Μεσοπρόθεσμο κατά διαταγή τοκιστών και βιομήχανων (Πριν, 26 Ιούνη 2011)

Υπό τη μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων παρουσιάζονται τα σημαντικότερα σημεία του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου και του Εφαρμοστικού Νόμου, που η κυβέρνηση θέλει να ψηφίσει την εβδομάδα που έρχεται. Πρόκειται για νόμους που θα προκαλέσουν την εξαθλίωση της κοινωνικής πλειοψηφίας και το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου.

ΦΟΡΟΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΜΕΣΩ ΕΦΑΡΜΟΣΤΙΚΟΥ ΝΟΜΟΥ

Σημαντική μείωση του αφορολόγητου ορίου

– Τι προβλέπει το Μεσοπρόθεσμο και ο λεγόμενος εφαρμοστικός νόμος;

– Το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015, το οποίο η κυβέρνηση θέλει να έχει ψηφίσει μέχρι την Τρίτη, περιλαμβάνει ένα σύνολο μέτρων με στόχο τη συγκέντρωση 28,3 δισ. ευρώ. Προβλέπει επίσης (με ένα αυστηρό και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για κάθε τρίμηνο) την ιδιωτικοποίηση του συνόλου σχεδόν της δημόσιας περιουσίας και του φυσικού πλούτου της Ελλάδας με στόχο την άντληση 50 δισ. ευρώ. Ο εφαρμοστικός νόμος (που ανακοινώθηκε την Πέμπτη από το νέο υπουργό Οικονομικών) θα κατατεθεί στη Βουλή τη Δευτέρα με στόχο να ψηφιστεί μέχρι την Πέμπτη, εξειδικεύει τα μέτρα εκείνα που κρίνονται αναγκαία για την επίτευξη των παραπάνω στόχων. Συγκεκριμένα και με βάση τις ανακοινώσεις του αρμόδιου υπουργού, Ευ. Βενιζέλου, αφορούν: μείωση του αφορολόγητου ορίου από 12.000 στα 8.000 ευρώ, κεφαλικός φόρος ύψους από 1% έως 4% υπό τη μορφή της εισφοράς αλληλεγγύης, επιβολή τέλους επιτηδεύματος ύψους κατά μέσο όρο 300 ευρώ ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή σε ελεύθερους επαγγελματίες και επιτηδευματίες, εξίσωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης σε πετρέλαιο θέρμανσης και κίνησης, κ.ά.

Στο ίδιο το Μεσοπρόθεσμο προβλέπονται μια σειρά από μέτρα που ως αποτέλεσμα θα έχουν τις περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και την κάθετη μείωση των εισοδημάτων: ενιαίο μισθολόγιο σε δημοσίους υπαλλήλους, μείωση επικουρικών συντάξεων, εισφορά υπέρ των ανέργων σε δημόσιους υπαλλήλους, ελεύθερους επαγγελματίες και τον ιδιωτικό τομέα, μείωση του εφάπαξ των δημοσίων, κατάργηση υπερωριών στο δημόσιο τομέα και απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων. Από την άλλη μεριά κερδισμένοι του Μεσοπρόθεσμου είναι οι ομολογιούχοι, ξένοι και ντόπιοι πιστωτές. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δηλαδή και η τρόικα (ΔΝΤ, ΕΕ, ΕΚΤ) είναι μεσίτες και ενδιάμεσοι των ξένων τραπεζών. Ενδεικτικά προβλέπεται ότι με την εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου το κονδύλι των αποδοχών και συντάξεων (όπου περιλαμβάνονται μισθοί συντάξεις και λοιπές παροχές) από 21,6 δισ. ευρώ το 2011 θα μειωθεί το 2015 στα 20,4 δισ. ευρώ. Οι δαπάνες περίθαλψης, ασφάλισης και κοινωνικής προστασίας (όπου περιλαμβάνονται επιχορηγήσεις ασφαλιστικών ταμείων, δαπάνες περίθαλψης, ΕΚΑΣ, επιδόματα πολυτέκνων, κ.ά.) από 17,6 δισ. ευρώ το 2011 θα μειωθούν σε 15,6 δισ. το 2015. Μοναδικοί κερδισμένοι αυτών των βάρβαρων περικοπών θα είναι οι… τοκιστές και οι σουλατσαδόροι. Από 16 δισ. ευρώ που είναι το κονδύλι των τόκων για φέτος, το 2015 θα φτάσει τα 23,4 δισ. Ό,τι θα χάσουν με άλλα λόγια οι συνταξιούχοι και εργαζόμενοι θα το βάλουν στην τσέπη οι τραπεζίτες και οι μεσίτες τους.

Η μη ψήφιση του δεύτερου Μνημονίου, όπως χαρακτηρίζεται το Μεσοπρόθεσμο και του Εφαρμοστικού νόμου δεν θα έθετε σε κίνδυνο τη χορήγηση της 5ης δόσης του δανείου;

– Πρόκειται για κινδυνολογία. Η 5η δόση θα δοθεί επειδή θα κατευθυνθεί στην εξόφληση ομολόγων που λήγουν. Δεν πάει στην πληρωμή συντάξεων και μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση για να αποσπάσει τη συναίνεση της κοινωνίας.

– Οι ιδιωτικοποιήσεις δεν θα μειώσουν το δημόσιο χρέος;

– Η κυβέρνηση διατείνεται πως η υλοποίηση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων θα επιτρέψει την συγκέντρωση 50 δισ. ευρώ που θα καταστήσουν εφικτή τη μείωση του δημόσιου χρέους κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες.

Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις θα είναι λιγότερα για δύο λόγους: Αρχικά, επειδή η καταβύθιση των τιμών των μετοχών του ελληνικού χρηματιστηρίου σε χαμηλά επίπεδα 14ετίας έχει ως αποτέλεσμα η κεφαλαιοποίηση των εισηγμένων ΔΕΚΟ να κινείται σε πολύ χαμηλά και για την ακρίβεια απαγορευτικά επίπεδα. Για παράδειγμα η αποτίμηση της ΕΥΔΑΠ (του συνόλου των μετοχών της) ανέρχεται σε 550 εκατ. ευρώ, του ΟΛΠ σε 370 εκατ., της ΕΥΑΘ σε 170 εκατ. κ.λπ. Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο οι ιδιωτικοποιήσεις ακόμη κι αν υλοποιηθούν δεν θα αποδώσουν τα αναμενόμενα οικονομικά οφέλη σχετίζεται με τη διαδικασία που θα επιλεγεί κι ιδιαίτερα με το θεσμό της επιφάνειας. Με αυτό τον τρόπο φιλέτα της δημόσιας περιουσίας θα επιτραπεί να δοθούν έναντι πινακίου φακής με το επιχείρημα ότι δεν πουλιούνται, αλλά… ενοικιάζονται.

Συνολικά οι ιδιωτικοποιήσεις είναι (ένα επιπλέον) αντάλλαγμα που παίρνουν οι χώρες του κέντρου της ευρωζώνης (πέρα από τη διάσωση των τραπεζών τους) για να εγκρίνουν το νέο δάνειο ύψους 138 δισ. ευρώ. Για αυτό το λόγο η ΕΕ θα ορίσει δικούς της παρατηρητές, δηλαδή γκαουλάιτερ, στο Ταμείο Δημόσιας Περιουσίας που θα αναλάβει το ξεπούλημα.

– Τα νέα αυτά μέτρα δεν συνιστούν μια ασφαλή διαχείριση της ελληνικής δημοσιονομικής κρίση;

– Τα παραπάνω μέτρα αποδεικνύουν πρώτα και κύρια την παταγώδη αποτυχία των πολιτικών που έχουν εφαρμοστεί μέχρι τώρα. Το δεύτερο δάνειο θα δοθεί γιατί παρά τα όσα λέγονταν πέρυσι, η Ελλάδα αδυνατεί να βγει στις αγορές και να εξυπηρετήσει το δημόσιο χρέος της. Εκχωρείται δηλαδή προκειμένου να αποπληρωθούν ή να διακανονιστούν τα ομόλογα που λήγουν από τον Ιούλιο του 2011 μέχρι το 2015, η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται στα 198 δισ. ευρώ. Η κατ’ έτος κατανομή τους φαίνεται στο διάγραμμα. Το νέο δάνειο θα καταστήσει ακόμη πιο σίγουρη τη χρεοκοπία της Ελλάδας στο βαθμό που θα αυξήσει το ύψος του δημόσιου χρέους από τα 350 δισ. στα 480 περίπου δισ. ευρώ. Απλώς μεταθέτει τη χρεοκοπία για αργότερα, ενώ ταυτόχρονα δίνει τη δυνατότητα στις τράπεζες του κέντρου να ξεφορτωθούν τα ελληνικά ομόλογα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Παραπέρα, πρόκειται για μέτρα καταδικασμένα να αποτύχουν στο βαθμό που η λιτότητα την οποία επιβάλουν δεν θα επιτρέψει την εκπλήρωση των στόχων συγκέντρωσης φορολογικών εσόδων, όπως άλλωστε συνέβη το 2010 κι έχει συμβεί το πρώτο πεντάμηνο του τρέχοντος έτους. Παρ’ όλα αυτά, αν ψηφιστούν τα παραπάνω μέτρα, ακόμη κι αν αποτύχουν στους ονομαστικούς τους στόχους, θα έχουν καταφέρει μια άνευ προηγουμένου αλλαγή των ταξικών συσχετισμών σε βάρος των δυνάμεων της εργασίας και προς όφελος του κεφαλαίου. Κι αυτός είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο επιβάλλονται από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με τη σύμφωνη γνώμη της αστικής τάξης. Η ανάγκη μείωσης του δημόσιου χρέους είναι μόνο η αφορμή και γι’ αυτό το λόγο το δημόσιο χρέος τελικά αυξάνεται…

– Τι άλλο μπορεί να γίνει άμεσα;

– Αυτό που πρέπει να γίνει άμεσα είναι μη ψήφιση του δεύτερου Μνημονίου και του εφαρμοστικού νόμου υπό το βάρος των εργατικών και λαϊκων κινητοποιήσεων. Στη συνέχεια η παύση εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Η ελληνική κυβέρνηση δηλαδή, αξιοποιώντας πρόσφατα δεδικασμένα και νόμους του διεθνούς δικαίου που δίνουν σε ένα κυρίαρχο κράτος το δικαίωμα να κάνει παύση πληρωμών, να ανακοινώσει στους πιστωτές της ότι μονομερώς αθετεί τις υποχρεώσεις της. Όπως έκανε η Ρωσία το 1998, η Αργεντινή το 2002 και η Ισημερινός το 2009. Αναγγέλλοντας παύση πληρωμών παγώνουν οι τόκοι και αρχίζει η κάθετη πτώση της αξίας των ομολόγων στη δευτερογενή αγορά. Από κει και πέρα να αξιοποιήσει δυνάμει ανατρεπτικά εργαλεία, όπως ο λογιστικός έλεγχος, στην κατεύθυνση ακόμη και της διαγραφής του συνόλου του δημόσιου χρέους.

– Οι νόμοι που έχουν ψηφιστεί τον τελευταίο χρόνο δεσμεύουν για πάντα την Ελλάδα;

– Η ισχύς των νόμων αποφασίζεται κάθε φορά από την ισχύ των… δρόμων. Η δυνατότητα αμφισβήτησης και ακύρωσης των Μνημονίων και της πρώτης Δανειακής Σύμβασης, που προηγήθηκε του πρώτου Μνημονίου, είναι σημαντική, γιατί η Δανειακή Σύμβαση δεν έχει εγκριθεί από την ελληνική Βουλή, απ’ όπου έπρεπε να τύχει της θετικής ψήφου 180 βουλευτών και όχι απλής πλειοψηφίας! Κατά συνέπεια τα 110 δισ. ευρώ του πρώτου δανείου δόθηκαν χωρίς να έχουν ακολουθηθεί όλες οι τυπικές διαδικασίες που προβλέπονται σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Άρα μια μελλοντική ελληνική κυβέρνηση μπορεί να αμφισβητήσει την υποχρέωσή της να αποπληρώσει το πρώτο δάνειο όσο και το δεύτερο για το οποίο ακόμη δεν έχουμε δει τη δανειακή σύμβαση που το συνοδεύει…

Φορολογική αντι-μεταρρύθμιση (Πριν, 14/2/2010)

 

Μητσοτάκης σε συσκευασία ΠΑΣΟΚ

ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Από την εποχή του Μητσοτάκη είχε να εξαγγελθεί τόσο αντιλαϊκή εισοδηματική πολιτική: Μηδενικές αυξήσεις σε όλη την έκταση του δημόσιου τομέα, μείωση επιδομάτων και πρόσθετων αποζημιώσεων δημοσίων υπαλλήλων κατά 10%, αυξήσεις της τάξης του 1,5% μόνο για εκείνες τις συντάξεις που δεν υπερβαίνουν τα 2.000 ευρώ μικτά (και όχι καθαρά) και αναστολή όλων των προσλήψεων στον δημόσιο τομέα με μερική εξαίρεση τους τομείς υγείας, παιδείας και ασφάλειας.

Η εισοδηματική πολιτική που ανακοίνωσε την Τρίτη ο υπουργός Οικονομίας, Γ. Παπακωνσταντίνου, υπό τις οδηγίες του ίδιου του πρωθυπουργού, Γ. Παπανδρέου, που με το διάγγελμα του πήρε επάνω του την πολιτική λιτότητας, θα επιδεινώσει απότομα και δραματικά το βιοτικό επίπεδο εκατοντάδων χιλιάδων δημόσιων υπάλληλων και συνταξιούχων. Το επίμονο αίτημα των βιομηχάνων, για πτώση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων ώστε να πάψει ο δημόσιος τομέας να αποτελεί αντίπαλο δέος για τους μισθωτούς απέναντι στην μισθολογική αθλιότητα του ιδιωτικού τομέα, επιτέλους υλοποιείται. Μάλιστα, υλοποιείται από μια κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που εκλέχτηκε με διαφορά δέκα ποσοστιαίων μονάδων μόνο και μόνο για να εφαρμόσει μια περισσότερο χαλαρή οικονομική πολιτική…Υπό αυτό το πρίσμα (των αυξημένων προσδοκιών) και το παραδοσιακό μούδιασμα των εργαζομένων απέναντι σε κάθε νεοεκλεγμένη κυβέρνηση, το γεγονός ότι στις πρώτες 120 μέρες του στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ έχει αντιμετωπίσει έναν αγροτικό ξεσηκωμό, δύο γενικές απεργίες της ΑΔΕΔΥ και μία της ΓΣΕΕ, γεννάει ελπίδες. Παρότι είναι οφθαλμοφανές πως οι αντιδράσεις είναι αναντίστοιχες της επίθεσης που σηματοδοτεί η οικονομική κατοχή της χώρας κι η έλευση του ΔΝΤ.  

Στην υποβάθμιση της ζωής των δημοσίων υπαλλήλων και συνταξιούχων που θα επέλθει κατ’ αρχήν λόγω του παγώματος των αποδοχών τους θα συμβάλλουν επιπλέον δύο παράγοντες: Πρώτο, οι αντιδραστικές αλλαγές που ανακοινώθηκαν με το φορολογικό νομοσχέδιο και συντείνουν στην αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης για όσους υπαλλήλους δεν βρίσκονται στα κατώτερα εισοδηματικά κλιμάκια. Δεύτερο, η αύξηση του κόστους ζωής που θα επέλθει λόγω των ανατιμήσεων που θα πυροδοτήσει η αύξηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα. Ήδη, με την αύξηση της τάξης των 14,3 λεπτών στο λίτρο η τιμή της βενζίνης ξεπέρασε τα 1,25 ευρώ και σε ορισμένες κι όχι τόσο ακραίες περιπτώσεις έφτασε τα 1,30 ευρώ!

Η πρώτη πράξη της φορολογικής μεταρρύθμισης της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ λοιπόν ανακοινώθηκε από τον ίδιο τον πρωθυπουργό την προηγούμενη εβδομάδα και κάνει ακόμη πιο ειδεχθή για τους εργαζόμενους τη σχέση έμμεσων και άμεσων φόρων.

  • Το νέο φορολογικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ μειώνει τη φορολόγηση των επιχειρήσεων από το 25% στο 20% για τα μη διανεμόμενα κέρδη, την ώρα που θέτει υπό την αίρεση των αποδείξεων το αφορολόγητο όριο των 12.000 ευρώ με αποτέλεσμα μόνο κατ’ εξαίρεση στο εξής να αναγνωρίζεται.
  • Η αύξηση των αντικειμενικών αξιών θα πυροδοτήσει νέες αυξήσεις και στις εμπορικές

Οι δηλώσεις του Γ. Παπακωνσταντίνου κατά την παρουσίαση του φορολογικού νομοσχεδίου πως «είναι αναδιανεμητικού χαρακτήρα, μειώνει τα βάρη στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και τα μετατοπίζει στα υψηλότερα εισοδήματα και στη μεγάλη περιουσία, κάνει το ελληνικό φορολογικό σύστημα πιο δίκαιο, καταπολεμά τη φοροδιαφυγή και δημιουργεί την αίσθηση δικαίου», συνιστούν πλήρη αντιστροφή της πραγματικότητας. Η αλήθεια είναι πως η κυβέρνηση για να συγκαλύψει τη διαιώνιση της θεσμοθετημένης φοροαπαλλαγής της αστικής τάξης προχωρά σε μια αναδιανομή προς όφελος των πολύ χαμηλών εισοδημάτων και εις βάρος των απλώς χαμηλών ή μεσαίων εισοδημάτων. Παράλληλα τα αναγκαία μέτρα που παίρνει για να πληρώσουν οι μονίμως φοροδιαφεύγοντες αφορούν τη μικροαστική τάξη όταν το μεγάλο κεφάλαιο θα δει τη φορολόγησή του να μειώνεται!

Δεν είναι σχήμα λόγου, ούτε υπερβολή. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, συνεχίζοντας στα χνάρια της προηγούμενης κυβέρνησης μειώνει ακόμη περισσότερο τη φορολογία των επιχειρήσεων. Επικαλούμενη την ενθάρρυνση των επενδύσεων για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης εξήγγειλε τη μείωση της φορολογίας των μη διανεμομένων κερδών από το 25% (όπου πήγε τον συντελεστή ο Καραμανλής από το 35% που ήταν επί Σημίτη) στο 20%. Οι επιχειρήσεις έτσι, ακόμη κι εν μέσω της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης που έχει γνωρίσει ο τόπος και παρότι τα καταστρεπτικά αποτελέσματα της μείωσης των συντελεστών από τη ΝΔ είναι πλέον εμφανή, θα πληρώνουν από του χρόνου ακόμη λιγότερους φόρους! Η εμφανέστερη λοιπόν αναδιανομή αφορά την ελάφρυνση των επιχειρήσεων.

Το δεύτερο σκανδαλώδες μέτρο που περιλαμβάνεται στο φορολογικό νομοσχέδιο (ιεραρχώντάς τα με βάση την οικονομική τους σπουδαιότητα) αφορά την κατάργηση μέρους του αφορολόγητου, που ελάφρυνε ως τώρα τα φορολογικά βάρη. Πλέον μειώνεται σημαντικά. Με τις αλλαγές του ΠΑΣΟΚ το αφορολόγητο των 12.000 ευρώ για την πλειοψηφία των φορολογουμένων θα καταστεί άπιαστο όνειρο. Στο εξής για να αναγνωρισθεί το αφορολόγητο θα πρέπει το 10% για εισοδήματα μεταξύ 6.000 και 12.000 ευρώ και το 30% του συνολικού εισοδήματος για εισοδήματα άνω των 12.000 ευρώ να καλυφθεί με αποδείξεις. Εάν όμως οι αποδείξεις που θα υποβληθούν δεν καλύπτουν το αφορολόγητο όριο, η διαφορά μέχρι τα 12.000 ευρώ θα φορολογείται με συντελεστή 10%. Κάτι που θα συμβαίνει όλο και συχνότερα καθώς στις αποδείξεις δεν περιλαμβάνονται λογαριασμοί ρεύματος, ύδρευσης και σταθερής/κινητής τηλεφωνίας που απορροφούν ένα σεβαστό μέρος του εισοδήματος, ούτε δόσεις στεγαστικών δανείων σε τράπεζες ή ενοίκια που απορροφούν ένα ακόμη πιο σεβαστό μέρος του εναπομείναντος εισοδήματος. Εξαιρούνται επίσης εισιτήρια σε μέσα μαζικής μεταφοράς. Στις τρεις αυτές κατηγορίες εξόδων συνήθως σπαταλάται ο ένας από τους δύο μισθούς των ζευγαριών. Πως είναι δυνατό από τα υπόλοιπα έξοδα (εκ των οποίων αφαιρείται κι ένα μέρος που εκπίπτει από το εισόδημα, όπως ιατρικές δαπάνες) να συγκεντρωθούν αποδείξεις αξίας 6.300 ευρώ όπως απαιτείται για έναν μισθωτό των 1.500 ευρώ (1.500 * 14 = 21.000 * 0,3 = 6.300); Υπό αίρεση λοιπόν το αφορολόγητο.

Κατ’ ευφημισμό αναδιανομή συνιστά και η αναθεώρηση της φορολογικής κλίμακας. Με το νέο νόμο ετήσια εισοδήματα από 12.001 έως 16.000 θα φορολογούνται με 18% (όταν παλιότερα φορολογούνταν με 25% – προκύπτει δηλαδή μείωση). Εισοδήματα από 16.001 – 22.000 με 24% (παλιότερα με 25% – μείωση). Εισοδήματα από 22.001 έως 26.000: 26% (παλιότερα με 25% – αύξηση). Από 26.001 – 30.000: 32% (παλιότερα με 25% – αύξηση). Από 30.001 – 32.000: 32% (παλιότερα 35% – μείωση). Από 32.001 – 40.000: 36% (παλιότερα 35% – αύξηση). Από 40.001 – 60.000: 38% (35% – αύξηση). Και εισοδήματα άνω των 60.000 θα φορολογούνται με συντελεστή 40% (όταν παλιότερα μέχρι τα 75.000 φορολογούταν με 35% κι από κει και πάνω με 40%). Η αναδιανομή είναι ψευδεπίγραφη γιατί τα επιπλέον οφέλη των κατώτερων εισοδηματικών κατηγοριών (αν δεν ακυρωθούν από την αδυναμία τους να συγκεντρώσουν το απαιτούμενο ύψος αποδείξεων για να επωφεληθούν του αφορολόγητου – που είναι και το πιθανότερο ή από τους επιπλέον φόρους στη βενζίνη – που είναι σίγουρο) προέρχονται από τις επιπλέον επιβαρύνσεις των μισθωτών των 2.900 ευρώ (40.000 / 14 = 2.857). Ταυτόχρονα η επιπλέον επιβάρυνση των υψηλών εισοδημάτων είναι ανάξια λόγου. Πολύ μικρή για τα εισοδήματα τους. Το χειρότερο δε απ’ όλα είναι πως ο ανώτερος φορολογικός συντελεστής μένει αμετάβλητος. Θα μπορούσε για παράδειγμα σε εισοδήματα άνω των 70.000 να οριζόταν συντελεστής 50%, άνω των 80.000, συντελεστής 60%, κοκ. Χάριν συγκρίσεως να αναφέρουμε ότι ο Όσκαρ Λαφοντέν στο πρόγραμμα της Αριστεράς στη Γερμανία είχε επιβάλλει στόχο για θέσπιση συντελεστή φορολογικού ύψους 80%. Ενώ ο Πολ Κρούγκμαν στο βιβλίο του Η συνείδηση ενός προοδευτικού αναφέρει ότι επί Νιου Ντιλ, με την πρώτη κυβέρνηση Ρούζβελτ ο ανώτερος συντελεστής φόρου εισοδήματος ήταν στο 63%, και στη δεύτερη κυβέρνηση Ρούζβελτ πήγε στο 79%, για να φτάσει μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50 στο 91%! Για τους πλούσιους επομένως στην Ελλάδα (και όχι μόνο) έχει καθιερωθεί μια ελάχιστη φορολογική εισφορά και από κει και πάνω ασυλία. Και το ΠΑΣΟΚ διατηρεί και θωρακίζει αυτό το καθεστώς ασυλίας. Επομένως οι δηλώσεις του Γ. Παπακωνσταντίνου για μετατόπιση των φορολογικών βαρών στα υψηλότερα εισοδήματα είναι κενές περιεχομένου, κούφιοι βερμπαλισμοί που έρχονται να συγκαλύψουν μια βαθιά φιλοεπιχειρηματική, αντεργατική οικονομική πολιτική.

Μέτρο φορομπηξίας που θα λειτουργήσει περιοριστικά για τα εισοδήματα των νοικοκυριών συνιστά επίσης και η υπόσχεση του αρμόδιου υπουργού ότι θα αυξάνονται κάθε χρόνο στο εξής κι οι αντικειμενικές αξίες (ενώ η φορολογική κλίμακα θα τιμαριθμοποιείται κάθε δύο χρόνια). Στόχος της κυβέρνησης είναι οι τελευταίες να προσεγγίζουν τις πραγματικές εμπορικές αξίες. Στην πράξη αυτό που θα συμβεί θα είναι η κατοχύρωση των κερδοσκοπικά υψηλών εμπορικών αξιών, αυτών δηλαδή που κατοχυρώνει στην πιάτσα το κύκλωμα των κατασκευαστών και η υποκίνηση περαιτέρω ανόδου τους. Το κράτος έτσι εποφθαλμιώντας τα επιπλέον φορολογικά έσοδα που αντιστοιχούν στις εμπορικές αξίες ενθαρρύνει την κερδοσκοπία εις βάρος των νοικοκυριών, συμβάλλοντας μ’ αυτό τον τρόπο στη δημιουργία της φούσκας των ακινήτων.

Αρνητική επίδραση τέλος θα έχει στη φορολόγηση των μισθωτών και ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων η κατάργηση των φοροαπαλλαγών, δεδομένου πως δεν υπάρχει καμία πρόθεση τερματισμού για παράδειγμα του προκλητικά ευνοϊκού καθεστώτος φορολόγησης των ναυτιλιακών εταιρειών. Παρότι δεν περιγράφονται λεπτομερώς ποιες φοροαπαλλαγές οδεύουν για κατάργηση, η θέσπιση εισοδηματικού κριτηρίου ακόμη και για τις απαλλαγές που απολαμβάνουν ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες (άτομα με βαριά κινητική αναπηρία, πολύτεκνες μητέρες κοκ), όπως με σαφήνεια αναφέρεται προϊδεάζει για… καρμανιόλα.

Στις προτάσεις του υπουργού Οικονομίας που δόθηκαν στη δημοσιότητα την Τρίτη υπάρχουν επίσης μια σειρά θετικές προτάσεις που μένει να δούμε φυσικά την ακριβή μορφή που θα πάρουν στο φορολογικό νομοσχέδιο για να αποτιμηθεί και το πραγματικό αντίκρισμά τους. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσεται η κατάργηση του Ενιαίου Τέλους Ακίνητης Περιουσίας και η επαναφορά του Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας που κατήργησε ο Γ. Αλογοσκούφης, η φορολόγηση της εκκλησίας (μένει ωστόσο να δούμε τι φόρο θα πληρώσει για την τεράστια ακίνητη περιουσία της), η φορολόγηση εξωχώριων εταιρειών ακινήτων (offshore), η φορολόγηση των παροχών σε είδος προς τα επιχειρηματικά στελέχη, η φορολόγηση του 90% του μπόνους στις τράπεζες, κ.α.

Ιδιαίτερη αναφορά χρειάζεται στην επαναφορά των τεκμηρίων όπως εισάγονται με δύο τρόπους: Πρώτο, τον λογιστικό προσδιορισμό βάσει βιβλίων εσόδων – εξόδων και αποδείξεων για όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες (ταξί, φορτηγά, μηχανικοί – αρχιτέκτονες, βενζινάδικα, περίπτερα, κ.λπ). Επίσης, την καθιέρωση ενός αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού των δαπανών λόγω της κατοχής και χρήσης ορισμένων επιλεγμένων περιουσιακών στοιχείων (κατοικίες, αυτοκίνητα, σκάφη, πισίνες, οικιακοί βοηθοί, κ.λπ). Είναι αδιαμφισβήτητο πως με αυτό το μέτρο θα εντοπιστεί μεγάλο μέρος της φοροδιαφυγής που παρατηρείται στα μεσαία μη μισθωτά εισοδήματα. Η εμπειρία του παρελθόντος όμως διδάσκει, ειδικότερα για το πρώτο μέτρο – τον λογιστικό προσδιορισμό βάσει βιβλίων, πως τα τεκμήρια στην πράξη αποτέλεσαν δαμόκλεια σπάθη για τα χαμηλότερα εισοδήματα που προσέγγιζαν από άποψη επιπέδου τα μισθωτά. Ταυτόχρονα άφηναν ελεύθερα να φοροδιαφεύγουν τα μεσαία και υψηλά εισοδήματα. Το πιθανότερο είναι και τώρα να επαναληφθεί το ίδιο και τα τεκμήρια να αποδειχθούν μοχλός προλεταριοποίησης και φορολογική μέγγενη για τα εισοδήματα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων των ελεύθερων επαγγελματιών.

  •  Τι συμβαίνει με τις τράπεζες;
  • ΟΙ «ΠΑΣΕΣ» ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΟΥΝ ΤΑ ΣΟΒΑΡΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Κάτι επικίνδυνα σάπιο υπάρχει, τεκμηριωμένα πια, στο βασίλειο του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Ας δούμε με λίγο μεγαλύτερη υποψία τέσσερα συγκεκριμένα μέτρα που περιλαμβάνονται στη φορολογική μεταρρύθμιση. Πρώτο, τη δυνατότητα νομιμοποίησης και επαναπατρισμού κεφαλαίων από το εξωτερικό υπό δύο όρους: τη φορολόγηση τους με 5% επί της αξίας του κεφαλαίου (με αποτέλεσμα ο έμπορος ναρκωτικών να φορολογείται πιο ευνοϊκά, μόλις με 5%, από έναν μισθωτό των 900 ευρώ που περνάει στον συντελεστή φορολόγησης του 18%) κι επίσης την μεταφορά τους σε ετήσιο προθεσμιακό λογαριασμό στην Ελλάδα! Ο δεύτερος όρος αποτελεί προκλητική πάσα στους τραπεζίτες. Ποια ανάγκη όμως τον επέβαλε; Δεύτερο, η απαγόρευση από 1/1/2011 κάθε συναλλαγής με μετρητά μεταξύ ιδιωτών και επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων, αξίας μεγαλύτερης των 1.500 ευρώ. Μοναδικός ευνοημένος θα είναι οι τράπεζες αφού θα μειωθούν οι εκταμιεύσεις και το ρευστό θα μένει στα συρτάρια τους για περισσότερες ημέρες. Στην ίδια κατεύθυνση θα λειτουργήσει κι η υποχρεωτική από 1/1/2011 πραγματοποίηση όλων των συναλλαγών μεταξύ επιχειρήσεων μέσω τραπεζικών επαγγελματικών λογαριασμών. Τέλος, στο περιουσιολόγιο όλων των φυσικών προσώπων κατόχων ΑΦΜ που θα καταρτίσει η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων εντός έξι μηνών, όπως εξήγγειλε ο Γ. Παπακωνσταντίνου κι όπου θα περιλαμβάνονται ακίνητα, αυτοκίνητα, σκάφη, αεροπλάνα, μετοχές, αμοιβαία και μερίδια θα λείπουν δύο στοιχεία: ομόλογα (για να υποστηριχθεί η χρηματοδότηση των δανειακών αναγκών της κυβέρνησης) και καταθέσεις! Είναι εμφανές ότι το δεύτερο και τρίτο μέτρο καταχρηστικά εντάσσονται στο φορολογικό νομοσχέδιο.

Οι παραπάνω ρυθμίσεις περιλήφθηκαν στο φορολογικό γιατί οι ελληνικές τράπεζες είναι αντιμέτωπες με μια ασυνήθιστη έλλειψη ρευστού. Η πιστωτική ασφυξία, ως αποτέλεσμα της απροθυμίας των τραπεζών να δανείσουν ρευστό λόγω έλλειψης πίστης, που δοκίμασε τις αντοχές του παγκόσμιου καπιταλισμού τον Αύγουστο του 2008, το τελευταίο διάστημα πλήττει τις ελληνικές τράπεζες. Δύο είναι οι αιτίες του απαγορευτικού που συναντούν οι εγχώριες τράπεζες στη διατραπεζική αγορά. Η πρώτη είναι συγκυριακή και σχετίζεται με την κρίση εμπιστοσύνης που έχει δημιουργηθεί απέναντι στην ελληνική οικονομία και τα σενάρια κατάρρευσης. Ποιος δανείζει μια τράπεζα αν ποντάρει στη χρεοκοπία του κράτους που είναι η έδρα της; Η δεύτερη αιτία, περισσότερο θεμελιώδης, αφορά τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Η αστική τάξη αντιλαμβάνεται ότι το τίμημα που θα πληρώσει για τη μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους θα είναι μια παρατεταμένη παραγωγική καθίζηση, με ανεργία, απολύσεις και φτώχεια. Η εκτίναξη της ανεργίας στο 10% το Νοέμβριο του 2009, η μείωση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 9,4% το 2009, της οικοδομικής δραστηριότητας κατά 15% το πρώτο ενδεκάμηνο του 2009 κι η μείωση του ΑΕΠ κατά 2,6% το τελευταίο τρίμηνο του ίδιου έτους, πολύ πιθανά είναι τα πρώτα επεισόδια ενός δράματος που θα παίζεται για καιρό. Πως θα εξυπηρετηθούν τότε τα καταναλωτικά χρέη, τα επιχειρηματικά και τα στεγαστικά δάνεια; Οι πρώτοι που κινδυνεύουν να βυθιστούν στον υφεσιακό βάλτο προς τον οποίο οδεύει τάχιστα ο ελληνικός καπιταλισμός είναι ο χρηματοπιστωτικός τομέας, λόγω της υπερεπέκτασής του. Και δεν μιλάμε για μία ή δύο τράπεζες. Αλλά για ντόμινο καταρρεύσεων, απ’ το οποίο μόνο η Εθνική είναι πιθανό να επιβιώσει. Η φυγή κεφαλαίων από τις τράπεζες ύψους 10 δισ. ευρώ το τελευταίο τρίμηνο αντανακλά κι αυτές τις ανησυχίες.

Γι’ αυτό η κυβέρνηση σπεύδει να τις στηρίξει την ίδια ώρα που συνθλίβει τους εργαζόμενους.

Φορολογικός παράδεισος για το κεφάλαιο (Πριν, 21/11/2009)

Νέο φορολογικό νομοσχέδιο

ΑΙΤΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΥΝΟΜΙΑΣ

Μπορεί το άνοιγμα του ασφαλιστικού να αντιβαίνει στις προεκλογικές εξαγγελίες του ΠΑΣΟΚ, αλλά η σχεδιαζόμενη αναμόρφωση της φορολογικής νομοθεσίας, με ένα φιλόοξο μάλιστα σχέδιο «δημόσιας διαβούλευσης» που θα επιχειρήσει να δημιουργήσει ευρεί ακοινωνική συναίνεση γύρω από τις κυβερνητικές προτάσεις, είχε προαναγγελθεί πολύ πριν τις εκλογές. Το σχέδιο της κυβέρνησης είναι μέχρι τον Μάρτιο να έχει ψηφιστεί στη Βουλή και να αποτελεί νόμο του κράτους.

Η βασικότερη αιτιολογία για τον κατεπείγοντα χαρακτήρα που αποκτά η ανάγκη συλλογικής αναμόρφωσης της φορολογικής νομοθεσίας σχετίζεται με τον πολυδαίδαλο, αντιφατικό και γι αυτούς τους λόγους εξαιρετικά δαπανηρό ακόμη κι αναποτελεσματικό στην εφαρμογή του σύνολο νόμων που ρυθμίζουν τις φοροδοτικές υποχρεώσεις των μισθωτών, των μικρομεσαίων στρωμάτων και τη αστικής τάξης. Πρόκειται για διαπίστωση πέρα για πέρα πραγματική που είναι ορατή όχι μόνο ασχολούνται κατ’ επάγγελμα με την φορολογία, αλλά και στον κάθε φορολογούμενο, που συχνά αδυνατεί να συμπληρώσει την ατομική του δήλωση μόνος του, χωρίς δηλαδή να καταφύγει στις επ’ αμοιβή υπηρεσίες επαγγελματιών λογιστών.

Πρόκειται ωστόσο για τη μισή αλήθεια. Η άλλη μισή αφορά τις αιτίες της πολυπλοκότητας του φορολογικού συστήματος και της επακόλουθης φοροδιαφυγής. Όπως ακριβώς οι σχέσεις διανομής, οι μισθοί δηλαδή προς τα κέρδη, αποκρυσταλώνουν τον ταξικό συσχετισμό δύναμης στην παραγωγή αποτελώντας τον πιο αδιάψευστο μάρτυρα για την θέση των μισθωτών και της εργατικής τάξης γενικότερα έτσι και το φορολογικό σύστημα γενικότερα συμπυκνώνει στο επίπεδο της αναδιανομής τις σχέσεις των τάξεων, με τη διαμεσολάβηση του κράτους. Ρυθμίζοντας το «ποιός πληρώνει και τι» η φορολογία αποτελεί τον σημαντικότερο μηχανισμό κρατικής παρέμβασης στους μηχανισμούς αναπαραγωγής του κεφαλαίου καθώς μια υψηλή φρολογία κεφαλαίου μειώνει το ποσοστό κέρδους, αλλά και στο επίπεδο διαβίωσης της εργαζόμενης πλειοψηφίας, για ευνόητους λόγους.

Στην Ελλάδα οι ρίζες της πολυνομίας στη φορολογία εντοπίζονται στην αποροθυμία των κυβερνήσεων να αναθεωρήσουν τον πυρήνα τη στικής νομοθεσίας που έλκει την καταγωγή του από το 1955! Και δω δεν έχουν θέση αφελείς ερμηνείες για αναχρονιστικές εμμονές της κρατικής γραφειοκρατίας. Το ζητούμενο απ’ όλες τις κυβερνήσεις έκτοτε ήταν να διαφυλάξουν τον καταθλιπτικό για τους εργαζόμενους συσχετισμό δύναμης των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων. Σε αυτό το βωμό θυσίαζαν τους αναγκαίους εκσυγχρονισμούς της φορολογικής νομοθεσίας κι έχοντας επιλέξει να αφήσουν άθικτο τον βασικό νόμο κατέφευγαν στην εύκολη οδό των τροπολογιών σε άσχετα νομοσχέδια, των αποσπασματικών ρυθμίσεων και των φοροαπαλλαγών ακόμη, όπως μαρτυρά η ύπαρξη 950 τέτοιων περιπτώσεων τις οποίες υπόσχεται να καταργήσει ο νέος υπουργός Οικονομικών. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής είναι η πολυνομία, οι αλλληοεπικαλυπτόμενες ή αλληλοσυγκρουόμενες διατάξεις κι η φοροδιαφυγή, όποτε η τελευταία δεν αποτελούσε μέσο οικοδόμησης κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών με τα πολυάριθμα και κρίσιμης εκλογικής σημασίας μεσαία στρώματα.

Στην Ελλάδα φόρους πληρώνουν κατ’ αρχήν οι μισθωτοί κι οι συνταξιούχοι, οι οποίοι με βάση τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, καταβάλουν το 50,9% των συνολικών φορολογικών εσόδων. Οι φόροι κεφαλαίου στην Ελλάδα αντιστοιχούν μόνο στο 15,9% του ΑΕΠ όταν ο μέσος όρος στην ευρωζώνη είναι 26,9% κι ακόμη και στην Αγγλία, την κοιτίδα του νεοφιλελευθερισμού οι φόροι κεφαλαίου αντιστοιχούν στο 44% του ΑΕΠ.

 

Η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ διατηρεί άθικτους τους αντιλαϊκούς φορολογικούς νόμους της κυβέρνησης Καραμανλή

Παρόλα αυτά η επικέντρωση της συζήτησης στον δαιδαλώδη χαρακτήρα του ελληνικού φορολογκού συστήματος αποπροσανατολίζει την διερεύνηση των βασικών του ταξικών χαρακτηριστικών. Είναι επίσης κι ιδιαίτερα επικίνδυνη καθώς στρώνει το δρόμο για το «απλούστερο» φορολογικό σύστημα του κόσμου, που είναι ο μοναδιαίος φορολογικός συντελεστής. Δηλαδή διαμόρφωση ενός και μοναδικού συντελεστή, στο 15% ή στο 20% για παράδειγμα με το οποίο να φορολογούνται όλα τα εισοδήματα. Δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη ταξική αδικία απ’ αυτόν τον «απλό» φορολογικό συντελεστή καθώς καταργεί την προοδευτικότητα της φορολόγησης, βάση της οποίας υψηλότερα εισοδήματα φορολογούνται με υψηλότερους συντελεστές και χαμηλότερα εισοδήματα με λίγο ή πολύ χαμηλότερους συντελεστές ακόμη και μηδενικούς. Στην βάση αυτής της πολιτικής απόφασης, που τινάζει στον αέρα κάθε έννοια αναδιανομής και κατ΄επέκταση τη νομιμοποίηση του κράτους στη συνείδηση της κοινωνίας, βρίσκεται η νεοφιλελεύθερη ιδεολογική παραδοχή πως η προοδευτική φορολόγηση τιμωρεί κι εκδικείται τον πλούτο, υπονομεύοντας την συγκέντρωσή του, που αποτελεί καταστατικό άρθρο οποιασδήποτε προσδοκίας κοινωνικής ευημερίας – κατά τους εκφραστές της πάντα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που αυτή η μορφή φορολόγησης προκρίνεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τον ΟΟΣΑ επικαλούμενοι την ευκολία των ελέγχων και το χαμηλό κόστος διατήρησης φοροελεγκτικών μηχανισμών, ενώ απαντάται και στην ανατολική Ευρώπη. Πρόταση δε της Μέρκελ να καθιερωθεί αυτή η μορφή φορολόγησης κι η οποία είχε διατυπωθεί παραμονές των προηγούμενων βουλευτικών εκλογών στην Γερμανία, της είχε στοιχίσει κατά γενική ομολογία την αυτοδυναμία.

Επιστρέφοντας στα καθ΄ημάς απέναντι στο ερώτημα τι είναι το ελληνικό φορολογικό σύστημα, τι είναι δηλαδή αυτό που το διακρίνει μια απάντηση που θα εστιάζει στην πολυπλοκότητά του είναι λάθος. Το ελληνικό φορολογικό σύστημα πριν και πάνω απ’ ότι άλλο είναι ένα άδικο, φιλοεπιχειρηματικό, ταξικό φορολογικό σύστημα που δεν ανατρέπει ούτε διορθώνει τις αντιθέσεις που δημιουργεί η πρωτογενής διανομή, αλλά τις εμβαθύνει και τις διαιωνίζει. Ως αποτέλεσμα οξύνει και δεν επουλώνει το κοινωνικό ζήτημα. Η πολυνομία μάλιστα εγγυάται και εμβαθύνει αυτό το χαρακτήρα και πολλές φορές τον συγκαλύπτει.

Ο ταξικός χαρακτήρας του ελληνικού φορολογικού συστήματος γίνεται αντιληπτός από δύο μεγέθη. Το πρώτο αφορά τη σχέση των άμεσων φόρων με τους έμμεσους και το δεύτερο μέγεθος που αποκαλύπτει τον ταξικό χαρακτήρα του φορολογικού συστήματος αφορά την θεσμοθετημένη ασυλία μικρού και μεγάλου κεφαλαίου όπως φαίνεται από την κατανομή των άμεσων φόρων.

Το πιο απλό ερώτημα για να φανεί η φύση ενός φορολογικού συστήματος είναι το εξής: «ποιός πληρώνει φόρους;». Στην Ελλάδα λοιπόν φόρους πληρώνουν οι μισθωτοί κι οι συνταξιούχοι. Εξετάζοντας την κατανομή των άμεσων φόρων, όπως παρουσιάζεται από τα στοιχεία που έχει επεξεργαστεί η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (και βρίσκονται αναρτημένα στην ιστοσελίδα της) προκύπτει πως από τις 3 μεγάλες κατηγορίες φορολογουμένων πρώτο, μισθωτοί και συνταξιούχοι, δεύτερο, λοιποί φορολογούμενοι και τρίτο, νομικά πρόσωπα όπου συμπεριλαμβάνονται κάθε είδους και μεγέθους επιχειρήσεις, νικητές είναι οι μισθωτοί και συνταξιούχοι. Συγκεκριμένα από τα 13,1 δισ. ευρώ φόρων το 2007 μισθωτοί και συνταξιούχοι πλήρωσαν τα 6,5 δισ. (50,9% του συνόλου), οι λοιποί φορολογούμενοι 1,8 δισ. (13,58% των φορολογικών εσόδων) και τα νομικά πρόσωπα πλήρωσαν 4,8 δισ. ευρώ (το 36,33% του συνόλου)! 

Είναι αστείο, πέρα από προκλητικό, πως την ώρα που το κεφάλαιο πρέπει να περάσει από το ταμείο για να πληρώσει κάτι από τα κέρδη του ξεχνάει τις πομφόλυγγες πως το κεφάλαιο σε κάθε του μορφή – κι όχι η εργασία – είναι ο παραγωγός του πλούτου και τότε κάνει τον ανήξερο φορτώνοντας τον λογαριασμό των δημοσίων δαπανών στους εργαζόμενους!

Οι βιομήχανοι βέβαια εξανίστανται! Με ανακοίνωση που εξέδωσε ο ΣΕΒ στις 4 Νοέμβρη λίγο πολύ υποστηρίζει ότι οι μοναδικοί που πληρώνουν φόρο στην Ελλάδα είναι οι μεγάλες και πολύ μεγάλες επιχειρήσεις. Αναφέρει συγκεκριμένα: «Το 99,5% των επιχιερήσεων που παρακολοθούνται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, δηλαδή 202.418 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που απασχολούν έως 5 άτομα, πληρώνουν κατά μέσο όρο ετησίως φόρο 6.100 ευρώ, όσο δηλαδή ένας μισθωτός υπάλληλος φορολογητέων αποδοχών 2.000 ευρώ μηνιαίως. Οι 1.500 μεγαλύτερες ελληνικές επιχειρήσεις μέσης απασχόλησης 350 ατόμων πληρώνουν το 72,2% του συνολικού φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων καταβάλλοντας έκαστη μέσο ετήσιο φόρο εισοδήματος 2,2 εκ. ευρώ». Η αποτύπωση της εξοργιστικής στο μέγεθός της φορολογικής αποχής των μικρομεσαίων από του βιομήχανους είναι πραγματική. Παραπλανητική είναι όμως η εικόνα που δημιουργείται για τα φορολογικά βάρη των μεγάλω επιχειρήσεων από το συμπέρασμα «2,2 εκ. ευρώ πληρώνει φόρο η κάθε μά από τις 1.500 μεγάλες επιχειρήσεις».

Το ερώτημα που γεννάται είναι τι φόρο πληρώνουν οι επιχειρήσεις στην πραγματικότητα, όταν δηλαδή αφαιρεθούν οι κάθε λογής φοροαπαλλαγές που απολαμβάνουν, όπως για παράδειγμα από τους αναπτυξιακούς νόμους, τις συγχωνεύσεις κ.α. Προνόμιο που φυσικά δεν κατανέμεται σε όλες τις επιχειρήσεις ισοδύναμα, αλλά αξιοποιείται από τις πιο μεγάλες, που έχουν επίσης το προνόμιο να απασχολούν φοροτέχνες αλχημιστές ξεζουμίζοντας κάθε εύνοια του νόμου. Με βάση λοιπόν ανακοίνωση της ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (με ημερομηνία 22 Ιουνίου 2009) ο φόρος κεφαλαίου που πλήρωσαν οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα το 2006 αντιστοιχούσαν στο 15,9% του ΑΕΠ – ποσοστό πολύ χαμηλότερο από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 που φθάνει το 25,7% και της ευρωζώνης των 16 κρατών που ανέρχεται σε 26,9%! Χωρίς να υποστηρίζουμε ότι το φορολογικό σύστημα στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι κοινωνικά δίκαιο αυτό που διακρίνεται είναι πως στην Ελλάδα το φορολογικό σύστημα είναι προκλητικά φιλοεπιχειρηματικό! Είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της αστικής τάξης, σε βαθμό να ομοιάζει περισσότερο με το σύστημα των κρατών της ανατολικής Ευρώπης παρά της Δυτικής. Αξίζει να δούμε πως φορλογούν οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ, για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης. Ενώ λοιπόν στην Ελλάδα οι φόροι κεφαλαίου αντιστοιχούσαν στο 15,9% του ΑΕΠ στη Δανία και την Αγγλία αντιστοιχούσαν στο 44%, στην Ισπανία και τη Γαλλία στο 41%, στο Βέλγιο 32%, στην Ιταλία 34%, στην Πορτογαλία 31%, στην Κύπρο 30%, στην Αυστρία και τη Γερμανία 24%, και στην Ιρλανδία 21%. Ακόμη και μια σειρά ανατολικοευωπαϊκές χώρες φορολόγησαν βαρύτερα το κεφάλαιο. Για παράδειγμα η Τσεχία με 26%, η Πολωνία με 22% κι η Σλοβκία με 18%!!! Στην πραγματικότητα λοιπόν και παρά τις περί του αντιθέτου κλάψες των βιομήχανων η Ελλάδα αποτελεί φορολογικό παράδεισο. Η Ελλάδα σε σχέση με τους όρους φορολόγησης του κεφαλαίου ανήκει στην Ανατολή, στις τριτοκοσμικές μπανανίες!

Αξίζει μάλιστα να δούμε με τι ταχύτητα βελτιώνει τη θέση του το κεφάλαιο στο φορολογικό χάρτη, καθώς αν πλήρωνε 15,9% φόρου επί του ΑΕΠ το 2006, το 2000 πλήρωνε, με βάση την ίδια στατιστική, 19,9%. Δύο συμπεράσματα προκύπτουν. Το πρώτο αφορά τα θεαματικά αποτελέσματα που είχε η κίνηση του Καραμανλή το Σεπτέμβριο του 2004, από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης να ανακοινώσει τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης κεφαλαίου από το 35% στο 25% σε ότι αφορά τις ανώνυμες κι από το 25% στο 20% σ΄ότι αφρά ομόρυθμες κι ετερόρυθμες. Φαίνεται επίσης ότι κι επί τη προηγούμενης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, με τον Σημίτη πρωθυπουργό, το κεφάλαιο στην Ελλάδα απολάμβανε πολύ πιο προνομιακή φορλογική μεταχείριση σε σχέση με το τι συνέβαινε στην υπόλοιπη ΕΕ. Η κυβέρνηση Καραμανλή συμπερασματικά συνέχισε κι έκανε πιο επιθετικό για τους εργαζόμενους και απειλητικό για τα δημόσια έσοδα ένα ήδη βαθιά ταξικό φορολογικό πλαίσιο.

Η νέα δε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχει επιλέξει εδώ και καιρό να αφήσει άθικτη τη φορολογική ασυλία του κεφαλαίου που θεσμοθέτησε ο Καραμανλής, όπως είχε φανεί από τον Σεπτέμβρη του 2008 όταν ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ αρνήθηκε σε ερώτηση του Πριν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης να δεσμευθεί πως θα ακυρώσει το νόμο του Καραμανλή για τη μείωση των φορολογικών συντελεστών – μέτρο που να σημειωθεί στοιχίζει στο δημόσιο υπο τη μορφή διαφυγόντων σόδων 1 δισ. ευρώ. Τόσα από μία άλλη οπτική γωνία κερδίζει ετησίως κι ο ελλληνικός καπιταλισμός από το δώρο του Καραμανλή στο κεφάλαιο. Η απόφαση του ΠΑΣΟΚ επιβεβαιώθηκε και πρόσφατα όταν ο υπουργός Οικονομικών, Γ. Παπακωνσταντίνου, δικαιολόγησε την έκτακτη εισφορά των 300 μεγάλων επιχειρήσεων στη βάση των μεγάλων ωφελειώ που είχαν από την μείωση των φορολογικών συντελεστών. Η έκτακτη εισφορά έτσι ήταν το αντίτιμο που πλήρωσαν για να συνεχίσουν να την απολαμβάνουν, εις βάρος τη δημοσιονομικής σταθερότητας και των κοινωνικών δαπανών.

Εν κατακλείδι, σ’ ότι αφορά τους άμεσους φόρους το συμπέρασμα που προκύπτει από την επεξεργασία των δηλώσεων και τις ευρωπαϊκές στατιστικές είναι ότι φόρους πληρώνουν μισθωτοί και συνταξιούχοι, ενώ το κεφάλαιο απολαμβάνει συνθηκών φορλογικού παραδείσου! 

Από τους έμμεσους φόρους η μερίδα του λέοντος

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΓΙΑ ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΦΟΡΟ ΠΟΤΩΝ ΚΑΙ ΤΣΙΓΑΡΩΝ ΟΞΥΝΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Το δεύτερο κριτήριο που φανερώνει τον ταξικό χαρακτήρα του ελληνικού φορολογικού συστήματος σχετίζεται με το ύψος των έμμεσων φόρων. Οι έμμεσοι φόροι αποτελούν την επιτομή της άδικης φορολογίας για δύο λόγους: Πρώτο, γιατί επιβάλλονται κατά τον ίδιο τρόπο σε έχοντες και μη έχοντες, στερούνται δηλαδή προοδευτικότητας. Και δεύτερο επειδή βαρύνουν περισσότερο τη λαϊκή κατανάλωση. Ωστόσο, οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα αποτελούν τη βασικότερη μορφή φορολογίας, την μεγαλύτερη πηγή φορολογικών εσόδων, ενώ θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο: η βασικότερη δηλαδή πηγή φορολογικών εσόδων να είναι από τους άμεσους κι οι έμμεσοι, που όφειλαν να βαρύνουν την πολυτελή διαβίωση και μόνο, να είχαν περιθωριακή συμμετοχή στο σύνολο των εσόδων.

Στον προϋπολογισμό του 2009 που κατατέθηκε πέρυσι τέτοια εποχή από τη ΝΔ, οι έμμεσοι φόροι προβλεπόταν να ανέλθουν στα 34,2 δισ. ευρώ κι οι άμεσοι στα 26,7 δισ., αντιπροσωπεύοντας το 13,1% του ΑΕΠ οι πρώτοι και το 10,3% οι δεύτεροι. Στο σύνολο των φορολογικών εσόδων οι έμμεσοι φόροι που θα εισπράτονταν το 2009 αντιπροσώπευαν το 56,1%, ενώ οι άμεσοι το 43,9%.

Κατά τη διάρκεια της νεοδημοκρατικής πενταετίας τεράστια ώθηση στην άνοδο των έμμεσων φόρων έδωσε η αύξηση του ΦΠΑ κατά μία μονάδα την άνοιξη του 2005 κι οι αλλεπάλληλες αυξήσεις των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα ποτά, τα τσιγάρα και τα καύσιμα. Αυτήν ακριβώς την παράδοση συνέχισε κι ο νέος υπουργός Οικονομίας, Γ. Παπακωνσταντίνου, αποφασίζοντας την αύξηση του ειδικού φόρου τα ποτά και τα τσιγάρα κατά 10% και διατηρώντας επίσης το μεγαλύτερο μέρος από τις ιλλιγγιώδεις αυξήσεις στα τέλη κυκλοφορίας που είχε προαναγγείλει ο Γ. Σουφλιάς. Μάλιστα από το νέο πλαίσιο φορολόγησης των εισοδημάτων και της περιουσίας και τις αυξήσεις σε ορισμένους ΕΦΚ – τσιγάρα, ποτά ο κρατικός προϋπολογισμός αναμένει να εισπράξει 1,5 δισ. ευρώ. Ποσό κατά 50% υψηλότερο απ’ όσα αναμένονται από την έκτακτη εισφορά «κοινωνικής ευθύνης» όπως χαρακτηρίστηκε που επιβλήθηκε στις πολύ κερδοφόρες επιχειρήσεις και τη μεγάλη ακίνητη περιουσία που αναμένεται να αποδώσει 1 δισ. ευρώ.

Φαίνεται από τα παραπάνω πως και στο ζήτημα των έμμεσων φόρων το ΠΑΣΟΚ παρότι προεκλογικά καταδίκαζε την ανάδειξή τους ως κύριων μέσων συγκέντρωσης φορολογικών εσόδων ακολουθεί τον ίδιο ακριβώς δρόμο με τη ΝΔ επιβαρύνοντας έτσι κατά προνομιακό τρόπο την μεγάλη πλειοψηφία και την λαϊκή κατανάλωση.

 ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΕΣΟΔΩΝ

Η μόνιμη αιτία των ελλειμάτων

ΜΕΤΡΑ ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗΣ

Η διαδικασία κατάρτισης του φετινού κρατικού προϋπολογισμού και κυρίως η προτεραιότητα που έδωσε η νέα κυβέρνηση στην αύξηση των φορολογικών εσόδων ώστε να επιτευχθεί η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 9,4% του ΑΕΠ κατά το τέλος του 2010 από 12,7% φέτος έφερε στην επιφάνεια το αδιέξοδο που έχει δημιουργηθεί στον μηχανισμό συγκέντρωσης φόρων. Για παράδειγμα, ο νέος υπουργός Οικονομικών στηλίτευε την κατάρρευση των φορολογικών εσόδων που παρατηρήθηκε όλο το προηγούμενο διάστημα, με αποτέλεσμα η διαφορά μεταξύ προβλεπομένων και πραγματοποιούμενων εσόδων από ΦΠΑ να φθάσει τα 3 δισ. ευρώ, η διαφορά των φόρων περιουσίας στα 1,3 δισ. ευρώ, των φόρων φυσικών προσώπων στα 1,1 δισ. και των νομικών προσώπων στο 1 δισ.

Η αιτία αυτής της κατάρρευσης των φορολογικών εσόδων (που παρατηρήθηκε μάλιστα ενώ στην εξουσία βρισκόταν η πιο ανάλγητη κι αντιλαϊκή κυβέρνηση, εν μπορεί να κατηγορηθεί δηλαδή για ολιγωρία) φέρνει στην επιφάνεια την αποτυχία, την εγγενή δηλαδή αδυναμία να εγγυηθεί την αύξηση των δημοσίων εσόδων ένα σύστημα φορολόγησης που εξαιρεί τους έχοντες κι επιβαρύνει τους μη έχοντες. Την αντίφαση την περιγράφει πολύ εύστοχα η τελευταία έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση – ετήσια έκθεση 2009, όπου τονίζει αρχικά πως «τα φορολογικά έσοδα εξαρτώνται από τα εισοδηματικά μερίδια και τους φορολογικούς συντελεστές που τους αντιστοιχούν». Και συνεχίζει: «Η οικονομική πολιτική που ασκήθηκε κατά τα είκοσι περίπου έτη οδήγησε αφενός μεν στην πρωτογενή αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος των εργαζομένων, αφετέρου δε μείωσε τους φορολογικούς συντελεστές επί των κερδών και αύξησε τους συντελεστές επί των εισοδημάτων της εργασίας. Εφήρμοσε δηλαδή μειωμένους φορολογικούς συντελεστές στο αυξανόμενο μερίδιο των κερδών και αυξημένους συντελεστές στο μειούμενο μερίδιο της εργασίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα φορολογικά έσοδα να μειωθούν έναντι αυτών που θα υπήρχαν αν οι αυξημένοι φορολογικοί συντελεστές εφαρμόζονταν επί του αυξανόμενου μεριδίου του ΑΕΠ (δηλαδή επί των κερδών, των τόκων και των προσόδων), ή εάν έστω είχαν παραμείνει οι συντελεστές στα παλαιά τους επίπεδα».

Συνεχίζοντας έτσι το ΠΑΣΟΚ να περιμένει πως θα επιλυθεί το δημοσιονομικό πρόβλημα αναζητώντας φορολογικά έσοδα εκεί που δεν υπάρχουν ενώ θα διαιωνίζει την φοροαπαλλαγή εκεί που πραγματικά υπάρχει πλούτος, απλώς κυνηγάει χίμαιρες. Κι ως αποτέλεσμα το έλλειμμα θα συνεχίσει να υφίσταται, ενώ η ικανοποίηση των αυξημένων κοινωνικών αναγκών μέσα από μια γενναία αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου δια της φορολογίας θα παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες.

Στην αντίποδα της εφαρμοζόμενης πολιτικής, που συνεχίζεται με αξιοθαύμαστη θρησκευτική ευλάβεια, έχει ωριμάσει η ανάγκη για τη διεκδίκηση ενός συνόλου αιτημάτων, στο επίπεδο της αναδιανομής και της φορολογίας, που μπορούν να εγγυηθούν την βελτίωση της θέσης των εργαζομένων. Απαιτείται κατ’ αρχήν η γενναία αύξηση της άμεσης φορολογίας στις επιχειρήσεις και πάνω απ’ όλα στα κέρδη κι ακόμη η καθιέρωση προοδευτικής φορολογίας στις επιχειρήσεις. Η βαριά φορολόγηση των βραχυχρόνιων, κερδοσκοπικών τοποθετήσεων στις αγορές κεφαλαίου και τις εξαγωγές κεφαλαίου. Η κατάργηση του ΦΠΑ σε όλα ανεξαιρέτως τα είδη λαϊκής ανάγκης και ιδίως τρόφιμα, ρουχισμό, κ.λπ. Η αύξηση του αφορολόγητου ορίου για τους μισθωτούς από τις 12.000 ευρώ που είναι σήμερα (με αποτέλεσμα να κρίνεται άξιος φορολόγησης ένας μηνιαίος μισθός των 860 ευρώ!!!). Η δημιουργία επιπλέον συντελεστών μεγαλύτερων του 40% που είναι σήμερα ο ανώτατος συντελεστής με τον οποίο φορολογούνται όσα εισοδήματα υπερβαίνουν την κλίμακα των 75.000 ευρώ ετησίως. Και τέλος, μεταξύ πολλών άλλων, η επαναφορά της φορολόγησης της μεγάλης ακίνητης περιουσίας κι η παράλληλη κατάργηση του ΕΤΑΚ, η βαριά φορολόγηση τη εκκλησιαστικής περιουσίας υπό την απειλή τη δήμευσης, κοκ.

Στο μέλλον η υπέρβαση της κρίσης (Πριν, 19/9/2009)

Έκρηξη της ανεργίας προβλέπει ο ΟΟΣΑ

ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑ

Ένας χρόνος συμπληρώθηκε πριν λίγες μέρες από την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς που για πρώτη φορά κατά την μεταπολεμική περίοδο κατέστησε ορατό το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης και συστημικής κατάρρευσης των σημαντικότερων κέντρων ισχύος της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Έκτοτε, περισσότερο στις ΗΠΑ και λιγότερο στην Ευρώπη, η κατάσταση εμφανίζει σαφείς αν και οριακές βελτιώσεις με το ΑΕΠ, τη βιομηχανική παραγωγή και τις παραγγελίες να κινούνται σε ανοδική τροχιά σε σημείο τέτοιο ώστε να είναι ορατό, στο τέλος του 2010, το κλείσιμο της κρίσης που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2007 με την μορφή της πιστωτικής ασφυξίας. Και μετά τι; είναι το ερώτημα που απαιτεί άμεσα απάντηση μια και τα προφανή, όπως για παράδειγμα, ένας κύκλος ρωμαλέας μεγέθυνσης του ΑΕΠ μετά την κρίση, έχουν πάψει εδώ και καιρό να θεωρούνται δεδομένα.

Ο ΟΟΣΑ την προηγούμενη εβδομάδα με ανακοίνωση του προειδοποίησε πως η πιστωτική κρίση μετουσιώνεται σε κρίση απασχόλησης προδικάζοντας για φέτος και το 2010 έκρηξη της ανεργίας, που ενδέχεται να φθάσει και το 10% στα 30 κράτη μέλη του, πλήττοντας 57 εκ. εργαζόμενους. Να σημειωθεί ότι τον Ιούλιο η ανεργία κινούταν στο 8,5% κι όσο για το 2010 πίσω από τον μέσο όρο του 10% κρύβονται σημαντικότατες αποκλίσεις. Στη Γερμανία και Γαλλία για παράδειγμα η ανεργία προβλέπεται να φθάσει το 11,8% και 11,3%. Στη δε Ελλάδα πολύ υψηλότερα μια και η ανεργία ξεκινούσε από πολύ υψηλότερο σημείο αφετηρίας κι έτσι ας μην εκπλαγούμε αν τη δούμε να σκαρφαλώνει στα ισπανικά επίπεδα του 18%. Πίσω από τον μηχανισμό της χρονοκαθυστέρησης που πυροδοτεί την εκτίναξη της ανεργίας κατά το ξεφούσκωμα της κρίσης κρύβονται δύο διαφορετικές διαδικασίες. Κατ’ αρχήν η καταστροφή κεφαλαίου που έστω και σιωπηρά συντελείται με πολύ πιο γοργούς ρυθμούς στις μέρες μας απ’ ότι συντελείται στις περισσότερο ομαλές και γραμμικές περιόδους συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η καταστροφή πλεονάζοντος κεφαλαίου, με τη μορφή κλεισίματος επιχειρήσεων και εξαγορών – συγχωνεύσεων, μειώνει τις θέσεις εργασίας και προκαλεί ανεργία. Η δεύτερη αιτία που είναι σε διαλεκτική αλληλεξάρτηση με την πρώτη σχετίζεται με τις καινοτομίες που εισάγονται στην παραγωγική διαδικασία, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα, από τα τμήματα εκείνα του κεφαλαίου που έχουν τους πόρους ώστε να αντιμετωπίζουν την κρίση ως ευκαιρία κι όχι ως καταστροφή. Οι καινοτομίες αυτές όμως έχουν ως ακρογωνιαίο λίθο τους την εξοικονόμηση θέσεων εργασίας, με αποτέλεσμα ακόμη κι αυτό το νέο «αναπτυξιακό τοπίο» που θα προκύψει τελικά μετά την έξοδο από την κρίση να χρειάζεται λιγότερα εργατικά χέρια. Κάτι που έχει συμβεί κατ’ εξακολούθηση απ’ όταν ξέσπασε η κρίση του 1970.

Από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα, σε όλες τις περιόδους ανόδου και καθόδου της οικονομίας, το μερίδιο της εργασίας στο συνολικό προϊόν μειωνόταν σταθερά, αντανακλώντας έτσι την εδραίωση της θέσης του κεφαλαίου και την υποχώρηση των δυνάμεων της εργασίας στον ταξικό συσχετισμό δύναμης.

 

Η δημοσιονομική κρίση αποτέλεσμα και μέσο ξεπεράσματος της γενικότερης κρίσης

 

Η ανεργία που προβλέπει ο ΟΟΣΑ δεν είναι το μοναδικό μελανό σημάδι που θα αφήσει πίσω της η οικονομική κρίση. Το σημαντικότερο είναι ότι το τέλος της κρίσης επ’ ουδενί δεν πρόκειται να σημάνει την επιστροφή ακόμη και σε εκείνους τους αναιμικούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ οι οποίοι παρατηρούνταν μέχρι το 2007. Στην πραγματικότητα η τρέχουσα κρίση των υποβαθμισμένων στεγαστικών δανείων λήγει όπως ακριβώς και η κρίση των μετοχών του ίντερνετ το 2000: χωρίς να ακολουθήσει μια περίοδο βίαιης και μαζικής εκκαθάρισης ανεπαρκών αξιοποιούμενων κεφαλαίων, που χαρακτηρίζονται από χαμηλή αποδοτικότητα, με αποτέλεσμα να μην δοθεί ποτέ μια ισχυρή ώθηση στα πιο σύγχρονα και κερδοφόρα τμήματα του κεφαλαίου που θα έβαζε σε κίνηση ένα νέο κύκλο διευρυμένης αναπαραγωγής. Για μια σειρά λόγους, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται κι ο κίνδυνος εργατικών εξεγέρσεων, οι αστικές τάξεις όλου του κόσμου έκλεισαν όπως – όπως το κενό που δημιουργήθηκε, δημιουργώντας όμως τους όρους για μια νέα κρίση. Η πλημμυρίδα ρευστού άλλωστε δεν αποτέλεσε σανίδα σωτηρίας μόνο το 2009 και το 2000, αλλά κατά τη διάρκεια όλης της περιόδου που άνοιξε από το 1970 όταν εμφανίστηκε για πρώτη φορά η οικονομική κρίση, καθηλώνοντας έκτοτε τους ρυθμούς μεγέθυνσης και κάνοντας την εμφάνιση των κρίσεων στην χρηματοπιστωτική σφαίρα ένα γεγονός που επαναλαμβάνεται μονότονα σχεδόν, κάθε δεκαετία. Κατά συνέπεια η τρέχουσα κρίση άμεσο αποτέλεσμα της κρίσης του 2000 αλλά κυρίως του ’70, σε λίγα χρόνια θα ξαναγεννηθεί υπό τη μορφή μιας νέας κρίσης. Άστοχη λοιπόν οποιαδήποτε συζήτηση για υπέρβασή της.

Η επόμενη μέρα καθίσταται περισσότερο αβέβαιη στον βαθμό που τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν αυτή τη διετία περιορίζουν ασφυκτικά τα μέσα δράσης του αστικού κράτους προς όφελος του κεφαλαίου. Η εκτίναξη των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού και του δημόσιου χρέους σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό, με πιο ακραία παραδείγματα το χρέος της Ιαπωνίας που έχει αγγίξει το 180% και το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ που έχει φθάσει το 12%, είναι το τίμημα που πληρώνει το κράτος για τις προσπάθειες που κατέβαλλε όλο αυτό το διάστημα ώστε να διασωθεί ο καπιταλισμός (βλέπε τα 780 δισ. δολ. που δόθηκαν στις ΗΠΑ από την κυβέρνηση του Ομπάμα και τα 28 δισ. ευρώ στην Ελλάδα). Η δημοσιονομική κρίση κατά συνέπεια, δεν είναι αποτέλεσμα σπατάλης ή κακοδιαχείρισης όπως αφελώς λέγεται, αλλά πλευρά και αποτέλεσμα της γενικότερης καπιταλιστικής κρίσης και ταυτόχρονα μέσο υπέρβασής της. Προοπτική επομένως ξεπεράσματος της δημοσιονομικής κρίσης όσο διαρκεί η βαθύτερη καπιταλιστική κρίση δε διαφαίνεται.

Στην Ελλάδα ειδικότερα, η παγκόσμια οικονομική κρίση συνέπεσε με την καθοδική πορεία του κύκλου του ελληνικού καπιταλισμού, επιταχύνοντας την ύφεση. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από τους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ την τελευταία εικοσαετία. Είχαμε συγκεκριμένα: 1991: 3,1%, 1992: 0,7%, 1993: -1,6%, 1994: 2%, 1995: 2,1%, 1996: 2,4%, 1997: 3,6%, 1998: 3,4%, 1999: 3,4%, 2000: 4,5%, 2001: 4,2%, 2002: 3,4%, 2003: 5,6%, 2004: 4,9%, 2005: 2,9%, 2006: 4,5%, 2007: 4%, 2008: 2,9%, κι όσο για το τρέχον και το επόμενο έτος οι προβλέψεις δίνουν -1% και 0,1% αντίστοιχα. Ο τελευταίος λοιπόν ανοδικός κύκλος που ξεκίνησε το 1994 φαίνεται πεντακάθαρα ότι κορυφώνεται μια χρονιά πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες ενώ το 2004 για πρώτη φορά και το 2006 οριστικά ξεκινά η καθοδική πορεία που ολοκληρώνεται φέτος με τη μετατροπή των ρυθμών μεγέθυνσης σε αρνητικούς. Τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την Τράπεζα της Ελλάδας την εβδομάδα που πέρασε για την μείωση των εισπράξεων από τον τουρισμό κατά 15% και των εξαγωγών κατά 20% το πρώτο οκτάμηνο του έτους, βεβαιώνουν του λόγου το αληθές, όπως επίσης κι η έκρηξη των ακάλυπτων επιταγών και των απλήρωτων συναλλαγματικών.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια όλης της προαναφερθείσας περιόδου και για ακόμη περισσότερο χρόνο, ενσωματώνοντας δηλαδή τις δεκαετίες ’70 και ’80 όταν οι ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ ακολουθούν γενικά μια κυκλική διαδρομή, με την άνοδο και την κάθοδο να εναλλάσσονται, το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ ακολουθεί μια σταθερά καθοδική τροχιά. Σε αδρές γραμμές από το 1978 έως το 1983 το μερίδιο της εργασίας κινούταν μεταξύ 70% και 75%. Από το 1984 μέχρι το 1990 μειώθηκε στο 65% – 70% κι από το 1994 μέχρι σήμερα το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 62%, προς όφελος φυσικά του μεριδίου των κερδών που καλύπτει κάθε φορά το κενό που αφήνουν πίσω τους οι εργατικοί μισθοί. Το αποτέλεσμα επομένως κάθε κρίσης είναι οι δυνάμεις της εργασίας να δέχονται ένα περαιτέρω πλήγμα καθώς ο ταξικός συσχετισμός δύναμης, όπως με σαφήνεια μετριέται από τη σχέση μισθών – κερδών, στρέφεται υπέρ του κεφαλαίου. Δεν περνάει απαρατήρητο επίσης το γεγονός ότι αυτή η γενική τάση αύξησης της εκμετάλλευσης δεν ανατράπηκε από την εναλλαγή στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Με τις πράξεις κυρίως και τις παραλείψεις τους κι οι δύο πόλοι του δικομματισμού υπηρέτησαν πιστά τη ρεβάνς που πήρε το κεφάλαιο βαθαίνοντας τη στρατηγική ήττα των δυνάμεων της εργασίας βοηθώντας στην εδραίωση της ηγεμονίας του.

Η θέση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων είναι στην πραγματικότητα ακόμη χειρότερη, απ’ αυτή που φαίνεται στη διανομή. Γιατί, συνυπολογίζοντας και την αναδιανομή εισέρχονται στην εξέταση δύο επιπλέον μεταβολές. Η πρώτη αφορά την αυξημένη φορολογική επιβάρυνση των φτωχότερων στρωμάτων του πληθυσμού, που έχει ως αποτέλεσμα να μειώνεται το διαθέσιμο εισόδημά τους και η δεύτερη μεταβολή που διαχρονικά σηματοδοτεί την επιδείνωση της θέσης τους σχετίζεται με την υποβάθμιση του κοινωνικού μισθού, στο βαθμό που μια σειρά δημόσιες κατ’ όνομα υπηρεσίες, υγειονομικής περίθαλψης για παράδειγμα, παύουν να παρέχονται δωρεάν.

Άμεσο αποτέλεσμα της πόλωσης που καταγράφεται στην πρωταρχική διανομή του εισοδήματος και του ελάχιστα ευεργετικού ρόλου της αναδιανομής είναι τα πρωτεία που κατέχει η Ελλάδα στην εισοδηματική ανισότητα με το εισόδημα του 20% των περισσότερο εύπορων Ελλήνων να είναι 6 φορές μεγαλύτερο του εισοδήματος του 20% των λιγότερο εύπορων. Μεγαλύτερη πόλωση και αδικία στην ΕΕ των 25 παρατηρείται μόνο στην Πορτογαλία, τη Ρουμανία και τη Λετονία!

Το παζλ των δημόσιων οικονομικών συμπληρώνεται από δύο ακόμη πλευρές που πρέπει να προστεθούν στη συρρίκνωση των κοινωνικών δαπανών και την αύξηση των φορολογικών βαρών για τους εργαζόμενους. Πρόκειται για την μείωση των φορολογικών επιβαρύνσεων που αντιστοιχούν στο κεφάλαιο και την γενναία, εκρηκτική αύξηση των χρηματοδοτήσεων πάλι προς το κεφάλαιο. Αυτές οι τέσσερις πλευρές ορίζουν επακριβώς το σύγχρονο δημοσιονομικό πρόβλημα στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς αν κι όχι με την ίδια ένταση. Υποδηλώνουν ταυτόχρονα ότι ο εκρηκτικός του χαρακτήρας είναι ευθεία συνάρτηση του βάθους της κρίσης και του ενεργού ρόλου που αναλαμβάνει το κράτος για την υπέρβασή της προς όφελος του κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαία η χρονική σύμπτωση της φορολογικής αφαίμαξης των εργαζομένων με τα αλλεπάλληλα φορολογικά μέτρα του τελευταίου χρόνου, με την εκτίναξη του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 6% όπως παραδέχθηκε κι ο υπουργός Οικονομίας, Γ. Παπαθανασίου, την εβδομάδα που πέρασε και τη χορήγηση των 28 δισ. ευρώ στους τραπεζίτες. Από τα παραπάνω φαίνεται επίσης ότι καμιά φορολογική αφαίμαξη, όσο βάρβαρη κι αν είναι, δεν μπορεί να κλείσει τα αβυσσαλέα κενά που αφήνουν πίσω τους οι χορηγίες προς το κεφάλαιο κι η επίσημη φοροαπαλλαγή του.

Αύξηση των μισθών, μείωση των κερδών

ΟΙ ΑΥΞΗΣΕΙΣ ΔΕΝ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΕ ΥΦΕΣΗ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο της βαθιάς και πολύπλευρης κρίσης κι επίσης του σοκ που προκάλεσαν οι πρωθυπουργικές δηλώσεις για πάγωμα των μισθών, οι εξαγγελίες του προέδρου του ΠΑΣΟΚ από τη Θεσσαλονίκη την προηγούμενη εβδομάδα για αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό συγκέντρωσαν την κριτική της κυβέρνησης. Βασικό επιχείρημα της «οικονομικής ορθοδοξίας» ήταν πως η οικονομία δεν αντέχει αυξήσεις κι ακόμη κι αυτές οι οριακές αυξήσεις θα έχουν ως αποτέλεσμα την ύφεση μια και θα μειώσουν τα κέρδη, αποτρέποντας την πραγματοποίηση νέων παραγωγικών επενδύσεων.

Η πραγματικότητα είναι πως οι αυξήσεις στους μισθούς δεν σημαίνουν μείωση των επενδύσεων.

Κατ’ αρχήν αυξήσεις μισθών πάνω από τον πληθωρισμό ενδέχεται να μη σημαίνουν ούτε καν αύξηση της τάξης των 25 λεπτών του ευρώ ημερησίως. Οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό στην Ελλάδα το 2009, όπως αναφέρονται στο Οικονομικό Δελτίο της Άλφα Μπανκ του μηνός Ιουλίου, είναι ότι θα κινηθεί στο 1,2%. Ο εναρμονισμένος δε πανευρωπαϊκός, λόγω του ότι πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν εμφανίσει αποπληθωρισμό, αρνητική δηλαδή εξέλιξη του δείκτη τιμών, θα είναι ακόμη μικρότερος για το έτος, μεταξύ 0,1% και 0,7%, σύμφωνα με προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που διατυπώθηκαν τον Μάρτη. Κατά συνέπεια οι «αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό» ενδέχεται να σημαίνουν κι αυξήσεις της τάξης του 0,9%! Δηλαδή, ψίχουλα!

Το σημαντικότερο ωστόσο είναι ότι υπάρχει δυνατότητα αύξησης των πάγιων επενδύσεων, όπως φαίνεται από τη σημαντική μείωσή τους τα τελευταία χρόνια, παρότι το μερίδιο των κερδών στο εισόδημα, όπως προείπαμε, αυξάνεται σταθερά. Ειδικότερα, με βάση στοιχεία που δημοσιεύονται στην ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ και προέρχονται από την ΕΕ, οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου από 23% του ΑΕΠ που ήταν το 2003, για φέτος και το 2010 προβλέπεται να μειωθούν στο 15%! Ο όγκος δε των ακαθάριστων επενδύσεων κεφαλαίου μειώθηκε για πρώτη φορά το 2008 – κατά το ξέσπασμα δηλαδή της κρίσης, αφήνοντας ανοιχτό έτσι το ενδεχόμενο η μείωσή τους να συντέλεσε στην εμβάθυνση της κρίσης – ενώ η μείωση που αναμένεται να καταγράψουν την τριετία 2008-2010 θα είναι μεγαλύτερη της τριετίας 1992-1994, όταν και πάλι είχε παρατηρηθεί μείωση των επενδύσεων. Οι καθαρές δε επενδύσεις, από 14% που ήταν το 2002, το 2010 αναμένεται να φθάσουν το 7,5%! Ο κίνδυνος λοιπόν τον οποίο επικαλείται η ΝΔ έχει ήδη συντελεστεί, όχι όμως ως αποτέλεσμα της αύξησης των εργατικών μισθών, αλλά της βούλησης της αστικής τάξης να αποθησαυρίσει τα κέρδη. Επομένως ακόμη και μια γενναία αύξηση των μισθών κι όχι αυτή που εξήγγειλε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, που θα διασφαλίζει τον εργατικό μισθό από τον πραγματικό πληθωρισμό που ειδικά για τους εργαζόμενους είναι πολλαπλάσιος του επίσημου, η οποία όμως θα μειώνει τα κέρδη αντιστρέφοντας έτσι την χρόνια τάση μείωσης του μεριδίου των μισθών μπορεί να αφήσει άθικτες τις επενδύσεις, να μην δυναμιτίσει δηλαδή τη μελλοντική δυνατότητα επέκτασης του προϊόντος. Μόνο που για να γίνει αυτό, αν κάτι απαιτείται είναι ένα αγωνιστικό πρόγραμμα ταξικών διεκδικήσεων που σε βάθος χρόνου θα ανατρέψει την επίσημη πολιτική μισθών. Όχι μόνο αυτή που υπόσχεται ο Καραμανλής ο Δεύτερος αλλά κι αυτή που προσφέρει ως το μικρότερο κακό ο Παπανδρέου ο Τρίτος.

ΕΞΑΓΓΕΛΙΕΣ ΠΑΣΟΚ

Αντιφάσεις και κενά

ΑΘΙΚΤΟΙ ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΝΔ

Οι εξαγγελίες του προέδρου του ΠΑΣΟΚ από τη Θεσσαλονίκη για αυξήσεις πάνω από τον πληθωρισμό και έκτακτο επίδομα αλληλεγγύης μπορεί να ακούστηκαν ως φιλολαϊκές συγκρινόμενες με την οικονομική χούντα που εξήγγειλε ο Καραμανλής, επ ουδενί ωστόσο δεν συνιστούν ανατροπή της γενικότερης, διαχρονικής τάσης μείωσης του μεριδίου των μισθών στο σύνολο των προϊόντος. Χώρια, που σε μια σειρά σημεία προαναγγέλλουν τη συνέχιση και θωράκιση της σημερινής πολιτικής. Κάτι που γίνεται πιο εμφανές στο μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων, όπου δεν προαναγγέλλεται καμιά επιστροφή ιδιωτικοποιημένης επιχείρησης (ΟΤΕ, Ολυμπιακή, Λιμάνια Πειραιά και Θεσσαλονίκης, κ.α.) στο δημόσιο. Ειδικότερα:

Η εξαγγελία του Γ. Παπανδρέου για μείωση του φορολογικού συντελεστή στα μη διαμενόμενα κέρδη των επιχειρήσεων, ως μέτρο ενθάρρυνσης των παραγωγικών επενδύσεων, ανεξαρτήτως των κινήτρων της δεν παύει να μειώνει ακόμη παραπέρα τη φορολογία των επιχειρήσεων, διευκολύνοντας τους όρους αναπαραγωγής του κεφαλαίου, εις βάρος των δημοσίων εσόδων. Δεδομένου μάλιστα ότι άλλα φιλοεπιχειρηματικά φορολογικά μέτρα, όπως η μείωση των συντελεστών φορολόγησης που είχε εξαγγείλει ο Κ. Καραμανλής από τη ΔΕΘ το 2004 δεν πρόκειται να καταργηθούν, γίνεται αντιληπτό ότι το ΠΑΣΟΚ, με μοναδική εξαίρεση τους φόρους ακίνητης περιουσίας δεν πρόκειται να θίξει το ισχύον πλαίσιο.

Δεύτερο, επαναφέροντας ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ την πρόταση που είχε κάνει από το Λαύριο το 2004, για «γενναίο πρόγραμμα επιδότησης των ασφαλιστικών εισφορών των νέων για 4 χρόνια», ασχέτως του γεγονότος ότι από τότε μεσολάβησε μια εξέγερση στη Γαλλία εναντίον αυτού ακριβώς του μέτρου, ετοιμάζεται να δημιουργήσει νέες αδικίες και αντιθέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα κι ευρύτερα την αγορά εργασίας. Μεγάλος ωφελημένος σε κάθε περίπτωση θα είναι η εργοδοσία που θα δει τις ασφαλιστικές της υποχρεώσεις να μειώνονται δραματικά. Το μέτρο αυτό πιθανά θα περιληφθεί στο νέο ασφαλιστικό που υποσχέθηκε να φέρει το ΠΑΣΟΚ, στο οποίο θα συμπεριλαμβάνεται επίσης κι η βασική σύνταξη. Μέτρο, που αποτελεί προϋπόθεση για την τριχοτόμηση του ασφαλιστικού συστήματος, κατά τις υποδείξεις διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών. Τη δική της σημασία έχει επίσης η υπαναχώρηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ σ’ ότι αφορά την εξαγγελία του πέρυσι, κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων για το αντιασφαλιστικό, ότι θα αποσύρει το νόμο της… επάρατης. Από τη Θεσσαλονίκη τίποτε σχετικό δεν επανέλαβε, παρότι εξήγγειλε την ακύρωση άλλων νόμων, όπως για το χωροταξικό.

Τρίτο, εξαγγέλλοντας ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, έστω και «μετά από κοινωνικό διάλογο», στην πράξη ολοκληρώνει ότι αφήνει στη μέση η ΝΔ, δημιουργώντας νέα πεδία δράσης για το κεφάλαιο σε κλάδους και υπηρεσίες που προστατεύονταν μέχρι πρόσφατα από παρωχημένες συντεχνιακές ρυθμίσεις.

Κατά τέταρτο πολλά μέτρα έχουν εν πολλοίς δημαγωγικό χαρακτήρα. Πως για παράδειγμα «θα παγώσουν οι δανειακές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων που πλήττονται από την κρίση» όταν για κάτι τέτοιο απαιτείται να εισέλθει στα άδυτα των αδύτων του ιδιωτικού τομέα; Πως θα τις υποχρεώσει; Πως επίσης θα «αυστηροποιήσει» το πλαίσιο δράσης των εξωχώριων εταιρειών, όταν ο έλεγχός τους έχει αποδειχθεί ανέφικτος ακόμη και για ισχυρά κράτη, όπως το γερμανικό;

Με βάση τα παραπάνω, η μοναδική δυνατότητα ουσιαστικής βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων, είναι η ανάπτυξη ανεξάρτητων, ταξικών, εργατικών αγώνων. Η ισχυροποίηση δε του μετωπικού σχήματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις προσεχείς εκλογές θα συμβάλλει τα μέγιστα σε αυτή την κατεύθυνση στο βαθμό που θα αναβαθμίσει σε πολιτικό επίπεδο τις ανατρεπτικές, επαναστατικές τάσεις.

Αρέσει σε %d bloggers: