Στα χακί ντύνεται η Ευρωπαϊκή Ένωση

euΠοιος είπε ότι δεν υπάρχουν λεφτά; Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συζήτησε την Τετάρτη 30 Νοεμβρίου κι επίσημα θα αποφασιστεί στη σύνοδο Κορυφής του Δεκεμβρίου να δαπανώνται επιπλέον 5,5 δισ. ευρώ ετησίως για αγορές πολεμικού υλικού: ελικόπτερα, μη επανδρωμένα αεροπλάνα κι άλλα είδη προηγμένης τεχνολογίας. Στην ίδια απόφαση συμπεριλαμβάνεται κι η δέσμευση ενός σοβαρού ποσού (90 εκ. ευρώ ετησίως μέχρι το 2020 και 528 εκ. από το 2021 και μετά) για έρευνα σε ζητήματα ασφαλείας του κυβερνοχώρου, μη επανδρωμένων αεροπλάνων, κ.α.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το θέμα υποτίθεται πως τέθηκε στο τραπέζι μετά το κάλεσμα του Τραμπ προς όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ να αφιερώνουν το 2% του ΑΕΠ τους σε πολεμικές δαπάνες και την απειλή του ότι δεν πρόκειται στο εξής οι ΗΠΑ να στηρίζουν πολεμικά χώρες οι οποίες δε βάζουν το χέρι στην τσέπη. Υπό μία έννοια δίκιο έχει: ποτέ η προστασία δεν προσφερόταν δωρεάν, είτε στις κακόφημες πιάτσες είτε στη γεωπολιτική… Το συμπέρασμα αυτό φαίνεται να το έχει καταλάβει καλύτερα από κάθε άλλη χώρα η Ελλάδα, που ακόμη και το 2014 δαπανούσε ποσοστό ρεκόρ επί του ΑΕΠ της σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ για πολεμικές δαπάνες, 2,7% του ΑΕΠ, όταν κατά μέσο όρο η ΕΕ-28 δαπανούσε 1,3% του ΑΕΠ της.

Στην πραγματικότητα οι απειλές του Τραμπ αποτέλεσαν την ιδανική αφορμή για να επιταχυνθεί ένα σχέδιο, το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Αμυντικής Δράσης, το οποίο οι Βρυξέλλες επεξεργάζονταν επί χρόνια. Το 2014 συγκεκριμένα αναπτύχθηκε για πρώτη φορά. Έκτοτε τόσο οι επιχειρήσεις που αναλάμβανε η ΕΕ εκτός συνόρων, όσο και η γιγάντωση εντός ευρωπαϊκού εδάφους του περίφημου στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος έδιναν σταθερά ώθηση στη στρατιωτικοποίηση της ΕΕ.

Η βιασύνη των Βρυξελλών να σπεύσουν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα που δημιουργεί η εκλογή του Τραμπ στις ΗΠΑ δείχνει επίσης ότι όποιος περίμενε πώς η φιλελεύθερη Ευρώπη θα πολεμούσε στα χαρακώματα εναντίον της οπισθοδρόμησης που θα επιφέρει η εγκατάσταση του ρεπουμπλικανού ηγέτη στον Λευκό Οίκο, θα χρειαστεί να περιμένει πολύ ακόμη. Οι πολιτικές ηγεσίες της Ευρώπης πριν καν στεγνώσουν τα δάκρυα στο πρόσωπό τους από την εκλογική νίκη του Τραμπ, εκμεταλλεύονται την ευκαιρία που προσφέρει ώστε να επιταχύνουν τη συντηρητική τους στροφή. Οι φιλελεύθερες ευρωπαϊκές ηγεσίες χρησιμοποιούν τον Τραμπ ως άλλοθι ώστε να υλοποιήσουν σχέδια που ήταν επί χρόνια στην αναμονή και δεν υλοποιούνταν λόγω πολιτικού κόστους. Πώς να ανακοινώσει η ΕΕ τη γενναία προικοδότηση της πολεμικής βιομηχανίας, την ίδια στιγμή που μειώνει τις δαπάνες για κοινωνική ασφάλιση, δημόσια υγεία και παιδεία;

Παρόλα αυτά οι αυξανόμενες πολεμικές δαπάνες της Ευρώπης αυξάνουν τους κινδύνους για την ειρήνη και φέρνουν πιο κοντά το ενδεχόμενο της πολεμικής εμπλοκής.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν στις 4 Δεκεμβρίου 2016

Ξορκίζουν τον Τραμπ που επώασαν

Τα αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ, στις 8 Νοεμβρίου 2016, αποκάλυψαν πόσο κίβδηλη και κενή περιεχομένου είναι η αστική δημοκρατία. Δημοκρατία κατ’ ευφημισμόν!

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αρχικά αξίζει να δούμε ότι πρόεδρος δεν θα εκλεγεί αυτός που συγκέντρωσε τις περισσότερους ψήφους! Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει συγκεντρώσει μέχρι στιγμής 61.201.031 ψήφους (47% του εκλογικού σώματος) και με βάση τις προβολές 306 εκλέκτορες (ή 56,88% του σώματος των εκλεκτόρων που αποτελείται από 538 μέλη). Η Χίλαρι Κλίντον συγκέντρωσε 62.523.126 ψήφους (48% του εκλογικού σώματος), αλλά σε επίπεδο εκλεκτόρων, με βάση τις προβολές, 232 εκλέκτορες (ή 43,12% του σώματος των εκλεκτόρων).

Το πρώτο λοιπόν που παρατηρούμε είναι ότι αντίθετα με τη …δημοκρατική Ευρώπη, όπου συνήθως μια μικρή διαφορά 1 ποσοστιαίας μονάδας στις ψήφους οδηγεί σε κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες 5 ή και 10 ποσοστιαίων μονάδων, στις ΗΠΑ κερδίζει ο …χαμένος. Η Κλίντον συγκέντρωσε 1.322.095 ψήφους περισσότερους από τον Τραμπ και παρ’ όλ’ αυτά θα μπαίνει στον Λευκό Οίκο μόνο κατόπιν πρόσκλησης.

Άρνηση της δημοκρατίας, η αστική δημοκρατία

Το πρώτο συμπέρασμα επομένως που εξάγεται από τις αμερικανικές εκλογές είναι πως ακόμη κι η τυπική δημοκρατία στις ΗΠΑ είναι πουκάμισο αδειανό, κενό γράμμα. Πρόεδρο δεν βγάζουν οι ψηφοφόροι αλλά ένα σύστημα εκλεκτόρων του 19ου αιώνα που σχεδιάστηκε έτσι ώστε η εξ ορισμού επικίνδυνη λαϊκή ψήφος να διαμεσολαβείται και να φιλτράρεται. Πρόκειται για παραδοχή που καταστατικά θεωρεί το λαό ανώριμο να ψηφίσει, ακόμη και μια φορά στα τέσσερα χρόνια. Επομένως, πολύ πριν κλάψουν οι φρουροί της φιλελεύθερης δημοκρατίας για τον νεοεκλεγέντα φαφλατά Τραμπ-ούκο, που θα πάρει στα χέρια του τα πηδάλια της υπερδύναμης, θα έπρεπε να κλάψουν για το εκλογικό σύστημα των ΗΠΑ.

Επί της ουσίας, τα εκλογικά αποτελέσματα τις 8ης Νοεμβρίου προσεγγίζονται καλύτερα αν τα αντιπαραβάλλουμε με τα αποτελέσματα των εξ ίσου διχαστικών εκλογών της 4ης Νοεμβρίου 2008. Τότε ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών Τζον ΜακΚέην είχε συγκεντρώσει 59.948.323 ψήφους. Δηλαδή ο Τραμπ κέρδισε μόλις 1.252.708 ψήφους παραπάνω από τον ΜακΚέην, ο οποίος καλούνταν συνεχώς να απολογηθεί για την πολιτική κληρονομιά του εγκληματία και ηλίθιου Μπους.

Τα πιο ενδιαφέροντα όμως βρίσκονται στο άλλο στρατόπεδο, των Δημοκρατικών. Το 2008 ο Ομπάμα κέρδισε με 69.498.516 ψήφους. Δηλαδή, οι Δημοκρατικοί μέσα σε 8 χρόνια έχασαν 7 εκ. ψήφους! Ο Ομπάμα οδήγησε τους Δημοκρατικούς στα καλύτερα αποτελέσματα κι η Χίλαρι στα χειρότερα.

Ένα βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι γιατί εξελέγη πρόεδρος ο Τραμπ. Είναι γιατί υπέστησαν τέτοια εκλογική συντριβή οι Δημοκρατικοί. Ή, γιατί η Χίλαρι αποδείχθηκε τόσο «λίγη» πολιτικά, παρά την πληθωρική στήριξη που βρήκε από τον Τύπο με τα μεγαλύτερα εκδοτικά συγκροτήματα να υποστηρίζουν την υποψηφιότητά της;

Πραξικόπημα στους Δημοκρατικούς

Η αποχή των δημοκρατικών ψηφοφόρων (καθώς η μείωση των ψήφων τους συνδέεται με την μείωση της γενικής συμμετοχής στις εκλογές από 131,3 εκ. το 2008 σε 121,8 εκ. το 2016) σχετίζεται με την ηττοπάθεια και την απογοήτευση που γέννησε στους οπαδούς του κόμματος η μεροληπτική στάση της ηγεσίας των Δημοκρατικών εναντίον του Μπέρνι Σάντερς, όπως αποκάλυψαν τα περίπου 5.000 mails που έδωσαν στη δημοσιότητα τα Wikileaks, όπου φαινόταν ότι η ηγεσία του κόμματος στις εσωκομματικές προκριματικές εκλογές πριμοδοτούσε την Κλίντον και χαντάκωνε τον Σάντερς. Η αντίδραση των μελών του Δημοκρατικού Κόμματος στο συνέδριο της Φιλαδέλφειας τον Ιούλιο ήταν τόσο έντονη ώστε για πρώτη φορά απειλήθηκε η ενότητα του, με αγανακτισμένους Δημοκρατικούς να διαδηλώνουν, εκτός του συνεδρίου ζητώντας τη φυλάκιση της πρώην υπουργού Εξωτερικών, κι εντός να αποδοκιμάζουν ηχηρά κάθε αναφορά στο όνομά της. Η ηγεσία του κόμματος εκτέθηκε τόσο πολύ όταν αποκαλύφθηκε η εύνοια της προς την Κλίντον, ώστε ζήτησε δημόσια συγγνώμη από τον γερουσιαστή του Βερμόντ.

Η δυναμική του Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος για πρώτη φορά στην επίσημη ιστορία των ΗΠΑ μετά από πολλές δεκαετίες έθεσε δημόσια κι ενώπιον τόσο μεγάλων ακροατηρίων, το αίτημα του σοσιαλισμού, συνδέεται άμεσα με τα μαχητικά ριζοσπαστικά κινήματα που ξέσπασαν τα προηγούμενα χρόνια: από το Occupy Wall Street μέχρι τους καθηγητές του Σικάγου και το κίνημα των εργαζομένων στα επισιτιστικά επαγγέλματα.

Το άδοξο τέλος της υποψηφιότητας του Σάντερς μας επιτρέπει να συμπεράνουμε  πόσο διαβλητές είναι και οι εσωκομματικές εκλογές, βάσει των οποίων επιλέγονται οι υποψήφιοι από κάθε κόμμα. Αποδείχθηκε δηλαδή ότι οι εσωκομματικές εκλογές δεν αποτελούν παρά μια καλοστημένη και εθιμοτυπική παράσταση με την οποία, σε τελική ανάλυση, η Goldman Sachs προσφέρει στον εκλεκτό της υποψήφιο τη λαϊκή νομιμοποίηση και το χρίσμα κι έτσι η ιδιωτική της επιλογή γίνεται δημόσια τοποθέτηση.

