Συμφωνία ελπίδας στην Υεμένη

Έπιασε τόπο μετά από πολλά η διεθνής κατακραυγή εναντίον της Σαουδικής Αραβίας για τα κατά συρροή εγκλήματα πολέμου που διαπράττει εναντίον της Υεμένης κι έτσι την Κυριακή 17 Φεβρουαρίου υπογράφτηκε συμφωνία κατάπαυσης του πυρός.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Συγκεκριμένα, με τη διαμεσολάβηση του ΟΗΕ, η υποστηριζόμενη από τη Σαουδική Αραβία κυβέρνηση  και οι αντάρτες Χούτι συμφώνησαν να αποσύρουν τα στρατεύματά τους από το λιμάνι της Χοντέιντα, που αποτελεί τη βασική πύλη εισόδου για την μεταφορά ανθρωπιστικής βοήθειας και εμπορικών αγαθών στην φτωχότερη χώρα της Μέσης Ανατολής. Μέχρι τώρα, οι συνεχείς βομβαρδισμοί από τη Σαουδική Αραβία προκάλεσαν, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, «τη χειρότερη ανθρωπιστική κρίση στον κόσμο».

Η υποχώρηση της Σαουδικής Αραβίας, για την οποία η Υεμένη έχει μετατραπεί σε Βιετνάμ, ήταν αποτέλεσμα της οξύτατης κριτικής που δέχθηκε ο πρόεδρος Τραμπ για τη στήριξη που προσφέρει στον δικτάτορα Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, μετά την αποκάλυψη της στυγερής δολοφονίας του δημοσιογράφου Κασόγκι από πράκτορες του Ριάντ. Στο πλαίσιο αυτών των αντιδράσεων περιλαμβάνεται και το ψήφισμα της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων να τερματιστεί η στρατιωτική βοήθεια στο συνασπισμό των χωρών που βομβαρδίζουν την Υεμένη. Υπέρ της διακοπής της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας ψήφισαν 248 βουλευτές, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και 18 Ρεπουμπλικάνοι, ενώ 177 ψήφισαν κατά.

Η απόφαση, που απαγορεύει την τροφοδοσία στον αέρα από αμερικανικά αεροσκάφη βομβαρδιστικών αεροπλάνων που πλήττουν την Υεμένη, αναφέρει ότι ο Τραμπ πρέπει να αποσύρει τον αμερικανικό στρατό «από εχθρότητες που επηρεάζουν ή διεξάγονται εντός της Υεμένης».

Πλήγμα για το καθεστώς της Σαουδικής Αραβίας είναι κι η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εντάξει το Ριάντ στη λίστα των κρατών που εμφανίζονται απρόθυμα να καταπολεμήσουν τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και το ξέπλυμα χρήματος. Στη λίστα συμπεριλαμβάνονται 23 κράτη, μεταξύ των οποίων και αμερικανικά εδάφη όπως του Γουάμ, το Πουέρτο Ρίκο και οι Παρθένοι Νήσοι. Περιττό να αναφερθούν τα πυρά που έχει δεχθεί αυτή η λίστα από το αμερικανικό υπουργείο Εσωτερικών, που κατά τ’ άλλα μάχεται κατά της διεθνούς τρομοκρατίας…

Πηγή: Νέα Σελίδα

ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΧΑΓΗΣ ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗ Σ. ΑΡΑΒΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΕΣ ΤΗΣ

Εντάξει, αμφιβολία δεν έχουμε καμία. Το Δικαστήριο της Χάγης για τα εγκλήματα πολέμου στη Γιουγκοσλαβία δε στήθηκε για να αποδώσει δικαιοσύνη.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Στήθηκε από τους Αμερικανονατοϊκούς για να τιμωρήσει όσους εναντιώθηκαν στην επέμβαση του ιμπεριαλισμού στα Βαλκάνια, όπως εσχάτως ο Ράτκο Μλάντιτς που καταδικάστηκε στις 23 Νοεμβρίου σε ισόβια, την ίδια ώρα που άλλοι εγκληματίες Κροάτες, Κοσοβάροι και Αλβανοί απολαμβάνουν την ελευθερία τους. Ορισμένοι δε και πρωθυπουργικούς θώκους…

Αν όμως στηνόταν ένα τέτοιο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για το συνεχιζόμενο έγκλημα πολέμου που διεξάγεται στην Υεμένη θα έπρεπε να καταδικάσει όλη την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας σε ισόβια κάθειρξη. Η εσχάτη των ποινών είναι επιβεβλημένη για την πολιτική ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας επειδή εναντίον της Υεμένης, που ανέκαθεν αποτελούσε την πιο ευάλωτη χώρα της περιοχής, το Ριάντ έχει εφαρμόσει τακτικές που θριάμβευσαν στους προϊστορικούς χρόνους. Για παράδειγμα είναι γνωστό ότι μόνο το 2,8% της γης της Υεμένης καλλιεργείται και το υπόλοιπο είναι άνυδρη έρημος, ενώ τα αποθέματα νερού είναι ανύπαρκτα με αποτέλεσμα το 90% των τροφίμων, των καυσίμων και των φαρμάκων να εισάγονται. Εξ αρχής συνεπώς κάθε σκέψη για επιβολή χερσαίου, εναέριου και ναυτικού αποκλεισμού, όπως αυτόν που έχει επιβάλλει ο 32χρονος Σαουδάραβας ντε φάκτο ηγέτης Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και όργανο των Τραμπ και Νετανιάχου, ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα προκαλέσει εκατόμβες νεκρών. Η Σαουδική Αραβία επομένως συνειδητά προκάλεσε την επιδημία χολέρας που μέχρις στιγμής έχει πλήξει 800.000 ανθρώπους κι έχει οδηγήσει στο θάνατο 2.000. Και τα δεινά της δε σταματούν εκεί. Σε πρόσφατη αποστολή του περιοδικού Σπίγκελ στη μαρτυρική χώρα αναφερόταν πώς η χολέρα ήταν δεύτερη ή τρίτη αιτία θανάτου. «Οι περισσότεροι νεκροί προκαλούνται από νάρκες»!

