταλισµού και η ανάλυσή του για την ΕΕ ως όχηµα για τη φιλελευθεροποίηση του ευρωπαϊκού καπιταλισµού.

Το κεφάλαιο επιστρέφει

Κατά τον συγγραφέα, ο οποίος πριν από τη συνταξιοδότησή του το 2014 διετέλεσε διευθυντής του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ για τη Μελέτη των Κοινωνιών (1995-2014) και καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήµιο της Κολονίας, η Σχολή της Φρανκφούρτης αλλά και ένα ευρύτερο τµήµα της µαρξιστικής διανόησης της εποχής βρέθηκαν ανέτοιµοι να ερµηνεύσουν τη δοµική κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1970, γιατί προ πολλού είχαν δώσει τα πρωτεία στο πλαίσιο της ανάλυσής τους στην πολιτική επιστήµη, τη δηµοκρατική θεωρία, τη θεωρία της επικοινωνίας κ.ά., υποτιµώντας την πολιτική οικονοµία! Το πολιτικό σύστηµα και όχι το κεφάλαιο θεωρούνταν το κέντρο βάρους και η ατµοµηχανή της εξέλιξης.

∆εν είναι δύσκολο να εντοπιστούν οι αιτίες της πλάνης τους. Η απρόσκοπτη ανάπτυξη του µεταπολεµικού καπιταλισµού, που οδήγησε διανοούµενους και διεθνείς οργανισµούς να ανακοινώσουν το τέλος των κρίσεων, δεν µπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη τη µαρξιστική διανόηση, η οποία είχε από καιρό µάλιστα µεταφέρει την έδρα της στα πανεπιστήµια, µακριά από τις οργανώσεις της εργατικής τάξης και τους συλλογικούς φορείς της κοινωνίας. Τότε, τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η ανοδική φορά των οικονοµικών δεικτών δηµιουργούσε τις αυταπάτες µιας απρόσκοπτης ανόδου της κοινωνικής ευηµερίας, αποτελώντας το κόκκινο χαλί για την κατίσχυση των αυταπατών.

Σχεδόν µισό αιώνα αργότερα, η εγγενής δυναµική του κεφαλαίου θεω­ρήθηκε ξανά δευτερεύον θέµα. Η τάση του προς την αντίδραση (όπως συµπυκνώνεται στην απαίτηση µείωσης των µισθών ή την καταστροφή του περιβάλλοντος στις Σκουριές και το πρώην αεροδρόµιο του Ελληνικού) υποτιµήθηκε για µία ακόµη φορά. Ο ΣΥΡΙΖΑ, διεκδικώντας την ψήφο του ελληνικού λαού από το 2012 µέχρι και το 2015, καλλιεργούσε τη βεβαιό­τητα στους εργαζόµενους και τον κόσµο της Αριστεράς, πως ήταν απλώς και µόνο θέµα κυβερνητικής απόφασης και ευνοϊκής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας η ανατροπή της πολιτικής της λιτότητας ή η ακύρωση των µέτρων απορρύθµισης της αγοράς εργασίας. Απέκρυβε έτσι το σηµαντικότερο: ότι η περικοπή των δαπανών για την υγεία και την παιδεία, η µείωση των µισθών και η κατάργηση των συλλογικών συµβάσεων αποτελούσαν απαραίτητο όρο για την ανάταξη της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Στο έδαφος της πτώσης των κερδών και της εξάντλησης της δυναµικής που είχαν τροφοδοτήσει οι αθρόες χρηµατοδοτήσεις των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης, οι Ολυµπιακοί Αγώνες κ.ά., ένας νέος γύρος ταξικού πολέµου, απροκάλυπτου και όχι δι’ αντιπροσώπων, ήταν µονόδροµος για τον ΣΕΒ και τους τραπεζίτες, όπως αποκάλυπταν οι εκθέσεις τους πολλά χρόνια πριν ξεσπάσει η κρίση. Οι κυβερνήσεις του Γιώργου Παπανδρέου και του Αντώνη Σαµαρά τούτη τη βαθύτερη και ζωτική ανάγκη για έναν νέο γύρο διευρυµένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου εξέφραζαν όταν υπέγραφαν το ένα µνηµόνιο µετά το άλλο – πέραν της άµεσης ανάγκης διαχείρισης της εν εξελίξει κρίσης χρέους, ακυρώνοντας τις προγραµµατικές δεσµεύσεις τους κι επιλέγοντας να περάσουν στην πολιτική ανυποληψία, εφαρµόζοντας πολιτικές πρωτοφανούς για τα ευρωπαϊκά δεδοµένα και δρακόντειας λιτότητας.

Στον αντίποδα της κριτικής της πολιτικής της λιτότητας ως µιας ανόη­της ιδέας ανιστόρητων πολιτικών και δογµατικών καθηγητών, που αν κάτι χρειάζεται είναι να αντικρουστεί ως αναποτελεσµατική, ο συγγραφέας Mark Blyth στο εξαιρετικό βιβλίο του Λιτότητα, η ιστορία µιας επικίνδυνης ιδέας (Αθήνα: Pandora books, 2014) δεν παραλείπει να τη συνδέσει µε υλικά συµφέροντα, αφού πρώτα έχει αποδείξει πως η συµβολή της στην προώθηση της µείωσης του δηµόσιου χρέους µπορεί να συγκριθεί µε τη συµβολή της Χρυσής Ορδής των Μογγόλων στην προώθηση της ιππικής δεξιοτεχνίας στους Ολυµπιακούς Αγώνες: «Η εµµονή για την εφαρµογή της λιτότητας δεν είναι απλώς ιδεολογική, παρόλο που υπάρχει και αυτό το στοιχείο. Υπάρχουν και υλικοί λόγοι για τη συνεχιζόµενη εφαρµογή της λιτότητας, ιδίως στην Ευρώπη: η δηµιουργία χώρου στους ισολογισµούς των χωρών, σε περίπτωση που µια τράπεζα που είναι πολύ µεγάλη για να διασωθεί, καταρρεύσει» (σ. 324-325). Η λιτότητα, εποµένως, δεν είναι παρά η κυρίαρχη µορφή αντιµετώπισης της κρίσης, η συνταγή που επιλέγεται για να ξεπεραστεί η δοµική κρίση που κλυδωνίζει τις δυτικές κοινωνίες από το 1970, δηµιουργώντας σε πολύ αδρές γραµµές αλλεπάλληλες µεταστάσεις: από τη σφαίρα της παραγωγής υλικών και άυλων αγαθών, στον χρηµατοπιστωτικό τοµέα και από εκεί στα δηµόσια οικονοµικά, όπου το έγκληµα έγινε τέλειο µε τον λογαριασµό να µετακυλίεται στους εργαζόµενους και τους φορολογούµενους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την εποχή ακόµη που διεκδικούσε την ψήφο των αριστερών και όχι µόνο (ήταν δηλωτικές, για παράδειγµα, της µετέπειτα πορείας του οι εκκλήσεις σχηµατισµού κυβέρνησης εθνικής ενότητας από το 2013 και το 2014), περιόρισε και αφυδάτωσε µέχρι να διαστρέψει τελικά τον αγώνα κατά της λιτότητας, σε µια κοινοβουλευτική αντιπαράθεση κατά του ΠΑΣΟΚ, διεκδικώντας τα σκήπτρα στον παραδοσιακό χώρο της σοσιαλ­δηµοκρατίας, της Ν∆ και εναντίον της Μέρκελ. Το αποτέλεσµα αυτής της µάχης είχε κριθεί εποµένως πολύ πριν από τις 14 Αυγούστου 2015, όταν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υπέγραφε την τρίτη δανειακή σύµβαση µε τους πιστωτές (ύψους έως 86 δισ. ευρώ) και το τρίτο Μνηµόνιο, που αποδείχθηκε πιο επιβλαβές για τα κοινωνικά συµφέροντα από όλα τα προη­γούµενα. Προς επίρρωση, η ιδιωτικοποίηση του ΟΛΠ (από την κινεζική Κόσκο) των 14 περιφερειακών αεροδροµίων (από την κοινοπραξία της γερµανικής Φραπόρτ µε τον Όµιλο Κοπελούζου), του πρώην αεροδροµίου του Ελληνικού (από τον όµιλο Λάτση) και κορωνίδα όλων η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών τον ∆εκέµβρη του 2015, που σηµατοδότησε την οριστική απώλεια ελέγχου στο µετοχικό τους κεφάλαιο εκ µέρους του ∆ηµοσίου, µεταξύ πολλών άλλων που φέρνουν στην επιφάνεια τις κοινωνικές δυνάµεις που επέβαλαν την πολιτική της λιτότητας, τοποθετώντας εκ νέου τον χώρο της κυρίαρχης πολιτικής στην πραγµατική του θέση ως υπηρέτη των αστικών συµφερόντων. Η λαϊκή βούληση και ο ενθουσιασµός που συνόδευσαν τη νίκη του «Όχι» στο δηµοψήφισµα της 5ης Ιουλίου 2015, µε 61,3%, θεωρήθηκαν για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια βαρίδια.

Βλάπτει η δηµοκρατία

Η συνέχιση της πολιτικής της λιτότητας, όπως συνοψίζεται στην επιδίωξη πρωτογενών πλεονασµάτων του κρατικού προϋπολογισµού µέσω της αύξησης των φόρων και της µείωσης των συντάξεων, που επιφέρει νέους φόρους και περικοπές, δεν θα µπορούσε να υλοποιηθεί σε ένα πολιτικό περιβάλλον άνθησης της δηµοκρατίας και της λαϊκής συµµετοχής. «Ο νεο­φιλελευθερισµός είναι ασύµβατος µε ένα δηµοκρατικό κράτος», τονίζει ο συγγραφέας ανατρέποντας µε έναν πλούτο επιχειρηµάτων την κυρίαρχη θεωρία ότι η δηµοσιονοµική κρίση είναι αποτέλεσµα της υπερβολικής δηµοκρατίας, η οποία εκφράζεται µέσα από την υλοποίηση λαϊκών αιτηµάτων που οδηγούν στη δηµοσιονοµική υπερεπέκταση.

Αυτή η ακραία νεοφιλελεύθερη αντίληψη, που µπορεί να συνοψιστεί στη ρήση «η δηµοκρατία βλάπτει», ουκ ολίγες φορές αποτέλεσε οδηγό δράσης και αιτιολογική βάση το δεύτερο εξάµηνο του 2015 και το πρώτο εξάµηνο του 2016. Από τη µακρά αλυσίδα κοινοβουλευτικών πραξικοπηµάτων και συνταγµατικών παραβιάσεων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ξεχωρίζουν: Πρώτο, η ψήφιση τόσο του Μνηµονίου Τσίπρα στις 14 Αυγούστου 2015 όσο και των πολυνοµοσχεδίων µε τα οποία απελευθερώθηκε µέρος της δεύτερης δόσης τον Μάιο του 2015 µε τη διαδικασία του κατεπείγοντος στη Βουλή και πάντα την τελευταία στιγµή, χωρίς καν οι βουλευτές να έχουν τον χρόνο να διαβάσουν τι ψηφίζουν. «Η ιδιόρρυθµη αυτή κατάσταση ανάγκης καταβάλλεται προσπάθεια να επιβληθεί ως διαρ­κής κατάσταση contra constitutionem εξαίρεσης», έγραφε ο Γ. Κατρούγκαλος όταν το δίληµµα «Μνηµόνιο ή χρεοκοπία» το έθεταν ΠΑΣΟΚ και Ν∆ (Η κρίση και η έξοδος, Αθήνα: Α. Α. Λιβάνη, 2012). Και συµπλήρωνε αµέσως µετά: «Αποτελεί όρο υπεράσπισης του νοµικού και πολιτικού µας πολιτισµού η απόρριψη των θέσεων αυτών». Θέσεις τις οποίες στη συνέχεια εφάρµοσε µε µαχητικό τρόπο ο ίδιος από τη θέση του κορυ­φαίου υπουργού της κυβέρνησης Τσίπρα, πασχίζοντας να γίνει ο καλύτερος µνηµονιακός µαθητής και ας είχε καταγγείλει και στηλιτεύσει µόλις πριν από λίγους µήνες τις ίδιες αντιδηµοκρατικές µεθόδους, κάνοντας λόγο για «µνηµονια­κό παρακράτος».

Κορυφαία, ωστόσο, στιγµή του αντιδηµοκρατικού κατήφορου που συνόδευσε την αριστερή θεραπεία του σοκ ήταν ο «δηµοσιονοµικός κόφτης», ο οποίος ψηφίστηκε τον Μάιο του 2016. Η αλήθεια είναι πως η υιοθέτηση αυτόµατου µηχανισµού περικοπών, ο οποίος θα ενεργοποιείται σε περίπτωση αποκλίσεων από τους δηµοσιονοµικούς στόχους, προβλέφθηκε για πρώτη φορά στο ∆ηµοσιονοµικό Σύµφωνο που ψηφίστηκε τον Μάρτιο του 2012. Επιβλήθηκε από την ΕΕ. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ανέλαβε ωστόσο το πολιτικό κόστος να ψηφίσει νόµο βάσει του οποίου σε περίπτωση που δεν υλοποιείται ο στόχος του δηµοσιονοµικού πλεονάσµατος, θα εκδίδεται προε­δρικό διάταγµα που θα ανακοινώνει τις δηµοσιονοµικές περικοπές, χωρίς καν να ερωτηθεί η Βουλή ή να έχει άποψη για το τι θα κοπεί. Ο «δηµοσιο­νοµικός κόφτης» εγγυάται στους πιστωτές τη δυνατότητα της Ελλάδας να αποπληρώνει τις δανειακές της υποχρεώσεις στο διηνεκές. Η εγγύηση αυτή ωστόσο παρέχεται µε αντάλλαγµα την υποβάθµιση, για πολλοστή φορά, της νοµοθετικής εξουσίας, η οποία παρακάµπτεται και οδηγείται στην αχρηστία, γιατί πιθανά κρίνεται ως ευάλωτη και ευεπίφορη στις σειρήνες των λαϊκών ή «λαϊκίστικων» πιέσεων, προς επιβεβαίωση της θέσης του Jacques Ranciere, ότι «το σούσουρο για τους θανάσιµους κινδύνους του λαϊκισµού αποσκοπεί στη θεωρητική θεµελίωση της ιδέας ότι δεν έχουµε άλλη επιλογή» (Τι είναι λαός; Αθήνα: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2014).

∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ 1. Συµµετοχή στις εθνικές εκλογές
 1
 

Η διάψευση των προσδοκιών που δηµιούργησε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ µετά τη συµφωνία της 20ής Φεβρουαρίου 2015, για πρώτη φορά, και η στροφή 180 µοιρών της κυβέρνησης µετά το θεαµατικό αποτέλεσµα του δηµοψηφίσµατος οδήγησαν και στην Ελλάδα στο φαινόµενο που αναδεικνύει στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Βόλφγκανγκ Στρεκ: την εκλογική αποχή ως µια µορφή προφανώς παθητικής πολιτικής διαµαρτυρίας. Έτσι, στις εκλογές του Σεπτεµβρίου του 2015, η συµµετοχή έφτασε στο χαµηλό ποσοστό του 56,16%, καταγράφοντας αρνητικό ρεκόρ για τις τελευταίες δεκαετίες. Η σταθερή δε µείωση της συµµετοχής στις εθνικές εκλογές τα τελευταία 20 χρόνια, όπως φαίνεται στο διάγραµµα που παραθέτουµε, ακολουθεί πιστά τη σκλήρυνση της επίσηµης πολιτικής (µε κορυφή του παγόβουνου όλους τους πολιτικούς να καταδικάζουν τον… επάρατο πολιτικό κύκλο ως αιτία οικονοµικού πισωγυρίσµατος) προς επίρρωση της αρνητικής συσχέτισης της πολιτικής της λιτότητας µε τη δηµοκρατία. Φάνηκε έτσι ότι όπως η αύξηση της εργασιακής ανασφάλειας και η µείωση των µισθών (µε τον Νοέµβριο του 2015 να αποτελεί σηµείο τοµής, καθώς για πρώτη φορά ο µέσος µεικτός µισθός του ιδιωτικού τοµέα υποχώρησε κάτω από τα 1.000 ευρώ για να διαµορφωθεί στα 974 ευρώ ή 792 καθαρά) δεν στρέφει τους εργαζόµενους στην επιλογή του αγώνα, έτσι και η κοινοβουλευτική διάψευση δεν οδηγεί στην απόρριψη του κοινοβουλευτισµού από τη σκοπιά της άµεσης έστω και όχι κατ’ ανάγκην της εργατικής δηµοκρατίας, αλλά στην παθητικοποίηση, την απόσυρση και την εγκατάλειψη κάθε ελπίδας αλλαγής µέσω της ίδιας λαϊκής συµµετοχής, ακόµη και της πιο τυπικής και επετειακής, όπως είναι η ψήφος στις εκλογές.

Συστατικό στοιχείο των συµµαχιών της ελληνικής αστικής τάξης αποτελεί και η ταξικά µεροληπτική φορολογική πολιτική. Στην Ελλάδα, όµως, παρατηρείται ένα παράδοξο, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως. Πράγµατι, το ποσοστό της φορολογίας στο σύνολο του ΑΕΠ, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, είναι από τα χαµηλότερα στην Ευρώπη. Μπορούµε λοιπόν αδροµερώς να υποστηρίξουµε ότι «οι Έλληνες δεν πληρώνουν φόρους»; Μάλλον όχι, γιατί όσο περισσότερο αναλύουµε τη σύνθεση των φορολογικών εσόδων, τόσο πιο εµφανές γίνεται ότι το παραπάνω συµπέρασµα ταιριάζει σε µια µικρή µειοψηφία που απολαµβάνει υποδείγµατα φορολόγησης εξωτικού παραδείσου, ενώ η πλειονότητα εντάσσεται στο φορολογικό σύστηµα ακολουθώντας πρότυπα Σκανδιναβίας. Αξίζει να δούµε τρία παραδείγµατα.

Το πρώτο αφορά τους εταιρικούς φόρους. Η διαχρονική εξέλιξη της συµµετοχής των ανώνυµων εταιρειών στα φορολογικά έσοδα δεν απέχει καθόλου από το ευρωπαϊκό «κεκτηµένο». Εν ολίγοις, σταδιακή απόσυρση! Μάρτυρας η σταθερή µείωση των πραγµατικών φορολογικών συντελεστών από το 2010 έως το 2014 κατά 6,3% στην ΕΕ των 28 και 5,7% στην Ευρωζώνη των 19 κρατών-µελών. Ορίστε ποιος είναι ο φυσικός αυτουργός της τρέχουσας δηµοσιονοµικής κρίσης: οι ανώνυµες εταιρείες που µεταφέρουν στο κράτος την κρίση, πληρώνοντας όλο και λιγότερους φόρους. Ο ελληνικός ιδιωτικός τοµέας ωστόσο πλειοδοτεί σε «ευρωπαϊσµό». Κατά 20 (!) ποσοστιαίες µονάδες, στο ήµισυ, µειώθηκε ο φορολογικός συντελεστής των ανωνύµων εταιρειών στην Ελλάδα από το 2010 ως το 2012, όπως φαίνεται παραστατικά και στο διάγραµµα που παραθέτουµε. Η µειωµένη συµβολή των ΑΕ στη φορολογία στην Ελλάδα, σε σχέση µε την υπόλοιπη Ευρώπη, αντανακλάται επίσης και στο ποσοστό των εταιρικών φόρων στο ακαθάριστο προϊόν: 1,3% του ΑΕΠ ήταν οι εταιρικοί φόροι στην Ελλάδα το 2013, 2,5% στην ΕΕ και τη Γερµανία! (Πηγή: Taxation trends in the European Union, Eurostat Statistical Book, 2015 edition). Κυµαινόταν δηλαδή σε διπλάσια ποσοστά, προς διάψευση των κοινοτοπιών περί κρατικών εµποδίων που δυσχεραίνουν την τέχνη του επιχειρείν στην Ελλάδα. Στην Ευρώπη τα φορολογικά «εµπόδια» είναι µεγαλύτερα.

∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ 2.  Φορολογικός συντελεστής Ανώνυµων Εταιρειών
 2
Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων του υπουργείου Εσωτερικών.

Το δεύτερο παράδειγµα αφορά τους έµµεσους φόρους, οι οποίοι ανέκαθεν αποτελούσαν τον πιο ευαίσθητο δείκτη της προοδευτικότητας ενός φορολογικού συστήµατος. Έτσι, η υψηλή έµµεση φορολογία πρόδιδε δυσανάλογα σοβαρή επιβάρυνση των λαϊκών στρωµάτων προς όφελος της ελίτ, ακυρώνοντας την αρχή της αναλογικότητας του φόρου, ενώ αντιθέτως η χαµηλή έµµεση φορολογία δήλωνε την προστασία των χαµηλότερων εισοδηµατικών στρωµάτων από ένα είδος ισοπεδωτικού φόρου που επιβάλλεται ανεξάρτητα του ύψους του µισθού, της σύνταξης ή της περιουσίας. Στην Ελλάδα, το µερίδιο των έµµεσων φόρων στο ακαθάριστο προϊόν ανερχόταν το 2013 στο 13,4%, όταν στη Γερµανία έφτανε το 11%. Η έµµεση φορολογία των πολλών, εποµένως, έρχεται να καλύψει το κενό που δηµιουργεί η µειούµενη φορολογία των ανωνύµων εταιρειών. Μάλιστα, το βασικό χαρακτηριστικό των φόρων που πληρώνουν οι πολλοί (ότι δεν µπορούν να κρύψουν τα εισοδήµατά τους) ώθησε την ελληνική κυβέρνηση και τους πιστωτές να αυξήσουν την έµµεση φορολογία µε το Μνηµόνιο Τσίπρα. Ως αποτέλεσµα, τον Ιούνιο του 2016, και µε βάση στοιχεία της Γενικής Γραµµατείας ∆ηµόσιων Εσόδων, το 61% των φορολογικών εσόδων προήλθε από έµµεσους φόρους (και το 39% από άµεσους), όταν ένα χρόνο πριν, τον Ιούνιο του 2015, η συµµετοχή των έµµεσων φόρων ήταν 56% και των άµεσων 44%! Να σηµειωθεί δε πως, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του κρατικού προϋπολογισµού για το 2016, καµία µα καµία χρονιά από το 2010 δεν έφτασαν οι έµµεσοι φόροι σε τόσο υψηλά επίπεδα, της τάξης του 61%.

Το τρίτο, ακόµη πιο αποκρουστικό και προκλητικό παράδειγµα φορολογίας δύο ταχυτήτων αφορά τα προνόµια που απολαµβάνει ο σκληρός πυρήνας του βαθέος ελληνικού κράτους, που επιδεικνύει τροµερή αντοχή απέναντι σε κρίσεις και υφέσεις, µε την ανοχή µάλιστα της Τρόικας, η οποία φαίνεται ότι έµαθε πολύ γρήγορα τα «βρόµικα µυστικά» της ελληνικής ολιγαρχίας. Εν συντοµία: Τι απέγινε η δέσµευση του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα στις προγραµµατικές που ακολούθησαν την πρώτη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο του 2015 για πάταξη του λαθρεµπο­ρίου καυσίµων, όταν αποκάλυψε ότι το δηµόσιο χάνει σχεδόν 2 δισ. ευρώ ετησίως από το λαθρεµπόριο καυσίµων και τσιγάρων; Κι ενώ η συγκάλυψη του λαθρεµπορίου συνεχίζεται, στην Ελλάδα, µε βάση στοιχεία της Γιούροστατ, πληρώνουµε την τέταρτη ακριβότερη αµόλυβδη βενζίνη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, µε τα δύο τρίτα της τιµής της να αντιπροσωπεύουν φόρους. Ποια ήταν η τύχη των (αστικοδηµοκρατικού, ούτε καν αριστερού χαρακτήρα) δεσµεύσεων για τον διαχωρισµό Εκκλησίας-κράτους, που θα εξορθόλογιζε και το φεουδαλικό καθεστώς απαράµιλλης και θεσµοθετηµένης φοροαποφυγής της; Προφανώς πρυτάνευσε η δέσµευση για συνέχεια του κράτους, µε αποτέλεσµα στη …χριστιανική δηµοκρατία της Ελλάδας, εν µέσω δηµοσιονοµική κρίσης, ως φορολογούµενοι να πληρώνουµε περισσότερους ιερείς παρά γιατρούς. ∆εν είναι υπερβολή! Με βάση τα στοιχεία που δηµοσιεύονται στο Μητρώο Ανθρώπινου ∆υναµικού Ελληνικού ∆ηµοσίου, το 2015 οι ιερείς που πληρώναµε ανέρχονταν σε 9.298 και οι γιατροί του Εθνικού Συστήµατος Υγείας σε 7.271. Η επί της γης βασιλεία των ρασοφόρων παραµένει ακλόνητη ακόµη και αν στους γιατρούς του ΕΣΥ προσθέσουµε και τους µόλις 800 γιατρούς των Κέντρων Υγείας. Και σε ό,τι αφορά τη φορολογική ασυλία των εφοπλιστών; Στο απυρόβλητο παραµένουν τα προνόµια τους, καθώς η συνταγµατική ισχύς των σχετικών νόµων (2687/53, 89/67, 378/68, 27/75, 814/78 κ.ά.) και κυρίως η απροθυµία των κυβερνήσεων να εντάξουν την κατάργηση των επίµαχων νόµων σε κάποια συνταγµατική αναθεώρηση διαιωνίζουν το µόνιµο καθεστώς φορολογικής εξαίρεσης το οποίο ενθαρρύνει τις συνεχείς απαιτήσεις τους για µείωση των οργανικών συνθέσεων στα πλοία, η οποία τροφοδοτεί την ανεργία και αυξάνει την ανασφάλεια. Ειλικρινά δύσκολο να εξηγήσει κάποιος ότι τα οφέλη από τη φοροαποφυγή των εφοπλιστών µετατρέπονται σε νέες θέσεις εργασίας των ναυτικών.

Εν κατακλείδι, η εκτίµηση ότι οι Έλληνες δεν πληρώνουν φόρους δεν είναι καν η µισή αλήθεια, που ενίοτε αποτελεί πλάνη…

Η ελληνική περίπτωση κατά τα άλλα επιβεβαιώνει ότι η δηµοσιονοµική κρίση δεν είναι αποτέλεσµα της «πολλής δηµοκρατίας». Είναι σύµπτωµα της έλλειψης δηµοκρατίας. Ενώ η συνταγή που µε τόση ευκολία και άλλη τόση επιµονή χορηγεί η ΕΕ, µέσω της Τρόικας, οξύνει και την κρίση της δηµοκρατίας, µε την υφαρπαγή ψήφου και την εξαπάτηση των ψηφοφόρων να αναδεικνύονται σε µετεκλογική σταθερά του ελληνικού κοινοβουλευτισµού ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, αλλά και την κρίση χρέους που συνεχίζεται αµείωτη. Μάρτυρας η εκτίναξη του δηµόσιου χρέους στα 328,3 δισ. ευρώ τον Ιούλιο του 2016 (από 272,3 δισ. το 2009 και 321 το 2015), εξαιτίας της εκταµίευσης της δόσης ύψους 7,5 δισ. ευρώ τον Ιούνιο, η οποία κυρίως κατευθύνθηκε στην αποπληρωµή των οµολόγων του ελληνικού δηµοσίου που κατέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Για πολλοστή φορά µας δάνεισαν για να τους ξεπληρώσουµε το χρέος µε το κόστος να µεταφέρεται στις επόµενες γενιές και το όφελος να το καρπώνονται οι θεσµικοί πιστωτές, που αυθαίρετα εξαιρέθηκαν από το «κούρεµα» του 2012, όπως η ΕΚΤ.

ΕΕ, το ιδεώδες του Χάγιεκ

Η σπουδαιότερη συµβολή, ωστόσο, του Βόλφγκανγκ Στρεκ στο ανά χείρας βιβλίο αφορά την ιδεολογική απονοµιµοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Σταµατήστε να αναζητάτε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού την υλοποίη­ση του οράµατος του θεµελιωτή του νεοφιλελευθερισµού, Φρίντριχ φον Χάγιεκ, µη συνεχίζετε να αναπαράγετε µύθους που σκόρπισε αφειδώλευτα ο ελληνικός αστισµός περί ΕΕ – κοιτίδας και θεµατοφύλακα της δηµοκρατίας, συνεπικουρούµενος από µια παροιµιώδους ρηχότητας αριστερή σκέψη, ευρωκοµµουνιστικών καταβολών, που στη διεθνοποίηση του κεφαλαίου υπό την ηγεµονία της Γερµανίας βόλεψε και τις δικές του διεθνιστικές κατ’ όνοµα κοσµοπολίτικες στην πράξη επαγγελίες», είναι το µήνυµα και η αναντικατάστατη συνεισφορά του Στρεκ, στη συζήτηση που εκ των πραγµάτων ανοίγει.

Αποδεικνύοντας ο Στρεκ ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί την υλοποίη­ση του πιο πρωτόγονου φιλελεύθερου οράµατος για έναν κόσµο χωρίς «ενοχλητικές» πολιτικές παρεµβάσεις και άλλα «παρωχηµένα» εµπόδια στη δράση των αγορών, φέρνει στην επιφάνεια ένα φιλόδοξο ιδεολογικό ρεύµα στον µαρξισµό, το οποίο επιλέγει να συγκρουστεί µε τα «ιερά και τα όσια» της κυρίαρχης ιδεολογίας. ∆είχνει ότι ο συνεπής αντι-νεοφιλελευθερισµός (που δεν χρησιµοποιείται ως ιδεολογική και πολιτική φυγοδικία µπροστά στους σηµερινούς συσχετισµούς) δεν µπορεί παρά να στρέφεται κατά της ΕΕ, αµφισβητώντας τον γενετικό της κώδικα, και να θεωρεί ακόµη και αναφαίρετο δικαίωµα ενός κυρίαρχου κράτους τη νοµισµατική υποτίµηση, όπως τεκµηριώνει ο Στρεκ στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του. Είναι µια προβληµατική που τίθεται εξίσου καθαρά και από τον Γάλλο οικονοµολόγο Φρεντερίκ Λορντόν, ο οποίος χαρακτηρίζει το εγχείρηµα µετασχηµατισµού του ευρώ και την υπόθεση ενός «άλλου εφικτού ευρώ» ως «χίµαιρες που αφού διαδοχικά διαψεύδονται, δεν οδηγούν παρά σε αδιέξοδο και πολιτική αποκαρδίωση» (Φρεντερίκ Λορντόν, Σκοτώνουν τους Έλληνες, Αθήνα: Εκδ. Τόπος, 2016).

Στον αντίποδα αυτής της θέσης, απόψεις που άφηναν ανοιχτό στην πολιτική παρέµβαση τον προσανατολισµό της ΕΕ, διακηρύσσοντας ότι είναι απλώς θέµα εκλογικών αποτελεσµάτων και άσκησης πιέσεων, πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες της στροφής του ΣΥΡΙΖΑ. ∆εδοµένου δε ότι οι πιέσεις που µπορεί να ασκήσει η Ελλάδα, ακόµη κι αν υποθέσουµε ότι ήταν ανοιχτό το ενδεχόµενο της ρήξης, κάθε άλλο παρά συγκρίσιµες είναι µε αυτές που µπορεί να ασκήσει η Γερµανία… Ενδεικτικό της ευρω-σκλήρυνσης της ελληνικής διανόησης είναι το ακόλουθο απόσπασµα: «Οι όροι ένταξης και συµβίωσης είναι αντικείµενο διεκδίκησης και αποτέλεσµα διαπραγµάτευσης. Αυτό πολύ περισσότερο ισχύει στο πλαίσιο της ΕΕ και της Ευρωζώνης» (Γ. ∆ραγασάκης, «Από τα Μνηµόνια στην ανασυγκρότηση και τον ριζικό µετασχηµατισµό της ελληνικής κοινωνίας». Στο: Κυβέρνηση της Αριστεράς: ∆ρόµος για το µέλλον ή παρένθεση; Αθήνα: Τόπος, 2013). Η εξέλιξη των πραγµάτων το δραµατικό καλοκαίρι του 2015, όταν ο Γιουνκέρ δήλωσε δηµοσίως ότι «δεν υπάρχουν δηµοκρατικές επιλογές ενάντια στις ευρωπαϊκές συνθήκες» έδειξε όχι µόνο την ορθότητα της ανάλυσης του Στρεκ (που γράφτηκε το 2013), αλλά και τον προσχηµατικό χαρακτήρα της προεκλογικής αοριστολογίας του Γ. ∆ραγασάκη (που γράφτηκε τον ίδιο χρόνο…).

Το µεγάλο παράδοξο των ηµερών µας είναι ότι η προώθηση των σχεδίων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου και η αδιαµαρτύρητη αποδοχή των όρων που θέτουν οι πιστωτές στην Ελλάδα (για τα δηµοσιονοµικά, τις εργασιακές σχέσεις, τα κυριαρχικά δικαιώµατα κ.ά.) δεν αποµακρύνει την κρίση αλλά τη φέρνει πιο κοντά, πιθανότατα αλλάζοντας µορφή, προς επίρρωση της κεντρικής θέσης του Στρεκ, ότι κάθε υποτιθέµενη λύση που έως τώρα προκρίθηκε δεν άργησε να µετασχηµατιστεί σε πρόβληµα. Και δεν αναφερόµαστε στην πολυε­πίπεδη κοινωνική κρίση όπως βεβαιώνεται από την αύξηση της ανεργίας (από 9,6% το 2009 σε 24,9% το 2015), την επέκταση της φτώχειας (αύξηση του ποσοστού των ατόµων που ζουν µε υλικές στερήσεις από 23% το 2009 σε 39,9% το 2015), την επιδείνωση της κατάστασης υγείας του πληθυσµού (44,3% του πληθυσµού να δηλώνει καλή κατάσταση υγείας το 2015, από 51,3% το 2009) και την ανατροπή του ισοζυγίου γεννήσεων-θανάτων (από πλεονασµατικό κατά 9.617 το 2009 σε ελλειµµατικό κατά 28.801 το 2015).

∆ΙΑΓΡΑΜΜΑ 3.  Πρόβλεψη αύξησης του ΑΕΠ στις χώρες του ΟΟΣΑ και σε χώρες µη µέλη του ΟΟΣΑ

 3
Πηγή: OECD, Policy Challenges for the next 50 years, July 2014, No 9, Policy paper

Αλλά στην αδυναµία του καπιταλισµού να εξασφαλίσει συνθήκες διευ­ρυµένης αναπαραγωγής, µε όλες τις προβλέψεις να προδικάζουν ότι η µεγέθυνση του µέλλοντος θα είναι σαθρή, αναιµική και κυρίως κοινωνικά αντιδραστική, χωρίς δηλαδή να παράγει «κοινωνικό µέρισµα», όπως συνέβαινε µε τη µεταπολεµική ανάπτυξη που αύξανε το βιοτικό επίπεδο τουλάχιστον στη δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Εκ των πλέον έγκυρων µαρτύρων ο ΟΟΣΑ, που σε πρόσφατη έκθεσή του (Policy Challenges for the next 50 years, July 2014, No 9, Policy paper) πρόβλεψε ότι η µεγέθυνση τα επόµενα πενήντα χρόνια, όπως φαίνεται στο σχετικό διάγραµµα, θα είναι ασθενική και θα βαίνει διαρκώς µειούµενη…

Αύγουστος 2016

Υπερχρέωση και λιτότητα η ανταμοιβή στον καλό μαθητή Τσίπρα

 

 

359Σανό περιελάμβανε το μενού στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Σανό για πρωινό, σανό για μεσημεριανό, σανό και για βραδινό, σανό και την ώρα του καφέ αντί για βουτήματα. Σανό έτρωγαν οι σύνεδροι από την πρώτη στιγμή που πάτησαν το πόδι τους στο χώρο του Τάε Κβο Ντο, σανό τους τάισε και ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας με την ομιλία του που κήρυξε την έναρξη των εργασιών του 2ου συνεδρίου του κόμματος.  Κι αυτοί το απολάμβαναν, ζητώντας κι άλλο σανό… Μα επιτέλους, πόσο σανό μπορεί να φάει ένας ΣΥΡΙΖΑίος;

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

«Και η δεύτερη αξιολόγηση θα κλείσει στην ώρα της και θα είναι λιγότερο δύσκολη από την πρώτη, ταυτόχρονα θα κλείσουν και τα μέτρα απομείωσης του χρέους. Ταυτόχρονα θα μπούμε και στην ποσοτική χαλάρωση», ήταν τα λόγια του Τσίπρα.

Και οι τέσσερις διαβεβαιώσεις που περιλαμβάνονται στην παραπάνω δήλωση είναι ψέματα. Είναι κούφια λόγια που ήθελαν να ακούσουν οι σανοφάγοι σύνεδροι του ΣΥΡΙΖΑ και τους τα πρόσφερε χωρίς καμία ντροπή ο αρχηγός τους κι ας ήξερε ότι δεν χρειάζεται καν το πλήρωμα του χρόνου για να αποδειχθούν κατάφωρα ψεύδη.

Η δεύτερη αξιολόγηση που ξεκινάει στις 18 Οκτωβρίου θα ήταν ευχής έργο για την κυβέρνηση να τελειώσει στις 7 Νοεμβρίου 2016 που είναι η προγραμματισμένη συνεδρίαση της Ευρωομάδας. Ποτέ ωστόσο στο παρελθόν μια διαπραγμάτευση δεν έχει κλείσει τόσο γρήγορα. Γιατί τώρα να κλείσει στην ώρα της;

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι πως κανείς εκτός από την κυβέρνηση και τους δανειστές δεν έχει όφελος από το έγκαιρο κλείσιμο της διαπραγμάτευσης λόγω των καυτών θεμάτων που περιλαμβάνει η ατζέντα της. Συγκεκριμένα, 33 προαπαιτούμενα περιέχονται στη νέα αξιολόγηση που η υλοποίησή τους θα σηματοδοτήσει την επιδείνωση της κοινωνικής θέσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας, την κατάργηση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, το ταχύτερο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και νέο πλήγμα στην εθνική ανεξαρτησία.

Μεταξύ άλλων περιλαμβάνει: την αναθεώρηση των εργασιακών σχέσεων (με διευκόλυνση των ομαδικών απολύσεων, κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, νέο συνδικαλιστικό νόμο που θα ευνοεί τον εργοδοτικό αυταρχισμό, κ.α.), ορισμό Διοικητικού Συμβουλίου στο υπερταμείο αποκρατικοποιήσεων, την κατάθεση Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος όπου θα ενταχθεί κι η αναδιάρθρωση των ειδικών μισθολογίων, «απελευθέρωση» επαγγελμάτων όπως του μηχανικού στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης αντίληψης ότι η ανάπτυξη της οικονομίας προϋποθέτει την απορρύθμιση της αγοράς προϊόντων και εργασίας, χωρίς βέβαια κανείς εκ των εισηγητών αυτής της άποψης είτε προέρχεται από τη ΝΔ είτε από το ΣΥΡΙΖΑ να εξηγήσει πόσο βοήθησαν την ανάπτυξη της οικονομίας από το 2010 μέχρι σήμερα οι αλλεπάλληλες «απελευθερώσεις» των λεγόμενων κλειστών επαγγελμάτων…

Μπορεί δηλαδή, μέχρι στιγμής πάντα, η επικείμενη αξιολόγηση να μην περιέχει φορολογικά μέτρα αλλά είναι μια ακόμη αξιολόγηση που θα εδραιώσει περαιτέρω το καθεστώς της χρεοκρατίας στην Ελλάδα. Υπ’ αυτό το πρίσμα ο Τσίπρας και οι δανειστές δικαίως εύχονται να τελειώσει όσο το δυνατό γρηγορότερα η αξιολόγηση, για να πληρώσουν το ελάχιστο δυνατό πολιτικό κόστος. Απλώς τα συμφέροντα τους δεν συμπίπτουν με τα συμφέροντα της κοινωνίας που εξυπηρετούνται καλύτερα, ακόμη και τώρα, από ένα ναυάγιο στις διαπραγματεύσεις.

Κατάφωρο ψέμα ήταν και η τρίτη διαβεβαίωση του πρωθυπουργού ότι «ταυτόχρονα θα κλείσουν και τα μέτρα απομείωσης του χρέους». Το τι και πότε ακριβώς θα γίνει για την απομείωση του χρέους έχει συμφωνηθεί και υπογραφεί στις 26 Μαΐου 2016, στο πλαίσιο της ευρωομάδας, όπου προβλέπεται μία διευθέτηση σε τρεις χρονικούς ορίζοντες: Βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Συμφωνήθηκε λοιπόν κατά λέξη και …κατ’ Αλέξη: «Βραχυπρόθεσμα, η Ευρωομάδα συμφωνεί σε ένα πρώτο σύνολο μέτρων τα οποία θα εφαρμοστούν μετά το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης και ως το τέλος του προγράμματος και τα οποία περιλαμβάνουν: εξομάλυνση του προφίλ αποπληρωμών στο ΕΤΧΣ υπό την τρέχουσα σταθμισμένη μέση ωρίμανση, χρήση των διαφοροποιημένων στρατηγικών χρηματοδότησης του ΕΤΧΣ/ΕΜΣ για την μείωση του κινδύνου από τα επιτόκια χωρίς τη δημιουργία οποιουδήποτε επιπλέον κόστους για τις χώρες του πρώτου προγράμματος, κ.α.».

Ορίζεται λοιπόν ρητά και κατηγορηματικά (και σε αυτό το κείμενο υπέγραψαν οι ΣΥΡΙΖΑίοι) ότι τα βραχυπρόθεσμα μέτρα θα ληφθούν μέχρι το τέλος του προγράμματος. Το τρίτο χρηματοδοτικό πρόγραμμα που επίσημα ξεκίνησε στις 19 Αυγούστου 2015, τυπικά τελειώνει στις 20 Αυγούστου 2018.

Δεν είναι ωστόσο μόνο πώς οι πιστωτές δεν έχουν κανένα λόγο να βιαστούν για να υλοποιήσουν μια δέσμευσή τους που έχει χρονικό ορίζοντα ως τις 20 Αυγούστου 2018.

Βαραίνει επίσης και το γεγονός ότι Γερμανία, Γαλλία και Ολλανδία επ’ ουδενί δε θέλουν να συζητήσουν στα κοινοβούλιά τους μια αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, ακόμη κι αν δε συνοδεύεται από κόστη, εξ αιτίας των εκλογών που έχουν το 2017 και της στενής πίεσης που ασκούν τα ακροδεξιά κόμματα. Σε αυτό το πλαίσιο είχε δίκιο ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Γ. Δραγασάκης όταν είχε τονίσει πρόσφατα στη Βουλή πως δεν αναμένεται απόφαση για το χρέος πριν το 2018, όσο κι αν το είπε για να εκθέσει το Μαξίμου με το οποίο οι σχέσεις του είναι διαταραγμένες.

Ωστόσο, και αντίθετα με το κλίμα προσδοκιών που καλλιεργεί η κυβέρνηση, οι αξιώσεις του ΔΝΤ περιπλέκουν τις εξελίξεις. Ειδικότερα, η απαίτησή του για μέτρα μείωσης του χρέους ακόμη και κούρεμα της ονομαστικής του αξίας (ενδεχόμενο που έχει αποκλειστεί κατηγορηματικά απ’ όλες τις αποφάσεις που έχουν λάβει οι Ευρωπαίοι σε συνόδους κορυφής, ευρωομάδες, κ.α.) ως όρο για τη συμμετοχή του στο τρίτο πρόγραμμα δεν επιτρέπει εύκολες αποφάσεις. Το χειρότερο για τους εργαζόμενους στην Ελλάδα είναι ότι καθιστά πιο ασφυκτικές τις πιέσεις για τη λήψη εναλλακτικών μέτρων που θα καταστήσουν περιττό το κούρεμα του χρέους. Δηλαδή, νέα ακόμη πιο άγρια μέτρα λιτότητας!

Αξίζει να εξετάσουμε επί της ουσίας το σκεπτικό του ΔΝΤ, που πολλοί στην κυβέρνηση πιστεύουν μες στην αφέλειά τους ότι ευνοεί τα ελληνικά αιτήματα. Το ΔΝΤ χαρακτηρίζει ανεδαφικές τις προβλέψεις για πλεόνασμα ύψους 3,5% του ΑΕΠ και ισχυρίζεται ότι τέθηκαν μόνο και μόνο για να βγούν οι αριθμοί. Το ΔΝΤ, έχοντας από το 2010 δοκιμάσει όλα τα συμβατικά μέτρα για την τιθάσευση του χρέους τα οποία έχουν αποτύχει, τώρα στρέφεται εναντίον των Ευρωπαίων, ζητώντας τους να παραιτηθούν από μελλοντικές τους απαιτήσεις ώστε επιτέλους το χρέος να γίνει βιώσιμο – κατά τον ορισμό του πάντα, καθώς είναι δεδομένο ότι το χρέος της Ελλάδας απέναντι στο ίδιο το ΔΝΤ δεν κουρεύεται κατά κανένα τρόπο. Σε αυτό το πλαίσιο, που ζητούμενο είναι η πραγματική επίτευξη των πλεονασμάτων κι όχι η ανατροπή της λιτότητας ή το κούρεμα του χρέους, η συμμετοχή του Ταμείου στο πρόγραμμα θα εξασφαλιστεί αν το πλεόνασμα επιτευχθεί πραγματικά κι όχι μόνο στα χαρτιά.

Άμεση λύση υπόσχεται ο ΣΥΡΙΖΑ για να χρυσώσει το χάπι των νέων μέτρων που φέρνει η δεύτερη αξιολόγηση

Τούτων δοθέντων ένα τέταρτο μνημόνιο που θα δέσμευε τις ελληνικές κυβερνήσεις για 5-10 χρόνια ακόμη για περαιτέρω περικοπές, έναντι παγώματος των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα, μιας περαιτέρω επιμήκυνσης των αποπληρωμών πιθανά στα 40 έτη με την εφαρμογή της οροφής του 15% των μικτών χρηματοδοτικών αναγκών επί του ΑΕΠ, θα εμφανιζόταν ως η χρυσή τομή και προϊόν αμοιβαίων υποχωρήσεων, τόσο της «ευαίσθητης» κυβέρνησης όσο και του «άτεγκτου» Ταμείου. Ακρογωνιαίοι λίθοι αυτού του νέου μνημονίου θα είναι νέες μειώσεις σε συντάξεις με ορισμό οροφής πχ στα 1.200 ευρώ, περαιτέρω μείωση του αφορολόγητου στα 5.000 ευρώ που θα απογειώσει τα δημόσια έσοδα και θα οδηγήσει τη φτώχεια στα ύψη, η πλήρης ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, κ.α.

Πέραν αυτών, μια νέα ριζική αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους που θα συνοδεύεται από μνημόνιο, φαίνεται επιβεβλημένη για έναν όχι και τόσο προφανή λόγο, τον οποίο ευφυώς υπενθύμισε ο οικονομολόγος του Ινστιτούτου Μπρέγκελ Ζολτ Ντάρβας, μιλώντας στη Θεσσαλονίκη την Παρασκευή 14 Οκτωβρίου. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι η βιωσιμότητα του χρέους θα επιδεινωθεί αν η Ελλάδα επιστρέψει στις αγορές στο τέλος του προγράμματος, δηλαδή το καλοκαίρι του 2018. Εκτιμάει επομένως, και πολύ σωστά, ότι οι όροι υπό τους οποίους θα δανεισθεί η Ελλάδα, ακόμη και μετά από δύο χρόνια, θα είναι ασύμφοροι σε σχέση με τα επιτόκια του μηχανισμού, αυξάνοντας το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.

Η κυβέρνηση βέβαια δηλώνει έτοιμη να βγει στις αγορές ακόμη και την άνοιξη του 2017, υποτιμώντας τους όρους υπό τους οποίους θα δανειστεί, ενώ είναι βέβαιο ότι θα δανειστεί με όρους χειρότερους ακόμη κι από αυτούς που είχε δανειστεί ο Σαμαράς το 2014 (που ήταν χειρότεροι κι από τους όρους που δανείστηκε τελευταία φορά το ελληνικό δημόσιο το 2010). Θα το εμφανίσει ως μια ακόμη επιτυχία ενώ θα κάνει ακόμη λιγότερο βιώσιμο το χρέος, φέρνοντας πιο κοντά το τέταρτο μνημόνιο.

Στο τέταρτο μνημόνιο οδηγεί και η υπόσχεση ένταξης στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ το οποίο λήγει τον Μάρτιο του 2017 και στη συνέχεια πιθανότατα θα παραταθεί. Η Φρανκφούρτη ωστόσο έχει θέσει ως προϋπόθεση για την ένταξη στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων να βγει πρώτα η Ελλάδα στις αγορές, ενδεχόμενο απευκταίο με βάση τα προαναφερθέντα. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο αποκλείεται να συμβεί το 2016. Κι εδώ είπε ψέματα, επομένως ο Τσίπρας, για να χρυσώσει το χάπι του πακέτου των νέων προαπαιτούμενων που θα ψηφίσει…

Συμπερασματικά, η απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ να υποταχθεί στους δανειστές και να εφαρμόζει την πολιτική τους συνεχίζει να βυθίζει την Ελλάδα στο φαύλο κύκλο της λιτότητας και της υπερχρέωσης, που άνοιξαν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν την Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Περιττό καθιστούν το κούρεμα τα αντιλαϊκά μέτρα της αξιολόγησης

 

sapen-soimpleΠού συμφωνούν και που διαφωνούν Γερμανοί και Αμερικάνοι; Αυτό είναι το ερώτημα που διευκολύνει την κατανόηση της αντιπαράθεσης γύρω από την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους και, το σημαντικότερο, την αποκάλυψη των ορίων αυτής της αντιπαράθεσης.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Για να ερμηνευθεί η στάση του ΔΝΤ (οι όροι δηλαδή που θέτει για τη συμμετοχή του, αντίθετα με την ανεπιφύλακτη στάση του το 2010 και το 2012, όταν όλα αποφασίζονταν στο «παρά πέντε») πρέπει ταυτόχρονα με το ρόλο του ως αιχμή του δόρατος της επίθεσης του κεφαλαίου να έχουμε υπ’ όψη μας τον πολυμερή του χαρακτήρα και το πλαίσιο αρχών υπό το οποίο τυπικά λειτουργεί. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί ο χαρακτηρισμός του ελληνικού χρέους εκ μέρους του ως «εξαιρετικά μη βιώσιμου» όπως περιγράφεται σε προσχέδιο εγγράφου του που αποκαλύφθηκε από το Ρόιτερς στις 12 Απριλίου. Είναι ένα πλαίσιο που παραβιάστηκε κατ’ επανάληψη στο παρελθόν για να γίνει εφικτή η συμμετοχή του στη χρηματοδότηση της Ελλάδας, δείχνοντας ταυτόχρονα και το διακοσμητικό χαρακτήρα αυτού του πλαισίου, όταν για παράδειγμα δεν λήφθηκε υπ’ όψη ο αυστηρός όρος της εξασφάλισης βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους για να εγκριθεί η χρηματοδότηση των προηγούμενων προγραμμάτων ή όταν παραβιάστηκε ο όρος για το ανώτατο ύψος της χρηματοδότησης που μπορεί να λάβει μια χώρα. Οι κατ’ εξακολούθηση παραβιάσεις της εσωτερικής του νομιμότητας προκάλεσαν κλυδωνισμούς στο εσωτερικό του ΔΝΤ και όπως φαίνεται οδήγησαν στη δημιουργία ενός συνόλου αυστηρών οδηγιών τις οποίες οι εκπρόσωποι του ιμπεριαλιστικού οργανισμού ακολουθούν απαρέγκλιτα στο πλαίσιο των υπό εξέλιξη διαπραγματεύσεων. Σημαντικότερη εξ αυτών εκείνη που παραβιάστηκε κατάφωρα κι η εφαρμογή της εξασφαλίζει τη χρηματοοικονομική σταθερότητα του ίδιου του ΔΝΤ, ότι δηλαδή δεν θα καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος στην περίπτωση που η Ελλάδα εν προκειμένω προβεί – λόγω αδυναμίας έστω κι όχι πολιτικής βούλησης – σε στάση πληρωμών: η εξασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους.

Με τον όρο του ΔΝΤ για εξασφάλιση βιωσιμότητας του χρέους (που δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά τη δυνατότητα του δανειολήπτη να αποπληρώνει πλήρως κι εγκαίρως τα χρέη του) συμφωνεί πλήρως κι η Γερμανία. Η διαφορά έγκειται στο ότι το Τέταρτο Ράιχ δεν αντιμετωπίζει καμία αντιπολίτευση εντός της ΕΕ και μπορεί να αυθαιρετεί όσο θέλει χωρίς να λογοδοτεί επομένως δε χρειάζεται συναινέσεις, αντίθετα με τους Αμερικάνους στο ΔΝΤ. Επίσης, ότι η Γερμανία …επείγεται. Αντίθετα με το ΔΝΤ η ελληνική εκκρεμότητα πρώτα και κύρια απειλεί τη συνοχή της ΕΕ και τη σταθερότητα του ευρώ και δευτερευόντως απειλεί τη διεθνή οικονομική τάξη. Γι’ αυτόν το λόγο η Γερμανία προέβη στην υπογραφή του Μνημονίου Τσίπρα τον Αύγουστο του 2015 και την έγκριση δανείου έως 86 δισ. ευρώ, χωρίς τη συμμετοχή του ΔΝΤ που, τυπικά, ακόμη σκέφτεται αν θα ενταχθεί. Η σημασία που έχει η λύση του ελληνικού προβλήματος σήμερα επιτρέπει την παραπομπή των μακροπρόθεσμων προβλημάτων, στο απώτερο μέλλον. Η τρίτη διαφορά της ΕΕ με το ΔΝΤ περιστρέφεται γύρα από το κόστος της εξασφάλισης της βιωσιμότητας. Το Ταμείο έχοντας περιβάλει τα δικά του δάνεια με την ανώτερη δυνατή εξασφάλιση είναι ο τελευταίος που κινδυνεύει σε περίπτωση οργανωμένης διαγραφής μέρους του χρέους. Με βάση δε, το γράμμα των δανειακών συμφωνιών δεν κινδυνεύει καθόλου, αντίθετα με τα διμερή δάνεια που δόθηκαν στην Ελλάδα στο πλαίσιο της πρώτης δανειακής. Το ΔΝΤ επομένως μιλάει εκ του ασφαλούς. Καθόλου τυχαία στο παρελθόν δεν είχε αποκλείσει ακόμη και το ενδεχόμενο «κουρέματος» των δανείων του επίσημου τομέα (OSI, Official Sector Involvement), με τη σχετική συζήτηση να κλείνει, ως είθισται, από τα χείλη του γερμανού υπουργού Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, όταν είπε στον τότε υπουργό Οικονομικών, Γιάννη Στουρνάρα, «ξέχνα το Γιάννη», σύμφωνα με δηλώσεις του ίδιου του σημερινού κεντρικού τραπεζίτη στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς τον Ιανουάριο του 2014.

Οι ομοιότητες μεταξύ Γερμανών και ΔΝΤ έρχονται πιο εύκολα στην επιφάνεια αν εξετάσουμε το νήμα το οποίο συνδέει τα αντιλαϊκά μέτρα από τη μια και την ελάφρυνση του χρέους, από την άλλη. Δεν πρόκειται για ανεξάρτητα μεταξύ τους μεγέθη, όπως τα εμφανίζει συχνά η κυβέρνηση στο πλαίσιο του οπορτουνισμού της προσπαθώντας να δείξει ότι η πολιτική της διαθέτει και διεθνή ερείσματα! Ας το πούμε με δύο ακραία παραδείγματα: Αν αύριο ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ καταργούσαν κάθε είδους δαπάνη που κατευθύνεται στα υπουργεία Παιδείας, Υγείας και Εργασίας βελτιώνοντας το δημοσιονομικό αποτέλεσμα κατά 20 δισ. ευρώ (όσο ακριβώς είναι το άθροισμα αυτών των δαπανών στον κρατικό προϋπολογισμό), δε θα υπήρχε λόγος για συζήτηση περί ελάφρυνσης του χρέους, καθώς τα δημοσιονομικά πλεονάσματα θα εγγυούνταν την απρόσκοπτη αποπληρωμή του χρέους κι άρα τη βιωσιμότητά του. Αντίθετα, αν οι δημόσιες δαπάνες έμεναν στα επίπεδα του 2009 το ΔΝΤ θα έφευγε την ίδια μέρα. Επομένως, οι απαιτήσεις κι οι εκβιασμοί του ΔΝΤ μεταβάλλονται (προς διάψευση όσων επικρίνουν τον δογματισμό του) σε συνάρτηση με τα αντιλαϊκά μέτρα που είναι διατεθειμένη να λάβει η κυβέρνηση. Αυτό ακριβώς είναι το έδαφος στο οποίο θα συμφωνήσουν Γερμανοί, Ευρωπαίοι και κυβέρνηση. Η διευθύντρια του ΔΝΤ δήλωσε ξεκάθαρα σε συνέντευξη που έδωσε στο BBC ότι το ταμείο δεν επιμένει στο κούρεμα του χρέους, αλλά θεωρεί ότι χρειάζεται μια αναδιάρθρωση που μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους κι ανέφερε την παράταση των λήξεων, τη μείωση των επιτοκίων και την περίοδο χάριτος. Οι συγκεκριμένες εναλλακτικές περιγράφονται κατά λέξη στην ατιμωτική συμφωνία του Τσίπρα με τους δανειστές της 12ης Ιουλίου, όπου αναφέρεται: «Η Ευρωομάδα παραμένει έτοιμη να εξετάσει, εάν χρειαστεί, πιθανά πρόσθετα μέτρα (πιθανή παράταση των περιόδων χάριτος και αποπληρωμής), για να εξασφαλιστεί ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες παραμένουν σε βιώσιμα επίπεδα. Τα μέτρα αυτά θα εξαρτώνται από την πλήρη υλοποίηση των μέτρων τα οποία πρόκειται να συμφωνηθούν… και θα εξεταστούν μετά την πρώτη θετική ολοκλήρωση αξιολόγησης. Η σύνοδος κορυφής για το ευρώ τονίζει ότι δεν μπορούν να αναληφθούν απομειώσεις της ονομαστικής αξίας του χρέους»!!! Κι ας επαναλαμβάνουν με κάθε ευκαιρία ακόμη και γερμανικά ιδρύματα, όπως πρόσφατα το Ινστιτούτο Οικονομικών Μελετών του Μονάχου (Ifo) ΤΟ Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών του Βερολίνου (DIW) και το Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών του Χάλε (IWH) ότι το κούρεμα του ελληνικού χρέους είναι αναπόφευκτο.

Η επικείμενη συμφωνία για νέα περικοπές στο ασφαλιστικό και αύξηση της φορολογίας φέρνει ξανά το ΔΝΤ στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων

Στα σαφή όρια που θέτουν οι τρεις παραπάνω προτάσεις θα επέλθει η συμφωνία των πιστωτών με τελικό χαμένο τα δικαιώματα των εργαζομένων και της νεολαίας που θα συνθλιβούν με έναν νέο γύρο αντιλαϊκών μέτρων έτσι ώστε η αναδιάρθρωση να αρκεστεί στη μορφή των παραπάνω επιδερμικών μέτρων και να μην απαιτηθεί κούρεμα. Συγκεκριμένα, η αναδιάρθρωση θα λάβει πιθανότατα τη μορφή: Πρώτο, επιμήκυνσης της περιόδου αποπληρωμής ώστε από τα 31,7 χρόνια που είναι σήμερα να φτάσει ακόμη και τα 70 χρόνια, αυξάνοντας αναλογικά και τη διάρκεια της περιόδου επιτήρησης της ελληνικής οικονομίας. Δεύτερο, σταθεροποίηση των επιτοκίων μέσω της μετατροπής τους από κυμαινόμενα σε σταθερά ή ορισμός μιας οροφής έτσι ώστε η σίγουρη αύξηση των επιπέδων τους από την ΕΚΤ στο προσεχές μέλλον να μην παρασύρει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Τρίτο, ορισμός ενός ανώτατου  ύψους για τις δαπάνες χρηματοδότησης του χρέους στο επίπεδο του 15% του ΑΕΠ, με το 8% να αφορά πληρωμές δανείων του μηχανισμού και τόκων και το 7% να αφορά έντοκα γραμμάτια του δημοσίου ετήσιας ανώτατης διάρκειας και, τέταρτο, πιθανά μια περίοδος χάριτος που θα απομακρύνει μεν υποχρεώσεις των αμέσως επόμενων χρόνων θα τις μεταφέρει όμως στο απώτερο μέλλον.

Μάλιστα, η συμφωνία που επετεύχθη στην Ουάσινγκτον μεταξύ κυβέρνησης και πιστωτών για να επιστρέψουν από αύριο Δευτέρα οι εκπρόσωποί τους στην Αθήνα και να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις δείχνουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε όλες τις απαραίτητες εγγυήσεις για την αποφασιστικότητά του να ψηφίσει όσα αντιλαϊκά μέτρα απαιτηθούν, ώστε να ολοκληρωθεί η τρέχουσα αξιολόγηση. Κι όσο για τις διαφωνίες των τελευταίων μηνών ας μην τις παίρνουμε στα σοβαρά. Η αναγκαιότητα τους, από τη μεριά της κυβέρνησης, αποκαλύπτεται καλύτερα αν σκεφτούμε σε πόσο δύσκολη θέση θα ήταν οι πολιτικοί απατεώνες του ΣΥΡΙΖΑ αν έπρεπε να φέρουν τα μέτρα στη Βουλή υπό κανονικές συνθήκες και με το φως του ήλιου. Ο λαός θα συνειδητοποιούσε τι έρχεται και θα τους έριχνε. Αντίθετα, το πολιτικό κόστος που θα αναλάβουν θα είναι μικρότερο αν προσποιηθούν για μια ακόμη φορά ότι φέρνουν τα μέτρα στη Βουλή στο «παρά πέντε», «με το πιστόλι στον κρόταφο», παρά τη θέλησή τους και κλαίγοντας σαν μυξοπαρθένες, προκρίνοντας μάλιστα για την ψήφισή τους τις κατεπείγουσες διαδικασίες που χρησιμοποιήθηκαν και το καλοκαίρι του 2015 για την ψήφιση στη Βουλή του μνημονίου Τσίπρα. Τα μέτρα που θα έρθουν θα είναι τόσο αντιλαϊκά που το καθεστώς «έκτακτης ανάγκης» αποτελεί όρο εκ των ων ουκ άνευ για την ψήφισή τους.

Κοινώς, Τσακαλώτος, Κατρούγκαλος και Σταθάκης παίζουν θέατρο όταν προσποιούνται φεύγοντας από το Χίλτον ότι αντιστέκονται προσπαθώντας να εξαπατήσουν τους εργαζόμενους κι από τη θέση του θύτη να εμφανιστούν στη θέση του θύματος. Σε αυτό το θέατρο ενώ μεγεθύνουν τις διαφορές μεταξύ ΔΝΤ και ευρωπαίων πιστωτών αποκρύπτουν τα σημεία σύγκλισής τους. Το κάνουν δε εκ του πονηρού και για ίδιο όφελος επειδή ξέρουν ότι στο τέλος τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ θα ψηφίσουν τα αντιλαϊκά μέτρα και θα πληρώσουν το κόστος της νέας επαίσχυντης συμφωνίας με τους πιστωτές, καθώς δε θα τολμούν να εμφανιστούν σε δημόσιο χώρο.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν στις 17 Απριλίου 2016

Φορολογική λεηλασία και ύφεση φέρνει το κλείσιμο της αξιολόγησης

Greece's Prime Minister Alexis Tsipras, right, and Finance Minister Euclid Tsakalotos attend a parliament meeting in Athens, Thursday, July 16, 2015. Greece's Parliament has approved an austerity bill demanded by bailout creditors, despite a significant level of dissent from the governing leftist Syriza party. The bill to impose sweeping tax hikes and spending cuts was approved with the support of three pro-European opposition parties. (AP Photo/Thanassis Stavrakis)

Με το βλέμμα στραμμένο στις 22 Απριλίου οπότε συνεδριάζει το συμβούλιο υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης ξεκινά αύριο Δευτέρα 4 Απριλίου ο νέος γύρος διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές. Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να επιβάλει ένα νέο γύρω αντιλαϊκών μέτρων (με τα σημαντικότερα να έχουν ήδη οριστικοποιηθεί) με απώτερο στόχο το 2018 να εμφανίσει πλεονασματικό προϋπολογισμό και άμεσο στόχο να κλείσει όπως – όπως η αξιολόγηση, που θα επιτρέψει την εκταμίευση των χρημάτων που απαιτούνται για την πληρωμή των δόσεων του χρέους. Στόχος των πιστωτών και των πρόθυμων συνεργατών τους εντός είναι όλα να έχουν κλείσει στις επόμενες τρεις εβδομάδες!

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Τα νέα μέτρα θα αυξήσουν τη φτώχεια μεταξύ των χαμηλών εισοδημάτων κι όσων εξακολουθούν να εργάζονται και δεν πρόκειται να πλήξουν αποκλειστικά και μόνο τα υψηλά εισοδήματα όπως διαδίδουν οι ΣΥΡΙΖΑίοι προσπαθώντας να εξαπατήσουν τους ψηφοφόρους τους και την κοινωνία. Είναι ενδεικτική η πηγή προέλευσης των νέων επιβαρύνσεων ύψους 3% του ΑΕΠ ή 5,4 δισ. ευρώ, καθώς το 1% θα επέλθει από έμμεσους φόρους, 1% από την άμεση φορολογία και 1% από το ασφαλιστικό σύστημα. Νέοι έμμεσοι φόροι θεωρείται βέβαιο ότι θα επιβληθούν στα καύσιμα, παρότι η Ελλάδα έχει μια από τις βαρύτερες φορολογίες καυσίμων σε όλη την Ευρώπη, στην κινητή τηλεφωνία και τη συνδρομητική τηλεόραση, χωρίς να αποκλείεται να αυξηθεί κι ο χαμηλός φορολογικός συντελεστής που επιβαρύνει βιβλία κι εφημερίδες. Στο μέτωπο των άμεσων φόρων οι επιβαρύνσεις με την κλίμακα φορολόγησης θα ξεκινήσουν απ’ όσους έχουν ετήσιο εισόδημα άνω των 20.000 ευρώ, που απ’ ότι φαίνεται αποτελούν τα προνομιούχα στρώματα, σύμφωνα με ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Μόνιμη δε, θα γίνει και η έκτακτη κατά τ’ άλλα εισφορά αλληλεγγύης. Σε ό,τι αφορά το ασφαλιστικό με βάση δηλώσεις του υπουργού Οικονομίας, Γ. Σταθάκη, στο πλαίσιο τηλεοπτικής του συνέντευξης τα 2/3 θα έρθουν από αύξηση εισφορών και το 1/3 από περικοπές σε συνταξιούχους που χαρακτηρίζονται ρετιρέ, ανεξαρτήτως των πολύ υψηλών εισφορών που επί δεκαετίες κατέβαλλαν.

Τα νέα μέτρα είναι σίγουρο ότι θα καταφέρουν ένα συντριπτικό πλήγμα στην οικονομία, πέραν των συνεπειών που θα έχουν στην τσέπη των πολλών. Αντίθετα με τις κυβερνητικές υποσχέσεις ότι το πέρας της αξιολόγησης θα σηματοδοτήσει την έναρξη ενός κύκλου ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, η αλήθεια είναι πως το πέρας της αξιολόγησης θα σηματοδοτήσει ένα νέο κύκλος ύφεσης! Τα 5,4 δισ. ευρώ είναι πόροι που θα αφαιρεθούν από την αγορά για να ταΐσουν τους πιστωτές. Δηλαδή ακόμη και μία πιθανότητα να υπήρχε να ξεπεραστεί η χρόνια και βαθιά ύφεση της οικονομίας τους επόμενους μήνες τα νέα αντιλαϊκά μέτρα που φέρνουν η ξεφτιλισμένη Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ και τα εθνίκια του καμένου θα αποτελέσουν το τελευταίο καρφί στο φέρετρό της, μιας και πρόκειται για εξ ορισμού υφεσιακά, αντιαναπτυξιακά μέτρα. Τα μέτρα που ψηφίζουν τώρα Τσίπρας – Τσακαλώτος είναι ακριβώς ίδιας ποιότητας με τα μέτρα που ψήφιζαν Παπανδρέου – Παπακωνσταντίνου το 2010 – 2011 και Σαμαράς – Χαρδούβελης το 2012, προκαλώντας την οργή των ΣΥΡΙΖΑίων, που τώρα μετατρέπονται σε χρυσή εφεδρεία της χρεοκρατίας. Το μόνο που διαφέρει είναι το περιτύλιγμα, που από πράσινο έγινε μπλε και τώρα ροζ…

ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ αποτελούν κακέκτυπο του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ και στην υποτέλεια, πέραν της ταξικής πολιτικής που εφαρμόζουν. Η παράδοση των κλειδιών στους πιστωτές στους πιο νευραλγικούς τομείς της οικονομίας είναι εξ ίσου ταπεινωτική με την επιλογή του ευρωλιγούρη υπουργού μπαλτά να ορίσει έναν Βέλγο διευθυντή του ελληνικού Φεστιβάλ, που έσπευσε να αφιερώσει το φετινό φεστιβάλ στον πολιτισμό της χώρας του, το Βέλγιο, αφού δήλωσε ότι δεν γνωρίζει και πολλά πράγματα από το σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό! Στο σχεδιασμό των αντιλαϊκών μεταρρυθμίσεων στη φορολογία για παράδειγμα τον πρώτο λόγο στο υπουργείο Οικονομικών έχουν Άγγλοι ειδικοί, που προφανώς ήρθαν για να μεταφέρουν στην διψασμένη να μάθει και να εφαρμόσει «πρώτη φορά Αριστερά» τα θατσερικά κατορθώματα. Να χαίρονται τους μέντορές τους! Ενώ, τη δομή του νέου υπερταμείου ιδιωτικοποιήσεων, που θα δώσει τα πάντα στους ιδιώτες, τη σχεδιάζουν Γάλλοι που θα έχουν ήδη καπαρώσει και τα φιλέτα της δημόσιας περιουσίας, εγκαινιάζοντας ένα νέο γύρο λεηλασίας της δημόσιας περιουσίας και αρπαχτής.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στην εφημερίδα Πριν στις 3 Απριλίου 2016

Αρχή αξιολόγησης και στο βάθος πολυνομοσχέδιο – σκούπα

tsakΗ διακαής επιθυμία της κυβέρνησης υλοποιήθηκε και οι εκπρόσωποι των πιστωτών ήρθαν στην Αθήνα για να ξεκινήσουν την αξιολόγηση παρότι μείζονα ζητήματα, όπως η συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, ακόμη δεν έχουν λυθεί. Η εκκίνηση ωστόσο της διαδικασίας αξιολόγησης επιταχύνει τις εξελίξεις τόσο εκτός της Αθήνας, στην κατεύθυνση άμβλυνσης των διαφορών μεταξύ Ευρωπαίων και ΔΝΤ, όσο κι εντός καθώς το τέλος των διαπραγματεύσεων θα επισφραγιστεί με ένα πολυνομοσχέδιο – σκούπα όπου θα συμπεριληφθούν όλα τα νέα αντιλαϊκά μέτρα.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μέχρι στιγμής τέσσερα είναι τα θέματα που θα μονοπωλήσουν τις συζητήσεις μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών: το δημοσιονομικό κενό, το φορολογικό, το συνταξιοδοτικό και τα κόκκινα δάνεια.

Για το δημοσιονομικό ζήτημα ο πήχης τέθηκε στα …ουράνια με το άρθρο που έγραψε ο Πολ Τόμσεν στην ιστοσελίδα του ΔΝΤ, όπου περιγράφηκαν και τα δεδομένα του προβλήματος. Εν ολίγοις, νέα μέτρα ύψους 9 δισ. ευρώ για να μπορέσει η Ελλάδα να εμφανίσει πρωτογενές πλεόνασμα το 2018. Η συζήτηση θα διεξαχθεί επί πραγματικών δεδομένων στο τέλος Μαρτίου, οπότε θα έχουν δημοσιοποιηθεί τα οριστικά στοιχεία για την εκτέλεση του προϋπολογισμού το 2015. Σε κάθε περίπτωση όμως η γραμμή της κυβέρνησης «τίποτε παραπάνω από τα μέτρα που περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο Τσίπρα» έχει ήδη σαρωθεί λόγω της επιδείνωσης που εμφανίζουν όλα τα μεγέθη του 2015, σε σχέση πάντα με τις ανθηρές προβλέψεις που διατυπώνονταν ένα χρόνο πριν. Συμφωνώντας επομένως η κυβέρνηση Τσίπρα στους στόχους του προγράμματος δε θα δυσκολευτεί να αποδεχθεί και τα νέα μέτρα, πιθανά στο μέσο των εκτιμήσεων ΔΝΤ κι ευρωπαίων (γύρω στα 7 δισ. ευρώ) παραβιάζοντας κι αυτές τις «κόκκινες γραμμές». Δε θα είναι άλλωστε η πρώτη φορά που εξαπατά τον ελληνικό λαό…

Ο ακριβής προσδιορισμός του «δημοσιονομικού κενού» θα ορίσει και την έκταση των αντιλαϊκών αλλαγών στη φορολογία και τις συντάξεις. Η «κόκκινη γραμμή» της κυβέρνησης (να μη θιγούν οι συντάξεις κάτω των 1.300 ευρώ) δεν πρόκειται να αντέξει ούτε μία εβδομάδα, καθώς οι περικοπές στις συντάξεις είναι η πιο εύκολη λύση για να εξοικονομηθούν επιπλέον χρήματα, πέραν των 14 δισ. ευρώ που έχουν μέχρι στιγμής εξοικονομηθεί από τις αντι-ασφαλιστικές παρεμβάσεις των προηγούμενων κυβερνήσεων. Θέμα χρόνου θεωρείται κι η ανακοίνωση περικοπών στις επικουρικές, από 10% το ελάχιστο μέχρι 30% το ανώτερο, που θα αιτιολογηθεί στη βάση του ελλείμματος που εμφανίζει το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης, τουλάχιστον 200 εκ. ευρώ κατ’ έτος από φέτος μέχρι και το 2018. Η δεύτερη εύκολη λύση είναι η φορολογία. Παρουσιάζει μάλιστα εξαιρετικό ενδιαφέρον το γεγονός ότι όλες οι προτάσεις που έχουν ρίξει στο τραπέζι οι δανειστές (μείωση έως και κατάργηση της έκπτωσης φόρου, αλλαγές στα φορολογικά κλιμάκια, κ.α.) πλήττουν όσους έχουν εισόδημα μεταξύ 7.000 και 25.000 ευρώ. Όσους δηλαδή ακόμη εξακολουθούν να εργάζονται. Αν ο εναπομείνας, μεταλλαγμένος ΣΥΡΙΖΑ θέλει να δείξει ότι είναι αριστερό κόμμα γιατί δε μεταφέρει τις επιβαρύνσεις στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια;

Ξεχωριστή σημασία έχουν οι αλλαγές που θα ζητήσουν οι πιστωτές στο καθεστώς μεταπώλησης από τις τράπεζες των κόκκινων δανείων. Οι πιστωτές, που από την πρώτη στιγμή εμφάνιζαν την πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ακόμη και με έκπτωση 70%, ως σωτηρία για τις τράπεζες τώρα θα επικαλεστούν την εξαΰλωση των τιμών των τραπεζικών μετοχών ως έναν επιπλέον λόγο για να καταργηθούν όποιοι περιορισμοί είχε θέσει η κυβέρνηση. Στο τέλος των διαπραγματεύσεων θα επιτραπεί το ξεπούλημα από τις τράπεζες κάθε είδους δανείου (επιχειρηματικού, καταναλωτικού και στεγαστικού ακόμη και πρώτης κατοικίας) ως το τελευταίο μέσο για τη διάσωσή τους ή ακόμη και για την αποφυγή της κατάσχεσης καταθέσεων, καθώς από 1 Ιανουαρίου 2016 έχει απαγορευτεί κάθε άλλη οδό ανακεφαλαιοποίησης των χρεοκοπημένων τραπεζών…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν στις 12 Μαρτίου 2016