Ο Λίβανος ξανά στο μάτι του κυκλώνα

 

«Όπως υποστήριξε ο Χαρίρι κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Ουάσινγκτον», έγραφε το πάντα καλά ενημερωμένο περιοδικό Foreign Affairs στις 3 Αυγούστου 2017 με αφορμή την επίσκεψη του λιβανέζου πρωθυπουργού στην αμερικανική πρωτεύουσα, «κύρια προτεραιότητα του Λιβάνου μεσοπρόθεσμα, είναι η διατήρηση της επισφαλούς πολιτικής σταθερότητας που η χώρα έχει καταφέρει να εξασφαλίσει από το ξέσπασμα του εμφύλιου πολέμου στη γειτονική Συρία».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Αυτή ακριβώς η σταθερότητα διακυβεύεται πλέον καθαρά μετά την επεισοδιακή παραίτηση του λιβανέζου πρωθυπουργού, που ανακοινώθηκε επί σαουδαραβικού εδάφους στις 4 Νοεμβρίου. Η παραίτηση ωστόσο μόνο οικειοθελής δεν ήταν! Ούτε και η δήλωση που διάβασε ο Σαάντ Χαρίρι γράφτηκε από τον ίδιο, καθώς κατά γενική ομολογία ακόμη και δυτικών Μέσων, η γλώσσα που χρησιμοποίησε εναντίον του Ιράν ήταν εντελώς ξένη για τον λιβανέζο πρωθυπουργό, ο οποίος μαζί με τη λιβανέζικη διατηρεί και σαουδαραβική υπηκοότητα. Κάλλιστα επομένως το Ριάντ μπορεί να του απαγγείλει κατηγορίες και να διατάξει την προφυλάκισή του όσο βρίσκεται εντός των συνόρων του, όπως άλλωστε έκανε ο ντε φάκτο βασιλιάς της χώρας 32χρονος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, με δεκάδες υπουργούς, πρίγκηπες και καναλάρχες. Κι αν η εκκαθάριση των ανακτορικών αντιπάλων του αποσκοπούσε στη διασφάλιση της εξουσίας του, η εξαγωγή πολιτικής αστάθειας στη χώρα των Κέδρων, μέσω της απαγωγής ενός εκλεγμένου προέδρου, υπηρετεί τα επεκτατικά του σχέδια. Και συγκεκριμένα έναν πόλεμο με το Ιράν! Μάλιστα, δεν είναι η πρώτη φορά που ο σαουδάραβας ηγέτης μετέρχεται τέτοιων μεθόδων. Υπό κράτηση βρίσκεται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο πρόεδρος της Υεμένης, στελέχη της συριακής αντιπολίτευσης, κ.α.

Αλήθεια, εν είδει παρενθέσεως, πόσες φορές θα είχε συνεδριάσει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ; Πόσα πολεμικά πλοία των ΗΠΑ θα είχαν μετακινηθεί στον Περσικό; Και πόσες εκτοξεύσεις πυραύλων θα είχαν ήδη πυροδοτηθεί αν αυτή την απαγωγή την είχε υλοποιήσει το Ιράν;

Ο Λίβανος αποτελεί την πιο ζωντανή απόδειξη της δυνατότητας ασφαλούς και αρμονικής συνύπαρξης μεταξύ Σιιτών και Σουνιτών. Ο απόλυτος σεβασμός στα συμφωνηθέντα μεταξύ των δύο βασικών δογμάτων του Ισλαμισμού δεν έχει εξασφαλίσει μόνο την ειρήνη στον πολύπαθο Λίβανο, αλλά δείχνει ότι ο καλλιεργούμενος από τον Ουαχαμπίτικο οίκο των Σαούντ «πόλεμος των πολιτισμών» εντός του Ισλάμ (που αν και υποδιαίρεση έρχεται να υποστηρίξει ακριβώς τα ίδια εμπρηστικά σχέδια με τον πρωτότυπο «πόλεμο των πολιτισμών» του Χάντιγκτον) είναι πολιτική επινόηση, μοχλός υποδαύλισης πολιτικών διαιρέσεων και αιματηρών εμφυλίων. Γι’ αυτό και ο Λίβανος πρέπει να πάψει να είναι όαση στην κόλαση της Μέσης Ανατολής!

Κι επειδή αυτή την πολιτική ο ίδιος ο Χαρίρι δεν πειθόταν να την υλοποιήσει από μόνος του πιθανότατα του επιβλήθηκε υπό τη μορφή απειλής. Ο κατασκευασμένος χαρακτήρας της πολιτικής κρίσης που εμφανίστηκε στο Λίβανο και της ευρύτερης αναστάτωσης τους τελευταίους μήνες αποκαλύπτεται αν λάβουμε υπ’ όψη μας δύο καθόλου τυχαίες χρονικές συμπτώσεις. Η πρώτη σχετίζεται με την επίσκεψη του Τραμπ στη Σαουδική Αραβία τον Μάιο που φαίνεται ότι άναψε το πράσινο φως στον 32χρονο ηγέτη της όχι μόνο για το εμπάργκο στο Κατάρ σε λιγότερο από ένα μήνα αλλά και για τις εκκαθαρίσεις εντός των Σαούντ. Ο δεύτερος κάθε άλλα παρά καθησυχαστικός συγχρονισμός σχετίζεται με την απόφαση του Τραμπ να μην επιβεβαιώσει στο Κογκρέσο τη συμμόρφωση του Ιράν ως προς τους όρους της συμφωνίας του 2015, με το αστείο σκεπτικό ότι η Τεχεράνη υλοποιεί το γράμμα μεν, αλλά όχι το πνεύμα της συμφωνίας… Κίνηση που ανοίγει το δρόμο για την ακύρωση της συμφωνίας και την επιβολή νέου εμπάργκο στο Ιράν…

Ωστόσο, η σταθερότητα στο Λίβανο οφείλεται στην τεράστια πολιτική επιρροή της σιίτικης αντιστασιακής οργάνωσης Χεζμπολάχ, που μπορεί για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ να αποτελεί τρομοκρατική οργάνωση στον ίδιο το Λίβανο όμως και στη Μέση Ανατολή διαθέτει τεράστιο κύρος. Το επιβεβαίωσε με τον πόλεμο των 33 ημερών το 2006, όταν συνέτριψε τον ισραηλινό στρατό, και το απογείωσε πολεμώντας εναντίον του αδρά χρηματοδοτούμενο από τα σουνίτικα καθεστώτα και τις δυτικές κυβερνήσεις Ισλαμικού Κράτους στα εδάφη της Συρίας, αλλά και του ίδιου του Λιβάνου. Επιδέχεται πολλαπλών συμπερασμάτων το γεγονός ότι στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε την επίσκεψη του Χαρίρι στην Ουάσινγκτον κι ενώ ο Τραμπ κατήγγειλε την Χεζμπολάχ, παρότι αποτελεί εκλογική επιλογή ενός διόλου ευκαταφρόνητου τμήματος του λιβανέζικου πληθυσμού και συμμετέχει στην κυβέρνηση, την ίδια μέρα η σιίτικη οργάνωση έφερνε σε πέρας μια αποστολή που απέρριψε ο Λιβανέζικος στρατός, ο οποίος χρηματοδοτείται γενναιόδωρα από τις ΗΠΑ: να ξεριζώσει και τα τελευταία υπολείμματα των τζιχαντιστών από τα όρη του βορειοανατολικού Λιβάνου!

Δοθέντος λοιπόν όχι μόνο του τεράστιου γοήτρου που έχει η Χεζμπολάχ, εντός κι εκτός του μικροσκοπικού Λιβάνου, αλλά και του ετοιμοπόλεμου της, τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον ούτε η Σαουδική Αραβία, ούτε το Ισραήλ είναι διατεθειμένοι να αναμετρηθούν μαζί της, όσο κι αν η μία χώρα προσεύχεται κάθε βράδυ στο δικό της θεό να ξεκινήσει πόλεμο η άλλη. Άμεσος κίνδυνος επομένως εισβολής ή νέου εμφυλίου στο Λίβανο δεν υφίσταται επειδή η υπεροπλία της Χεζμπολάχ αποκλείει εξ αρχής κάθε ενδεχόμενο νίκης του αντίπαλου στρατοπέδου.

Η Μέση Ανατολή ωστόσο με την παραίτηση του Χαρίρι και την πρόσφατη πρωτοβουλία του Μακρόν να τον φιλοξενήσει στη Γαλλία, παρατείνοντας έτσι την απουσία του από το Λίβανο, γίνεται πιο απρόβλεπτη και η προοπτική ενός γενικευμένου πολέμου πολύ πιο αιματηρού κι εκτεταμένου απ’ όσους έχουμε ήδη γνωρίσει στην περιοχή έρχεται πιο κοντά…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Συνεχείς προκλήσεις Ισραήλ κατά του Λιβάνου (Επίκαιρα 12-18/8/2010)

Κακός οιωνός για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ήταν το πολεμικό επεισόδιο που ξέσπασε στα σύνορα του Λιβάνου με το Ισραήλ την Τρίτη 3 Αυγούστου οδηγώντας στο θάνατο έναν ισραηλινό αντισυνταγματάρχη κι από τη μεριά του Λιβάνου δύο στρατιώτες κι ένα δημοσιογράφο. Η φονική ανταλλαγή πυρών που ξέσπασε με ευθύνη του Ισραήλ αποτέλεσε ένα ακόμη επεισόδιο σε μια μακρά αλυσίδα ανησυχητικών εξελίξεων που συμβαίνουν τις τελευταίες λίγες εβδομάδες τα οποία υπογραμμίζουν ότι μια νέα ανάφλεξη είναι προ των πυλών της Μέσης Ανατολής.