Τη θέση της σαουδαραβικής δικτατορίας την κάνει ακόμη πιο δύσκολη η αιτιολογία πίσω από τον αποκλεισμό. Τον επιβάλλει ισχυρίζεται, για να κρύψει ότι χρησιμοποιεί τον άμαχο πληθυσμό ως μέσο πίεσης κατά παράβαση των διεθνών συνθηκών, ως αντίποινα στην εκτόξευση πυραύλου από τα εδάφη της Υεμένης στο Ριάντ. Ενώ το Ριάντ στέλνει κατά δεκάδες τα υπερσύγχρονα αμερικανικά βομβαρδιστικά για να πραγματοποιήσουν τους πιο ανηλεείς βομβαρδισμούς στην Υεμένη, οι αντάρτες της δεν έχουν δικαίωμα να πλήξουν το Ριάντ, παρότι μάλιστα ο πύραυλός τους έπεσε στο αεροδρόμιο της σαουδαραβικής πρωτεύουσας κι όχι σε κατοικημένη περιοχή. Πρακτική που ακολουθούν κατ’ επανάληψη οι Σαουδάραβες βομβαρδίζοντας γαμήλια γλέντια, φορτηγά με τρόφιμα, την ελάχιστη καλλιεργήσιμη γη, στρατόπεδα προσφύγων, σχολεία και περισσότερα από 100 νοσοκομεία. Μάλιστα στις 8 Οκτωβρίου 2016 έστειλαν στο θάνατο 140 κατοίκους της Υεμένης που ακολουθούσαν νεκρώσιμη ακολουθία. Στις 8 Οκτωβρίου, μόλις 3 μήνες μετά το ενδιαφέρον της ελληνικής κυβέρνησης να στείλει στη Σαουδική Αραβία πολεμικό υλικό…

Μήπως θα ήταν αδικία επομένως να κάτσουν μόνοι τους στο σκαμνί οι σαουδάραβες χωρίς τους προμηθευτές τους;

Πηγή: Εφημερίδα Πριν

Υεμένη: μια γενοκτονία σε αργή κίνηση

Θα αποδοθούν ποτέ ευθύνες για τη γενοκτονία που συντελείται επί διετίας σχεδόν στην Υεμένη; Κι αν ναι, πότε; Όταν οι νεκροί θα έχουν φτάσει το 1 εκατομμύριο;

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Οργή προκαλεί η αδιαφορία και η ανοχή που επιδεικνύει η διεθνής κοινότητα απέναντι στα διαρκή εγκλήματα πολέμου που προκαλεί η Σαουδική Αραβία, το πλουσιότερο κράτος του αραβικού κόσμου, στη γειτονική της Υεμένη, που είναι το φτωχότερο κράτος της περιοχής με όποιο κριτήριο κι αν χρησιμοποιηθεί. Η σταγόνα της σαουδαραβικής βαρβαρότητας που ξεχείλισε το ποτήρι είναι η χολέρα που αποδεκατίζει τον ήδη εξουθενωμένο πληθυσμό. Με βάση στοιχεία του ΟΗΕ, η επιδημία χολέρας στην Υεμένη έχει πλήξει 300.000 άτομα, έχει οδηγήσει στο θάνατο 1.500 και κάθε μέρα εξαπλώνεται σε 5.000 επιπλέον ανθρώπους. Πριν ξεσπάσει η χολέρα, που σύμφωνα με τη Unicef οδηγεί στο θάνατο 1 παιδί κάθε 10 λεπτά, η Υεμένη βρισκόταν σε μια παρατεταμένη ανθρωπιστική κρίση καθώς σε έναν πληθυσμό 26 εκ., 20 εκ. άτομα με δυσκολία εξασφάλιζαν τη διατροφή τους, 15 εκ. άτομα είχαν αποκοπεί από κάθε πρόσβαση σε ιατρική φροντίδα, 3,2 εκ. είχαν εγκαταλείψει τη χώρα, 2 εκ. παιδιά αδυνατούσαν να παρακολουθήσουν το σχολείο και 13.000 άτομα τουλάχιστον είχαν πέσει νεκρά από τους ανηλεείς βομβαρδισμούς της Σαουδικής Αραβίας.

Για να γίνει αντιληπτή η κτηνώδης βία που εξαπολύει το Ριάντ εναντίον της Υεμένης, αρκεί να αναφερθούν τρεις χαρακτηριστικές επιθέσεις εναντίον του ντόπιου πληθυσμού. Τον Οκτώβριο του 2016 διπλός βομβαρδισμός νεκρικής πομπής, με τον δεύτερο να ακολουθεί τον πρώτο λίγη ώρα αργότερα ανεβάζοντας τα εγκλήματα πολέμου σε νέα επίπεδα, οδήγησε στο θάνατο 114 άτομα. Τον Μάρτιο βομβαρδισμός βάρκας στην οποία επέβαιναν 40 Σομαλοί πρόσφυγες οι οποίοι επέστρεφαν έντρομοι στην πατρίδα τους, για να βρουν ασφάλεια, οδήγησε στο θάνατο 40 ατόμων, ενώ 6 άτομα σκοτώθηκαν όταν τα σαουδαραβικά πολεμικά αεροπλάνα βομβάρδισαν στα βόρεια της χώρας στα σύνορα με τη Σαουδική Αραβία τοπική αγορά που έσφυζε εκείνη την ώρα από κόσμο.

Στην Υεμένη, όλα ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 2015 όταν οι σαουδάραβες (χωρίς καν να απευθυνθούν στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για να εξασφαλίσουν την έγκριση ή ένα ψήφισμά του προφασιζόμενοι κάποιο λόγο, όπως έκανε για παράδειγμα ο Κλίντον με το Κόσσοβο το 1999) άρχισαν να βομβαρδίζουν την Υεμένη. Ταυτόχρονα, εφάρμοσαν μια πολιτική αποκλεισμού της από θάλασσα και αέρα, που οδήγησε στην πείνα, το θάνατο και τις αρρώστιες, όπως περίπου έκαναν και στα χρόνια του Μεσαίωνα στην Ευρώπη οι επιτιθέμενοι, τιμωρώντας επί της ουσίας με την πολιορκία τον ίδιο τον πληθυσμό. Για τη μεγαλύτερη σε έκταση πετρομοναρχία της Μέσης Ανατολής σα να μην έχει περάσει μια μέρα από τότε…

Η αιτία που επικαλούταν το Ριάντ για τον αποκλεισμό της Υεμένης σχετίζεται με τη δυνατότητα ανεφοδιασμού από το Ιράν των σιιτών ανταρτών Χούτι που ανέτρεψαν τη σουνίτικη κυβέρνηση και κατέλαβαν το Σεπτέμβριο του 2014 την πρωτεύουσα Σάανα, η οποία είναι μια από τις ομορφότερες και γραφικότερες πόλεις της Μέσης Ανατολής.

Το μένος του οίκου των Σαούντ εναντίον της Υεμένης εξηγείται τόσο για γεωπολιτικούς όσο και για καθαρά οικονομικούς λόγους.

Τα κοιτάσματα της Υεμένης από μόνα τους δεν είναι σημαντικά. Τα πετρελαϊκά εκτιμώνται σε 3 δισ. βαρέλια, κατατάσσοντας τη χώρα στην 29η θέση παγκοσμίως, όταν η Σαουδική Αραβία βρίσκεται στη 2η. Ενώ τα κοιτάσματα φυσικού αερίου εκτιμώνται σε 478 δισ. τοποθετώντας τη χώρα στην 33η θέση της παγκόσμιας κατάταξης. Η ιδιομορφία τους ωστόσο είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται στα βόρεια της χώρας, εκεί δηλαδή που είναι εγκατεστημένοι και οι Σιίτες, που κατ’ επανάληψη έχουν καταγγείλει τη γαλλική πετρελαϊκή εταιρεία Total ότι κλέβει ακόμη και το 63% των κοιτασμάτων της χώρας με τη βοήθεια των Σαουδαράβων. Μια Υεμένη πολιτικά ελεγχόμενη από τους Σιίτες γιατί να συνεχίσει να ανέχεται τη σιωπηρή οικονομική εισβολή των Σαουδαράβων;

Εξ ίσου σημαντικές ωστόσο είναι και οι γεωστρατηγικές διακυβεύσεις για το Ριάντ. Όπως φάνηκε και με την πρόσφατη κρίση που προκάλεσε η Σαουδική Αραβία με το Κατάρ, όπου το απώτερο διακύβευμα ήταν να στείλει μήνυμα στο Ιράν πλήττοντας ένα στενό του σύμμαχο, στόχος των οίκων των Σαούντ είναι να αποτελέσουν την αδιαμφισβήτητη ηγεμονική δύναμη στην περιοχή. Αυτός ο στόχος πρόσφατα έχει δεχθεί δύο σοβαρά πλήγματα. Το πρώτο ήταν στη Συρία, καθώς ο Άσαντ αν και πιο άπειρος αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρός από τον Καντάφι για να πεθάνει ή να μην ενεργοποιήσει τα διεθνή του ερείσματα μετατρέποντας τον αγώνα επιβίωσής του σε ένα μίνι παγκόσμιο πόλεμο που διεξήχθη ενίοτε κι όχι πάντα δια αντιπροσώπων στα συριακά εδάφη. Η ήττα των εγκληματικών μισθοφορικών συμμοριών του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία, με την αναντικατάστατη βοήθεια της Ρωσίας, αποτέλεσε πλήγμα για τη Σαουδική Αραβία που έχει ενδύσει τα σχέδια κυριαρχίας της με θρησκευτικά σουνίτικα χρώματα. Ο σουδαραβικός μικρο-ιμπεριαλισμός δέχτηκε το δεύτερο πλήγμα στη Μοσούλη που στις 9 Ιουλίου πέρασε οριστικά υπό τον έλεγχο της Βαγδάτης μετά από σκληρές μάχες με το Ισλαμικό κράτος που διήρκεσαν σχεδόν 10 μήνες. Σε αυτό το πλαίσιο των αρνητικών εξελίξεων η Υεμένη αποτελεί εύκολο στόχο για τη Σαουδική Αραβία και το τελευταίο σωσίβιο διάσωσης των επεκτατικών της σχεδίων.

Τη σοβαρότερη ευθύνη ωστόσο για τα αλλεπάλληλα εγκλήματα πολέμου της Σαουδικής Αραβίας εναντίον της Υεμένης, με αποκορύφωμα την υπό εξέλιξη επιδημία χολέρας που χαρακτηρίστηκε από τα Ηνωμένα Έθνη ως η μεγαλύτερη επιδημία που υφίσταται αυτή τη στιγμή, τη φέρουν οι ΗΠΑ και η Αγγλία, που σφυρίζουν αδιάφορα. Η ανοχή τους δεν είναι καθόλου τυχαία. Επί 8ετίας Μπαράκ Ομπάμα από τα 200 δισ. δολ. εξαγωγών όπλων που πραγματοποίησαν οι ΗΠΑ τα μισά, δηλαδή 100 δισ. δολ., ήταν οι εξαγωγές μόνο στη Σαουδική Αραβία. Ο Τραμπ επομένως δεν ήταν ο πρώτος αμερικανός πρόεδρος που υπέγραψε χρυσά συμβόλαια με το Ριάντ, αξίας 110 δισ. Απλώς ο Τραμπ το …τερμάτισε. Χρυσά συμβόλαια ύψους 3,3 δισ. λιρών έχει υπογράψει πρόσφατα και η Αγγλία με τους σαουδάραβες. Γι’ αυτό το λόγο όλοι σωπαίνουν! Το Ριάντ από τη μεριά του εξαγοράζει τη σιωπή τη Δύσης. Μπουκώνει τους Αγγλο-αμερικάνους με δισεκατομμύρια και μαζί με τα αεροπλάνα και τα ελικόπτερα που παραλαμβάνει, απολαμβάνει και την ανοχή τους. Κι ας εισπράττουν και οι ίδιες οι δυτικές κοινωνίες τις αιματηρές συνέπειες από την πολύπλευρη στήριξη του Ριάντ στην τρομοκρατία. Η σχεδόν ομόφωνη έγκριση από το αμερικανικό Κογκρέσο του δικαιώματος των θυμάτων της 11ης Σεπτεμβρίου να στραφούν δικαστικά εναντίον της σαουδαραβικής κυβέρνησης είναι ενδεικτική για το πόσο ψηλά φθάνουν οι ευθύνες στην υπόθαλψη της τρομοκρατίας, όταν μιλούμε για τη Σαουδική Αραβία.

Πηγή: Επίκαιρα, 17 Ιουλίου 2017

1ος χρόνος Ομπάμα ή 9ος χρόνος Μπους; (Επίκαιρα, 14/-20/1/2010)

Βαθιά απογοήτευση έχει αντικαταστήσει έναν χρόνο μετά τις ασυνήθιστα μεγάλες ελπίδες για ένα ριζικό αναπροσανατολισμό της πολιτικής των ΗΠΑ στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, εντός και εκτός της χώρας, που γέννησε η εγκατάσταση του Μπαράκ Ομπάμα στον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου 2009. Η διάψευση των τεράστιων προσδοκιών που συνόδευσε την εκλογή του πρώτου αφροαμερικανού προέδρου στην προεδρία των ΗΠΑ επιβεβαιώνεται από τις θλιβερές επιδόσεις του σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Έρευνα της κοινής γνώμης από το Ινστιτούτο Gallup που διενεργήθηκε από τις 2 έως τις 4 Ιανουαρίου έδειξε ότι ο Μπαράκ Ομπάμα εισήλθε στον δεύτερο χρόνο της προεδρίας του με το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό αποδοχής (μόλις 50%) που είχε ποτέ αμερικανός πρόεδρος κατά τη διάρκεια όλης της μεταπολεμικής περιόδου. Για την ιστορία, να αναφέρουμε πως μόνο ο Ρόναλντ Ρέιγκαν πέτυχε χειρότερες επιδόσεις ξεκινώντας τον δεύτερο χρόνο της θητείας του με ποσοστά αποδοχής της τάξης του 49%. Ο Ομπάμα ξεπέρασε ωστόσο τον Ρέιγκαν καταφέρνοντας να συγκεντρώσει υψηλότερα ποσοστά αποδοκιμασίας της πολιτικής του: 44% έναντι μόνο 40% του Ρέιγκαν. Λαβαίνοντας υπ’ όψη μας ότι τα ποσοστά αποδοχής του όταν ξεκίναγε τη θητεία του έφθαναν το ποσοστό – ρεκόρ, του 68%, φαίνεται εύκολα πως ο Μπαράκ Ομπάμα τους αποθάρρυνε όλους! Το ίδιο συνέβη και στο εξωτερικό με την συντηρητική γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung να τον αποκαλεί «Bush light» και την κεντροαριστερή Die Tageszeitung να αναρωτιέται στο πρωτοσέλιδό της που κοσμείται με μια εκπληκτική φωτογραφία του Ομπάμα με χαρακτηριστικά Μπους ή αντίστροφα «Πόσος Μπους υπάρχει στον Ομπάμα;».

Η απότομη προσγείωση που επιφύλαξε στους οπαδούς του ο Ομπάμα φαίνεται καλύτερα αν δούμε τα αποτελέσματα της πολιτικής του σε πέντε συγκεκριμένα μέτωπα για τα οποία είχε υποσχεθεί ανατροπή της πολιτικής του προκατόχου του: Στο μέτωπο των δημοκρατικών ελευθεριών, των ανοιχτών πολεμικών μετώπων, της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, της μείωσης της ανεργίας και της παροχής καθολικής ασφαλιστικής και υγειονομικής κάλυψης.

Η θητεία του Ομπάμα ξεκίνησε με μια υπόσχεση: πως μέσα σε ένα χρόνο θα κλείσει το κολαστήριο του Γκουαντάναμο, κορυφαίο σύμβολο του περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών και της οπισθοδρόμησης που έφερε ο πόλεμος του Μπους κατά της τρομοκρατίας. Απέτυχε ακόμη και σ’ αυτό. Το κλείσιμο του Γκουαντάναμο μετατίθεται για το αόριστο μέλλον την ίδια ώρα που ο υπερσυντηρητικός Ρούντι Τζουλιάνι, πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης στον οποίο οφείλουμε και τον όρο «μηδενική ανοχή», δηλώνει στις κάμερες συγκινημένος: «Είμαι πολύ αισιόδοξος που ο πρόεδρος Ομπάμα “έστριψε τη γωνία”, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά τις λέξεις “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας”. Δεν το είχε ξανακάνει», ήταν τα λόγια του. Ταυτόχρονα ο 44ος πρόεδρος μπορεί να αποδοκίμασε δημόσια και να πάγωσε μια σειρά από μεθόδους χιτλερικής έμπνευσης (απαγωγές, βασανιστήρια, κ.α.) το ‘κανε όμως πολύ… διακριτικά. «Ο Ομπάμα συνειδητά άφησε ανοιχτές τις επιλογές του στην μάχη κατά της τρομοκρατίας», επισημαίνει το τελευταίο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Newsweek. Και συνεχίζει: «Οι αντιτρομοκρατικές επιλογές του είναι επί της ουσίας εκείνες που υιοθέτησε ο Μπους στη δεύτερη θητεία του. Βάρβαρες ανακριτικές μέθοδοι όπως η βύθιση στο νερό δε χρησιμοποιούνταν ήδη από το 2005. Ο Ομπάμα τυπικά απαγόρευσε όχι μόνο τα βασανιστήρια αλλά και κάθε είδους εξαναγκασμό – ακόμη και τις αγριοφωνάρες ή τις απειλές – ως μορφή ανάκρισης. Οξυδερκείς ωστόσο νομικοί επισημαίνουν ότι το έκανε μέσω εντολών της εκτελεστικής εξουσίας κι όχι μέσω της νομοθεσίας του Κογκρέσου, που σημαίνει ότι είναι ελεύθερος να αλλάξει γνώμη χωρίς την έγκριση των εκλεγμένων αντιπροσώπων».

Στο μέτωπο των πολέμων ο Μπαράκ Ομπάμα, διαψεύδοντας τις ελπίδες που υπόρρητα γεννούσε η επαγγελματική του ιδιότητα ως συνταγματολόγος, κατάφερε να βαθύνει την πολεμική εμπλοκή των ΗΠΑ στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Με την πρόσφατη απόφασή του να στείλει επιπλέον 30.000 αμερικανούς στρατιώτες στο Αφγανιστάν, κατ’ εντολή των πιο επιθετικών κύκλων, θα οδηγήσει τον επόμενο χρόνο τον αριθμό των στρατευμάτων κατοχής στην κεντροασιατική χώρα στο επίπεδο ρεκόρ των 150.000 ατόμων και μαζί τον αριθμό των νεκρών. Ήδη το 2009, όταν ο Ομπάμα έκανε δικό του τον πόλεμο στο Αφγανιστάν (επισημοποιώντας την αποχώρηση από το Ιράκ που συνομολογήθηκε με την κυβέρνηση του Μαλίκι επί Μπους) οι νεκροί Αμερικανοί έφθασαν τους 310, από 155 το 2008. Διπλασιάστηκαν! Παράλληλα σε κατάρρευση οδηγήθηκαν όλες οι εναλλακτικές οδοί που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την απεμπλοκή των Αμερικανών. Η κυβέρνηση Καρζαΐ λόγω της παροιμιώδους διαφθοράς της και των καλπονοθευτικών μεθόδων που χρησιμοποίησε για να εκλεγεί, με αποτέλεσμα να θυσιάσει τη νομιμοποίησή της, προστίθεται πλέον στα προβλήματα και όχι στις λύσεις, ο αφγανικός στρατός λόγω της διάβρωσής του αποδεικνύεται αναποτελεσματικός κι η ντόπια ελίτ λόγω των καθημερινών εγκλημάτων των Αμερικανών τους μισεί όπως κι οι Ταλιμπάν. Βλέπε ενδεικτικά την εν ψυχρώ εκτέλεση 8 αφγανών μαθητών την προηγούμενη εβδομάδα, που έβγαλε τους φοιτητές του Αφγανιστάν στο δρόμο, φωνάζοντας «Yankees go home», κι επίσης «Ομπάμα δολοφόνε»! Το 2009 οι βομβαρδισμοί στο Πακιστάν μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών ξεπέρασαν τους 50, υπερβαίνοντας τους βομβαρδισμούς που διέταξε όλα τα προηγούμενα χρόνια ο Μπους, όπως εύστοχα παρατήρησε το ίδρυμα New America Foundation. Ο Ομπάμα επίσης κατάφερε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο στην Υεμένη, ενώ τα παλιά, με πρώτο απ’ όλα το Παλαιστινιακό, συνεχίζουν να πυορροούν προκαλώντας νέα κύματα οργής στη Μέση Ανατολή εναντίον των ΗΠΑ που συνεχίζουν να υποκλίνονται στο Ισραήλ, αποδεχόμενες την επέκταση των εποικισμών, συμμετέχοντας στο φονικό αποκλεισμό της μαρτυρικής Γάζας, κοκ.

Απογοητευτικά ήταν τα αποτελέσματα της πολιτικής του Ομπάμα και στο  μέτωπο της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Οι ΗΠΑ το 2009, όπως φάνηκε κι από τη στάση τους στη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, αναθεώρησαν την γραμμή της μονομέρειας του Μπους με μια τακτική αγαστής σύμπνοιας με όσους ρυπαίνουν περισσότερο, όπως η Κίνα. Συνέχισαν έτσι να υπονομεύουν τις προσπάθειες μείωσης των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Στο εσωτερικό της χώρας επί κυβέρνησης Ομπάμα η ανεργία οδηγήθηκε στο επίπεδο ρεκόρ του 10%, λόγω της απροθυμίας της να επιβάλλει όρους που σχετίζονταν με την αποφυγή απολύσεων και νέες προλήψεις στις επιχειρήσεις που ευνοήθηκαν από το γενναιόδωρο πακέτο στήριξης της οικονομίας ύψους 787 δισ. δολ. Ο Ομπάμα επίσης δεν αξιοποίησε την αριθμητική υπεροχή των Δημοκρατικών στη Γερουσία (60 στους 100) και τη Βουλή των Αντιπροσώπων (256 στους 435) για να ψηφίσει νόμο για την καθολική υγειονομική κάλυψη όλων των Αμερικανών που θα τερματίζει το αίσχος των 50 εκ. ανασφάλιστων. Ως αποτέλεσμα της αποθάρρυνσης των πιο ριζοσπαστικών ελπίδων που γέννησε η εκλογή Ομπάμα οι προοπτικές των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές που θα πραγματοποιηθούν το Νοέμβρη δεν διαγράφονται καθόλου ρόδινες.

Εν κατακλείδι, η διάλυση των ελπίδων που κορυφώνονταν πέρυσι τέτοιες μέρες κι η διάχυτη αίσθηση πως ο πρώτος χρόνος του Ομπάμα στον Λευκό Οίκο μοιάζει περισσότερο με ένατο χρόνο Μπους επιβεβαιώνει ότι η πολιτική των ΗΠΑ στο εσωτερικό τους κι οι σχέσεις τους με τον υπόλοιπο κόσμο είναι θέμα πολύ βαθύτερων προσδιορισμών από τις διαθέσεις ενός προσώπου…

Πεδίο βολής η Υεμένη (περ. Διπλωματία, Ιανουάριος 2010)

  • ΟΙ ΗΠΑ ΕΠΟΦΘΑΛΜΙΟΥΝ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗ
  • ΣΙΙΤΕΣ ΚΑΙ ΙΡΑΝ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΣΑΟΥΔΑΡΑΒΕΣ 

Μόνο ως ανέκδοτο ακούγεται πια ο χαρακτηρισμός Ευδαίμονα Αραβία που χρησιμοποιούταν από τους αρχαίους χρόνους για να περιγραφεί η Υεμένη, σε αντίθεση με την βορειότερη χέρσα Αραβία τη σημερινή σαουδαραβική, λόγω των συνεχών εμφύλιων πολέμων και των ξένων επεμβάσεων.

Σημείο τομής αποτελούν πλέον για την πολιτική ζωή στην Υεμένη τα Χριστούγεννα του 2009 όταν η αποτυχημένη βομβιστική επίθεση του 23χρονου Νιγηριανού στο αεροπλάνο της Delta την έφερε στο προσκήνιο, ως «νέο και απειλητικό θύλακα της διεθνούς τρομοκρατίας», όπως χαρακτηρίστηκε από την Ουάσινγκτον. Τις αμέσως επόμενες μέρες δεν έλειψαν και φωνές που προανήγγειλαν μια νέα στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ, όπως για παράδειγμα ζητούσε το σημείωμα της σύνταξης των New York Times (που εκφράζει μάλιστα το προοδευτικό, παραδοσιακά λιγότερο πολεμοχαρές κατεστημένο της ανατολικής ακτής) στις 2-3 Ιανουαρίου με τίτλο, «Τώρα η Υεμένη»! Παρότι δεν άργησαν να κυριαρχήσουν πιο μετριοπαθείς στάσεις όπως έδειξε η διαβεβαίωση του αμερικανού προέδρου ότι δεν επίκειται στρατιωτική επέμβαση, το σίγουρο είναι ότι πως η Υεμένη με επίσημο τρόπο αποτελεί το πέμπτο μέτωπο των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας που ξεκίνησε ο Μπους και συνεχίζει ο Ομπάμα χωρίς διακοπή (και με την ώθηση μάλιστα του βραβείου Νομπέλ Ειρήνης) μετά το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Σομαλία.

Το ζητούμενο ωστόσο για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της στην περιοχή δεν είναι η αντιμετώπιση της Αλ Κάιντα της Αραβικής Χερσονήσου που έσπευσε να αναλάβει την ευθύνη της αποτυχημένης βομβιστικής επίθεσης. Τουλάχιστον δεν είναι μόνο, ούτε κυρίως αυτή. Το σημαντικότερο ζητούμενο για την Ουάσιγκτον είναι να εξασφαλίσει τον έλεγχο σε μια στρατηγικής σημασίας, λόγω της θέσης της, χώρα κι επίσης να αποτρέψει την επέκταση της επιρροής του Ιράν.

Όσοι παρακολουθούσαν στενά τις εξελίξεις τους τελευταίους μήνες στην Υεμένη ξαφνιάστηκαν από τα γεγονότα των Χριστουγέννων για έναν και μοναδικό λόγο. Επειδή η εστία της έντασης όλο το 2009 δεν ήταν η Αλ Κάιντα αλλά οι σιίτες. Ειδικότερα, από την άνοιξη του προηγούμενου χρόνου μέχρι τώρα βρίσκεται σε εξέλιξη στα βόρεια της χώρας μια εξέγερση της σιίτικης φυλής Χούθι, που καταγγέλλει την σουνιτική κυβέρνηση ότι προσπαθεί να εξαφανίσει τις ιδιαίτερες πολιτιστικές, θρησκευτικές και γλωσσικές παραδόσεις της. Οι σιίτες Χούθι αποτελούν το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού της Υεμένης και ξεσηκώθηκαν εναντίον της κυβέρνησης πρώτη φορά το 2004. Οι συγκρούσεις τους με την κυβέρνηση κορυφώθηκαν τον Νοέμβριο όταν η πολεμική αεροπορία της Σαουδικής Αραβίας παραβίασε τα σύνορα της Υεμένης και βοηθώντας τα στρατεύματα της χώρας επιτέθηκε με ασυνήθιστη σφοδρότητα στους σιίτες αντάρτες. Να αναφερθεί πως στα πορώδη σύνορα των δύο χωρών μήκους 1.800 χιλιομέτρων η Σαουδική Αραβία κατασκευάζει έναν υψηλής τεχνολογίας μηχανισμό ελέγχου για να ελέγξει την μετανάστευση που τις περιόδους αιχμής φθάνει ακόμη και τα 2.000 με 3.000 άτομα την ημέρα.

Τον Νοέμβρη λοιπόν, για πρώτη φορά αποκαλύφθηκε ο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων που διεξάγεται στην κακότυχη, λόγω της σπάνιας θέσης της κι όχι ευδαίμονος Αραβίας. Το Ριάντ επικαλέστηκε δολοφονική επίθεση των ανταρτών Χούθι εντός των συνόρων του με θύμα σαουδάραβα στρατιώτη για να δικαιολογήσει την επίθεσή του, που πολύ σύντομα προκάλεσε ανθρωπιστική κρίση, καθώς χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για να γλιτώσουν. Η βαρβαρότητα των σαουδαραβικών βομβαρδισμών οδήγησε την Τεχεράνη που λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας όλων των σιιτών της Μέσης Ανατολής πολύ γρήγορα να στραφεί εναντίον του Ριάντ. Για «κρατική τρομοκρατία» κατηγόρησε τη Σαουδική Αραβία ο αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ιράν. «Αυτοί που ρίχνουν λάδι στη φωτιά πρέπει να ξέρουν ότι δεν θα γλιτώσουν από τους καπνούς που απλώνονται» ανάφερε η δήλωση του ιρανού υπουργού Εξωτερικών, Μανουσέρ Μοτάκι, ο οποίος απευθυνόμενος στην κυβέρνηση της Υεμένης προσφέρθηκε να μεσολαβήσει για να εξομαλυνθεί η κατάσταση. Πρόταση που φυσικά έπεσε στο κενό.

Η πραγματικότητα επομένως είναι πως η ανάμιξη της Σαουδαραβίας έδωσε νέα και ανώτερη, περιφερειακή διάσταση στη σύγκρουση μεταξύ σιιτών και σουνιτών στην Υεμένη, βγάζοντάς την έξω από τα σύνορα της χώρας. Το Ριάντ επιτέθηκε με τόση μεγάλη βιαιότητα κατά των Χούθι, γιατί αντιμετώπισε τους σιίτες της Υεμένης σαν το μακρύ χέρι της Τεχεράνης. Επεδίωξε λοιπόν να το κόψει για να αποτρέψει τον κίνδυνο δημιουργίας ενός σιιτικού θύλακα που θα θέσει σε αμφισβήτηση την εθνική ακεραιότητα της Υεμένης (ενδεχόμενο όχι και τόσο ακραίο) όπως ακριβώς έχει συμβεί στον Λίβανο με την εδραίωση της Χεζμπολάχ στο νότιο τμήμα της χώρας, απ’ όπου μπορεί να ασκεί τη δική της αμυντική και κατ’ επέκταση εξωτερική πολιτική.

Στην Υεμένη επομένως μεταφέρθηκε ο διπλωματικός ανταγωνισμός Ριάντ – Τεχεράνης για την άσκηση επιρροής στον αραβικό κόσμο, δεδομένου ότι η κάθε μια χώρα διεξάγει μια μάχη ζωής. Η οικογένεια των Σαούντ γιατί ξέρει πως η διπλωματική γραμμή της στην πράξη έχει συντριβεί. Πρεσβεύοντας τη τακτική των ειρηνικών διαπραγματεύσεων και της συνδιαλλαγής με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ χρεώνεται την αποτυχία επίλυσης του παλαιστινιακού και την ταπείνωση των Αράβων, που συνεχίζεται κι επί Ομπάμα, παρά τις περί του αντιθέτου ελπίδες που αρχικά δημιουργήθηκαν. Η ισλαμική δημοκρατία από την άλλη μπορεί να νιώθει δικαιωμένη εκφράζοντας την ανυποχώρητη γραμμή της σύγκρουσης, για να ξεπεράσει όμως τις αρνητικές συνέπειες του εμπάργκο επιδίδεται σε έναν συνεχή αγώνα διεύρυνσης της επιρροής της που φθάνει μέχρι και τη Λατινική Αμερική, την οποία επισκέφθηκε πρόσφατα ο Αχμαντινετζάντ όπου συναντήθηκε με τους προέδρους της Βραζιλίας, της Βολιβίας και της Βενεζουέλας, Λούλα, Μοράλες και Τσάβες. Η γειτονική Υεμένη θα έμενε απ’ έξω; Περιττό δε να πούμε πως η επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη έγινε με την έγκριση αν όχι με την ενθάρρυνση των ΗΠΑ καθώς μοιράζονται τα ίδια εχθρικά συναισθήματα απέναντι στο Ιράν.

Οι ΗΠΑ άλλωστε όλο το προηγούμενο διάστημα δεν έκρυψαν τις αλλεπάλληλες στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξήγαγαν στην Υεμένη εναντίον της Αλ Κάιντα. Πιο πρόσφατα ήταν οι βομβαρδισμοί με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στις 17 και 24 Δεκέμβρη, που προκάλεσαν το θάνατο δεκάδων ατόμων. Κι οι ΗΠΑ άλλωστε μετρούν πολλά θύματα στην Υεμένη. Από τον Οκτώβριο του 2000 όταν χτυπήθηκε στον Κόλπο του Άντεν το USS Cole με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 17 Αμερικανοί, μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2008 που στόχος έγινε η ίδια τους η πρεσβεία στην πρωτεύουσα της Υεμένης Σάνα, όπου έχασαν τη ζωή τους 16 άτομα, οι Αμερικανοί αποτελούν κόκκινο πανί στην Υεμένη που είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του Μπιν Λάντεν. Η απροθυμία του αμερικανικού Πενταγώνου παρόλα αυτά να διατάξει χερσαία στρατιωτική επίθεση ερμηνεύεται από το γεγονός ότι στην Υεμένη ζουν περισσότεροι από 20.000 βετεράνοι του πολέμου στο Αφγανιστάν (κατά της Ρωσίας), στη Βοσνία και την Τσετσενία. Επίσης όλοι σχεδόν οι κάτοικοι έχουν όπλα. Θα υφίσταντο επομένως τρομακτικές απώλειες, ενώ όλη η Υεμένη θα στρατολογούταν στην Αλ Κάιντα. Φαίνεται όμως έτσι πως οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία έρχονται μέσω της Υεμένης αντιμέτωποι με τις συνέπειες της δικής τους βρόμικης, υπονομευτικής πολιτικής, όταν η Υεμένη αποτελούσε πηγή στρατολόγησης γενίτσαρων στον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης, της Σερβίας και της Ρωσίας τις δεκαετίες του ’80 και του ’90.

«Η Σαουδική Αραβία πολέμησε κάθε –ισμό που επιδίωξε να επικρατήσει στη Μέση Ανατολή, περιλαμβανομένου του παναραβισμού του Νάσερ, του κομμουνισμού και του σύγχρονου Ισλαμισμού των Αδελφών Μουσουλμάνων και της Χαμάς. Τα εργαλεία στα οποία στηρίχθηκε ήταν το χρήμα από το πετρέλαιο και το ουαχαμπίτικο Ισλάμ. Κατά τη διάρκεια του 1980 η Σαουδική Αραβία δαπάνησε περισσότερα από 75 δισ. δολ. για να προπαγανδίζει το ουχαμπίτικο δόγμα, να ιδρύει σχολεία και τεμένη σε όλο τον ισλαμικό κόσμο. Μεγάλο μέρος αυτών των πόρων κρατήθηκαν για την πίσω αυλή της, την Υεμένη. Η Σαουδική Αραβία διατήρησε στην Υεμένη ένα ισχυρό ουαχαμπίτικο ρεύμα που ήταν ιδεολογικά και πολιτικά πιστό στη βασιλική οικογένεια των Σαούντ. Επιπλέον ο πρόεδρος της Υεμένης, Αλί Αμντουλάχ Σαλέχ, χρησιμοποίησε τον εισαγόμενο ουαχαμπισμό για να νικήσει τους εγχώριους αντιπάλους του – πρώτα τους κομμουνιστές κι έπειτα τους Χούθι – παρότι κι ο ίδιος ήταν σιίτης», έγραφε η βρετανική εφημερίδα Guardian Weekly στις 27 Νοέμβρη. Οι ανηλεείς επιθέσεις επομένως που δέχονται από την Αλ Κάιντα η οποία δρα στο εσωτερικό της Υεμένης οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία είναι αποτέλεσμα της δικής τους πολιτικής! Παρόλα αυτά αξιοποιούνται έτσι ώστε οι ΗΠΑ να πατήσουν για τα καλά πόδι στη χώρα και να μπορέσουν να δρέψουν όλα τα πλεονεκτήματα που εξασφαλίζει η σπάνια στρατηγική της θέση: πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ, στον Κόλπο του Άντεν και τον Ινδικό Ωκεανό, στη Σομαλία και το Κέρας της Αφρικής. Πλεονεκτήματα που όλο το προηγούμενο διάστημα δεν γεύονταν πλήρως όπως φάνηκε και το 1991 με τον πρώτο Πόλεμο στον Κόλπο όταν η Υεμένη τάχθηκε με τον Σαντάμ Χουσεΐν κι αρνήθηκε να πολεμήσει υπό την αστερόεσσα όπως έκαναν οι Σαουδάραβες, οι Αιγύπτιοι και πολλά ακόμη αραβικά κράτη. Την στάση της τότε η Υεμένη την πλήρωσε ακριβά καθώς κόπηκε απότομα η οικονομική βοήθεια που λάβαινε και 1 εκ. πολίτες της Υεμένης απελάθηκαν από τα κράτη του Περσικού Κόλπου.

Με το πέρασμα του χρόνου ωστόσο η Υεμένη προσαρμόστηκε στη Νέα Τάξη. Κι ανταμείφθηκε γενναία γι αυτό. Από 4,3 εκ. δολ. που ήταν η αμερικανική βοήθεια το 2006, ένα χρόνο μετά το 2007 εκτινάχθηκε σε 26 εκ. και το 2009 έφθασε τα 67 εκ. δολάρια. Τον επόμενο ενάμισι χρόνο επίσης η κυβέρνηση της Υεμένης θα εισπράξει 70 εκ. δολ. Το κράτος της όμως συνέχισε να χαρακτηρίζεται εύθραυστο, στην καλύτερη, και αποτυχημένο, στην χειρότερη περίπτωση. Οι νέες επιθέσεις που θα δεχτεί η Υεμένη από τις ΗΠΑ με απώτερο στόχο να ξεριζώσουν τους θύλακες της Αλ Κάιντα ενδέχεται να οξύνουν ακόμη περισσότερο το πρόβλημα. Η κυβέρνηση της Υεμένης, με πρόεδρο τα τελευταία 31 χρόνια τον Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ, δεν ασκεί καμιά εξουσία έξω από την πρωτεύουσα όπου η διοίκηση έχει ανατεθεί στους τοπικούς φύλαρχους, όπου συνεχίζεται αδιατάρακτη μια παράδοση αιώνων. Ο εύθραυστος χαρακτήρας της εθνικής συνοχής επιβεβαιώνεται επίσης κι από το πρόσφατο, ταραχώδες παρελθόν της Υεμένης: Η χώρα έπαψε να είναι διαιρεμένη σε Βόρεια και Νότια μόλις το 1990. Έκτοτε οι εμφύλιοι πόλεμοι, ο πρώτος εκ των οποίων ξεκίνησε το 1994, αποδείχθηκαν ενδημικό φαινόμενο. Και πριν από την ενοποίηση, τη δεκαετία του ’70, δύο φορές πολέμησαν μεταξύ τους η Βόρεια κι η Νότια Υεμένη. Κατά συνέπεια δεν υφίσταται ούτε το ελάχιστο αίσθημα εθνικής ενότητας. Κάτι που εξηγεί το φόβο Αμερικανών και Σαουδαράβων για τη δημιουργία ενός σιίτικου κρατιδίου στα βόρεια τη Υεμένης όπου κατοικούν οι Σιίτες. Το οποίο μάλιστα στη συνέχεια θα ενθάρρυνε τους σιίτες που ζουν και στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας να διεκδικήσουν την απόσχισή τους!

Τα χειρότερα για την Υεμένη ωστόσο είναι μπροστά της λόγω του ότι το κοινωνικό ζήτημα με το πέρασμα του χρόνου αποκτά εκρηκτικές διαστάσεις. Ήδη με το 45% από τα 23 εκ. του πληθυσμού της να ζει με λιγότερα από 2 δολ. την ημέρα και τα μισά παιδιά της να υποφέρουν από χρόνιο υποσιτισμό η Υεμένη είναι η φτωχότερη χώρα της Μέσης Ανατολής. Το πρόβλημα οξύνεται λόγω της συνεχούς συρρίκνωσης των εσόδων από το πετρέλαιο τα οποία το 2017 θα εκμηδενιστούν, της παρατεταμένης λειψυδρίας που πλήττει τη χώρα, των πολύ υψηλών ποσοστών γεννήσεων που μέχρι το 2035 αναμένεται να οδηγήσουν τον πληθυσμό της σε διπλασιασμό (σήμερα οι μισοί της κάτοικοι είναι κάτω των 15 χρόνων) και του εθισμού πολλών εκατομμυρίων κατοίκων της (λέγεται πως είναι ακόμη κι οι μισοί) στο εγχώριο ναρκωτικό κατ!

Το τελευταίο λοιπόν που έλειπε στην Υεμένη ήταν να μετατραπεί σε πεδίο βολής των Αμερικανών και της Σαουδικής Αραβίας.