«Σοσιαλισμός» για τους κερδοσκόπους (Πριν, 7/10/2008)

Νέα κατάρρευση μεγάλης τράπεζας

ΣΥΝΕΧΕΙΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΕΣ

Κυριολεκτικά χωρίς τέλος είναι το θρίλερ της χρεοκοπίας αμερικανικών τραπεζικών κολοσσών. Μόλις προχτές, Παρασκευή – κι ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι με έναν αναπάντεχο τρόπο πάγωσαν πρόσκαιρα την έγκριση του μυθικού ποσού των 700 δισ. δολ. γα τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος, ανεβάζοντας την αγωνία για την επόμενη μέρα στα ύψη – μία νέα τράπεζα, η Washington Mutual που ιδρύθηκε το 1889(!) οδηγήθηκε στην χρεοκοπία. Η WaMu όπως ήταν αλλιώς γνωστή πουλήθηκε στην JP Morgan έναντι 1,9 δισ. δολαρίων, η οποία άμεσα θα παραγράψει από το χαρτοφυλάκιο της εξαγορασθείσας κτηματικά δάνεια ύψους 31 δισ. δολ. Κι αυτή μάλιστα δεν θα είναι η πρώτη φορά, καθώς μόλις τον Ιούλιο προχώρησε στην παραγραφή στεγαστικών δανείων ύψους 10,9 δισ. προσπαθώντας έτσι να περιορίσει τις ζημιές της που είχαν φθάσει τα 3 δισ. δολ. το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους και να στηρίξει την μετοχή της που έφθασε να καταγράφει απώλειες της τάξης του 95%! Μάταια όμως. Κι αυτή η τράπεζα ήρθε να προστεθεί στην μακρά αλυσίδα των χρεοκοπιών που συγκλονίζουν τη Νέα Υόρκη, ξανασχεδιάζοντας το χάρτη του αμερικανικού καπιταλισμού. Η πρώτη, από τις μεγάλες τράπεζες πάντα, που άνοιξε το χορό ήταν η Bear Sterns που αγοράστηκε κι αυτή από την JP Morgan. Ακολούθησε η Merrill Lynch που αγοράσθηκε από την Bank Of America, η Lehman Brothers που χρεοκόπησε, κι ο μεγαλύτερος ασφαλιστικός κολοσσός του κόσμου American International Group που μαζί με τις κτηματικές τράπεζες Fannie Mae και Freddie Mac γεύτηκαν πριν απ’ όλους μας τα καλά του σοσιαλισμού χάρη στη βαθιά τσέπη του αμερικανικού δημόσιου.

Ειδικά στην περίπτωση του ασφαλιστικού γίγαντα της AIG (που κατείχε τεράστιο μερίδιο στις αντασφάλειες, δηλαδή την ασφαλιστική κάλυψη σε τράπεζες και άλλες ασφαλιστικές εταιρείες) η σωσίβια λέμβος που έριξε το δημόσιο την τελευταία έστω στιγμή απέτρεψε ένα ολέθριο φαινόμενο ντόμινο που θα έδινε στην τωρινή χρηματοπιστωτική κρίση κυριολεκτικά ολέθριες διαστάσεις. Ο κίνδυνος ήταν σαφής: Η κρίση να πάψει να δοκιμάζει τις πιστωτικές αγορές και να επεκταθεί σε όλο τον τραπεζικό κλάδο με άμεσες καταστρεπτικές συνέπειες και για την ίδια την καπιταλιστική παραγωγή καθώς ο «συλλογικός αποταμιευτής», οι τράπεζες δηλαδή θα αναγκαζόταν να κατεβάσει τα ρολά. Το πείραμα πέτυχε με την AIG (υπό την έννοια ότι αποφεύχθηκε το ντόμινο και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης που παρέχουν ως έσχατοι εγγυητές ανάλογα τμήματα του κεφαλαίου) και αμέσως μετά, την προηγούμενη Παρασκευή έπεσε στο τραπέζι μια πρόταση που ισοδυναμεί με το μεγαλύτερο οικονομικό πραξικόπημα που έχει γίνει ποτέ εις βάρος των εργαζομένων παρότι δεν επεδίωκε τίποτ’ άλλο παρά με έναν συνεκτικό κι ενιαίο τρόπο να εφαρμόσει την πείρα από τις κρατικοποιήσεις των τελευταίων εβδομάδων, γενικεύοντας τη χρήση αυτού του εργαλείου: ένα πακέτο ύψους 700 δισ. δολ. το οποίο θα διαχειριζόταν ο ίδιος ο υπουργός Οικονομίας των ΗΠΑ, Χένρι Πόλσον, διευθυντής της Goldman Sachs μέχρι να γίνει … ένας ταπεινός υπηρέτης του δημόσιου συμφέροντος, ενώ στον ίδιο νόμο υπήρχε ο όρος ότι ουδέποτε πρόκειται να διωχθεί για τη διαχείριση αυτών των χρημάτων!!!

Το σχέδιο της αμερικανικής κυβέρνησης να ξοδέψει 700 δισ. δολ. για να μαζέψει από την αγορά όλα τα «τοξικά ομόλογα», ατράνταχτο πειστήριο της κενότητας των νεοφιλελεύθερων διακηρύξεων όταν πρέπει να διασωθεί το κεφάλαιο, θα σημάνει μια πρωτοφανή σε ύψος μεταβίβαση κεφαλαίων στην αστική τάξη.

Για την πλειοψηφία τον πιο άγριο καπιταλισμό της ανεργίας και των περικοπών επιφυλάσσει ο Μπους

 

Το άκουσμα της είδησης ότι το κράτος θα σώσει τους κερδοσκόπους από τη χρεοκοπία καταβάλλοντας άμεσα υπό τη μορφή ρευστού 700 δισ. δολ. προκάλεσε σοκ, παντού. Στην Αριστερά και όσους στέκονται κριτικά απέναντι στη νεοσυντηρητική επέλαση γιατί απλά αν εγκριθεί αυτό το ποσό τότε για δεκαετίες θα πρέπει οι Αμερικανοί να ξεχάσουν και την παραμικρή κοινωνική παροχή. Δεν πρόκειται για ένα τυχαίο ποσό, πολύ περισσότερο αν σε αυτά τα 700 δισ. προσθέσουμε τα 85 δισ. που ήδη δόθηκαν για την AIG, τα 200 δισ. δολ., που δόθηκαν για Fannie και Freddie τα 29 δισ. δολ. για την Bear Sterns και πολλά ακόμη. Για να φανεί το πραγματικό μέγεθος αυτών των ποσών πρέπει να τα αντιπαραβάλλουμε με ορισμένα άλλα μεγέθη. Για παράδειγμα, η εξαγγελία του Μπάρακ Ομπάμα για ένα νέο διευρυμένο πρόγραμμα υγείας (κατά πολύ υποδεέστερο του στόχου της καθολικής υγειονομικής κάλυψης) με αφορμή την οποία δέχθηκε τρομερές επιθέσεις καθώς χαρακτηρίστηκε πολύ δαπανηρή κι επομένως ανεύθυνη, μια και θα έθετε σε κίνδυνο τα δημόσια οικονομικά, θα κοστίσει από 50 ως 65 το πολύ δισ. Ούτε το 10% δηλαδή του κόστους που θα έχει το πρόγραμμα «σοσιαλισμός για τους κερδοσκόπους»! Επίσης το συνολικό ποσό εξωτερικού χρέους του Τρίτου Κόσμου που έχουν παραγράψει οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες υπό την εποπτεία του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας (που αναλάμβαναν την ευθύνη να ελέγχουν κατά πόσο οι πάλαι ποτέ υπερχρεωμένες χώρες θα εφαρμόσουν τα μέτρα φιλελευθεροποίησης της αγοράς που τους επιβάλλονταν ως αντίτιμο) από το 1970 μέχρι το 2006 ήταν «μόνο» 334 δισ. δολ. Λιγότερα δηλαδή κι από τα μισά που θα πάρει η Γουόλ Στριτ. Γίνεται έτσι φανερό ότι η επιχορήγηση προς το κεφάλαιο που θα επιβαρύνει κάθε κάτοικο της Αμερικής με 2.000 δολάρια ισοδυναμεί με την μεγαλύτερη σε βάθος και χρονικό ορίζοντα επιχείρηση αναπροσανατολισμού των δημοσίων δαπανών που έχει συμβεί ποτέ στις ΗΠΑ.

Εχθρικά απέναντι στο πακέτο των Πόλσον – Μπερνάνκι (κεντρικός τραπεζίτης των ΗΠΑ που το εισιτήριο για τη θέση του προέδρου το έδωσε η προνοητικότητά του να κάνει διδακτορικό για την κρίση του ’29) στάθηκε όμως και κομμάτι του αμερικανικού συντηρητικού κατεστημένου. Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι από τους κόλπους των Ρεπουμπλικάνων εγέρθηκαν οι ενστάσεις που πάγωσαν την τελευταία στιγμή την ψήφισή του. Οι πρώτες επίσημες αντιδράσεις διατυπώθηκαν σε ένα κείμενο που συντάχθηκε στο λίκνο του νεοσυντηρητισμού το Πανεπιστήμιο του Σικάγου και υπογράφθηκε από 150 κορυφαίους οικονομολόγους. Στον πυρήνα της κριτικής του ήταν το αφοπλιστικό επιχείρημα …«έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός». Αυτό που στην πράξη ήθελαν να αποτρέψουν ήταν μια επιχείρηση διάσωσης η οποία μπορεί να αποσοβεί τα χειρότερα (κατάρρευση τραπεζικού συστήματος και άμεση μετάσταση της στην μεταποίηση οδηγώντας σε φαινόμενα ’29 όταν η ανεργία είχε ξεπεράσει το 30%) ωστόσο παρατείνει τη διάρκεια της κρίσης, προετοιμάζοντας τους όρους για το ξέσπασμά της σε ένα νέο τομέα της καπιταλιστικής οικονομίας μέσα σε πέντε το πολύ δέκα χρόνια, όπως συνέβη άλλωστε και με την φούσκα της νέας τεχνολογίας του 2000, μετεξέλιξη της οποίας είναι η τρέχουσα. Το «καθαρό» νεοσυντηρητικό σχέδιο επίλυσης της κρίσης έχει από πίσω του μια ολόκληρη ανάλυση που αποδίδει ακόμη και τη σημερινή δυσπραγία στο γεγονός ότι ποτέ από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα δεν κόπηκαν τα ξερά κλαδιά του δένδρου με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν ακόμη να ανθίσουν τα καινούργια. Ας γίνει τώρα, λένε. Σημαντικές ενστάσεις εγείρονται επίσης, πάλι από συντηρητική σκοπιά, και για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες που θα έχει το σχέδιο διάσωσης για την υπόσταση των ίδιων των ΗΠΑ. Ισοδυναμώντας το επίμαχο πακέτο κατά ένα άλλο παράδειγμα με έναν νέο πόλεμο αντίστοιχο του Ιράκ, τι πόροι θα απομείνουν διαθέσιμοι για μια ώρα ανάγκης έτσι ώστε να διασφαλιστεί η αμερικανική ηγεμονία;

Όσο κι αν έχουν βάση όλες αυτές οι ενστάσεις θεωρούμε κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι θα ψηφιστεί η εκταμίευση των 700 δισ. δολ. γιατί διαφορετικά ένας Αρμαγεδώνας χρεοκοπιών είναι θέμα ημερών. Όσο για τις αντιρρήσεις, αυτές  εκτείνονται σε ένα βάθος χρόνου, μακροπρόθεσμα, «όταν όλοι θα είμαστε νεκροί» όπως απαντούσε κι ο ίδιος ο Κέινς, σε όσους αντέτειναν στις προτάσεις του μακροπρόθεσμα μέτρα. Η διαφορά είναι πως εκείνες οι προτάσεις του αφορούσαν τα επιδόματα ανεργίας, ενώ σήμερα ο κεϋνσιανισμός του Μπους αφορά την αστική τάξη που στα χέρια της τις μετοχές των κλονιζόμενων κολοσσών. Ενδεικτικά μόνο να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό The Nation, το 34% των μετοχών των χρηματοπιστωτικών εταιρειών βρίσκεται στα χέρια του 1% των Αμερικανών, ενώ ένα μεγαλύτερο δείγμα – ικανό να δείξει το τέλος του λαϊκού καπιταλισμού ακόμη κι εκεί που δοξάστηκε, το 51% των μετοχών συγκεκριμένα, βρίσκεται στα χέρια μόλις του 9%. Αυτό ακριβώς το τμήμα του πληθυσμού θα είναι ο αποκλειστικός ωφελημένος της επιχείρησης διάσωσης που αν ολοκληρωθεί θα σηματοδοτήσει την μεγαλύτερη κρατικοποίηση που έχει γίνει ποτέ από καταβολής καπιταλισμού και σοσιαλισμού καθώς θα περιέλθουν απ’ ευθείας στο κράτος δάνεια αρχικής αξίας 6 τρισ. δολ. που αντιστοιχούν στο 45% της ετήσιας παραγωγής των ΗΠΑ.

Υπάρχουν ωστόσο σοβαρότερα προβλήματα που άρχισαν να εμφανίζονται με επίκεντρο τη διάθεση των 700 δισ. τα οποία σε τελική ανάλυση αποκαλύπτουν την αμφίβολη αποτελεσματικότητα ακόμη κι αυτού του μυθικού ποσού ενώ φέρνουν στην επιφάνεια την ασύλληπτη κομπίνα που στήθηκε με τα επισφαλή στεγαστικά δάνεια τα οποία χορηγούνταν αφειδώς και μέσω της τιτλοποίησής τους αποτέλεσαν το εύφλεκτο υλικό για το ξέσπασμα της κρίσης. Το ερώτημα που από την πρώτη στιγμή τέθηκε στον υπουργό Οικονομίας, εξηγώντας γιατί ήθελε να εξασφαλίσει με νόμο και το ακαταδίωκτό του, ήταν το εξής: Σε ποια τιμή θα αγοράσει τα λεγόμενα «τοξικά ομόλογα» (τραβώντας τα έτσι από την αγορά μία και έξω με την ελπίδα να την καθαρίσει και να βρει το βηματισμό της χωρίς αυτά τα ασήκωτα βαρίδια – αυτό είναι σε αδρές γραμμές το σχέδιο) που ως υποθήκη έχουν ακίνητα όταν η τιμή τους έχει μειωθεί κατακόρυφα, ενώ τα ίδια τα δάνεια δεν πρόκειται ποτέ να πληρωθούν. «Τον Ιούλιο η Merrill Lynch προσπαθώντας να στηρίξει τα οικονομικά της πούλησε επενδύσεις συνδεδεμένες με κτηματικά δάνεια της συμφοράς ύψους 31 δισ. δολ για 22 σεντς το κάθε δολάριο.  Τον προηγούμενο Νοέμβρη η Citabel ένα μεγάλο κεφάλαιο αντισταθμιστικού κινδύνου στο Σικάγο αγόρασε χρεόγραφα κτηματικών δανείων και άλλων επενδύσεων ύψους 3 δισ. δολ. για 27 σεντς το δολάριο. Αλλά ο χρηματοπιστωτικός γίγαντας της Citigroup αποτιμά μια παρόμοια επένδυση στα βιβλία της με 61 σεντς το δολάριο», έγραφε η Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν της Παρασκευής. Πίσω από αυτή τη διάσταση κρύβονται βαθιές αντιθέσεις που αφορούν δύο σκέλη. Το πρώτο είναι η έκταση της αναγκαίας διόρθωσης καθώς οι τιμές των ακινήτων είχαν αυξηθεί σε εντελώς παράλογα επίπεδα. Αυτό συνέβη ως αποτέλεσμα της πλημμυρίδας ρευστού που είχε κατακλύσει την αγορά και της πολιτικής της άνευ όρων δανειοδότησης που ακολουθούσαν οι τράπεζες, στο βαθμό που εξασφάλιζαν ρευστό δίνοντας για εγγύηση τα επισφαλή δάνεια που μόλις είχαν πουλήσει, κι αυτά μάλιστα με τη καλύτερη δυνατή εγγύηση από τις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Έτσι δημιουργούταν ένας φαύλος κύκλος που στο όνομα της ατομικής διασφάλισης επέφερε τη συλλογική ανασφάλεια και επικαλούμενος τη διαχείριση του κινδύνου τον διέχεε σε όλη την έκταση του τραπεζικού συστήματος με αποτέλεσμα σήμερα κανείς να μην ξέρει που βρίσκονται τα τοξικά ομόλογα κι ακόμη να μην μπορεί να υπολογίσει την αξία τους. Προσφέρεται για πολλά συμπεράσματα το γεγονός ότι οι ίδιες οι αμερικανικές αρχές και μιλάμε για τον υπουργό Οικονομία και τον κεντρικό τραπεζίτη, πριν ένα χρόνο εκτιμούσαν τα ομόλογα που είχαν εκδοθεί στη βάση επισφαλών δανείων, σε 50 δισ. δολ.! Η δεύτερη αιτία που πιέζει προς τα κάτω τις τιμές υπαγορεύεται από μια υποτιμητική, καταστροφική στη φύση της, τάση την οποία μάχεται να αποτρέψει η κυβέρνηση για να μην επεκταθεί και σε άλλους τομείς.

Συρρίκνωση του χρηματοπιστωτικού τομέα

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΑΠΟΡΥΘΜΙΣΗΣ ΗΤΑΝ Η ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΝΑ ΕΚΔΗΛΩΘΕΙ Η ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρώτο θύμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης που συγκλονίζει τις ΗΠΑ θα είναι ο χρηματοπιστωτικός της τομέας, καθώς ένας ολόκληρος κλάδος, οι επενδυτικές τράπεζες αφού πρώτα οδήγησαν την κερδοσκοπία στα ουράνια φθάνοντας να χορηγούν 35 δολάρια σε δάνεια για κάθε 1 δολάριο που είχαν στο ενεργητικό τους, οδεύει προς εξαφάνιση. Παράλληλα η υποτίμηση των χρεογράφων που κυκλοφορούν στην αγορά θα σηματοδοτήσει τη συρρίκνωση του τομέα και του πιστωτικού κεφαλαίου από τα επίπεδα που βρίσκεται σήμερα. Ενδεικτικά, η παγκόσμια αγορά πιστώσεων περιλαμβανομένων δανείων, ομολόγων και παραγώγων μόνο μέσα σε μια δεκαετία έχει τετραπλασιασθεί: από 3 φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ έχει φθάσει να ισοδυναμεί με 12 φορές! Τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνουν τα παράγωγα, που ακόμη κι ο μεγαλύτερος μετρ της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, Γουόρεν Μπάφετ έχει χαρακτηρίσει ως «χρηματοοικονομικά όπλα μαζικής καταστροφής» παραπέμποντας στα όπλα μαζικής καταστροφής που επικαλείται η Ουάσινγκτον. Στο Τέλος του 2007 η αξία τους ανερχόταν σε 60 τρισ. δολ. όταν μόλις δύο χρόνια πριν ήταν στο ένα τέταρτο: μόλις 15 δισ. δολ.!

Το δεύτερο θύμα της κρίσης θα είναι το καθεστώς απορύθμισης και παντελούς έλλειψης ελέγχων και κανόνων που έχει επιβληθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 στη σφαίρα που αγκαλιάζει τράπεζες – ασφάλειες – χρηματιστήρια και θεωρήθηκε υπαίτιο για την σημερινή κρίση. Αντίθετα, λένε οι σφοδρότεροι επικριτές του, στην ηπειρωτική Ευρώπη λόγω των αυστηρών κανόνων που περιλαμβάνονται στο εποπτικό πλαίσιο Βασιλεία ΙΙ (που έχει πάρει την ονομασία του από την ελβετική πόλη που είναι η έδρα της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών) δεν παρατηρήθηκε κανένα σχετικό φαινόμενο κρίσης. Με αφορμή μάλιστα αυτή την αντιπαράθεση δημιουργήθηκε μια ανίερη συμμαχία που ξεκίνησε από την Μέρκελ η οποία απέρριψε κατηγορηματικά κάθε σκέψη για τη δημιουργία στην Ευρώπη ενός αντίστοιχου κεφαλαίου που θα σώζει τα λαμόγια, πέρασε από τον διευθυντή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που έγραφε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς ότι «αυτή η κρίση είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας των ρυθμίσεων» κι έφθασε μέχρι τον Γιωργάκη που έγραφε στον Κόσμο του Επενδυτή το προηγούμενο Σάββατο πως «βασική αιτία για την κρίση υπήρξε η απορύθμιση των αγορών προϊόντων και κεφαλαίου».

 ΕΡΧΕΤΑΙ ΥΦΕΣΗ

Μην πυροβολείτε τους κερδοσκόπους

ΧΑΜΗΛΑ ΠΟΣΟΣΤΑ ΚΕΡΔΟΥΣ

 

Σε όλη τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης ειπώθηκαν δύο μισές αλήθειες που μαζί κάνουν ένα τεράστιο ψέμα. Η πρώτη ρίχνει την πέτρα του αναθέματος στην αυτονόμηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και την ασυδοσία που απολαμβάνει στο καθεστώς της απελευθέρωσης χρεώνοντάς έτσι του όλη την ευθύνη για την κρίση. Έτσι όμως εξαφανίζεται πρώτο, η διασύνδεση του με τον τομέα παραγωγής υλικών αγαθών, δεύτερο, η ενότητα των διαφορετικών σφαιρών στο πλαίσιο του τρόπου παραγωγής και τρίτο ο διαλεκτικός πάντα επικαθορισμός του νομικού πλαισίου που ρυθμίζει την ανταλλαγή και την κυκλοφορία χρήματος και εμπορευμάτων από την παραγωγή. Όσο αλήθεια είναι ότι ουδέποτε η κερδοσκοπία και η ανάληψη κινδύνου θα είχαν φθάσει σε τέτοιες δόξες αν δεν υπήρχε στις αγγλοσαξονικές χώρες το περιβάλλον απορύθμισης επάνω στο οποίο φύτρωσαν και άνθισαν τα δηλητηριασμένα φρούτα της τιτλοποίησης και των επισφαλών δανείων άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι πίσω από τις διψήφιες αποδόσεις της τάξης του 25% που τώρα όλοι καταδικάζουν αυτό που κρύβεται είναι τα χαμηλά ποσοστά κέρδους και τα εμπόδια που ορθώνονται στην αξιοποίηση του κεφαλαίου από την κρίση του 1970 και μετά. Οι εξωπραγματικές αποδόσεις των τοποθετήσεων στα παράγωγα και των – υπό καθεστώς παρανομίας πια – «σορτάκηδων» ερχόντουσαν να συμπληρώσουν τα χαμηλά ποσοστά κέρδους και τον μειούμενο όγκο κερδών εκεί που παράγονται οι νέες αξίες και η υπεραξία. Το αίτημα παραγραφής χρεών ύψους 25 δισ. που διατυπώθηκε από το λίκνο της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας το Ντιτρόιτ, παράλληλα με τα παζάρια που έκανε ο Πόλσον με τη Γουόλ Στριτ, δείχνει τη βαθύτερη δομική κρίση, πτώσης του ποσοστού κέρδους, που δοκιμάζει τον αμερικανικό καπιταλισμό.

Άλλωστε, εκτός των ακραίων καταστάσεων, οι υπερτιμημένες αξίες δεν είναι παρά ανεκπλήρωτες προσδοκίες και προεξοφλήσεις αυξημένων κερδών που έμειναν ευσεβείς πόθοι.

Από την άλλη παρότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες δεν επιδόθηκαν στον κανιβαλισμό των αμερικανικών, οι οποίες θα κοιτούν με λιγότερη αλαζονεία πλέον τους ανταγωνιστές τους, η έκταση του Ατλαντικού δε φάνηκε αρκετή για να τις σώσει από την αμερικανική κρίση. Τα πολύ σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε στην αμερικανική αγορά η γερμανική Deutsche Bank (αναγκαζόμενη να παραγράψει δάνεια ύψους 11 δισ. δολ.) η ελβετική UBS (λόγω της έκθεσής της στα ενυπόθηκα δάνεια) κι η Societe General (άσχετα αν τα φόρτωσε σε έναν αντικριστή της) δείχνουν ότι όλες οι μεγάλες τράπεζες αξιοποίησαν τα τεράστια περιθώρια κέρδους που παρείχε η απελευθερωμένη από υποχρεώσεις τήρησης σημαντικών αποθεματικών αμερικανική πιστωτική αγορά αφήνοντας τους κανόνες της Βασιλείας ΙΙ για όσους ανταγωνιστές τους δεν είχαν τα εφόδια να αγγίξουν το αμερικανικό όνειρο. Κατά τ’ άλλα στο εσωτερικό της Ευρώπης, όπως και στις ΗΠΑ, το τραπεζικό κεφάλαιο δεν έχει πάψει να επεκτείνεται εις βάρος της παραγωγής κι η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή δεν έπαψε να σέρνεται από τους βραχυχρόνιους στόχους των τριμηνιαίων καταστάσεων που είναι υποχρεωμένες να δημοσιεύουν οι εισηγμένες προς δόξα της βραχυπρόθεσμης απόδοσης. Ακόμη δηλαδή κι όταν δεν δουλεύουν για τους βιομηχάνους δεν είναι μόνοι τους οι τραπεζίτες στην αναζήτηση του γρήγορου κέρδους.

Άμεσο αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης θα είναι η ύφεση που θα πλήξει την καπιταλιστική παραγωγή μέσω της αύξησης του κόστους κεφαλαίου ως αποτέλεσμα της μείωσης των διαθέσιμων κεφαλαίων και της αύξησης του κόστους του χρήματος, που θα προέλθει από την αύξηση των επιτοκίων. Αυτό θα συμβεί στο πλαίσιο του πιο αισιόδοξου σεναρίου που τα αμερικανικά νομοθετικά σώματα θα εγκρίνουν τη χορήγηση των 700 δισ. δολ. Η πτώση των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης με τη σειρά της θα φέρει λουκέτα και ανεργία εγκαινιάζοντας ένα νέο γύρο επίθεσης του κεφαλαίου. Εκτός κι αν…

Αναζητώντας φάρμακα για την κρίση (Πριν, 27/1/2008)

Πτώση των τιμών των μετοχών

ΣΗΜΑΔΙΑ ΚΡΙΣΗΣ

Έτριξε η γη κάτω από τα χρηματιστήρια όλου του κόσμου την περασμένη Δευτέρα. Από την Ευρώπη μέχρι την Ασία, εξαιρουμένων των Ηνωμένων Πολιτειών που για καλή τους τύχη είχαν αργία εκείνη την ημέρα για να τιμήσουν τον Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, η βουτιά που κατέγραψαν ήταν πρωτοφανή στο συγχρονισμό αλλά και το βάθος της για ολόκληρη την τελευταία δεκαετία. Έτσι οι αντιπροσωπευτικότεροι χρηματιστηριακοί δείκτες της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας και της Ινδίας έπεσαν κατά 7%, της Σιγκαπούρης και του Λονδίνου κατά 6%, του Χονγκ Κονγκ κατά 5%, του Τόκιο κατά 4%, κοκ.

Το πρόβλημα ωστόσο δεν αφορά μόνο τις τιμές των μετοχών και τις τεράστιες απώλειες που καταγράφουν ακόμη κι όταν συνυπολογίσουμε τις απρόβλεπτες ανόδους που ενίοτε ακολουθούν, αγοράζοντας στη φθήνια ότι με πάταγο κατέρρευσε την προηγούμενη μέρα. Το πρόβλημα πλέον είναι ότι η κρίση έχει περάσει και στα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας, ειδικότερα αυτής των ΗΠΑ που δίνει τον παγκόσμιο ρυθμό. Έτσι, πολυεθνικές επιχειρήσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα των οποίων ο ισολογισμός στο παρελθόν ξεπερνούσε το ΑΕΠ δεκάδων χωρών βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης. Η Μπανκ οφ Αμέρικα, για παράδειγμα, είδε τα κέρδη της το τελευταίο τρίμηνο του 2007 να μειώνονται κατά 95%, φθάνοντας τα 268 εκ. δολ. από 5,26 δισ. το αντίστοιχο τρίμηνο του προηγούμενου χρόνου. Η Μέριλ Λιντς, ακόμη χειρότερα, είδε σχεδόν ακέραια τα κέρδη του 2006 να μετατρέπονται σε ζημιές: Από 7,5 δισ. δολάρια κέρδη το 2006, το χρόνο που μας πέρασε κατέγραψε ζημιές ύψους 7,8 δισ. Ανάλογη κατάσταση, αν και όχι τόσο δραματική, ισχύει για τις περισσότερες αμερικανικές τράπεζες, καθώς όλες σχεδόν περιέλαβαν στο χαρτοφυλάκιό τους στεγαστικά δάνεια. Την ραγδαία επιδείνωση του οικονομικού κλίματος στις ΗΠΑ επιβεβαιώνει η πτώση των κερδών των αμερικάνικων εισηγμένων επιχειρήσεων το τελευταίο τετράμηνο του 2007 κατά περίπου 10%, η μείωση της απασχόλησης, ως αποτέλεσμα των χρεοκοπιών και των απολύσεων, η συρρίκνωση των καταναλωτικών δαπανών ως αποτέλεσμα της ανόδου των τιμών των τροφίμων και της ενέργειας, η πτώση της αξίας των κατοικιών που διαλύει βίαια την αυταπάτη πλουτισμού που δημιουργούσε η συνεχής άνοδος της τιμής τους ως αποτέλεσμα της φούσκας των ακινήτων και πιο εμφατικά οι πανικόβλητες πολιτικές παρεμβάσεις για την αναθέρμανση της οικονομίας, όπως το πακέτο κινήτρων – μαμούθ που ανακοίνωσε ο Μπους την προηγούμενη Παρασκευή και η εσπευσμένη και απροσδόκητη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων την προηγούμενη Δευτέρα.

