ΛΙΓΟΤΕΡΕΣ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ

Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για την κατάσταση του χρηματοπιστωτικού τομέα της ευρωζώνης που περιλαμβάνει έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τις χρηματοπιστωτικές δομές που δόθηκε στη δημοσιότητα τον Οκτώβριο (εδώ το πλήρες κείμενο).

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν τα στοιχεία για την Ελλάδα καθώς αποτυπώνονται όλες οι σαρωτικές αλλαγές που συντελέστηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Το πρώτο και σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας στην ευρωζώνη γίνεται ολοένα μεγαλύτερος. Από 55 τρισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2008 έφτασε τα 70,8 τρισ. τον Δεκέμβριο του 2015 και 76,2 τρισ. τον Μάρτιο του 2017, υπερβαίνοντας η μεγέθυνσή του κατά πολύ την αύξηση του ΑΕΠ. Παρά τις κριτικές που διατυπώθηκαν για τον υδροκεφαλισμό του και την ανάπτυξή του σε βάρος της λεγόμενης πραγματικής οικονομίας, παρά μάλιστα τις προσπάθειες που έγιναν με τη στροφή στην ανάπτυξη του δευτερογενούς τομέα και την εξαγγελία μιας σύγχρονης βιομηχανικής πολιτικής, ο χρηματοπιστωτικός τομέας, επίκεντρο της μεγαλύτερης κρίσης που σημειώθηκε την μεταπολεμική περίοδο, εξακολουθεί να αναπτύσσεται ανεξέλεγκτα. Η ανάλυση της ΕΚΤ δείχνει ότι από το 2008 ως το 2016 το μέγεθος του χρηματοπιστωτικού τομέα στην ευρωζώνη ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε από 5,3 σε 6,4 φορές το ΑΕΠ.

Μεγάλες αποκλίσεις ωστόσο υπάρχουν ανάμεσα στις διαφορετικές χώρες της ευρωζώνης. Στο ένα άκρο βρίσκεται το Λουξεμβούργο όπου ο χρηματοπιστωτικός τομέας είναι 250 φορές μεγαλύτερος του ΑΕΠ (χωρίς ωστόσο να εξαπολύονται μύδροι εναντίον του από το Βερολίνο ή τις Βρυξέλλες όπως συνέβαινε στις αρχές του 2013 με την Κύπρο) και στο άλλο άκρο η Λιθουανία όπου το μέγεθός του υπολείπεται του ΑΕΠ. Στο πρώτο άκρο ακολουθούν τέσσερις χώρες ακόμη, η Μάλτα, η Ιρλανδία, η Κύπρος και η Ολλανδία όπου ο χρηματοπιστωτικός τομέας υπερβαίνει το δεκαπλάσιο του ΑΕΠ.

Κερδίζει έδαφος ο ασφαλιστικός κλάδος

Στο εσωτερικό ωστόσο του χρηματοπιστωτικού τομέα σημειώθηκε μια σοβαρή αλλαγή, μια μετατόπιση βάρους από τις τράπεζες προς άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα όπως τα ασφαλιστικά ταμεία και οι ασφαλιστικές εταιρείες, που στο τέλος του 2016 το συνολικό ενεργητικό τους ανήλθε σε 10,2 τρισ. ευρώ, ενώ έχει σημασία η υψηλή του συγκέντρωση σε λίγες μόνο χώρες. Το 80% χαρακτηριστικά του ενεργητικού του εντοπίζεται σε 4 μόνο χώρες: Γαλλία και Γερμανία που η κάθε μία έχει το ένα τέταρτο του πανευρωπαϊκού ενεργητικού του και Ολλανδία και Ιταλία με 18% και 10%, αντίστοιχα.  Έτσι, το ενεργητικό των τραπεζών της ευρωζώνης (σε ενοποιημένη βάση) μειώθηκε κατά 14% από το 2008, φθάνοντας τα 24,2 τρισ. ευρώ. Τα δε πιστωτικά ιδρύματα της ευρωζώνης έγιναν με το πέρασμα του χρόνου ακόμη λιγότερα ή έγιναν ακόμη πιο …μεγάλα για να χρεοκοπήσουν, για να θυμηθούμε μια φράση που επαναλαμβανόταν το 2008 ως δικαιολογία των πιο δαπανηρών επιχειρήσεων διάσωσης που συντελέστηκαν ποτέ για να φτάσουμε μια δεκαετία μετά το μέγεθος της κάθε τράπεζας να έχει γίνει ακόμη μεγαλύτερο. Ειδικότερα, και σε μη ενοποιημένη βάση, από 6.768 το 2008 και 5.474 το 2015 τη χρονιά που μας πέρασε μειώθηκαν ακόμη παραπέρα φθάνοντας τα 5.073. Είναι μια μείωση της τάξης του 25%, από το 2008 ως το 2016, που αντίθετα με ό,τι θα περίμενε δεν έδωσε ώθηση στην κερδοφορία του κλάδου. Με άλλα λόγια, καταγράφηκε μια μεγάλη συγκέντρωση οικονομικής επιρροής σε λιγότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Είναι μια εξέλιξη που ισοδυναμεί με λιγότερη οικονομική δημοκρατία και περισσότερες εξουσίες στα χέρια της ολιγαρχίας του χρήματος να αποφασίζει για τους όρους της αγοράς, είτε αυτή αφορά επιχειρήσεις είτε καταναλωτές. Οι χώρες όπου σημειώθηκε η μεγαλύτερη μείωση ήταν η Ολλανδία (-112), η Γερμανία (-71) και η Αυστρία (-64). Διευρύνοντας ωστόσο την περίοδο αναφοράς και ξεκινώντας από το 2008 οι χώρες που πρωταγωνίστησαν στη συρρίκνωση των τραπεζών ήταν η Ολλανδία, η Ελλάδα, η Κύπρος και η Ισπανία, ενώ με μια απόσταση ακολουθούν Φινλανδία, Γαλλία, Ιταλία και Ιρλανδία.

Αναμενόμενη επομένως είναι και η πρωτιά της Ελλάδας, στη συγκέντρωση της τραπεζικής αγοράς, με κριτήριο το μερίδιο του ενεργητικού που διατηρούν οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες. Στην Ελλάδα λοιπόν, όπως φαίνεται στο διάγραμμα, φτάνει το 97% (καμία άλλη χώρα δεν έχει υψηλότερο) όταν στο άλλο άκρο της κλίμακας βρίσκεται η Γερμανία και το Λουξεμβούργο με 31% και 28% επίπεδο συγκέντρωσης, αντίστοιχα, ενώ ο μέσος όρος της ευρωζώνης είναι στο 48%. Πρέπει ωστόσο να τονίσουμε ότι και πριν τον Αρμαγεδδώνα των εξαγορών και συγχωνεύσεων (που μείωσε τον αριθμό των τραπεζών από 36 το 2008 σε 18 το 2016 και των ξένων τραπεζικών καταστημάτων από 30 σε 20) ο βαθμός συγκέντρωσης του τραπεζικού τομέα στην Ελλάδα ήταν από τους υψηλότερους στην ευρωζώνη, φθάνοντας το 70%. Ουδέποτε με άλλα λόγια αγάπησε η ελίτ του χρήματος στην Ελλάδα τον ελεύθερο ανταγωνισμό, ενώ οι πιστωτές που πίνουν νερό στο όνομά του, είτε ως Τρόικα ή ως θεσμοί, όταν πρόκειται να καταργήσουν τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που υποτίθεται ότι δημιουργούν στρεβλώσεις ή να μειώσουν τις αμοιβές, τον εξόρισε από τα γκισέ οριστικά και δια παντός…

«Δεν δανείζουν, δεν δανείζουν» οι ελληνικές τράπεζες

Με τις ευλογίες των ίδιων των πιστωτών μάλιστα, αποδεικνύονται πουκάμισο αδειανό οι εξαγγελίες των κυβερνητικών και οι διαφημίσεις των ίδιων των τραπεζών που συνόδευαν κάθε μία από τις τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις (που έχουν στοιχίσει πάνω από 50 δισ. ευρώ) που υποστήριζαν ότι άπαξ και σταθούν στα πόδια τους θα ωφεληθεί όλη η κοινωνία. Πρόκειται δηλαδή να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη, στηρίζοντας με νέα δάνεια την οικονομία… Φρούδες ελπίδες! Πρόσφατη ανακοίνωση της Τράπεζας της Ελλάδας (26 Οκτωβρίου 2017) για την τραπεζική χρηματοδότηση και τις καταθέσεις τον Σεπτέμβριο του 2017 δείχνει ότι οι τράπεζες εξακολουθούν να αποτελούν βαρίδι για την οικονομία. Συγκεκριμένα, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της συνολικής χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα διαμορφώθηκε στο -0,8%, όταν και τον προηγούμενο μήνα έφερε το ίδιο, αρνητικό πρόσημο.

Η απροθυμία των τραπεζών να χρηματοδοτήσουν τον ιδιωτικό τομέα την εποχή μάλιστα που έχει την μεγαλύτερη ανάγκη (λόγω της υψηλής ανεργίας και φορολογίας και της ευρύτερης πιστωτικής ασφυξίας) είναι εντελώς αδικαιολόγητη για δύο πολύ σαφείς λόγους. Πρώτο, επειδή οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 4,7% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, με την μηνιαία καθαρή ροή να είναι θετική κατά 36 εκ. ευρώ, έναντι θετικής καθαρής ροής 1,5 δις. ευρώ τον Αύγουστο του 2017. Λεφτά έχουν επομένως οι τράπεζες. Δεύτερο, επειδή η γενική κυβέρνηση είχε μόνον θετική συμβολή καθώς η καθαρή ροή χρηματοδότησης των τραπεζών προς τη γενική κυβέρνηση ήταν αρνητική, ενώ οι καταθέσεις στα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα εκ μέρους της γενικής κυβέρνησης σημείωσαν αύξηση, κατά 6,2%! Να θυμίσουμε εδώ ένα επιχείρημα που επαναλαμβανόταν κατά κόρον από τους νεοφιλελεύθερους τα προηγούμενα χρόνια κι εξακολουθεί να επιβιώνει στα εγχειρίδια: ότι οι υψηλές δανειακές ανάγκες του δημοσίου προσθέτουν ένα επιπλέον κόστος στο δανεισμό του ιδιωτικού τομέα. Μόνο που στη χρεοκοπημένη Ελλάδα ο δανεισμός του  ιδιωτικού τομέα βαίνει μειούμενος ακόμη κι όταν η συμβολή του δημόσιου τομέα είναι θετική, ελέω ιδιωτικών τραπεζών, που συνεχίζουν να σφίγγουν τα λουριά του δανεισμού…

Πηγή: Περιοδικό Επίκαιρα

Τραπεζίτες: έφεραν την καταστροφή κι επιβραβεύτηκαν!

Η είδηση μπορεί να μη σχολιαζόταν τόσο έντονα αν φέτος δεν συμπληρώνονταν δέκα χρόνια από το ξέσπασμα της μεγαλύτερης κρίσης που γνώρισε η μεταπολεμική εποχή, τουλάχιστον.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Αλλά, δεν είναι λίγο οι πληγές να παραμένουν ακόμη ανοιχτές και τα μπόνους να φτάνουν στα ουράνια, δέκα χρόνια μετά τις 9 Αυγούστου 2007 όταν η γαλλική τράπεζα BNP Paribas απαγόρευε κάθε είδους πρόσβαση και διαχείριση στα επενδυτικά της κεφάλαια που σχετίζονταν με την αμερικανική αγορά ακινήτων και η ΕΚΤ έκανε ένεση ρευστότητας ύψους 94,8 δισ. στο τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης, για να ξεπεράσει την πιστωτική ασφυξία.

Την αφορμή έδωσαν οι αμοιβές δύο εκ των πλέον καλοπληρωμένων στελεχών της Γουόλ Στριτ, του Τζ. Ντάιμον και του Λ. Μπλάκφαιν, επικεφαλής των επενδυτικών τραπεζών JPMorgan Chase και Goldman Sachs, αντίστοιχα, που είδαν την αξία του χαρτοφυλακίου τους το 2016 να αυξάνεται κατά 314 εκ. δολ.! Η εκτόξευσή των αμοιβών τους κατά 150 εκ. δολ. για τον καθένα ήταν αποτέλεσμα του ράλι που καταγράφουν οι μετοχές μετά τις εκλογές της 9ης Νοεμβρίου. Ενδεικτικά, η τιμή της Goldman Sachs μόνο τις τελευταίες επτά εβδομάδες του 2016 αυξήθηκε κατά 24%, κι ενώ ακόμη ηχούσαν στα αφτιά των αμερικανών ψηφοφόρων οι άναρθρες κραυγές του ηγέτη των Ρεπουμπλικανών εναντίον του κατεστημένου της Γουόλ Στριτ, αποδεικνύοντας έτσι ότι οι επιθέσεις του Τραμπ ήταν προπέτασμα καπνού για να συγκαλυφθεί η συνεχιζόμενη ασυδοσία τους…

«Ο τρόπος που διαμορφώνονται τα πακέτα των αμοιβών παραμένει σε αδρές γραμμές ο ίδιος κι είναι εξαιρετικά αδιαφανής», τόνιζε στους Financial Times καθηγητής του Πανεπιστημίου του Κεντ, δείχνοντας ότι τίποτε επί της ουσίας δεν έχει αλλάξει από το 2007.

Στο ίδιο λίγο πολύ συμπέρασμα κατέληξε και έρευνα που οργανώθηκε από το πανεπιστήμιο Νοτρ Νταμ και την εταιρεία παροχής νομικών υπηρεσιών, Labaton Sucharow. «Φοβόμαστε ότι η τραπεζική βιομηχανία δεν έχει πάρει το μάθημα» ήταν το συμπέρασμα της έρευνας που απευθύνθηκε σε τραπεζίτες της Νέας Υόρκης και του Σίτι. Εξ αυτών, το ένα τέταρτο δήλωσε ότι θα πραγματοποιούσε μια παράνομη συναλλαγή αν απόφερε κέρδη και ήξερε ότι δεν πρόκειται να συλληφθεί. Περισσότεροι από το ένα τρίτο των ερωτηθέντων δήλωσαν μάρτυρες ή ότι είχαν γνώση από πρώτο χέρι παρατυπιών, ενώ οι μισοί βρήκαν πιθανό οι ανταγωνιστές τους να έχουν διαπράξει κάτι ανήθικο ή παράνομο…

Το καθεστώς ατιμωρησίας που απολαμβάνει η ελίτ της τραπεζοκρατίας φαίνεται κι από την ανυπαρξία συνεπειών για τα στελέχη της, παρά την καταστροφή που προκάλεσαν πριν δέκα χρόνια. Αρκεί μια ματιά στη σταδιοδρομία των τραπεζικών στελεχών που το 2007 κρατούσαν τα πηδάλια των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία πρωταγωνίστησαν στη «μεγάλη ύφεση»: όλοι τους φιγουράρουν στο Διοικητικό Συμβούλιο ή ακόμη και τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου σε κάποια άλλη τράπεζα. Σχεδόν κανείς δεν …ξέπεσε, με μοναδική εξαίρεση την Ισλανδία, όπου ασκήθηκαν διώξεις στους τραπεζίτες  και πολλοί απ’ αυτούς φυλακίστηκαν.

Ενδεικτική είναι η τύχη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Lehman Brothers που η κατάρρευσή της στις 15 Σεπτεμβρίου 2008 σήμανε την κορύφωση της χρηματοοικονομικής κρίσης.

Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Lehman Ντικ Φουλντ την πιο σοβαρή επίπτωση των πράξεών του πρέπει να την ένιωσε μόλις λίγες ημέρες μετά την κατάρρευση της επενδυτικής τράπεζας όταν στο γυμναστήριο έφαγε μία γροθιά από οργισμένο υπάλληλο. Κατά τ’ άλλα ο Φουλντ που είχε χαρακτηριστεί ως ο πιο μισητός άνθρωπος στις ΗΠΑ και αποτέλεσε την επιτομή του κυνισμού συνεχίζει να προκαλεί κατηγορώντας ως υπεύθυνη την αμερικανική κυβέρνηση επειδή …ωθούσε τους Αμερικανούς να αγοράζουν σπίτια «θέλοντας έτσι να εκπληρώσουν τη δική τους εκδοχή του αμερικανικού ονείρου»… Ο Φουλντ το 2009 ίδρυσε μια εταιρεία συμβούλων που ειδικευόταν στις εξαγορές και συγχωνεύσεις (Matrix Advisors) ενώ το 2013 εμφανίστηκε μαζί με τη σύζυγό του ως βασικός επενδυτής με μια εταιρεία ανακύκλωσης χημικών (GlyEco). Ποιός είπε ότι οι τραπεζίτες δεν έχουν ευαισθησίες; Η οικονομική διευθύντρια της τράπεζας Έριν Κάλαν και ο διευθυντής λειτουργίας Τζόε Γκρέγκορυ φέρονται να ζουν από τα εκατομμύρια που εξοικονόμησαν τα χρόνια που η Lehman κατέρριπτε το ένα ρεκόρ κερδοφορίας μετά το άλλο. Ο επικεφαλής του τομέα επενδυτικής τραπεζικής Χιουτζ ΜακΓκι είναι επικεφαλής του ίδιου ακριβώς τομέα στην Barclays και θεωρείται ένας από τους καλύτερα αμειβόμενους τραπεζίτες της Γουόλ Στριτ. Ο υπεύθυνος των μετοχών της Lehman Μπαρτ ΜακΝτέιντ εργάζεται στο ίδιο αντικείμενο στην River Branch Capital. Ο επικεφαλής της διεύθυνσης σταθερού εισοδήματος Μάικλ Γκέλμπαντ είναι διευθύνων σύμβουλος στην Millenium Management. O Ίαν Λόβιτ που διαδέχθηκε την οικονομική διευθύντρια Έριν Κάλαν συνέχισε τη σταδιοδρομία του στη Barclays (που πρέπει να λειτουργούσε κάπως σαν τον ΟΑΕΔ εκείνη την εποχή) για να περάσει μετά στην Marex Spectron όπου ανέλαβε ως επικεφαλής παγκόσμιας στρατηγικής. Ο αντιπρόεδρος κι επικεφαλής του νομικού γραφείου της Lehman Τόμας Ρούσο προσλήφθηκε στη συνέχεια από τον ασφαλιστικό γίγαντα AIG ως επικεφαλής της νομικής υπηρεσίας και του τμήματος που ασχολείται με κυβερνητικές και ρυθμιστικές υποθέσεις. Τέλος, και μεταξύ πολλών άλλων περιπτώσεων στελεχών της Lehman που συνέχισαν την καριέρα τους χωρίς να καμία επίπτωση, να αναφέρουμε τον Λουίς ντε Γκουίντος, που από επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος της τράπεζας βρέθηκε υπουργός Οικονομικών της Ισπανίας κάνοντας μαθήματα χρηστής οικονομικής διαχείρισης.

Εν ολίγοις, κανείς δεν πήγε χαμένος με εξαίρεση μερικά εκατομμύρια εργαζομένων σε ΗΠΑ και Ευρώπη που έχασαν τις δουλειές τους και μερικά εκατομμύρια παραπάνω που έκτοτε αποχαιρέτισαν οριστικά και δια παντός τη σταθερή εργασία…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Μπρα ντε φερ για το θρόνο του Σίτι με έπαθλο περισσότερη απελευθέρωση