Η αποκάλυψη της εκτεταμένης νοθείας που συνόδευσε τις εσωκομματικές εκλογές, όταν για πρώτη φορά απειλήθηκε το σχέδιο της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας, μεταξύ άλλων, έχει ξεχωριστή σημασία για την Ελλάδα καθώς κατ’ επανάληψη η συγκεκριμένη διαδικασία προκρίνεται από έλληνες πολιτικούς (ΓΑΠ, Μητσοτάκη) ως το απαύγασμα της δημοκρατίας και της λαϊκής συμμετοχής.

Επιπλέον, υπ’ αυτό το πρίσμα αξίζει να επανεξετάσουμε την αξία που έχει το σχέδιο μιας ριζοσπαστικής πτέρυγας να παραμένει στο πλαίσιο ενός μεγάλου κόμματος, με την ελπίδα να κατακτήσει μέσω των τυπικών διαδικασιών την πλειοψηφία για να εφαρμόσει το πρόγραμμά της. Το επιχείρημα το έχουμε ακούσει κατ’ επανάληψη: «Επειδή εκτός του μεγάλου κόμματος καταδικαζόμαστε στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, εντασσόμαστε στις γραμμές του και δίνουμε τη μάχη των συσχετισμών». Έτσι, αποφεύγοντας την περιθωριοποίηση οδηγούνται στη ενσωμάτωση…

Η αμερικανική εμπειρία υπογραμμίζει ότι ένα καθεστωτικό κόμμα έχει, κι αν δεν έχει διαμορφώνει τάχιστα, εκείνους τους μηχανισμούς που επιβάλλουν την γνήσια αστική γραμμή.

Αν κάτι επομένως μένει, είναι ο ευνουχισμός του πολιτικού ριζοσπαστισμού και η απογοήτευση καθώς και η ενσωμάτωση στο σύστημα πρωτοπόρων αγωνιστών που κάθε φορά δελεάζονται από τα οφέλη της εξουσίας…

Όλα τα παραπάνω αποκαλύπτουν ότι η αστική δημοκρατία έχει μετεξελιχθεί σε ένα βαθιά ολιγαρχικό καθεστώς. Αν η αστική δημοκρατία μπορούσε να διεκδικεί το συγκριτικό πλεονέκτημα μετά τη κατάρρευση του 1989 κι επάνω στα συντρίμμια του λεγόμενου υπαρκτού, πλέον αποδεικνύεται ότι είναι ένα σύστημα που υφαρπάζει και νοθεύει τη λαϊκή ψήφο. Η αστική δημοκρατία ούτε καν το δικαίωμα της επιλογής μια φορά στα τέσσερα χρόνια δεν μπορεί να εξασφαλίζει. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι συγκαλυμμένη δικτατορία.

Απογοήτευσε ο Ομπάμα

Επιπλέον, η απογοήτευση των ψηφοφόρων του Δημοκρατικού κόμματος δεν μπορεί να ερμηνευθεί χωρίς να ληφθούν υπ’ όψη οι αλλεπάλληλες απογοητεύσεις που δημιούργησε η  πολιτική του Ομπάμα. Στη διάρκεια της θητείας του οι στρατιωτικές επεμβάσεις συνεχίστηκαν και εντάθηκαν, όπως και οι κοινωνικές ανισότητες στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Υπολογίζεται ότι μεταξύ 2009 και 2013 (επί προεδρίας Ομπάμα), το ανώτερο 1% των αμερικανών απέσπασε το 85,1% του αυξημένου εισοδήματος που δημιουργήθηκε. Επίσης, το κορυφαίο 1% των οικογενειών σε παναμερικανικό επίπεδο αύξησε το εισόδημά του 25,3 φορές παραπάνω από το υπόλοιπο 99% (Economic Policy Institute, June 16, 2016).

Τούτων δοθέντων δεν προκαλεί καμιά έκπληξη εύρημα δημοσκόπησης που διενεργήθηκε τον Οκτώβριο του 2016 μεταξύ νέων 18 ως 35 ετών (των περίφημων millennials) και το οποίο έδειξε ότι το 88% δεν ήθελε ούτε Κλίντον ούτε Τραμπ ενώ το 23% θα προτιμούσε να χτυπήσει τη γη μετεωρίτης παρά να εκλεγεί ένας από τους δύο… Ο Ομπάμα επομένως δεν ανταποκρίθηκε στις υψηλές προσδοκίες που γέννησε η εκλογή του, πριν οκτώ χρόνια. Κι αυτή είναι η δεύτερη αιτία πίσω από την ήττα των Δημοκρατικών…

Η μακρά προεκλογική περίοδος ωστόσο έφερε στην επιφάνεια με επίκεντρο τον Τραμπ ένα ακροδεξιό, βαθιά θρησκευόμενο και συντηρητικό κίνημα, με σημείο κοινωνικής αναφοράς γεωγραφικές περιοχές, ταξικά στρώματα, εισοδηματικές κατηγορίες και επαγγέλματα που επλήγησαν προνομιακά από την πρόσφατη κρίση και την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού. Ρατσιστές, προτεστάντες αγροτικών και ημιαστικών περιοχών, απόφοιτοι κυρίως της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή και ακόμη χαμηλότερης μόρφωσης με ετήσιο εισόδημα 50-90.000 δολάρια, αποτέλεσαν τη βασική πηγή άντλησης ψήφων εκ μέρους του Ντόναλντ Τραμπ, που με τη ρητορεία του έστρεψε εναντίον του ακόμη και τη γραφειοκρατία του Ρεπουμπλικανικού κόμματος με τους σημαντικότερους ηγέτες του να ζητούν την καταψήφισή του.

Μεταξύ αυτών ο πρώην Ρεπουμπλικανός υποψήφιος Τζον ΜακΚέην, η υπουργός Εξωτερικών του Μπους Κοντολίζα Ράις, ο υφυπουργός Άμυνας του Μπους και αρχιτέκτονας του πολέμου στο Ιράκ, Πολ Γούλφοβιτς, ο ρεπουμπλικανός πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Πολ Ράιαν κ.α. Παρόλα αυτά, ο Τραμπ εξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ, προβάλλοντας την εικόνα του ακάματου και καινοτόμου επιχειρηματία απέναντι στην αργόσχολη και κρατικοδίαιτη γραφειοκράτισσα Κλίντον που ταυτίστηκε με το παλιό και τη συνέχεια.

Υπό μία έννοια ο Τραμπ πέτυχε εκεί που απέτυχε ο Σάντερς: να ξεπεράσει τα εμπόδια που έθετε το κόμμα του στην τομή την οποία εκπροσωπούσε, και με τη λαϊκή ορμή του να επιβάλει την ατζέντα του πρώτα στο κόμμα και στην συνέχεια στην κοινωνία και την πολιτική ζωή. Οι Δημοκρατικοί των ΗΠΑ (όπως κατ’ αντιστοιχία συμβαίνει με τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη) αποδείχθηκαν πιο ικανοί να καταστέλλουν εσωτερικές εξεγέρσεις. Αντίθετα, η Δεξιά εμφανίζεται πιο ανοιχτή στις ατελείωτες συντηρητικές μετατοπίσεις της πολιτικής, τις οποίες επιβάλει η εμβάθυνση της επίθεσης του κεφαλαίου στις δυνάμεις της εργασίας, στο έδαφος της οικονομικής κρίσης.

Η νίκη του Τραμπ που δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα σημάνει οπισθοδρόμηση και θα επιφέρει πλήγματα στις δυνάμεις που αγωνίζονται για το μισθό, τα κοινωνικά δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες, προκάλεσε έναν ασυνήθιστο πανικό στο φιλελεύθερο κατεστημένο. Η φράση του βρετανικού περιοδικού Economist επαναλήφθηκε άπειρες φορές από πολιτικούς κάθε απόχρωσης, με εξαίρεση τους ακροδεξιούς (Άδωνη Γεωργιάδη, Μάκη Βορίδη, κ.α.) «Είναι μια μεγάλη αλλαγή που κάνει τον κόσμο μας πιο επικίνδυνο».

Τομή μέσα στη συνέχεια

Στην πραγματικότητα, οι εξαγγελίες του Τραμπ δεν αποτελούν παρθενογένεση.

Αποτελούν συνέχεια αλλά και τομή της αστικής πολιτικής. Προϊόν του στρατηγικού αδιεξόδου που δημιουργεί η οικονομική κρίση, και το οποίο οδηγεί τις κυρίαρχες ελίτ σε αναζήτηση εναλλακτικών επιλογών, σηματοδοτεί μια σοβαρή στροφή στο παγκόσμιο πολιτικό σκηνικό, η οποία τροφοδοτεί ακροδεξιά ρεύματα σε όλο τον πλανήτη και κάνει τις επιλογές ενός πολέμου πολύ πιο κοντινές.

Υπογραμμίζοντας το μέγεθος του κινδύνου που εκπροσωπεί ο νέος αμερικάνος πρόεδρος, πρέπει, ωστόσο, σε κάθε εξαγγελία του να αντιστοιχήσουμε πολιτικές όχι μόνο του Μπους αλλά ακόμη και του Ομπάμα, οι οποίες συνιστούν τις αιτίες και τις προϋποθέσεις της τομής Τραμπ.

Στην εξαγγελία του Τραμπ για ακύρωση της συμφωνίας με το Ιράν, τη μόνιμη υποταγή της αμερικανικής πολιτικής στα σχέδια του Σιωνισμού, στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία. Αυτή η υποταγή κι η σύμπλευσή της με τα αμερικανικά σχέδια υπαγόρευσε την πολιτική κυρώσεων εναντίον του Ιράν, η οποία υπηρετήθηκε ακόμη και από τον Ομπάμα, πριν την υπογραφή της συμφωνίας τον Ιούλιο του 2015.

Η εξαγγελία για απόσυρση των ΗΠΑ από τη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, δεν ξαφνιάζει και τόσο αν θυμηθούμε ότι οι ΗΠΑ συγκαταλέγονται στις ελάχιστες χώρες που υπέγραψαν μεν αλλά δεν επικύρωσαν το Πρωτόκολλο του Κιότο.

Στον εθνικισμό του Τραμπ, που αποτελεί υποτίθεται προσβολή και πλήγμα στα φιλελεύθερα ιδεώδη, αξίζει να αντιπαραβάλλουμε το κλίμα υστερίας που καλλιεργήθηκε μετά την 11η Σεπτέμβρη 2001, από τον Μπους αρχικά, αλλά με αμείωτη ένταση κι από φιλελεύθερα έντυπα και δεξαμενές σκέψης, όπως πχ ο Economist εκτός και Το Βήμα ή η Καθημερινή εντός, που τώρα ενοχλούνται από τον εθνικισμό του Τραμπ και τις εξαγγελίες του για απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ των μουσουλμάνων.

Τέλος, απέναντι στις κριτικές των Ευρωπαίων για επιστροφή στον εθνικισμό και τον προστατευτισμό που υποτίθεται ότι κρύβουν οι εξαγγελίες Τραμπ για πάγωμα των εμπορικών συμφωνιών, αξίζει να δούμε τα υλικά συμφέροντα των Ευρωπαίων λόγω του σταθερά  πλεονασματικού εμπορικού τους ισοζυγίου.import

Συγκεκριμένα, από το σημερινό καθεστώς ελεύθερου εμπορίου ο μεγάλος κερδισμένος είναι η ΕΕ, όπως δείχνει το πλεόνασμα στο ισοζύγιο αγαθών που από 90,3 δισ. ευρώ το 2013, ανέβηκε στα 102,3 δισ. ευρώ το 2014 και στα 122,8 δισ. το 2015. Πλεονασματικό κατά 6,6 δισ. ευρώ είναι το ισοζύγιο της Ευρώπης και από το εμπόριο των υπηρεσιών το 2014.

Επομένως πίσω από τις απειλές του Τραμπ ότι θα αυξήσει τους δασμούς ή θα επιβάλλει τον επαναπατρισμό μέρους των αμερικανικών κερδών κρύβεται μέρος του αμερικανικού κεφαλαίου που θέλουν να βάλουν ένα φρένο στην αυξανόμενη εισαγωγική διείσδυση των Ευρωπαίων. Οι εξαγωγείς της γηραιάς ηπείρου βγαίνουν στα κάγκελα γιατί πίσω από τις απειλές του Τραμπ διακρίνουν τον κίνδυνο αν όχι να καταρρεύσει, τουλάχιστον να δεχθεί ρωγμές ένα απίστευτα αποτελεσματικό κι εξ ίσου άνισο πρότυπο οικονομικής πολιτικής, βάσει του οποίου τα κενά που δημιουργεί στην κατανάλωση η παρατεταμένη πολιτική λιτότητας και μείωσης των μισθών τα καλύπτουν οι εξαγωγές. Έτσι, η φιλελευθεροποίηση του διεθνούς εμπορίου είναι απαραίτητο συμπλήρωμα, η άλλη όψη των περικοπών σε μισθούς και ημερομίσθια στο εσωτερικό.

Η αστική πολιτική κρύβοντας αυτά τα διακυβεύματα και κυρίως τη συνέχεια αναζητά κοινωνικές συμμαχίες, την ίδια ώρα που εξυμνεί κι αναπολεί έναν φιλελεύθερο παράδεισο, ο οποίος ποτέ δεν υπήρξε στην καθημερινή ζωή των ανέργων, των επισφαλώς εργαζομένων και των κακοαμειβόμενων, έθαλλε εν τούτοις στα ανάλαφρα πάρτι της εξαγορασμένης προοδευτικής διανόησης στην ανατολική ακτή.

Επιδιώκει να δημιουργήσει μια συσπείρωση γύρω από ένα κοσμοπολίτικο αστικό ιδεώδες που υποτίθεται ξεχειλίζει πολιτισμικής ανεκτικότητας και κοινωνικής ευημερίας, την ίδια ώρα που με την ανοχή της επί χρόνια προετοίμασε την επώαση του φιδιού που τώρα ξορκίζει… Τώρα δε, και στο έδαφος των τετελεσμένων που δημιουργεί η νίκη του Τραμπ, η φιλελεύθερη αστική τάξη ήδη προετοιμάζεται να κάνει εκείνους τους συμβιβασμούς που θα επιτρέψουν την ευόδωση και μακροημέρευση ενός συμφώνου συμβίωσης με τον ακροδεξιό, ρατσιστή Τραμπ.

23 Νοεμβρίου 2016

Δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα Kommon

Νίκη της Χίλαρι σε καμένη πολιτική γη

hillaΠολιτικό πτώμα θεωρείται πλέον από τον αμερικανικό Τύπο ο δισεκατομμυριούχος Ντόναλντ Τραμπ αφού το επιτελείο της Χίλαρι Κλίντον λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές έστρεψε εναντίον του το φονικό όπλο των κατηγοριών για σεξουαλική παρενόχληση. Έτσι, οι ευθύνες της Χίλαρι Κλίντον για την εγκληματική πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και πολύ συγκεκριμένα για την επέμβαση στη Λιβύη και τη δολοφονία του Καντάφι τον Οκτώβριο του 2011 που επισημοποίησε τη διάλυση της Λιβύης τέθηκαν αυτομάτως σε δεύτερη μοίρα, αν δεν παραγράφηκαν κιόλας, υπό το βάρος μιας «πολιτικώς ορθής» ιεράρχησης η οποία δεν θεωρεί καν παραπτώματα τις επεμβάσεις σε τρίτες χώρες και την περίφημη αλλαγή καθεστώτος, που εγκαινίασε ο Μπους ο νεώτερος για να συνεχίσει ο Ομπάμα.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ωστόσο ρόλο στην (δημοσκοπική) ήττα του Τραμπ δε διαδραμάτισε μόνο το μπαράζ αποκαλύψεων γυναικών που δέχθηκαν σεξουαλική παρενόχληση από τον υποψήφιο των Ρεπουμπλικανών αλλά και τα εξ οικείων βέλη. Ο Νόναλντ Τραμπ κέρδισε το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού κόμματος ερχόμενος σε σύγκρουση τόσο με την κομματική ιεραρχία όσο και με τον κορμό της ιδεολογικής συναίνεσης του κόμματός του. Το ξεδίπλωμα ωστόσο των απόψεών του στο πλαίσιο των προεκλογικών του συγκεντρώσεων και με τον αέρα της αλαζονείας του νικητή, που κέρδιζε τη μία πολιτεία μετά την άλλη ενάντια σε κάθε πρόβλεψη, υποσχόταν μια θητεία πιο …συναρπαστική και …απρόβλεπτη ακόμη κι από εκείνη του προκατόχου του Ομπάμα. Τότε ενεργοποιήθηκαν οι «αυτόματοι πολιτικοί σταθεροποιητές», με 40 πλέον ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές και βουλευτές να έχουν αποσύρει τη στήριξή τους από τον Τραμπ και 30 εξ αυτών να τον καλούν δημόσια να εγκαταλείψει την προεκλογική του εκστρατεία.

Το σύντομο πέρασμά του ωστόσο από την πολιτική ζωή θα αφήσει ρωγμές που δε θα κλείσουν τόσο γρήγορα, δεδομένου ότι ξεσκέπασε την τρωτότητα και τα σαθρά θεμέλια του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, που ποτέ δε φημιζόταν και για τις βαθιές του σχέσεις με την αμερικανική κοινωνία. Ο Τραμπ όμως το …τερμάτισε. Οι τελευταίες του δε δηλώσεις που αφήνουν ανοιχτό να μην αποδεχθεί το αποτέλεσμα των εκλογών της 8ης Νοεμβρίου αποτέλεσαν τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι καθώς στον απόηχό τους το 48% των ψηφοφόρων του αμφισβήτησαν κι αυτοί με τη σειρά τους το αποτέλεσμα, γενικεύοντας και αναβαθμίζοντας σε νέα επίπεδα την κρίση νομιμοποίησης της αμερικανικής πολιτικής.

Αυτό επομένως που αφήνει η εξόχως ενδιαφέρουσα προεκλογική εκστρατεία στις ΗΠΑ δεν είναι μόνο το ρήγμα που προκάλεσε στο Δημοκρατικό Κόμμα ο ριζοσπάστης υποψήφιος Μπέρνι Σάντερς πριν τον χαντακώσει η ηγεσία των Δημοκρατικών για χάρη της Χίλαρι. Ούτε το συμμετρικό ρήγμα που προκάλεσε στους Ρεπουμπλικάνους ο Τραμπ. Είναι επίσης και η εμβάθυνση της κρίσης νομιμοποίησης, η (γνώριμή μας) οσμή σήψης που αναδύει η αστική πολιτική, όσο στρέφεται προς τα δεξιά.

Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα Πριν στις 23 Οκτωβρίου 2016

Χαρίζει το Λευκό Οίκο στον Τράμπ η ηγεσία των Δημοκρατικών;

Republican presidential candidate Donald Trump gestures and declares "You're fired!" at a rally in Manchester, New Hampshire, June 17, 2015.  REUTERS/Dominick Reuter      TPX IMAGES OF THE DAY      - RTX1GZCO

Ανεξαρτήτως του πόσο τελικά θα επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα η ασθένεια της υποψήφιας των Δημοκρατικών, το βίντεο που αναρτήθηκε την προηγούμενη Κυριακή στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης twitter δείχνοντας την Χίλαρι Κλίντον να λιποθυμάει στα χέρια των φρουρών της (δες εδώ) αποτελεί αναμφισβήτητα κορυφαία στιγμή της λεγόμενης δημοσιογραφίας των πολιτών. Καθόλου μάλιστα απαλλαγμένη από ηθικά διλήμματα ακόμη και για το πλέον διαφιλονικούμενο ζήτημα: τα όρια μεταξύ προσωπικού και δημοσίου. Αν φυσικά μπορεί να ειπωθεί ότι η κατάσταση της υγείας ενός υποψήφιου προέδρου άπτεται των προσωπικών δεδομένων και χρήζει εμπιστευτικότητας. Αυτά ωστόσο αφορούν το …επάγγελμα.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το μέλλον του πλανήτη, χωρίς καμία δόση ειρωνείας, αφορά η νέα τροπή που παίρνει η μάχη μεταξύ Κλίντον και Τραμπ, μετά το λιποθυμικό επεισόδιο της υποψήφιας των Δημοκρατικών, που έγινε γνωστό πέντε ώρες μετά την εσπευσμένη αποχώρηση της από την εκδήλωση προς τιμή των θυμάτων της 11ης Σεπτεμβρίου, με αφορμή την συμπλήρωση 15 χρόνων, κι αφού μάλιστα η πρόωρη αποχώρησή της αποδόθηκε σε άσχετους λόγους. Η ερμηνεία που έδωσε η ίδια και το επιτελείο της, μετά τη δημοσίευση του επίμαχου βίντεο, ήταν πως επρόκειτο για σύμπτωμα της πνευμονίας που της είχε διαγνωστεί τρεις μέρες νωρίτερα, την Παρασκευή. Συμπτωματικά, εκείνη την ημέρα σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη έκανε επίδειξη πυγμής όχι μόνο απέναντι στο Ισλαμικό Κράτος, αλλά ακόμη και στον απερχόμενο πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, τονίζοντας ότι θα επανεξεταστεί η στάση του απέναντι στη Βόρεια Κορέα, την οποία προφανώς κρίνει ως υπερβολικά διαλλακτική. Ξέχασε όμως να πει ότι ακόμη κι ο Μπους, που κατέστρεψε την Κεντρική Ασία και την Μέση Ανατολή, απέναντι στη Β. Κορέα είχε υιοθετήσει την ίδια στάση, η οποία προφανώς δε σχετίζεται με τη χαρά που προσφέρει ο Κιμ στη διαδικτυακή κοινότητα. Συντηρητική αναθεώρηση επομένως της έως τώρα πολιτικής των ΗΠΑ από την Χίλαρι θα σημάνει την υπέρβαση από τα δεξιά ακόμη και του Μπους! Πώς να μη χάσει την ισορροπία της μετά από αυτό που είπε;

Παρότι ο απόηχος των φραστικών επιθέσεων εκ μέρους του Τραμπ και οι θεωρίες συνωμοσίας που κατέκλυσαν το διαδίκτυο δεν κράτησαν πολύ, ακόμη κι οι πάντα …διακριτικοί όταν πρόκειται για τους Δημοκρατικούς, Νιου Γιορκ Τάιμς, δεν έκρυψαν ότι «η κ. Κλίντον και οι σύμβουλοί της είναι τώρα στην άμυνα». Δεν αποκλείεται δε οι επιπτώσεις στο εκλογικό αποτέλεσμα να αποδειχθούν καταλυτικές, καθώς η πρωτιά της στις δημοσκοπήσεις είναι οριακή.

Τούτων δοθέντων τα σοβαρότερα ερωτήματα απευθύνονται στη ηγεσία των Δημοκρατικών: Εάν ήξερε την ασθένεια της Κλίντον, κι η οποία δεν εκδηλώθηκε την προηγούμενη Παρασκευή, γιατί μετήλθε των πιο βρόμικων μεθόδων για να βγάλει εκτός κούρσας τον χαρισματικό αριστερό υποψήφιο Μπέρνι Σάντερς, όπως αποκάλυψαν μηνύματα που έδωσαν στη δημοσιότητα τα Wikileaks; Ήταν δύσκολο να προβλεφθεί ότι έτσι χάριζαν τον Λευκό Οίκο στον Τραμπ;

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν στις 18 Σεπτεμβρίου 2016

Το πρόβλημα δεν είναι ο Τράμπ, είναι η Κλίντον

Hillary Clinton Women

Πέντε λόγους ξεχώρισε ο δημοφιλής αριστερός αμερικάνος σκηνοθέτης Μάικλ Μουρ για τους οποίους ο Ντόναλντ Τραμπ θα είναι ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ. Οι δύο απ’ αυτούς αφορούσαν το στρατόπεδο των Δημοκρατικών. Συγκεκριμένα, πρώτο, την αδυναμία της Χίλαρι Κλίντον, που έλαβε κι επίσημα το χρίσμα των Δημοκρατικών στο συνέδριό τους στις 26 Ιουλίου 2016, να πείσει ακόμη και τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους του κόμματος. Και, δεύτερο, την απροθυμία των οπαδών του Μπέρνι Σάντερς να κινητοποιήσουν μέχρι τις κάλπες της 8ης Νοεμβρίου τους φίλους του κόμματος, ακόμη κι αν πειστούν οι ίδιοι να ψηφίσουν – κάτι που δεν είναι τόσο προφανές μετά τις ηχηρές αποδοκιμασίες που επιφύλαξαν στην Κλίντον στη διάρκεια του συνεδρίου του κόμματος, δεδομένου ότι και αυτές τις εκλογές θα κερδίσει όποιος υποψήφιος προσελκύσει στα παραβάν περισσότερους ..πιστούς.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Δεν είναι όμως μόνο οι δύο παραπάνω λόγοι, από τους πέντε, που αφορούν τους Δημοκρατικούς. Κι οι άλλοι τρεις λόγοι, με μια διαφορετική ανάγνωση, αν κάτι αναδεικνύουν είναι την εγγενή αδυναμία των Δημοκρατικών να πείσουν για τις ιδέες τους. Γιατί, ο Τραμπ σε αντίθεση με άλλους ρεπουμπλικανούς υποψήφιους δεν διεκδικεί την ψήφο των Αμερικανών ποντάροντας κυρίως στη δεξιά ατζέντα, που προκρίνει την μείωση των κοινωνικών παροχών και των φόρων. Το κοινό που απευθύνεται ο Τραμπ είναι τα πιο λαϊκά έως και καθυστερημένα στρώματα της αμερικάνικης κοινωνίας, που είδαν τη θέση τους τις δύο τελευταίες δεκαετίες να συντρίβεται. Κυρίως χειρώνακτες εργάτες που έχασαν τις δουλειές τους είτε από την μετεγκατάσταση των αμερικανικών επιχειρήσεων στις ζώνες ελεύθερου εμπορίου του Μεξικού είτε από την είσοδο μεταναστών που πρωτίστως εξυπηρέτησε τις αμερικανικές επιχειρήσεις καθώς μπόρεσαν έτσι να μειώσουν τα μεροκάματα, χρησιμοποιώντας ειδικά τους παράτυπους μετανάστες ως μοχλό συνεχούς μείωσης των εργατικών αμοιβών. Η έμπλεη δημαγωγίας υπόσχεσή του πως η πρώτη του ενέργεια στο Λευκό θα είναι να καλέσει τον διευθύνων σύμβουλο της Φορντ και να τον αναγκάσει να φέρει πίσω το εργοστάσιο από το Μεξικό σε 48 ώρες, απευθύνεται ακριβώς σε αυτά τα κοινωνικά στρώματα, που ταυτοχρόνως ντοπάρονται και με άφθονο και χυδαίο ρατσισμό, που αποτελεί σήμα κατατεθέν του Τραμπ.

Στον αντίποδα αυτής της εκστρατείας, οι Δημοκρατικοί υπό την Κλίντον απευθύνονται στους κερδισμένους των δύο προηγούμενων δεκαετιών επιδεικνύοντας ως τρόπαιο την μείωση της ανεργίας στο 5% και την ανάπτυξη της οικονομίας κατά 2,4% το 2015. Τι κι αν από το 1999 το μέσο οικογενειακό εισόδημα έχει μειωθεί κατά 5.000 δολάρια, αν τα περιουσιακά στοιχεία έχουν μειωθεί κατά ένα τρίτο και τα δύο τρίτα των νοικοκυριών είναι βυθισμένα στα χρέη;

Με τις ελίτ οι Δημοκρατικοί

Ο Τραμπ παίρνει τη σκυτάλη από την παραδοσιακή αμερικάνικη Δεξιά που ανέκαθεν ορκιζόταν πίστη στην Αγία Τριάδα του δολαρίου, του περιστρόφου και της Βίβλου, κηρύσσοντας όμως πόλεμο στο οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο. Το γκροτέσκο της αφήγησής του αποκαλύπτεται αν σκεφτούμε ότι ο ίδιος ο Τραμπ αδυνατεί εξ ορισμού να αποτελέσει πολέμιο ούτε καν τιμωρό του οικονομικού κατεστημένου γιατί είναι σαρξ εκ τη σαρκός του. Δισεκατομμυριούχος που σχημάτισε την μυθική περιουσία του από αγοραπωλησίες ακινήτων και φτάνει στο σημείο, που δεν έχει προηγούμενο στην αμερικάνικη πολιτική ιστορία, να χρηματοδοτεί σχεδόν από μόνος του την προεκλογική του εκστρατεία, θέλει άπειρες δόσεις υποκρισίας και δημαγωγίας για να δηλώνει σταυροφόρος εναντίον του πλούτου και σίγουρα ισχυρότατες δόσεις κρετινισμού, που ποτέ δεν έλειψαν από την «βαθιά Αμερική», για να γίνει πιστευτός και να αναγορευτεί σε λαϊκό είδωλο. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε να είναι πολύ πιθανή μια βαθιά τομή στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ανάλογη αυτής που έφερε σε πέρας ο Ρέιγκαν πριν 35 χρόνια και χάρη στην οποία κατάφερε να ανανεώσει εκ βάθρων και αντιδραστικά το πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ.  Παρόλα αυτά αν τα αμερικανικά αυτιά σαγηνεύονται από το αφήγημα του Τραμπ, στο βαθμό που ο ίδιος σερβίρεται ως αυτοδημιούργητος κλείνοντας έτσι το μάτι και στο μέσο Αμερικάνο που ποτέ δεν έχασε την πίστη του στον ακάματο σκαπανέα υπεύθυνο για όλα τα κακά και τα καλά που μπορούν να του συμβούν, πώς να γυρίσουν έστω να ακούσουν τη Χίλαρι Κλίντον που έγινε εκατομμυριούχος λόγω της πολιτικής, κι επικρίνεται από δεξιά και αριστερά ως φερέφωνο της Γουόλ Στριτ, ενώ διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών και τώρα διεκδικεί τον Λευκό Οίκο μόνο και μόνο επειδή διετέλεσε Πρώτη Κυρία; Η άνοδος της στην πολιτική συμπυκνώνει την παρακμή της πολιτικής και την οικογενειοκρατία όπου τα αξιώματα μοιράζονται σε στενό οικογενειακό κύκλο.

Η Χίλαρι Κλίντον λοιπόν ήταν εκ φύσεως αδύνατο να εκφράσει την πολιτική αγωνία των χειρωνακτών εργατών, στους οποίους απευθύνεται ο Τραμπ,  αποφεύγοντας μάλιστα να αμφισβητεί το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση, που αποτελεί κόκκινο πανί για το κόμμα του, παρότι μάλιστα οι ψηφοφόροι του δεν ανήκουν στα χαμηλά αμειβόμενα στρώματα. Με βάση δημοσκοπήσεις το  μέσο τους ετήσιο εισόδημα ανέρχεται σε 72.000 δολάρια, πολύ πάνω από το μέσο εισόδημα των οπαδών του Σάντερς και της Κλίντον. Το γερμανικό περιοδικό Σπίγκελ ερμήνευε αυτό το παράδοξο γράφοντας πως «η υποστήριξη στον Τραμπ υπογραμμίζει το φόβο της μεσαίας τάξης της Αμερικής απέναντι στην οικονομική και κοινωνική πτώση».

Κατά τον Μάικλ Μουρ ο Τραμπ αποτελεί επίσης μια στροφή 180 μοιρών απέναντι στο «πολίτικαλ κορέκτ» που εισήγαγε ο Μπιλ Κλίντον τη δεκαετία του ’90 κι έφτασε στο απόγειό του με τον Μπαράκ Ομπάμα ως πρώτος μαύρος πρόεδρος της Αμερικής ενώ διεκδικεί τον τερματισμό του με την Χίλαρι Κλίντον ως πρώτη γυναίκα πρόεδρος της. Στην πραγματικότητα, η αδυναμία της Κλίντον να πείσει ότι η θητεία της στο Λευκό Οίκο ισοδυναμεί με την αναβάθμιση της θέσης της γυναίκας και η ακόλουθη επιστροφή του πιο χυδαίου και κτηνώδους μισογυνισμού που εκπροσωπεί ο Τραμπ μπορεί να μην είχε συμβεί αν στη διάρκεια της θητείας του πρώτου μαύρου προέδρου η μαύρη κοινότητα δεν συγκλονιζόταν από τις αλλεπάλληλες δολοφονίες μαύρων πολιτών από την αστυνομία. Μόνο το 2015 σκοτώθηκαν από την αστυνομία περισσότεροι από 100 άοπλοι μαύροι! Αποδείχθηκε εν ολίγοις ότι ένας μαύρος ή μια γυναίκα πρόεδρος δεν αποτελούν ένα πρώτο βήμα στην κατάργηση των φυλετικών ή έμφυλων διακρίσεων αλλά τη βασιλική οδό για τη διαιώνισή τους, ένα αδιαπέραστο πέπλο για τη συγκάλυψή τους. Το πρόβλημα επομένως δεν είναι ο ζωώδης πολιτικός πολιτισμός του Τραμπ, που αποτελεί την πιο τρανή απόδειξη για το ότι η Αμερική , αντίθετα με σχεδόν όλα τα άλλα κράτη του κόσμου, πέρασε κατ’ ευθείαν από τη βαρβαρότητα στην παρακμή, χωρίς ποτέ να περάσει από το ενδιάμεσο στάδιο του πολιτισμού, το οποίο προσπέρασε πιθανά ως περιττό. Το πρόβλημα είναι η υποκρισία των Δημοκρατικών.

Τέλος, για τον Μάικλ Μουρ ο Τραμπ, τον οποίο το Σπίγκελ χαρακτήρισε από τον Ιανουάριο κιόλας ως τον πιο επικίνδυνο άνθρωπο στον κόσμο, νεκρανασταίνει το φαινόμενο Τζέσι Βεντούρα, του επαγγελματία πυγμάχου που οι ψηφοφόροι της Μινεσότα εξέλεξαν ως κυβερνήτη τη δεκαετία του ’90 παίρνοντας έτσι την εκδίκησή τους απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Η αλήθεια είναι πως το πιο συντριπτικό πλήγμα απέναντι στο αμερικάνικο πολιτικό σύστημα θα ήταν ο υποψήφιος Μπέρνι Σάντερς. Η ηγεσία ωστόσο του Δημοκρατικού κόμματος, κι όχι οι ψηφοφόροι του, είχε διαφορετική άποψη. Με βάση σχεδόν 2.000 μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που αποκαλύφθηκαν μέσω των Wikileaks η ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος μεροληπτούσε συστηματικά υπέρ της Χίλαρι Κλίντον, αλλοιώνοντας έτσι τη γνώμη των μελών και ψηφοφόρων του κόμματος, σε βάρος του Σάντερς που δήλωνε σοσιαλιστής (κάτι όχι και τόσο συνηθισμένο στις ΗΠΑ) κι ο οποίος κατάφερε να προκαλέσει μια πρωτοφανή κινητοποίηση. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο Τραμ εμφανίστηκε για πρώτη φορά να κερδίζει στις δημοσκοπήσεις (με 45,6% έναντι 44,7% της Κλίντον) στις 27 Ιουλίου 2016, μια μέρα μετά την αναγόρευση της πρώην Πρώτης Κυρίας ως επίσημης υποψήφιας των Δημοκρατικών στο συνέδριο του κόμματος. Ελλείψει λοιπόν ενός πραγματικού αντίπαλου δέους, όπως μπορούσε να εξελιχθεί ο Σάντερς, ως γροθιά στο κατεστημένο εμφανίζεται ο Τραμπ. Κι είναι κάτι για τα οποίο φρόντισε η ηγεσία των Δημοκρατικών…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα στις 29 Ιουλίου 2016