Από τις πιο βίαιες των μεταπολεμικών χρόνων θα είναι η κρίση που ξέσπασε στον αμερικανικό καπιταλισμό, σύμφωνα με πολλούς εκπροσώπους της αστικής τάξης, ενώ είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα επηρεάσει σημαντικά τις περισσότερες χώρες του κόσμου που εξάγουν στις ΗΠΑ

Ημίμετρα η μείωση των επιτοκίων και το πακέτο κινήτρων ύψους 150 δισ. δολαρίων

 

Ένα από τα πιο πρωτότυπα γεγονότα του περυσινού Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός ήταν μία συζήτηση που πραγματοποιήθηκε σε μια …σκοτεινή αίθουσα, όπου οι συνομιλητές έπρεπε να ανταλλάξουν απόψεις κυριολεκτικά στα τυφλά. Η σκέψη αυτή αποδείχτηκε αν μη τι άλλο προφητική, γιατί και τώρα ακριβώς υπό τις ίδιες συνθήκες μηδενικής ορατότητας (που αποδεικνύει πόσος άχρηστος είναι ο διαρκώς αυξανόμενος όγκος στοιχείων που μαζεύουν τα λογιστήρια και οι στατιστικές υπηρεσίες) καλούνται να πάρουν αποφάσεις για το μέλλον της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας με τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει η τρέχουσα κρίση να αγγίζουν όλο σχεδόν το φάσμα των δυνατών αποκρίσεων. Αυτό το κλίμα αβεβαιότητας αναπαρήγαγαν οι γερμανικοί Φαϊνάνσιαλ Τάιμς τη Δευτέρα όταν σχολιάζοντας το πακέτο κινήτρων του Μπους έγραφαν: «Αλλά το πρόβλημα είναι πως κανένας δεν ξέρει αν ακόμη κι αυτό θα είναι αρκετό. Υπάρχει ένας αυξανόμενος φόβος παντού ότι η οικονομική κρίση έχει μόλις ξεκινήσει και κάθε τι θα εξελιχθεί πολύ χειρότερα».

Αναφερόμενοι λοιπόν στα σημαντικότερα ερωτήματα ξεχωρίζουμε πρώτο, τη χρονική διάρκεια και το βάθος της κρίσης* δεύτερο, το γεωγραφικό βεληνεκές της* και τρίτο τα μέτρα που κρίνονται αποτελεσματικότερα, απ’ όσα είναι διαθέσιμα, για την αντιμετώπισή της.

Η αμερικάνικη οικονομία με βάση τις επίσημες στατιστικές από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο διέρχεται μια ύφεση κάθε έξι χρόνια, με αποτέλεσμα να έχουμε μέχρι τώρα 10 τέτοιες διαταραχές της ομαλής αναπαραγωγής του κεφαλαίου οι οποίες διαρκούν από 8 έως 16 μήνες. Σημαντικότερη δε εξ αυτών ήταν ομολογουμένως η κρίση που ξέσπασε το Νοέμβριο του 1973 για να λήξει τυπικά τον Μάρτιο του 1975 αλλά στην πραγματικότητα ποτέ, μια και το αραβικό εμπάργκο στο πετρέλαιο μπορεί να τερματίστηκε κανένα όμως από τα κρισιμότερα στοιχεία που δείχνουν την ευρωστία της κεφαλαιακής συσσώρευσης δεν άγγιξε ξανά τις επιδόσεις των λεγόμενων χρυσών χρόνων της δεκαετίας του ’60. Ο κίνδυνος που ελλοχεύει είναι η τρέχουσα διαταραχή να ξεπεράσει σε βάθος τις συνηθισμένες κυκλικές διακυμάνσεις και να αποδειχτεί εξ ίσου βαθιά με αυτήν του 1973. Δε λείπουν αναλυτές (όπως για παράδειγμα στην Ουάσινγκτον Ποστ της Δευτέρας) που προμηνύουν κρίση ανάλογη της Μεγάλης Κρίσης του 1930, ενώ οι περισσότεροι αναλυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για μια παρατεταμένη ύφεση ανάλογης εκείνης που έπληξε την Ιαπωνία ολόκληρη σχεδόν τη δεκαετία του ’90 και την Ευρώπη την ίδια περίοδο σε μικρότερο όμως βαθμό και ακόμη μικρότερη χρονική διάρκεια.

Η διχογνωμία για το βάθος της κρίσης επιτείνεται από την πλήρη άγνοια που επικρατεί σε ότι αφορά τις πραγματικές ζημιές από τα στεγαστικά δάνεια χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας, καθώς το κλείσιμο της χρονιάς ναι μεν έφερε στην επιφάνεια πολύ μεγαλύτερες μαύρες τρύπες απ’ ότι αρχικά διατείνονταν οι τραπεζίτες, ομολογείται όμως τώρα ότι δεν αποκλείεται οι ζημιές να είναι ακόμη πιο μεγάλες. Δηλαδή, υπό το φόβο της κατάρρευσης να παρέπεμψαν στο μέλλον οι τράπεζες την διαγραφή χρεών που δεν πρόκειται να εισπραχθούν, υπονομεύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την ευρωστία και των επόμενων λογιστικών καταστάσεων. Υπό αυτή την έννοια έγραφε η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ το προηγούμενο Σαββατοκύριακο ότι οι συνολικές διαγραφές χρεών ύψους 100 δισ. δολ. που ανακοινώθηκαν από τη Γουόλ Στριτ ενδέχεται να αποδειχθούν η κορυφή του παγόβουνου!

Η ξεχωριστή σημασία της τρέχουσας κρίσης υπογραμμίστηκε και από τον ξεπεσμένο κερδοσκόπο και νυν ανιδιοτελή φιλάνθρωπο και προστάτη πασών των στρατηγικών μειονοτήτων της ταραγμένης Βαλκανικής, Τζορτζ Σόρος, ο οποίος μιλώντας στο Νταβός την προηγούμενη εβδομάδα τόνισε: «η τρέχουσα κρίση σηματοδοτεί το τέλος μια εποχής πιστωτικής επέκτασης που στηριζόταν στο δολάριο ως διεθνές νόμισμα αποθεματοποίησης. Οι περιοδικές κρίσεις ήταν μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας ανόδου και πτώσης. Η τρέχουσα κρίση είναι η αποκορύφωση μιας πληθωρικής ανόδου που έχει διαρκέσει για περισσότερα από 60 χρόνια».

Δεν είμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με μια συνηθισμένη, κυκλική διαταραχή!

Ιδιαίτερη συζήτηση διεξάγεται και για τη χωρική έκταση που θα προσλάβει η κρίση, υπό το φως της σχετικά πιο υγιούς κατάστασης που βρίσκεται η ευρωπαϊκή οικονομία αλλά κυρίως της ραγδαίας ανόδου του ειδικού βάρους της Κίνας, της Ινδίας και άλλων περιφερειακών καπιταλιστικών χωρών που αδιαμφισβήτητα έχουν οδηγήσει σε συρρίκνωση το ειδικό βάρος του αμερικανικού ΑΕΠ στο παγκόσμιο. «Ο κόσμος έχει γίνει λιγότερο εξαρτημένος από την ευημερία των ΗΠΑ» δήλωσε προ ημερών αναπαράγοντας αυτό το κλίμα ο ιδρυτής του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ από το ελβετικό θέρετρο. Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι το πρότυπο ανάπτυξης που υιοθετούν όλες οι αναπτυσσόμενες καπιταλιστικές χώρες στηρίζονται στην προώθηση των εξαγωγών. Ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του πλούτου τους δηλαδή προέρχεται από τις εξαγωγές. Ενδεικτικά, οι εξαγωγές ολόκληρης της Ασίας, εξαιρουμένης της Ιαπωνίας, αντιπροσώπευαν το 2007 το 55% του ΑΕΠ τους, όταν το 2001 μόλις το 40%. Η εξάρτησή των περιφερειακών καπιταλιστικών χωρών από τις εξαγωγές (και η τρωτότητά τους επομένως από μια ενδεχόμενη ύφεση στα ιμπεριαλιστικά κέντρα) βεβαιώνεται και από δυο ακόμη παραδείγματα: Η Σλοβακία, υπόδειγμα οργανικής ενσωμάτωσης στον καπιταλισμό (και άσχετα από το γεγονός ότι η μαζική εγκατάσταση πολυεθνικών αυτοκινητοβιομηχανιών στο έδαφος της την έχει καταδικάσει σε μια βιομηχανική «μονοκαλλιέργεια» πολύ πιο ετεροβαρή κι από αυτές που ήκμασαν επί αποικιοκρατίας) οφείλει το 70% του ΑΕΠ της στις εξαγωγές! Το Μεξικό το 23%, κοκ. Από την άλλη μεριά το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ βεβαιώνει τον καταλυτικό ρόλο που διαδραματίζουν οι αμερικάνοι καταναλωτές (δαπανώντας 9,5 τρισ. δολ. ετησίως, έξη δηλαδή φορές περισσότερα απ’ ότι οι πολλαπλάσιοι κινέζοι και ινδοί καταναλωτές μαζί) στην απορρόφηση της παγκόσμιας παραγωγής. Στον αντίποδα των ογκούμενων στο πέρασμα του χρόνου αμερικανικών καταναλωτικών δαπανών, που τώρα ανέρχονται στο 70% της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας, βρίσκονται οι συρρικνούμενες ως ποσοστό (και όχι ως απόλυτη αξία) καταναλωτικές δαπάνες στον υπόλοιπο κόσμο – μια συρρίκνωση που αποτελεί την άλλη όψη της υπερτροφικής ανάπτυξης των εξαγωγών. Στην Κίνα για παράδειγμα οι καταναλωτικές δαπάνες ανέρχονται στο 35% της οικονομικής δραστηριότητας όταν το 1990 ανέρχονταν στο 46%!

Φαίνεται από τα παραπάνω πως αν και το ΑΕΠ των ΗΠΑ παύει να έχει την εξέχουσα θέση που είχε στο παρελθόν, η σημασία της οικονομίας τους δεν έχει περιθωριοποιηθεί αλλά διαδραματίζει ακόμη μεγαλύτερο ρόλο απ’ ότι στο παρελθόν λόγω των ανισομετριών πάνω στις οποίες επανασχεδιάστηκε την τελευταία εικοσαετία το παγκόσμιο σύστημα. Απομακρυνόμενοι μάλιστα από την οικονομία, η στρατιωτικοπολιτική τους ισχύ επιτείνει το συγκριτικό πλεονέκτημα που χαρίζει αυτή τη στιγμή στη Ουάσινγκτον η εμβέλεια του δολαρίου, η τεράστια εσωτερική αγορά και ο έλεγχος που ασκεί στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Απέχουμε πολύ κατά συνέπεια από εκείνη την κατάσταση όπου μια ύφεση στην αμερικανική αγορά θα αποτελεί εσωτερική της υπόθεση.

Τα πρώτα μέτρα που έλαβαν για να αντιμετωπίσουν την κρίση οι αμερικανικές αρχές ήταν δύο. Το πρώτο ήταν ένα πακέτο κινήτρων κολοσσιαίου ύψους 150 δισ. δολαρίων, που αντιστοιχεί στο 1% του αμερικανικού ΑΕΠ. Οι εκταμιεύσεις αυτές που εγκρίθηκαν και από τα δύο κόμματα θα πάρουν τη μορφή φορολογικών επιστροφών (ύψους 800 δολαρίων για τα μονομελή νοικοκυριά και 1.600 για τους παντρεμένους) και κινήτρων σε επιχειρήσεις για την υλοποίηση επενδύσεων μηχανολογικού εξοπλισμού. Το δεύτερο ήταν η γενναία και απροειδοποίητη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων κατά 0,75% που τα οδήγησε στο 3,5%. Να σημειωθεί ότι η προηγούμενη φορά που σημειώθηκαν τα επιτόκια τόσο απότομα (και όχι κατά 0,25% ή 0,50% όπως συνηθίζεται) ήταν τον Οκτώβριο του 1984 ενώ εκτός προαναγγελθείσας συνεδρίασης την προηγούμενη φορά που είχαν μειωθεί ήταν την επομένη της 11ης Σεπτέμβρη του 2001.

Κι αυτές όμως οι αντιδράσεις παρότι ξάφνιασαν τους πάντες με την αποφασιστικότητά τους, με ένεση αδρεναλίνης στην καρδιά παρομοιάστηκαν από τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς την επομένη, κι έδειξαν να αντιμετωπίζουν πρόσκαιρα το πρόβλημα όπως φάνηκε με την ανάκαμψη των μετοχών τις επόμενες μέρες δεν έτυχαν κοινής αποδοχής! Ο νομπελίστας Τζόζεφ Στίγκλιτς από την κατάλευκη και πένθιμη μ’ όλα αυτά Ελβετία χρησιμοποίησε μια ρήση του Κέινς και παρομοίασε την αποτελεσματικότητα των παραπάνω μέτρων με την αποτελεσματικότητα που έχει η ώθηση ενός αντικειμένου με ένα κομμάτι σκοινιού… Κορυφαίο στέλεχος της Μόργκαν Στάνλευ είπε ότι η απόφαση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας αποτελεί έναν «επικίνδυνο, απερίσκεπτο και ανεύθυνο τρόπο διοίκησης της παγκόσμιας οικονομίας». Ο Σόρος την έκρινε καθυστερημένη και από τη Φρανκφούρτη, την έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, δήλωναν ότι θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν μια διαμετρικά αντίθετη πολιτική, υψηλών επιτοκίων για το ευρώ, κρίνοντας ότι προτεραιότητα για την Ευρώπη αποτελεί η αντιμετώπιση του πληθωρισμού και όχι η αναθέρμανση της οικονομίας μέσω της παροχής φθηνού χρήματος.

Οι τράπεζες μοναδικοί ωφελημένοι 

ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΝ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΝΕΕΣ ΦΟΥΣΚΕΣ!

 

Οι άμεσα ωφελημένοι από την μείωση των επιτοκίων που ανακοίνωσε η αμερικανική κεντρική τράπεζα την προηγούμενη Δευτέρα και από τη νέα μείωση που θα ακολουθήσει την επόμενη εβδομάδα είναι οι τράπεζες και κανένας άλλος. Οι τράπεζες ήταν επίσης και οι μοναδικοί ωφελημένοι από όλα τα μέτρα παροχής ρευστού που έχουν εφαρμοστεί τους τελευταίους μήνες σε ΗΠΑ και Ευρώπη ώστε να μην ξανασυμβεί χρεοκοπία ανάλογη της βρετανικής Νόρθερν Ροκ.

Με αυτό τον τρόπο όμως, παρότι αποτρέπεται ένα έμφραγμα στην πιο κεντρική αρτηρία που ρυθμίζει την κυκλοφορία ολόκληρης της καπιταλιστικής οικονομίας, η κρίση δεν αντιμετωπίζεται αλλά παρατείνεται δημιουργώντας από τώρα τους όρους για μια νέα φούσκα, όπως ακριβώς η πολιτική φθηνού χρήματος που ακολούθησε ο πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Γκρίνσπαν, όταν έσκαγε η φούσκα της νέας οικονομίας προετοίμασε τους όρους για τη φούσκα των ακινήτων.

Η αλήθεια είναι ότι η δημιουργία πιστώσεων (πολύ περισσότερο στο έδαφος μείωσης των πραγματικών μισθών όπως συμβαίνει όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό τις τελευταίες δεκαετίες) μπορεί να δώσει μια σημαντική ώθηση στη διαδικασία της καπιταλιστικής συσσώρευσης και να διευκολύνει την υπέρβαση πρόσκαιρων προβλημάτων που αντιμετωπίζει, εξαμολύνοντας τις απότομες εναλλαγές των κύκλων. Δεν μπορεί όμως να συμβάλλει στην υπέρβαση της χρόνιας κρίσης που διέρχεται. Κι εδώ εναποτίθεται επί χρόνια τώρα στην ανεξέλεγκτη παροχέτευση πιστώσεων προς τα νοικοκυριά κυρίως, αλλά επίσης το κράτος και τις επιχειρήσεις, το καθήκον υπέρβασης των ασφυκτικών, καταστροφικών ορίων που θέτει το κεφάλαιο στην πασιφανή και ασύλληπτη δυνατότητα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

Υπό αυτή την έννοια, η «πιστωτική ασφυξία» που έκανε την εμφάνισή της τον περασμένο καλοκαίρι, απειλώντας την ευστάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας, δεν ήταν η στιγμή της κρίσης αλλά μάλλον η στιγμή της αλήθειας  για ένα βαθιά στρεβλό μοντέλο κεφαλαιακής συσσώρευσης που έχει οδηγήσει στη στρατόσφαιρα την πίστη. Αυτό φαίνεται αν δούμε το ύψος των πιστώσεων που παράγονται για κάθε δολάριο μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Παρότι από το 1950 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70 παρέμεναν σταθερές γύρω στο 1,5 δολάρια, οι επιθετικές πολιτικές διαχείρισης της κρίσης που υιοθετούνται στο πλαίσιο της κρίσης του ’70 και παράλληλα με την ανάδυση του νέου σταδίου ανάπτυξης του καπιταλισμού, του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, οδηγούν τη δεκαετία του ’90 τις πιστώσεις που παράγονται ανά 1 δολάριο ΑΕΠ, στα 3 δολάρια και τη χρονιά που μας πέρασε, το 2007, στα 4,5!

Μια πολιτική συνεχούς μείωσης των επιτοκίων από την αμερικανική κεντρική τράπεζα (που θα δείχνει ότι έλαβε τα δέοντα μαθήματα από την καταστροφική ιαπωνική εμπειρία που επέμενε  να κρατά υψηλά τα επιτόκια ενώ η οικονομία βούλιαζε) μπορεί να καταφέρει να διαχειριστεί την κρίση, μεταθέτοντας την επίλυσή της για το μέλλον, όπως έγινε και το 2001, δεν πρόκειται όμως να την αντιμετωπίσει.

ΒΙΑΙΕΣ ΛΥΣΕΙΣ 

Θυσία τα εργατικά δικαιώματα

ΑΛΜΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΠΡΟΣ

 

Το πακέτο κινήτρων του Μπους θύμισε σε πολλούς το αναφωνητό του Ρίτσαρντ Νίξον το 1971, όταν βρέθηκε σε μια ανάλογη θέση, «τώρα είμαστε όλοι Κεϋνσιανοί». Εν μέρει δίκαια καθώς μια τόσο γενναία πολιτική στήριξης της ενεργού ζήτησης παραπέμπει στις καλύτερες παραδόσεις του κεϋνσιανισμού. Δεν είναι όμως χωρίς σημασία το γεγονός πως ομάδα στόχος δεν είναι το πιο φτωχό τμήμα του αμερικανικού πληθυσμού που θα κατανάλωνε την ίδια μέρα την επιταγή, μια και αυτοί δεν υποβάλλουν φορολογικές δηλώσεις. Το περιβόητο πακέτο κινήτρων επομένως αποτελεί μια πιο διευρυμένη εκδοχή του μοντέλου «Κεϋνσιανισμού για πλουσίους» που εφαρμόζεται με συνέπεια τις τελευταίες δεκαετίες χορηγώντας αφειδώς κρατικές ενισχύσεις στο κεφάλαιο και την αστική τάξη. Δεδομένου όμως ότι καμιά κρίση δεν είχε ως αιτία την ανεπαρκή κατανάλωση της εργατικής τάξης ή των μικροαστικών στρωμάτων (μια και τα κέρδη ή η υπεραξία καλύπτει κάλλιστα το κενό στη ζήτηση που αφήνει πίσω του ο συρρικνούμενος μισθός) ακόμη και αυτό το μέσο γρήγορα θα αποδειχθεί ανεπαρκές!

Τότε για μια ακόμη φορά τα βέλη θα στραφούν στους εργαζόμενους. Το επίπεδο των αμοιβών, το μη μισθολογικό κόστος, δηλαδή η κοινωνική ασφάλιση και επίσης οι ώρες εργασίας και η έντασή της θα γίνουν αντικείμενο νέας οξύτερης επίθεσης. Όταν καταρρέουν ή κλυδωνίζονται επιχειρήσεις σύμβολα του καπιταλισμού που άντεξαν στο πέρασμα αιώνων είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι θα βάλουν ένα όριο στην επιθετικότητά τους.

Μαζί με τη βαθύτερη εκμετάλλευση των εργαζομένων που θα μεγεθύνει την αποσπώμενη υπεραξία ωριμάζει στην αστική τάξη και μια πολιτική πιο βίαιης εκκαθάρισης της αγοράς από προβληματικά τμήματα του κεφαλαίου που θα δώσει τον απαραίτητο ζωτικό χώρο να αναπτυχθούν τα υγιή τμήματά του. Αν απορρίπτεται στις ΗΠΑ είναι γιατί κανείς δεν ξέρει μήπως η ελεγχόμενη καύση των ξερόχορτων πάρει διαστάσεις ανεξέλεγκτης πυρκαγιάς. Όσο όμως οι άλλες λύσεις δείχνουν τα όρια τους τόσο τέτοιου τύπου επιλογές θα εμφανίζονται όλο και πιο φυσιολογικές ή αναπότρεπτες.

Οι Ευρωπαίοι, εν παρόδω, από ακριβώς αυτή την άγρια νεφιλελεύθερη θέση αρνούνται να πάρουν αντικυκλικά μέτρα και να συντονιστούν με τους Αμερικάνους. Κρατώντας τα επιτόκια του ευρώ υψηλά δεν δίνουν προτεραιότητα στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού όπως διατείνονται αλλά στην αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής αγοράς και στην επίταση των διαδικασιών συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στο νέο πλαίσιο, που δημιούργησε η ενοποίησή της. Η πολιτική του ακριβού χρήματος και της έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων είναι η κατ’ εξοχήν αντιδραστική και νεοφιλελεύθερη πολιτική επιβίωσης των δυνατότερων, όσο κι αν η πρόσφατη πολιτική χαμηλών επιτοκίων δεν συνοδεύτηκε από μια χαλαρή πολιτική διαχείρισης που θα διευκόλυνε την επέκταση των επιχειρήσεων.

Όλοι οι παραπάνω τρόποι δείχνουν ότι προϋπόθεση για την υπέρβαση της κρίσης είναι ο βίαιος ακρωτηριασμός των απεριόριστων δυνατοτήτων που έχει ο άνθρωπος-παραγωγός του κοινωνικού πλούτου. Η συρρίκνωση ωστόσο των δικαιωμάτων του και το «κάψιμο των ξερόχορτων» δεν αποτελούν ιστορική αναγκαιότητα αλλά επιβάλλονται από έναν κοινωνικό τρόπο παραγωγής που δίνει προτεραιότητα στην παραγωγή ανταλλακτικών αξιών και σε αυτή τη διαδικασία η παραγωγή αξιών χρήσης και η ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών είναι ένα αθέλητο παραπροϊόν αν όχι αναγκαίο κακό. Αυτή ακριβώς η βαθιά και αξεπέραστη αντίφαση, ανάμεσα στις εκρηκτικές δυνατότητες της εποχής μας και τον οπισθοδρομικό πλέον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, όπως αποκαλύπτεται σε περιόδους κρίσης είναι που καθιστά αναγκαία την επαναστατική ανατροπή του και την ανάπτυξη των σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής, ιδιοκτησίας και διοίκησης της κοινωνίας.

Νέα φτώχεια φέρνει η κρίση (Ουτοπία, Οκτώβρης 2008)

Πρωτοφανείς διαστάσεις έχει προσλάβει η διεθνής κρίση που για πρώτη φορά έκανε την εμφάνισή της τον Αύγουστο του 2007 με αφορμή την «πιστωτική ασφυξία», όπως έμεινε στην ιστορία πλέον η ραγδαία επιδείνωση των όρων δανεισμού στη διατραπεζική αγορά. Το πρόβλημα φυσικά δεν ξεκινούσε από το χώρο των πιστώσεων.

Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης μεταξύ των κορυφαίων πολυεθνικών μονοπωλίων του χρηματοπιστωτικού τομέα επήλθε ως φυσικό αποτέλεσμα μιας «καινοτομίας», όπως (κατ’ ευφημισμό) αποκαλούταν μέχρι και πριν ενάμισι χρόνο που είχε αναχθεί σε κανόνα με θεμέλιο λίθο την παροχή κτηματικών δανείων ως εγγυήσεων για τον δανεισμό μεταξύ των τραπεζών ποσών που στη συνέχεια έριχναν ξανά στην κτηματική αγορά. Με τι όρους; «Κτηματική αγορά του 105%» περιέγραφε πρόσφατα αμερικανική εφημερίδα τη φούσκα που δημιουργήθηκε στο απόγειο της ανάπτυξης του κατασκευαστικού τομέα και του ευρύτερου κλάδου αγοράς ακινήτων, βοηθούσης φυσικά και της υπερβάλλουσας ρευστότητας ένεκα πολύ χαμηλών επιτοκίων, καθώς για πρώτη φορά και σε αντίθεση με τις πιο απλές αρχές της τραπεζικής όλες σχεδόν οι τράπεζες χορηγούσαν αδιακρίτως δάνεια που όχι απλώς ισοδυναμούσαν με την αξία του υπό αγορά ακινήτου, αλλά ενίοτε την υπερέβαιναν χωρίς τις παραμικρές εγγυήσεις. Υπολογίζεται ότι από τα 15 εκατ. στεγαστικά δάνεια που χορηγήθηκαν από το 2004 μέχρι το 2007 τα 10 δεν πρόκειται να επιστραφούν.

Η ζημιά εν τούτοις είναι πολύ μεγαλύτερη. Κατ’ αρχήν ακόμη και στους ιθύνοντες παραμένει άγνωστη η ακριβής έκτασή της. Δεν είναι αστείο; Τα εξαιρετικής πολυπλοκότητας εργαλεία διαχείρισης κινδύνου και οι σύνθετες εφαρμογές παρακολούθησης των αγορών που είχαν αναπτύξει τράπεζες ακόμη και πανεπιστήμια δεν είναι σε θέση να εντοπίσουν που έχουν διασπαρθεί οι νάρκες των δανείων! Μόλις πέρυσι ο Λευκός Οίκος εκτιμούσε το ύψος των επισφαλών δανείων σε 50 δισ. δολάρια. Στη συνέχεια, τον Απρίλιο, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο «ανέβασε» τις εκτιμήσεις του φθάνοντας τα 945 δισ. δολ. για να φθάσουμε την Τρίτη 7 Οκτώβρη ο ίδιος ιμπεριαλιστικός οργανισμός, υπεύθυνος για την πείνα σε δεκάδες χώρες του Τρίτου κόσμου όπου επέβαλε τα πιο σκληρά προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων, να ανακοινώσει πως «οι δηλωμένες ζημιές από την αμερικανική αγορά στεγαστικών δανείων και των διασφαλισμένων σε αυτήν χρεογράφων προσεγγίσουν πια τα 1,4 τρισ. δολ.». Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι ακόμη και τώρα, που η μια παραγραφή χρεών διαδέχεται την άλλη και ο ένας τραπεζικός κολοσσός ακολουθεί τον άλλον στην ελεύθερη πτώση του, κανείς δε γνωρίζει με ακρίβεια την έκταση της ζημιάς. Δεν αποκλείεται δηλαδή να ακολουθήσει μια νέα εκτίμηση που θα ανεβάζει ακόμη πιο ψηλά το κόστος. Ο λόγος είναι πως τα υποβαθμισμένα κτηματικά δάνεια πήγαιναν από τράπεζα σε τράπεζα μέσω διαδοχικών μεταβιβάσεων (υπό τη μορφή της εγγύησης ή άλλης) με αποτέλεσμα η διαβρωτική τους επίδραση να έχει προσβάλει ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα. Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι ακόμη και μετά την έγκριση από την αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων του «Σχεδίου Πόλσον» μυθικής αξίας 700 δισ. δολ., την Παρασκευή 3 Οκτώβρη, παρότι μάλιστα προηγήθηκαν ομηρικές αντιπαραθέσεις που ξεκίνησαν με την απόρριψη του σχεδίου από τη Βουλή – πριν ενεργοποιηθούν τα ποικιλώνυμα λόμπι κι αρχίσουν τις πιέσεις, η αντίδραση των χρηματιστηρίων δεν ήταν η αναμενόμενη. Καταποντίστηκαν για την ακρίβεια τη Δευτέρα 3 Οκτώβρη από την Αμερική μέχρι την Ευρώπη και την Ασία.

Συντριβή των χρηματιστηρίων

Η καταβύθιση των χρηματιστηρίων (που έφθασαν σε σχέση με ένα χρόνο πριν να καταγράφουν απώλειες της τάξης του 26% στη Νέα Υόρκη, 29% στο Λονδίνο, 32% στο Τόκιο, 33% στη Φρανκφούρτη, 34% στο Παρίσι, 37% στο Σάο Πάολο και 62% στη Ρωσία τη συγκεκριμένη ημέρα – κι η πτώση συνεχίστηκε τις επόμενες με αμείωτη ένταση) εξέφρασε και συνέπεσε με δύο άλλα γεγονότα που σήμαναν την υποτροπή της κρίσης. Κατ’ αρχήν το πέρασμά της στην Ευρώπη, όπως έδειξαν και οι κατεπείγουσες επιχείρησης διάσωσης χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών κολοσσών (Dexia, Fortis, B&B κ.α.) που οργάνωσαν μια βδομάδα πριν οι κυβερνήσεις της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, του Βελγίου, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου για να μην ξεκινήσει έναν ντόμινο καταρρεύσεων που θα οδηγήσει την Ευρώπη σε βαθιά ύφεση. Συνυπολογίζοντας δε το φάσμα της χρεοκοπίας που αντιμετώπισε τις ίδιες μέρες η Ισλανδία, τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπιζε ήδη η Ευρώπη (με την Ισπανία να πλήττεται από μια κρίση κατάρρευσης της κτηματικής αγοράς εδώ και ένα χρόνο πλέον και την Αγγλία να βρίσκεται στα πρόθυρα της ύφεσης) και τα συντριπτικά πλήγματα που δέχθηκαν από την έκθεσή τους στην αμερικανική αγορά κτηματικών δανείων κορυφαίες ευρωπαϊκές τράπεζες (με την ελβετική UBS χαρακτηριστικότερο κι όχι μοναδικό παράδειγμα όπως μαρτυρά το γεγονός ότι από τα 590 δισ. δολ. παραγραφών μέχρι στιγμής το 40% έχει πραγματοποιηθεί από ευρωπαϊκές τράπεζες) δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι η Ευρώπη ήδη περιδινείται στην πιο βαθιά ύφεση τουλάχιστον κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Η συντριβή των χρηματιστηρίων κατά δεύτερο εξέφρασε το πέρασμα της κρίσης στην πραγματική οικονομία με τη μορφή της επιδείνωσης των όρων δανεισμού που δημιουργούν τεράστια εμπόδια στην κερδοφορία του κεφαλαίου – και για όσες επιχειρήσεις φυτοζωούν στο λυκόφως της οριακής κερδοφορίας, απλώς ανυπέρβλητα. Η έκτακτη σύνοδος των τεσσάρων ευρωπαίων ηγετών, (Άγκελα Μέρκελ, Γκόρντον Μπράουν, Σίλβιο Μπερλουσκόνι και Νικολά Σαρκοζύ) κατόπιν αιτήματος του γάλλου προέδρου, το Σάββατο 4 Οκτώβρη, επιβεβαίωσε την κρισιμότητα της κατάστασης.

Παρότι το Συμβούλιο υπουργών Οικονομικών που έγινε τρεις μέρες (μετά σε μια προσπάθεια να εξειδικευτούν οι αποφάσεις των 4 ηγετών κι απ’ όπου η σημαντικότερη είδηση αφορούσε την εγγύηση των καταθέσεων) αποφάσισε ρητά να μη χρησιμοποιηθούν χρήματα των φορολογουμένων για την διάσωση όσων επιχειρήσεων απειλούνται με χρεοκοπία, πρόταση μάλιστα που είχε καταθέσει ρητά ο Ν. Σαρκοζύ στη σύνοδο των 4 για να απορριφθεί κατηγορηματικά από τη γερμανίδα καγκελάριο και τον βρετανό πρωθυπουργό δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα πανευρωπαϊκό στη σύλληψή του αλλά εθνικό στην εκτέλεσή του σχέδιο Πόλσον είναι ήδη στα χαρτιά. Πολλοί λόγοι συνηγορούν σε αυτό. Κατ’ αρχήν η γερμανίδα καγκελάριος (ακολουθώντας πιστά το ρητό του αμερικανού κεντρικού τραπεζίτη Μπεν Μπερνάνκι ότι «στα χαρακώματα δεν υπάρχουν άθεοι ούτε στις κρίσεις ιδεολόγοι») δεν δίστασε να σώσει τη Hypo Real Estate Holding μόλις λίγες ώρες πριν προβεί στις σχετικές δηλώσεις εκταμιεύοντας από το γερμανικό δημόσιο ταμείο το αναγκαίο ποσό. Κατά συνέπεια το πρόβλημά του Βερολίνου δεν ήταν να μη νοθευτούν οι αρχές του ανταγωνισμού, αλλά να μη φορτωθούν τη διάσωση των τραπεζών της Πολωνίας, της Λιθουανίας ή, ενδεχομένως πάντα, της Ελλάδας σε μια ακραία περίπτωση που η κρίση θα προσλάβει διαστάσεις εφάμιλλες του 1929. Με την απόφαση που έλαβαν έτσι έστειλαν μήνυμα ο σωθών εαυτόν σωθήτω. Αλλιώς, κανείς να μην περιμένει κοινοτική αλληλεγγύη για να αντιμετωπίσει την επερχόμενη ύφεση και να αρκεστεί στα δικά του δημόσια έσοδα.

Αναπροσανατολισμός δημοσίων δαπανών

Ακόμη κι έτσι όμως, ακόμη δηλαδή κι αν η υπόθεση της διάσωσης των απατεώνων γίνει υπόθεση του κάθε ξεχωριστού αστικού κράτους, αυτό δεν μειώνει σε τίποτε την τεράστια σημασία που θα έχει για την πλειοψηφία της κοινωνίας. Στο βαθμό που στο εξής τα δημόσια έσοδα θα πηγαίνουν για να εξαγοράζει το κράτος χρεοκοπημένους κερδοσκόπους (που στην ανοδική φάση του οικονομικού κύκλου δοξάζουν την ελεύθερη δράση της αγοράς ζητώντας λιγότερο κράτος για τους εργαζόμενους και στην καθοδική προστρέχουν στην θαλπωρή αγκαλιά του κράτους, που αναλαμβάνει πλέον χρέη ασφαλιστικής εταιρείας του κεφαλαίου) οι κοινωνικές δαπάνες θα μειώνονται κάθετα. Κάθε ευρώ που θα πηγαίνει στις τσέπες της αστικής τάξης για να αποτραπεί μια χρεοκοπία θα είναι ένα ευρώ χαμένο από επιδόματα ανεργίας και δαπάνες για υγεία ή παιδεία. Κατά συνέπεια οποιαδήποτε εκδοχή του «Σχεδίου Πόλσον» πρέπει να απορριφθεί κατηγορηματικά από τους εργαζόμενους γιατί όπως ήδη συμβαίνει στις ΗΠΑ θα σημάνει μια άνευ προηγουμένου, ιστορικών διαστάσεων, αναπροσανατολισμό των δημόσιων δαπανών προς όφελος της αστικής τάξης – μάλιστα, των πιο παρασιτικών τμημάτων της.

Προς όφελος της αστικής τάξης λειτουργούν και οι περίφημες ενέσεις ρευστότητας που κάνουν διαρκώς τα κεντρικά πιστωτικά ιδρύματα της Ευρώπης και της Αμερικής έτσι ώστε να ξεπεραστεί η έλλειψη ρευστού της διατραπεζικής αγοράς και να συνεχίσουν οι πιστώσεις να παρέχονται με τον ίδιο ρυθμό. Ωστόσο, παρά το τεράστιο κόστος αυτών των ενέσεων, παρά ακόμη και τις προαναγγελίες νέων μειώσεων στα επιτόκια από την αμερικανική και την ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα, σε μια προσπάθεια να αναθερμανθεί η οικονομία και να σταματήσει η αιμορραγία των χρηματιστηρίων (που μόνο στις ΗΠΑ οι απώλειες 15 μηνών ισοδυναμούν με την μείωση του κεφαλαίου των συνταξιοδοτικών ταμείων κατά 2 τρισ. δολ.) τα επιτόκια της διατραπεζικής βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Στις 8 Οκτώβρη για την ακρίβεια το επιτόκιο του αμερικανικού νομίσματος στη διατραπεζική αγορά του Λονδίνου (Libor δολαρίου) ήταν 7,35%, όταν η μέση τιμή από το 2000 μέχρι εκείνη την ημέρα ήταν 3,15% και η χαμηλότερη μόλις 0,01%! Οι απαγορευτικές αυτές συνθήκες δανειοδότησης δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα σημάνουν χρεοκοπίες, συρρίκνωση των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ και ανεργία για τους εργαζόμενους που θα φορτωθούν τα βάρη της κρίσης.

Η κρίση του 2008 που κανείς δεν ξέρει πόσο ακόμη θα συνεχιστεί, τι βάθος θα έχει και ποια επιμέρους τμήματα του κεφαλαίου θα πλήξει (πολλοί για παράδειγμα ήδη φοβούνται την αγορά των πιστωτικών καρτών) έχει τις ρίζες της στην δομική κρίση του καπιταλισμού που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’70 με την απότομη πτώση του ποσοστού κέρδους και εξακολουθεί να σέρνεται μέχρι τις μέρες μας, γνωρίζοντας υφέσεις (δεκαετία του ’90 για παράδειγμα στην Αμερική) και εξάρσεις («χρηματιστηριακό κραχ» 1987, σκάσιμο φούσκας νέων τεχνολογιών 2000, κοκ). Παρότι δε κάθε τέτοια υποτροπή γίνεται αντιληπτή με τον πιο έκδηλο τρόπο στη σφαίρα του πλασματικού κεφαλαίου καθώς πάντα συμπίπτει με μια ραγδαία αλλαγή των πιστωτικών συνθηκών, εντούτοις προέρχεται από τη σφαίρα της παραγωγής εκεί που αποσπάται η υπεραξία.

Πιστωτική ασφυξία (Πριν, 28/9/2007)

 Το φάντασμα της κρίσης στοιχειώνει τις αγορές

Προπομπός χειρότερων εξελίξεων η χρεοκοπία της βρετανικής κτηματικής τράπεζας Νόρθερν Ροκ

Από το 1860 είχαν να επαναληφθούν σκηνές σαν κι αυτές που συνέβησαν έξω από τα υποκαταστήματα της βρετανικής τράπεζας Νόρθερν Ροκ, που είναι η πέμπτη μεγαλύτερη κτηματική τράπεζα της Αγγλίας, πριν δύο εβδομάδες. Εκατοντάδες πελάτες της τράπεζας, μεσήλικες οι περισσότεροι και ευυπόληπτοι νοικοκυραίοι στεκόντουσαν στη σειρά από τα ξημερώματα στα περισσότερα υποκαταστήματα για να αποσύρουν τις καταθέσεις τους άρον – άρον! Ακόμη και η διαβεβαίωση του ίδιου του πρωθυπουργού ότι τα χρήματά τους είναι εγγυημένα και ασφαλή μέχρι την τελευταία λίρα δε στάθηκε ικανή να τους εφησυχάσει και μόνο μετά από δυο μέρες υποχώρησε ο φόβος και διαλύθηκαν οι σειρές!

Η βόμβα που έσκασε στην Αγγλία οδηγώντας στη χρεοκοπία την εν λόγω τράπεζα, το πλέον ιστορικό και αδιαμφισβήτητο λίκνο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος προκαλώντας ένα πρωτοφανές πλήγμα στο κύρος και τη φερεγγυότητα που προσφέρει, είχε οπλιστεί μήνες πριν, στην αμερικανική αγορά και ειδικότερα στον κλάδο των στεγαστικών δανείων των φτωχών: στην αγορά κτηματικών δανείων υψηλού ρίσκου. Η χρεοκοπία αρχικά δύο κερδοσκοπικών κεφαλαίων και δύο υποκαταστημάτων γερμανικών τραπεζών που είχαν επενδύσει στην εν λόγω αγορά, παρότι ήταν αναμενόμενη από καιρό, έφερε στην επιφάνεια μια τεραστίων διαστάσεων φούσκα, με τον διακριτικό τίτλο «τιτλοποίηση δανείων». Οι τράπεζες που δραστηριοποιούνταν στην εν λόγω αγορά χορηγούσαν αδιακρίτως δάνεια, παραβιάζοντας τους πιο στοιχειώδεις κανόνες διασφάλισής τους, επενδύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο κεφάλαια που εξασφάλιζαν δανειζόμενες από την αγορά. Τα κεφάλαια αυτά τα αγόραζαν εκχωρώντας στους πιστωτές τους χρέη πελατών τα οποία είχαν ήδη τιτλοποιήσει. Μεταβιβάζοντας έτσι τις μελλοντικές τους εισπράξεις έστησαν ένα μηχανισμό παραγωγής ρευστού που μεταφραζόταν σε δάνεια, ο οποίος οδήγησε πρόσκαιρα την ιδιοκατοίκηση στις ΗΠΑ σε ποσοστά ρεκόρ. Η χρεοκοπία των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων προκάλεσε μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ των τραπεζών, οι οποίες πλέον συνειδητοποίησαν ότι το χαρτομάνι που είχαν στα θησαυροφυλάκιά τους ήταν πιθανό σε λίγο καιρό να άξιζε όσο η τιμή του χαρτιού στο οποίο είχαν εκτυπωθεί. Η πρώτη – αμυντική – κίνηση των τραπεζών ήταν να κλείσουν τις στρόφιγγες της διατραπεζικής αγοράς από την οποία βρίσκουν ρευστό οι τράπεζες για να καλύψουν τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες τους. Έτσι το επιτόκιο της διατραπεζικής (libor) ενώ υπό κανονικές συνθήκες κυμαίνεται λίγα εκατοστά της ποσοστιαίας μονάδας πάνω από τα επιτόκια που ορίζουν οι κεντρικές τράπεζες, τις κρίσιμες εκείνες ημέρες το «καπέλο» έτεινε στη μία ποσοστιαία μονάδα και τράπεζες με οριακή δυνατότητα όπως η Νόρθερν Ροκ αδυνατούσαν να επωμιστούν τους όρους δανεισμού για να καλύψουν τους πελάτες τους! Στις 9 και 10 Αυγούστου για παράδειγμα στις ΗΠΑ όπου το επίσημο επιτόκιο ήταν 5,25%, το επιτόκιο της διατραπεζικής έφθανε στο 6% και στην Ευρώπη που το επιτόκιο ήταν 4% στη διατραπεζική έφθανε το 4,7%! Πρέπει να σημειώσουμε ότι ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του ’70 δεν είχαν παρουσιαστεί τόσο σημαντικά προβλήματα στην αγορά του χρήματος. «Η διατραπεζική αγορά συνέχιζε να λειτουργεί!», όπως έγραφε μετ’ επιτάσεως ο βρετανικός Ομπσέρβερ, πριν καταλήξει ότι «τα διακυβεύματα συνεπώς τώρα είναι πολύ σοβαρότερα και η δική μου πρόβλεψη είναι πως έρχονται χειρότερα».

Αξίζει εδώ να επισημάνουμε ότι η αφορμή (και τίποτε περισσότερο) για να σχηματισθούν ουρές έξω από τη Νόρθερν Ροκ στάθηκε ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Αγγλίας, που όταν οι συνάδελφοί του στη Νέα Υόρκη και την Φρανκφούρτη έκαναν τη μια ένεση ρευστού μετά την άλλη στη διατραπεζική αγορά, χωρίς να υπολογίζουν το κόστος, αυτός έδινε διαλέξεις στους πανικόβλητους άρχοντες του Σίτι περί laissez fair κατακεραυνώνοντας την ανάληψη υψηλών κινδύνων και επαινώντας την αξία του ανταγωνισμού και τη χρησιμότητα του δαρβινισμού. Τα εγκώμια στο νεοφιλελευθερισμό δεν άντεξαν ούτε μία ημέρα. Με παρέμβαση της Ντάουνιγκ Στριτ (για να μην υπάρχει καμιά αμφιβολία πόσο κενές περιεχομένου είναι οι εξαγγελίες για την ανεξαρτησία των κεντρικών πιστωτικών ιδρυμάτων) η κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας υποχρεώθηκε να καλύψει άμεσα τις ανάγκες της Νόρθερν Ροκ σε ρευστό και να αποσοβηθούν έτσι τα χειρότερα. Η οργή ωστόσο του Σίτι (για την καθυστερημένη αντίδραση της κεντρικής τράπεζας, τον διεθνή διασυρμό που υπέστη και τον πρωτοφανή κίνδυνο που αντιμετώπισε) καθώς είδε μπροστά του να ορθώνεται το φάντασμα της κρίσης του ’30 πλημμύρισε τις σελίδες των οικονομικών εντύπων και πολύ πιθανά να οδηγήσει στην αντικατάσταση του κεντρικού τραπεζίτη.

Τα χειρότερα ωστόσο δεν πέρασαν. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μόλις τη Δευτέρα προειδοποίησε ότι η κρίση ενδέχεται να είναι παρατεταμένη. Ο Άλαν Γκρίνσπαν, προηγούμενος πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας και πατέρας της μεγαλύτερης φούσκας των τελευταίων δεκαετιών, αυτής της Νέας Οικονομίας, δήλωσε πως αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες να περάσει η κρίση στην πραγματική οικονομία. Σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση στρέφεται τώρα το ενδιαφέρον. Τα μέτρα που έλαβε η αμερικανική κεντρική τράπεζα για να αποτρέψει μια ραγδαία συρρίκνωση των ρυθμών ανάπτυξης της οικονομίας ήταν η μείωση των επιτοκίων του δολαρίου στο 4,75% από 5,25% έτσι ώστε να διευκολυνθεί η χρηματοδότηση της οικονομίας και να καταστούν ελκυστικές (συγκρινόμενες με τις αποδόσεις του δολαρίου) οι αποδόσεις των μετοχών. Η άνοδος των μετοχών στα αμερικανικά χρηματιστήρια επιβεβαίωσε αυτές τις προσδοκίες για δύο όμως μόνο μέρες. Ταυτόχρονα οι κίνδυνοι που δημιουργούνται από την πτώση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου (που απέναντι στο ευρώ καταγράφει το ένα αρνητικό ρεκόρ μετά το άλλο) είναι πολύ πιο άμεσοι και σοβαροί. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη σφίγγα. Παρότι υπερέβαλλε αυτόν όταν έπρεπε να ρίξει μετρητό στη διατραπεζική για να ξεπεραστεί η πιστωτική ασφυξία, όπως έκαναν και οι Αμερικάνοι, η Φρανκφούρτη δε δέχθηκε να μειώσει τα επιτόκια της αρνούμενη να παραβεί τον αιώνιο όρκο πίστης στην προτεραιότητα της αντιπληθωριστικής πολιτικής. Άσκησε δηλαδή πιο άγρια νεοφιλελεύθερη πολιτική από τους Αμερικάνους, δηλώνοντας έτσι ότι η γενναιοδωρία της αφορά μόνο τους απατεώνες της κερδοσκοπίας. Φεσωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις που διψούν για φθηνό ρευστό θα συνεχίσουν να δανείζονται με αδικαιολόγητα υψηλά επιτόκια. Η πολιτική αυτή όσο κι αν φαίνεται αντιφατική επί της ουσίας είναι βαθιά συνεκτική καθώς με απόλυτη συνέπεια μεταφέρει το κόστος διαχείρισης της κρίσης στην κοινωνία.

Το πρόβλημα ωστόσο δεν αφορά τα επιτόκια και τη νομισματική πολιτική που (όπως είχε φανεί και στην Ιαπωνία) ακόμη κι αρνητικά να γίνουν αν η κρίση έχει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά δεν επιλύεται με παρεμβάσεις στη σφαίρα της κυκλοφορίας του χρήματος. Και η κρίση που ταλανίζει τον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο έχει ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά: είναι δομική και χρόνια. Γνήσιο τέκνο ενός εκ φύσεως ασταθούς συστήματος που παράγει κρίσεις με την ίδια φυσικότητα που διαχωρίζει την προσφορά από τη ζήτηση
η τρέχουσα κρίση έλκει την καταγωγή της από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, είναι κρίση που απορρέει από το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και σέρνεται στο χρόνο άλυτη κάνοντας τη μια μετάσταση μετά την άλλη: από την πτώση των χρηματιστηρίων του ’87 στην καθίζηση του ’91 πάλι στην Αμερική, από τις χρεοκοπίες των τίγρεων της Νοτιοανατολικής Ασίας και την κατρακύλα του ρουβλιού και του πέσο στη φούσκα του Νάσντακ, κι από κει στην κτηματική αγορά χαμηλής διαβάθμισης και την πιστωτική ασφυξία του 2007.

Οι λύσεις που δόθηκαν σε αυτές τις κρίσεις οδηγώντας σε αλλεπάλληλους μικρότερους κύκλους ανόδου και καθόδου σε αυτό το παρατεταμένο χρονικό διάστημα δεν κατάφεραν ούτε μια στιγμή να οδηγήσουν τους ουσιαστικότερους δείκτες (κερδοφορίας για παράδειγμα) στα επίπεδα που βρίσκονταν τη «χρυσή εποχή» της μεταπολεμικής ανόδου. Ως αποτέλεσμα αυτές οι λύσεις δεν απαίτησαν μόνο τεράστιο κοινωνικό κόστος αλλά αποδείχθηκαν και σισύφειες. Το οφθαλμοφανές δε γεγονός ότι όλες αυτές οι κρίσεις έχουν ως επίκεντρο τη σφαίρα των νομισμάτων, των χρηματιστηρίων και του πλασματικού κεφαλαίου δεν είναι τόσο καινοφανές όσο βιάζεται να υποδηλώσει και να δικαιολογήσει εκ των προτέρων η εκρηκτική ανάπτυξη του χρηματιστηριακού κεφαλαίου τις τελευταίες δεκαετίες – μετά την κρίση του ’70 και σαν αποτέλεσμά αυτής. Απ’ όταν γραφόταν το Κεφάλαιο το ίδιο συνέβαινε οδηγώντας τον Μαρξ να υποστηρίξει ότι η έλλειψη δανειακού χρηματικού κεφαλαίου, η χρεοκοπία των κερδοσκόπων και τα αυξανόμενα εμπόδια στην αποπληρωμή των χρεών (…καλήν ώρα) αποτελούν το αντεστραμμένο είδωλο των εμποδίων που συναντά η άνοδος της εκμετάλλευσης και η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Κι ενίοτε προπομπό βαθύτερων κρίσεων.