Φορολογικοί παράδεισοι με σφραγίδα ΕΕ

Ας σταματήσουμε να ψάχνουμε στους χάρτες τα νησιά της Καραϊβικής για να βρούμε τους φορολογικούς παράδεισους. Ο …ελέφαντας της φοροδιαφυγής είναι μέσα στο ευρωπαϊκό δωμάτιο και μόλις τις προηγούμενες μέρες μάλιστα η ΕΕ εξασφάλισε την μακροημέρευσή του για χάρη των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η χαριστική βολή στις προσπάθειες καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, μέσω μιας πρότασης νόμου που θα ανάγκαζε τις πολυεθνικές να δημοσιεύουν στοιχεία για τις χώρες στις οποίες πραγματοποιούν κέρδη και πληρώνουν φόρο, δόθηκε από το Λουξεμβούργο την Πέμπτη 28 Νοεμβρίου που κατάφερε να μπλοκάρει την ψήφιση του. Μαζί με το Λουξεμβούργο, που πρωτοστάτησε των προσπαθειών, συντάχθηκαν τα εξής 11 ακόμη κράτη: Κύπρος, Μάλτα, Ιρλανδία, Κροατία (που αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΕ τον Ιανουάριο), Αυστρία, Τσεχία, Εσθονία, Ουγγαρία, Λετονία, Σλοβενία και Σουηδία. Οι προσπάθειες ρύθμισης του φορολογικού πλαισίου ξεκίνησαν πριν τρία χρόνια με αφορμή τη δημοσίευση των Εγγράφων του Παναμά ή Panama Papers όπως έμειναν γνωστά, από τη Διεθνή Σύμπραξη Ερευνητών Δημοσιογράφων. Στη λίστα μάλιστα περιλαμβάνονταν 223 εταιρείες και 400 δικαιούχοι (επιχειρηματίες, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, κ.α.) από την Ελλάδα.

Το επιχείρημα που επικαλέστηκαν οι πολέμιοι της φορολογικής ρύθμισης ήταν πώς ένας νόμος στο πλαίσιο της ΕΕ θα εκτροχίαζε τις προσπάθειες που είναι σε εξέλιξη για την επιβολή ψηφιακού φόρου (digital tax) σε διεθνές επίπεδο. Ειπώθηκε επίσης ότι ένας τέτοιος φόρος, που θα έπληττε σοβαρά τις αμερικανικές πολυεθνικές, θα εξόργιζε τον αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά του εμπορικού πολέμου και οδηγώντας τον στην επιβολή νέων κυρώσεων κατά της ΕΕ. Εμφανώς, πρόκειται για προφάσεις εν τοις αμαρτίαις… Οι συγκεκριμένες κυβερνήσεις λειτουργώντας σαν φερέφωνα των πολυεθνικών επέλεξαν να τορπιλίσουν μια προσπάθεια ρύθμισης του φορολογικού περιβάλλοντος που θα απόβαινε πολλαπλά επωφελής για τους πολίτες τους.

Η ευθύνη για τη διαιώνιση του καθεστώτος φοροασυλίας εντός της ΕΕ δεν βαραίνει μόνο τις 12 χώρες που καταψήφισαν την πρόταση νόμου. Βαραίνει την ίδια την ΕΕ και την Επιτροπή. Άπειρες φορές από ιδρύσεως της Ένωσης, το λεγόμενο διευθυντήριο με πρωταγωνιστή τη Γερμανία έχει επιβάλλει πολιτικές παρά κι ενάντια στη θέληση των κρατών μελών, τα οποία στο τέλος καλούνταν αδιαμαρτύρητα να τα ενσωματώσουν στο εθνικό τους δίκαιο… Γιατί και τώρα η Μέρκελ ή η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λέγιεν, δεν εξάσκησαν τις εξουσίες που διαθέτουν πίσω από τις κουίντες για να υλοποιηθεί μια πολιτική που βρίσκει σύμφωνους όλους τους πολίτες της Ένωσης; Πιθανά γιατί ο υπερβάλλον ζήλος του Λουξεμβούργου εξυπηρετεί και τμήματα της οικονομικής ελίτ όλης της Ευρώπης που βολεύεται με τους «δικούς μας παραδείσους», αντί να τρέχει στην Καραϊβική…

Οι συνέπειες από την φοροδιαφυγή των πολυεθνικών είναι πολλαπλές και δραματικές. Ξεκινούν από την στέρηση των φορολογικών εσόδων για τα κράτη. Έκθεση της βρετανικής οργάνωσης Oxfam, που δόθηκε στη δημοσιότητα τον Μάρτιο του 2019, έδειξε ότι μόνο σε τέσσερα κράτη της ΕΕ (Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία και Γερμανία) το 2015 η φοροδιαφυγή στέρησε από τα δημόσια τους ταμεία 35 δισ. ευρώ. Τόνιζε μάλιστα πώς «αν αυτά τα χρήματα επενδύονταν στη δημόσια υγεία θα μπορούσαν να μειώσουν τα χρήματα που πληρώνουν οι πολίτες ακόμη και κατά 28%»! Η αδιαφορία που επιδεικνύουν τα κράτη μέλη της ΕΕ για τον τερματισμό του καθεστώτος φοροαποφυγής, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το δρακόντειο καθεστώς περικοπών δημοσίων δαπανών που επιβάλλουν στο εσωτερικό τους, σε βάρος μάλιστα των πλέον αδύναμων κοινωνικά και εισοδηματικά. Η ΕΕ φαίνεται να χρησιμοποιεί δύο μέτρα και δύο σταθμά: Αδικαιολόγητη φορολογική αυστηρότητα απέναντι στους μισθωτούς και προκλητική ανοχή απέναντι στις πολυεθνικές!

Οι συνέπειες ωστόσο από τη φορολογική ασυλία βλάπτουν σοβαρά και τον ανταγωνισμό, στον οποίο ομνύουν οι Βρυξέλλες όταν επιβάλλουν μέτρα φιλελευθεροποίησης της αγοράς, υποστηρίζοντας την ανάγκη κατάργησης κάθε εμποδίου που περιορίζει τον ανταγωνισμό. Το ειδικό φορολογικό καθεστώς ωστόσο που έχουν επιβάλλει οι πολυεθνικές αποτελεί την πιο κραυγαλέα περίπτωση νόθευσης του ανταγωνισμού, καθώς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αυτοαπασχολούμενοι και πολίτες, που δεν μπορούν να αποκρύψουν τα εισοδήματα τους, είναι υποχρεωμένοι να φορολογούνται με τους υπέρογκους συντελεστές, που ενίοτε πλησιάζουν και το 30%, την ίδια ώρα που οι πολυεθνικές φορολογούνται ακόμη και με μονοψήφιο ποσοστό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι μικρομσεσαίες καταδικάζονται στην αφαίμαξη και τα λουκέτα, ενώ η φορολογική συμμόρφωση και η λεγόμενη φορολογική συνείδηση καταντάει να αφορά τους χαμένους της παγκοσμιοποίησης…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Άεργοι και κρατικοδίαιτοι βιομήχανοι απειλούν (Πριν, 16 Μαΐου 2010)

Ποτέ άλλοτε, τουλάχιστον από το 1993 που παρακολουθώ τις ετήσιες συνελεύσεις του ΣΕΒ, ο πρόεδρος του δεν είχε εκφωνήσει μια τόσο επιθετική ομιλία. Κανένας πολιτικός απ’ όσους παρεβρίσκονταν δεν ένιωσε βολικά – με πιθανή εξαίρεση την Ντόρα. Φέτος ανατράπηκε εκ βάθρων ένα πρωτόκολο που ήθελε τον πρόεδρο των βιομηχάνων να διατυπώνει μεν με σαφήνεια από το βήμα της ετήσιας συνέλευσης τα αιτήματά τους στην πολιτική ηγεσία, εν τούτοις να μιλάει στο όνομα του «γενικού καλού». Δικαιολογημένα φυσικά, μια και ποτέ άλλοτε κατά τις τελευταίες δεκαετίες οι βιομήχανοι κι ο οικονομικός βραχίονας της αστικής τάξης δεν είχε βρεθεί σε μια τόσο πλεονεκτική θέση απέναντι όχι μόνο απέναντι στους εργαζόμενους αλλά ακόμη και στους πολιτικούς.

Η ρελάνς που επιχείρησε να πάρει την επόμενη μέρα ο υπουργός Δικαιοσύνης, Χ. Καστανίδης λέγοντας «χόρτασε η ψείρα και βγήκε στο γιλέκο» έδωσε αρχικά μια απάντηση στις προκλητικές δηλώσεις του Δασκαλόπουλου, επ’ ουδενί όμως δεν αποκατέστησε την παλιά ισορροπία. Και πως θα μπορούσε; Οι αναφορές του προέδρου του ΣΕΒ για «διαπλεκόμενα κόμματα του μεταπολιτευτικού σκηνικού» και για «κηφήνες» δεν είναι αυθαίρετες. Ξέρει καλύτερα από τον καθένα μας την ευκαμψία του πολιτικού συστήματος, τα μαύρα ταμεία των αστικών κομμάτων και του κάθε πολιτικού και αυτή τη στιγμή, διακρίνοντας ότι η πολιτική ζωή βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο, επιχειρεί να επανακαθορίσει την ισορροπία μεταξύ των δύο πόλων. Δηλαδή, να καταργήσει και τους τελευταίους βαθμούς αυτονομίας που διαθέτουν κόμματα και πολιτικοί έτσι ώστε να περάσουν όσο το δυνατό περισσότερα αντιλαϊκά μέτρα, όσο το δυνατό πιο γρήγορα.

Σε τραγική θέση όμως βρίσκονται κι αυτοί ακριβώς οι πολιτικοί, όπως ο Γιωργάκης και το ΠΑΣΟΚ, που πιστεύουν ότι θα μακροημερεύσουν υποκύπτοντας στις απαιτήσεις των βιομηχάνων και της αστικής τάξης. Η ταπείνωση στην οποία τους υπέβαλε ο Δ. Δασκαλόπουλος προοιωνίζεται την τύχη που θα έχουν όλοι τους, καθώς το ένα αίτημα θα διαδέχεται το άλλο: η αλλαγή επί τα χείρω του φορολογικού το ασφαλιστικό, η αναθεώρηση του νόμου για τις εργασιακές σχέσεις την μείωση των μισθών κι άντε πάλι από την αρχή. Ένας φαύλος κύκλος ύφεσης και φτώχειας που πριν απ’ όλους θα οδηγήσει στην απαξίωση τους ίδιους τους πολιτικούς.

Σημασία όμως έχει και ποιός αναλαμβάνει να ηγηθεί της «νέας Μεταπολίτευσης». Ποιος είναι αυτός που καταγγέλει «την ήσσονα προσπάθεια, τις εύκολες λύσεις, το εύκολο χρήμα, την ανομία και τη διαφθορά»; Ποιος μιλάει στο όνομα «της σύγχρονης επιχειρηματικής τάξης, που είναι από τη φύση της ανοιχτή, ανήσυχη, δημιουργική»; Ποια είναι αυτή «η ιδιωτική οικονομία που καταξιώνει την τόλμη, την εργασία και την ικανότητα»; Ο πρόεδρος των βιομηχάνων, Δ. Δασκαλόπουλος, αλλά κι όλοι όσοι βρίσκονταν στο Μέγαρο Μουσικής την Τρίτη είναι οι τελευταίοι που μπορούν να μιλούν για διαφάνεια και καθαρές σχέσεις. Οι βιομήχανοι είναι που οικειοποιήθηκαν ακόμη και με μαφιόζικες μεθόδους τα λεφτά του κόσμου από το χρηματιστήριο το 2000, χωρίς ακόμη να έχει λογοδοτήσει κανείς τους. Αυτοί είναι που έχουν ευνοηθεί από την μείωση των φορολογικών συντελεστών. Αυτοί είναι που έχουν αναγάγει τις ανατιμήσεις και τις εναρμονισμένες, συμφωνημένες πρακτικές στην τιμολόγηση των προϊόντων σε δεύτερη φύση τους, υμνώντας την ελεύθερη αγορά μόνο όποτε θέλουν να καταργήσουν εργατικά δικαιώματα. Στο απόγειο δε της υποκρισίας του ο Δ. Δασκαλόπουλος κατά την ομιλία του απέδωσε στον κρατικό παρεμβατισμό την άνοδο των τιμών! Πέραν των όσων λέει, όμως είναι και τα όσα έχιε πράξει. Ποιος ξεχνάει τα βαρύτατα πρόστιμα που έφαγε η δική του πάλαι ποτέ (κληρονομημένη για την ακρίβεια) επιχείρηση τροφίμων, η Δέλτα, από την Επιτροπή Ανταγωνισμού όταν επιτέλους ξύπνησε από τον χρόνιο λήθαργό της; Τον ίδιο ,ο «επιχειρηματικός Μεσαίωνας» τον οποίο κατήγγειλε τον οδήγησε στην πώληση της Δέλτα στον Βγενόπουλο; Και τα λεφτά που επισήμως εισέπραξε, τι απέγιναν άραγε; Επενδύθηκαν σε οποιαδήποτε έστω (κι όχι κατ’ ανάγκη παραγωγική) δραστηριότητα στην Ελλάδα ή αβγαταίνουν σε κάποιο φορολογικό παράδεισο των νήσων Κεϊμάν;

Ενώ όλα αυτά είναι γνωστά, συγκροτώντας τις αιτίες της κρίσης, με την ομιλία του ο πρωθυπουργός τούς υποσχέθηκε επιπλέον παροχές και νέα προνόμια: επιχορήγηση ασφαλιστικών εισφορών νεοπροσλαμβανόμενων, ζεστό χρήμα από το νέο αναπτυξιακό νόμο, καινούργια κονδύλια από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων κοκ. Αυτό ακριβώς είναι το πραγματικό «πάρτι στη δημόσια οικονομία» που οδηγεί σε έκρηξη τα ελλείματα και το δημόσιο χρέος!

Φορολογικός παράδεισος για το κεφάλαιο (Πριν, 21/11/2009)

Νέο φορολογικό νομοσχέδιο

ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΝΟΜΙΑΣ

Μπορεί το άνοιγμα του ασφαλιστικού να αντιβαίνει στις προεκλογικές εξαγγελίες του ΠΑΣΟΚ, αλλά η σχεδιαζόμενη αναμόρφωση της φορολογικής νομοθεσίας, με ένα φιλόοξο μάλιστα σχέδιο «δημόσιας διαβούλευσης» που θα επιχειρήσει να δημιουργήσει ευρεί ακοινωνική συναίνεση γύρω από τις κυβερνητικές προτάσεις, είχε προαναγγελθεί πολύ πριν τις εκλογές. Το σχέδιο της κυβέρνησης είναι μέχρι τον Μάρτιο να έχει ψηφιστεί στη Βουλή και να αποτελεί νόμο του κράτους.

Η βασικότερη αιτιολογία για τον κατεπείγοντα χαρακτήρα που αποκτά η ανάγκη συλλογικής αναμόρφωσης της φορολογικής νομοθεσίας σχετίζεται με τον πολυδαίδαλο, αντιφατικό και γι αυτούς τους λόγους εξαιρετικά δαπανηρό ακόμη κι αναποτελεσματικό στην εφαρμογή του σύνολο νόμων που ρυθμίζουν τις φοροδοτικές υποχρεώσεις των μισθωτών, των μικρομεσαίων στρωμάτων και τη αστικής τάξης. Πρόκειται για διαπίστωση πέρα για πέρα πραγματική που είναι ορατή όχι μόνο ασχολούνται κατ’ επάγγελμα με την φορολογία, αλλά και στον κάθε φορολογούμενο, που συχνά αδυνατεί να συμπληρώσει την ατομική του δήλωση μόνος του, χωρίς δηλαδή να καταφύγει στις επ’ αμοιβή υπηρεσίες επαγγελματιών λογιστών.

Πρόκειται ωστόσο για τη μισή αλήθεια. Η άλλη μισή αφορά τις αιτίες της πολυπλοκότητας του φορολογικού συστήματος και της επακόλουθης φοροδιαφυγής. Όπως ακριβώς οι σχέσεις διανομής, οι μισθοί δηλαδή προς τα κέρδη, αποκρυσταλώνουν τον ταξικό συσχετισμό δύναμης στην παραγωγή αποτελώντας τον πιο αδιάψευστο μάρτυρα για την θέση των μισθωτών και της εργατικής τάξης γενικότερα έτσι και το φορολογικό σύστημα γενικότερα συμπυκνώνει στο επίπεδο της αναδιανομής τις σχέσεις των τάξεων, με τη διαμεσολάβηση του κράτους. Ρυθμίζοντας το «ποιός πληρώνει και τι» η φορολογία αποτελεί τον σημαντικότερο μηχανισμό κρατικής παρέμβασης στους μηχανισμούς αναπαραγωγής του κεφαλαίου καθώς μια υψηλή φρολογία κεφαλαίου μειώνει το ποσοστό κέρδους, αλλά και στο επίπεδο διαβίωσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας, για ευνόητους λόγους.

Στην Ελλάδα οι ρίζες της πολυνομίας στη φορολογία εντοπίζονται στην αποροθυμία των κυβερνήσεων να αναθεωρήσουν τον πυρήνα τη στικής νομοθεσίας που έλκει την καταγωγή του από το 1955! Και δω δεν έχουν θέση αφελείς ερμηνείες για αναχρονιστικές εμμονές της κρατικής γραφειοκρατίας. Το ζητούμενο απ’ όλες τις κυβερνήσεις έκτοτε ήταν να διαφυλάξουν τον καταθλιπτικό για τους εργαζόμενους συσχετισμό δύναμης των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων. Σε αυτό το βωμό θυσίαζαν τους αναγκαίους εκσυγχρονισμούς της φορολογικής νομοθεσίας κι έχοντας επιλέξει να αφήσουν άθικτο τον βασικό νόμο κατέφευγαν στην εύκολη οδό των τροπολογιών σε άσχετα νομοσχέδια, των αποσπασματικών ρυθμίσεων και των φοροαπαλλαγών ακόμη, όπως μαρτυρά η ύπαρξη 950 τέτοιων περιπτώσεων τις οποίες υπόσχεται να καταργήσει ο νέος υπουργός Οικονομικών. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής είναι η πολυνομία, οι αλλληοεπικαλυπτόμενες ή αλληλοσυγκρουόμενες διατάξεις κι η φοροδιαφυγή, όποτε η τελευταία δεν αποτελούσε μέσο οικοδόμησης κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών με τα πολυάριθμα και κρίσιμης εκλογικής σημασίας μεσαία στρώματα.

Στην Ελλάδα φόρους πληρώνουν κατ’ αρχήν οι μισθωτοί κι οι συνταξιούχοι, οι οποίοι με βάση τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, καταβάλουν το 50,9% των συνολικών φορολογικών εσόδων. Οι φόροι κεφαλαίου στην Ελλάδα αντιστοιχούν μόνο στο 15,9% του ΑΕΠ όταν ο μέσος όρος στην ευρωζώνη είναι 26,9% κι ακόμη και στην Αγγλία, την κοιτίδα του νεοφιλελευθερισμού οι φόροι κεφαλαίου αντιστοιχούν στο 44% του ΑΕΠ.

 

Η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ διατηρεί άθικτους τους αντιλαϊκούς φορολογικούς νόμους της κυβέρνησης Καραμανλή

Παρόλα αυτά η επικέντρωση της συζήτησης στον δαιδαλώδη χαρακτήρα του ελληνικού φορολογκού συστήματος αποπροσανατολίζει την διερεύνηση των βασικών του ταξικών χαρακτηριστικών. Είναι επίσης κι ιδιαίτερα επικίνδυνη καθώς στρώνει το δρόμο για το «απλούστερο» φορολογικό σύστημα του κόσμου, που είναι ο μοναδιαίος φορολογικός συντελεστής. Δηλαδή διαμόρφωση ενός και μοναδικού συντελεστή, στο 15% ή στο 20% για παράδειγμα με το οποίο να φορολογούνται όλα τα εισοδήματα. Δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη ταξική αδικία απ’ αυτόν τον «απλό» φορολογικό συντελεστή καθώς καταργεί την προοδευτικότητα της φορολόγησης, βάση της οποίας υψηλότερα εισοδήματα φορολογούνται με υψηλότερους συντελεστές και χαμηλότερα εισοδήματα με λίγο ή πολύ χαμηλότερους συντελεστές ακόμη και μηδενικούς. Στην βάση αυτής της πολιτικής απόφασης, που τινάζει στον αέρα κάθε έννοια αναδιανομής και κατ΄επέκταση τη νομιμοποίηση του κράτους στη συνείδηση της κοινωνίας, βρίσκεται η νεοφιλελεύθερη ιδεολογική παραδοχή πως η προοδευτική φορολόγηση τιμωρεί κι εκδικείται τον πλούτο, υπονομεύοντας την συγκέντρωσή του, που αποτελεί καταστατικό άρθρο οποιασδήποτε προσδοκίας κοινωνικής ευημερίας – κατά τους εκφραστές της πάντα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που αυτή η μορφή φορολόγησης προκρίνεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τον ΟΟΣΑ επικαλούμενοι την ευκολία των ελέγχων και το χαμηλό κόστος διατήρησης φοροελεγκτικών μηχανισμών, ενώ απαντάται και στην ανατολική Ευρώπη. Πρόταση δε της Μέρκελ να καθιερωθεί αυτή η μορφή φορολόγησης κι η οποία είχε διατυπωθεί παραμονές των προηγούμενων βουλευτικών εκλογών στην Γερμανία, της είχε στοιχίσει κατά γενική ομολογία την αυτοδυναμία.

Επιστρέφοντας στα καθ΄ημάς απέναντι στο ερώτημα τι είναι το ελληνικό φορολογικό σύστημα, τι είναι δηλαδή αυτό που το διακρίνει μια απάντηση που θα εστιάζει στην πολυπλοκότητά του είναι λάθος. Το ελληνικό φορολογικό σύστημα πριν και πάνω απ’ ότι άλλο είναι ένα άδικο, φιλοεπιχειρηματικό, ταξικό φορολογικό σύστημα που δεν ανατρέπει ούτε διορθώνει τις αντιθέσεις που δημιουργεί η πρωτογενής διανομή, αλλά τις εμβαθύνει και τις διαιωνίζει. Ως αποτέλεσμα οξύνει και δεν επουλώνει το κοινωνικό ζήτημα. Η πολυνομία μάλιστα εγγυάται και εμβαθύνει αυτό το χαρακτήρα και πολλές φορές τον συγκαλύπτει.

Ο ταξικός χαρακτήρας του ελληνικού φορολογικού συστήματος γίνεται αντιληπτός από δύο μεγέθη. Το πρώτο αφορά τη σχέση των άμεσων φόρων με τους έμμεσους και το δεύτερο μέγεθος που αποκαλύπτει τον ταξικό χαρακτήρα του φορολογικού συστήματος αφορά την θεσμοθετημένη ασυλία μικρού και μεγάλου κεφαλαίου όπως φαίνεται από την κατανομή των άμεσων φόρων.

Το πιο απλό ερώτημα για να φανεί η φύση ενός φορολογικού συστήματος είναι το εξής: «ποιός πληρώνει φόρους;». Στην Ελλάδα λοιπόν φόρους πληρώνουν οι μισθωτοί κι οι συνταξιούχοι. Εξετάζοντας την κατανομή των άμεσων φόρων, όπως παρουσιάζεται από τα στοιχεία που έχει επεξεργαστεί η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (και βρίσκονται αναρτημένα στην ιστοσελίδα της) προκύπτει πως από τις 3 μεγάλες κατηγορίες φορολογουμένων πρώτο, μισθωτοί και συνταξιούχοι, δεύτερο, λοιποί φορολογούμενοι και τρίτο, νομικά πρόσωπα όπου συμπεριλαμβάνονται κάθε είδους και μεγέθους επιχειρήσεις, νικητές είναι οι μισθωτοί και συνταξιούχοι. Συγκεκριμένα από τα 13,1 δισ. ευρώ φόρων το 2007 μισθωτοί και συνταξιούχοι πλήρωσαν τα 6,5 δισ. (50,9% του συνόλου), οι λοιποί φορολογούμενοι 1,8 δισ. (13,58% των φορολογικών εσόδων) και τα νομικά πρόσωπα πλήρωσαν 4,8 δισ. ευρώ (το 36,33% του συνόλου)! 

Είναι αστείο, πέρα από προκλητικό, πως την ώρα που το κεφάλαιο πρέπει να περάσει από το ταμείο για να πληρώσει κάτι από τα κέρδη του ξεχνάει τις πομφόλυγγες πως το κεφάλαιο σε κάθε του μορφή – κι όχι η εργασία – είναι ο παραγωγός του πλούτου και τότε κάνει τον ανήξερο φορτώνοντας τον λογαριασμό των δημοσίων δαπανών στους εργαζόμενους!

Οι βιομήχανοι βέβαια εξανίστανται! Με ανακοίνωση που εξέδωσε ο ΣΕΒ στις 4 Νοέμβρη λίγο πολύ υποστηρίζει ότι οι μοναδικοί που πληρώνουν φόρο στην Ελλάδα είναι οι μεγάλες και πολύ μεγάλες επιχειρήσεις. Αναφέρει συγκεκριμένα: «Το 99,5% των επιχιερήσεων που παρακολοθούνται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, δηλαδή 202.418 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που απασχολούν έως 5 άτομα, πληρώνουν κατά μέσο όρο ετησίως φόρο 6.100 ευρώ, όσο δηλαδή ένας μισθωτός υπάλληλος φορολογητέων αποδοχών 2.000 ευρώ μηνιαίως. Οι 1.500 μεγαλύτερες ελληνικές επιχειρήσεις μέσης απασχόλησης 350 ατόμων πληρώνουν το 72,2% του συνολικού φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων καταβάλλοντας έκαστη μέσο ετήσιο φόρο εισοδήματος 2,2 εκ. ευρώ». Η αποτύπωση της εξοργιστικής στο μέγεθός της φορολογικής αποχής των μικρομεσαίων από του βιομήχανους είναι πραγματική. Παραπλανητική είναι όμως η εικόνα που δημιουργείται για τα φορολογικά βάρη των μεγάλω επιχειρήσεων από το συμπέρασμα «2,2 εκ. ευρώ πληρώνει φόρο η κάθε μά από τις 1.500 μεγάλες επιχειρήσεις».

Το ερώτημα που γεννάται είναι τι φόρο πληρώνουν οι επιχειρήσεις στην πραγματικότητα, όταν δηλαδή αφαιρεθούν οι κάθε λογής φοροαπαλλαγές που απολαμβάνουν, όπως για παράδειγμα από τους αναπτυξιακούς νόμους, τις συγχωνεύσεις κ.α. Προνόμιο που φυσικά δεν κατανέμεται σε όλες τις επιχειρήσεις ισοδύναμα, αλλά αξιοποιείται από τις πιο μεγάλες, που έχουν επίσης το προνόμιο να απασχολούν φοροτέχνες αλχημιστές ξεζουμίζοντας κάθε εύνοια του νόμου. Με βάση λοιπόν ανακοίνωση της ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (με ημερομηνία 22 Ιουνίου 2009) ο φόρος κεφαλαίου που πλήρωσαν οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα το 2006 αντιστοιχούσαν στο 15,9% του ΑΕΠ – ποσοστό πολύ χαμηλότερο από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 που φθάνει το 25,7% και της ευρωζώνης των 16 κρατών που ανέρχεται σε 26,9%! Χωρίς να υποστηρίζουμε ότι το φορολογικό σύστημα στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι κοινωνικά δίκαιο αυτό που διακρίνεται είναι πως στην Ελλάδα το φορολογικό σύστημα είναι προκλητικά φιλοεπιχειρηματικό! Είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της αστικής τάξης, σε βαθμό να ομοιάζει περισσότερο με το σύστημα των κρατών της ανατολικής Ευρώπης παρά της Δυτικής. Αξίζει να δούμε πως φορλογούν οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης. Ενώ λοιπόν στην Ελλάδα οι φόροι κεφαλαίου αντιστοιχούσαν στο 15,9% του ΑΕΠ στη Δανία και την Αγγλία αντιστοιχούσαν στο 44%, στην Ισπανία και τη Γαλλία στο 41%, στο Βέλγιο 32%, στην Ιταλία 34%, στην Πορτογαλία 31%, στην Κύπρο 30%, στην Αυστρία και τη Γερμανία 24%, και στην Ιρλανδία 21%. Ακόμη και μια σειρά ανατολικοευωπαϊκές χώρες φορολόγησαν βαρύτερα το κεφάλαιο. Για παράδειγμα η Τσεχία με 26%, η Πολωνία με 22% κι η Σλοβκία με 18%!!! Στην πραγματικότητα λοιπόν και παρά τις περί του αντιθέτου κλάψες των βιομήχανων η Ελλάδα αποτελεί φορολογικό παράδεισο. Η Ελλάδα σε σχέση με τους όρους φορολόγησης του κεφαλαίου ανήκει στην Ανατολή, στις τριτοκοσμικές μπανανίες!

Αξίζει μάλιστα να δούμε με τι ταχύτητα βελτιώνει τη θέση του το κεφάλαιο στο φορολογικό χάρτη, καθώς αν πλήρωνε 15,9% φόρου επί του ΑΕΠ το 2006, το 2000 πλήρωνε, με βάση την ίδια στατιστική, 19,9%. Δύο συμπεράσματα προκύπτουν. Το πρώτο αφορά τα θεαματικά αποτελέσματα που είχε η κίνηση του Καραμανλή το Σεπτέμβριο του 2004, από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης να ανακοινώσει τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης κεφαλαίου από το 35% στο 25% σε ότι αφορά τις ανώνυμες κι από το 25% στο 20% σ΄ότι αφρά ομόρυθμες κι ετερόρυθμες. Φαίνεται επίσης ότι κι επί τη προηγούμενης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, με τον Σημίτη πρωθυπουργό, το κεφάλαιο στην Ελλάδα απολάμβανε πολύ πιο προνομιακή φορλογική μεταχείριση σε σχέση με το τι συνέβαινε στην υπόλοιπη ΕΕ. Η κυβέρνηση Καραμανλή συμπερασματικά συνέχισε κι έκανε πιο επιθετικό για τους εργαζόμενους και απειλητικό για τα δημόσια έσοδα ένα ήδη βαθιά ταξικό φορολογικό πλαίσιο.

Η νέα δε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχει επιλέξει εδώ και καιρό να αφήσει άθικτη τη φορολογική ασυλία του κεφαλαίου που θεσμοθέτησε ο Καραμανλής, όπως είχε φανεί από τον Σεπτέμβρη του 2008 όταν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αρνήθηκε σε ερώτηση του Πριν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης να δεσμευθεί πως θα ακυρώσει το νόμο του Καραμανλή για τη μείωση των φορολογικών συντελεστών – μέτρο που να σημειωθεί στοιχίζει στο δημόσιο υπο τη μορφή διαφυγόντων σόδων 1 δισ. ευρώ. Τόσα από μία άλλη οπτική γωνία κερδίζει ετησίως κι ο ελλληνικός καπιταλισμός από το δώρο του Καραμανλή στο κεφάλαιο. Η απόφαση του ΠΑΣΟΚ επιβεβαιώθηκε και πρόσφατα όταν ο υπουργός Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, δικαιολόγησε την έκτακτη εισφορά των 300 μεγάλων επιχειρήσεων στη βάση των μεγάλων ωφελειώ που είχαν από την μείωση των φορολογικών συντελεστών. Η έκτακτη εισφορά έτσι ήταν το αντίτιμο που πλήρωσαν για να συνεχίσουν να την απολαμβάνουν, εις βάρος τη δημοσιονομικής σταθερότητας και των κοινωνικών δαπανών.

Εν κατακλείδι, σ’ ότι αφορά τους άμεσους φόρους το συμπέρασμα που προκύπτει από την επεξεργασία των δηλώσεων και τις ευρωπαϊκές στατιστικές είναι ότι φόρους πληρώνουν μισθωτοί και συνταξιούχοι, ενώ το κεφάλαιο απολαμβάνει συνθηκών φορλογικού παραδείσου! 

Από τους έμμεσους φόρους η μερίδα του λέοντος

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΓΙΑ ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΦΟΡΟ ΠΟΤΩΝ ΚΑΙ ΤΣΙΓΑΡΩΝ ΟΞΥΝΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Το δεύτερο κριτήριο που φανερώνει τον ταξικό χαρακτήρα του ελληνικού φορολογικού συστήματος σχετίζεται με το ύψος των έμμεσων φόρων. Οι έμμεσοι φόροι αποτελούν την επιτομή της άδικης φορολογίας για δύο λόγους: Πρώτο, γιατί επιβάλλονται κατά τον ίδιο τρόπο σε έχοντες και μη έχοντες, στερούνται δηλαδή προοδευτικότητας. Και δεύτερο επειδή βαρύνουν περισσότερο τη λαϊκή κατανάλωση. Ωστόσο, οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα αποτελούν τη βασικότερη μορφή φορολογίας, την μεγαλύτερη πηγή φορολογικών εσόδων, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο: η βασικότερη δηλαδή πηγή φορολογικών εσόδων να είναι από τους άμεσους κι οι έμμεσοι, που όφειλαν να βαρύνουν την πολυτελή διαβίωση και μόνο, να είχαν περιθωριακή συμμετοχή στο σύνολο των εσόδων.

Στον προϋπολογισμό του 2009 που κατατέθηκε πέρυσι τέτοια εποχή από τη ΝΔ, οι έμμεσοι φόροι προβλεπόταν να ανέλθουν στα 34,2 δισ. ευρώ κι οι άμεσοι στα 26,7 δισ., αντιπροσωπεύοντας το 13,1% του ΑΕΠ οι πρώτοι και το 10,3% οι δεύτεροι. Στο σύνολο των φορολογικών εσόδων οι έμμεσοι φόροι που θα εισπράτονταν το 2009 αντιπροσώπευαν το 56,1%, ενώ οι άμεσοι το 43,9%.

Κατά τη διάρκεια της νεοδημοκρατικής πενταετίας τεράστια ώθηση στην άνοδο των έμμεσων φόρων έδωσε η αύξηση του ΦΠΑ κατά μία μονάδα την άνοιξη του 2005 κι οι αλλεπάλληλες αυξήσεις των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα ποτά, τα τσιγάρα και τα καύσιμα. Αυτήν ακριβώς την παράδοση συνέχισε κι ο νέος υπουργός Οικονομίας, Γ. Παπακωνσταντίνου, αποφασίζοντας την αύξηση του ειδικού φόρου τα ποτά και τα τσιγάρα κατά 10% και διατηρώντας επίσης το μεγαλύτερο μέρος από τις ιλλιγγιώδεις αυξήσεις στα τέλη κυκλοφορίας που είχε προαναγγείλει ο Γ. Σουφλιάς. Μάλιστα από το νέο πλαίσιο φορολόγησης των εισοδημάτων και της περιουσίας και τις αυξήσεις σε ορισμένους ΕΦΚ – τσιγάρα, ποτά ο κρατικός προϋπολογισμός αναμένει να εισπράξει 1,5 δισ. ευρώ. Ποσό κατά 50% υψηλότερο απ’ όσα αναμένονται από την έκτακτη εισφορά «κοινωνικής ευθύνης» όπως χαρακτηρίστηκε που επιβλήθηκε στις πολύ κερδοφόρες επιχειρήσεις και τη μεγάλη ακίνητη περιουσία που αναμένεται να αποδώσει 1 δισ. ευρώ.

Φαίνεται από τα παραπάνω πως και στο ζήτημα των έμμεσων φόρων το ΠΑΣΟΚ παρότι προεκλογικά καταδίκαζε την ανάδειξή τους ως κύριων μέσων συγκέντρωσης φορολογικών εσόδων ακολουθεί τον ίδιο ακριβώς δρόμο με τη ΝΔ επιβαρύνοντας έτσι κατά προνομιακό τρόπο την μεγάλη πλειοψηφία και την λαϊκή κατανάλωση.

 ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΕΣΟΔΩΝ

Η μόνιμη αιτία των ελλειμάτων

ΜΕΤΡΑ ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗΣ

Η διαδικασία κατάρτισης του φετινού κρατικού προϋπολογισμού και κυρίως η προτεραιότητα που έδωσε η νέα κυβέρνηση στην αύξηση των φορολογικών εσόδων ώστε να επιτευχθεί η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 9,4% του ΑΕΠ κατά το τέλος του 2010 από 12,7% φέτος έφερε στην επιφάνεια το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί στον μηχανισμό συγκέντρωσης φόρων. Για παράδειγμα, ο νέος υπουργός Οικονομικών στηλίτευε την κατάρρευση των φορολογικών εσόδων που παρατηρήθηκε όλο το προηγούμενο διάστημα, με αποτέλεσμα η διαφορά μεταξύ προβλεπομένων και πραγματοποιούμενων εσόδων από ΦΠΑ να φθάσει τα 3 δισ. ευρώ, η διαφορά των φόρων περιουσίας στα 1,3 δισ. ευρώ, των φόρων φυσικών προσώπων στα 1,1 δισ. και των νομικών προσώπων στο 1 δισ.

Η αιτία αυτής της κατάρρευσης των φορολογικών εσόδων (που παρατηρήθηκε μάλιστα ενώ στην εξουσία βρισκόταν η πιο ανάλγητη κι αντιλαϊκή κυβέρνηση, εν μπορεί να κατηγορηθεί δηλαδή για ολιγωρία) φέρνει στην επιφάνεια την αποτυχία, την εγγενή δηλαδή αδυναμία να εγγυηθεί την αύξηση των δημοσίων εσόδων ένα σύστημα φορολόγησης που εξαιρεί τους έχοντες κι επιβαρύνει τους μη έχοντες. Την αντίφαση την περιγράφει πολύ εύστοχα η τελευταία έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση – ετήσια έκθεση 2009, όπου τονίζει αρχικά πως «τα φορολογικά έσοδα εξαρτώνται από τα εισοδηματικά μερίδια και τους φορολογικούς συντελεστές που τους αντιστοιχούν». Και συνεχίζει: «Η οικονομική πολιτική που ασκήθηκε κατά τα είκοσι περίπου έτη οδήγησε αφενός μεν στην πρωτογενή αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος των εργαζομένων, αφετέρου δε μείωσε τους φορολογικούς συντελεστές επί των κερδών και αύξησε τους συντελεστές επί των εισοδημάτων της εργασίας. Εφήρμοσε δηλαδή μειωμένους φορολογικούς συντελεστές στο αυξανόμενο μερίδιο των κερδών και αυξημένους συντελεστές στο μειούμενο μερίδιο της εργασίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα φορολογικά έσοδα να μειωθούν έναντι αυτών που θα υπήρχαν αν οι αυξημένοι φορολογικοί συντελεστές εφαρμόζονταν επί του αυξανόμενου μεριδίου του ΑΕΠ (δηλαδή επί των κερδών, των τόκων και των προσόδων), ή εάν έστω είχαν παραμείνει οι συντελεστές στα παλαιά τους επίπεδα».

Συνεχίζοντας έτσι το ΠΑΣΟΚ να περιμένει πως θα επιλυθεί το δημοσιονομικό πρόβλημα αναζητώντας φορολογικά έσοδα εκεί που δεν υπάρχουν ενώ θα διαιωνίζει την φοροαπαλλαγή εκεί που πραγματικά υπάρχει πλούτος, απλώς κυνηγάει χίμαιρες. Κι ως αποτέλεσμα το έλλειμμα θα συνεχίσει να υφίσταται, ενώ η ικανοποίηση των αυξημένων κοινωνικών αναγκών μέσα από μια γενναία αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου δια της φορολογίας θα παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες.

Στην αντίποδα της εφαρμοζόμενης πολιτικής, που συνεχίζεται με αξιοθαύμαστη θρησκευτική ευλάβεια, έχει ωριμάσει η ανάγκη για τη διεκδίκηση ενός συνόλου αιτημάτων, στο επίπεδο της αναδιανομής και της φορολογίας, που μπορούν να εγγυηθούν την βελτίωση της θέσης των εργαζομένων. Απαιτείται κατ’ αρχήν η γενναία αύξηση της άμεσης φορολογίας στις επιχειρήσεις και πάνω απ’ όλα στα κέρδη κι ακόμη η καθιέρωση προοδευτικής φορολογίας στις επιχειρήσεις. Η βαριά φορολόγηση των βραχυχρόνιων, κερδοσκοπικών τοποθετήσεων στις αγορές κεφαλαίου και τις εξαγωγές κεφαλαίου. Η κατάργηση του ΦΠΑ σε όλα ανεξαιρέτως τα είδη λαϊκής ανάγκης και ιδίως τρόφιμα, ρουχισμό, κ.λπ. Η αύξηση του αφορολόγητου ορίου για τους μισθωτούς από τις 12.000 ευρώ που είναι σήμερα (με αποτέλεσμα να κρίνεται άξιος φορολόγησης ένας μηνιαίος μισθός των 860 ευρώ!!!). Η δημιουργία επιπλέον συντελεστών μεγαλύτερων του 40% που είναι σήμερα ο ανώτατος συντελεστής με τον οποίο φορολογούνται όσα εισοδήματα υπερβαίνουν την κλίμακα των 75.000 ευρώ ετησίως. Και τέλος, μεταξύ πολλών άλλων, η επαναφορά της φορολόγησης της μεγάλης ακίνητης περιουσίας κι η παράλληλη κατάργηση του ΕΤΑΚ, η βαριά φορολόγηση τη εκκλησιαστικής περιουσίας υπό την απειλή τη δήμευσης, κοκ.