Το πυρ που διέταξαν οι λιβανέζικες ένοπλες δυνάμεις, με αφορμή την παραβίαση των συνόρων τους κατά την προσπάθεια των ισραηλινών να κόψουν κάποια δένδρα που περιόριζαν το οπτικό πεδίο στις κάμερες παρακολούθησης, αποτέλεσε κατ’ αρχήν έκπληξη. Όχι γιατί μια τέτοια απόφαση ήταν αδικαιολόγητη. Οι κυανόκρανοι του ΟΗΕ, που ερωτήθηκαν, απάντησαν στο Ισραήλ να περιμένει και να μην προχωρήσει στην κοπή των δένδρων που είχε ζητήσει σε ένα κατεχόμενο κομμάτι γης, το οποίο έχει αποσπάσει με τη βία από τον Λίβανο, σύμφωνα με δηλώσεις αξιωματούχων του ΟΗΕ. Ενώ, πριν εκτοξευθούν τα θανατηφόρα πυρά είχαν γίνει προειδοποιητικές βολές και οι σχετικές προειδοποιήσεις. Τα πυρά των λιβανέζων στρατιωτών επομένως ήταν δικαιολογημένα και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η πολιτική ηγεσία επικρότησε τη στάση του στρατού. Πολύ ενδεικτικά ο πρόεδρος της χώρας, Μισέλ Σουλεϊμάν δήλωσε ότι έδωσε οδηγίες στους αξιωματικούς «να αντιμετωπίσουν κάθε παραβίαση των εδαφών του Λιβάνου ή εναντίον του λαού και του στρατού μας χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα μέσα και με οποιαδήποτε θυσίες χρειασθούν». Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρωθυπουργός, Σάαντ Χαρίρι, που προχώρησε σε διεθνείς επαφές, σύμφωνα με την Wall Street Journal της επομένης, εξετάζοντας «τρόπους αντιμετώπισης της ισραηλινής επιθετικότητας».

Η έκπληξη προερχόταν από το γεγονός ότι για πρώτη φορά η υπόθεση της υπεράσπισης της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας του Λιβάνου γινόταν υπόθεση του εθνικού στρατού του! Από την αντίσταση ενάντια στην ισραηλινή κατοχή του νοτίου τμήματος της χώρας που έληξε νικηφόρα το 2000 με την ταπεινωτική αποχώρηση του ισραηλινού στρατού κατοχής, λόγω του τεράστιου κόστους που κατέβαλε, μέχρι τον πόλεμο των 34 ημερών το καλοκαίρι του 2006, η διαφύλαξη των συνόρων του Λιβάνου ανέκαθεν ήταν υπόθεση των σιιτών της Χεζμπολάχ και των συμμάχων της. Στον πόλεμο του 2006 ο εθνικός στρατός δεν είχε ρίξει ούτε μία σφαίρα!

Τώρα όμως οι όροι αντιστράφηκαν. Σε τέτοιο βαθμό ώστε κατά την προγραμματισμένη και επετειακή (με αφορμή την λήξη του πρόσφατου πολέμου) ομιλία του, που πραγματοποιήθηκε λίγες ώρες μετά το επεισόδιο στα σύνορα, ο ηγέτης της Χεζμπολάχ, σεΐχης Χασάν Νασράλα να δηλώσει ότι «η αντίσταση προστατεύει το στρατό κι ο στρατός την αντίσταση». Ο ηγέτης της Χεζμπολάχ δήλωσε επίσης ότι «οι άνδρες μας βρίσκονταν στο πεδίο της μάχης κατά μήκος των συνόρων αλλά είχαν διαταχθεί να δείξουν αυτοσυγκράτηση».

Μια πρώτη ερμηνεία για την προθυμία που έδειξε η πολιτική ελίτ του Λιβάνου να αναλάβει επιτέλους τις ευθύνες που της αναλογούν σχετίζεται με τον κίνδυνο που εκπροσωπεί η Χεζμπολάχ. Το συμπέρασμα από τον πόλεμο του 2006 και την αντίσταση στην κατοχή του νοτίου Λιβάνου είναι ότι η χώρα δεν πρόκειται να μείνει απροστάτευτη. Η Χεζμπολάχ κι άλλες ένοπλες σιτικές οργανώσεις έχουν τον εξοπλισμό και την εμπειρία να αποκρούσουν μια ισραηλινή επίθεση. Το αντίτιμο που πλήρωσε όμως το κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα του Λιβάνου ήταν η απογείωση του κύρους της σιιτικής οργάνωσης, που έπαψε να αποτελεί μια θρησκευτική σέχτα κι αίφνης μετατράπηκε σε δύναμη που εγγυάται την εδαφική κυριαρχία και την ενότητα της χώρας. Για να μην δει για άλλη μια φορά τα κύρος του να καταβυθίζεται επομένως προς όφελος της Χεζμπολάχ, ο πολιτικός κόσμος του Λιβάνου ανέλαβε να σηκώσει αυτή τη φορά το γάντι που πέταξαν οι Ισραηλινοί. Δεν είναι όμως μόνο αυτό.

Τα ίδια τα διακυβεύματα πλέουν έχουν γίνει πολύ περισσότερα. Έως πρόσφατα το Ισραήλ, που χαρακτηρίζεται εχθρικό κράτος στο σύνταγμα του Λιβάνου, έχει αποσπάσει με τη βία πολλές εκτάσεις από το Λίβανο κατά μήκος των κοινών τους συνόρων, τις οποίες επιχειρεί να ενσωματώσει στα δικά του γεωγραφικά σύνορα. Η επιθετικότητά του όμως πλέον ξεφεύγει από τα γήινα όρια κι επεκτείνεται στα χωρικά ύδατα. Αφορμή αποτέλεσε η ανακάλυψη ανοιχτά του Ισραήλ και του Λιβάνου ενός γιγαντιαίου κοιτάσματος φυσικού αερίου (Λεβιάθαν το χαρακτήριζαν οι Financial Times σε δημοσίευμά τους στις 17 – 18 Ιούλη) που περιλαμβάνει 16 τρισ. κυβικά πόδια αερίου. Η θαλάσσια περιοχή όπου βρίσκεται το κοίτασμα είναι αντίκρυ τόσο του Ισραήλ όσο και του Λιβάνου, όπως βεβαιώνεται από μια απλή ματιά που μπορεί να ρίξει κανείς στους χάρτες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Παρόλα αυτά το Ισραήλ κατά παράβαση κάθε διεθνούς πρακτικής και νομιμότητας τοποθέτησε μια σειρά από σημαδούρες κατά μήκος δύο μιλίων, επικαλούμενο λόγους ασφαλείας, ορίζοντας έτσι μονομερώς τα χωρικά ύδατα του. Στόχος του φυσικά ήταν μόνο και μόνο να αποκλείσει κάθε πιθανή εκμετάλλευση των κοιτασμάτων από το Λίβανο. Δείχνοντας τις προθέσεις του Ισραήλ, ο υπουργός Υποδομών της χώρας, Ουζί Λαντάου, δήλωσε στα μέσα Αυγούστου ότι το εβραϊκό κράτος «δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει ακόμη και στρατιωτική δύναμη» για να υπερασπίσει τα κοιτάσματα αερίου.

Η προκλητικότητα του Ισραήλ έχει εξοργίσει τον πολιτικό κόσμο του Λιβάνου που βλέπει τον κίνδυνο να χάσει μέσα από τα χέρια του μια μοναδική στην ιστορία ευκαιρία για να ανορθώσει τα υπό κατάρρευση δημόσια οικονομικά του (με χρέος ύψους 50 δισ. δολ. που αγγίζει το 150% του ΑΕΠ) και να εξασφαλίσει την ενεργειακή του αυτονομία. Η δήλωση σε αυτό το πλαίσιο, από τη Συρία μάλιστα, του σιίτη προέδρου της λιβανέζικης Βουλής, ότι «ο στρατός ο λαός και η αντίσταση του Λιβάνου είναι έτοιμοι να αναχαιτίσουν κάθε προσπάθεια κλοπής των φυσικών τους πόρων» κάθε άλλο παρά τυχαία ή μεμονωμένη ήταν. Αντανακλούσε την αυξημένη ένταση που υπάρχει στις σχέσεις των δύο χωρών, με ευθύνη φυσικά του Ισραήλ.

Στην βάση όλων των παραπάνω το πολεμικό επεισόδιο της προηγούμενης Τρίτης έφερε στην επιφάνεια την υφιστάμενη όξυνση. Το Ισραήλ δε, το προκάλεσε θέλοντας έτσι κατά πάσα πιθανότητα να ελέγξει τα αντανακλαστικά των γειτόνων του και να δει κατά πόσο η διάθεση του πολιτικού κόσμου να διεκδικήσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα περιορίζεται μόνο σε δηλώσεις, όπως συνηθίζεται στη Μέση Ανατολή. Ήταν ένας έλεγχος αντιδράσεων που θύμιζε, τηρουμένων όλων των αναλογιών, τον έλεγχο που έκανε η Γεωργία στα αντανακλαστικά της Ρωσίας με την επέμβαση στη νότια Οσετία, με δραματικά αποτελέσματα.

Επιπλέον, η επιθετικότητα του Ισραήλ κατά του Λιβάνου μπορεί να ενταχθεί στα μέτρα προετοιμασίας και επίσπευσης της ειλημμένης απόφασης βομβαρδισμού των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν. Το εβραϊκό κράτος δεν αποκλείεται να προκαλέσει ένα νέο πόλεμο με το Λίβανο και τη Χεζμπολάχ προκειμένου να εξουδετερώσει το οπλοστάσιό τους, αποκλείοντας έτσι πιθανά μέτρα εκδίκησης και αντιπερισπασμού σε περίπτωση επίθεσης στο Ιράν. Ήδη άλλωστε το ξήλωμα του κατασκοπευτικού του δικτύου στη χώρα των Κέδρων, με αφορμή τις αλλεπάλληλες συλλήψεις λιβανέζων αξιωματούχων που δούλευαν για λογαριασμό του εβραϊκού κράτους, η τελευταία από τις οποίες συνέβη μόλις λίγες μέρες πριν το αιματηρό επεισόδιο, αδυνατίζει τις θέσεις του Ισραήλ στη γειτονική χώρα κι αυξάνει την οργή του.

Η αυξημένη ανησυχία που υπάρχει στη Μέση Ανατολή για ένα νέο πόλεμο μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου οδήγησε την προτελευταία μέρα του Ιούλη τον πρόεδρο της Συρίας, Μπασάρ αλ Άσαντ, και τον βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας, Αμπντάλα, στη Βηρυτό όπου συναντήθηκαν με τον πρόεδρο του Λιβάνου, σε μια εμφανή προσπάθεια να εκτονώσουν την κλιμακούμενη ένταση. Ωστόσο, η δήλωση του σύρου προέδρου λίγες μέρες μετά ότι «αυξάνονται οι πιθανότητες ενός πολέμου στην περιοχή» και κατά βάθος οι συνεχείς προκλήσεις του Ισραήλ, λιγοστεύουν τις πιθανότητες εκτόνωσης της κρίσης.

Αγωνία για τη Χώρα των Κέδρων (Μετροπόλιταν, 7/6/2009)

Ιδιαίτερα κρίσιμες είναι οι βουλευτικές εκλογές που πραγματοποιούνται αύριο, Κυριακή 7 Ιουνίου, στον Λίβανο καθώς το αποτέλεσμά τους θα κρίνει την πορεία της χώρας και πολύ πιθανά τις διεθνείς της σχέσεις.

Οι εκλογές στον Λίβανο είναι συνήθως η πιο πληκτική πολιτική μάχη στον κόσμο, καθώς είναι κατά μεγάλο μέρος προβλέψιμη. Αυτό οφείλεται στο πολιτικό σύστημα της χώρας που δημιουργήθηκε με τη Συμφωνία του Ταΐφ η οποία τερμάτισε τον 15ετή εμφύλιο. Με βάση όσα περιέχονται στα άρθρα της για κάθε θρησκευτική μειονότητα υπάρχει ένας προκαθορισμένος αριθμός κοινοβουλευτικών εδρών.

Ειδικότερα, προβλέπεται ότι οι 128 έδρες μοιράζονται ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους. Από τις 64 έδρες των χριστιανών, 34 αναλογούν στους μαρονίτες, 14 στους έλληνες ορθόδοξους, 8 στους έλληνες καθολικούς, 5 στους ορθόδοξους της Αρμενίας και 3 σε άλλους χριστιανούς. Οι 64 έδρες των μουσουλμάνων κατανέμονται ως εξής: 27 έδρες στους σουνίτες, 27 στους σιίτες, 8 στους δρούζους και 2 στους αλαβίτες.

Πρόκειται για ένα από τα πιο άδικα πολιτικά συστήματα για πολλούς κι όχι τόσο προφανείς λόγους. Κατ’ αρχήν οι έδρες απέχουν έτη φωτός από τη σύνθεση του πληθυσμού, καθώς η κατανομή τους αποφασίσθηκε με βάση μια πληθυσμιακή απογραφή της δεκαετίας του ’30! Έκτοτε απαγορεύονται οι απογραφές, για να μη φανεί πόσο καλπονοθευτικό είναι το εκλογικό σύστημα. Η αναντιστοιχία του με τη σημερινή πληθυσμιακή σύνθεση δεν είναι απόρροια μιας τυχαίας και μη προσανατολισμένης, αδιάφορης δηλαδή, αλλαγής. Αντίθετα οι πληθυσμιακές μεταβολές των τελευταίων δεκαετιών, αποτέλεσμα του εμφυλίου και της κατοχής του Ν. Λιβάνου μέχρι το 2000 από το Ισραήλ, συνέτειναν στην φυγή από τη χώρα του πιο ευκατάστατου τμήματος του πληθυσμού που ανήκει στη χριστιανική και σουνιτική μειοψηφία, ενώ οι πολιτικές μεταβολές, ως απόρροια της απογείωσης του κύρους της Χεζμπολάχ λόγω της ήττας που προκάλεσε στον εβραϊκό στρατό το καλοκαίρι του 2006, συνέτειναν στην αποθέωση της επιρροής της σιίτικης οργάνωσης. Όλοι οι δρόμοι συνεπώς θα οδηγούσαν στον εκλογικό θρίαμβο της Χεζμπολάχ αν… Αν δεν υπήρχε το σύστημα των ποσοστώσεων το οποίο θεωρητικά εγγυάται την αποτροπή μιας νέας εμφύλιας σύρραξης, πρακτικά τον κατακερματισμό του πολιτικού συστήματος και κατά βάθος μια «οροφή» εδρών την οποία δεν μπορεί να υπερβεί η Χεζμπολάχ. Έτσι είναι καταδικασμένη να αναζητά διαρκώς συμμάχους, σε άλλες θρησκευτικές μειονότητες, συγκροτώντας πλατιές συμμαχίες, τις οποίες χρησιμοποιεί σαν όχημα για να διεκδικήσει την εξουσία.  Βασικός σύμμαχός της την τελευταία περίοδο είναι ο χριστιανός ηγέτης Μισέλ Αούν, ο οποίος αν και στο παρελθόν ήταν από πιο φανατικούς εχθρούς της Συρίας πλέον έχει εξελιχθεί στον πιο σταθερό σύμμαχο της Χεζμπολάχ που ποτέ δεν έκρυψε τις πολιτικές σχέσεις που διατηρεί με τη Συρία και το Ιράν. Ως συμμαχία διεκδικεί τη νίκη στις βουλευτικές εκλογές κι η φιλοδυτική πλειοψηφία που ελέγχει σήμερα την κυβέρνηση έχοντας 70 από τις 128 έδρες. Το όνομα της δε είναι «14 Μάρτη» και το πήρε από εκείνη την ημέρα του 2005 που έγινε στη Βηρυτό μια μεγάλη διαδήλωση ενάντια στη Συρία που οι δυτικές κυβερνήσεις αποκάλεσαν «επανάσταση των κέδρων», ενώ ο Τύπος κι οι κάτοικοι του Λιβάνου «επανάσταση των Γκούτσι» λόγω των ενδυματολογικών προτιμήσεων των… επαναστατημένων.

Παρότι όμως η σιιτική οργάνωση τηρεί με θρησκευτική ευλάβεια τις συνταγματικές προβλέψεις, δέχεται κυρίως από τις ΗΠΑ το ένα χτύπημα κάτω από τη ζώνη μετά το άλλο, σε μια εμφανή προσπάθεια να μην κεφαλαιοποιηθεί σε ψήφους το τεράστιο κύρος που απέκτησε μετά τον πόλεμο των 33 ημερών όταν θριάμβευσε εκεί που ατιμώθηκαν όλοι οι στρατοί των αραβικών χωρών. Το αυξημένο ενδιαφέρον των ΗΠΑ έγινε αρχικά γνωστό από την επίσκεψη της αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών, Χίλαρι Κλίντον, στη Βηρυτό. Αυτό το ενδιαφέρον όμως προσέλαβε προκλητικές διαστάσεις, συνιστώντας ευθεία παρέμβαση στα εσωτερικά της χώρας, κατά την επίσκεψη στην πρωτεύουσα του Λιβάνου του αμερικανού αντιπροέδρου, Τζο Μπάιντεν, μετά την ολοκλήρωση ενός άλλου εξ ίσου… αθώου και εθιμοτυπικού ταξιδιού του, στα Βαλκάνια. Να σημειωθεί ότι η προηγούμενη επίσκεψη αμερικανού αντιπροέδρου στη χώρα των κέδρων ήταν του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου, επί προεδρίας Ρόναλντ Ρέιγκαν κι είχε συμβεί τον Οκτώβρη του 1983 λίγες εβδομάδες μετά την ανατίναξη του κτιρίου όπου διέμεναν αμερικανοί πεζοναύτες που στοίχισε τη ζωή σε 241 άνδρες των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων!

Έχοντας πολύ πιθανά στο νου του αυτό το περιστατικό, ο Μπάιντεν που εξελίσσεται σε ιέρακα του Ομπάμα, προειδοποίησε τους Λιβανέζους πως αν τυχόν και ψηφίσουν τη Χεζμπολάχ και τους συμμάχους της τερματίζεται η οικονομική βοήθεια. Η απειλή του έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω της δεινής οικονομικής θέσης που βρίσκεται ο Λίβανος καθώς το δημόσιο χρέος του φθάνει το 160% του ΑΕΠ. Οι ΗΠΑ από το 2006 μέχρι σήμερα έχουν προσφέρει τουλάχιστον 1 δισ. δολάρια στον Λίβανο, εκ των οποίων τα 400 εκ. αφορούσαν στρατιωτικό υλικό. Η οικονομική ενίσχυση δεν ήταν πολιτικά ουδέτερη καθώς ζητούμενό της είχε την αναβάθμιση της επιχειρησιακής ικανότητας του κυβερνητικού στρατού μήπως καταφέρει ποτέ να λειτουργήσει σαν αντίβαρο στην Χεζμπολάχ που έχει πάρει μονοπώλιο την εθνική άμυνα του Λιβάνου, με πολύ επιτυχημένο μάλιστα τρόπο όπως έδειξε μόλις πρόσφατα η εξάρθρωση δικτύου κατασκόπων του Ισραήλ με τη σύλληψη περισσότερων από 40 πρακτόρων. Εξ ίσου μεροληπτικές και πολιτικά κατευθυνόμενες ήταν κι οι χρηματοδοτήσεις ύψους 7,6 δισ. δολαρίων που συγκεντρώθηκαν από αραβικές χώρες το 2007 για την ανοικοδόμηση καθώς, σύμφωνα με τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 27 Μαΐου, «πολλές από αυτές τις δωρεές έγιναν για να προσφέρουν πολιτική υποστήριξη στη συμμαχία “14 Μάρτη” και για να τη βοηθήσουν να αντιμετωπίσει τη Χαμάς».

Ο κίνδυνος λοιπόν που αιωρείται πάνω από τον πολύπαθο Λίβανο είναι σαφής: Να έχει κι αυτός την τύχη της Γάζας, όταν το αποτέλεσμα των εκλογών τον Ιανουάριο του 2006 σε μια από τις ελάχιστες δημοκρατικές εκλογικές διαδικασίες που έγιναν στη Μέση Ανατολή δεν ήταν το επιθυμητό στους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους (και πριν απ’ αυτούς στους Ισραηλινούς) και επέβαλλαν ένα φονικό εμπάργκο στους Παλαιστινίους τιμωρώντας τους που ψήφισαν τη Χαμάς. Θα εφαρμοστεί λοιπόν συλλογική τιμωρία και στους Λιβανέζους αν ψηφίσουν διαφορετικά από τις προτιμήσεις των Αμερικανών;

Σύμφωνα με τον Μπάιντεν ναι. Κι η γνώμη του Λευκού Οίκου έχει σημασία όχι μόνο σ’ ότι αφορά τις αμιγώς δικές του χρηματοδοτήσεις, αλλά και αυτές του ΔΝΤ στην εκτελεστική επιτροπή του οποίου συμμετέχει, καθώς εκεί θα εξετασθεί σε δύο μήνες μια νέα αίτηση του Λιβάνου για να λάβει δάνειο διευκόλυνσης. Ας κρατήσουμε ωστόσο ότι η Χεζμπολάχ, που συμπεριλαμβάνεται στη λίστα με τρομοκρατικές οργανώσεις του Λευκού Οίκου παρότι διέθετε 14 έδρες στη βουλή μέχρι σήμερα, έναν υπουργό και δικαίωμα βέτο στις κυβερνητικές αποφάσεις, έχει ήδη προβεί σε επαφές με στελέχη του διεθνούς οργανισμού δείχνοντας έτσι την προθυμία της να σεβαστεί τις δεσμεύσεις της χώρας και να διασφαλίσει την εξυπηρέτηση των δανειακών της αναγκών. Δεν περνάει απαρατήρητη ωστόσο η αντιφατική της θέση της καθώς για να μη διευκολύνει ένα πιθανό εμπάργκο διακινδυνεύει να χρεωθεί τις αντιλαϊκές πολιτικές που θα επιβάλλει ο μισητός οργανισμός και να θυσιάσει έτσι στο βωμό της «κυβερνητικής ευθύνης» τους ακατάλυτους μέχρι τώρα δεσμούς που έχει με τη φτωχολογιά του νότου και των πόλεων.

Από την άλλη, η Ευρωπαϊκή Ένωση που εναντίον της Χαμάς υποτάχτηκε πλήρως στις οδηγίες του Ισραήλ συμμετέχοντας στο φονικό εμπάργκο, στην περίπτωση του Λιβάνου, το οποίο χρηματοδοτεί με 60 εκ. ευρώ το χρόνο, τηρεί πιο διακριτική στάση. Σύμφωνα με δημοσιεύματα φέρεται αποφασισμένη να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τη χώρα, ανεξαρτήτως του αυριανού εκλογικού αποτελέσματος. Με επιθετικό τρόπο υποστήριξε ότι πρέπει να συνεχιστεί η χρηματοδότηση του Λιβάνου, ακόμη κι αν εκλεγεί η σιιτική συμμαχία, κι ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ.

Αν ωστόσο είναι νωρίς για να ξέρουμε τις αντιδράσεις της διεθνούς κοινότητας σε ένα αποτέλεσμα που θα κριθεί μέχρι την τελευταία στιγμή, αδιαμφισβήτητη είναι η προσπάθεια των Δυτικών και κυρίως του Ισραήλ να σφίξει τη θηλιά γύρω από την Χεζμπολάχ που έχει ταυτίσει τη δράση της με την αντίσταση κατά του Ισραήλ. Οι ύποπτες αποκαλύψεις του γερμανικού περιοδικού Σπίγκελ βάση των οποίων η Χεζμπολάχ είναι ο φυσικός αυτουργός της δολοφονίας του πρώην πρωθυπουργού κι εχθρού της Συρίας Ραφίκ Χαρίρι στις 14 Φεβρουαρίου 2005 (που εντός του Λιβάνου καταγγέλθηκαν ακόμη κι από τη δεξιά πλειοψηφία ενώ στο Ισραήλ έδωσαν την αφορμή για να ζητηθεί η έκδοση διεθνούς εντάλματος σύλληψης κατά του λαοπρόβλητου ηγέτη της Χεζμπολάχ, Σεΐχη Νασράλα) δείχνουν ότι οι επιθέσεις προς τη Χεζμπολάχ θα αυξηθούν. Είτε χάσει είτε κερδίσει στις εκλογές αύριο…

Μετεκλογικοί γρίφοι σε Ιράν – Λίβανο (Διπλωματία, 6ος 2009)

ΤΗ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΕΡΧΕΤΑΙ ΤΟ ΙΡΑΝ

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΧΕΖΜΠΟΛΑΧ

Ιστορικών διαστάσεων γεωπολιτική μεταβολή στη Μέση Ανατολή θα αποτελέσει – αν ευοδωθεί – η επιχειρούμενη απομόνωση της σιιτικής οργάνωσης Χεζμπολάχ και η ανατροπή του προέδρου Αχμαντινετζάντ στο Ιράν με αφορμή τις καταγγελίες για νοθεία του εκλογικού αποτελέσματος. Μια συνολική προσπάθεια επαναχάραξης του πολιτικού χάρτη στη Μέση Ανατολή, προς όφελος του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών, σηματοδοτούν οι πολιτικές συγκρούσεις που είναι σε εξέλιξη στο Ιράν και το Λίβανο με αφορμή τις εκλογές, την επομένη μάλιστα της διεξαγωγής τους. Στο Ιράν οι εκλογές που πραγματοποιήθηκαν την Παρασκευή 12 Ιούνη, 30 χρόνια μετά την επανάσταση που γκρέμισε το καθεστώς του Σάχη, έδωσαν το έναυσμα για να ξεδιπλωθεί η πιο βαθιά πολιτική κρίση που έχει διέλθει το καθεστώς από τη γέννησή του. Τα αιματηρά επεισόδια που ακολούθησαν την ανάδειξη του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ ως προέδρου του Ιράν με το θάνατο επτά διαδηλωτών και ο διχασμός της ίδιας της θρησκευτικής, πολιτικής και οικονομικής ελίτ της χώρας δεν είχαν προηγούμενο ούτε κατά τη διάρκεια των επεισοδίων αμφισβήτησης του καθεστώτος που σημειώθηκαν το 1999. Ο διχασμός ωστόσο της ιρανικής ελίτ είχε γίνει εμφανής πριν ανοίξουν οι κάλπες, όταν κορυφαίοι εκπρόσωποι της συμπαρατάχθηκαν με τον 69χρονο αρχιτέκτονα Μι-Χοσεΐν Μουσαβί, υπενθυμίζοντας ότι η εκλογή του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ ακριβώς πριν τέσσερα χρόνια ήταν μια εν πολλοίς απρόβλεπτη εξέλιξη, που εξέφρασε ωστόσο τις τάσεις σκλήρυνσης της διαπραγματευτικής γραμμής του καθεστώτος, ενώ βρισκόταν σε συνθήκες περικύκλωσης και η γραμμή συνδιαλλαγής του Σαντάμ Χουσεΐν στο γειτονικό Ιράκ το μόνο απτό αποτέλεσμα που είχε επιφέρει ήταν την κατοχή για τη χώρα και το ικρίωμα για τον ίδιο. Ο Αχμαντινετζάντ επομένως ήταν δημιούργημα εκείνων των συνθηκών και φυσικά ανατροπή της προηγούμενης γραμμής «βήμα – βήμα προσέγγισης» την οποία είχαν ακολουθήσει με συνέπεια οι δύο προκάτοχοι του Αχμαντινετζάντ: ο Ιράν Ακμπάρ Χασεμί Ραφσαντζανί κι ο Μοχάμεντ Χαταμί. Πολύ πιο κραυγαλέα όμως στροφή από την εξωτερική πολιτική σηματοδότησε η 4ετία του Αχμαντινετζάντ στην κοινωνική πολιτική, καθώς ακολούθησε μια γνήσια φιλολαϊκή πολιτική, προς όφελος των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο ο Αχμαντινεζάντ διπλασίασε τις συντάξεις φθάνοντάς τις στα 500 ευρώ(!), αύξησε τους μισθούς και τις κοινωνικές παροχές και για να ενισχύσει το εισόδημα των φτωχότερων τους διένειμε μετοχές κρατικών επιχειρήσεων. Το έρεισμα που είχε αποκτήσει στη νεολαία ήταν τόσο ισχυρό ώστε κατέθεσε στη Βουλή πρόταση νόμου για να μειωθεί το ηλικιακό όριο στους ψηφοφόρους, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή. Ο βασικότερος αντίπαλός του από την άλλη, ο Μιρ Χοσεΐν Μουσαβί, συμμετείχε στην προεκλογική εκστρατεία αμφισβητώντας το ασφυκτικό και αναχρονιστικό καθεστώς απαγορεύσεων που ισχύει στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και γι αυτό το λόγο απέκτησε προβάδισμα στη νεολαία των βορείων προαστίων όπου κατοικούν τα πιο εύπορα στρώματα του Ιράν. Στο επίπεδο της κοινωνικής πολιτικής ο Μουσαβί επέκρινε σφοδρά την πολιτική παροχών του βασικότερου αντιπάλου του, ζήτησε την εφαρμογή μιας πιο αυστηρής, συσταλτικής οικονομικής πολιτικής για να μειωθεί ο πληθωρισμός, που το 2008 έκλεισε στο 14%, και πολλές ιδιωτικοποιήσεις. Σε αυτό το πλαίσιο δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Washington Post η οποία χρηματοδοτήθηκε από το αμερικανικό Ίδρυμα Ροκφέλερ και διενεργήθηκε σε 30 διαφορετικές πόλεις εκτός της Τεχεράνης τρεις εβδομάδες πριν τις εκλογές στο Ιράν δείχνοντας ότι ο Αχμαντινετζάντ προηγείται έναντι του Μουσαβί με μια σχέση 2 προς 1 φάνηκε απόλυτα δικαιολογημένη. Επιβεβαίωνε το προβάδισμα του Αχμαντινετζάντ στα φτωχά λαϊκά στρώματα. Το εκλογικό ποσοστό δε, όπως ανακοινώθηκε επίσημα μετά τις εκλογές, δίνοντας 63% στον Αχμαντινετζάντ και 34% στον Μουσαβί δεν παρέκκλινε αυτής της δημοσκόπησης. Αυτό ωστόσο που είχε αλλάξει άρδην ήταν η επαμφοτερίζουσα στάση της ιρανικής ελίτ, η οποία όσο πέρναγαν οι μέρες τασσόταν υπέρ του Μουσαβί, στηρίζοντας τις μαζικές κινητοποιήσεις που συντάραξαν την Τεχεράνη μια εβδομάδα μετά τις εκλογές κι αποδεχόμενη το αίτημά του για επανακαταμέτρηση των ψήφων όπου υπήρχαν καταγγελίες για νοθεία. Ρόλο ελκυστήρα σ’ αυτή τη διαδικασία στοίχισης της ελίτ πίσω από τον Μουσαβί διαδραμάτισε ο Ραφσαντζανί, που είχε παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στο σκάνδαλο Ιράν-γκέιτ τη δεκαετία του ’80 όταν το Ιράν αποδείχθηκε πως εξόπλιζε τους μισθοφόρους της CIA στη Νικαράγουα και σήμερα είναι ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους του Ιράν. Η ποικιλότροπη και αθρόα στήριξή του προς τον Μουσαβί φάνηκε μια μέρα πριν τις εκλογές όταν ο γιος του Ραφσαντζανί δήλωνε με περηφάνια στους New York Times πως έχει δημιουργήσει έναν εκλογικό μηχανισμό υποστήριξης του Μουσαβί, με 50.000 παρατηρητές και τηλεφωνήτριες που συλλέγουν πληροφορίες 24 ώρες το 24ωρο, οι οποίες αμείβονται με 25 δολ. την ώρα! Φαίνεται επομένως πως μια εικόνα που δημιουργήθηκε βάση της οποίας ο Αχμαντινετζάντ είναι μισητός κι εκφράζει το σκληροπυρηνικό κατεστημένο των μουλάδων ενώ ο Μουσαβί τις τάσεις φιλελευθεροποίησης αγγίζει τα όρια της αγιογραφίας και σε καμιά περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η αποκαθήλωση άλλωστε ήρθε στο μέσο των διαδηλώσεων από τους New York Times, που από την πρώτη τους σελίδα την Παρασκευή 19 Ιούνη έγραφαν για τον αμφιλεγόμενο ηγέτη της «πράσινης επανάστασης»: «Κατά κάποιο τρόπο είναι ένας ηγέτης από τύχη, μια συντηρητική φιγούρα στην οποία δόθηκε το χρίσμα την τελευταία στιγμή για να εκφράσει τη λαϊκή δυσφορία απέναντι στην προεδρία του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί φιλελεύθερος με τη δυτική έννοια και δεν είναι ακόμη σαφές για πόσο ακόμη θα είναι πρόθυμος να συνεχίσει να υπερασπίζεται τις ευρύτερες δημοκρατικές ελπίδες που έχει ενσαρκώσει. Ο Μουσαβί είναι ένας άνθρωπος από τα μέσα που έχει κινηθεί προς την αντιπολίτευση και τα κίνητρά του για να το κάνει αυτό παραμένουν σκοτεινά. Βρισκόταν κοντά στον ιδρυτή της Ισλαμικής Επανάστασης (σ.σ. τον Αγιατολάχ Χομεϊνί) αλλά έχει διαφωνίες με τον σημερινό ανώτατο ηγέτη. Μερικές εξέχουσες προσωπικότητες έχουν συσπειρωθεί στον αγώνα του περιλαμβανομένου ενός πρώην προέδρου, του Ακμπάρ Χασεμί Ραφσαντζανί. Έτσι δεν είναι σαφές κατά πόσο αυτή η μάχη αντανακλά μια λαϊκή αντίσταση στις σκληροπυρηνικές πολιτικές του Μ. Αχμαντινετζάντ και κατά πόσο πρόκειται για μια μάχη για την εξουσία»! Ακόμη κι έτσι όμως η διαπάλη που είναι σε εξέλιξη στο Ιράν (κι ενώ οι Επαναστατικοί Φρουροί συνεχίζουν να είναι αμέτοχοι παρά το τελεσίγραφο που έστειλαν προεκλογικά δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να γίνει ανεκτή μια «έγχρωμη επανάσταση») δηλώνει πως το καθεστώς βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Η σύγκρουση αφορά εξ ίσου σοβαρά με την εσωτερική πολιτική του Ιράν και την εξωτερική του πολιτική κι ιδιαίτερα το κατά πόσο θα συνεχίσει να εκφράζει και να ενθαρρύνει τις τάσεις του ριζοσπαστικού, μαχητικού Ισλάμ ή αν θα επιζητήσει ένα συμβιβασμό με τη νέα αμερικανική ηγεσία και το Ισραήλ. Γιατί το πραγματικό επίδικο δεν είναι το πυρηνικό του πρόγραμμα, όπως φαίνεται κι από αλλεπάλληλες δηλώσεις κορυφαίων αμερικανών αξιωματούχων οι οποίοι υποστηρίζουν πως είναι αναφαίρετο δικαίωμά του η κατασκευή εργοστασίου πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς. Τελευταίος στην μακρά αλυσίδα προστέθηκε ο Τζον Κέρυ, υποψήφιος των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές του 2004 και σήμερα επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας, ο οποίος δήλωσε σε συνέντευξή του στους Financial Times στις 11 Ιούνη πως «έχουν το δικαίωμα στην ειρηνική πυρηνική ενέργεια και στον εμπλουτισμό ουρανίου για αυτό το σκοπό»! Η σύγκρουση επομένως εστιάζεται στο κατά πόσο το Ιράν θα συνεχίσει να στηρίζει τις τάσεις σύγκρουσης με τη Νέα Τάξη Πραγμάτων σε όλη την Μέση Ανατολή: από την Παλαιστίνη και τη Συρία μέχρι το Λίβανο. Η κρισιμότητα της τρέχουσας συγκυρίας επιβεβαιώνεται κι από τις εξελίξεις στο Λίβανο. Οι εκλογές που πραγματοποιήθηκαν στη χώρα των Κέδρων στις 7 Ιούνη επιβεβαίωσαν την εκτίμηση ότι οι εκλογές στο Λίβανο είναι η πιο πληκτική πολιτική μάχη στον κόσμο, καθώς είναι κατά μεγάλο μέρος προβλέψιμη. Αυτό οφείλεται στο πολιτικό σύστημα της χώρας που δημιουργήθηκε με τη Συμφωνία του Ταΐφ η οποία τερμάτισε τον 15ετή εμφύλιο. Με βάση όσα περιέχονται στα άρθρα της σε κάθε θρησκευτική μειονότητα αντιστοιχεί ένας προκαθορισμένος αριθμός κοινοβουλευτικών εδρών. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι οι 128 έδρες μοιράζονται ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους. Από τις 64 έδρες των χριστιανών, 34 αναλογούν στους μαρονίτες, 14 στους έλληνες ορθόδοξους, 8 στους έλληνες καθολικούς, 5 στους ορθόδοξους της Αρμενίας και 3 σε άλλους χριστιανούς. Οι 64 έδρες των μουσουλμάνων κατανέμονται ως εξής: 27 έδρες στους σουνίτες, 27 στους σιίτες, 8 στους δρούζους και 2 στους αλαβίτες. Πρόκειται για ένα από τα πιο άδικα πολιτικά συστήματα για πολλούς κι όχι τόσο προφανείς λόγους. Κατ’ αρχήν οι έδρες απέχουν έτη φωτός από τη σύνθεση του πληθυσμού, καθώς η κατανομή τους αποφασίσθηκε με βάση μια πληθυσμιακή απογραφή της δεκαετίας του ’30! Έκτοτε απαγορεύονται οι απογραφές, για να μη φανεί πόσο καλπονοθευτικό είναι το εκλογικό σύστημα. Η αναντιστοιχία του με τη σημερινή πληθυσμιακή σύνθεση δεν είναι απόρροια μιας τυχαίας και μη προσανατολισμένης, αδιάφορης δηλαδή, αλλαγής. Αντίθετα οι πληθυσμιακές μεταβολές των τελευταίων δεκαετιών, αποτέλεσμα του εμφυλίου και της κατοχής του Ν. Λιβάνου μέχρι το 2000 από το Ισραήλ, συνέτειναν στην φυγή από τη χώρα του πιο ευκατάστατου τμήματος του πληθυσμού που ανήκει στη χριστιανική και σουνιτική μειοψηφία, ενώ οι πολιτικές μεταβολές, ως απόρροια της απογείωσης του κύρους της Χεζμπολάχ λόγω της ήττας που προκάλεσε στον εβραϊκό στρατό το καλοκαίρι του 2006, συνέτειναν στην αποθέωση της επιρροής της σιίτικης οργάνωσης. Όλοι οι δρόμοι συνεπώς θα οδηγούσαν στον άνετο εκλογικό θρίαμβο της Χεζμπολάχ αν… Αν δεν υπήρχε το σύστημα των ποσοστώσεων το οποίο θεωρητικά εγγυάται την αποτροπή μιας νέας εμφύλιας σύρραξης, πρακτικά τον κατακερματισμό του πολιτικού συστήματος και κατά βάθος μια «οροφή» εδρών την οποία δεν μπορεί να υπερβεί η Χεζμπολάχ έτσι ώστε ποτέ να μην αμφισβητηθεί, τουλάχιστον με… ειρηνικά μέσα, ο φιλοδυτικός προσανατολισμός της χώρας. Έτσι είναι καταδικασμένη να αναζητά διαρκώς συμμάχους, σε άλλες θρησκευτικές μειονότητες, συγκροτώντας πλατιές συμμαχίες τις οποίες χρησιμοποιεί σαν όχημα για να διεκδικήσει την εξουσία, χωρίς φυσικά να αναμένονται θεαματικές ανατροπές όπως έδειξε και το αποτέλεσμα της 7ης Ιούνη που ανέδειξε νικητή τη φιλοδυτική πλειοψηφία που ήλεγχε και πριν την κυβέρνηση. Το όνομα της δε είναι «14 Μάρτη» και το πήρε από εκείνη την ημέρα του 2005 που έγινε στη Βηρυτό μια μεγάλη διαδήλωση ενάντια στη Συρία την οποία οι δυτικές κυβερνήσεις αποκάλεσαν «επανάσταση των κέδρων», ενώ ο Τύπος κι οι κάτοικοι του Λιβάνου «επανάσταση των Γκούτσι» λόγω των ενδυματολογικών προτιμήσεων των… επαναστατημένων. Η επομένη όμως των εκλογών δεν βρίσκει τη Χεζμπολάχ μόνο με μια εκλογική δύναμη εντελώς αναντίστοιχη της πολιτικής της επιρροής, αλλά κι ενώπιον του κινδύνου να χάσει ότι είχε κατακτήσει κατά τη διάρκεια της προηγούμενης θιητείας. Συγκεκριμένα το δικαίωμα του βέτο το οποίο εξασφάλισε με μια συμφωνία που υπογράφηκε στο Κατάρ μετά από μια επίδειξη δύναμης στα βόρεια προάστια της Βηρυτού δίνοντας έτσι πραγματικό περιεχόμενο σε ένα σύστημα νομής της εξουσίας βάση του οποίου ο πρωθυπουργός είναι πάντα σουνίτης μουσουλμάνος, ο πρόεδρος της χώρας χριστιανός κι ο πρόεδρος της Βουλής σιίτης. Τώρα όμως ο νικητής των εκλογών, Σαάντ Χαρίρι γιος του δολοφονημένου πρώην πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι, δηλώνει πως το δικαίωμα του βέτο αφορούσε την προηγούμενη κυβέρνηση και δεν ισχύει για τη νέα. Ενθαρρυμένος πιθανά από την εξόφθαλμη παρέμβαση του αμερικανού αντιπροέδρου, Τζόε Μπάιντεν, που παραμονές των εκλογών επισκέφθηκε το Λίβανο μόνο και μόνο για να απειλήσει ότι τυχόν εκλογή της Χεζμπολάχ θα σημάνει διακοπή της αμερικανικής βοήθειας, ο επικεφαλής του κινήματος «14 Μάρτη» δημιουργεί τους όρους για τη νέα εσωτερική κρίση στο Λίβανο που θα είναι πολύ πιο σφοδρή. Φαίνεται λοιπόν ότι παράλληλα με την δημόσια ατζέντα για το Μεσανατολικό που περιλαμβάνει πιέσεις για τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, βρίσκεται σε εξέλιξη κι άλλη μία κρυφή ατζέντα που μαζί με την προσπάθεια προσεταιρισμού της Συρίας και απομόνωσης της Χαμάς στην Παλαιστίνη έχει την ανατροπή των ριζοσπαστικών τάσεων που κληροδότησε η επανάσταση στο Ιράν και την περιθωριοποίηση της Χεζμπολάχ.

Άβυσσος χωρίζει Χεζμπολάχ και φιλοδυτικούς (περ. Διπλωματία, Νοέμβρης 2009)

Μπρα ντε φερ χωρίς τέλος

«Είναι μια πολύ περίπλοκη κατάσταση…» Με αυτή τη φράση ξεκινάνε οι Λιβανέζοι οποιαδήποτε απάντηση σε ερώτηση Δυτικού που σχετίζεται με την πολιτική κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας και δη τις συμμαχίες ή τις διεθνείς διασυνδέσεις και επιρροές κάθε κόμματος. Οι δυσκολίες σχηματισμού κυβέρνησης, τέσσερις ολόκληρους μήνες μετά τις εκλογές της 7ης Ιουνίου, παρά μάλιστα τη σαφή και αδιαμφισβήτητη πλειοψηφία που έδωσαν στο πρώτο κόμμα, αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα…

Ο Λίβανος αποτελεί μια χώρα πραγματικό εργαστήρι πολιτικών δοκιμών, όπως βεβαιώνει η πολυτάραχη, μεταπολεμική ιστορία του με κορυφαίο σημείο τον αιματηρό 15ετή εμφύλιο πόλεμο που έληξε το 1991. Η «εκρηκτική» γοητεία του Λιβάνου δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ότι αποτελεί σημείο συνάντησης και διασταύρωσης των σπουδαιότερων πολιτισμών. Ούτε μόνο στο γεγονός ότι η αποικιοκρατία χάραξε βαθιά στο σώμα του, ανεξίτηλα σχεδόν, κάθε είδους διαχωριστικές γραμμές (εθνικές, θρησκευτικές, κοκ.) με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα να αποτελούν ανυπέρβλητα, καθηλωτικά εμπόδια σε οποιαδήποτε προσπάθεια επίτευξης συναίνεσης. Το σημαντικότερο είναι πως σε αυτή τη στενόμακρη λωρίδα γης, μήκους 200 περίπου χιλιομέτρων και πλάτους 40, με έναν πληθυσμό που δεν ξεπερνά τα 4 εκ. συμπυκνώνονται όλες οι αντιθέσεις που συγκλονίζουν την ευρύτερη Μέση Ανατολή: από το Πακιστάν, μέχρι το Μαρόκο. Ως αποτέλεσμα η προσοχή και το ενδιαφέρον όλων σχεδόν των μεγάλων δυνάμεων του κόσμου και της περιοχής έλκεται σαν μαγνήτης από το μωσαϊκό που σχηματίζει το πολιτικό σύστημα του Λιβάνου ακόμη κι όταν συγκροτείται στα δύο κύρια μέτωπα, της 8ης και της 14ης Μάρτη, που συγκρούονται μετωπικά σχεδόν. Το πρώτο είναι το μέτωπο της αντίστασης που απαρτίζεται από οργανώσεις φιλικά διακείμενες προς τη Συρία και το Ιράν κι εχθρικές απέναντι στο Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Ξεχωριστή θέση καταλαμβάνει η Χεζμπολάχ την οποία οι ΗΠΑ περιλαμβάνουν στη «μαύρη λίστα» των τρομοκρατικών οργανώσεων, αντίθετα με την ΕΕ που συνομιλεί επίσημα μαζί της σε κάθε επίπεδο. Το όνομα της δε το έλαβε από μια τεράστια συγκέντρωση που έγινε στις 8 Μαΐου 2005 στη Βηρυτό, ενάντια στην λεγόμενη «Επανάσταση των Κέδρων». Το φιλοδυτικό κίνημα της 8ης Μαΐου, που είναι βαθιά εχθρικό απέναντι στη Συρία και το Ιράν, έλαβε το όνομά του από μια εξ ίσου μεγαλειώδη συγκέντρωση που έγινε στην πρωτεύουσα του Λιβάνου έξι μέρες μετά, όταν κορυφώθηκε η «Επανάσταση των Κέδρων» κι ως ένδειξη πένθους για τη δολοφονία του πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι.

Το ενδιαφέρον της Ουάσινγκτον για τις τελευταίες εκλογές στο Λίβανο έγινε σαφές από το σπάνιο προνόμιο που είχε η χώρα των Κέδρων να δεχτεί κατά την προεκλογική περίοδο την επίσκεψη του αντιπροέδρου και της υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν και Χίλαρι Κλίντον, αντίστοιχα, με διαφορά λίγων ημερών. Έγινε επίσης γνωστό όταν ο πρόεδρος της Βουλής του Λιβάνου κι ο εντολοδόχος πρωθυπουργός, Μισέλ Σλεϊμάν και Σαάντ Χαρίρι (γιος του δολοφονημένου πρώην πρωθυπουργού, Ραφίκ Χαρίρι) επισκέφθηκαν την Ουάσινγκτον στις 28 Σεπτέμβρη για να συναντηθούν εκ νέου με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ. Από κει (από την έδρα του πια και χωρίς να προκαλούν θυμηδία οι εκκλήσεις του προς τις γύρω χώρες να μην παρεμβαίνουν στα εσωτερικά του Λιβάνου), δήλωσε πως καμιά περιφερειακή συμφωνία δεν θα πλήξει τα συμφέροντα του Λιβάνου. Η κατηγορηματική δήλωση του Τζο Μπάιντεν στρεφόταν εναντίον της Συρίας και της Σαουδικής Αραβίας. Αυτό που ενόχλησε την Ουάσινγκτον ήταν η διπλωματική επαναπροσέγγιση των δύο χωρών, μετά από την ψύχρανση των διπλωματικών τους σχέσεων που ακολούθησε την δολοφονία του Ραφίκ Χαρίρι στις 14 Φεβρουαρίου 2005 για την οποία κατηγορήθηκε η Συρία. Προς έκπληξη πολλών, στις 23 Σεπτέμβρη ο πρόεδρος της Συρίας, Μπασάρ ελ Άσαντ επισκέφθηκε τη Σαουδική Αραβία, με αφορμή τα εγκαίνια ενός πανεπιστημίου στη Τζέντα. Η αιτία ωστόσο ήταν να συζητήσουν για τον Λίβανο, όπως φάνηκε κι από την ανακοίνωση που εξέδωσαν με την οποία καλούσαν στο σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας.

Πριν δούμε το βαθύτερο περιεχόμενο του αιτήματός τους και τα όσα διακυβεύονται με την υλοποίησή του, αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω σε αυτή τη συνάντηση που θεωρήθηκε από όλον τον λιβανέζικο Τύπο ως απαρχή εξελίξεων για την υπέρβαση του αδιεξόδου στον σχηματισμό κυβέρνησης και την οποία μάλιστα ακολούθησε επίσκεψη του σαουδάραβα βασιλιά Αμπντάλα μπιν Αμπντέλ Αζίζ στη Δαμασκό. Το σημαντικότερο και στρατηγικής σημασίας θέμα συζήτησης μεταξύ Συρίας και Σαουδικής Αραβίας είναι η απόσπαση της Συρίας από την επιρροή του Ιράν. Η Σαουδαραβία έχει κάθε λόγο να ανησυχεί από την αυξημένη επιρροή του Ιράν στην περιοχή καθώς η ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ, έφερε στην εξουσία τους Σιίτες, που έχουν ήδη συνάψει σχέσεις με την Τεχεράνη. Μετά δε το 2011, οπότε θα έχει αποχωρήσει κι ο τελευταίος αμερικάνος στρατιώτης από το Ιράκ, ο φόβος του Ριάντ είναι μήπως οι σχέσεις αυτές μετατραπούν σε ολέθριες για το σουνίτικο βασίλειο των Σαούντ. Ήδη άλλωστε νιώθει να απειλείται από τα νότια σύνορά του λόγω της σιίτικης εξέγερσης στην Υεμένη, χώρια της αμφισβήτησης από τη σιίτικη μειοψηφία και τους φονταμεταλιστές σουνίτες στο εσωτερικό του. Για να φέρει δε τη Συρία πιο κοντά στη Σαουδική Αραβία το Ριάντ σε συνάντηση των δύο ηγετών τον Μάρτιο, στην οποία είχε παραβρεθεί κι ο αιγύπτιος πρόεδρος Χόσνι Μουμπάρακ αυξάνοντας την πίεση προς τη Δαμασκό, είχε προτείνει σημαντική οικονομική βοήθεια κι επίσης διπλωματική υποστήριξη απ’ όλα τα αραβικά κράτη για έναρξη διαπραγματεύσεων με το Ισραήλ με σκοπό να πάρει πίσω τα Υψώματα Γκολάν που κατέλαβε το εβραϊκό κράτος με τον πόλεμο του 1967 και συνεχίζει μέχρι σήμερα παράνομα να κατέχει. Η Συρία από τη μεριά της, με βάση δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου, αυτό που φάνηκε να ζητά είναι διαβεβαιώσεις πως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δεν πρόκειται να απαγγείλει κατηγορίες κατά του προέδρου Άσαντ και στενών συνεργατών του για την δολοφονία του Χαρίρι. Οι υποψίες για το ενδεχόμενο να προσλάβουν πολιτικό χαρακτήρα οι αναμενόμενες απαγγελίες κατηγοριών από τη Χάγη, εντάθηκαν με αφορμή δημοσίευμα του γερμανικού περιοδικού Spiegel τον Μάιο, στο οποίο υποστήριζε πως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο έχει βρει πειστήρια ενοχής για άνδρες της Χεζμπολάχ και του συριακού καθεστώτος. Κατηγορίες που αποδοκιμάστηκαν ακόμη κι από τις φιλοδυτικές δυνάμεις.

Σε ότι αφορά πάντως τον Λίβανο η προτροπή του αμερικάνου αντιπροέδρου στόχευε να αποτρέψει – εν τη γεννέση του – έναν συμβιβασμό μεταξύ του σουνίτη εντολοδόχου πρωθυπουργού που διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με τη Σαουδική Σραβία και της αντιπολίτευσης που συνδέεται με τη Συρία, ο οποίος θα καθιστούσε εφικτό τον σχηματισμό κυβέρνησης. Το σημαντικότερο εμπόδιο που φαίνεται να φράζει αυτή τη στιγμή το δρόμο είναι το υπουργείο Μεταφορών. Συγκεκριμένα, ο πρόεδρος του Ελεύθερου Πατριωτικού Μετώπου, Μισέλ Αούν, και σύμμαχος της Χεζμπολάχ (κι ο οποίος στο παρελθόν ήταν διαπρύσιος εχθρός της Συρίας) ζητά επιμόνως τη θέση του υπουργού Μεταφορών για τον γαμπρό του, Τζεμπράν Μπασίλ. Τούτος είναι ο επίσημος λόγος του αδιεξόδου. Η συγκεκριμένη υπουργική καρέκλα στην πραγματικότητα συμπυκνώνει όλο το ζήτημα της εξουσίας στον Λίβανο.

Οι τηλεπικοινωνίες της χώρας είχαν έρθει στο προσκήνιο πέρυσι πάλι, με αφορμή την ολιγοήμερη ένοπλη σύγκρουση της 8ης Μαΐου. Τα αιματηρά επεισόδια προέκυψαν αφού είχε προηγηθεί μια καθιστική διαμαρτυρία του μπλοκ της 8ης Μάρτη στο κέντρο του Βηρυτού που διήρκεσε 7 μήνες (από τον Νοέμβρη του 2007 μέχρι τον Μάιο του 2008), με αίτημα να δοθεί το δικαίωμα του βέτο στις υπουργικές αποφάσεις κι αφού η κυβέρνηση προκάλεσε ανοιχτά τη Χεζμπολάχ επιχειρώντας να απομακρύνει τον άνθρωπό της από το διεθνές αεροδρόμιο της Βηρυτού και, το σημαντικότερο, να ξηλώσει το αυτόνομο, τηλεπικοινωνιακό της δίκτυο, το οποίο παρότι απαρχαιωμένο, με τα λόγια των ίδιων, είναι από τους παράγοντες που της χάρισαν τη νίκη κατά των Ισραηλινών στον πόλεμο των 34 ημερών το καλοκαίρι του 2006. Θεωρήθηκε επομένως casus belli. Η απάντησή της ήταν να στείλει ομάδες βαριά οπλισμένων στη δυτική Βηρυτό, πραγματοποιώντας επίδειξη δύναμης. Παράλληλα όμως αντάλλαξαν πολλές φορές πυρά με ενόπλους του δρούζου ηγέτη του Προοδευτικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, Ουαλίντ Τζουμπλάντ, και του σουνίτη πρωθυπουργού Χαρίρι. Τα χειρότερα, το ξέσπασμα ενός νέου εμφυλίου, αποτράπηκε όταν με παρέμβαση της Αραβικής Ένωσης οι δύο πλευρές συναντήθηκαν στο Κατάρ, όπου υπέγραψαν τη Συμφωνία της Ντόχας, ένα απαράμιλλο δείγμα πολιτικού παζαριού που μόνο στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να είχε συμφωνηθεί. Στον πυρήνα της, αναθεωρεί την Συμφωνία του Ταΐφ που αποτελεί το σύνταγμα της χώρας, χωρίς να το δηλώνει, και εκχωρεί δικαίωμα βέτο, χωρίς να το αναγνωρίζει. Το πετυχαίνει δε με τη φόρμουλα του «15-10-5», δίνοντας δηλαδή το δικαίωμα στην πλειοψηφία να ορίζει 15 υπουργούς, στην αντιπολίτευση 10 και στον πρόεδρο 5 οι οποίοι είναι έτσι επιλεγμένοι ώστε η αντιπολίτευση να έχει στην πράξη το δικαίωμα του βέτο! Ο εντολοδόχος πρωθυπουργός όμως αυτή τη στιγμή ζητώντας να σχηματίσει κυβέρνηση πλειοψηφίας, επικαλούμενος τη νίκη του στις εκλογές της 7ης Ιούνη, παραβιάζει την πρόσφατη συμφωνία της Ντόχας, επικαλούμενος ότι δεν δεσμεύει τις κυβερνήσεις στο διηνεκές, αλλά επρόκειτο για μια συμφωνία που αφορούσε εκείνη την συγκυρία. Αρνούμενος δε να εκχωρήσει το υπουργείο Τηλεπικοινωνιών στον σύμμαχο της Χεζμπολάχ, επικαλούμενος ότι δεν εξελέγη στις τελευταίες εκλογές, αμφισβητεί την κόκκινη γραμμή που έχει χαράξει η Χεζμπολάχ, ώστε να μπορεί να προβάλει αποτελεσματική αντίσταση σε νέα πιθανή επίθεση από το Ισραήλ.

Το χειρότερο όμως για τον Σαάντ Χαρίρι είναι πως αμφισβητείται πλέον και εκ των έσω. Με μια κίνηση ματ στην πολιτική σκακιέρα του Λιβάνου στις αρχές Αυγούστου ο Ουαλίντ Τζουμπλάντ, έριξε γέφυρες προς τη Δαμασκό χωρίς ωστόσο να διακόψει τις σχέσεις του με το μέτωπο της 14ης Μάρτη, παρότι η έχθρα προς τη Συρία αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του προγράμματός του. Η κίνησή του, που τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια του Χαρίρι, άφησε άφωνους πολλούς γιατί ως τότε οι σχέσεις του Δρούζου ηγέτη με τη Δαμασκό ήταν στην καλύτερη περίπτωση… εχθρικές. Η Συρία μέχρι και διεθνές ένταλμα σύλληψης είχε εκδώσει εναντίον του – για να το ανακαλέσει φυσικά μετά τις τελευταίες δημόσιε τοποθετήσεις του. Αφορμή ήταν αλλεπάλληλες δηλώσεις του, ακόμη κι από το CNN, με τις οποίες κατηγορούσε τη Συρία ότι ευθύνεται για τη δολοφονία του Ραφίκ Χαρίρι, του δικού του πατέρα Καμάλ Τζουμπλάντ και πολλών άλλων. Είχε φθάσει μάλιστα στο σημείο να ζητάει από την Ουάσινγκτον να καταλάβει τη Συρία, όπως έκανε με το Ιράκ, για να συλλάβει τον «τρομοκράτη» Άσαντ! Όλα αυτά άλλαξαν εν μία νυκτί μαζί κι η αυτοπεποίθηση του εντολοδόχου πρωθυπουργού ο οποίος αναγκάστηκε να παραδώσει την εντολή στις 10 Σεπτέμβρη για να την λάβει εκ νέου στη συνέχεια.

Απροκάλυπτα στις πολιτικές εξελίξεις του Λιβάνου παρεμβαίνει και το Ισραήλ που από το ίδιο το σύνταγμα του χαρακτηρίζεται ως «εχθρικό κράτος». Με μια σειρά από δηλώσεις τους ισραηλινοί αξιωματούχοι τοποθετήθηκαν ευθέως στο δίλημμα που διχάζει την πολιτική ζωή του Λιβάνου και της Μέσης Ανατολής, «κυβέρνηση πλειοψηφίας ή εθνικής ενότητας», υποδεικνύοντας προφανώς το πρώτο. Το έκαναν μάλιστα με έναν χαρακτηριστικά δικό τους τρόπο, που προμηνύει νέες αιματοχυσίες. Μάλιστα το μπαράζ δηλώσεων κατά της Χεζμπολάχ έδωσε αφορμή στο αμερικανικό περιοδικό Time να βάλει τίτλο στο ρεπορτάζ της 14ης Αυγούστου, «Ισραήλ εναντίον Χεζμπολάχ, τύμπανα πολέμου»! Ο ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπενιαμίν Νετανιάχου στις 10 Αυγούστου τόνισε μιλώντας στο ισραηλινό ραδιόφωνο πως «θα πρέπει να είναι καθαρό ότι η κυβέρνηση του Λιβάνου, σε ότι μας αφορά, είναι υπεύθυνη για κάθε επίθεση, για κάθε επίθεση, από το έδαφός της εναντίον του Ισραήλ». Ενώ ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών δήλωσε πως «ακόμη και μια τρίχα από το κεφάλι ενός Ισραηλινού να πέσει θα θεωρήσουμε υπεύθυνη την Χεζμπολάχ». Το μοναδικό που κατάφεραν οι δηλώσεις των Ισραηλινών αξιωματούχων ήταν να αυξήσουν το κύρος της σιίτικης αντιστασιακής οργάνωσης στο εσωτερικό του Λιβάνου η οποία πιστώνεται την ήττα του ισραηλινού στρατού στον πόλεμο του 2006. Καθόλου τυχαίο δεν ήταν ότι ο ηγέτης της Χεζμπολάχ σήκωσε το γάντι που πέταξαν οι Ισραηλινοί όταν μίλησε (από γιγαντοοθόνη) σε διαδήλωση στη νότια Βηρυτό στις 14 Αυγούστου, επ’ αφορμή την τρίτη επέτειο από το τέλος του πολέμου. «Σας τονίζω ότι θα υπάρχουν εκπλήξεις σε οποιοδήποτε νέο πόλεμο με το Ισραήλ. Ας το σκεφτούν ένα εκατομμύριο φορές πριν ξεκινήσουν έναν νέο πόλεμο με το Λίβανο» προειδοποίησε, υπαινισσόμενος ότι η Χεζμπολάχ διαθέτει στο οπλοστάσιό της πυραύλους σημαντικά αυξημένου βεληνεκούς σε σχέση με αυτούς που χρησιμοποίησε το 2006. Ήδη η φιλολογία στον διεθνή Τύπο για το οπλοστάσιο της Χεζμπολάχ οργιάζει με το προαναφερθέν περιοδικό να υπολογίζει τους πυραύλους που έχει στη διάθεσή της σε 40.000 και το Foreign Affairs να τους εκτιμά σε 40.000 έως 80.000.

Αυτό που προκαλεί εντύπωση στον Λίβανο είναι η βεβαιότητα με την οποία οι περισσότεροι δηλώνουν ότι ένας νέος πόλεμος με το Ισραήλ είναι θέμα χρόνου. Κι αυτό παρότι είναι ακόμη νωπές οι πληγές από τον εμφύλιο και την επίθεση του 2006 όταν σκοτώθηκαν 1.400 άνθρωποι οι περισσότεροι άμαχοι και καταστράφηκαν σημαντικές υποδομές της χώρας, όπως λιμάνια, εργοστάσια και γέφυρες. Στους κεντρικούς δρόμους ακόμη βλέπεις από μακριά γέφυρες στο κέντρο των οποίων χάσκουν τρύπες από τις ισραηλινές βόμβες. Το ανέκδοτο μάλιστα που κυκλοφορούσε πριν τρία χρόνια, μεταξύ αυτών που είχαν το κουράγιο να αστειευτούν, ήταν «κλείσε το στόμα σου αν έχεις γέφυρα γιατί οι Ισραηλινοί θα σε βομβαρδίσουν»…

Το πόσο περίπλοκη είναι η κατάσταση στο Λίβανο διαπιστώνεται κι από ένα ακόμη παράδοξο. Ενώ το Ισραήλ και τα δυτικά μέσα ενημέρωσης εμφανίζουν ως παράγοντας αστάθειας στον Λίβανο τη Χεζμπολάχ και τους Σιίτες, πληρώνοντας με αυτό τον τρόπο την επιτυχημένη αντίστασή τους στο Ισραήλ, η μοναδική αιτία εξακριβωμένης ανασφάλειας στον Λίβανο προέρχεται από τους Σουνίτες. Σε επίπεδο ειδησεογραφίας ο λόγος γίνεται για βομβιστικές επιθέσεις εναντίον του κυβερνητικού στρατού, με πολλά θύματα ορισμένες φορές, που στο σύνολό τους συμβαίνουν σε σουνίτικες πόλεις και περιοχές όπως στην Τρίπολη και το βόρειο Λίβανο. Η αιματοβαμμένη πρεμιέρα του ακήρυχτου πολέμου της κυβέρνησης με τους Σουνίτες έγινε με την σύγκρουση στο προσφυγικό στρατόπεδο Ναρ ελ Μπαρέντ, το καλοκαίρι του 2007, όταν η οργάνωση Φατάχ Ισλάμ που λέγεται ότι συνδέεται με την Αλ Κάιντα, ήρθε σε σύγκρουση με τον λιβανέζικο στρατό με αποτέλεσμα σε λίγες μέρες το στρατόπεδο να εκκενωθεί και να γίνει θέατρο πολέμου. Η επίθεση της Φατάχ Ισλάμ, που ξαναέφερε στο τραπέζι των συζητήσεων το δικαίωμα οπλοφορίας των Παλαιστινίων, καταδικάσθηκε από τη Χεζμπολάχ κι όλες τις οργανώσεις της αντίστασης που βρέθηκαν στο πλάι του κυβερνητικού στρατού. Η συντριβή της ωστόσο δεν έλυσε το πρόβλημα της ασφάλειας, το οποίο σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις πολιτικών, όπως ο Μισέλ Αούν, γεννάται και προέρχεται από το Ισραήλ. Προς επίρρωση των λεγομένων τους επιδεικνύουν τα κατασκοπευτικά δίκτυα του Ισραήλ που αποκάλυψε το καλοκαίρι η Χεζμπολάχ, παραδίδοντας με μια θεαματική επιχείρηση τους υπόπτους στην αστυνομία!

Η ανασφάλεια σήμερα στο Λίβανο γίνεται ορατή από τα τεθωρακισμένα του στρατού που βρίσκονται στα κεντρικά σημεία των πόλεων και τις περιπολίες ένοπλων στρατιωτών, όπως επίσης κι από τα συνεχή μπλόκα στις εθνικές οδούς και τους ελέγχους που πραγματοποιούν σε οχήματα και ταξιδιώτες, αναζητώντας όπλα. Θα συνεχίσει να υπάρχει δε όσο η σταθερή ειρήνη που μπορεί να εξασφαλίσει η δημιουργία ενός ανεξάρτητου και βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους, στη βάση των αποφάσεων του ΟΗΕ, παραμένει μακρινό και άπιαστο όνειρο.