Περιμένοντας το επόμενο κραχ (Επίκαιρα, 30/10-5/11/2014)

burstbubbleΜε πρόκληση στην λογική ισοδυναμούσαν οι ερμηνείες, εντός και εκτός Ελλάδας, που επιστρατεύτηκαν για να εξηγήσουν την απότομη πτώση των τιμών των μετοχών στις διεθνείς αγορές και το βραχύβιο ράλι στα επιτόκια των ομολόγων, που ως κοινό παρανομαστή είχαν – για μια ακόμη φορά – τις ελληνικές ευθύνες. Εν ολίγοις, η αιτία που το τριήμερο 14 – 16 Οκτωβρίου δοκιμάστηκαν οι αντοχές του διεθνούς συστήματος βρίσκεται στην Ελλάδα, η οποία με την απρόβλεπτη και παρακινδυνευμένη συμπεριφορά της, όταν έθεσε θέμα διακοπής της χρηματοδότησης από το ΔΝΤ και πρόωρης εξόδου από το Μνημόνιο, έθεσε σε κίνδυνο μια ομαλά λειτουργούσα αγορά…

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Στον αντίποδα αυτών των επιφανειακών αν όχι φαιδρών ερμηνειών, οι αιτίες της αναστάτωσης στο εξωτερικό και του μίνι κραχ στο εσωτερικό πρέπει να αναζητηθούν σε ένα εκρηκτικό μίγμα υπερτιμημένων μετοχών στον μαγικό κόσμο της χρηματοοικονομίας και παρατεταμένης στασιμότητας στον καταθλιπτικό κόσμο της πραγματικής οικονομίας. Η Ελλάδα που απείλησε αυτή την εύθραυστη ισορροπία δεν ήταν παρά η θρυαλλίδα, όπως ήταν η Lehman Brothers προ εξαετίας. Το εκρηκτικό υλικό προϋπήρχε και, το χειρότερο, συνεχίζει να συσσωρεύεται περιμένοντας την επόμενη αφορμή που, με μαθηματική βεβαιότητα, θα προκαλέσει μια κρίση μεγαλύτερη ακόμη κι από του 2008, λόγω των οξύτερων ανισορροπιών που έχουν συσσωρευτεί.

Στασιμότητα και ύφεση στην Ευρώπη

Στις 7 Οκτωβρίου το ΔΝΤ αναθεώρησε επί τα χείρω τις προσδοκίες για την πορεία της παγκόσμιας μεγέθυνσης το 2014 στο 3,3% (από 3,7% που είχε προβλέψει τον Απρίλιο). Οι μεγαλύτερες αλλαγές προήλθαν από την Ευρώπη, όπου το δεύτερο τρίμηνο η οικονομία έμεινε στάσιμη, ωθώντας τον βρετανικό Εκόνομιστ να γράψει στο τελευταίο φύλλο του Αυγούστου πως ό,τι ξεκίνησε πριν τέσσερα χρόνια ως τραπεζική και δημοσιονομική πλέον έχει εκφυλιστεί σε κρίση των ρυθμών μεγέθυνσης. Έκτοτε όλοι τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας μόνο επιδείνωση προδικάζουν. Για παράδειγμα η βιομηχανική παραγωγή της Γερμανίας τον Αύγουστο μειώθηκε κατά 4%, οι βιομηχανικές παραγγελίες κατά 6%, ενώ όλοι περιμένουν με κομμένη την ανάσα τις ανακοινώσεις της Γιούροστατ για το τρίτο τρίμηνο καθώς εδώ θα αποτυπωθούν οι οικονομικές συνέπειες από τις κυρώσεις στην Ρωσία. Ιδιαίτερη – πολιτική – σημασία έχει πως τη στιγμή που η Ευρώπη ετοιμάζεται να εισέλθει και επίσημα σε ύφεση (όπως τυπικά ορίζεται η μείωση του ΑΕΠ για δύο συνεχόμενα τρίμηνα) με την επιβαλλόμενη από τις ΗΠΑ επίδειξη πυγμής απέναντι στην Μόσχα να αποτελεί την σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι, οι ΗΠΑ ακολουθούν μια πορεία αντίθετη. Το μαρτυρά κυρίως η εγκατάλειψη του τρίτου στη σειρά προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, που το τελευταίο διάστημα ανερχόταν σε 15 δις. δολ. μηνιαίως. Θέμα χρόνου επίσης θεωρείται από δω και πέρα κι η σταδιακή άνοδος των αμερικανικών επιτοκίων, που θα σημάνουν την επιστροφή στην «κανονικότητα» ή σε ένα περιβάλλον «σχεδόν κανονικό», καθώς οι ρυθμοί ανάπτυξης ακόμη και στις ΗΠΑ διατηρούνται στα μισά επίπεδα της δεκαετίας του ’90, που και τότε ήταν στα μισά επίπεδα της λεγόμενης «χρυσής εποχής». Ως προς το παρόν πάντως ακόμη κι αυτή η οριακή μεγέθυνση ή η ύφεση συντελείται σε ένα περιβάλλον μηδενικών ή σχεδόν μηδενικών επιτοκίων και πακτωλών ρευστού που προσφέρουν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα οι μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου. «Όλο αυτό το φθηνό χρήμα οδηγεί τις ΗΠΑ σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι με το χρόνο, όπου κανείς δεν ξέρει τι θα συμβεί πρώτα», γράφει το περιοδικό Σπίγκελ σε ένα εκτενές αφιέρωμά του για την παγκόσμια οικονομία με τίτλο «Το σύστημα ζόμπι». Και συνεχίζει: «Η αναμενόμενη οικονομική άνοδος ή το επόμενο κραχ. Ειδικοί, όπως ο πρώην υπουργός Οικονομικών, Ρόμπερτ Ράμπιν, πιστεύουν πως το εν εξελίξει ράλι στις αγορές είναι στην πραγματικότητα ο προάγγελος του επόμενου κραχ».

Το φάντασμα της Ιαπωνίας

Το κενό που θα προκαλέσει η απόσυρση της αμερικάνικης κεντρικής τράπεζας από την πλημμυρίδα ρευστότητας θα καλυφθεί από την ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα, καθώς πλέον ξεκινάει επίσημα η Φρανκφούρτη την αγορά καλυμμένων ομολογιών από τις τράπεζες (όπως και την ιαπωνική που μπαίνει στην ίδια τροχιά). Υπόθεση εβδομάδων θεωρείται επίσης το πρόγραμμα της ΕΚΤ (που σε πρώτη φάση προβλέπει την αγορά τίτλων αξία 10 δις. σε μηνιαία βάση) να επεκταθεί σε εταιρικά, ακόμη και κρατικά ομόλογα. Οι αντιδράσεις απέναντι σε αυτό το σχέδιο προέρχονται από την Γερμανία, που αντιτείνει ότι έτσι θα χαλαρώσει το πρόγραμμα αντεργατικών μεταρρυθμίσεων που είναι σε εξέλιξη σε όλη την Ευρώπη. Η Γερμανία δηλαδή θέλει την ύφεση γιατί έτσι μπορεί και πιέζει για μειώσεις μισθών και περικοπές κοινωνικών παροχών. Το πρόβλημα ωστόσο δημιουργείται όταν ορθώνεται το φάντασμα της Ιαπωνίας. Με άλλα λόγια η ζοφερή προοπτική της οικονομικής στασιμότητας μαζί με αποπληθωρισμό, όπως ακριβώς συμβαίνει στην Ευρώπη, όπου ο πληθωρισμός βρίσκεται στο 0,4%, όταν ο στόχος για την ΕΚΤ είναι 2%. Στα υπ’ όψη επίσης και η «γερμανική αποτυχία»: Η ύφεση της γερμανικής οικονομίας αποδεικνύει ότι οι αντεργατικές μεταρρυθμίσεις του Σρέντερ, τις οποίες η Γερμανία υποδεικνύει ως μονόδρομο και συνταγή επιτυχίας για την υπόλοιπη Ευρώπη, μπορεί να διέλυσαν το γερμανικό κράτος πρόνοιας και να κατακερμάτισαν την αγορά εργασίας με την εισαγωγή των «μίνι δουλειών», ωστόσο δεν έφεραν την ανάπτυξη της οικονομίας. Η οικονομική αποτελεσματικότητα των περίφημων μεταρρυθμίσεων αποδεικνύεται ανύπαρκτη! Καθόλου τυχαίες επομένως δεν είναι κι οι αντιδράσεις που εμφανίζονται τώρα από Γαλλία και Ιταλία απέναντι στις γερμανικές οδηγίες για μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Ακόμη όμως κι αν προχωρήσουν οι αγορές εταιρικών ή και κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ κανείς δεν εγγυάται ότι η επιπλέον ρευστότητα θα γίνει επενδύσεις, αυτές νέες θέσεις εργασίας κι αυτές αυξημένη κοινωνική ευημερία, που είναι το ζητούμενο και το ύστατο κριτήριο αξιολόγησης κάθε οικονομικής πολιτικής. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η πλημμυρίδα πιστωτικού χρήματος επάνω στην οποία κάθεται η παγκόσμια οικονομία θα γνωρίσει νέες δόξες, κι οι λόγοι της εγγενούς αστάθειας θα αυξηθούν. Σε αυτό το απρόβλεπτο περιβάλλον η επίρριψη των ευθυνών στην Ελλάδα ισοδυναμεί με υποτίμηση του ασταθούς και εκρηκτικού περιβάλλοντος που έχει δημιουργηθεί και το οποίο περιμένει μια σπίθα…

Προς μια νέα παγκόσμια φούσκα (Επίκαιρα, 9-15/1/2014)

waalΠολλοί μπορεί να θεώρησαν υπερβολική την τελευταία σκηνή στη νέα, αριστουργηματική ταινία του Μάρτιν Σκορτσέζε, Ο λύκος της Γουόλ Στριτ, όπου ο πρωταγωνιστής Λεονάρντο ΝτιΚάπριο στο ρόλο ενός αδίστακτου χρηματιστή αναλαμβάνει μετά από δύο κορυφαίες αποτυχίες να εκπαιδεύσει για τρίτη φορά στα μυστικά της απληστίας και του άνευ όρων και ορίων κυνηγιού του κέρδους μια ακόμη φουρνιά μαθητευόμενων …μάγων των μετοχών. Πόσες φορές μπορεί να επαναλαμβάνεται η ίδια αυτή ιστορία ανόδου και πτώσης όταν όλοι είναι σε θέση να προβλέψουν το τέλος της, είναι η σκέψη που γεννιέται στον κάθε θεατή. Η απάντηση έρχεται από τις πρόσφατες εξελίξεις στα διεθνή χρηματιστήρια και δη τα αμερικάνικα και είναι απρόβλεπτη και αποστομωτική: άπειρες!

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αδιάψευστος μάρτυρας η ξέφρενη πορεία των δεικτών των μετοχών στα μεγαλύτερα χρηματιστήρια του κόσμου που βεβαιώνει ότι είμαστε μάρτυρες της τρίτης κατά σειρά φούσκας την τελευταία 15ετία, μετά την φούσκα του 1999-2000 που είχε ως επίκεντρο τις μετοχές των εταιρειών του ίντερνετ κι εκείνη του 2008 που συνδέθηκε με τα υποβαθμισμένα στεγαστικά δάνεια.

Τα στοιχεία προκαλούν σοκ. Ο δείκτης Ντάου Τζόουνς του χρηματιστηρίου της Γουόλ Στριτ την τελευταία μέρα του χρόνου έκλεισε στις 16.577 μονάδες καταγράφοντας ρεκόρ όλων των εποχών. Ενδεικτικό στοιχείο της αγκύρωσής του σε αυτά τα επίπεδα είναι ότι έκτοτε οι απώλειες του είναι ελάχιστες. Την προηγούμενη Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014, για παράδειγμα, έκλεισε στις 16.470 μονάδες. Για την ιστορία, να σημειωθεί πως έναν χρόνο πριν, στο τέλος του 2012, ο δείκτης Ντάου Τζόουνς είχε κλείσει στις 12.938 μονάδες. Μέσα σε έναν χρόνο δηλαδή αυξήθηκε κατά 28%. Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης αξίζει να τονίσουμε πως αυτόν ακριβώς το χρόνο, το 2013, η αμερικάνικη οικονομία μεγεθύνθηκε μόλις κατά 4,1%. Ο χρηματιστηριακός δείκτης επομένως αυξήθηκε 7 φορές ταχύτερα από τον δείκτη που καταγράφει την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας. Εξ ίσου εκρηκτικές αυξήσεις καταγράφτηκαν και σε μια σειρά άλλους χρηματιστηριακούς δείκτες. Για παράδειγμα ο S&P500 που κινείται το τελευταίο χρονικό διάστημα πάνω από τις 1.800 μονάδες έχει τριπλασιάσει τα επίπεδα του από το ναδίρ του 2009, ενώ ενδεικτικό της αισιοδοξίας που επικρατεί στο Μανχάταν είναι πως ο στόχος που θέτει η S&P στην έκθεση που κυκλοφόρησε για το νέο έτος ταυτίζεται με αυτό: 2014 μονάδες! Η αύξηση του S&P το 2013 έφτασε το 29%, ήταν δηλαδή συγκρίσιμη με τον Ντάου Τζόουνς. Ο δείκτης NASDAQ που απεικονίζει την πορεία των μετοχών επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας έφτασε τις 4.132 μονάδες καταγράφοντας ρεκόρ για τα 13 τελευταία έτη. Μόνο δε από το 2008 μέχρι σήμερα η αύξηση του ξεπερνάει το 150%.

Σε Αμερική και Ευρώπη

Να σημειωθεί πως το πάρτι δεν περιορίστηκε στην πάντα επιρρεπή, προς τον έκλυτο οικονομικό βίο, Αμερική. Κι η γηραιά ήπειρος δεν πήγε πίσω. Ο ευρωπαϊκός δείκτης FTSE Eurofirst είχε ετήσια κέρδη 16% (όταν η οικονομία της ευρωζώνης συρρικνώθηκε κατά 0,4% το 2013) ο γερμανικός δείκτης Dax αυξήθηκε κατά 26% (όταν το γερμανικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,1%), ο δείκτης του Λονδίνου FTSE αυξήθηκε κατά 14,4% (όταν το βρετανικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,5%), μέχρι και στις κατεστραμμένες από τα μνημόνια και την λιτότητα χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας τα χρηματιστήρια έκαναν πάρτι με την Σόφια να κρατάει τα σκήπτρα, παρουσιάζοντας άνοδο κατά 40%, το Δουβλίνο κατά 33% και την Αθήνα που παραμένει βυθισμένη στην ύφεση επί 6 συνεχή έτη, να βλέπει το χρηματιστήριο της να απογειώνεται ζώντας ακόμη στην εποχή της «ισχυρής Ελλάδας» με άνοδο της τάξης του 27,5%!

Αναμφισβήτητα λοιπόν είμαστε μάρτυρες μιας ακόμη φούσκας που σαν την παλίρροια ανεβάζει σχεδόν όλες τις μετοχές και σχεδόν όλα τα χρηματιστήρια του κόσμου σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, που είναι εντελώς αδικαιολόγητα με βάση την πορεία της πραγματικής οικονομίας της χώρας τους. Παραμένοντας στις ΗΠΑ το επίκεντρο των δονήσεων που προκαλεί η ρευστότητα βρίσκεται στις εταιρείες του ίντερνετ, της βιοτεχνολογίας και της πράσινης ενέργειας. Για μια ακόμη φορά το οικονομικό ρεπορτάζ κατακλύζεται από ιστορίες νεοϊδρυθέντων εταιρειών, όπως της Solar City που εγκαθιστά φωτοβολταϊκά πάνελ σε στέγες και αναλαμβάνει την πώληση της παραγόμενης ενέργειας, οι οποίες πριν 8 χρόνια δεν υπήρχαν καν και σήμερα η αποτίμησή της έχει φθάσει σχεδόν τα 5 δισ. δολάρια! Το σημαντικότερο ωστόσο, πως η δημιουργία αυτής της αγοράς είναι σχεδόν ατόφιο δημιούργημα του κράτους καθώς οι φοροαπαλλαγές είναι που δίνουν ώθηση στην ζήτηση, ελάχιστα αναφέρεται. Γιατί τότε, θα γινόταν ορατός κι ο χρονικός ορίζοντας του «θαύματος»…

Πλημμυρίδα ρευστού

Οι αιτίες που έχουν εκτοξεύσει στα ουράνια τις τιμές των μετοχών δεν βρίσκονται φυσικά σε νέες επιστημονικές ανακαλύψεις ή έστω κάποιες σοβαρές προσδοκίες κερδών από την εισαγωγή στην παραγωγή τεχνολογικών καινοτομιών. Σε αντίθεση με την διετία 1999-2000 τώρα ούτε καν τέτοιες θεωρίες δεν δημοσιεύονται στον Τύπο, που θα επιχειρούσαν να πείσουν τον κόσμο για την μη αντιστρεπτή άνοδο των τιμών των μετοχών. Το …αέριο που γεμίζει την φούσκα των μετοχών προέρχεται κυρίως από τις τρεις μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες. Είναι η νομισματική πολιτική που με αυστηρότητα ακολουθούν. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, με βάση τα μέτρα νομισματικής χαλάρωσης που εφαρμόζει η ομοσπονδιακή τράπεζα, δημιουργείται επιπλέον ρευστότητα ύψους 85 δισ. δολ. τον μήνα ή 2 εκ. δολ. το λεπτό, εξασφαλίζοντας έτσι μέσω της μαζικής αγοράς ομολόγων ότι τα επιτόκια τους θα παραμένουν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Την ίδια πολιτική ακολουθεί κι η Ιαπωνία τυπώνοντας μάλιστα διπλάσιες ποσότητες χρήματος, σε σχέση με τις αμερικάνικες επιδόσεις! Στις ΗΠΑ επίσης παραμένοντας τα επιτόκια γύρω στο μηδέν επί 5 σχεδόν χρόνια, στην πράξη υπολείπονται του πληθωρισμού, που κινείται στο 1,2%! Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην ευρωζώνη με τον πληθωρισμό να κινείται στο 0,9% για όλο τον προηγούμενο χρόνο και τα επιτόκια, μετά την απόφαση του Νοεμβρίου, στο 0,25%. Πρόκειται για συνθήκες που ευνοούν στο μέγιστο την φυγή του χρήματος στις μετοχές και τα χρηματιστήρια. Οπότε, μηδενικά ονομαστικά και πραγματικά αρνητικά επιτόκια σε συνδυασμό με πακτωλούς χρήματος που εξέδωσαν οι κεντρικές τράπεζες προκάλεσαν την φούσκα.

Παράλληλα με τα προηγούμενα, στις ΗΠΑ έπαιξαν καταλυτικό ρόλο και άλλες εξελίξεις που ως αποτέλεσμα είχαν την εκτόξευση των τιμών των μετοχών. Όπως για παράδειγμα η αγορά μετοχών με ενέχυρο τις ίδιες τις μετοχές. Πρόκειται για συνταγή εξασφαλισμένης αποτυχίας καθώς όσο οι τιμές των μετοχών αυξάνονται όλα βαίνουν καλώς, όταν όμως αρχίσει η καθοδική πορεία τότε τα ενέχυρα παύουν να έχουν την παραμικρή αξία και στο στόχαστρο τίθενται αποταμιεύσεις, οδηγώντας τα σχέδια εύκολου πλουτισμού σε απότομη προσγείωση. Το υψηλότερο επίπεδο που είχαν φτάσει τέτοιου είδους αγορές ήταν τον Ιούλιο του 2007 με αξία 381 δισ. δολ. Έκτοτε μαζί με το πολύ νερό στ’ αυλάκι μεσολάβησαν κι εκατομμύρια ωρών με εξαγγελίες για ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα και δημιουργία βαλβίδων ασφαλείας που δεν θα επέτρεπαν ποτέ, μα ποτέ ξανά να γίνουν όσα εξωφρενικά συνέβησαν το 2008 στις ΗΠΑ. Φτάνουμε έτσι οι αγορές μετοχών με ενέχυρο μετοχές σήμερα, μετά την ρύθμιση των αγορών να ανέρχονται σε 413 δισ. δολ. Ψηλότερα από το 2007…

Πομφόλυγες αποδείχθηκαν οι εξαγγελίες για ρύθμιση ακόμη και στον χρηματοπιστωτικό τομέα, τις ίδιες τις τράπεζες, καθιστώντας πολύ πιο εύφλεκτο το υλικό που έχει συγκεντρωθεί και τις συνέπειες από μια νέα κρίση να προβλέπονται πολύ πιο σοβαρές. Το ευχάριστο, εκ πρώτης όψης, είναι η κάθετη μείωση του αριθμού των τραπεζών που δραστηριοποιούνται επί αμερικάνικου εδάφους. Από 18.000 που ήταν σχεδόν το 1985, τώρα για πρώτη φορά από την δεκαετία του ’30 οπότε ξεκίνησαν να τηρούνται στοιχεία, ο αριθμός τους πέφτει κάτω από 7.000, φτάνοντας τις 6.891. Τα καλά νέα, όπως περιγράφονταν στο Businessweek στις 10 Δεκέμβρη σταματούν κάπου εδώ γιατί η συνέχεια της ιστορίας θέλει τους συνήθεις υπόπτους αντί να έχουν αφοπλιστεί, να έχουν συγκεντρώσει μια τέτοια δύναμη πυρός που είναι ικανή να προκαλέσει πολύ πιο φονικές σεισμικές δονήσεις! Συγκεκριμένα, οι 6 μεγαλύτερες τράπεζες των ΗΠΑ (JP Morgan Chase, Bank of America, Citigroup, Wells Fargo, Goldman Sachs και Morgan Stanley) είναι 37% μεγαλύτερες σε σχέση με το υψηλότερο σημείο που είχαν φτάσει πριν την τελευταία κρίση, έχοντας στα ταμεία τους τα 4 από τα 10 δάνεια της αμερικάνικης οικονομίας και τα δύο τρίτα του ενεργητικού όλου του τραπεζικού συστήματος (14,4 τρισ. δολ.). Ακόμη μεγαλύτερο δέος προκαλεί η εκτίμηση πως οι 5 ισχυρότερες αμερικάνικες τράπεζες το 2006 έλεγχαν το 43% του αμερικάνικου ΑΕΠ (6 τρισ. σε σύνολο 13,4) ενώ το 2011 έλεγχαν το 56% (8,5 τρισ. σε σύνολο 15,1)! Το ποιοτικό πρόβλημα που γεννάται απ’ αυτά πρωτοφανή επίπεδα γιγαντισμού σχετίζεται με το κόστος που θα σηκώσουν οι λαοί από μια πιθανή διάσωσή τους. Γιατί η αιτία των σημερινών δεινών βρίσκεται στην όχι και τόσο αθώα φράση (πολλαπλών αναγνώσεων) που επαναλαμβανόταν το 2008 πως οι τράπεζες ήταν «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν», που σήμαινε ότι έπρεπε να σωθούν με κάθε κόστος, το οποίο επωμίστηκαν στη συνέχεια οι κοινωνίες. Αν οι τράπεζες του 2008 ήταν «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν» οι σημερινές είναι ακόμη μεγαλύτερες, άρα το κόστος της σωτηρίας τους ακόμη πιο οδυνηρό…

Τραπεζικός υδροκεφαλισμός

Η περαιτέρω γιγάντωση της εικονικής, παρασιτικής οικονομίας φαίνεται επιπλέον από τα παράγωγα που με βάση τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, η αξία τους έχει φθάσει τα 638 τρισ. δολ., έχοντας τριπλασιαστεί σε 5 χρόνια. Στον πιο ευρύ τους μάλιστα ορισμό η αξία τους υπερβαίνει τα 1.000 τρισ. δολ. ισούται δηλαδή με 14 φορές την αξία του παγκόσμιου ΑΕΠ!

Η σημασία της παρακολούθησης της χρηματιστηριακής οικονομίας δεν σχετίζεται μόνο με την πρόβλεψη των επιπτώσεων που μπορεί να έχει το σκάσιμο της φούσκας, ακόμη και στην πιο απομακρυσμένη χώρα του κόσμου. Εμπειρία που με οδυνηρό τρόπο βίωσε η Ελλάδα, όταν οι αλυσιδωτές αντιδράσεις της κρίσης στην αμερικάνικη αγορά ακινήτων του 2008 έφεραν τα Μνημόνια και την μετέπειτα χρεοκοπία. Έχει επίσης σημασία γιατί αποδεικνύει πόσο κίβδηλες είναι οι νεοφιλελεύθερες εξαγγελίες. Για παράδειγμα ανέκαθεν οι οπαδοί του οικονομικού δαρβινισμού υποστήριζαν την ανεμπόδιστη ελευθερία των πλουσίων και των εταιρειών να αυξάνουν τον πλούτο τους με το σκεπτικό ότι η κοινωνία αργά ή γρήγορα θα γευτεί την διάχυση αυτών των αποτελεσμάτων, που θα δημιουργούν επιπλέον πλούτο στην κοινωνία.

Ό,τι έχει συμβεί στην αμερικάνικη οικονομία εσχάτως ανατρέπει εκ βάθρων τον παραπάνω συλλογισμό. Ακόμη κι ο Ομπάμα στην πρόσφατη ετήσια ομιλία του προς το έθνος υπογράμμισε την δραματική έκταση που έχουν προσλάβει οι αντιθέσεις τα τελευταία χρόνια. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι το κορυφαίο 10% στην εισοδηματική κλίμακα τώρα κερδίζει το ήμισυ του εθνικού εισοδήματος, όταν το 1979 κέρδιζε το ένα τρίτο. Οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι επομένως. Από την άλλη, τα 1,30 δολ. που ήταν το 1968 το ελάχιστο ωρομίσθιο, σε σημερινές αξίες αντιπροσωπεύουν 10,3 δολ. ή 30% πάνω από το βασικό ωρομίσθιο που είναι στα 9 δολ. Κι οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι επομένως. Ως αποτέλεσμα ακόμη κι ένας εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση που κερδίζει 14.500 δολάρια το έτος κινείται πολύ κάτω από την γραμμή της φτώχειας που για μια 4μελή οικογένεια ορίζεται σε ετήσια βάση στα 23.550 δολάρια. Ο στόχος όμως του Ομπάμα, να μη ζει κανένας εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης στη φτώχεια, υπονομεύεται από την ίδια του την πολιτική. Με βάση εκτενές ρεπορτάζ των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 29 Δεκεμβρίου μόνο αυτή την χρονιά στο Σικάγο 50 σχολεία οδηγήθηκαν σε κλείσιμο, ενώ ανακοινώθηκαν και 3.000 απολύσεις σε μια προσπάθεια να μειωθεί το έλλειμμα στην πολιτεία. Τα χειρότερα ωστόσο είναι μπροστά καθώς το επόμενο θύμα όχι μόνο στο Ιλινόις θα είναι το συνταξιοδοτικό σύστημα που θα κληθεί όπως και στην Ελλάδα να πληρώσει τα σπασμένα με μειώσεις παροχών και συντάξεων και αύξηση των εισφορών. Προοπτική που προκαλεί οργή αν στις δραματικές περικοπές αντιπαραβάλλουμε την πλημμυρίδα ρευστού που ρίχνει κάθε μήνα στην αγορά η κεντρική τράπεζα, χρηματοδοτώντας το χρηματιστηριακό πάρτυ.

Σε έξαρση οι αυτοκτονίες

Η γενικευμένη απόγνωση που επικρατεί στις ΗΠΑ αντανακλάται και στις αυτοκτονίες που είναι πλέον εκτός ελέγχου. Με βάση ρεπορτάζ του περιοδικού Τάιμ στις 25 Νοεμβρίου, «ο αριθμός των αυτοκτονιών το 2009 ξεπέρασε για πρώτη φορά τον αριθμό των θανάτων από αυτοκινητιστικά ατυχήματα. Το 2010, το πιο πρόσφατο έτος για το οποίο είναι διαθέσιμα στατιστικά, αυτοκτόνησαν 38.364 Αμερικάνοι. Από το 1999 μέχρι το 2010 οι αυτοκτονίες στις ηλικίες μεταξύ 35 και 64 ετών αυξήθηκαν κατά 28,4% και για τους άνδρες στα ’50 σχεδόν κατά 50%»!

Τα μέτρα λιτότητας που εφαρμόζει ο Ομπάμα εδώ κι έναν χρόνο οδηγούν επίσης την αμερικάνικη κοινωνία στην οπισθοδρόμηση. Πολύ πριν ανακοινωθούν οι τελευταίες περικοπές, στις 8 Φεβρουαρίου 2013 οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς περιέγραφαν με τα ακόλουθα μελανά χρώματα τις άμεσες επιπτώσεις των περικοπών: «Ερευνητές έχουν υποστηρίξει ότι οι οριζόντιες περικοπές στα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας, που καθοδηγούν την ιατρική έρευνα στις ΗΠΑ, θα αφαιρέσουν κονδύλια έρευνας ύψους 12,5 δισ. αυτό το χρόνο και θα μειώσουν την οικονομική μεγέθυνση μέχρι και 860 δισ. δολ. σε 9 χρόνια, πλήττοντας την ανταγωνιστικότητα των ΗΠΑ στην υγεία μακροχρόνια και επιφέροντας την απώλεια μισού εκατομμυρίου θέσεων εργασίας μεταξύ 2013 και 2016. Ακόμη κι η ικανότητα πρόβλεψης του καιρού θα επηρεαστεί. Οι περικοπές θα μειώσουν την χρηματοδότηση για ένα νέο δορυφόρο που χρειαζόταν το 2016, επιβραδύνοντας τις βελτιώσεις στις μακροχρόνιες προβλέψεις καιρού για εν δυνάμει καταστροφικά φαινόμενα όπως οι τυφώνες».

Εν κατακλείδι, η χρηματιστηριακή άνθηση δεν είναι μόνο προάγγελος νέων περιδινήσεων για την παγκόσμια οικονομία, που εξ ορισμού είναι καταστροφικές για τις κοινωνίες καθώς αυτές επωμίζονται το κόστος της διάσωσης τραπεζών και τζογαδόρων. Επιπλέον, το ξέφρενο πάρτι που γίνεται στα χρηματιστηριακά γραφεία έχει, σαν την άλλη όψη του νομίσματος, την αυξανόμενη φτώχεια για τους πολλούς, την έκρηξη των κοινωνικών αντιθέσεων και την οπισθοδρόμηση ολόκληρης της κοινωνίας που όλο και σπανιότερα γεύεται τους καρπούς της σύγχρονης επιστήμης και της τεχνολογίας.

Η οικονομική κρίση είναι εδώ (Πριν, 6 Ιούλη 2008)

Ισπανία, Αγγλία, Δανία και Ιρλανδία μετά τις ΗΠΑ

ΠΛΗΤΤΕΤΑΙ Η ΕΕ

Ελαφρά ασυνήθιστος ήταν ο τίτλος της ισπανικής Ελ Παΐς σε ένα πρόσφατο αφιέρωμά της στην ισπανική γλώσσα: «Στα ισπανικά λέγεται κρίση», έγραφε. Και αμέσως μετά παρέθετε τις λέξεις που κατά κόρον χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν την οικονομική συγκυρία κι οι οποίοι δεν διαφέρουν καθόλου από τις υπεκφυγές που ακούμε συχνά και στην Ελλάδα όπως «δυσπραγία», «αβεβαιότητα», «καθόλου ευχάριστες εξελίξεις» (βλ. δηλώσεις Γ. Αλογοσκούφη την Τρίτη μετά τη συνεδρίαση της κυβερνητικής επιτροπής) κ.ο.κ. Το ίδιο ωστόσο μπορεί να ειπωθεί με ένα εξ ίσου κατηγορηματικό τρόπο και για μια σειρά άλλες γλώσσες όπως τα αγγλικά, αφορώντας όχι μόνο τις ΗΠΑ αλλά εξ ίσου σοβαρά την Αγγλία και την Ιρλανδία, τα πορτογαλικά, τα δανικά και τα ισλανδικά – μέχρι στιγμής πάντα.

Στην Ισπανία, η βουτιά του κατασκευαστικού τομέα που είδε το προϊόν του να μειώνεται μέσα σε ένα χρόνο κατά 30% έχει παρασύρει, σε συγκερασμό με την επιδείνωση των όρων δανειοδότησης, τους σημαντικότερους τομείς της οικονομίας. Σύμφωνα με τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 26 Ιουνίου, «τουριστικές επιχειρήσεις, αλυσίδες σούπερ μάρκετ και καταστήματα μόδας έχουν σημειώσει μια απότομη πτώση. Στο βιομηχανικό τομέα οι μεταποιητικές επιχειρήσεις των οποίων η τύχη συνδέεται με την κατασκευαστική δραστηριότητα έχουν βιώσει μια απότομη πτώση των πωλήσεών τους κατά τους προηγούμενους 12 μήνες».

Στις ΗΠΑ τα σημάδια της κρίσης είναι ορατά από παντού λες κι η φρενήρη πτώση των αμερικανικών επιτοκίων από 5,25% που ήταν τον Σεπτέμβρη στο 2% που έφθασαν να μη συνέβη ποτέ. Οι πωλήσεις αυτοκινήτων, που δίνουν τον ρυθμό των λιανικών πωλήσεων, μειώθηκαν τον Μάη σχεδόν κατά 11%. Οι τιμές των κατοικιών, αντιπροσωπεύοντας την έλλειψη ζήτησης κι όχι την αναγκαία διόρθωσή τους από τα επίπεδα φούσκας, μειώθηκαν το πρώτο τρίμηνο κατά 14%. Η δε ανεργία θερίζει με τον Ιούνιο να είναι ο έκτος συνεχόμενος μήνας που παρατηρείται μείωση των θέσεων εργασίας, με αποτέλεσμα να έχει εκτιναχθεί στο 5,5%. Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα καθώς ακόμη κι αυτοί που δουλεύουν (καλύτερα, απασχολούνται) στο απέραντο βασίλειο της ελαστικής εργασίας βλέπουν τους φακέλους της μισθοδοσίας να είναι όλο και πιο λεπτοί, καθώς οι εργοδότες τους μειώνουν συνεχώς τις ώρες απασχόλησης.

Στην Αγγλία, όπου η χρεοκοπία της τράπεζας Νόρθερν Ροκ τον Σεπτέμβριο του 2007 επεσήμανε για πρώτη φορά τη σοβαρότητα της κατάστασης, το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί φέτος κατά 1,3% (το χαμηλότερο ποσοστό από το 1992) από 3,6% πέρυσι κι ο πληθωρισμός να ξεπεράσει το 4%, παρότι τα επιτόκια βρίσκονται στο 5% – επίπεδο ρεκόρ μεταξύ των επτά πλουσιότερων χωρών του πλανήτη.

Στη Δανία η κατάσταση είναι πιο σοβαρή καθώς οι εξελίξεις εκεί με το ΑΕΠ να συρρικνώνεται επί δύο συνεχόμενα τρίμηνα είναι τόσο αρνητικές που ανταποκρίνονται και στον τεχνικό–τυπικό ορισμό της ύφεσης. Το ίδιο επίσης αναμένεται να συμβεί σε Ιρλανδία και Πορτογαλία όπου το πρώτο τρίμηνο πράγματι μειώθηκε το προϊόν, ενώ αναμένεται να μειωθεί και στο δεύτερο. Η οριακή (καθότι μικρότερη της μονάδας) μείωση του ΑΕΠ σε αυτές τις χώρες φαντάζει ειδυλλιακή ωστόσο για την Ισλανδία των 315.000 κατοίκων (ασήμαντη αν δεν ήταν τόσο πολύτιμη όσο τα καναρίνια στις στοές των ορυχείων) που είδε το ΑΕΠ της να μειώνεται κατά 4%!

Χρονικά παρατεταμένη, παγκόσμια και τόσο βαθιά ώστε να αποτελεί σημείο τομής αποδεικνύεται η οικονομική κρίση που εμφανίστηκε πέρυσι τον Αύγουστο αποτελώντας μετάσταση και μετεξέλιξη της δομικής κρίσης που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Ανήμπορες οι κρατικές πολιτικές σε ΗΠΑ και ΕΕ να την αντιμετωπίσουν.

 

Η άνοδος του επιτοκίου του ευρώ θα οδηγήσει στην επιτάχυνση του πληθωρισμού κι όχι την τιθάσευσή του

 

Ιδιαίτερη σημασία ωστόσο έχει ότι η κρίση, όπως ορίζεται η απότομη διακοπή της οικονομικής επέκτασης, όπως ξέσπασε πέρυσι τον Αύγουστο με αφορμή την πιστωτική ασφυξία έχει αποκτήσει πλανητική διάσταση και ασυνήθιστα μεγάλη διάρκεια.

Αρχικά, το φθινόπωρο του 2007 όλοι έδειχναν ως ημερομηνία λήξης της κρίσης το πρώτο δεκαήμερο του 2008, όταν θα δημοσιεύονταν τα οικονομικά αποτελέσματα των τραπεζών και θα έβγαιναν στη φόρα οι επισφάλειες που κρατούνταν τότε ως επτασφράγιστο μυστικό για να μην εξανεμιστεί η πιστοληπτική τους αξιοπιστία και οδηγηθούν στη χρεοκοπία. Το πρώτο δεκαήμερο του 2007 ωστόσο πέρασε, μαζί και το πρώτο τρίμηνο, όπως και το πρώτο εξάμηνο του 2008 και δεν υπάρχει τίποτε που να προμηνύει ακόμη κι αυτή την επιστροφή στο παρελθόν. Παρότι μάλιστα οι αποκαλύψεις για τα ανοίγματα ξεπέρασαν και την πιο γενναιόδωρη πρόβλεψη, φθάνοντας το ασύλληπτο ποσό των 387 δισ. δολαρίων, μειώνοντας έτσι αισθητά τις πιθανότητες να περάσουν σε επόμενες χρήσεις τα ανοίγματα. Αποτέλεσμα μάλιστα ήταν να αποδυναμωθεί η κεφαλαιακή βάση τραπεζικών κολοσσών και να αποκτήσουν πρόσβαση στο μετοχικό τους κεφάλαιο κρατικά επενδυτικά ταμεία από την Ασία και τη Μέση Ανατολή (όπως συνέβη πολύ πρόσφατα με τη βρετανική  Μπάρκλευ’ς που οι μεγαλύτεροι μέτοχοι της στο εξής θα έχουν έδρα το Κατάρ) σε μια πρωτοφανή έκταση. Παρόλα αυτά το κατρακύλισμα δεν σταμάτησε. Όλο το προηγούμενο εξάμηνο μετοχές – σύμβολα του  καπιταλισμού υποβαθμίστηκαν με κάθε επισημότητα (όπως της Τζένεραλ Μότορς και της Σίτιμπανκ) είτε απαξιώθηκαν από την αγορά (όπως της Ζίμενς  και της Γιούνελεβερ) συμπαρασύροντας μαζί τους τα διεθνή χρηματιστήρια.

Ο απολογισμός του εξαμήνου ήταν δραματικός. Ο αμερικανικός βιομηχανικός δείκτης Ντάου Τζόουνς έπεσε κατά 14%, ο βρετανικός χρηματιστηριακός δείκτης κατά 13%, στη Γερμανία 20%, στη Γαλλία 21% και συνολικά ο πανευρωπαϊκός Ντάου Τζόουνς κατά 25%. Ο δε ευρωπαϊκός πάλι δείκτης FTSE – 300 κατέγραψε στο εξάμηνο απώλειες της τάξης του 21%, που είναι οι μεγαλύτερες από την ίδρυσή του, το 1986. Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια πλήρωσαν πολύ πιο βαρύ φόρο αίματος σε σχέση με τις ΗΠΑ κατ’ αναλογία του αναπάντεχα μεγαλύτερου κόστους που πλήρωσαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες σε σχέση με τις αμερικανικές από το σκάσιμο της φούσκας της αμερικανικής αγοράς ακινήτων. Δείχνοντας πρακτικά μαθήματα μετακίλησης και όχι απλά διασποράς κινδύνων (και απάτης) από τα 387 δισ. δολάρια που προαναφέραμε τα 200 τα φορτώθηκαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες και μόνο τα 166 από τα υπόλοιπα οι αμερικανικές! Φαίνεται έτσι ότι με την μέθοδο της τιτλοποίησης δεν εφαρμόστηκε απλά και μόνο η παλιά (μηδενικού αθροίσματος) τραπεζική πρακτική που αναλύει ο Μπλαζάκ στα Χαμένα Όνειρα: «Οι Κουαντέ εις περίπτωση ανάγκης εβεβαίουν δια τον κύριο Γκαρνεράκ ότι ο κύριος Γκαρνεράκ εβεβαίου δια τους κυρίους Κουαντέ. Πρόκειται για μια ακριβή εφαρμογή εν τη πράξει της γνωστής λαϊκής παροιμίας: Δως μου το ραβέντι να σου δώσω τη σιναμική». Στην περίπτωση όμως των δανείων των φτωχών δεν έγινε μια αμοιβαία ανταλλαγή «ισοδυνάμων» καθαρτικών μεταξύ των τραπεζών που δάνειζε η μια την άλλη με εγγύηση τα εν λόγω δάνεια, μια και απ’ ότι φάνηκε οι αμερικανικές τράπεζες τα ξεφορτώθηκαν γρήγορα από πάνω τους αποθέτοντάς τα στους ανταγωνιστές τους μέχρι που λύγισαν από το βάρος τους.

Επιστρέφοντας στα αποτελέσματα των χρηματιστηρίων κατά το πρώτο εξάμηνο (κι ανιχνεύοντας από τη διακύμανσή τους την ευρωστία της αιχμής του δόρατος κάθε εθνικού κεφαλαίου) και κινούμενοι ανατολικότερα της Ευρώπης, διαπιστώνεται η ίδια δραματική κατάσταση: Στην Ταϊβάν, τη Νότια Κορέα όπως και στην Ιαπωνία ο δείκτης του χρηματιστηρίου είχε απώλειες  12%, στο Χονγκ – Κονγκ όπως και τη Νέα Ζηλανδία 21%, στην Αυστραλία 18%, στην Ινδία 34% και στην Κίνα 48%! Όπως ήταν αναμενόμενο, εξαίρεση αυτού του κανόνα (στον οποίο υπάκουσαν φυσικά και τα νοτιοαμερικανικά χρηματιστήρια) αποτέλεσαν οι χώρες που κατά κύριο λόγο εξάγουν βασικά εμπορεύσιμα προϊόντα όπως ο Καναδάς (+5%), η Βραζιλία (+2%) και η Ρωσία (+1%), χωρίς φυσικά τα κέρδη τους να αντισταθμίζουν τις σοβαρές απώλειες που καταγράφηκαν στις αγορές του ανεπτυγμένου καπιταλισμού.

Παρατεταμένη λοιπόν χρονικά (οκτώ μήνες για να θυμηθούμε κράτησε στις ΗΠΑ η ύφεση το 2001), πλανητική και επίσης βαθιά. Η αποτίμηση της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, της κεντρικής τράπεζας όλων των κεντρικών τραπεζών – όπως συχνά αποκαλείται, που εδρεύει στην Βασιλεία της Ελβετίας, όπως περιλαμβάνεται στα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης της που δημοσιεύτηκε στις 30 Ιουνίου ξάφνιασε ευχάριστα όσους περίμεναν τι συνήθεις άχρωμες και πολύσημες διατυπώσεις: «Η τρέχουσα αναστάτωση στων αγορών στα σημαντικότερα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά κέντρα είναι χωρίς προηγούμενο κατά την μεταπολεμική περίοδο. Με σημαντικό τον κίνδυνο της ύφεσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε συνδυασμό με έναν απότομα αυξανόμενο πληθωρισμό σε πολλές χώρες εγείρονται φόβοι ότι η παγκόσμια οικονομία ενδέχεται να βρίσκεται σε ένα είδος σημείου καμπής. Αυτοί οι φόβοι δεν είναι αβάσιμοι», συνεχίζει χρησιμοποιώντας πολλές φορές τον όρο «σημείο τομής». Τον ίδιο όρο, «σημείο καμπής», χρησιμοποίησε και ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου πριν λίγες μέρες για να τονίσει το βάθος της κρίσης ενώ και ο διεθνής Τύπος βρίθει από ανάλογες εκτιμήσεις.

«Είναι μια ύφεση σε αργή κίνηση», τόνιζε στην Ινερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν στις 3 Ιουλίου ο επικεφαλής οικονομολόγος των Λέχμαν Μπράδερς. «Σε μια κανονική ύφεση τα πράγματα καταρρέουν και εξασθενούν ώστε δεν έχεις να πας πουθενά αλλού παρά προς τα πάνω. Αλλά εδώ δεν έχουμε τα κλασσικά δύο ή τρία αρνητικά τρίμηνα. Αντίθετα περιμένουμε δύο χρόνια μεγέθυνσης κάτω του κανονικού – μια μεγέθυνση που δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει θέσεις εργασίας. Είναι ένα είδος χρόνιας παρά απότομης οδύνης». Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληγε επίσης ανάλυση του αμερικανικού περιοδικού Νιούζγουικ πριν τρεις εβδομάδες με τον γριφώδη και έμπλεο αισιοδοξίας τίτλο «γιατί είναι χειρότερα απ’ όσο νομίζετε»… Ο αμερικάνος αρθρογράφος υποστήριζε ότι ακόμη κι αυτή η γενναιόδωρη οικονομική βοήθεια ύψους 100 δισ. δολαρίων που ανακοίνωσε πρόσφατα ο Μπους δεν πρόκειται να έχει κανένα αποτέλεσμα καθώς δεν αντιμετωπίζεται στη ρίζα της η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και των τροφίμων, με αποτέλεσμα να συνεχίζουν αυτές οι ανατιμήσεις να διοχετεύονται στην οικονομία οδηγώντας σε άνοδο τις τιμές, ενώ η ρευστότητα που παρέχει η κεντρική τράπεζα καταλήγει να κλείνει τα ανοίγματα των εμπορικών τραπεζών και όχι στους καταναλωτές! Έτσι η κεντρική τράπεζα προσφέρει τα μέσα που διαθέτει στην κατεύθυνση διάσωσης των κλυδωνιζόμενων τραπεζών κι όχι των δανειοληπτών που εξακολουθούν να χάνουν μαζικά τα σπίτια τους  και τις δουλειές τους.

Λάδι στη φωτιά της κρίσης ρίχνει επίσης και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η απόφασή της την Πέμπτη να αυξήσει το βασικό επιτόκιο δανεισμού κατά ένα τέταρτο της μονάδας (μια απόφαση που είναι πιο κοντά στην ημερήσια διαταγή για άνοδο του κόστους χρήματος ως απάντηση στην κρίση, σε σχέση με τη στάση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας) φθάνοντας το στο 4,25% συνιστά μια πολλαπλά επιζήμια πολιτική. Κατ’ αρχήν παρότι λήφθηκε με αποκλειστικό και μόνο κριτήριο την καταπολέμηση του πληθωρισμού που έφθασε στο 4%, όταν επίσημος στόχος της είναι να μην υπερβαίνει το 2% (κι αυτό χωρίς ποτέ να εξηγηθεί με πειστικό τρόπο γιατί συνιστά αδήριτη αναγκαιότητα) στην πράξη θα οδηγήσει σε άνοδό του. Η ενίσχυση του επιτοκίου του ευρώ είναι αναμενόμενο ότι θα οδηγήσει στην ενίσχυση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του έναντι του αμερικανικού νομίσματος, όπως συμβαίνει σταθερά τα τελευταία χρόνια κι όπως συνέβη επίσης στις αρχές της εβδομάδας, εν αναμονή των ανακοινώσεων της Φρανκφούρτης, όταν την Τρίτη το ευρώ έφθασε μέχρι τα 1,5827 δολάρια έναντι 1,5732 την προηγούμενη μέρα. Η πτώση του δολαρίου όμως οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου, καθώς έτσι οι χώρες παραγωγοί επιχειρούν να αντισταθμίσουν τις απώλειές τους από την εξασθένιση του δολαρίου, «του αληθινού αγίου πνεύματος» όπως χαρακτήριζε το αμερικανικό νόμισμα ο Σελίν στο Ταξίδι στην άκρη της νύχτας.

Ο εφιάλτης του πληθωρισμού έτσι επιστρέφει, εν πλήρη γνώση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, καθώς επιλέγει να αφήσει στο απυρόβλητο τις πραγματικές αιτίες που πυροδοτούν την άνοδό του (χρηματιστηριακή κερδοσκοπία και τιμολογιακή ασυδοσία του κεφαλαίου που ελλείψει κρατικών περιορισμών φθάνει να ανακοινώνει εν μία νυκτί γενικές αυξήσεις ακόμη και της τάξης του 20% όπως έκανε για παράδειγμα η χημική Ντάου κ.λπ.) και αντί αυτών να δυσχεράνει τους όρους χρηματοδότησης της καπιταλιστικής παραγωγής και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Έτσι όμως κατ’ αρχήν τιμωρείται επί ποινή εξαφανίσεως η παραγωγική δραστηριότητα στο βαθμό που η χρηματοδότηση καθίσταται εξαιρετικά ακριβή και εν τέλει απαγορευτική. Επίσης πραγματοποιείται μια τεράστια μεταφορά πόρων από την κοινωνία στο τραπεζικό κεφάλαιο που στα καλά καθούμενα θα απαιτήσει επιπλέον τόκους από τα εκατομμύρια δανειοληπτών σε όλη τη ζώνη του ευρώ οι οποίοι είχαν δανειστεί με κυμαινόμενο επιτόκιο την εποχή που το επιτόκιο του ευρώ ήταν για παράδειγμα στο 2%, συγκεκριμένα τον Δεκέμβριο του 2005.

Φαίνεται έτσι ότι για μια ακόμη φορά, μετά τις ενέσεις ρευστού του περασμένου Δεκέμβρη όταν στη διατραπεζική προσφερόταν δωρεάν ρευστό  στις εμπορικές τράπεζες οι οποίες εξακολουθούσαν και το έδιναν στην κατανάλωση με τους συμβατικούς όρους κερδίζοντας τα μέγιστα, μεγάλος κερδισμένος από την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο που θα καρπωθεί τα μεγαλύτερα οφέλη από την άνοδο του επιτοκίου του ευρώ.

ΣΕΛΙΔΑ 7 ΒΑΣΗ

Στόχος το πάγωμα των μισθών

ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΣΤΟΝ ΟΟΣΑ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

Τόσο ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, όσο και οι αμερικάνος ομόλογός του δεν παρέλειψε κατά τη δημόσια τοποθέτησή του να τονίσει την ανάγκη συγκράτησης των μισθών σε επίπεδα κάτω του πληθωρισμού. Αυτό που για την ακρίβεια διαφαίνεται, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή δόση δημοσιογραφικής ή πολιτικής υπερβολής, είναι ότι οι μισθοί και για την ακρίβεια το πάγωμά τους αποτελεί το σημαντικότερο μέλημα των διαμορφωτών πολιτικής.

Σε αυτό το στόχο άλλωστε συντείνει και η ασφυξία που προκαλούν στην παραγωγή. Υπό συνθήκες έλλειψης ρευστού και ανυπαρξίας διαθεσίμων ποιος καπιταλιστής θα ενδώσει σε ένα αίτημα μισθολογικής αύξησης, ακόμη κι αν διατυπωθεί υπό τόσο απαγορευτικούς ταξικούς συσχετισμούς; Η διογκούμενη ανεργία (που στο επίπεδο των 30 ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών του ΟΟΣΑ αναμένεται να φθάσει το 6% το 2009, δηλαδή 34,8 εκ. από 5,6% φέτος) εξασφαλίζει την καθήλωση των μισθών σε τέτοια επίπεδα που αφήνουν το κεφάλαιο να γεύεται μόνο του τα οφέλη από τις αυξημένες τιμές. Ενστικτώδη του αντίδραση που αναδεικνύεται σε ξεχωριστής σημασίας στο πλαίσιο των μέτρων που λαβαίνει για να υπερβεί την πτώση του ποσοστού κέρδους – τελική αιτία της σημερινής κρίσης.

Μαζί με την άνοδο των τιμών και τη διευκόλυνση των όρων αξιοποίησης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου προκρίνεται η ανάγκη περαιτέρω φιλελευθεροποίησης του εμπορίου. Την κατάργηση των τεχνικών φραγμών και των τελωνειακών δασμών που στέκονται εμπόδιο στην ανεμπόδιστη εφαρμογή του νόμου της αξίας σε διεθνές επίπεδο θα ζητήσουν οι ηγέτες των επτά πλουσιότερων χωρών κατά τη σύνοδό τους στην Ιαπωνία τις επόμενες μέρες. Σε ένα κρεσέντο υποκρισίας θα εμφανίσουν ως αιτία της ανόδου των τιμών και του πληθωρισμού την ανεπιτυχή ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων στη Ντόχα και τα πρόσφατα μέτρα περιορισμού των εξαγωγών που έλαβαν οι χώρες που παράγουν μαζικά τρόφιμα για τη διεθνή αγορά. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι αιτία της σημερινής απορύθμισης της αγοράς που ακροβατεί στο χείλος της κατάρρευσης είναι η έκρηξη της εμπορευματικής παραγωγής, αυτής που συντελείται δηλαδή με σκοπό το κέρδος και όχι την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Τι άλλο δηλώνει η αύξηση των παγκόσμιων εξαγωγών στο 32,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ από 21% που ήταν το 1980, σύμφωνα με το ΔΝΤ, παρά την άκρατη φιλελευθεροποίηση του εμπορίου και της παραγωγής;

ΣΕΛΙΔΑ 7 ΚΟΛΟΝΑ

ΕΛΛΑΔΑ

Ύφεση και εκκαθάριση

του κεφαλαίου

ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΑ ΣΗΜΑΔΙΑ

Όπως συνέβη τη δεκαετία του ’70 που η κρίση αξιοποιήθηκε από το κεφάλαιο για μια επίθεση χωρίς προηγούμενο στα εργατικά δικαιώματα έτσι και σήμερα το κεφάλαιο επιχειρεί να πραγματοποιήσει μια τομή στην εκμετάλλευση επικαλούμενο την κρίση που οι νόμοι λειτουργίας του προκαλούν. Έτσι στην Ελλάδα τα καμπανάκια κινδύνου που άναψε το ΙΟΒΕ την εβδομάδα που πέρασε υποδεικνύοντας την επιβράδυνση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, συνόδευσαν οι δηλώσεις του υπουργού Οικονομίας, Γ. Αλογοσκούφη, μετά τη συνεδρίαση της κυβερνητικής επιτροπής ότι «θα συνεχίσουμε την πολιτική των μεταρρυθμίσεων ώστε να αντιμετωπίσουμε τις όποιες επιπτώσεις της διεθνούς κρίσης με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αλλά και να προετοιμάσουμε την ελληνική οικονομία για να είναι έτοιμη με το που θα αρχίσει η διεθνής ανάκαμψη»! Επίσης η δήλωσή του μετά τη συνάντηση με τον ευρωπαίο επίτροπο Χ. Αλμούνια ότι «έχει πολύ μεγάλη σημασία σε μια περίοδο όπως αυτή που διανύουμε σήμερα να διατηρήσουμε την κατεύθυνσή μας», εννοώντας την απαρέγκλιτη εφαρμογή του αντιλαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Με τις μεταρρυθμίσεις δε, δεν εννοούν τίποτε άλλο από ιδιωτικοποιήσεις που θα κάνουν απρόσιτες στους εργαζόμενους πολλές κοινωνικές υπηρεσίες, μέτρα δημοσιονομικής πειθαρχίας, παροχές στο κεφάλαιο, νέους φόρους και ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις και το ασφαλιστικό σύστημα που θα απογειώσουν την εκμετάλλευση. Το μίγμα που έχει εφαρμοστεί απαρέγκλιτα τα τελευταία χρόνια οδηγώντας στη σημερινή κρίση και την εργαζόμενη πλειοψηφία στη φτώχεια και τη μαζική ανεργία. Αυτό το μίγμα θα εφαρμοστεί με εντατικότερο ρυθμό κι από τον Οκτώβρη, αν απαιτηθεί, όπως φημολογείται, η αναθεώρηση του κρατικού προϋπολογισμού ώστε να λαβαίνει υπ’ όψη του τα νέα δεδομένα.

Τα κροκοδείλια δάκρυα περίσσεψαν επίσης με αφορμή την καταβαράθρωση του δείκτη του ελληνικού χρηματιστηρίου που μέσα στο πρώτο εξάμηνο έχασε περισσότερο από το ένα τρίτο της αξίας του (2.000 μονάδες), ως αποτέλεσμα της φυγής των ξένων κεφαλαίων (ύψους 20 δισ.) που είχαν εισρεύσει μαζικά τα προηγούμενα χρόνια. Παρόλα αυτά, κι ας είναι κοινός τόπος ότι ελάχιστα οφέλη έδρεψαν οι εργαζόμενοι στην αφρόκρεμα του ελληνικού κεφαλαίου από την πλημμυρίδα ρευστού που οδήγησε το δείκτη στο ιστορικό υψηλό της περιόδου που σημειώθηκε στις 31 Οκτώβρη 2007, φθάνοντας τις 5.334 μονάδες, εξιλαστήριο θύμα για τις μαύρες μέρες που προμηνύονται θα είναι πρώτα και κύρια οι θέσεις εργασίας και φυσικά και οι εργασιακές σχέσεις.

Οι απολύσεις θα έρθουν στην ημερήσια διάταξη ως άμεσο αποτέλεσμα των διαδικασιών εκκαθάρισης και αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου που θα οξύνει η τεχνητή ύφεση που προκαλεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με την άνοδο του κόστους χρηματοδότησης.

Η πανθομολογούμενη αλήθεια είναι ότι η σημερινή συγκυρία, στο βαθμό που η εργατική και λαϊκή συνείδηση καλείται να προσαρμοστεί σε μια διαρκώς και επί τα χείρω μεταβαλλόμενη πραγματικότητα, προσφέρει μια σπάνια δυνατότητα στην επαναστατική Αριστερά και το εργατικό κίνημα να οργανώσουν την αντεπίθεσή τους. Οι πρόσφατοι ξεσηκωμοί που έγιναν σε πολλές χώρες για το ψωμί και η ανατροπή της κυβέρνησης της Αϊτής οδήγησαν το ΔΝΤ να τονίσει τους κινδύνους που γεννιούνται για την πολιτική σταθερότητα, συστήνοντας να σφίξουν τα λουριά. Το γερμανικό περιοδικό Σπίγκελ υπογραμμίζει ότι «επιπρόσθετα στους οικονομικούς κινδύνους, το σενάριο ξεχειλίζει από πολιτική αβεβαιότητα. Πως θα αντιδράσουν οι εκλογείς όταν η οικονομία έρθει τα πάνω κάτω και οι τιμές εκραγούν; …Ορισμένοι πολιτικοί θα επωφεληθούν, κυρίως αυτοί που υποστηρίζουν ότι η κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί με απλούς τρόπους, όπως υψηλότεροι μισθοί και συντάξεις και χαμηλότερες ενεργειακές τιμές για τους χαμηλόμισθους». Θα μπορέσει η επαναστατική Αριστερά να ανταποκριθεί σε αυτή τη δυνατότητα ανοίγοντας το δρόμο για τις μεγάλες ανατροπές που απαιτούν οι καιροί μας;

Αρέσει σε %d bloggers: