Ρεσιτάλ υποκρισίας της ΕΕ για τους οίκους αξιολόγησης (Επίκαιρα, 14 Ιούλη 2011)

Μπορεί πολιτικοί ηγέτες και αξιωματούχοι της ΕΕ, ο ένας μετά τον άλλον, να ξιφουλκούν κατά των οίκων αξιολόγησης αποδοκιμάζοντας τον ρόλο και τις παρεμβάσεις τους, αλλά η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική: Οι οίκοι αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ακόμη κι αν δεν υπήρχαν θα έπρεπε να τους εφεύρουν… Η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ και οι συγκεκριμένες εταιρείες συνεργάζονται τόσο αρμονικά, συμπληρώνοντας η μια την άλλη, ώστε τα σύννεφα που σκιάζουν τώρα τις σχέσεις τους να χαρακτηρίζονται παροδικά, ανήμπορα να διαταράξουν μια χρόνια, λειτουργική σχέση.

Το πρώτο χτύπημα των οίκων αξιολόγησης ήρθε την προηγούμενη Δευτέρα 4 Ιούλη, όταν η Standard & Poor τίναξε στον αέρα το σχέδιο για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους που ως ακρογωνιαίο λίθο είχε την οικειοθελή συμμετοχή των ιδιωτών που κατέχουν ελληνικά ομόλογα. Αξίζει εδώ να γίνουν δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη σχετίζεται με τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης η οποία δεν πρόβαλε καμιά αντίρρηση όσο ωρίμαζε το σχέδιο με πρωταγωνιστές το Βερολίνο, την Αθήνα και την «διεθνή» των τραπεζιτών, που εκφράζεται μέσω του Ινστιτούτου Διεθνούς Χρηματοοικονομικής (Institute of International Finance), παρά τους επονείδιστους όρους που το συνόδευαν. Συγκεκριμένα, ετήσια τοκογλυφικά επιτόκια της τάξης του 8% ως προϋπόθεση για την μετακύλιση στα επόμενα 30 χρόνια των ομολόγων που λήγουν την επόμενη τριετία. Ενώ λοιπόν η ελληνική κυβέρνηση δεν πρόβαλε καμιά αντίσταση, με το σκεπτικό πιθανά ότι κάποιος άλλος θα είναι τότε αυτός που θα διαχειριστεί την κατάσταση, όταν το σχέδιο ναυάγησε λόγω της αντίδρασης της S&P, τότε θυμήθηκε πως οι όροι ισοδυναμούν με «αυτοπυροβολισμό». Η δεύτερη παρατήρηση σχετίζεται με τα γεωπολιτικά παιχνίδια. Ειδικότερα, σε δημοσιεύματα που διάκεινται φιλικά απέναντι στη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ η S&P εμφανίζεται ως άσσος στο μανίκι των δύο χωρών, δεδομένης της πρόσβασης που έχουν σ’ αυτήν τα εβραϊκά λόμπι και του θετικού ρόλου που μπορεί να παίξει στηρίζοντας την Ελλάδα. Αφήνοντας κατά μέρους το γεγονός πως όταν η επιρροή των εβραϊκών λόμπι στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα διατυπώνεται από όσους στέκονται κριτικά απέναντι στο Ισραήλ τότε χαρακτηρίζεται αντισημιτισμός και ρατσισμός, δεν μπορούμε να μην σχολιάσουμε την κραυγαλέα αντίφαση από τη στιγμή που αυτή ακριβώς η εταιρεία οδήγησε σε ναυάγιο το γαλλικό σχέδιο, με το οποίο συμφωνούσε πλήρως η ελληνική κυβέρνηση. Επομένως ποιά είναι η βοήθεια που θα προσφέρει;

Στα «σκουπίδια» η Πορτογαλία

Το δεύτερο χτύπημα των οίκων αξιολόγησης ήρθε την επόμενη μέρα με αφορμή την υποβάθμιση της Πορτογαλίας από την Moody’s κατά τέσσερις ολόκληρες μονάδες, που ως αποτέλεσμα είχε να την οδηγήσει στα Τάρταρα. Δηλαδή, στο επίπεδο των σκουπιδιών. Η απόφαση της Moody’s ανάγκασε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να παρέμβει άμεσα δεδομένου ότι κανονικά, λόγω αυτής της βαθμολογίας, δεν θα έπρεπε να δέχεται τα ομόλογα της Λισσαβόνας ως ενέχυρο για την παροχή ρευστότητας στις πορτογαλικές τράπεζες. Το αδιέξοδο ξεπεράστηκε περιλαμβάνοντας και την Πορτογαλία στο ειδικό καθεστώς που έχουν ενταχθεί Ελλάδα και Πορτογαλία, βάση του οποίου οι τράπεζες επιτρέπεται να δίνουν ως ενέχυρα κρατικά ομόλογα, ανεξαρτήτως της βαθμολογίας τους, για να εξασφαλίζουν την ρευστότητά τους. Οι συνέπειες ωστόσο ξεπέρασαν τα σύνορα της Πορτογαλίας, με τις αποδόσεις για παράδειγμα των ιταλικών 10ετών ομολόγων να ξεπερνούν για πρώτη φορά από το 2008 το 5%, προκαλώντας φόβους για μετάδοση της κρίσης σε όλη την ευρωπαϊκή περιφέρεια. 

Ευρωπαϊκές μεγαλοστομίες

Η ανακοίνωση της Moody’s για την Πορτογαλία ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι στην ΕΕ. «Πρέπει να σπάσουμε το ολιγοπώλιο των οίκων αξιολόγησης», δήλωσε ο γερμανός υπουργός Οικονομικών υπογραμμίζοντας την πρωτοφανή συγκέντρωση που υπάρχει στον κλάδο με τρεις εταιρείες (Moody’s, S&P και Fitch) να νέμονται το 98% της αγοράς. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, κατηγόρησε πιο συγκεκριμένα την Moody’s ότι είναι ένοχη για «λάθη και υπερβολές». Ενώ η πιο καυστική δήλωση ήρθε από ανώνυμη πηγή και όπως δημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα των Financial Times την Πέμπτη 7 Ιούλη ανέφερε πως «οι οίκοι αξιολόγησης εμπλέκονται στην πολιτική και όχι μόνο στη οικονομία. Ο χρόνος που επιλέγηκε για την υποβάθμιση δεν ήταν τυχαίος». Επί της ουσίας Βρυξέλλες και Βερολίνο κατηγόρησαν τους «3 μεγάλους» όπως συχνά περιγράφονται οι οίκοι αξιολόγησης ότι αξιοποιούν τις βαθμολογίες τους για να επηρεάσουν τις συζητήσεις που γίνονται στο εσωτερικό της ΕΕ για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, στην κατεύθυνση αποτροπής της συμμετοχής των ιδιωτών, δηλαδή τραπεζών και κατόχων ομολόγων. Για να δείξουν μάλιστα ότι είναι διατεθειμένοι να περιορίσουν την επιρροή των οίκων στην ΕΕ δήλωσαν ότι ξεκινά και η διερεύνηση της δυνατότητας δημιουργίας ευρωπαϊκού αντίστοιχου οίκου αξιολόγησης.

Αρχικά να σημειωθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι βάζουν τους οίκους αξιολόγησης στο στόχαστρό τους. Για πρώτη φορά και με πύρινες μάλιστα δηλώσεις από την Μέρκελ, τον Σαρκοζύ κ.α. είχε γίνει την επομένη της κατάρρευσης της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008, επ’ αφορμή τα «άριστα» που αφειδώλευτα προσέφεραν αυτές οι εταιρείες στις τράπεζες και τα προϊόντα που κατέρρευσαν, παρασύροντας την παγκόσμια οικονομία στην μεγαλύτερη κρίση, μετά από αυτή του 1929. Στην πράξη όμως δεν έλαβαν κανένα μέτρο, παρότι σωστά επεσήμαιναν την εξόφθαλμη σύγκρουση συμφέροντος από τη στιγμή που οι βαθμολογούμενοι πλήρωναν για να βαθμολογηθούν. Πως θα θωρακισθεί η ανεξαρτησία των αξιολογητών, εφ’ όσον τα κέρδη τους προέρχονται από τους αξιολογούμενους;

Αναντικατάστατοι οι «3 μεγάλοι»

Το ίδιο είναι το πιθανότερο να γίνει και τώρα, να μη ληφθεί δηλαδή κανένα μέτρο, κι αυτό για δύο λόγους. Κατά πρώτο, λόγω του ότι οι πρώτες διερευνήσεις δεν έχουν δώσει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ρεπορτάζ των Financial Times την Παρασκευή 8 Ιούλη κατέληγε ότι το συμπέρασμα από διάφορες ιδέες που κατατέθηκαν για την δημιουργία ενός ευρωπαϊκού αντίβαρου στην δύναμη των «3 μεγάλων» ήταν πως αυτό θα ήταν ελάχιστα αποτελεσματικό. Ο σημαντικότερος λόγος ωστόσο, για την απροθυμία των Ευρωπαίων να περιορίσουν την επιρροή των «3», σχετίζεται με την τεράστια προσφορά που έχουν οι οίκοι αξιολόγησης στην προώθηση της πολιτικής λιτότητας της ΕΕ, όπως ενσωματώθηκε και πιο πρόσφατα στο Σύμφωνο για το Ευρώ. Το έργο που έχουν αναλάβει οι τρεις αυτές εταιρείες είναι να λειτουργούν ως πολιορκητικός κριός για την επιβολή προγραμμάτων λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεων και περικοπών. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στην περίπτωση της υποβάθμισης της Πορτογαλίας κανένας ευρωπαίος αξιωματούχος δεν βγήκε να υπερασπίσει την χώρα κάνοντας γνωστό το εμφανές: ότι το δημόσιο χρέος της Πορτογαλίας μόλις πριν δύο χρόνια ήταν σε απόλυτα ελέγξιμα και εντελώς ασφαλή επίπεδα. Εκτινάχθηκε ως αποτέλεσμα της γενικότερης ύφεσης και της λιτότητας. Κι αυτή μάλιστα η άγρια λιτότητα που επιβλήθηκε με αφορμή την υπαγωγή της Πορτογαλίας τον Μάιο στον «μηχανισμό χρηματοδότησης» λαμβάνοντας δάνειο ύψους 78 δισ. ευρώ δεν την έσωσε από την περαιτέρω υποβάθμιση. Όπως ακριβώς έγινε και με την Ελλάδα, διαψεύδοντας τις κυβερνητικές εξαγγελίες ότι η προσφυγή στον μηχανισμό θα οδηγούσε στην ανάκτηση της διεθνούς αξιοπιστίας.

Το έργο επομένως των οίκων αξιολόγησης είναι μοναδικό και αναντικατάστατο. Λειτουργώντας ως εξωτερικοί και υποτίθεται αντικειμενικοί παρατηρητές και βαθμολογητές πιέζουν στην κατεύθυνση της λιτότητας, χωρίς οι Βρυξέλλες να επωμίζονται το πολιτικό κόστος που θα αναλάμβαναν στην περίπτωση που ο οίκος αξιολόγησης ήταν ευρωπαϊκός. Κι όσο για τα προβλήματα που ενίοτε εμφανίζονται αποτελούν παράπλευρη απώλεια λόγω σύγκρουσης συμφέροντος. Κάτι που αποτελεί εκ των προτέρων γνωστή αδυναμία κάθε ανάθεσης έργου σε… εξωτερικό συνεργάτη.

 Δημόσιο χρέος της Πορτογαλίας ως ποσοστό του ΑΕΠ

2005  2006  2007            2008            2009            2010  2011* 2012*

62,8   63,9   68,3             71,6             83                93      101,7 107,4

* Προβλέψεις

Πηγή: Eurostat

Δοκιμάζεται η συνοχή της Ισπανίας (Επίκαιρα 24/6-30/6/2010)

Μοιραίες ενδέχεται να αποβούν για την εύθραυστη ισορροπία μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και των αυτόνομων περιοχών οι άγριες περικοπές που επιβάλλονται στα δημόσια οικονομικά της Ισπανίας κι οι δομικές αναδιαρθρώσεις που συντελούνται στον επιχειρηματικό χάρτη της χώρας. Η αιτία βρίσκεται στην επιμονή της κυβέρνησης του Χοσέ Λουίς Θαπατέρο να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα λιτότητας, που μπορεί να ισοδυναμεί με απλή επίπληξη μπροστά στα μέτρα που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα, δεν παύει όμως να θέτει σε δοκιμασία την εθνική συνοχή και τις σχέσεις μεταξύ των 17 αυτόνομων περιοχών με την κεντρική κυβέρνηση στη Μαδρίτη.

Τα μέτρα λιτότητας στην Ισπανία ξεκίνησαν με την μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 5% κι ως προς το παρόν ολοκληρώθηκαν με την πραξικοπηματική ανατροπή των εργασιακών σχέσεων μέσω ενός βασιλικού διατάγματος (όπως ακριβώς συνέβη και στην Ελλάδα, με μοναδική διαφορά, λόγω συντάγματος, ότι εδώ το διάταγμα είχε την υπογραφή του προέδρου της Δημοκρατίας) που προβλέπει την διευκόλυνση των απολύσεων μέσω της μείωσης των αποζημιώσεων. Αφορμή γι αυτά τα μέτρα αποτέλεσαν τα προβλήματα που αντιμετώπισε η Ισπανία στην εξεύρεση χρημάτων στις διεθνείς αγορές οδηγώντας στην άνοδο των επιτοκίων με τη διαφορά από τα γερμανικά δεκαετή ομόλογα να σκαρφαλώνει στις 2,33 ποσοστιαίες μονάδες και μια καθόλου αθώα υποβάθμιση της θέσης της εκ μέρους του οίκου αξιολόγησης Fitch στις 28 Μαΐου από την κορυφαία θέση ΑΑΑ στη θέση ΑΑ+. Οι προγραμματισμένες δε ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους της που ανέρχονται σε 16 δισ. μέχρι το τέλος Ιουλίου, έδωσαν τροφή για επίμονες φήμες περί της προσφυγής της στον «μηχανισμό διάσωσης» ΕΕ – ΔΝΤ που ναι μεν διαψεύστηκαν επισήμως, καθόλου όμως πειστικά. Η επίσκεψη μάλιστα του επικεφαλής του μισητού οργανισμού Ντομινίκ Στρος Καν στην Μαδρίτη την προηγούμενη Παρασκευή επιβεβαίωσε και δεν διασκέδασε τις ανησυχίες.

Για να γίνει σαφής όμως ο μεροληπτικός, άδικος κι εν τέλει επικίνδυνος χαρακτήρας των μέτρων που εφαρμόζονται στην Ισπανία αξίζει να γίνει μια παρένθεση. Παρότι η χώρα του Θερβάντες έχει ενταχθεί προ πολλού στο μεσογειακό κλαμπ των υπό χρεοκοπία χωρών από την έρπουσα φημολογία και αλλεπάλληλα δημοσιεύματα, το δημόσιο χρέος της ως ποσοστό του ΑΕΠ συγκαταλέγεται στα ελάχιστα της ευρωζώνης που πληρούν τα κριτήρια του Μάαστριχτ, κάτω δηλαδή του 60% του ΑΕΠ, κι είναι χαμηλότερο ακόμη κι από αυτό της Γερμανίας. Στο τέλος του 2009 συγκεκριμένα ανερχόταν στο 53% όταν της Γερμανίας ήταν 73%! Κατά συνέπεια μια συνεχή προσπάθεια διασυρμού της Ισπανίας, που οδήγησε ακόμη και την Παγκόσμια Τράπεζα να την συμπεριλάβει με επίσημη ανακοίνωσή της στις πέντε πιο υπερχρεωμένες χώρες της ΕΕ – προκαλώντας την δικαιολογημένη οργή της Μαδρίτης, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα κι εξυπηρετεί μόνο πολιτικούς στόχους, όπως είναι η δικαιολόγηση αντιλαϊκών μέτρων. Για την ακρίβεια η Ισπανία είναι η 14η στη σειρά των πιο υπερχρεωμένων χωρών στην ΕΕ.

Το πραγματικό πρόβλημα της Ισπανίας αφορά στο δημοσιονομικό έλλειμμα της που στο τέλος του 2009 έφθασε το 11,2%. Κι εδώ όμως το πρόβλημα δεν είναι του δημόσιου τομέα, αλλά του… ιδιωτικού! Η Ισπανία μέχρι και το 2007 είχε πλεονασματικό κρατικό προϋπολογισμό με τα δημόσια έσοδα να υπερβαίνουν τις δαπάνες. Το Νοέμβρη του 2008 όμως, ανακοίνωσε γενναία και φιλόδοξα μέτρα ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας με αφορμή το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων. Να σημειωθεί πως η Ισπανία ήταν η μοναδική χώρα στην Ευρώπη, όπου η εν λόγω αγορά είχε φθάσει σε επίπεδα κερδοσκοπίας εφάμιλλα των ΗΠΑ. Με βάση μια πρόσφατη έρευνα, που δημοσιεύθηκε στους Financial Times στις 9 Ιούνη, πολλούς μήνες δηλαδή μετά το σκάσιμο της φούσκας κι αφότου είχε αρχίσει η προσγείωση στην πραγματικότητα, υπήρχαν ακόμη 690.000 έτοιμα προς πώληση σπίτια σε όλη τη χώρα των 46 εκ. κατοίκων, ενώ αν περιληφθούν και τα ημιτελή φθάνουν το 1 εκ.! Τα μέτρα στήριξης της αγοράς ύψους 11 δισ. ευρώ ανακοινώθηκαν το Νοέμβριο του 2008 (όπως μας υπενθύμισε η Wall Street Journal στις 17 Ιούνη) με ονομαστικό στόχο την μείωση της ανεργίας που άγγιζε τότε το υψηλό ποσοστό του 13,4%, μέσω της δημιουργίας 300.000 νέων θέσεων εργασίας. Ενάμισι χρόνο μετά βλέπουμε τι έχει συμβεί: Η ανεργία έχει αυξηθεί κατά 50%, πλήττοντας πάνω από το 20% των εργαζομένων και τα δημόσια οικονομικά εμφανίζουν μια μαύρη τρύπα πραγματικά πρωτοφανή. Η αιτία επομένως της απόκλισης δεν είναι η επούλωση του κοινωνικού ζητήματος, όπως μαρτυρά το γεγονός ότι αυτό οξύνθηκε με τις λύσεις που επιλέγηκαν. Αιτία του προβλήματος είναι ο ιδιωτικός τομέας που απορρόφησε τη βροχή των δισεκατομμυρίων χωρίς να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και παραμένοντας, επίσης, προβληματικός.

Ειδικότερα, η αιτία της αστάθειας της Ισπανίας επικεντρώνεται στον τραπεζικό της τομέα που δεν γεννά καμιά αισιοδοξία για τις σταθερές του βάσεις με αποτέλεσμα να βρίσκει κλειστές τις στρόφιγγες του διατραπεζικού δανεισμού και μόνο τον Μάιο να αντλήσει από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα 85 δισ. ευρώ, που είναι το μεγαλύτερο ποσό το οποίο έχει ποτέ τραβηχτεί από την ΕΚΤ. Παρότι οι εργαζόμενοι της Ισπανίας πλήρωσαν όπως φάνηκε για αυτή την «διευκόλυνση», δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι για να αντλήσει το ένα τέταρτο αυτού του ποσού η Ελλάδα, ως την πρώτη δόση του δανείου με το οποίο αναχρηματοδοτήθηκαν τα δάνεια που έληγαν στις 18 Μαΐου, …μάτωσε. Οι όροι που της επιβλήθηκαν ισοδυναμούν με κοινωνική διάλυση, οικονομική καταστροφή και εθνική κατοχή!

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας της Ισπανίας είναι βαθιά διχασμένος φιλοξενώντας από την μια πλευρά, δύο από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης και του κόσμου, την Banco Santander και την BBVA, ενώ από την άλλη φιλοξενεί κι έναν παράλληλο τραπεζικό τομέα (όπως ακριβώς συμβαίνει στην Γερμανία με τις κρατιδιακές τράπεζες) βαθιά προβληματικό, που συγκεντρώνει ωστόσο το 50% της τραπεζικής δραστηριότητας. Είναι οι περίφημες cajas de ahorros ή απλά cajas, όπως αποκαλούνται οι 45 τράπεζες καταθέσεων, κάτι σαν το δικό μας Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο πριν διεκδικήσει κι αυτό μια θέση στην πρώτη εθνική του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Με 14.000 εργαζομένους και 2.300 υποκαταστήματα σε όλη την Ισπανία το βασικό τους χαρακτηριστικό είναι η ταύτισή τους με τις αυτόνομες περιοχές που έχουν την έδρά τους. Μόνο η Καταλονία διέθετε 10 τέτοιες τράπεζες.

Το καθεστώς αυτό όμως τείνει προς εξαφάνιση. Η λύση που έδωσε η κυβέρνηση στο πρόβλημα της υπερχρέωσης των μικρών αυτών τραπεζών ήταν οι συγχωνεύσεις και εξαγορές που άμεσα, μέχρι τις 30 Ιούνη οπότε λήγει το χρονικό περιθώριο των διαβουλεύσεων, θα οδηγήσουν τις 45 τράπεζες να γίνουν 22 και πολύ σύντομα 15, όπως τόνιζε η ισπανική εφημερίδα El Pais στις 29 Μαΐου, καθώς πολλές θα κλείσουν. Το πρόβλημα από την γιγάντωση του τραπεζικού τομέα δεν εξαντλείται στην αναπόφευκτη μείωση των θέσεων εργασίας κατά 20%, παρά τη σημασία που έχει αυτή η εξέλιξη σε μια χώρα όπου η ανεργία καταρρίπτει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Ούτε στην ζημιά που θα υποστεί το δημόσιο καθώς έσπευσε να καλύψει με ρευστό, ύψους 11 δισ. ευρώ, τις μαύρες τρύπες τους, σύμφωνα με την El Pais στις 16 Ιούνη, με αποτέλεσμα στην πράξη να έχει χρηματοδοτήσει την κατάργηση 2.800 θέσεων σχετικά σταθερής εργασίας! Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι εξαφανίζονται οι δυνατότητες υποστήριξης της τοπικής, περιφερειακής ανάπτυξης μέσω των κεφαλαίων που διέθεταν τα εν λόγω μικρά τραπεζικά ιδρύματα σε τοπικές προτεραιότητες, οι οποίες είναι δύσκολο έως αδύνατο να καλυφθούν με αμιγώς επιχειρηματικά κριτήρια από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν με αποκλειστικό όφελος την μεγιστοποίηση των κερδών τους. Το αποτέλεσμα θα είναι η όξυνση των περιφερειακών αντιθέσεων καθώς τα κεφάλαια θα παραμένουν στο κέντρο ενώ η περιφέρεια θα μαραζώνει κι έτσι το χάσμα μεταξύ τους – αιτία χρόνιων και αιματηρών εντάσεων στην Ισπανία – θα διευρύνεται.

Μια πλευρά αυτών των συγκρούσεων μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και τοπικών εξουσιών διαπέρασε το σιδερένιο τείχος της ενημέρωσης στις 26 Μαΐου, με αφορμή την «εξέγερση των δημάρχων», όπως γρήγορα χαρακτηρίστηκε. Συγκεκριμένα η κυβέρνηση Θαπατέρο στο πλαίσιο των μέτρων λιτότητας επιχείρησε να απαγορεύσει στους 9.000 δημάρχους να προβαίνουν σε μακροχρόνιο δανεισμό για επενδύσεις στους δήμους τους, σε μια προσπάθεια μείωσης του δημόσιου χρέους και των κρατικών δαπανών. Το αποτέλεσμα μετά την «εξέγερση των δημάρχων» που ξεπέρασε τα πολιτικά στρατόπεδα αγκαλιάζοντας όλους τους κομματικούς χώρους, ήταν η κυβέρνηση να υποχωρήσει περιορίζοντας την χρονική ισχύ του διατάγματος σε ένα μόνο έτος, το 2011, που είναι χρονιά δημοτικών εκλογών. Να αναφερθεί πως κι αυτή η τεράστιας σημασίας μεταβολή, που στην ουσία θα αποστερούσε τα τοπικά κράτη από τη δυνατότητα δημιουργίας υποδομών και έργων τοπικού ενδιαφέροντος, επιβλήθηκε πάλι με βασιλικό διάταγμα, χωρίς δηλαδή να περάσει από την κοινοβουλευτική αντιπαράθεση. Η κυβέρνηση του Θαπατέρο κατέφυγε σε αυτή την ολιγαρχικής έμπνευσης οδό γιατί ήταν σίγουρη πως το μέτρο θα απορριπτόταν από την Βουλή. Άλλωστε μια μόλις μετά, στις 27 Μαΐου, ο νόμος για τη λιτότητα με στόχο την μείωση του ελλείμματος στο 6% το 2011, πέρασε από τη Βουλή με τη διαφορά μόλις μιας ψήφου, συγκεντρώνοντας 169 ψήφους έναντι 168.

Σε αυτό το πλαίσιο η ψήφιση από το κοινοβούλιο της Καταλονίας στις 8 Ιούνη ενός νόμου που ανοίγει την πόρτα για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με θέμα την ανεξαρτησία της αποκτά ξεχωριστή σημασία. Παρότι οι πιθανότητες υλοποίησης ενός τέτοιου δημοψηφίσματος είναι εξαιρετικά ισχνές, λόγω του ότι απαιτείται η έγκριση της κεντρικής κυβέρνησης, γίνεται εμφανές ότι η πολιτική λιτότητας και άγριων περικοπών πλήττει την εθνική συνοχή οξύνοντας τις φυγόκεντρες τάσεις. Η ίδια δυναμική της νεοφιλελεύθερης λιτότητας άλλωστε έβαλε φωτιά στις περιφερειακές αντιθέσεις και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως στην Ιταλία και πιο πρόσφατα στο Βέλγιο, σε σημείο τέτοιο ώστε να απειλείται ευθέως η συνοχή αυτών των κρατών.

Αρέσει σε %d bloggers: