Αλί Φαγιάντ (Χεζμπολάχ): Ήττα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή

Φως στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, από τη σκοπιά των δυνάμεων που αντιστέκονται στην αμερικανοκρατία και το σιωνισμό, έριξε ο Αλί Φαγιάντ, μάχιμος διανοούμενος και στέλεχος της Χεζμπολάχ, μιλώντας την Τετάρτη 5 Απριλίου στην αίθουσα του Ινστιτούτου Διεθνών Σπουδών της Παντείου στην Πλάκα. Θέμα της διάλεξής του ήταν «Θρησκεία και πολιτική στις διαμάχες Συρίας και Ιράκ».

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Κατά την άποψη του Αλί Φαγιάντ, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή πρέπει να ειδωθούν υπό το φως έξι πραγματικοτήτων.

Πρώτη απ’ όλες είναι η υποχώρηση που σημειώνουν τα αμερικανικά σχέδια στην περιοχή, μετά την αποτυχία του Ισραήλ στο Λίβανο και των ίδιων των ΗΠΑ στο Ιράκ. Ταυτόχρονα η εποχή του Τραμπ, παρότι είναι βέβαιο ότι θα αυξήσει τη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ, ακόμη δεν έχει διαμορφωθεί πλήρως.

Το δεύτερο γεγονός, σύμφωνα με τον λιβανέζο βουλευτή που διακρίνεται για την ικανότητα του να αναλύει τις εξελίξεις στην περιοχή, σχετίζεται με την αποτυχία της «αραβικής άνοιξης», καθώς η προσπάθεια εκδημοκρατισμού του αραβικού κόσμου κατέληξε σε χάος και ταραχές.

Σχετική με την αποτυχία της «αραβικής άνοιξης» είναι κι η αμφισβήτηση της ικανότητας των αραβικών κρατών να επιτελέσουν παραδοσιακές λειτουργίες. Το τρίτο δεδομένο επομένως αφορά στην κρίση νομιμοποίησης των αραβικών κρατών.

Μεταβατική περίοδος

Η τέταρτη πραγματικότητα σχετίζεται με τις πολεμικές διενέξεις και την παρατεταμένη αστάθεια, που επιτείνεται όσο η οδός των ειρηνικών μεταρρυθμίσεων παραμένει κλειστή. Το αποτέλεσμα είναι η Μέση Ανατολή να ζει μια μεταβατική περίοδος, η οποία είναι ασαφές πού θα καταλήξει.

Η πέμπτη δυναμική αφορά τη θρησκευτική παράμετρο. Εδώ υπάρχουν τρία ξεχωριστά ρεύματα. Ειδικότερα, για τον πανεπιστημιακό και συγγραφέα Αλί Φαγιάντ, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι που πατρονάρονται ανοιχτά από την Τουρκία μετά την ανατροπή του Μόρσι και τις εσωτερικές έριδες διέρχονται κρίση. Το σαλαφίτικο ρεύμα με εκπρόσωπο το Daesh, που στηρίζεται ποικιλοτρόπως από τη Σαουδική Αραβία, είναι θέμα χρόνου να ηττηθεί στρατιωτικά, δημιουργώντας τότε τεράστια προβλήματα ασφάλειας στην Ευρώπη και τις άλλες χώρες στις οποίες θα επιστρέψουν οι μαχητές του. Τέλος, υπάρχει και το ισλαμικό ρεύμα της αντίστασης, με κορυφαία εκπρόσωπο τη Χεζμπολάχ που αντιπαλεύει τόσο το Daesh όσο και το Ισραήλ. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα είναι η μετριοπάθεια, η πολιτική του δράση και οι συμμαχίες που ξεπερνούν τους θρησκευτικούς διαχωρισμούς. Εξέχουσα θέση του στην ατζέντα του έχει το Παλαιστινιακό. Σε ό,τι αφορά τη Συρία η Χεζμπολάχ αντιπαλεύει τόσο τα σχέδια διχοτόμησης όσο και το Daesh.

Τέλος, η έκτη παράμετρος που βοηθάει να αποκωδικοποιήσουμε τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή συνδέεται με το ψυχροπολεμικό κλίμα που επικρατεί στη Μέση Ανατολή. Ο Αλί Φαγιάντ, συγγραφέας του βιβλίου που κυκλοφορεί στα ελληνικά Εύθραυστα κράτη: το διακύβευμα της σταθερότητας στο Λίβανο και τον αραβικό κόσμο (εκδ. MADISA, Κέντρο Μελέτης και Αντιπληροφόρησης για τη Μέση Ανατολή) θύμισε ότι ανέκαθεν η Ουάσινγκτον θεωρούσε πως η οικοδόμηση της «Νέας Μέσης Ανατολής», κατά την προσφιλή της ορολογία, αποτελούσε προοίμιο για την οικοδόμηση ενός νέου διεθνούς συστήματος.

Δεν είναι θρησκευτική η διαμάχη!

Για τον Αλί Φαγιάντ, δύο είναι τα αντιτιθέμενα μπλοκ που έχουν διαμορφωθεί, παρά τις εσωτερικές τους αντιθέσεις, στη Μέση Ανατολή: Στη μια πλευρά βρίσκονται ΗΠΑ, Σαουδική Αραβία, Ισραήλ και Τουρκία. Στην άλλη Ρωσία, Ιράν, Συρία, Χεζμπολάχ και σε κάποιο βαθμό Ιράκ και Κίνα. Για τον Αλί Φαγιάντ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Λιβάνου, η Συριακή κρίση προκλήθηκε από τις ΗΠΑ με στόχο να διακόψουν τον διάδρομο που δημιουργήθηκε από το Ιράν μέχρι τη Μεσόγειο όταν η ανατροπή του Σουνίτικου Μπάαθ στο Ιράκ έφερε στην εξουσία το πλειοψηφικό ρεύμα των Σιιτών. ΗΠΑ και Ισραήλ δεν μπορούσαν να συμβιώσουν με μια τέτοια προοπτική. Δημιούργησαν λοιπόν την κρίση για να αποκτήσουν εκ νέου τον έλεγχο των συνόρων Ιράκ – Συρίας.

Ο Αλί Φαγιάντ επιχειρώντας να συμπυκνώσει τις προκλήσεις για τις δύο χώρες επισήμανε ότι για το Ιράκ το στοίχημα είναι ένα εθνικό σχέδιο κρατικής συγκρότησης που θα κλείσει το δρόμο στις έξωθεν παρεμβάσεις. Για τη Συρία το μεγαλύτερο διακύβευμα είναι η αποτροπή της Λιβανοποίησης και της διχοτόμησης.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Λιβανέζος αγωνιστής για να ανασκευάσει την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι κατά βάθος πρόκειται για μια διαμάχη μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών. «Πρόκειται για μια πολιτική, γεωπολιτική και στρατηγική διαμάχη, που εξελίσσεται σε μια περίοδο μεγάλων αλλαγών που ενδέχεται να διαρκέσουν ακόμη και μια δεκαετία. Οι συνέπειες δε, δεν πρόκειται να περιοριστούν στη Μέση Ανατολή», ήταν τα λόγια του…

Τέλος, απαντώντας σε ερώτηση για το ρόλο των Κούρδων, ο Αλί Φαγιάντ επέκρινε την καταπίεση και την καταστολή που υφίστανται με αποτέλεσμα να αναζητούν στήριξη από το εξωτερικό και τόνισε ότι οι Αμερικάνοι εκμεταλλεύονται τους Κούρδους ελλείψει επιχειρησιακής ικανότητας, ενώ οι Κούρδοι από τη μεριά τους συνεργάζονται με τους Αμερικάνους ελπίζοντας να τους βοηθήσουν στην πραγμάτωση των εθνικών τους σχεδίων. «Ας μην εκπλαγούμε αν δούμε στο τέλος τους Αμερικάνους να εγκαταλείπουν τους Κούρδους», είπε ο Α. Φαγιάντ.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα kommon

Συρία: Απασφαλίζοντας μια γεωπολιτική χειροβομβίδα (Nexus, Ιούλιος 2013)

syria-fightΕξέγερση, εμφύλιος, εισβολή ή περιφερειακός πόλεμος δι’ αντιπροσώπων;

Στην Ευρώπη, ο «αιώνας των επαναστάσεων», σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό Έρικ Χομπσμπάουμ, ξεκίνησε το 1917 με το τέλος του τσαρικού καθεστώτος στη Ρωσία και τη νίκη των Μπολσεβίκων. Τελείωσε δε, το 1989, όταν τα καθεστώτα που συγκρότησαν το ανατολικό μπλοκ κατέρρεαν ένα – ένα, υπό την μορφή του ντόμινο. Οι θυελλώδεις αλλαγές που συντελέστηκαν δεν άφησαν το αποτύπωμά τους μόνο στις ιδεολογικές και τις πολιτικές αναζητήσεις και συντεταγμένες, αλλά και στα σύνορα.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη 

Στην Μέση Ανατολή ο 20ος αιώνας ξεκίνησε, συμβατικά επίσης, το 1916 κι ενώ ήταν σε εξέλιξη ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος με την υπογραφή της συμφωνίας Σάικς – Πικό, βάσει της οποίας η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία μοίρασαν την Μέση Ανατολή. Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας στη Γαλλία «αναλογούσε» ο Λίβανος κι η παραλιακή ζώνη της Συρίας με την ηπειρωτική περιοχή φυσικά που εκτεινόταν στο εσωτερικό. Στην Αγγλία, μεταξύ άλλων, αναλογούσε το Ιράκ και η Παλαιστίνη. Από την λεία δεν μπορούσε να μείνει έξω η Ρωσία, τουλάχιστον στα σχέδια. Γιατί η είσοδος του «νέου αιώνα» έναν χρόνο αργότερα στην Ευρώπη, δεν είχε ως αποτέλεσμα μόνο να αποσυρθεί η Μόσχα από το μοίρασμα του τότε κόσμου αλλά και να αποκαλυφθεί η συγκεκριμένη συμφωνία, που προφανώς γινόταν ερήμην των λαών. Το «τέλος» του 20ου αιώνα στην Μέση Ανατολή, προς απογοήτευση των αισιόδοξων της ιστορίας, έχει ως πρωταγωνιστές πάλι τις ίδιες δυνάμεις: Την Αγγλία και τη Γαλλία που πρωταγωνίστησαν στις πυρετώδεις διαβουλεύσεις που διεξήχθησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον Μάιο, με επίκεντρο το εμπάργκο όπλων στους αντικαθεστωτικούς αντάρτες της Συρίας.

Η θέση του Φρανσουά Ολάντ και του Ντέιβιντ Κάμερον ήταν κατηγορηματική: Να αρθεί το εμπάργκο και να μπορούν στο εξής με κάθε νόμιμο τρόπο να εξοπλίζουν τους αντάρτες στο εσωτερικό της Συρίας. Οι σοβαρές αντιδράσεις που σημειώθηκαν (από την Αυστρία μεταξύ άλλων χωρών, με το επιχείρημα ότι έτσι θα κλιμακωθεί η σύγκρουση) παρακάμφθηκαν από τις παραδοσιακές αποικιακές δυνάμεις της Ευρώπης με το επιχείρημα ότι ακόμη κι αν δεν εξασφάλιζαν την τροποποίηση της υπάρχουσας απαγόρευσης, θα έθεταν βέτο στη συνέχιση του εμπάργκο κι έτσι κάλλιστα θα άνοιγε ο δρόμος για την μεταφορά οπλισμού στις στρατιωτικές δυνάμεις που μάχονταν το καθεστώς του Άσαντ. Το αποτέλεσμα ήταν να αρθεί το ευρωπαϊκό εμπάργκο όπλων προς τους Σύρους αντάρτες και πολύ σύντομα, στις 13 Ιουνίου, να ακολουθήσουν κι οι ΗΠΑ τους Ευρωπαίους επικαλούμενες την χρήση χημικών όπλων από το καθεστώς του  Άσαντ εναντίον αθώων πολιτών. Πρόκειται για μια κατηγορία που ουδέποτε αποδείχθηκε κι αποτελεί πρόκληση αν σκεφτούμε ότι δέκα χρόνια μετά την καταστροφική εισβολή στο Ιράκ η Ουάσινγκτον καλύπτει πίσω από τις ίδιες δικαιολογίες την επεκτατική, παρεμβατική της πολιτική. Τώρα μάλιστα ο Ομπάμα, που φαίνεται να ακολουθεί τα ίχνη του Μπους, δεν έχει καν μαζί του την αμερικάνικη κοινή γνώμη που (με μια πλειοψηφία 6 στους 10 στο πλαίσιο δημοσκόπησης των New York Times / CBS News που δημοσιεύτηκε στις 6 Ιουνίου) τάχθηκε ενάντια στο ενδεχόμενο ανάληψης από τη χώρα τους ηγετικού ρόλου μεταξύ άλλων κρατών στην επίλυση συγκρούσεων.

Στο εσωτερικό της ΕΕ, η αντιπαράθεση με πρωταγωνιστές την Γαλλία και την Αγγλία, ήρθε να οξύνει τα ερωτήματα που εγείρονται για τον χαρακτήρα της ένοπλης αντιπαράθεσης και της συνεχιζόμενης αιματοχυσίας στην Συρία, που την τελευταία διετία έχει προκαλέσει περισσότερους από 93.000 νεκρούς, ενώ έχει οδηγήσει στον ξεριζωμό περισσότερους από 1,5 εκ. Σύρους, σε ένα πληθυσμό 22,5 εκ. Το ερώτημα συγκεκριμένα σχετίζεται με το χαρακτήρα της σύγκρουσης, τουλάχιστον μέχρι τώρα: Πρόκειται για μια λαϊκή εξέγερση συνέχεια της αραβικής Άνοιξης που στις απαρχές της ταρακούνησε τις φιλο-αμερικανικές αραβικές κυβερνήσεις κι η οποία στρέφεται ενάντια σε ένα τυραννικό καθεστώς; Είναι ένας εμφύλιος πόλεμος μεταξύ διαφορετικών θρησκευτικών ομάδων που σε γενικές γραμμές έχει τη σουνίτικη καταπιεσμένη πλειοψηφία στην οποία ανήκουν τα τρία τέταρτα του πληθυσμού να στρέφεται εναντίον των Αλεβιτών, απ’ όπου προέρχεται κι η οικογένεια Άσαντ, οι οποίοι αποτελούν παρακλάδι των Σιιτών; Ή, εν τέλει η Συρία έχει μετατραπεί σε ένα πεδίο μαχών όπου ξένες δυνάμεις επιχειρούν να επιβεβαιώσουν την γεωπολιτική και οικονομική επιρροή τους;

Αραβική Άνοιξη

Το έναυσμα για την αμφισβήτηση του καθεστώτος του Άσαντ δόθηκε από την αραβική Άνοιξη, που ξεκίνησε από τις χώρες του Μαγκρέμπ και συγκεκριμένα την Τυνησία, όταν μέσα στην απόγνωσή του αυτοπυρπολήθηκε ένας πτυχιούχος πλανόδιος μικροπωλητής, για να επεκταθεί γρήγορα στην Μέση Ανατολή. Επί έναν σχεδόν χρόνο μαζικές ειρηνικές διαδηλώσεις χιλιάδων Σύρων πολιτών, όπου η επί δεκαετίες υπό διωγμό και απαγορευμένη Αριστερά διαδραμάτιζε ένα σημαντικό ρόλο, αντιμετωπίζονταν από το καθεστώς του Άσαντ με μια απίστευτη σκληρότητα, ακόμη και με τανκς, προκαλώντας τον θάνατο χιλιάδων πολιτών. Τα αιτήματα των διαδηλωτών, ειδικά όσο πέρναγε ο καιρός και κάθε διαδήλωση συνοδευόταν από δολοφονίες, μαζικές συλλήψεις και φρικτά βασανιστήρια στρέφονταν κυρίως κατά της απολυταρχίας κι ως κυρίαρχο είχαν να καταργηθεί το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που ισχύει εδώ και 48 ολόκληρα χρόνια, επιτρέποντας στο καθεστώς να έχει αναστείλει την ισχύ θεμελιωδών δημοκρατικών ελευθεριών.

Αυτή η «καθαρή» μορφή σύγκρουσης (αν μπορεί να υπάρχει στην πολιτική κάτι τέτοιο…) άρχισε να θολώνει από την εποχή που η αντίσταση στο εσωτερικό της Συρίας έπαψε να είναι ειρηνική και παθητική και άρχισε να εξοπλίζεται, σημειώνοντας μάλιστα μέχρι και τον Μάιο μια σταθερή προέλαση. Ο ένοπλος χαρακτήρας της αντίστασης στη Συρία, άλλαξε άρδην τις ισορροπίες στο εσωτερικό της, καθώς η ανάγκη εξοπλισμού της επέτρεψε σε όλες τις περιφερειακές και παγκόσμιες δυνάμεις να επιδοθούν σε μια κούρσα με επίδικο πίσω από τον εξοπλισμό των ανταρτών την διεύρυνση της δικής τους επιρροής.

Η δύναμη που ξεχώρισε ήταν το Κατάρ, ενδεχομένως γιατί ήταν κι η παρθενική του εμφάνιση σε ένα τέτοιο ρόλο, που μέχρι τώρα είχαμε συνηθίσει να τον διεκδικούν υπερδυνάμεις όπως Ρωσία, ΗΠΑ, κλπ. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν η πρώτη φορά που το μικροσκοπικό αυτό κρατίδιο του Κόλπου παρενέβη δραστήρια στον αραβικό κόσμο, επιχειρώντας να μεταπλάσει την τεράστια οικονομική ισχύ που του παρέχει η τρίτη θέση στην λίστα των χωρών του κόσμου με τα μεγαλύτερα κοιτάσματα αερίου σε διπλωματική επιρροή. Είχε υποστηρίξει εμφανώς για παράδειγμα και τους Αδελφούς Μουσουλμάνους της Αιγύπτου και το ισλαμικό κόμμα Αλ Νάχντα της Τυνησίας. Ωστόσο η περίπτωση της Συρίας ξεχωρίζει γιατί η παρέμβασή του ξεπέρασε αυτήν πολλών άλλων, μεγάλων χωρών. Ήταν τέτοιος ο ζήλος τον οποίο επέδειξε η πετρομοναρχία του Κατάρ για να αναδείξει την αντιπολίτευση σε διεθνές επίπεδο ώστε της άνοιξε ακόμη και πρεσβεία στα περίχωρα της Ντόχας. Μπορεί να μην έχουν την δυνατότητα να ανανεώνουν διαβατήρια ή να εξυπηρετούν στοιχειωδώς τους Σύρους του Κατάρ, παρόλα αυτά πρεσβεία διαθέτουν μετά μάλιστα από έναν μαραθώνιο πιέσεων στην Αραβική Ένωση (που απαρτίζεται από 22 μέλη) με στόχο να δώσει έδρα στην συριακή αντιπολίτευση. Στην ίδια την Συρία, με βάση δημοσιεύματα ευρωπαϊκών εφημερίδων, το Κατάρ έχει χρηματοδοτήσει τις αντάρτικες ομάδες με ποσά που αγγίζουν ακόμη και τα 3 δισ. δολάρια. Ο ηγέτης του Κατάρ 61χρονος σεΐχης Χαμάντ, που βρίσκεται στην εξουσία από το 1995 κι αφού πρώτα εκθρόνισε τον πατέρα του χρηματοδοτούσε με 50.000 δολάρια τον μήνα για ένα χρόνο κάθε λιποτάκτη του συριακού στρατού, με βάση πρωτοσέλιδο δημοσίευμα των Financial Times στις 17 Μαΐου, ενώ ο μισθός που έδωσε στους αντάρτες του Αλέπο τον Σεπτέμβριο του 2012 ήταν 150 ευρώ. Το Κατάρ επίσης, αναγνωρίστηκε κι ως ο πρωταγωνιστής στις αποστολές πολεμοφοδίων, σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης που ανακοίνωσε ότι μόνο μεταξύ Απριλίου και Μαρτίου 2012 έχει στείλει περισσότερες από 70 πτήσεις με πολεμικό υλικό, που έφθαναν στους αντάρτες μέσω της γειτονικής Τουρκίας.

Η τόσο τυπικά αραβική «πλημμυρίδα» υποστήριξης τμημάτων των ανταρτών από τα σουνίτικα καθεστώτα της Αραβίας ήταν που ενεργοποίησε τους συναγερμούς στην Δυτική Ευρώπη, εντείνοντας την ανησυχία μήπως οι δικές τους προσβάσεις στο πλαίσιο των ανταρτών τελικά περιθωριοποιηθούν. «Η βρετανική και γαλλική κίνηση δικαιολογείται για έναν ακόμη λόγο» έγραφαν σε εντιτόριαλ τους οι Financial Times στις 27 Μαΐου, σχολιάζοντας την πρότασή τους για κατάργηση του ευρωπαϊκού εμπάργκο στην αποστολή οπλισμού προς την συριακή αντιπολίτευση: «Θα ενδυναμώσει τους συντηρητικούς αντάρτες που μάχονται το καθεστώς του Άσαντ, στους οποίους ηγείται ο στρατηγός Σελίμ Ιντρίς, επικεφαλής του Ελεύθερου Συριακού Στρατού. Για μια χρονική περίοδο, μεγάλο μέρος του οπλισμού από το Κατάρ και την Σαουδική Αραβία κατευθύνθηκε στα χέρια στρατιωτικών μονάδων στη Συρία, που περιλαμβάνουν τζιχαντιστές, χωρίς ο στρατηγός Ιντρίς να έχει έλεγχο για το ποιός παραλαμβάνει τι. Μια προμήθεια όπλων απ’ ευθείας στον ίδιο από την Γαλλία και την Αγγλία μπορεί να ενδυναμώσει τη θέση του εντός της αντιπολίτευσης». Επομένως τα βρετανικά και γαλλικά όπλα στρέφονται κατά πρώτο λόγο εναντίον των Σαουδαράβων και Καταριανών και δευτερευόντως εναντίον του Άσαντ.

Διπλωματικές παρεμβάσεις στην αντιπολίτευση

Η προσπάθεια των Δυτικών να παρέμβουν στο πλαίσιο των ανταρτών δεν εξαντλήθηκε στον ανταγωνισμό με το Κατάρ για το ποιός θα προσφέρει περισσότερα όπλα. Εξ ίσου εργώδη προσπάθεια κατέβαλαν οι Δυτικοί προκειμένου να αλλάξουν, προς όφελος τους και σε βάρος των ισλαμικών οργανώσεων και των αράβων φονταμενταλιστών, και τους πολιτικούς συσχετισμούς, στο πλαίσιο της Συριακής Εθνικής Συμμαχίας, που συγκεντρώνει στους κόλπους της όλες τις πτέρυγες των πολέμιων του καθεστώτος του Άσαντ: Από ακραίους ισλαμιστές μέχρι την μαρξιστική Αριστερά. Η αντιπαράθεση για τον πολιτικό έλεγχο του κογκρέσου της αντιπολίτευσης κορυφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη τις τελευταίες μέρες του Μαΐου, όταν οι δυτικοί με την βοήθεια του πάντα πιστού Ριάντ επιχείρησαν να περιθωριοποιήσουν τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, που έχουν επί της ουσίας τον πολιτικό έλεγχο του σώματος. Έγραφε χαρακτηριστικά ο βρετανικός Economist την 1η Ιουνίου 2013, μεταφέροντας πολύ παραστατικά τον διπλωματικό πόλεμο που ήταν σε εξέλιξη: «Αγγλία, Γαλλία, Σαουδική Αραβία και Αμερική οι κύριοι υποστηρικτές της συμμαχίας που αποτελείται από 63 μέλη είχαν ζητήσει να διευρυνθεί, καθώς ηγεμονευόταν από το μπλοκ των Αδελφών Μουσουλμάνων και μια στενή τους συμμαχική δύναμη της οποίας ηγείται ένας επιχειρηματίας, ο Μουσταφά Σαμπάγκ, που αμφότεροι υποστηρίζονται από το Κατάρ. Αλλά μια πρόταση να δοθούν 20 επιπλέον θέσεις σε ένα φιλελεύθερο μπλοκ του οποίου ηγείται ο Μισέλ Κίλο, ένας βετεράνος διαφωνών χριστιανός κατέληξε σε σύγκρουση και τελικά επήλθε συμφωνία μόνο για 8 θέσεις. Δυτικοί διπλωμάτες υποστήριζαν ότι η διεύρυνση θα χάριζε στην συμμαχία περισσότερη αξιοπιστία». Με το τελευταίο προφανώς δεν εννοείται τίποτε άλλο παρά το χρίσμα της Δύσης. Αυτό δηλαδή που οι δυτικοί διπλωμάτες εννοούσαν ήταν πως χωρίς την διεύρυνση, που θα περιορίσει την επιρροή των Αδελφών Μουσουλμάνων …μην περιμένετε την υποστήριξη της Δύσης.

Αντικείμενο, τυπικά, της συνόδου που διοργανώθηκε στην Κωνσταντινούπολη ήταν η αντιπροσώπευση της Συμμαχίας στη σύνοδο υψηλού επιπέδου που προετοιμαζόταν να διεξαχθεί στην Γενεύη. Ειδικότερα αυτό που έπρεπε να αποφασιστεί ήταν κατά πόσο θα παραστεί η αντιπολίτευση στη σύνοδο της Γενεύης από τη στιγμή που έγινε σαφές ότι εκεί θα ήταν και η κυβέρνηση του Άσαντ. Προς διάψευση ελπίδων και σχεδίων ότι αντικείμενο της συνόδου θα ήταν η επόμενη μέρα του καθεστώτος του Άσαντ, αυτό που γινόταν σαφές όσο πλησίαζαν οι μέρες ήταν πως η επόμενη μέρα θα περιλαμβάνει τον Άσαντ, που ανατρέποντας όλα τα προγνωστικά επιβεβαίωσε την θέση του σε αυτή την μικρογραφία παγκόσμιου πολέμου που διεξάγεται στην Συρία, με απρόβλεπτο ως προς το παρόν τέλος. Η «μεγάλη επιστροφή» του Άσαντ, που είχε ως αποτέλεσμα να ακυρωθεί τελικά η προγραμματισμένη σύνοδος από τη στιγμή που η σπαρασσόμενη αντιπολίτευση αρνήθηκε να πάρει μέρος αντιδρώντας έτσι στην παρουσία της κυβέρνησης του Άσαντ, ήταν αποτέλεσμα τριών κυρίως εξελίξεων.

Παρέμβαση της Μόσχας

Αρχικά της αθρόας υποστήριξης που παρείχε στην Δαμασκό η Μόσχα, μέσω της αποστολής σύγχρονων αντι-αεροπορικών πυραυλικών συστημάτων S-300. Η Ρωσία, παρακάμπτοντας τις ηχηρές διαφωνίες Δυτικοευρωπαίων, Αμερικάνων και Ισραηλινών δεν όπλισε μόνο τον συριακό στρατό με ένα αποτελεσματικότατο όπλο, που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί αποκλειστικά και μόνο αμυντικό. Έδειξε ταυτόχρονα την αποφασιστικότητά της να απλώσει μια ομπρέλα προστασίας πάνω από το συριακό καθεστώς, όπως επιβεβαίωσαν στη συνέχεια κι οι συζητήσεις για την πώληση τουλάχιστον 10 μαχητικών αεροσκαφών MiG-29 M/M2, με απώτερο στόχο να μη χάσει το πιο φιλικό της καθεστώς στη Μέση Ανατολή, που μεταξύ άλλων της παρέχει και την ναυτική βάση στο λιμάνι της Ταρσούς που είναι κι η τελευταία βάση που έχει απομείνει στη Ρωσία, εκτός των εδαφών της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης.

Ένας δεύτερος παράγοντας που λειτούργησε καθοριστικά (και τίποτε παραπάνω) ώστε η ζυγαριά να γείρει υπέρ της Δαμασκού στην μάχη με τους αντάρτες τον Ιούνιο του 2013 ήταν η ενεργός εμπλοκή της λιβανέζικης αντιστασιακής οργάνωσης Χεζμπολάχ, στο πλευρό του κυβερνητικού στρατού της Συρίας. Η σκληρή μάχη που έδωσε σώμα με σώμα στην πόλη Κουσαΐρ, μόλις λίγα χιλιόμετρα βόρεια από τα λιβανέζικα σύνορα αποδείχθηκε στρατηγικής σημασίας όχι μόνο γιατί οδήγησε για πρώτη φορά τους αντάρτες σε μια σημαντική ήττα, που αποτέλεσε σημείο καμπής του πολέμου, αλλά επίσης επειδή ακύρωσε ένα σχέδιο διαμελισμού της Συρίας, ενώ ακόμη έκοψε και τις γραμμές εφοδιασμού τους. Η Χεζμπολάχ, που οδήγησε σε ατιμωτική ήττα τον ισραηλινό στρατό στον Λίβανο κατά τη διάρκεια του πολέμου των 33 ημερών το καλοκαίρι του 2006, τώρα πιστώνεται κι άλλη μια νίκη στο πλευρό του συριακού στρατού, που είχε ωστόσο ένα τεράστιο κόστος σε τρία μέτωπα. Χάνοντας δεκάδες άνδρες που σκοτώθηκαν στη Συρία, διακινδυνεύοντας ένα νέο εμφύλιο πόλεμο στον Λίβανο (όπως φάνηκε από τις περιορισμένες ανταλλαγές πυρών και τη ρίψη οβίδων στις νότιες γειτονιές της Βηρυτού που είναι το άνδρο της) και, τέλος, το κόστος που κατέλαβε αναφέρεται και στη ρήξη που επήλθε στους δεσμούς της με τον αραβικό ριζοσπαστισμό, από τη στιγμή που στρατεύτηκε δίπλα από το τυραννικό καθεστώς του Άσαντ. Παρόλα αυτά, η επιλογή της Χεζμπολάχ ήταν η καλύτερη δυνατή. Η παρέμβασή της στο πλευρό του Άσαντ απέτρεψε, ως προς το παρόν, το Ισραήλ από το να καταγράψει μια κρίσιμη νίκη. Οι αιτίες δε γι’ αυτή την συμπόρευση δευτερευόντως (κι εάν…) πρέπει να αναζητηθούν στους θρησκευτικούς δεσμούς που συνδέουν την σιιτική οργάνωση Χεζμπολάχ με το καθεστώς του Άσαντ. Καθαρά πολιτικοί ήταν οι λόγοι που οδήγησαν την αντίσταση του Λιβάνου να γίνει η αιχμή του δόρατος του Άσαντ, διασφαλίζοντας έτσι την δική της επιβίωση.

Ο κλοιός γύρω από την Χεζμπολάχ άρχισε να σφίγγει από τον Μάιο με αφορμή μια (ακόμη) πρόταση που κατατέθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την Αγγλία για να ενταχθεί στην λίστα με τις τρομοκρατικές οργανώσεις, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ. Ως αφορμή γι’ αυτό το αίτημα χρησιμοποιήθηκε η αιματηρή τρομοκρατική επίθεση που σημειώθηκε στην Βάρνα της Βουλγαρίας τον Ιούλιο του 2012 εναντίον Εβραίων τουριστών. Η εμπλοκή της Χεζμπολάχ ουδέποτε αποδείχθηκε. Επίσης, η νέα κυβέρνηση της Βουλγαρίας που αποτελείται από σοσιαλιστές, διαφοροποιήθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο από την προσπάθεια της προηγούμενης δεξιάς κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον πρώην μπράβο σε νυχτερινά μαγαζιά Μπόικο Μπορίσοφ να ενοχοποιήσει την λιβανέζικη αντιστασιακή οργάνωση. «Η Βουλγαρία δήλωσε την Τετάρτη ότι διέθετε μόνο μια ένδειξη πως η λιβανέζικη στρατιωτική οργάνωση Χεζμπολάχ μπορεί να βρισκόταν πίσω από την θανατηφόρα έκρηξη βόμβας τον προηγούμενο Ιούλιο κι ότι αυτό από μόνο του δεν δικαιολογούσε οποιαδήποτε απόφαση της ΕΕ να την εντάξει στην λίστα με τις τρομοκρατικές οργανώσεις» ανέφερε η International Herald Tribune στις 6 Ιουνίου. Συνέχιζε δε υπογραμμίζοντας τις αποστάσεις της τωρινής κυβέρνησης με την προηγούμενη, που ήταν τυφλό όργανο των Αμερικανών, όπως είχε φανεί κι από την απόφαση του Μπορίσοφ να τινάξει στον αέρα τα σχέδια των Ρώσων για τους αγωγούς: «Η νέα κυβέρνηση των σοσιαλιστών έκανε πίσω από τις κατηγορίες που είχε διατυπώσει η προηγούμενη κεντροδεξιά κυβέρνηση ότι η Χεζμπολάχ διεξήγαγε την επίθεση που προκάλεσε τον θάνατο πέντε Ισραηλινών και του βούλγαρου οδηγού τους». Η πίεση της Αγγλίας αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό λόγω πολύ πιθανά του ντόμινο που θα ξεκίναγε στον ίδιο τον πολύπαθο Λίβανο, όπου η Χεζμπολάχ συγκεντρώνει ένα διόλου ευκαταφρόνητο εκλογικό ποσοστό και συμμετέχει στην κυβέρνηση. Θέτοντας εκτός νόμου η ΕΕ την οργάνωση θα είναι θέμα χρόνου η πτώση της κυβέρνησης και η επανεμφάνιση των οικείων κακών στη χώρα των κέδρων, δηλαδή ενός νέου εμφύλιου πολέμου.

Την σοβαρότερη και πιο άμεση απειλή ωστόσο για την Χεζμπολάχ (και πλήθος μαχητικών παλαιστινιακών οργανώσεων όπως η Χαμάς που χρησιμοποιούν την Δαμασκό ως έδρα τους) αντιπροσωπεύει η πτώση του καθεστώτος του Άσαντ στη Συρία. Σε συγκερασμό δε με ένα παραπάνω από βέβαιο ενδεχόμενο κυριαρχίας στην μετα-Άσαντ εποχή οργανώσεων και κέντρων φιλικών προς την Δύση και το Ισραήλ, τότε οι δυνάμεις της αντίστασης θα βρίσκονταν σε ένα κλοιό θανάτου. Κι αυτός ο κίνδυνος δεν είναι καθόλου θεωρητικός. Στην Λιβύη για παράδειγμα, όπου η άγρια δολοφονία του Αμερικάνου πρέσβη τον Σεπτέμβρη του 2012 έφερε στην επιφάνεια μια κατάσταση διόλου αρεστή στους Αμερικάνους που έχει επιβληθεί μετά την δολοφονία του Καντάφι, παρόλα αυτά η εκπαίδευση της αστυνομίας περνάει στο ΝΑΤΟ. Οι Αμερικάνοι δηλαδή έχουν το «προνόμιο» να παρεμβαίνουν όταν κι όποτε αποφασίζουν, ακόμη και σε μια χώρα όπου το δικό τους σχέδιο για την επόμενη μέρα τινάχτηκε στον αέρα. «Προνόμιο» που προφανώς δεν διέθεταν επί Καντάφι…

Στη Συρία ωστόσο δεν απολαμβάνουν αυτή τη δυνατότητα παρότι το καθεστώς του Άσαντ δεν ήταν εχθρικό απέναντι στις ΗΠΑ, όπως πχ το Ιράν. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 συνεργάστηκε αρμονικά με τους Αμερικανούς και δεν αρνήθηκε να παραδώσει παλαιστίνιους καταζητούμενους. Παρόλα αυτά τόσο οι ΗΠΑ όσο κι ο μόνιμος ταραχοποιός της Μέσης Ανατολής, το Ισραήλ, που έχει τις υψηλότερες κατά κεφαλήν πολεμικές δαπάνες στον δυτικό κόσμο, ποτέ δεν συνεργάστηκαν πλήρως με το καθεστώς του Άσαντ. Γι’ αυτό τον λόγο αντιμετώπισαν την ένοπλη εξέγερση που ξεκίνησε στον απόηχο της αραβικής άνοιξης σαν μια πρώτης τάξης ευκαιρία για να παρέμβουν στην κατεύθυνση επιβολής μιας φιλικής τους κυβέρνησης πρακτόρων και συνεργατών. Ή, εναλλακτικά, να διασπάσουν την Συρία, όπως έκαναν με την Γιουγκοσλαβία και το Ιράκ. Εκεί αποσκοπούσαν για παράδειγμα οι βομβαρδισμοί του Ισραήλ στα περίχωρα της συριακής πρωτεύουσας στις 6 Μαΐου, χωρίς μάλιστα να είναι κι η πρώτη φορά.

Χέρι βοήθειας από την Χεζμπολάχ

Στη βάση όλων αυτών των εξελίξεων, δεν υπήρχε κανένα χρονικό περιθώριο για την Χεζμπολάχ αν ήθελε να μην βρεθεί μπροστά σε τετελεσμένα που ως κοινό γνώρισμα θα είχαν μια εκ βάθρων ανατροπή των συσχετισμών στην Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό κι αποφάσισε να πολεμήσει στην πόλη Κουσαΐρ. Δεν ήταν όμως η Χεζμπολάχ που ανέτρεψε την ισορροπία δυνάμεων εις βάρος των ανταρτών.

Η κλεψύδρα είχε γυρίσει ανάποδα από τη στιγμή που η σπίθα της αραβικής άνοιξης έσβησε ή καλύτερα συνετρίβη στις μυλόπετρες των γεωπολιτικών αντιθέσεων. Όταν συγκεκριμένα το κύμα της οργής ενάντια στον Άσαντ έχασε την αρχική δυναμική και την αυτοτέλειά του και κηδεμονεύτηκε από τις πετρομοναρχίες που προφανώς μες στην ανιδιοτέλειά τους θεωρούν το αγαθό της δημοκρατίας τόσο πολύτιμο ώστε προτιμούν να το χαρίζουν στους άλλους, στα γειτονικά κράτη, παρά στους λαούς τους… Κι αυτός είναι ο τρίτος παράγοντας που επέβαλε την αναπάντεχη επιστροφή του Άσαντ, όταν όλοι τον θεωρούσαν πολιτικά νεκρό. Ένα αντάρτικο που υποστηρίζεται από την ισραηλινή αεροπορία και τα αμέτρητα πετροδολάρια διεφθαρμένων και γραφικών σεΐχηδων που το μοναδικό όραμα το οποίο έχει να προσφέρει είναι σκηνές κανιβαλισμού και ατελείωτη θρησκευτική βία, όπως αυτή που μαίνεται στο γειτονικό Ιράκ μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών, τι κοινωνική αποδοχή να συναντήσει και ποια διεθνή ερείσματα να βρει στους λαούς άλλων χωρών;

Εν κατακλείδει ο πόλεμος στην Συρία, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές ήταν και συνέχεια της αραβικής άνοιξης και εμφύλιος και εισβολή ξένων δυνάμεων και ένας περιφερειακός πόλεμος δι’ αντιπροσώπων. Η τύχη του δε κρίθηκε από τη στιγμή που η σκυτάλη έφυγε από τα χέρια των πρωταγωνιστών της αραβικής Άνοιξης για να καταλήξει, μετά από πολλά, σε οργανώσεις χρηματοδοτούμενες από τα πιο σκοταδιστικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής και τον ιμπεριαλισμό. Η επαπειλούμενη σοβαρή εμπλοκή των ΗΠΑ, που δεν μπόρεσαν να αντέξουν τη νίκη της Χεζμπολάχ, με μια μορφή ανάμειξης άγνωστη όσο γράφονται αυτές οι γραμμές (παραμένοντας δηλαδή ανοιχτό αν θα προκρίνουν την ανακήρυξη ζωνών απαγόρευσης πτήσεων ή μόνο την εκπαίδευση από την CIA και τον εξοπλισμό των ανταρτών) θα σημάνει απότομη κλιμάκωση του πολέμου και νέα ποτάμια αίματος. Στο στρατόπεδο δε των αντιπάλων του Άσαντ, ισοδυναμεί με την οριστική και αμετάκλητη ηγεμονία των πιο επιθετικών κύκλων που εκφράζουν τα συμφέροντα της Νέας Τάξης Πραγμάτων.

Συνεχείς προκλήσεις Ισραήλ κατά του Λιβάνου (Επίκαιρα 12-18/8/2010)

Κακός οιωνός για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ήταν το πολεμικό επεισόδιο που ξέσπασε στα σύνορα του Λιβάνου με το Ισραήλ την Τρίτη 3 Αυγούστου οδηγώντας στο θάνατο έναν ισραηλινό αντισυνταγματάρχη κι από τη μεριά του Λιβάνου δύο στρατιώτες κι ένα δημοσιογράφο. Η φονική ανταλλαγή πυρών που ξέσπασε με ευθύνη του Ισραήλ αποτέλεσε ένα ακόμη επεισόδιο σε μια μακρά αλυσίδα ανησυχητικών εξελίξεων που συμβαίνουν τις τελευταίες λίγες εβδομάδες τα οποία υπογραμμίζουν ότι μια νέα ανάφλεξη είναι προ των πυλών της Μέσης Ανατολής.

Το πυρ που διέταξαν οι λιβανέζικες ένοπλες δυνάμεις, με αφορμή την παραβίαση των συνόρων τους κατά την προσπάθεια των ισραηλινών να κόψουν κάποια δένδρα που περιόριζαν το οπτικό πεδίο στις κάμερες παρακολούθησης, αποτέλεσε κατ’ αρχήν έκπληξη. Όχι γιατί μια τέτοια απόφαση ήταν αδικαιολόγητη. Οι κυανόκρανοι του ΟΗΕ, που ερωτήθηκαν, απάντησαν στο Ισραήλ να περιμένει και να μην προχωρήσει στην κοπή των δένδρων που είχε ζητήσει σε ένα κατεχόμενο κομμάτι γης, το οποίο έχει αποσπάσει με τη βία από τον Λίβανο, σύμφωνα με δηλώσεις αξιωματούχων του ΟΗΕ. Ενώ, πριν εκτοξευθούν τα θανατηφόρα πυρά είχαν γίνει προειδοποιητικές βολές και οι σχετικές προειδοποιήσεις. Τα πυρά των λιβανέζων στρατιωτών επομένως ήταν δικαιολογημένα και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η πολιτική ηγεσία επικρότησε τη στάση του στρατού. Πολύ ενδεικτικά ο πρόεδρος της χώρας, Μισέλ Σουλεϊμάν δήλωσε ότι έδωσε οδηγίες στους αξιωματικούς «να αντιμετωπίσουν κάθε παραβίαση των εδαφών του Λιβάνου ή εναντίον του λαού και του στρατού μας χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα μέσα και με οποιαδήποτε θυσίες χρειασθούν». Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρωθυπουργός, Σάαντ Χαρίρι, που προχώρησε σε διεθνείς επαφές, σύμφωνα με την Wall Street Journal της επομένης, εξετάζοντας «τρόπους αντιμετώπισης της ισραηλινής επιθετικότητας».

Η έκπληξη προερχόταν από το γεγονός ότι για πρώτη φορά η υπόθεση της υπεράσπισης της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας του Λιβάνου γινόταν υπόθεση του εθνικού στρατού του! Από την αντίσταση ενάντια στην ισραηλινή κατοχή του νοτίου τμήματος της χώρας που έληξε νικηφόρα το 2000 με την ταπεινωτική αποχώρηση του ισραηλινού στρατού κατοχής, λόγω του τεράστιου κόστους που κατέβαλε, μέχρι τον πόλεμο των 34 ημερών το καλοκαίρι του 2006, η διαφύλαξη των συνόρων του Λιβάνου ανέκαθεν ήταν υπόθεση των σιιτών της Χεζμπολάχ και των συμμάχων της. Στον πόλεμο του 2006 ο εθνικός στρατός δεν είχε ρίξει ούτε μία σφαίρα!

Τώρα όμως οι όροι αντιστράφηκαν. Σε τέτοιο βαθμό ώστε κατά την προγραμματισμένη και επετειακή (με αφορμή την λήξη του πρόσφατου πολέμου) ομιλία του, που πραγματοποιήθηκε λίγες ώρες μετά το επεισόδιο στα σύνορα, ο ηγέτης της Χεζμπολάχ, σεΐχης Χασάν Νασράλα να δηλώσει ότι «η αντίσταση προστατεύει το στρατό κι ο στρατός την αντίσταση». Ο ηγέτης της Χεζμπολάχ δήλωσε επίσης ότι «οι άνδρες μας βρίσκονταν στο πεδίο της μάχης κατά μήκος των συνόρων αλλά είχαν διαταχθεί να δείξουν αυτοσυγκράτηση».

Μια πρώτη ερμηνεία για την προθυμία που έδειξε η πολιτική ελίτ του Λιβάνου να αναλάβει επιτέλους τις ευθύνες που της αναλογούν σχετίζεται με τον κίνδυνο που εκπροσωπεί η Χεζμπολάχ. Το συμπέρασμα από τον πόλεμο του 2006 και την αντίσταση στην κατοχή του νοτίου Λιβάνου είναι ότι η χώρα δεν πρόκειται να μείνει απροστάτευτη. Η Χεζμπολάχ κι άλλες ένοπλες σιτικές οργανώσεις έχουν τον εξοπλισμό και την εμπειρία να αποκρούσουν μια ισραηλινή επίθεση. Το αντίτιμο που πλήρωσε όμως το κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα του Λιβάνου ήταν η απογείωση του κύρους της σιιτικής οργάνωσης, που έπαψε να αποτελεί μια θρησκευτική σέχτα κι αίφνης μετατράπηκε σε δύναμη που εγγυάται την εδαφική κυριαρχία και την ενότητα της χώρας. Για να μην δει για άλλη μια φορά τα κύρος του να καταβυθίζεται επομένως προς όφελος της Χεζμπολάχ, ο πολιτικός κόσμος του Λιβάνου ανέλαβε να σηκώσει αυτή τη φορά το γάντι που πέταξαν οι Ισραηλινοί. Δεν είναι όμως μόνο αυτό.

Τα ίδια τα διακυβεύματα πλέουν έχουν γίνει πολύ περισσότερα. Έως πρόσφατα το Ισραήλ, που χαρακτηρίζεται εχθρικό κράτος στο σύνταγμα του Λιβάνου, έχει αποσπάσει με τη βία πολλές εκτάσεις από το Λίβανο κατά μήκος των κοινών τους συνόρων, τις οποίες επιχειρεί να ενσωματώσει στα δικά του γεωγραφικά σύνορα. Η επιθετικότητά του όμως πλέον ξεφεύγει από τα γήινα όρια κι επεκτείνεται στα χωρικά ύδατα. Αφορμή αποτέλεσε η ανακάλυψη ανοιχτά του Ισραήλ και του Λιβάνου ενός γιγαντιαίου κοιτάσματος φυσικού αερίου (Λεβιάθαν το χαρακτήριζαν οι Financial Times σε δημοσίευμά τους στις 17 – 18 Ιούλη) που περιλαμβάνει 16 τρισ. κυβικά πόδια αερίου. Η θαλάσσια περιοχή όπου βρίσκεται το κοίτασμα είναι αντίκρυ τόσο του Ισραήλ όσο και του Λιβάνου, όπως βεβαιώνεται από μια απλή ματιά που μπορεί να ρίξει κανείς στους χάρτες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Παρόλα αυτά το Ισραήλ κατά παράβαση κάθε διεθνούς πρακτικής και νομιμότητας τοποθέτησε μια σειρά από σημαδούρες κατά μήκος δύο μιλίων, επικαλούμενο λόγους ασφαλείας, ορίζοντας έτσι μονομερώς τα χωρικά ύδατα του. Στόχος του φυσικά ήταν μόνο και μόνο να αποκλείσει κάθε πιθανή εκμετάλλευση των κοιτασμάτων από το Λίβανο. Δείχνοντας τις προθέσεις του Ισραήλ, ο υπουργός Υποδομών της χώρας, Ουζί Λαντάου, δήλωσε στα μέσα Αυγούστου ότι το εβραϊκό κράτος «δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει ακόμη και στρατιωτική δύναμη» για να υπερασπίσει τα κοιτάσματα αερίου.

Η προκλητικότητα του Ισραήλ έχει εξοργίσει τον πολιτικό κόσμο του Λιβάνου που βλέπει τον κίνδυνο να χάσει μέσα από τα χέρια του μια μοναδική στην ιστορία ευκαιρία για να ανορθώσει τα υπό κατάρρευση δημόσια οικονομικά του (με χρέος ύψους 50 δισ. δολ. που αγγίζει το 150% του ΑΕΠ) και να εξασφαλίσει την ενεργειακή του αυτονομία. Η δήλωση σε αυτό το πλαίσιο, από τη Συρία μάλιστα, του σιίτη προέδρου της λιβανέζικης Βουλής, ότι «ο στρατός ο λαός και η αντίσταση του Λιβάνου είναι έτοιμοι να αναχαιτίσουν κάθε προσπάθεια κλοπής των φυσικών τους πόρων» κάθε άλλο παρά τυχαία ή μεμονωμένη ήταν. Αντανακλούσε την αυξημένη ένταση που υπάρχει στις σχέσεις των δύο χωρών, με ευθύνη φυσικά του Ισραήλ.

Στην βάση όλων των παραπάνω το πολεμικό επεισόδιο της προηγούμενης Τρίτης έφερε στην επιφάνεια την υφιστάμενη όξυνση. Το Ισραήλ δε, το προκάλεσε θέλοντας έτσι κατά πάσα πιθανότητα να ελέγξει τα αντανακλαστικά των γειτόνων του και να δει κατά πόσο η διάθεση του πολιτικού κόσμου να διεκδικήσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα περιορίζεται μόνο σε δηλώσεις, όπως συνηθίζεται στη Μέση Ανατολή. Ήταν ένας έλεγχος αντιδράσεων που θύμιζε, τηρουμένων όλων των αναλογιών, τον έλεγχο που έκανε η Γεωργία στα αντανακλαστικά της Ρωσίας με την επέμβαση στη νότια Οσετία, με δραματικά αποτελέσματα.

Επιπλέον, η επιθετικότητα του Ισραήλ κατά του Λιβάνου μπορεί να ενταχθεί στα μέτρα προετοιμασίας και επίσπευσης της ειλημμένης απόφασης βομβαρδισμού των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν. Το εβραϊκό κράτος δεν αποκλείεται να προκαλέσει ένα νέο πόλεμο με το Λίβανο και τη Χεζμπολάχ προκειμένου να εξουδετερώσει το οπλοστάσιό τους, αποκλείοντας έτσι πιθανά μέτρα εκδίκησης και αντιπερισπασμού σε περίπτωση επίθεσης στο Ιράν. Ήδη άλλωστε το ξήλωμα του κατασκοπευτικού του δικτύου στη χώρα των Κέδρων, με αφορμή τις αλλεπάλληλες συλλήψεις λιβανέζων αξιωματούχων που δούλευαν για λογαριασμό του εβραϊκού κράτους, η τελευταία από τις οποίες συνέβη μόλις λίγες μέρες πριν το αιματηρό επεισόδιο, αδυνατίζει τις θέσεις του Ισραήλ στη γειτονική χώρα κι αυξάνει την οργή του.

Η αυξημένη ανησυχία που υπάρχει στη Μέση Ανατολή για ένα νέο πόλεμο μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου οδήγησε την προτελευταία μέρα του Ιούλη τον πρόεδρο της Συρίας, Μπασάρ αλ Άσαντ, και τον βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας, Αμπντάλα, στη Βηρυτό όπου συναντήθηκαν με τον πρόεδρο του Λιβάνου, σε μια εμφανή προσπάθεια να εκτονώσουν την κλιμακούμενη ένταση. Ωστόσο, η δήλωση του σύρου προέδρου λίγες μέρες μετά ότι «αυξάνονται οι πιθανότητες ενός πολέμου στην περιοχή» και κατά βάθος οι συνεχείς προκλήσεις του Ισραήλ, λιγοστεύουν τις πιθανότητες εκτόνωσης της κρίσης.

Γάζα: χίλιες και μία νύχτες… πόνου κι ελπίδας (Πριν 29 Μαρτίου 2010)

Μόνη της η Γάζα, όπως συμβαίνει όλα τα τελευταία χρόνια, τίμησε στις 14 Μάρτη την συμπλήρωση χιλίων ημερών από την έναρξη του δολοφονικού εμπάργκο που κήρυξε το Ισραήλ για να το υιοθετήσουν στη συνέχεια όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις: Από τις ΗΠΑ και την ΕΕ μέχρι τη Ρωσία. Ο αποκλεισμός της Γάζας, που ισοδυναμεί με συλλογική τιμωρία ενός ολόκληρου λαού, επειδή ψήφισε τη Χαμάς στις καθόλα νόμιμες και δημοκρατικές εκλογές, είχε ως αποτέλεσμα 3.500 επιχειρήσεις και μικροβιοτεχνίες να βάλουν λουκέτο, η ανεργία να έχει σκαρφαλώσει στο 80%, το μέσο καθημερινό εισόδημα των Παλαιστινίων να φθάνει τα 2 δολ., το 50% των παιδιών να υποφέρουν από υποσιτισμό και αναιμία και 500 άνθρωποι μέχρι στιγμής, ένας κάθε δεύτερη μέρα, να πεθαίνει λόγω έλλειψης φαρμάκων και παντελούς ανυπαρξίας των πιο απλών υποδομών υγείας – με μοναδική εξαίρεση το έργο ανθρωπιστικών οργανώσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο η διεθνής καμπάνια Ένα καράβι για τη Γάζα που ανοίγει… πανιά στο τέλος Απρίλη με απώτερο στόχο να σπάσει έστω και για μια στιγμή το δολοφονικό αποκλεισμό, δίνοντας μήνυμα ελπίδας στους 1,5 εκ. Παλαιστινίους που ζουν στην μεγαλύτερη ανοιχτή φυλακή του κόσμου, αποκτά τεράστια σημασία. Τα καράβια που θα αποπλεύσουν για τη Γάζα από την Ελλάδα κι άλλες χώρες της περιοχής θα είναι η έμπρακτη μορφή αλληλεγγύης των λαών, το δικό τους μήνυμα αντίστασης στο νεο-φασιστικό κράτος του Ισραήλ και τη διεθνή κοινότητα που υποστηρίζει τα εγκλήματά του. Έστω, κι αν η στήριξη προς το εβραϊκό κράτος γίνεται με όλο και λιγότερη προθυμία, όπως δείχνουν οι τελευταίες εξελίξεις με τη δημόσια αντιπαράθεση ΗΠΑ – Ισραήλ και τις πρωτοβουλίες εκ νέου ενεργοποίησης του Κουαρτέτου (ΟΗΕ, ΗΠΑ, ΕΕ, Ρωσία) στην κατεύθυνση εξεύρεσης λύσης στο Παλαιστινιακό και δημιουργίας κράτους εντός δύο ετών, όπως ρητά ανέφεραν μετά τη συνάντησή τους στη Μόσχα την Παρασκευή 19 Μαρτίου.

Η θετική αυτή εξέλιξη, η αίσια έκβαση της οποίας μένει ν’ αποδειχθεί, είναι αποτέλεσμα τεσσάρων παραγόντων. Αρχικά του απαράμιλλου ηρωισμού των καθημερινών ανθρώπων και των δυνάμεων της αντίστασης στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, που κατάφεραν να καταστήσουν αναποτελεσματική ακόμη κι αυτή την βάρβαρη μέθοδο του αποκλεισμού. Κατά δεύτερο, του αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει η ενδοτική Παλαιστινιακή Αρχή καθώς η γραμμή συμβιβασμού που ακολούθησε απομάκρυνε και δεν έφερε πιο κοντά το στόχο δημιουργίας Παλαιστινιακού κράτους. Ο τρίτος λόγος που ανάγκασε ΗΠΑ, ΕΕ και Ρωσία να παρέμβουν σχετίζεται με τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει το ίδιο το Ισραήλ καθώς η στρατηγική του έχει κάνει όλο τον κόσμο να το μισεί χαρακτηρίζοντάς το πλέον ως αρχετυπικό δείγμα αποτυχημένου και επικίνδυνου για την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια «κράτους – παρία». Τέλος είναι κι οι ίδιες οι αμερικανικές προτεραιότητες που μεταβάλλονται, επιφυλάσσοντας έναν διαφορετικό ρόλο στο μαντρόσκυλό τους στη Μέση Ανατολή, το Ισραήλ, ανεξαρτήτως φυσικά των άμεσων δικών του συμφερόντων.

Καθημερινές είναι σχεδόν οι συγκρούσεις που εξελίσσονται στη Δυτική Όχθη μεταξύ νεαρών Παλαιστινίων με τις δυνάμεις κατοχής του εβραϊκού κράτους. Αφορμή γι’ αυτή την τρίτη ή «λευκή Ιντιφάντα» όπως συχνά χαρακτηρίζεται αποτέλεσαν αλλεπάλληλες προκλήσεις του Ισραήλ που ως κοινό παρανομαστή είχαν την προσβολή των σημαντικότερων θρησκευτικών συμβόλων των μουσουλμάνων που βρίσκονται στην ανατολική Ιερουσαλήμ. Το τελευταίο, για παράδειγμα, κρούσμα συνέβη με αφορμή την δημιουργία μιας συναγωγής κοντά στο Όρος του Ναού που θεωρήθηκε το πρώτο βήμα για την ισραηλινή κατάληψη του Τεμένους του Αλ Ακσά και το μετέπειτα γκρέμισμά του, όπως επιδιώκουν υπερορθόδοξοι Εβραίοι και επιχειρεί το ισραηλινό κράτος με συγκαλυμμένες μεθόδους όπως υπόγειες ανασκαφές, που θα επιτρέψει την ανέγερση του Δεύτερου Ναού όπου θα πραγματοποιηθεί η Δευτέρα Παρουσία… Όλα αυτά φυσικά είναι αφορμές.

Η αιτία της οργής των Παλαιστινίων βρίσκεται στις συνεχείς προσπάθειες του Ισραήλ να εκδιώξει τους Παλαιστινίους από τη γη τους. Το επιδιώκει δε αυτό κυρίως με δύο αλληλοσυμπληρούμενους τρόπους: την επέκταση των εβραϊκών εποικισμών στη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, που ήδη στεγάζουν περισσότερους από 500.000 εβραίους, και την εκδίωξη των αράβων από την Ανατολική Ιερουσαλήμ με την ταυτόχρονη οικειοποίηση των περιουσιών τους, στο πλαίσιο της προσπάθειας αλλαγής του πληθυσμιακού χαρακτήρα και «εβραιοποίησης» της πόλης. Πρόκειται για δύο στόχους, στρατηγικής σημασίας, που σε συνδυασμό επίσης και με άλλα μέτρα όπως την δημιουργία του τείχους, ακυρώνουν για πάντα το στόχο δημιουργίας ανεξάρτητου και βιώσιμου Παλαιστινιακού κράτους ενώ προωθούν τα σιωνιστικά επεκτατικά σχέδια που ως ακρογωνιαίο λίθο έχουν την αναγόρευση ως πρωτεύουσας του Ισραήλ την «ενιαία και αδιαίρετη» κατά τους ίδιους Ιερουσαλήμ.

Η σταδιακή υλοποίηση έστω και με άπειρα εμπόδια αυτού του στόχου έχει φέρει σε πλήρες αδιέξοδο την Παλαιστινιακή Αρχή, καθώς αποδεικνύεται καθημερινά πως το σχέδιο συνεργασίας της με τις Ισραηλινές αρχές δεν έφερε καμιά βελτίωση στους όρους ζωής των Παλαιστινίων ούτε φυσικά συνέβαλε στη δημιουργία κράτους, με βάση τις προβλέψεις του ΟΗΕ: Στα σύνορα του 1967, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ και δικαίωμα επιστροφής των προσφύγων. Η ίδια η Αρχή για να ξεπεράσει τις κατηγορίες για συνεργασία με τις δυνάμεις κατοχής και αναποτελεσματικότητα έχει εναποθέσει όλες τις ελπίδες της στο στόχο συγκρότησης ενός θεσμικού πλαισίου που θα οδηγήσει στην δημιουργία παλαιστινιακού κράτος εντός δύο ετών, χωρίς ωστόσο να έχει λυθεί η παραμικρή εκκρεμότητα. Θα είναι ένα φαντασιακό κράτος εικονικής πραγματικότητας, όπως αυτό που είχαν αναγνωρίσει πολλές χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 με αποτέλεσμα στις πρωτεύουσές τους ακόμη και σήμερα να μη φιλοξενούνται διπλωματικές αντιπροσωπείες της Παλαιστινιακής Αρχής – όπως στην Αθήνα – αλλά κανονικές πρεσβείες, το οποίο όμως δεν θα μπορεί να εγγυηθεί ή να διαφυλάξει καν την κυριαρχία του ή την ανεξαρτησία του γιατί δεν θα υφίστανται ούτε στα χαρτιά. Θα είναι ένα κράτος – φούσκα που ως κύριο μέλημα θα έχει τη νομή της εξουσίας και την ιδιοποίηση της διεθνούς οικονομικής βοήθειας από τα διεφθαρμένα αργυρώνητα στελέχη της Αρχής.

Ήδη άλλωστε η Παλαιστινιακή Αρχή, λειτουργώντας ως κυβέρνηση κατοχικών ανδρεικέλων τύπου Τσολάκογλου, έχει εκχωρήσει την επιλογή και την εκπαίδευση των δικών της δυνάμεων ασφαλείας στους Αμερικάνους και το Ισραήλ. Δεν είναι υπερβολή. Πρόκειται για «τα παιδιά του Ντέιτον», όπου εδώ Ντέιτον δεν είναι η γνωστή αμερικανική βάση όπου υπογράφτηκε το 1995 η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός στη Βοσνία, αλλά αμερικανός στρατηγός που έχει αναλάβει την εκπαίδευση των ειδικών δυνάμεων της Παλαιστινιακής Αρχής. Λόγο δε για τη σύνθεση των επιλέκτων δεν είχε μόνο η Αρχή, αλλά οι Αμερικάνοι κι η ισραηλινή μυστική υπηρεσία Σιν Μπετ, που εξέτασε εξωνυχιστικά τα στοιχεία του κάθε υποψηφίου ξεχωριστά αποκλείοντας μάλιστα 20 άτομα, από το πρώτο τάγμα των 620 ανδρών, όπως έγραφε πολύ συγκεκριμένα η ισραηλινή εφημερίδα Χαάρετζ στις 6 Απρίλη 2008. Στην ίδια εφημερίδα αναφέρονταν τα λόγια του υπουργού Εσωτερικών της Αρχής κατά την τελετή αποφοίτησής τους: «Δεν είσαστε εδώ για να πολεμήσετε την Ισραηλινή πλευρά. Η σύγκρουσή μαζί της το μόνο που έχει προκαλέσει μέχρι τώρα είναι δεινά και κανένα θετικό αποτέλεσμα. Πρέπει να αποδείξετε στους Ισραηλινούς ότι είστε σε θέση να έχετε επιδόσεις κι επιτυχίες»!

Η Παλαιστινιακή Αρχή λοιπόν φαίνεται ότι έβγαλε τα συμπεράσματά της από την συντριπτική ήττα που υπέστησαν οι μισθοφόροι του Νταχλάν στη Γάζα τον Ιούνη του 2007 όταν πήγαν να ανατρέψουν τη νόμιμη κυβέρνηση της Χαμάς, και δημιούργησε ένα σώμα καλά εκπαιδευμένων πραιτοριανών, που θα λειτουργεί υπό τις οδηγίες των δυνάμεων κατοχής και στο στόχαστρό του θα έχει αποκλειστικά και μόνο τους Παλαιστίνιους. Ποτέ τους Ισραηλινούς!

Ο εβραϊκός στρατός εν τω μεταξύ θα απολαμβάνει την πλήρη ατιμωρησία για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου στα οποία επιδίδεται (όπως εμπεριστατωμένα περιέγραψε η έκθεση του δικαστή Γκολντστόουν που διεξήχθη κατά παραγγελία του ΟΗΕ) όχι μόνο με αφορμή τις πολεμικές του επιχειρήσεις αλλά και τις καθημερινές επιχειρήσεις τρομοκράτησης και καταστολής των Παλαιστινίων. Στο στόχαστρο του δε, βρίσκονται πριν απ’ όλους τα παιδιά, ακόμη και 12 χρονών. Πριν ακόμη τα επεισόδια στην ανατολική Ιερουσαλήμ πάρουν την έκταση των τελευταίων εβδομάδων, που οδήγησαν τον εβραϊκό στρατό να δολοφονήσει τέσσερις έφηβους διαδηλωτές το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, στις φυλακές του Ισραήλ είχαν οδηγηθεί 343 παιδιά της Παλαιστίνης που συνελήφθησαν ενώ πέταγαν πέτρες στις δυνάμεις κατοχής. Η κόλαση την οποία έζησαν και τα βασανιστήρια που υπέστησαν περιγραφόταν στον βρετανικό Ομπσέρβερ με τα πιο μελανά χρώματα: Ολονύχτια κράτηση σε κελί με δεμένα μάτια ενώ σε απόσταση αναπνοής υπήρχε δεμένο σκυλί που γάβγιζε απειλητικά και ασταμάτητα, στη συνέχεια μεταφορά σε άλλη φυλακή με ενήλικους έγκλειστους και στο τέλος υποχρέωση υπογραφής μιας ομολογίας που είχε συνταχθεί στα εβραϊκά τα οποία δεν γνώριζε, ενώ η υπό όρους αποφυλάκισή του έγινε δυνατή μόνο μετά την καταβολή από τον πατέρα του 2.000 σέκελ (540 δολ.) – ποσού μυθικού για έναν μέσο Παλαιστίνιο της Δυτικής Όχθης. Να αναφερθεί δε ότι τα παιδιά της Παλαιστίνης, σύμφωνα με τους νόμους του Ισραήλ, από τα 16 τους παύουν να είναι ανήλικοι και χαρακτηρίζονται ενήλικες – για να πέφτει πιο βαρύς ο πέλεκυς του νόμου στα κεφάλια τους, ενώ τα παιδιά του Ισραήλ διατηρούν το δικαίωμα να ενηλικιώνονται κανονικά, στα 18 τους…

Οι κτηνώδεις μέθοδοι που χρησιμοποιεί το μισητό εβραϊκό κράτος για να διαιωνίζει το αποικιακό καθεστώς κατοχής απέναντι στους Παλαιστίνιους εδώ και έξι δεκαετίες έχουν ως αποτέλεσμα όλο και συχνότερα το Ισραήλ να χαρακτηρίζεται «κράτος – παρίας»! Τελευταία φορά που ακούστηκε αυτός ο χαρακτηρισμός, ενδεικτικός της πλήρους απονομιμοποίησης του, δεν ήταν σε συγκεντρώσεις αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό όπως θα περίμενε κανείς, αλλά στη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων! Αφορμή ήταν η συζήτηση που έγινε μετά την απόφαση του βρετανού υπουργού Εξωτερικών, Ντέιβιντ Μίλιμπαντ, να απελαθεί ισραηλινός διπλωμάτης που σχετιζόταν με την υπόθεση παραχάραξης βρετανικών διαβατηρίων τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από την Μοσάντ για την δολοφονία του στελέχους της Χαμάς στο Ντουμπάι.

Το Ισραήλ από την άλλη δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια, αντικρίζοντας τον διεθνή διασυρμό και την απονομιμοποίησή του στα μάτια όλου του κόσμου κι όχι μόνο των προοδευτικών ανθρώπων, όπως με ιδιαίτερη ορμή συντελείται τελευταία με αποκορύφωμα την εκστρατεία μποϋκοτάζ προϊόντων που παράγονται από το Ισραήλ κι εβραϊκές εταιρείες. Μια εκστρατεία που τοποθετεί το Ισραήλ στην ίδια μοίρα με το απάνθρωπο, ρατσιστικό καθεστώς του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Για να αντιμετωπίσει λοιπόν το Ισραήλ αυτή την καθόλου βολική κατάσταση ενεργοποιεί μια σειρά από αντιμέτρα, τα οποία περιγράφονται αναλυτικά σε πρόσφατη έκθεση, με ημερομηνία Μάρτιος 2010, του ιδρύματος Ρεούτ, την οποία έφερε στην επιφάνεια η καναδή αγωνίστρια, δημοσιογράφος και συγγραφέας Νάομι Κλάιν. Τα μέτρα αυτά «ενάντια στην απονομιμοποίηση» περιλαμβάνουν: Από την ενεργοποίηση των εργατικών συνδικάτων του Ισραήλ, φιλικών διανοουμένων στο εξωτερικό, Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων που πρόσκεινται φιλικά και φυσικά της εβραϊκής διασποράς για την βελτίωση της δημόσιας εικόνας του Ισραήλ στο εξωτερικό μέχρι την εμπλοκή των μυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ και τη στοχοποίηση συγκεκριμένων ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από κάθε καμπάνια, οι οποίοι θα διασύρονται προσωπικά. «Σήμερα η επίθεση στο Ισραήλ είναι “φθηνή” και βολική, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε μια πιο επικίνδυνη υπόθεση», αναφέρεται χαρακτηριστικά, το ισραηλινό κέντρο μελετών!!!

Διεθνής οργή για τα σχέδια επέκτασης των εβραϊκών εποικισμών

Το χειρότερο όμως για το Ισραήλ είναι ότι πλέον προκαλεί δυσφορία ακόμη και στον ίδιο τον ιμπεριαλισμό που δεν παύει να θεωρεί το ρατσιστικό εβραϊκό κράτος ως τον πλέον προνομιακό και στρατηγικό του σύμμαχο στη Μέση Ανατολή. Σε τακτικό επίπεδο όμως το Ισραήλ δεν διευκολύνει τα άμεσα σχέδια των ΗΠΑ στην τρέχουσα συγκυρία. Κάτι που φάνηκε πεντακάθαρα στις 9 Μάρτη, όταν την ίδια μέρα που ξεκίναγε το ταξίδι του αμερικανού αντιπροέδρου, Τζο Μπάιντεν, στο Ισραήλ, την ίδια αυτή μέρα ανακοίνωνε η κυβέρνηση Νετανιάχου την ανέγερση 1.600 επιπλέον σπιτιών στον εποικισμό Ραμάτ Σλόμο της ανατολικής Ιερουσαλήμ, όπου βρίσκονται μαζεμένα όλα τα υπερορθόδοξα ακροδεξιά αποβράσματα του διεθνούς Εβραϊσμού. Η ανακοίνωση προκάλεσε το μεγαλύτερο ρήγμα στις σχέσεις ΗΠΑ – Ισραήλ, με τον αμερικανό αντιπρόεδρο να αποδοκιμάζει την ανακοίνωση, τον ειδικό απεσταλμένο του Ομπάμα, Τζορτζ Μίτσελ, να αναβάλει το προγραμματισμένο ταξίδι του στο Τελ Αβίβ και την αμερικανίδα υπουργό Εξωτερικών να επιβάλλει στον Νετανιάχου μετά από μια τηλεφωνική συνομιλία 45 λεπτών (στην οποία κυρίως άκουγε) να προβεί, σύμφωνα με δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου, σε διορθωτικές δηλώσεις χωρίς φυσικά να ανακαλεί το σχέδιο επέκτασης των εποικισμών.

Η ανακοίνωση επέκτασης των εβραϊκών οικισμών ισοδυναμούσε με προσβολή προς τους Αμερικανούς γιατί ναρκοθετούσε την επανέναρξη των έμμεσων – δηλαδή, δι’ αντιπροσώπων – συνομιλιών μεταξύ Παλαιστινιακής Αρχής και Ισραήλ που είχε τροχιοδρομηθεί. Ο τελευταίος γύρος (άμεσων) διαπραγματεύσεων μεταξύ της Αρχής και του εβραϊκού κράτους – παρία τερματίστηκαν, με ευθύνη της Αρχής, λίγο πριν ξεκινήσει η επίθεση στη Γάζα, επ’ αφορμή την ανακοίνωση ενός άλλου τότε σχεδίου επέκτασης των εβραϊκών οικισμών. Η Αρχή μάλιστα τώρα για να αποφύγει το πολιτικό κόστος που επισείει το σύρσιμό της στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, χωρίς να έχει αλλάξει τίποτε από την τελευταία φορά που αποχώρησε, συνομιλώντας με μια κυβέρνηση του Ισραήλ που σταθερά υπονομεύει τον διάλογο, έβαλε την Αραβική Ένωση των 22 κρατών να αποφασίσει την επανέναρξη των έμμεσων συνομιλιών. Η απόφαση λοιπόν ψηφίσθηκε σηματοδοτώντας μια νέα υποχώρηση των αραβικών κρατών χωρίς κανένα αντάλλαγμα κι εκεί που ήταν έτοιμη η πανηγυρική ανακοίνωση έναρξης των διαπραγματεύσεων, το Ισραήλ τα τίναξε όλα στον αέρα προβαίνοντας στη γνωστή ανακοίνωση, την οποία μάλιστα επιβεβαίωσε ο Νετανιάχου από την Ουάσιγκτον μιλώντας στο βήμα του πανίσχυρου εβραϊκού λόμπι AIPAC και στη συνέχεια κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με τον αμερικανό πρόεδρο Ομπάμα. Η υποβάθμιση της σημασίας της επίσκεψης του στον Λευκό Οίκο, όπως δηλώθηκε μέσω συμβολισμών (απουσία καλωσορίσματος, φωτογράφων και κοινής συνέντευξης Τύπου) ήταν το – καθόλου βαρύ – τίμημα που πλήρωσε το Ισραήλ.

Η ενόχληση των Αμερικανών από την αδιαλλαξία του Ισραήλ σχετίζεται με τις φιλοδοξίες που θρέφει ο Ομπάμα για μια συνολική επαναδιευθέτηση των σχέσεων στην Μέση Ανατολή. Ρόλο ελκυστήρα των αραβικών ολιγαρχιών σε αυτό το νέο σχέδιο επιθυμούσε να αποτελέσει η επίλυση του Παλαιστινιακού ή μια σχετική έστω επίλυση που από τα τρία αιτήματα (δημιουργία ανεξάρτητου και βιώσιμου κράτους, με πρωτεύουσα την ανατολική Ιερουσαλήμ κι επιστροφή των προσφύγων) θα επιλύει άμεσα το πρώτο με ανταλλαγές γαιών, σε μια δεκαετία το δεύτερο και θα θυσιάζει το τρίτο. Σε σχέση με τη ακινησία των τελευταίων δεκαετιών ακόμη κι ένα τέτοιο σχέδιο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί βαθιά τομή – όπως περίπου έγινε και με την ασφαλιστική μεταρρύθμιση εντός των ΗΠΑ, όπου το πιο άνευρο και υποβαθμισμένο σχέδιο επέκτασης της ασφαλιστικής κάλυψης έγινε δεκτό με διθυράμβους. Το Ισραήλ όμως δεν επιθυμεί ούτε καν αυτό. Πώς να πείσει επομένως ο Ομπάμα τον πρόεδρο της Συρίας, Μπασάρ αλ Άσαντ, ότι η επικείμενη τοποθέτηση αμερικανού πρέσβη στη Δαμασκό, για πρώτη φορά μετά το 2005 όταν η Συρία κατηγορήθηκε για τη δολοφονία του Ραφίκ Χαρίρι στο Λίβανο κι οι ΗΠΑ διέκοψαν τις σχέσεις μαζί της, μπορεί να αποτελέσει την αρχή της αναθέρμανσης των σχέσεών τους; Η απροθυμία του κράτους – τρομοκράτη του Ισραήλ (με διεθνές ρεκόρ στις καταδικαστικές αποφάσεις του ΟΗΕ) να συναινέσει στη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, προδικάζει και την άρνησή του στην επιστροφή των Υψωμάτων του Γκολάν της Συρίας που παρανόμως κατέχει από το 1967. Επομένως η επαναδιευθέτηση μένει στα χαρτιά.

Στο πλαίσιό της φυσικά, που ορίζεται από την αποτυχία των εμπρηστικών μεθόδων Μπους, ο χαρακτήρας της αμερικανικής παρέμβασης στη Μέση Ανατολή δεν γίνεται λιγότερο απειλητικός για την ειρήνη. Το αντίθετο συμβαίνει, όπως βεβαιώνει κι ο πρόσφατος εξοπλισμός των πετρομοναρχιών του Περσικού Κόλπου με πυραύλους Πάτριοτ. Το ζητούμενο για την Ουάσιγκτον είναι να αξιοποιήσει τις εκρηκτικές αντιθέσεις του καθεστώτος Άσαντ, ώστε να το αποσπάσει αρχικά από την ιρανική επιρροή που αυτή τη στιγμή αποτελεί μονόδρομο για τη Συρία. Στη συνέχεια να απομονώσει την Τεχεράνη και να επιτρέψει τότε στο Ισραήλ να βομβαρδίσει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, για να συνεχίσει το «κράτος – παρίας» να έχει το μονοπώλιο των πυρηνικών όπλων στην Μέση Ανατολή. Επίσης ριζοσπαστικές μαχητικές οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και το Λαϊκό Μέτωπο να χάσουν τα στηρίγματά τους και τους διαύλους τροφοδοσίας σε οπλισμό και πόρους που εξασφάλιζε επί δεκαετίες ο άξονας Ιράν – Συρίας και να συντριβούν από την στρατιωτική μηχανή Ισραήλ – ΗΠΑ.

Το τι θα γίνει στην πράξη απ’ όλα αυτά μένει τελικά να αποδειχθεί…

Η αριστερή διανόηση του Λιβάνου στο δρόμο της αντίστασης (Πριν, 14/2/2010)

Ο κινηματογράφος και η αντίσταση της Μασρί

Η Μάι Μασρί γεννήθηκε στο Αμάν της Ιορδανίας το 1959. Μετά την ολοκλήρωση των κινηματογραφικών σπουδών της στο Σαν Φραντζίσκο των ΗΠΑ εγκαταστάθηκε στον Λίβανο όπου και ζει μέχρι σήμερα. Τα έργα της, που έχουν βραβευτεί κατ’ επανάληψη, αναφέρονται στη ζωή των Παλαιστίνιων προσφύγων ή στις πολεμικές περιπέτειες του Λιβάνου. Στα περισσότερα δε οι  πρωταγωνιστές είναι παιδιά που μέσα από τα μάτια της ξετυλίγεται το δράμα της προσφυγιάς και του πολέμου. Οι πιο πρόσφατες ταινίες της είναι: 33 Days (2007), Beirut Diaries: Truth, lies and videos (2006), Comedy on the frontline (2006), Reviving memory (2006), Women beyond borders (2004), The magic lantern (2003), Frontiers of dreams and fears (2001), In the shadows of the city (2000), Children of Shatila (1998), και άλλα.

Κατά τη συζήτηση που είχαμε μαζί της στην πρόσφατη επίσκεψή μας στον Λίβανο σταθήκαμε στο κινηματογραφικό της έργο, την εσωτερική πολιτική κατάσταση στον Λίβανο όπως διαμορφώθηκε με αφορμή την εισβολή των Ισραηλινών, το ρόλο των διανοουμένων και στο τέλος στο θέμα της κινηματογραφικής «βιομηχανίας της συγνώμης» που αναπτύσσεται ταχύτατα στο Ισραήλ. Μετά το Βαλς με τον Μπασίρ που προβλήθηκε πέρυσι, το τελευταίο της δημιούργημα, Λίβανος, που βραβεύτηκε και στο Φεστιβάλ της Βενετίας, προβάλλεται εδώ και δύο εβδομάδες στους κινηματογράφους της Αθήνας. Η ταινία χαρακτηρίστηκε αντιπολεμική λόγω του ότι προβάλλει την  φρίκη του πολέμου και ιδιαίτερα της ισραηλινής επίθεσης. Ταυτόχρονα όμως τα όρια μεταξύ θύτη και θύματος γίνονται δυσδιάκριτα, καθώς ως θύμα δεν εμφανίζεται μόνο ο Λιβανέζος που ακρωτηριάζεται αλλά κι ο ισραηλινός στρατιώτης που βιάζεται κατ’ εξακολούθηση ψυχολογικά μέχρι να συνηθίσει να δολοφονεί αμάχους. Το τέλος δε της ταινίας όταν τελικά το ισραηλινό άρμα μάχης καταφέρνει και δραπετεύει από την σκοτεινή παγίδα θανάτου των «τρομοκρατών», δηλαδή της λιβανέζικης αντίστασης, και βγαίνει στο φως της ημέρας μέσα στα ηλιοτρόπια, ισοδυναμεί με την λύτρωση, το ευχάριστο τέλος της επιθανάτιας αγωνίας των εισβολέων! Η διάσωση των Ισραηλινών που ακρωτηρίαζαν άμαχους Λιβανέζους αποτελεί το «χάπι έντ» μιας αντιπολεμικής ταινίας! Μα υπάρχει προοδευτικός άνθρωπος που να μην επιθυμούσε να τιναχτεί στον αέρα το τανκ των Ισραηλινών; Να μη γίνει συντρίμμια από την ρουκέτα ενός Σύρου, ενός Παλαιστίνιου ή ενός Λιβανέζου, όπως κατ’ επανάληψη συνέβη τον Ιούλιο του 2006 που η Χεζμπολάχ ανατίναζε ένα – ένα τα άρματα μάχης των Ισραηλινών στο νότιο Λίβανο και σήμερα κοσμούν τις διασταυρώσεις των λιβανέζικων χωριών με μια σημαία της οργάνωσης καρφωμένη στον πυργίσκο τους; Όπως καταλάβαμε υπήρχε κι ήταν ο σκηνοθέτης της ταινίας Λίβανος…

Από το 2001 που γύρισες την ταινία «Σύνορα των Ονείρων και των Φόβων» όπου κατέγραφες τις δραματικές συνθήκες διαβίωσης των Παλαιστινίων προσφύγων στον Λίβανο μέχρι σήμερα έχει υπάρξει κάποια βελτίωση στους όρους ζωής τους;

Στο βαθμό που όλο αυτό το διάστημα δεν έχει σημειωθεί καμία πρόοδος στην επίλυση του Παλαιστινιακού, οι όροι ζωής στα στρατόπεδα προσφύγων εξακολουθούν να είναι δραματικοί κι οι Παλαιστίνιοι να ζουν χωρίς πολιτικά δικαιώματα ή δικαιώματα στην εργασία και την απόκτηση περιουσίας. Το μέλλον φαντάζει αβέβαιο. Παρόλα αυτά υπάρχει ένα πανίσχυρο αίσθημα ενότητας και προσήλωσης στον παλαιστινιακό αγώνα. Τα προβλήματα που σήμερα δοκιμάζουν τον λαό μας είναι δύο: Το πολιτικό που απορρέει από την ισραηλινή κατοχή και το κοινωνικό που δημιουργείται από τη φτώχεια.

Ποιος ευθύνεται γι αυτή την δραματική κατάσταση στα στρατόπεδα, που μέχρις ενός σημείου αποτελεί επιλογή των ίδιων των Παλαιστινίων για να παραμένει στο τραπέζι το αίτημα της επιστροφής στα κατεχόμενα; Ο ΟΗΕ, η πολιτική ηγεσία του Λιβάνου, ποιος;

Πρώτα και κύρια οι Ισραηλινοί, καθώς η βαθύτερη αιτία της δυστυχίας τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων είναι η παράνομη κατοχή. Στη συνέχεια οι δυτικές κυβερνήσεις και η κυβέρνηση του Λιβάνου που καλύπτεται πίσω από τον προσωρινό, μεταβατικό χαρακτήρα της παρουσίας των Παλαιστινίων. Τέλος, ευθύνες έχει και η Παλαιστινιακή ηγεσία καθώς μετά το 1982, με την εκδίωξη της Παλαιστινιακής ηγεσίας από τον Λίβανο, όλος αυτός ο κόσμος έμεινε χωρίς ηγεσία.

Σε ποια θέματα αναφέρονται οι πιο πρόσφατες ταινίες σου;

Η πιο πρόσφατη ταινία μου ήταν οι «33 ημέρες» (33 Days) που αναφερόταν στην ισραηλινή επίθεση στον Λίβανο το καλοκαίρι του 2006. Στην ταινία βλέπω τον πόλεμο από την οπτική τεσσάρων νεαρών εθελοντών που εργάζονταν στο πλάι των προσφύγων και άλλων ανθρώπων για την επούλωση των πληγών που δημιούργησε η επιδρομή. Ένας απ’ αυτούς για παράδειγμα ήταν ηθοποιός που απασχολούσε παιδιά τις ώρες του πολέμου σε ένα θέατρο της Βηρυτού. Η προσπάθειά του εστιαζόταν στο ξεπέρασμα του φόβου που ένιωθαν τα παιδιά μέσα από παιχνίδια ρόλων και το ανέβασμα δραματικών και κωμικών έργων. Στις «33 ημέρες» επίσης εξετάζω το ρόλο των Μέσων Ενημέρωσης καθώς έπαιξαν ένα πολύ σημαντικό ρόλο. Σε αυτή την αφήγηση αξιοποιώ την ιστορία μιας γυναίκας δημοσιογράφου, μητέρας 4 παιδιών, που εργαζόταν σε ένα προοδευτικό τηλεοπτικό σταθμό τον οποίο οι Ισραηλινοί βομβάρδισαν.

Στις πιο πρόσφατες δουλειές σου συμπεριλαμβάνεται και μία ταινία για την διαδήλωση των φιλοδυτικών δυνάμεων στις 14 Μάρτη του 2005 μετά τη δολοφονία του Ραφίκ Χαρίρι.

Πράγματι ο τίτλος της είναι «Ημερολόγια της Βηρυτού – αλήθεια, ψέματα και βίντεο» (Beirut Diaries – Truth, Lies and videos). Αναφέρεται στη στάση των πολιτικών και τις αντιφατικές προσδοκίες όσων νέων ανθρώπων συμμετείχαν σε εκείνες τις διαδηλώσεις που έμειναν γνωστές ως «επανάσταση των κέδρων». Ειδικότερα ξεκινάω από το σοκ που διαπέρασε τη λιβανέζικη κοινωνία μετά τη δολοφονία του Ραφίκ Χαρίρι και το διχασμό της νεολαίας ανάμεσα στο κίνημα της 14ης Μάρτη και το κίνημα της 8ης Μάρτη στο οποίο συμμετείχαν οι δυνάμεις της αντίστασης και της λιβανέζικης Αριστεράς. Ξεχωριστή σημασία έχει η μεγάλη απογοήτευση που ένιωσαν οι νέοι που συμμετείχαν στο φιλοαμερικανικό (κι όχι τόσο φιλοϊσραηλινό) κίνημα της 8ης Μάρτη από την εξέλιξη αυτού του ρεύματος, όταν αντιλήφθηκαν την χειραγώγησή του.

Πως είδε ο κόσμος στο Λίβανο την αποχώρηση των Σύρων;

Όλοι οι Λιβανέζοι χάρηκαν με την αποχώρηση του συριακού στρατού από τον Λίβανο το 2005, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι αντι-σύροι, ότι στέκονται εχθρικά δηλαδή απέναντι στη Συρία, που είναι μια γειτονική και φιλική χώρα.  

Δεν την αντιμετώπιζαν ως δύναμη κατοχής;

Όχι δεν είναι σωστό να γίνει τέτοια γενίκευση. Έτσι την έβλεπαν κυρίως οι δυνάμεις της Δεξιάς όπου συγκαταλέγεται κι η οικογένεια Χαρίρι.

Ποιος ήταν ο ρόλος των Μέσων Ενημέρωσης τον Μάρτη του 2005 και τον Ιούλιο του 2006;

 Τα ΜΜΕ έπαιξαν πρωταγωνιστικό κι αναντικατάστατο ρόλο. Το Ισραήλ αναγνωρίζοντας αυτό τον ρόλο δεν δίστασε να βομβαρδίσει την τηλεόραση της Χεζμπολάχ, το κανάλι Αλ Μανάρ, κατά τη διάρκεια του πολέμου των 33 ημερών. Τότε μάλιστα μείναμε όλοι άναυδοι με την προετοιμασία της οργάνωσης όταν, παρά τον βομβαρδισμό, κατάφερε να συνεχίσει τις μεταδόσεις και να μη διακοπεί το σήμα της ούτε για ένα δευτερόλεπτο!

Δεν ήταν όμως μόνο η τηλεόραση της Χεζμπολάχ. Οι περισσότερες τηλεοράσεις λειτουργούσαν σε 24ωρη βάση, καταγράφοντας στιγμή προς στιγμή την κινητοποίηση του κόσμου. Κατά την άποψή μου, το μυστικό του επιτυχημένου ρόλου των ΜΜΕ κατά τη διάρκεια του πολέμου έγκειται στο γεγονός ότι οι δημοσιογράφοι κάλυπταν τον πόλεμο χωρίς να είναι «ενσωματωμένοι» (embedded), κατά το πρότυπο των δημοσιογράφων που ακολουθούσαν τους αμερικανούς εισβολείς στο Ιράκ. Οι λιβανέζοι δημοσιογράφοι ήταν ενσωματωμένοι με τον απλό κόσμο που έδινε μια μάχη επιβίωσης. Ξέρετε, αυτό που δεν είδε ο κόσμος στη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ ήταν την ανθρώπινη διάσταση της τραγωδίας. Ο πόλεμος φυσικά κι ήταν κατεστραμμένα κτίρια, βομβαρδισμένες γέφυρες και ισοπεδωμένες γειτονιές. Ταυτόχρονα όμως ήταν και ένα πρωτοφανές για τα μέτρα του Λιβάνου αίσθημα ομοψυχίας και ενότητας εναντίον του Ισραήλ – αυτό δεν το έδειξαν οι κάμερες του CNN ούτε του BBC. Το εντυπωσιακό μάλιστα ήταν πως αυτή η ενότητα αναπτύχθηκε ενάμισι σχεδόν χρόνο μετά τον βαθύ διχασμό που ακολούθησε τη δολοφονία του Χαρίρι. Φτάσαμε έτσι μέσα σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα από το ένα άκρο, τον πλήρη διχασμό που για πολλούς ήταν προμήνυμα νέου εμφυλίου, στο άλλο, μια πρωτοφανή και συγκινητική αίσθηση αλληλεγγύης.

Παρότι, ο καθένας μπορεί να υποθέσει, πως ο στόχος των ισραηλινών βομβαρδισμών θα ήταν ο αντίθετος: ένας νέος διχασμός ως αποτέλεσμα της ενοχοποίησης και της απομόνωσης της Χεζμπολάχ.

Στην πραγματικότητα όμως έγινε το αντίθετο κι η Χεζμπολάχ εξήλθε από τον πόλεμο των 33 ημερών απολαμβάνοντας μεγαλύτερο σεβασμό κι όχι μόνο εντός του Λιβάνου. Όλοι οι Λιβανέζοι χαρήκαμε για το μάθημα που έδωσε στο Ισραήλ. Ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που ηττήθηκε. Αυτό ωστόσο που θέλω να τονίσω – και δεν είναι γνωστό – αφορά την συμπαράσταση, την δραστηριοποίηση και την καθημερινή συμμετοχή του κόσμου στον αγώνα της αντίστασης κατά του Ισραήλ μέσα από την δημιουργία επιτροπών για τη διανομή των τροφίμων και του νερού, τη φιλοξενία όσων έχαναν τα σπίτια τους, κλπ.

Θεωρείτε πιθανό ένα νέο πόλεμο με το Ισραήλ;

Δυστυχώς υπάρχει πολύ ισχυρή πιθανότητα. Αρκεί να κοιτάξει κανείς την πρόσφατη πολιτική ιστορία και θα δει πως κάθε λίγα χρόνια υπάρχει μια καινούργια εισβολή. Την μια φορά αφορμή είναι οι Παλαιστίνιοι, όπως το 1982, την άλλη η Χεζμπολάχ, όπως πρόσφατα κοκ. Η μόνιμη αιτία φυσικά είναι τα νερά, η εύφορη γη κι οι φυσικοί πόροι του Λιβάνου.

Ο Μπαράκ Ομπάμα δηλώνει ότι οι ΗΠΑ θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να λυθεί το Παλαιστινιακό…

Μακάρι, αλλά εγώ δεν έχω καμιά ελπίδα από τέτοιες μεγαλοστομίες. Θυμάμαι κι άλλες τέτοιες υποσχέσεις που πολύ γρήγορα αποδείχτηκαν κάλπικες… 

Ποιος είναι ο ρόλος κι η ευθύνη ενός διανοούμενου κι ειδικότερα ενός κινηματογραφιστή που ζει σε τέτοιες συνθήκες;

Σ’ ότι αφορά εμένα το χρέος που νιώθω είναι να δώσω φωνή σ’ αυτούς που τη στερούνται, να παρουσιάσω μ’ έναν αισθητικά άρτιο τρόπο τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα των Παλαιστινίων.

Σε τι δίνεις προτεραιότητα; Στην αισθητική ή τα προβλήματα;

Νομίζω ότι πάνε μαζί. Είναι δύσκολο να τα διαχωρίσεις. Εμείς έχουμε την υποχρέωση να διατηρήσουμε τη μνήμη ζωντανή, να προάγουμε τις πολιτικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις μεταξύ των ανθρώπων, αξιοποιώντας την παγκόσμια γλώσσα του κινηματογράφου κι επίσης να εμπνεύσουμε τους ανθρώπους. Αυτός είναι ο ρόλος μας κι είναι μεγάλος.

Η επόμενη ταινία σου;

Έχει ήδη ξεκινήσει να υλοποιείται κι αφορά τα όσα υπομένουν οι Παλαιστίνιες γυναίκες στις φυλακές του Ισραήλ.

Στο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας τον Σεπτέμβρη βραβεύτηκε μια ισραηλινή ταινία με θέμα τον Λίβανο. Πέρυσι είδαμε στις αίθουσες την ισραηλινή επίσης ταινία «Βαλς με τον Μπασίρ» που κι αυτήν καταπιανόταν με τις ισραηλινές θηριωδίες στο Λίβανο το 1982. Πως ερμηνεύεις αυτό το ενδιαφέρον του ισραηλινού κινηματογράφου;

Έχω αντιφατικά συναισθήματα. Η ταινία Βαλς με τον Μπασίρ σε τεχνικό επίπεδο είναι πολύ καλοφτιαγμένη, πολύ ελκυστική. Πολιτικά όμως έχω ορισμένες ενστάσεις. Επικεντρώνοντας στον ανθρώπινο χαρακτήρα των ισραηλινών στρατιωτών νιώθεις όπως όταν βλέπεις τις αμερικανικές ταινίες για το Βιετνάμ: Ξεχνάς τα θύματα κι από τη στιγμή που στέκεσαι τόσο κοντά στους θύτες, στο τέλος ασυνείδητα τους συγχωρείς!

Σαμάχ Ιντρίς: «Ώρα για μποϋκοτάζ σε όσους στηρίζουν το Ισραήλ»

Ο Σαμάχ Ιντρίς, διδάκτορας του αμερικανικού πανεπιστημίου Κολούμπια, είναι συγγραφέας κι εκδίδει το αραβόφωνο περιοδικό Αν Αντάμπ, το «διαπρεπέστερο θεωρητικό περιοδικό του Λιβάνου» κατά τον Νόρμαν Φινκελστάιν, συγγραφέα του βιβλίου Η βιομηχανία του ολοκαυτώματος. Πέρα από την ενασχόλησή του με τα γράμματα συμμετέχει ενεργά στην πολιτική ζωή του Λιβάνου. Δραστηριοποιείται στις πρωτοβουλίες «Πολιτική αντίσταση» και «Μποϊκοτάζ στους υποστηρικτές του Ισραήλ».

Όλες σχεδόν οι συγκρούσεις στο Λίβανο, από τον εμφύλιο πόλεμο του 1982, μέχρι την πρόσφατη, ολιγοήμερη σύγκρουση τον Μάιο του 2008 εμφανίζονται ως άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα των θρησκευτικών διαφορών. Ποιες είναι οι πραγματικές αιτίες;

Πίσω από το ξέσπασμα όλων αυτών των διαμαχών κρύβονται αμιγώς πολιτικά ζητήματα και διακυβεύματα, τα οποία όμως στη συνέχεια καλύπτονται από τις θρησκευτικές διαμάχες. Οι ίδιοι οι άνθρωποι εσωτερικεύουν τις θρησκευτικές διαφορές για να γίνει στη συνέχεια το θρησκευτικό θέμα κινητήριος δύναμη ή να εμφανιστεί ως πρωταρχική αιτία των αντιπαραθέσεων που προαναφέρατε. Δεν μπορούμε ωστόσο να απλοποιήσουμε τα πράγματα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι στην πραγματικότητα οι θρησκευτικές διαφορές δεν παίζουν κανένα ρόλο στον Λίβανο ούτε φυσικά κι ότι αποτελούν το άπαν.

Ο πρόσφατος σχηματισμός κυβέρνησης στον Λίβανο μετά από μια μακρά περίοδο αδυναμίας σχηματισμού κυβέρνησης κι ακυβερνησίας τερματίζει την πολιτική αστάθεια;

Η αντιπαράθεση στο Λίβανο δεν πρόκειται να λυθεί με τον σχηματισμό κυβέρνησης. Στον Λίβανο, παρότι οι διαμάχες εμφανίζονται ως εσωτερικές, στη ρίζα των συγκρούσεων βρίσκεται ο αγώνας δρόμου των ξένων δυνάμεων. Το πώς κάθε φορά σταματούν και ξαναρχίζουν οι διαμάχες είναι αποτέλεσμα της διαλεκτικής που διαμορφώνεται μεταξύ εξωτερικών κι εσωτερικών παραγόντων. Έτσι αν το Ιράν κι οι ΗΠΑ είναι σε μια τροχιά διαλόγου τότε μπορούν να εγγυηθούν πως τα πνεύματα θα ηρεμήσουν. Αν αντίθετα το Ιράν και η Συρία είναι σε τροχιά σύγκρουσης με τις ΗΠΑ τότε κι εδώ, στον Λίβανο, τα πάντα θα καταστούν ανεξέλεγκτα.

Η μοναδική περίπτωση ωστόσο για να τερματιστούν οι συγκρούσεις στον Λίβανο είναι να ληφθούν σοβαρά υπ’ όψη πρώτο, τα παράπονα των φτωχών, λαϊκών στρωμάτων και δεύτερο των Παλαιστίνιων προσφύγων που από το 1948 και μετέπειτα που ήρθαν είναι αποστερημένοι κάθε δικαιώματος.

Έχετε πρωταγωνιστικό ρόλο στην Καμπάνια Πολιτικής Αντίστασης στον Λίβανο που έχει την ευθύνη για να φθάσει η βοήθεια στον κόσμο που δέχτηκε τις συνέπειες από τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς. Σήμερα, τρεισήμισι χρόνια σχεδόν μετά την εισβολή έχουν κλείσει οι πληγές που άνοιξαν;

Η Καμπάνια ιδρύθηκε όταν έγινε αντιληπτό ότι η διαχείριση κι η διανομή της διεθνούς βοήθειας είχε μεγάλα κενά κι ελλείψεις. Δεν έφθανε για παράδειγμα σε απομονωμένες περιοχές και χωριά. Τώρα που μιλάμε εξακολουθούν να υπάρχουν στο νότιο Λίβανο εκτεθειμένες 1 εκ. βόμβες διασποράς, με αποτέλεσμα εκατοντάδες, τουλάχιστον, αγρότες να μην μπορούν να πλησιάσουν τα χωράφια τους γιατί κινδυνεύουν. Πολλά είναι επίσης τα σιιτικά χωριά στον νότο που ακόμη δεν έχουν ανοικοδομηθεί, επειδή τα χρήματα είτε για λόγους πολιτικούς είτε λόγω της διαφθοράς παρακρατούνται από την κυβέρνηση και δεν φθάνουν εκεί.

Έχετε την ευθύνη έκδοσης ενός αραβικού πολιτιστικού – πολιτικού περιοδικού. Πως είναι η έκδοση ενός τέτοιου περιοδικού σε μια χώρα που είναι τόσο βαθιά διαιρεμένη θρησκευτικά, πολιτικά, κοκ;

Είναι η πιο δύσκολη δουλειά του κόσμου. Πολλοί αναρωτιούνται αν αξίζει τον κόσμο. Κατά τη γνώμη μου, που πιστεύω βαθιά στην αποστολή των διανοουμένων, το μέτωπο του πολιτισμού είναι το σπουδαιότερο μέτωπο για όλους εμάς που δεν έχουμε όπλα και η δύναμή μας πηγάζει από την πειθώ, τον διάλογο και την αντιπαράθεση των ιδεών. Στην πράξη το σημαντικότερο εμπόδιο που ορθώνεται στη διάδοση του πολιτισμού προέρχεται από τις πολλές ώρες εργασίας που δεν επιτρέπουν στον κόσμο να διαβάσει και να έρθει σε επαφή με τα δημιουργήματα του πολιτισμού. Αντίθετα έδαφος, περισσότερο στη νέα γενιά, κερδίζει η τηλεόραση, το chat κλπ. Προσωπικά, πέρα από την ευθύνη έκδοσης του περιοδικού και την αρθρογραφία μου σ’ αυτό, αφιερώνω πολλές ώρες στη συγγραφή βιβλίων για παιδιά και εφήβους, επειδή πιστεύω ότι έχουμε την ευθύνη να δώσουμε στη νέα γενιά τη δύναμη της κριτικής.

Με ποιο τρόπο το πετυχαίνετε αυτό;

Στα βιβλία μου αμφισβητώ την ιδέα ότι το σπουδαιότερο πράγμα που έχει να ακούσει κάθε παιδί θα το πει ο πατέρας του ή η μητέρα του. Κατά δεύτερο, τα βιβλία μου ποτέ δεν συνοδεύονται από διδάγματα. Εδώ να πάρετε υπ’ όψη σας πως τα αραβικά βιβλία πάντα «κλείνουν» με κάποια διδάγματα: Να κάνεις αυτό και να μην κάνεις εκείνο, να ακούς τον μπαμπά σου και τη μαμά σου, κοκ. Ζητούμενο για μένα επίσης από ένα βιβλίο είναι να προσφέρει την απόλαυση της ανάγνωσης. Ακόμη, επιδιώκω να παρουσιάζω πολλές απόψεις. Η μία άποψη είναι δεσποτισμός! Έχω για παράδειγμα μια ιστορία με έναν κλέφτη. Ξέρουμε, όλοι είμαστε εναντίον των κλεφτών. Στην πορεία όμως ο αναγνώστης ανακαλύπτει ότι ο κλέφτης είναι πατέρας πέντε φτωχών παιδιών κι έτσι αρχίζει να αιτιολογεί γιατί κλέβει. Παύει μ’ αυτό τον τρόπο να αντιμετωπίζει τον κλέφτη από την παραδοσιακή οπτική κι αρχίζει να εξετάζει τις κοινωνικές αιτίες που τον οδηγούν να κλέβει.

Ποιο είναι το πολιτικό στίγμα του περιοδικού;

Το περιοδικό μάχεται για την ενοποίηση του αραβικού κόσμου με δημοκρατικό τρόπο, την κοινωνική δικαιοσύνη και το σοσιαλισμό που δεν θα αναπαράγει τα ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Όσο αταλάντευτα παλεύουμε ενάντια στον ιμπεριαλισμό, το σιωνισμό και τα αντιδραστικά αραβικά καθεστώτα το ίδιο επίμονα αντιπαλεύουμε το «νέο τρόπο σκέψης», όπως χαρακτηρίζουν την μεταμοντέρνα πολιτική και ιδεολογία οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και ο νεοφιλελευθερισμός. Πρόκειται για την αποθέωση της αποσπασματικής σκέψης και δράσης που απομονώνει τον αναλφαβητισμό για παράδειγμα ή άλλα κοινωνικά προβλήματα επιδιώκοντας την πολιτική χειραγώγηση.

Είσαστε επίσης ένας από τους συνιδρυτές της Καμπάνιας Μποϋκοτάζ στους Υποστηρικτές του Ισραήλ. Ποιος είναι ο σκοπός αυτής της οργάνωσης;

Στόχος μας είναι να αγωνιστούμε ενάντια στην σιωνιστική οικονομία. Στον Λίβανο και τον αραβικό κόσμο υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που είτε δεν θέλουν να παλέψουν με ένοπλο τρόπο, είτε δεν πιστεύουν στον ένοπλο αγώνα ενώ ταυτόχρονα μισούν το Ισραήλ και πιστεύουν πως οι διαδηλώσεις δεν αρκούν. Μποϋκοτάροντας εταιρείες που υποστηρίζουν το Ισραήλ είναι ένα αποτελεσματικότατο όπλο που μπορείς να χρησιμοποιήσεις για να μπορέσεις να νικήσεις το σιωνισμό στο οικονομικό επίπεδο. Εμείς λέμε στον κόσμο να σταματήσει να στηρίζει με τις αγορές του εταιρείες όπως η Μακ Ντόναλντ, η Κόκα – κόλα και η Μπέργκερ Κινγκ που βοηθούν την κυβέρνηση του Ισραήλ. Δεν είναι άλλωστε μια μέθοδο που εμείς επονοήσαμε. Το μποϋκοτάζ έχει χρησιμοποιηθεί κι άλλες φορές στην ιστορία: από τον Γκάντι στην Ινδία, από το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο ενάντια στο απαρτχάιντ κ.λπ. Προσπαθούμε μάλιστα να επεκτείνουμε τη δράση μας κι εκτός Λιβάνου: στη Συρία, την Αίγυπτο, την Ιορδανία κοκ.

Το Ισραήλ ωστόσο αντιλέγει πως τόσο το μίσος των Αράβων όσο κι οι προσπάθειες απομόνωσης του και μποϋκοτάζ είναι εκφράσεις του αντισημιτισμού.

Το Ισραήλ χρησιμοποιεί τη βιομηχανία του Ολοκαυτώματος και τη θεωρία του αντισημιτισμού ως πρόφαση για να αμυνθεί απέναντι στις λαϊκές διαμαρτυρίες και την οργή του αραβικού κι ολόκληρου του κόσμου. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι ελάχιστοι πια πιστεύουν το Ισραήλ. Δεν είναι δυνατό όταν καταπιέζεις ένα λαό επί δεκαετίες, όταν του στερείς τα βασικότερα δικαιώματα κι αυτός ξεσηκώνεται ζητώντας να εφαρμοστεί μποϋκοτάζ, τότε να θυμάσαι τον αντισημιτισμό. Πολύ περισσότερο όταν σ’ αυτό τον αγώνα συμμετέχουν και κορυφαίοι Εβραίοι διανοούμενοι όπως ο Νόαμ Τσόμσκι.