Καλλιστεία δεν είναι σίγουρο αν μπορούν να χαρακτηριστούν, όπως συχνά περιγράφονται στον ευρωπαϊκό Τύπο, σκληρός πλειοδοτικός διαγωνισμός όμως είναι με βεβαιότητα.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Κι αυτό γιατί το έπαθλο σε περίπτωση που ευοδωθεί η προσπάθεια την οποία καταβάλουν τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά κέντρα της ΕΕ να πείσουν τις διοικήσεις των τραπεζών που ετοιμάζονται να μεταναστεύσουν από το Σίτι του Λονδίνου ότι αποτελούν τη βέλτιστη επιλογή είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο αρχικά φαινόταν. Στην κούρσα που επισήμως ξεκίνησε μετά το ιστορικής σημασίας βρετανικό δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου 2016, που για πρώτη φορά από την ίδρυση της ΕΕ αποφάσισε τη συρρίκνωσή της, στέκονται μέχρι στιγμής πέντε πόλεις – χρηματοοικονομικοί κόμβοι που κάλλιστα μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες: Τα φαβορί (Παρίσι, Φρανκφούρτη) και τα αουτσάιντερ (Δουβλίνο, Άμστερνταμ και Λουξεμβούργο).
Το γενικό περίγραμμα του διακυβεύματος το καθόρισε πολύ έγκαιρα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όταν σε ανακοίνωσή της τόνισε πώς δεν είναι διατεθειμένη να δεχθεί ταχυδρομικές θυρίδες που θα διοικούνται με τηλεχειριστήριο από το Σίτι προκειμένου να φέρουν σε πέρας τις τραπεζικές εργασίες που πρέπει να διεκπεραιωθούν στο έδαφος της ΕΕ. Αυτό σημαίνει δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας, στις οποίες πρέπει να συμπεριλάβουμε και μια στεφάνη υποστηρικτικών επιχειρήσεων (νομικές, πληροφορικής, κ.α.). Και για να έχουμε μια καλύτερη εικόνα των μεγεθών η συζήτηση αφορά 5.500 χρηματοπιστωτικές εταιρείες που θα χάσουν τα δικαιώματα να εκτελούν εργασίες από το Λονδίνο, μεταξύ των οποίων 40 διεθνούς βεληνεκούς τράπεζες. Η Ντόιτσε Μπανκ μόνο αναμένεται να μετακινήσει 4.000 θέσεις εργασίας από το Λονδίνο, από ένα σύνολο 9.000 απασχολουμένων που διαθέτει στη βρετανική πρωτεύουσα. Κι η Γκόλντμαν Σακς επίσης θα μειώσει στο μισό το προσωπικό της στο Λονδίνο μετακινώντας 1.000 θέσεις εργασίας. Κι ο δύο τράπεζες μάλιστα μέχρι στιγμής συγκαταλέγονται σε όσες έχουν επιλέξει που θα μεταφέρουν το σημαντικότερο τουλάχιστον τμήμα των προς μετακίνηση εργασιών τους μέχρι τον Μάρτιο του 2013 οπότε και αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί η αποχώρηση της Αγγλίας από την ΕΕ.
Οι ευκαιρίες που προσφέρει στις πόλεις που ερίζουν η εγκατάσταση των τραπεζών μετά την αποχώρησή τους από το Λονδίνο φάνηκε πολύ καθαρά στις 7 Ιουλίου όταν ο γάλλος πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ επέλεξε τον τραπεζικό τομέα ως το πρώτο θέατρο πολέμου απ΄ όπου θα ξεκινήσει η μάχη για τα εργασιακά δικαιώματα. Συγκεκριμένα, ανακοίνωσε πώς …μόνο και μόνο για να βγει νικητής το Παρίσι στον υπό εξέλιξη (μειοδοτικό για τα εργασιακά δικαιώματα) διαγωνισμό προτίθεται να καταργήσει τον ανώτερο φορολογικό συντελεστή που αντιστοιχούσε στο ψηλότερο κλιμάκιο αμοιβών, να ελαστικοποιήσει τις εργασιακές σχέσεις στον τραπεζικό τομέα, να ακυρώσει μια προγραμματισμένη επέκταση του φόρου στις αγοραπωλησίες μετοχών κι επίσης, να ψηφίσει μια ευνοϊκή για τα διευθυντικά στελέχη εξαίρεση των μπόνους τους από δικαστικές διαμάχες. Η έδρα των τραπεζών επομένως αναδεικνύεται σε μια πολύ καλή αφορμή, απ’ αυτές που ακόμη κι όταν δεν υπάρχουν πρέπει να επινοούνται, ώστε να επιταχυνθεί η φιλελευθεροποίηση της οικονομίας. Γιατί, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Σίτι λειτουργούσε σαν μαγνήτης για τις πιο διαφορετικές χρηματοπιστωτικές εταιρείες επί δεκαετίες λόγω των όρων επιχειρηματική δραστηριότητας που προσέφερε: δηλαδή ανυπαρξία οποιουδήποτε ρυθμιστικού εμποδίου ή …η χαρά το νεοφιλελεύθερου. Μάλιστα, η απορρύθμιση δεν αφορούσε μόνο τις εργασιακές σχέσεις αλλά και την ευρύτερη αγορά. Αυτό ακριβώς είναι το γέρας του διαγωνισμού ομορφιάς που διεξάγεται μεταξύ των 2 + 3 πόλεων.
Η Φρανκφούρτη αν κάτι έχει να επιδείξει είναι την έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του νεοπαγούς Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού που επιτηρεί τις τράπεζες. Η αδυναμία της ωστόσο έγκειται στα μεγέθη της πόλης, δεδομένου ότι η Φρανκφούρτη έχει πληθυσμό μικρότερο των 800.000 κατοίκων και τα τραπεζικά στελέχη όσο κι αν φημίζονται ότι η έκλυτη ζωή τους ξεκινάει και τελειώνει με το ωράριο εργασίας, είναι άλλο να μην απολαμβάνουν τις δυνατότητες που προσφέρει ένα μεγάλο αστικό κέντρο κι άλλο αυτές εξ ορισμού να μην υφίστανται… Τα πλήρως συγκρίσιμα με του Σίτι μεγέθη είναι το ισχυρότερο πλεονέκτημα της γαλλικής πρωτεύουσας. Το Δουβλίνο προσέρχεται στο διαγωνισμό με πιο δυνατό ατού την αγγλική γλώσσα. Το Άμστερνταμ επιδεικνύοντας το βιογραφικό του, ως έδρα μεγάλων τραπεζών, και η πρωτεύουσα του Μεγάλου Δουκάτου με την εξειδίκευση που έχει ήδη αναπτύξει στις πιο εκλεπτυσμένες και περίπλοκες χρηματοπιστωτικές αγορές (ιδιωτικών κεφαλαίων, διασυνοριακές δραστηριότητες, χρηματοπιστωτική τεχνολογία, κ.α.). Το μειονέκτημα των μικροσκοπικών μεγεθών του Λουξεμβούργου αντισταθμίζεται με την παντελή απουσία πολιτικού ρίσκου, δεδομένης της σταθερότητας που το διακρίνει.
Σύντομα θα μάθουμε το φιναλίστ ξέροντας ότι πρόκειται για μια επιλογή δίκοπο μαχαίρι…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Νέα Σελίδα

ΚΡΙΣΗ: Δέκα χρόνια από το ξέσπασμα της καταιγίδας

Από το κραχ της Bear Sterns στο ντόμινο του χρέους

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Συνήθως, η σοβαρότητα μιας κρίσης, από αυτές που συμβαίνουν σχεδόν σταθερά κάθε 10 χρόνια – αποδεικνύοντας, κάθε φορά, ότι είναι η σοβαρότερη κρίση των τελευταίων 50 ετών, σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του πρώην αμερικανού κεντρικού τραπεζίτη Πολ Βόλκερ –  εκτιμάται εξετάζοντας το βάθος των συνεπειών της στην οικονομία. Ελέγχοντας δηλαδή πόσο χαμηλά έστειλε το ΑΕΠ, την απασχόληση, τις τιμές των μετοχών κ.λπ. Η κρίση που ξέσπασε το 2008, είχε ως κορυφαία στιγμή την κατάρρευση της Lehman Brothers στις 15 Σεπτεμβρίου, έκανε όμως την εμφάνισή της ακριβώς πριν δέκα χρόνια με τους πρώτους τριγμούς στην αμερικανική αγορά ακινήτων και τις αλλεπάλληλες χρεοκοπίες, αρχής γενομένης τον Ιούνιο του 2007, επενδυτικών κεφαλαίων της τράπεζας Bear Sterns, της πέμπτης μεγαλύτερης επενδυτικής τράπεζας των ΗΠΑ, και έχει τον δικό της τρόπο να υπογραμμίζει τη σοβαρότητά της. Επιβάλλεται στην μακρά αλυσίδα των κρίσεων καθώς ακόμη και σήμερα, δέκα χρόνια μετά, δεν έχει επέλθει η επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση! Αρκεί μια ματιά στα μέτρα που εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπισή της όπως και στις αιτίες της, όπου θεωρητικά στόχευαν οι πολιτικές που υιοθετήθηκαν, για να φανεί ότι η κρίση ήρθε για να μείνει. Από μια άλλη οπτική γωνία, για να φανεί πόσο επικίνδυνα ανήμπορες είναι σήμερα οι μεγάλες οικονομίες να αντιμετωπίσουν μια πιθανή αναζωπύρωσή της.

Το πρώτο μέτρο που εφαρμόστηκε για να αντιμετωπιστεί η κρίση ήταν η ραγδαία μείωση των επιτοκίων, έτσι ώστε να διευκολυνθεί ο δανεισμός. Στο 4% ήταν τα ονομαστικά επιτόκια του ευρώ στις αρχές του 2008, για να μειωθούν σε 1 χρόνο στο 1% και τα τελευταία 2 χρόνια να αγκιστρωθούν στο 0%. Και στις ΗΠΑ παρατηρήθηκε η ίδια τάση: στο 5% ήταν τα επιτόκια του δολαρίου μέχρι και το 2007, όσο οι Αμερικάνοι επιδίδονταν στο προσοδοφόρο άθλημα της αγοραπωλησίας σπιτιών, για να γίνουν σχεδόν μηδενικά το 2009 όπου και περίμεναν μέχρι το 2015. Μόλις τους τελευταίους μήνες ξεπέρασαν το 1%. Επιστροφή των επιτοκίων στα προ κρίσης επίπεδα δεν προβλέπεται σύντομα…

Το δεύτερο μέτρο που υιοθετήθηκε ήταν η ενεργοποίηση των κεντρικών τραπεζών, οι οποίες, ειδικά στις ΗΠΑ, έφτασαν στο σημείο να χορηγούν ακόμη και δάνεια στην ιδιωτική οικονομία, καλύπτοντας το κενό που δημιούργησε η κατάρρευση της πίστης και το πάγωμα των πιστώσεων από τις ιδιωτικές τράπεζες. Ως αποτέλεσμα, ο ισολογισμός της κεντρικής τράπεζας από 870,261 δισ. δολ. στις 30 Ιουλίου 2007 να πενταπλασιαστεί μέχρι τις 3 Ιουλίου 2017, φθάνοντας τα 4,467 τρισ. δολ. Το ίδιο συνέβη και στην από δω μεριά του Ατλαντικού με τον ισολογισμό της ΕΚΤ: από 1,5 τρισ. ευρώ στις αρχές του 2007 αγγίζει σήμερα τα 4 τρισ. ευρώ. Ομοίως, επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα των ισολογισμών των κεντρικών τραπεζών δεν προβλέπεται σύντομα…

Το τρίτο μέτρο αφορούσε την αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα έτσι ώστε ποτέ ξανά να μην επικαλεστούν το ότι οι τράπεζες είναι «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν» και να εκβιάζουν κατ’ αυτό τον τρόπο την διάσωση με χρήματα των φορολογουμένων. Η κρίση πυροδότησε έναν πρωτοφανή πυρετό εξαγορών και συγχωνεύσεων που μείωσε σημαντικά τον αριθμό των τραπεζών. Στις ΗΠΑ οι 7.294 τράπεζες στις 31 Δεκεμβρίου 2006, μειώθηκαν στις 5.083 έπειτα από 10 χρόνια, επέζησαν δηλαδή οι 2 από τις 3. Στην ευρωζώνη η εκκαθάριση ήταν εξ ίσου σαρωτική καθώς από 7.626 νομισματικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπήρχαν τον Ιανουάριο του 2007, τον Ιούνιο του 2017 λειτουργούσαν 5.805. Η πρόσφατη διάσωση των δύο ιταλικών τραπεζών έδειξε ότι αντίθετα με τις υποσχέσεις πολύ περισσότερο σήμερα οι τράπεζες παραμένουν «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν»…

Τέλος, οι πολιτικές δρακόντειας λιτότητας που επιβλήθηκαν σε όλο το δυτικό ημισφαίριο αφορμή και στόχο ταυτόχρονα είχαν την μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Λογικά λοιπόν θα ανέμενε κανείς ότι μια δεκαετία μετά το δημόσιο χρέος θα έχει μειωθεί ως απόλυτο μέγεθος και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ. Κι εδώ όμως ο ελέφαντας συνεχίζει να βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο. Σε παγκόσμιο επίπεδο το συνολικό χρέος (κυβερνήσεων, νοικοκυριών και εταιρικό εξαιρουμένου του χρηματοπιστωτικού τομέα) βρίσκεται σε επίπεδα ρεκόρ καθώς αγγίζει το 325% του παγκόσμιου ΑΕΠ κι ανέρχεται σε 215 τρισ. δολ. αυξημένο κατά 70 τρισ. δολ. μέσα σε μια δεκαετία! Στην ευρωζώνη το δημόσιο χρέος από 7,136 τρισ. ή 80% του ΑΕΠ το 2009, έφτασε τα 9,588 τρισ. ή 89% του ΑΕΠ το 2016. Αυξήθηκε αντί να μειωθεί, λόγω της λιτότητας που οδήγησε σε ύφεση και συρρίκνωση του ΑΕΠ. Ομοίως, επιστροφή στα προ κρίσης επίπεδα του δημόσιου και συνολικού χρέους δεν προβλέπεται σύντομα…

Φαίνεται από τα παραπάνω ότι η επιστροφή των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ σε ΗΠΑ και Ευρώπη στα προ κρίσης επίπεδα δε σημαίνει ότι η κρίση αποτελεί παρελθόν. Οι επιδόσεις ποτέ δε θα είχαν φτάσει σε αυτά τα επίπεδα αν η κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην οικονομία είχε τερματιστεί κι είχαμε επιστρέψει στην κανονικότητα.

Απογειώθηκαν οι μετοχές, «πάγωσαν» μισθοί – συντάξεις

Δέκα χρόνια μετά το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων στις ΗΠΑ το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στην υποχρέωση των πολιτικών και νομισματικών αρχών να διατηρούν σε ισχύ εξαιρετικά μέτρα που ενεργοποιούνται μόνο κάτω από αντίξοες συνθήκες, ως ύστατη λύση και για περιορισμένο χρονικό διάστημα.

Η κατάσταση περιπλέκεται επειδή ταυτόχρονα με την αδυναμία της καπιταλιστικής οικονομίας να λειτουργήσει χωρίς τη συνεχή μηχανική υποστήριξη των κεντρικών τραπεζών, τα χρηματιστήρια πλέουν σε πελάγη ανείπωτης ευτυχίας. Ούτε την πρώτη μεταπολεμική εποχή των «τριάντα ένδοξων χρόνων» δεν κατέγραφαν τέτοια ρεκόρ. Πολύ ενδεικτικά η εξέλιξη ορισμένων χρηματιστηριακών δεικτών: Από την 1η Ιουλίου 2007 μέχρι την 1η Ιουλίου 2017 ο αμερικανικός βιομηχανικός δείκτης Dow Jones από 13.895 μονάδες σκαρφάλωσε στις 21.553, ο επίσης αμερικανικός δείκτης υψηλής τεχνολογίας Nasdaq από 2.701 στις 6.270, ο γερμανικός DAX από 7.861 σε 12.641, ο ιαπωνικός Nikkei από 16.785 σε 20.099 και ο βρετανικός FTSE100 από 6.447 σε 7.413, κοκ.

Η έκρηξη των χρηματιστηριακών τιμών, όταν μισθοί, συντάξεις και κοινωνικές παροχές παραμένουν παγωμένα, όταν δεν μειώνονται για να επιτευχθεί η πολυπόθητη σταθεροποίηση, λύνει ένα «παράδοξο». Πού πάνε τα δισεκατομμύρια τα οποία διοχετεύονται από τις κεντρικές τράπεζες και έχουν μετατρέψει τους ισολογισμούς τους σε μπαλόνια… Εν ολίγοις, στις τσέπες των μεγαλομετόχων! Εκεί καταλήγει η πλημμυρίδα ρευστού που απελευθερώνουν ΕΚΤ και αμερικανική κεντρική τράπεζα, μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης. Έτσι όμως οι αντιθέσεις οξύνονται κι η αναγκαία διόρθωση (στο βαθμό που τα προσδοκώμενα μελλοντικά κέρδη ποτέ δεν πραγματώνονται) θα λάβει πιο βίαιο χαρακτήρα!

Από λύση γίνεται πρόβλημα η Κίνα

Το συνολικό χρέος της Κίνας κινείται σε δυσθεώρητα επίπεδα, συγκρίσιμα ωστόσο με αυτά της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ. Παρότι λοιπόν τον Μάιο του 2017 έφθασε το 304% του ΑΕΠ από μόνο του αυτό το μέγεθος δεν προκαλεί ανησυχία. Εφησυχασμό επίσης προκαλεί και το γεγονός ότι βρίσκεται σε εθνικά χέρια, που σημαίνει ότι δεν κινδυνεύει από κερδοσκοπικές επιθέσεις κι ούτε εξαρτάται από τη στάση των οίκων αξιολόγησης.

Υπάρχει ωστόσο ένα χαρακτηριστικό που το έχει μετατρέψει σε ωρολογιακή βόμβα και είναι η ταχεία άνοδός του σε αυτά τα επίπεδα. Ενδεικτικά, μόλις το 2015 το συνολικό χρέος της Κίνας ανερχόταν στο 247% του ΑΕΠ, ενώ τις «ήσυχες μέρες» του 2005 στο 160% του ΑΕΠ.  Αυτό που συνέβη το συμπυκνώνει σε μια σύγκριση ο αμερικάνος μαρξιστής Ντέιβιντ Χάρβεϋ (στο βιβλίο του The ways of the world, 2016): το τσιμέντο που καταναλώθηκε στην Κίνα (6.651 εκ. τόνοι) μέσα σε 3 χρόνια (2011-2013) ήταν μιάμιση φορά περισσότερο από το τσιμέντο που κατανάλωσαν οι ΗΠΑ (4.405 εκ. τόνοι) στη διάρκεια ενός αιώνα (1900-1999)! Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας αψηφώντας τις οδηγίες που υποδείκνυαν την αξιοποίηση της κρίσης για την εδραίωση νεοφιλελεύθερων αλλαγών, επανέλαβε την επιτυχημένη συνταγή που είχε εφαρμόσει ο Ναπολέων Γ’ στο Παρίσι το 1852 και ο Ρούζβελτ στις μεταπολεμικές ΗΠΑ το 1945: εφάρμοσε ένα ασύλληπτων διαστάσεων κατασκευαστικό πρόγραμμα που μεταμόρφωσε τη χώρα. Το τίμημα ωστόσο ήταν βαρύ κι ασύμμετρο, δεδομένου ότι η πιστωτική επέκταση μεταξύ 2009 και 2015 αύξανε κάθε χρόνο κατά 20% πολύ ψηλότερα από την ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ. Έτσι πλέον γεννιούνται ερωτηματικά για την αποπληρωμή του σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης διεθνοποίησης, δηλαδή αμερικανοποίησης, του κινέζικου τραπεζικού συστήματος, κατ’ εντολή του Τραμπ, ενώ όλοι ξέρουν ότι οι χρυσές εφεδρείες του 2008 πλέον δεν υφίστανται. Εξαντλήθηκαν κι αυτές χωρίς να αναμένεται η σύντομη επιστροφή του κινέζικου χρέους στα προ κρίσης επίπεδα…

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Νέα Σελίδα στις 30 Ιουλίου 2017

Fintech: Υψηλής τεχνολογίας απειλή για τις τράπεζες

Από το 2005 ακόμη ο Σεμπάστιαν Σιεμιατκόβσκι, ένας εκ των τριών ιδρυτών της Klarna είχε υποσχεθεί ότι θα επέστρεφε κι οι συνομιλητές του θα τον έβρισκαν μπροστά τους.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ήταν η εποχή που προσπαθούσε μέσω της ευθείας οδού να πείσει την αφρόκρεμα της σουηδικής βιομηχανίας να εμπιστευθεί τις καινοτόμες τραπεζικές δραστηριότητες του δημιουργήματός του. Εις μάτην… Έκτοτε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και τη Δευτέρα 19 Ιουνίου οι Σουηδικές αρχές του χορήγησαν τραπεζική άδεια, κάνοντας την Klarna την πρώτη εταιρεία που δραστηριοποιείται στον κλάδο της χρηματοπιστωτικής τεχνολογίας ή καινοτομίας (fintech) να αποκτά άδεια άσκησης παραδοσιακών τραπεζικών δραστηριοτήτων. Τα μεγέθη της Klarna δεν άφηναν χώρο για δεύτερες σκέψεις στις νομισματικές αρχές της Σουηδίας, παρότι κράτησαν 20 μήνες στα συρτάρια τους την αίτηση: με 60 εκ. πελάτες, 13 δισ. ετήσιες συναλλαγές και αξία που υπολογίσθηκε στα 2,25 δισ. ευρώ η χορήγηση άδειας κι η συνακόλουθη υπαγωγή σε ένα ρυθμιστικό κι εποπτικό πλαίσιο ήταν ένας τρόπος εξασφάλισης του νομισματικού συστήματος και όχι μόνο. Καθώς οι κατ’ εξοχήν δραστηριότητες της Klarna παρεμβάλλονται μεταξύ εμπόρων και καταναλωτών αναλαμβάνοντας τον πιστωτικό κίνδυνο που γεννάται μεταξύ της παραλαβής ενός εμπορεύματος και της πληρωμής, έννομο συμφέρον από την εποπτεία της έχει η πιο ευρεία γκάμα κλάδων και ατόμων.

Σημαδιακή επομένως ημερομηνία η 19η Ιουνίου για έναν νεότευκτο κλάδο που υπόσχεται να ανταγωνιστεί την παραδοσιακή τραπεζική βιομηχανία όπως οι εταιρείες χαμηλού κόστους έπληξαν τα αεροπορικά μεγαθήρια ή όπως το Airbnb συρρικνώνει σταθερά τα έσοδα των ξενοδοχείων.

Για τον διευθύνοντα σύμβουλο της σουηδικής fintech φίρμας η τραπεζική άδεια στην Klarna σηματοδοτεί τη «στιγμή iPhone» όπως δήλωσε στους Financial Times για ολόκληρο τον τραπεζικό κλάδο που καλείται να αλλάξει εκ βάθρων. Κι από πολλές απόψεις ο Σιεμιατκόβσκι έχει δίκιο. Η μείωση του εισοδήματος της νέας γενιάς και πολύ περισσότερο οι ασταθείς όροι καταβολής του, σε αντιπαραβολή με τη χρόνια και προβλέψιμη σχέση που εξασφάλιζε με την τράπεζα ο σταθερός μισθός της προηγούμενης γενιάς, αλλάζουν τα τραπεζικά ήθη. Το βιβλιάριο καταθέσεων περνάει στην οικονομική ιστορία, μαζί κι οι αποταμιεύσεις. Επιπλέον, οι αγορές μέσω ίντερνετ και η τάση διεκπεραίωσης όλων των οικονομικών συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζικών, μέσω του υπολογιστή και του «έξυπνου» κινητού τηλεφώνου, δημιουργούν την ανάγκη για νέες, ευέλικτες υπηρεσίες. Πολύ πιο ασφαλείς ωστόσο, δεδομένου ότι οι συμβατικοί τρόποι ταυτοποίησης έχουν με τα νέα καταναλωτικά συνήθεια την ίδια σχέση που έχουν τα μολύβια με τους e-readers. Η ανάγκη για γρήγορη επιβεβαίωση στοιχείων ενός αχανούς πελατολογίου δημιουργεί πρωτοφανείς απαιτήσεις ασφαλείας.

Ο κίνδυνος που εκπροσωπεί ο κλάδος του fintech για την τραπεζική βιομηχανία, η οποία δε βρίσκεται και στο κέντρο της συμπάθειας κανενός λαού μετά την κρίση του 2008 και τα αλλεπάλληλα πακέτα διάσωσης, καταγράφεται σε κάθε σχετική έρευνα που βλέπει το φως της δημοσιότητας. Για παράδειγμα, έκθεση της PwC Ιρλανδίας έδειξε ότι η πλειοψηφία όσων πήραν μέρος από τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες περιμένουν μείωση εσόδων για την κλασσική τραπεζική ύψους ακόμη και 40% την επόμενη 5ετία, προς όφελος της χρηματοπιστωτικής καινοτομίας. Ακόμη κι έτσι ωστόσο, η τραπεζική βιομηχανία θα αποδείξει για μια ακόμη φορά ότι δεν είναι μόνο «πολύ μεγάλη για να χρεοκοπήσει» αλλά επίσης είναι και «πολύ μεγάλη για να ξεπερασθεί τεχνολογικά». Όσους πελάτες και να χάσει από τη γενιά της οικονομικής επισφάλειας κι όσες προμήθειες αν στερηθεί από τις αγορές μέσω του ίντερνετ ο νευραλγικός ρόλος στην οικονομία των τραπεζών θα συνεχίσει να τις καθιστά ελέφαντα στο δωμάτιο…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Νέα Σελίδα στις 25 Ιουνίου 2017