Καθηλωμένοι στο Αφγανιστάν οι Αμερικανοί

Ξεχείλιζαν αυτοπεποίθηση οι δηλώσεις του εκπροσώπου Τύπου των Ταλιμπάν προς το δίκτυο Αλ Τζαζίρα, αμέσως μετά την ανακοίνωση του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι διακόπτει τις ειρηνευτικές συνομιλίες με τους αφγανούς αντάρτες, ακυρώνοντας την προγραμματισμένη επίσκεψή τους στις ΗΠΑ: «Υπήρχαν δύο τρόποι να τελειώσει η κατοχή στο Αφγανιστάν. Ο ένας ήταν η τζιχάντ και η μάχη και ο άλλος ήταν οι συνομιλίες και οι διαπραγματεύσεις. Αν ο Τραμπ θέλει να διακόψει τις συνομιλίες, θα ακολουθήσουμε τον πρώτο τρόπο και σύντομα θα το μετανιώσουν».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η διακοπή των ειρηνευτικών συνομιλιών δικαιολογήθηκε από τον Τραμπ την Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου λόγω μιας επίθεσης αυτοκτονίας που πραγματοποιήθηκε στην Καμπούλ. Το αποτέλεσμα ήταν να χάσουν τη ζωή τους 12 άνθρωποι, «περιλαμβανομένου κι ενός Αμερικανού στρατιώτη», όπως μετέδωσαν όλα σχεδόν τα Μέσα, πιστεύοντας ακράδαντα υποθέτουμε ότι η ζωή ενός Αμερικανού στρατιώτη έχει μεγαλύτερη αξία από τη ζωή όχι μόνο ενός Αφγανού πολίτη, αλλά ακόμη κι ενός Ρουμάνου στρατιώτη που συγκαταλεγόταν στα θύματα της βομβιστικής επίθεσης. Ο Τραμπ κατηγόρησε τους Ταλιμπάν ότι με αυτή την επιχείρηση επιχείρησαν να βελτιώσουν τις διαπραγματευτική τους θέση έναντι των ΗΠΑ, κάτι που υποτίθεται ότι εξόργισε τον Τραμπ…

Η αλήθεια είναι πώς ακριβώς την ίδια τακτική ενίσχυσης της διαπραγματευτικής θέσης τους ακολουθούν κι οι ΗΠΑ. Σύμφωνα με δήλωση του Μάικ Πομπέο μόνο τα τελευταίες 10 ημέρες είχαν χάσει τη ζωή τους από αμερικανικά πυρά περισσότεροι από 1.000 Ταλιμπάν. Αυτή η τακτική μάλιστα της έντασης των επιθέσεων ακολουθούταν με συνέπεια κι από τα δύο μέρη κατά η διάρκεια όλων των τελευταίων μηνών που ήταν σε εξέλιξη οι συνομιλίες. Τίποτε το απροσδόκητο επομένως δε μεσολάβησε που ανάγκασε τον Τραμπ να αλλάξει το σχεδιασμό του!

Αυτό όμως που γινόταν όλο και περισσότερο εμφανές όσο πλησίαζε η ημέρα της υπογραφής της συμφωνίας, που θα επέτρεπε την αποχώρηση των 13.000-14.000 Αμερικανών στρατιωτών και των 17.000 άλλων στρατιωτών από 39 χώρες μέλη του ΝΑΤΟ και συμμάχους των ΗΠΑ, ήταν οι αλυσιδωτές αντιδράσεις που θα προκαλούσε στην εσωτερική ζωή του Αφγανιστάν και όχι μόνο. Για να προβλέψουμε την επόμενη μέρα της συμφωνίας που δεν υπογράφτηκε, χρειάζεται μια σύντομη αναδρομή στον μακροβιότερο πόλεμο που έχουν διεξάγει οι ΗΠΑ. Η εισβολή 1.300 Αμερικανών στρατιωτών στο Αφγανιστάν το Νοέμβριο του 2001, με αφορμή τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ, ανέτρεψε μέσα σε λίγες εβδομάδες την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, που ήλεγχε τη χώρα από το 1996 κι έγινε στόχος των ΗΠΑ επειδή δεν παρέδωσε τον Μπιν Λάντεν. Ο αριθμός των αμερικανών στρατιωτών συνεχώς αυξανόταν για να φτάσει επί Ομπάμα τον Αύγουστο του 2010 τους 100.000. Αμέσως μετά ξεκίνησε η σταδιακή τους αποχώρηση, βοηθούσης και της εκτέλεσης του αρχηγού της Αλ Κάιντα τον Μάιο του 2011. Η σταδιακή ωστόσο απεμπλοκή διακόπηκε το 2016 και το Πεντάγωνο άρχισε να στέλνει επιπλέον στρατό, όταν γίνονται ορατές οι επιτυχίες των Ταλιμπάν. Με άλλα λόγια, το επιχείρησε ακόμη κι ο Ομπάμα που διέκειτο πολύ πιο αρνητικά απέναντι στις επεμβάσεις του αμερικανικού στρατού στο εξωτερικό, αλλά απέτυχε… Γιατί να πετύχει το σχέδιο απεμπλοκής του Τραμπ;

Ο κίνδυνος που ορθώνεται από την υπογραφή του σχεδίου ειρήνευσης σχετίζεται με την ανακατάληψη ολόκληρου του Αφγανιστάν από τους Ταλιμπάν! Με βάση αφγανικής προέλευσης έκθεση της 31ης Ιανουαρίου 2019, η κυβέρνηση του Αφγανιστάν ήλεγχε 229 επαρχίες ή το 56,3%, οι Ταλιμπάν είχαν υπό τον έλεγχό τους 59 επαρχίες ή το 14,5% της χώρας, ενώ ο έλεγχος σε 119 άλλες επαρχίες ήταν αμφισβητούμενος. Η αντοχή των Αφγανών ανταρτών να μάχονται επί 18 ολόκληρα χρόνια τον πιο προηγμένο στρατό του κόσμου και να νικούν δεν μπορεί να οφείλεται στη βοήθεια γειτονικών κρατών όπως το Πακιστάν, παρότι κανείς δεν υποτιμά τη σημασία της εξωτερικής βοήθειας που λάμβαναν οι αντάρτες. Δείχνει πάνω απ’ όλα τις ρίζες που έχουν στην τοπική κοινωνία. Επίσης, το μίσος των Αφγανών κατά των ΗΠΑ. Απόρροια αυτών των δεδομένων είναι και η ανυποληψία στην οποία παραδέρνει η αφγανική κυβέρνηση του Ασράφ Γκανί. Οι Ταλιμπάν αρνούνται να μιλήσουν μαζί τους και τους χαρακτηρίζουν μαριονέτες των ΗΠΑ. Το ίδιο πρέπει να πιστεύουν κι οι ΗΠΑ αν κρίνουμε από το γεγονός ότι δεν μπήκαν καν στον κόπο να τους επιβάλλουν στις διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν. Δεδομένου όμως ότι, με βάση όσα δημοσιεύθηκαν, η μοναδική δέσμευση που περιλάμβανε η συμφωνία εκ μέρους των Ταλιμπάν ήταν να μη χρησιμοποιηθεί το Αφγανιστάν ως βάση εκπαίδευσης κι εξόρμησης της διεθνούς τρομοκρατίας, τι εμπόδιζε τους αντάρτες να μπουν ξανά σε λίγους μήνες θριαμβευτές στην Καμπούλ όπως έκαναν το 1996; Κι αν τότε το έκαναν με την ανοιχτή στήριξη των ΗΠΑ, τώρα θα το έκαναν υπό την ανοχή τους…

Πίσω επομένως από το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων δεν βρίσκεται ο νεκρός Αμερικανός στρατιώτης, ούτε καν ο συμβολισμός της επίσκεψης στην προεδρική κατοικία του Καμπ Ντέιβιντ λίγες μάλιστα μέρες πριν την 11η Σεπτεμβρίου των ηθικών αυτουργών των επιθέσεων του 2001. Το πρόβλημα είναι πώς θα φαινόταν η παταγώδης αποτυχία της αμερικανικής εκστρατείας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά όσα υποσχέθηκε, δηλαδή την εκδίωξη των Ταλιμπάν. Κι όχι φυσικά σε όσα επιζητούσε, που ήταν η γεωπολιτκή κυριαρχία και ο έλεγχος των ενεργειακών αποθεμάτων της περιοχής. Αυτά επιτεύχθηκαν!

Πηγή: Νέα Σελίδα

Πληγή που δεν κλείνει το Αφγανιστάν

Με μια εντυπωσιακή σε δύναμη πυρός και διάρκεια επίθεση εναντίον ενός υποψηφίου έδωσαν οι Ταλιμπάν το δικό τους παρών στην προεκλογική εκστρατεία που ξεκίνησε επίσημα την Κυριακή 14 Ιουλίου και αναμένεται να λήξει με τις προεδρικές εκλογές που θα διεξαχθούν στις 28 Σεπτεμβρίου. Το μεγάλο ερώτημα φυσικά που υπερίπταται όλων των διαδικασιών σχετίζεται με το πόσο αδιάβλητες θα είναι. Κατά πόσο δηλαδή δεν πρόκειται να επαναληφθούν τα ευτράπελα που σημειώθηκαν στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, που τις οδήγησαν στην πλήρη ανυποληψία και αποτελούν σοβαρότατο λόγο ώστε οι Αφγανοί κι οι Αφγανές να γυρίσουν την πλάτη τους και στην επόμενη αναμέτρηση.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Οι τελευταίες εκλογές πραγματοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του 2018, ήταν κοινοβουλευτικές, και στη διάρκειά τους συνέβησαν οι πιο ακραίες μορφές αλλοίωσης ενός εκλογικού αποτελέσματος. Οι 313 συλλήψεις που ακολούθησαν συνοδεύονταν από ένα μακροσκελές κατηγορητήριο που περιελάβανε από πώληση δελτίων ταυτότητας μέχρι δωροδοκίες ψηφοφόρων εκ μέρους των υποψηφίων. Οι προηγούμενες εκλογές ήταν προεδρικές κι έγιναν το 2014. Επειδή οι δύο σημαντικότεροι υποψήφιοι δεν κατέστη δυνατό να συμφωνήσουν ποιος κέρδισε τις εκλογές, η λύση δόθηκε από τον τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζον Κέρυ, που ανέλαβε καθήκοντα διαμεσολαβητή κι έκλεισε μια συμφωνία μεταξύ των δύο υποψηφίων για τη μοιρασιά της εξουσίας. Το άλλο θέμα που περιλάμβανε η συμφωνία αφορούσε την ψήφιση μιας σειράς μέτρων για την διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού εκλογικού συστήματος που δεν θα επιτρέψει ξανά τις εκλογικές νοθείες…

Με αυτά και με αυτά η νέα προεκλογική εκστρατεία άνοιξε με καταγγελίες για νοθεία και απειλές αποχώρησης από την προεκλογική κούρσα. Μέχρις στιγμής έχουν δηλώσει την πρόθεσή τους να διεκδικήσουν την προεδρία 18 υποψήφιοι. Τα δύο τρίτα όμως εξ αυτών απείλησαν ότι θα αποσυρθούν από τις προεδρικές εκλογές (που έχουν ήδη αναβληθεί δύο φορές) αν ο πρόεδρος της χώρας Ασράφ Γκανί δεν ακυρώσει την απόφασή του να διορίσει δεκάδες αξιωματούχους στην κυβέρνηση και μάλιστα σε πόστα, που σχετίζονται με την εκλογική διαδικασία. Τη νομιμοποίηση του σημερινού προέδρου αμφισβητούν ακόμη κι οι Ταλιμπάν που υποστηρίζουν ότι επειδή η θητεία του Γκανί έληξε στις 22 Μαΐου δεν έχει καμιά αρμοδιότητα να διεξάγει εκλογές. Οι Ταλιμπάν αντιμετωπίζουν με τόσο μεγάλη ανυποληψία την κυβέρνηση που αρνούνται ακόμη και να συζητήσουν μαζί της, την ίδια ώρα που οι διαπραγματεύσεις με τους Αμερικανούς εισέρχονται στο νέο, όγδοο γύρο. Ενώ μάλιστα ο αφγανός πρόεδρος επαναλαμβάνει πώς σε αντίθεση με τον προηγούμενο πρόεδρο, τον Χαμίντ Καρζαΐ, που έθετε ως προϋπόθεση για την εκκίνηση διαπραγματεύσεων με τους Ταλιμπάν 11 αυστηρούς όρους, ο ίδιος δεν θέτει κανέναν, οι Ταλιμπάν επιμένουν να απορρίπτουν κάθε πρόταση διαλόγου υποστηρίζοντας ότι αφού πρώτα συμφωνήσουν με τις ΗΠΑ, μετά θα κάτσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους Αφγανούς ηγέτες.

Τα βλέμματα έτσι είναι στραμμένα στη Ντόχα του Κατάρ, όπου πλέον διεξάγεται ο όγδοος γύρος των διαπραγματεύσεων, με δύο μεγάλα επίδικα. Το πρώτο σχετίζεται με την σταδιακή και ασφαλή απόσυρση των 14.000 αμερικανών στρατιωτών που εξακολουθούν να επιχειρούν στο Αφγανιστάν, το οποίο έχει μετατραπεί στο μεγαλύτερο σε χρονική διάρκεια πολεμικό μέτωπο των ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον έχει μεν την υπομονή να περιμένει μια καλή συμφωνία, αλλά υπό τη διοίκηση Τραμπ ο προτεραιότητες έχουν αλλάξει άρδην και το βλέμμα πλέον προσανατολίζεται στον Ειρηνικό και δη την Κίνα. Τα εναπομείναντα μέτωπα στην Κεντρική Ασία και την Μέση Ανατολή χαρακτηρίζονται απαξιωτικά «πόλεμοι των Δημοκρατικών» και το ερώτημα δεν είναι πια πώς θα νικήσουν οι Αμερικάνοι αλλά πώς θα απεμπλακούν χωρίς αχρείαστες θυσίες σε ανθρώπινες ζωές και βλάβη του γοήτρου τους. Από την άλλη, το δεύτερο επίδικο σχετίζεται με την παροχή εγγυήσεων εκ μέρους των Ταλιμπάν ότι το μετα-Αμερικανικό Αφγανιστάν δεν πρόκειται να μετατραπεί σε θερμοκοιτίδα βίαιων, ένοπλων επιθέσεων στην περιοχή, αυξάνοντας την αστάθεια. Το γεγονός δε ότι μέχρι στιγμής δεν συζητιέται ζήτημα αφοπλισμού και παράδοσης του οπλισμού των Ταλιμπάν, με βάση τα πιο έγκυρα δημοσιεύματα, επιβεβαιώνει τη θέση ισχύος που βρίσκονται 18 χρόνια μετά την αμερικανική εισβολή.

Η σημασία που αποδίδουν οι Αμερικάνοι σε μια συμφωνία ειρήνης με τους Ταλιμπάν, που στην άλλη όψη της θα έχει μια συμφωνία αποχώρησής τους, έγινε εμφανής τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου με αφορμή μια βομβιστική επίθεση σε ένα σχολείο, που χαρακτηρίστηκε βάρβαρη ακόμη και με βάση τα αφγανικά ….ήθη κι έθιμα! Οι Ταλιμπάν εν ολίγοις το …παράκαναν. Παρόλα αυτά στις διαπραγματεύσεις που ήταν σε εξέλιξη εκείνη την ημέρα στο Κατάρ, οι Αμερικάνοι δεν έθεσαν το παραμικρό θέμα, προφανώς για να μη διαταράξουν τις ισορροπίες με τους Ταλιμπάν και δημιουργήσουν νέα εμπόδια στις συζητήσεις!

Η αλήθεια βέβαια είναι πώς οι αθώοι αποτελούν τα εύκολα θύματα κι από τις δύο πλευρές: Τόσο από τις επιθέσεις αυτοκτονίας των Ταλιμπάν και των Ισλαμιστών, όσο κι από τη μεριά των Αμερικανών στο πλαίσιο των μαζικών βομβαρδισμών. Με βάση έκθεση των Ηνωμένων Εθνών το 2018 ο αριθμός των άμαχων θυμάτων αυξήθηκε, με 3.804 νεκρούς και 7.189 τραυματίες. Σύνολο 10.993 ή 11% περισσότεροι σε σχέση με το 2017. Οι 42% εξ αυτών προήλθαν από επιθέσεις των αντικυβερνητικών δυνάμεων… Το πρώτο τρίμηνο του 2019, πάλι με βάση έρευνα του ΟΗΕ, τα θύματα (νεκροί και τραυματίες) έφτασαν τα 1.773, με τα 582 να είναι παιδιά…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Ομολογία ήττας οι συνομιλίες στο Αφγανιστάν (Διπλωματία, 1ος/2010)

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΠΡΟΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΝΑΤΟ ΣΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΤΑΛΙΜΠΑΝ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ 

Στη χειρότερη θέση της πολιτικής του καριέρας πρέπει να βρέθηκε ο νέος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκς Ρασμούσεν, την Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010, όταν από την Κωνσταντινούπολη διαβεβαίωνε ότι το ΝΑΤΟ δεν προτίθεται να δωροδοκήσει τους Ταλιμπάν για να εγκαταλείψουν το αντάρτικο και να ενταχθούν στην αφγανική κυβέρνηση.

Γιατί, η πραγματικότητα είναι πως η μοναδική ουσιαστικά απόφαση της διεθνούς συνόδου για το Αφγανιστάν που οργανώθηκε στις 28 Ιανουαρίου στην βρετανική πρωτεύουσα αφορούσε την οργανωμένη και επίσημη πλέον προσπάθεια προσεταιρισμού, καλύτερα εξαγοράς των μετριοπαθών Ταλιμπάν. Κι επειδή …δει δη χρημάτων κι άνευ τούτων ουδέν, η ίδια αυτή διάσκεψη ολοκλήρωσε τις εργασίες με την συγκέντρωση ενός σεβαστού ποσού, της τάξης των 140 εκ. δολ. που συγκεντρώθηκε από τους εκπροσώπους των 50 παριστάμενων κυβερνήσεων, με το οποίο θα επιχειρηθεί η ενσωμάτωση των Ταλιμπάν.

Άλλωστε η προσπάθεια δημιουργίας ρηγμάτων στις τάξεις των Ταλιμπάν, που από 400 που εκτιμούνταν το 2004 έχουν ξεπεράσει σύμφωνα με ΝΑΤΟϊκές πηγές τους 30.000, δεν είναι καινούργια. Όλο το προηγούμενο διάστημα, στο παρασκήνιο φυσικά και χωρίς να δοθεί η ανάλογη δημοσιότητα, πραγματοποιήθηκαν ουκ ολίγες επαφές μεταξύ των Ταλιμπάν και της αφγανικής κυβέρνησης ή των Δυτικών.

Η σημαντικότερη εξ αυτών πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2008 στη Σαουδική Αραβία. Το βασίλειο των Σαούντ, που επιφορτίστηκε και με επιπλέον διαμεσολαβητικά καθήκοντα από τη διάσκεψη του Λονδίνου, δεν επιλέγηκε τυχαία. Οι Ταλιμπάν το εμπιστεύονται περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση καθώς η Σ. Αραβία με το Πακιστάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν οι μοναδικές χώρες που αναγνώρισαν το καθεστώς τους στο Αφγανιστάν που κυβέρνησε από το 1996 μέχρι το 2001, όταν ανατράπηκε από την αμερικανο-νατοϊκή επέμβαση. Οι επαφές όμως που έγιναν  σημαδεύτηκαν από μια σειρά διαφωνίες γύρω από κρίσιμα θέματα που εξακολουθούν να απαντιούνται διαφορετικά από την κυβέρνηση του Αφγανιστάν, τις ΗΠΑ και τους Ταλιμπάν. Κατά πρώτον αφορούν το χρόνο έναρξης των συνομιλιών καθώς οι ΗΠΑ επιλέγουν να έχει ξεκινήσει η αντεπίθεση που ετοιμάζουν για την άνοιξη και οι Ταλιμπάν να βρίσκονται σε θέση άμυνας, χωρίς ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη. Η κυβέρνηση του Καρζαΐ αντίθετα θέλει να ξεκινήσουν …χτες. Οι διαφωνίες επίσης αφορούν στα πρόσωπα που θα συμμετέχουν στον διάλογο. Η Ουάσιγκτον και το Ριάντ επιμένουν στους μετριοπαθείς Ταλιμπάν εξαιρώντας τον σκληρό πυρήνα. Ο Καρζαΐ αντίθετα θέλει και τον ίδιο τον μουλά Ομάρ και γι αυτό το λόγο δεν αποκλείεται, σύμφωνα με την Wall Street Journal στις 3 Φεβρουαρίου, να ζητηθεί από τον ΟΗΕ να διαμεσολαβήσει ώστε να βγει το όνομά του από την μαύρη λίστα των τρομοκρατών! Η πίεση για τη συμμετοχή των πλέον υψηλόβαθμων Ταλιμπάν στις συνομιλίες γίνεται ασφυκτικότερη λόγω και της αμφισβήτησης της εξουσίας που διαθέτουν αυτοί που ήδη συμμετείχαν στις επαφές του Αυγούστους του 2008. Αν θέλουν να είναι δεσμευτικοί και τελεσίδικοι οι όροι των συμφωνιών δεν υπάρχει άλλη λύση από την εμπλοκή στις συνομιλίες των πρωτοκλασάτων στελεχών των Τλαιμπάν όπως ο μουλάς Ομάρ.

Επαφές με τους Ταλιμπάν ωστόσο έχουν γίνει και σε ανώτερα επίπεδα, που αντανακλούν πιο ευθύγραμμα και χωρίς στρεβλώσεις τη βούληση της Δύσης. Όπως αποκάλυπταν οι Financial Times στις 29 Ιανουαρίου, σε ρεπορτάζ  από τη διάσκεψη του Λονδίνου «εξέχοντα πρόσωπα της ηγεσίας των Ταλιμπάν συναντήθηκαν μυστικά με τον αντιπρόσωπο των Ηνωμένων Εθνών για το Αφγανιστάν για να συζητήσουν τη δυνατότητα να καταθέσουν τα όπλα τους». Η συνάντηση που έγινε στο Ντουμπάι στις 8 Ιανουαρίου ήταν τόσο… προωθημένη ώστε συζητήθηκε ακόμη κι ο τόπος των μελλοντικών επαφών με τους Ταλιμπάν να δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν οι συναντήσεις να διεξαχθούν σε κάποια στρατιωτική βάση, αλά αντίθετα επιθυμούν να γίνονται δημόσια.

Οι Ταλιμπάν τέλος, αν και διαψεύδουν όλα τα σχετικά δημοσιεύματα με την επισήμανση πως καμιά διαπραγμάτευση δεν μπορεί να γίνει με την παρουσία των ξένων εισβολέων στο έδαφος του Αφγανιστάν – θέτοντας ως όρο την αποχώρησή τους, με άλλα λόγια – δεν πείθουν ότι αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης.

Η τακτική των αμερικανο-νατοϊκών όσο κι αν ενδύεται τα άμφια της εθνικής συμφιλίωσης δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι είναι προϊόν ανάγκης, σημάδι της αυξανόμενης αδυναμίας τους να νικήσουν τους Ταλιμπάν στο πεδίο των μαχών – όπου η υπεροχή των δυνάμεων κατοχής θα έπρεπε να είναι αδιαμφισβήτητη… Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν έχει μπει στον δέκατο χρόνο, χωρίς προοπτική νίκης, οι απώλειες των Αμερικανών είναι θέμα ημερών να φτάσουν τις 1.000 και το βάρος συντήρησης του μετώπου στα δημόσια οικονομικά, στο φόντο της κρίσης, γίνεται πλέον δυσβάσταχτο όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά για όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ. Αυτή, την αυξανόμενη πίεση εξέφρασε κι η βαθιά αντιφατική απόφαση του Ομπάμα να ανακοινώσει την αποστολή επιπλέον 30.000 στρατιωτών, που προδικάζει ένταση των μαχών, μαζί με την ημερομηνία έναρξης αποχώρησης τον Ιούλιο του 2011, που εκ των πραγμάτων δημιουργεί κλίμα χαλάρωσης στις τάξεις του στρατού. Στις τάξεις δε των Ταλιμπάν κλίμα νίκης, καθώς είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται ως καρπό των προσπαθειών τους την εγκατάλειψη από τη Δύση του στόχου εξουδετέρωσής τους. Έτσι, γεννιέται το ερώτημα γιατί οι Ταλιμπάν να συμφωνήσουν στην παράδοση των όπλων τους όταν ξέρουν πως ο χρόνος κυλάει με το μέρος τους;

1ος χρόνος Ομπάμα ή 9ος χρόνος Μπους; (Επίκαιρα, 14/-20/1/2010)

Βαθιά απογοήτευση έχει αντικαταστήσει έναν χρόνο μετά τις ασυνήθιστα μεγάλες ελπίδες για ένα ριζικό αναπροσανατολισμό της πολιτικής των ΗΠΑ στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, εντός και εκτός της χώρας, που γέννησε η εγκατάσταση του Μπαράκ Ομπάμα στον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου 2009. Η διάψευση των τεράστιων προσδοκιών που συνόδευσε την εκλογή του πρώτου αφροαμερικανού προέδρου στην προεδρία των ΗΠΑ επιβεβαιώνεται από τις θλιβερές επιδόσεις του σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Έρευνα της κοινής γνώμης από το Ινστιτούτο Gallup που διενεργήθηκε από τις 2 έως τις 4 Ιανουαρίου έδειξε ότι ο Μπαράκ Ομπάμα εισήλθε στον δεύτερο χρόνο της προεδρίας του με το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό αποδοχής (μόλις 50%) που είχε ποτέ αμερικανός πρόεδρος κατά τη διάρκεια όλης της μεταπολεμικής περιόδου. Για την ιστορία, να αναφέρουμε πως μόνο ο Ρόναλντ Ρέιγκαν πέτυχε χειρότερες επιδόσεις ξεκινώντας τον δεύτερο χρόνο της θητείας του με ποσοστά αποδοχής της τάξης του 49%. Ο Ομπάμα ξεπέρασε ωστόσο τον Ρέιγκαν καταφέρνοντας να συγκεντρώσει υψηλότερα ποσοστά αποδοκιμασίας της πολιτικής του: 44% έναντι μόνο 40% του Ρέιγκαν. Λαβαίνοντας υπ’ όψη μας ότι τα ποσοστά αποδοχής του όταν ξεκίναγε τη θητεία του έφθαναν το ποσοστό – ρεκόρ, του 68%, φαίνεται εύκολα πως ο Μπαράκ Ομπάμα τους αποθάρρυνε όλους! Το ίδιο συνέβη και στο εξωτερικό με την συντηρητική γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung να τον αποκαλεί «Bush light» και την κεντροαριστερή Die Tageszeitung να αναρωτιέται στο πρωτοσέλιδό της που κοσμείται με μια εκπληκτική φωτογραφία του Ομπάμα με χαρακτηριστικά Μπους ή αντίστροφα «Πόσος Μπους υπάρχει στον Ομπάμα;».

Η απότομη προσγείωση που επιφύλαξε στους οπαδούς του ο Ομπάμα φαίνεται καλύτερα αν δούμε τα αποτελέσματα της πολιτικής του σε πέντε συγκεκριμένα μέτωπα για τα οποία είχε υποσχεθεί ανατροπή της πολιτικής του προκατόχου του: Στο μέτωπο των δημοκρατικών ελευθεριών, των ανοιχτών πολεμικών μετώπων, της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, της μείωσης της ανεργίας και της παροχής καθολικής ασφαλιστικής και υγειονομικής κάλυψης.

Η θητεία του Ομπάμα ξεκίνησε με μια υπόσχεση: πως μέσα σε ένα χρόνο θα κλείσει το κολαστήριο του Γκουαντάναμο, κορυφαίο σύμβολο του περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών και της οπισθοδρόμησης που έφερε ο πόλεμος του Μπους κατά της τρομοκρατίας. Απέτυχε ακόμη και σ’ αυτό. Το κλείσιμο του Γκουαντάναμο μετατίθεται για το αόριστο μέλλον την ίδια ώρα που ο υπερσυντηρητικός Ρούντι Τζουλιάνι, πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης στον οποίο οφείλουμε και τον όρο «μηδενική ανοχή», δηλώνει στις κάμερες συγκινημένος: «Είμαι πολύ αισιόδοξος που ο πρόεδρος Ομπάμα “έστριψε τη γωνία”, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά τις λέξεις “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας”. Δεν το είχε ξανακάνει», ήταν τα λόγια του. Ταυτόχρονα ο 44ος πρόεδρος μπορεί να αποδοκίμασε δημόσια και να πάγωσε μια σειρά από μεθόδους χιτλερικής έμπνευσης (απαγωγές, βασανιστήρια, κ.α.) το ‘κανε όμως πολύ… διακριτικά. «Ο Ομπάμα συνειδητά άφησε ανοιχτές τις επιλογές του στην μάχη κατά της τρομοκρατίας», επισημαίνει το τελευταίο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Newsweek. Και συνεχίζει: «Οι αντιτρομοκρατικές επιλογές του είναι επί της ουσίας εκείνες που υιοθέτησε ο Μπους στη δεύτερη θητεία του. Βάρβαρες ανακριτικές μέθοδοι όπως η βύθιση στο νερό δε χρησιμοποιούνταν ήδη από το 2005. Ο Ομπάμα τυπικά απαγόρευσε όχι μόνο τα βασανιστήρια αλλά και κάθε είδους εξαναγκασμό – ακόμη και τις αγριοφωνάρες ή τις απειλές – ως μορφή ανάκρισης. Οξυδερκείς ωστόσο νομικοί επισημαίνουν ότι το έκανε μέσω εντολών της εκτελεστικής εξουσίας κι όχι μέσω της νομοθεσίας του Κογκρέσου, που σημαίνει ότι είναι ελεύθερος να αλλάξει γνώμη χωρίς την έγκριση των εκλεγμένων αντιπροσώπων».

Στο μέτωπο των πολέμων ο Μπαράκ Ομπάμα, διαψεύδοντας τις ελπίδες που υπόρρητα γεννούσε η επαγγελματική του ιδιότητα ως συνταγματολόγος, κατάφερε να βαθύνει την πολεμική εμπλοκή των ΗΠΑ στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Με την πρόσφατη απόφασή του να στείλει επιπλέον 30.000 αμερικανούς στρατιώτες στο Αφγανιστάν, κατ’ εντολή των πιο επιθετικών κύκλων, θα οδηγήσει τον επόμενο χρόνο τον αριθμό των στρατευμάτων κατοχής στην κεντροασιατική χώρα στο επίπεδο ρεκόρ των 150.000 ατόμων και μαζί τον αριθμό των νεκρών. Ήδη το 2009, όταν ο Ομπάμα έκανε δικό του τον πόλεμο στο Αφγανιστάν (επισημοποιώντας την αποχώρηση από το Ιράκ που συνομολογήθηκε με την κυβέρνηση του Μαλίκι επί Μπους) οι νεκροί Αμερικανοί έφθασαν τους 310, από 155 το 2008. Διπλασιάστηκαν! Παράλληλα σε κατάρρευση οδηγήθηκαν όλες οι εναλλακτικές οδοί που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την απεμπλοκή των Αμερικανών. Η κυβέρνηση Καρζαΐ λόγω της παροιμιώδους διαφθοράς της και των καλπονοθευτικών μεθόδων που χρησιμοποίησε για να εκλεγεί, με αποτέλεσμα να θυσιάσει τη νομιμοποίησή της, προστίθεται πλέον στα προβλήματα και όχι στις λύσεις, ο αφγανικός στρατός λόγω της διάβρωσής του αποδεικνύεται αναποτελεσματικός κι η ντόπια ελίτ λόγω των καθημερινών εγκλημάτων των Αμερικανών τους μισεί όπως κι οι Ταλιμπάν. Βλέπε ενδεικτικά την εν ψυχρώ εκτέλεση 8 αφγανών μαθητών την προηγούμενη εβδομάδα, που έβγαλε τους φοιτητές του Αφγανιστάν στο δρόμο, φωνάζοντας «Yankees go home», κι επίσης «Ομπάμα δολοφόνε»! Το 2009 οι βομβαρδισμοί στο Πακιστάν μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών ξεπέρασαν τους 50, υπερβαίνοντας τους βομβαρδισμούς που διέταξε όλα τα προηγούμενα χρόνια ο Μπους, όπως εύστοχα παρατήρησε το ίδρυμα New America Foundation. Ο Ομπάμα επίσης κατάφερε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο στην Υεμένη, ενώ τα παλιά, με πρώτο απ’ όλα το Παλαιστινιακό, συνεχίζουν να πυορροούν προκαλώντας νέα κύματα οργής στη Μέση Ανατολή εναντίον των ΗΠΑ που συνεχίζουν να υποκλίνονται στο Ισραήλ, αποδεχόμενες την επέκταση των εποικισμών, συμμετέχοντας στο φονικό αποκλεισμό της μαρτυρικής Γάζας, κοκ.

Απογοητευτικά ήταν τα αποτελέσματα της πολιτικής του Ομπάμα και στο  μέτωπο της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Οι ΗΠΑ το 2009, όπως φάνηκε κι από τη στάση τους στη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, αναθεώρησαν την γραμμή της μονομέρειας του Μπους με μια τακτική αγαστής σύμπνοιας με όσους ρυπαίνουν περισσότερο, όπως η Κίνα. Συνέχισαν έτσι να υπονομεύουν τις προσπάθειες μείωσης των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Στο εσωτερικό της χώρας επί κυβέρνησης Ομπάμα η ανεργία οδηγήθηκε στο επίπεδο ρεκόρ του 10%, λόγω της απροθυμίας της να επιβάλλει όρους που σχετίζονταν με την αποφυγή απολύσεων και νέες προλήψεις στις επιχειρήσεις που ευνοήθηκαν από το γενναιόδωρο πακέτο στήριξης της οικονομίας ύψους 787 δισ. δολ. Ο Ομπάμα επίσης δεν αξιοποίησε την αριθμητική υπεροχή των Δημοκρατικών στη Γερουσία (60 στους 100) και τη Βουλή των Αντιπροσώπων (256 στους 435) για να ψηφίσει νόμο για την καθολική υγειονομική κάλυψη όλων των Αμερικανών που θα τερματίζει το αίσχος των 50 εκ. ανασφάλιστων. Ως αποτέλεσμα της αποθάρρυνσης των πιο ριζοσπαστικών ελπίδων που γέννησε η εκλογή Ομπάμα οι προοπτικές των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές που θα πραγματοποιηθούν το Νοέμβρη δεν διαγράφονται καθόλου ρόδινες.

Εν κατακλείδι, η διάλυση των ελπίδων που κορυφώνονταν πέρυσι τέτοιες μέρες κι η διάχυτη αίσθηση πως ο πρώτος χρόνος του Ομπάμα στον Λευκό Οίκο μοιάζει περισσότερο με ένατο χρόνο Μπους επιβεβαιώνει ότι η πολιτική των ΗΠΑ στο εσωτερικό τους κι οι σχέσεις τους με τον υπόλοιπο κόσμο είναι θέμα πολύ βαθύτερων προσδιορισμών από τις διαθέσεις ενός προσώπου…

Αφγανιστάν: Αιματηρή φυγή προς τα μπρος (Επίκαιρα, 13/11/2009)

Αντιμέτωποι με αλλεπάλληλες αποτυχίες βρίσκονται οι Αμερικανοί στο Αφγανιστάν μετά το φιάσκο των εκλογών και της πολιτικής λύσης, την απογοήτευση που προκαλούν οι αστυνομικές δυνάμεις του Αφγανιστάν και την απροθυμία του ΟΗΕ να συνεχίσει να προσφέρει ανθρωπιστικό κάλυμμα στην επέμβαση.

Οκτώ χρόνια πριν, όταν ολοκληρωνόταν ο περίπατος με τον οποίο οι Αμερικανοί κατέλαβαν το Αφγανιστάν, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει πόσο παταγώδης και ολοκληρωτική θα ήταν η αποτυχία του αμερικανικού σχεδίου, όπως σήμερα αποδεικνύεται. Η στρατιωτική ήττα, όπως την παρακολουθούμε να εξελίσσεται, δεν ήταν ανέλπιστη. Ανέλπιστη ήταν η παράλληλη κατάρρευση κι όλων των άλλων υποστηρικτικών προσπαθειών κι επιχειρήσεων που θα διευκόλυναν την εκδίωξη των Ταλιμπάν. Συγκεκριμένα, τρία μέτωπα κρατούσαν οι Αμερικάνοι ανοιχτά από την πρώτη μέρα της στρατιωτικής εισβολής.

Το πρώτο μέτωπο αφορούσε την δημιουργία μιας υποτυπώδους πολιτικής ζωής και μιας στοιχειώδους κυβέρνησης. Απώτερο ζητούμενο ήταν να ενδυθεί η επέμβαση με έναν δημοκρατικό μανδύα – απαραίτητο ενδυματολογικό αξεσουάρ όταν μεσουρανούσαν τα σχέδια ανατροπής κυβερνήσεων με πρόσχημα τον αντιδημοκρατικό, δικτατορικό τους χαρακτήρα (βλ. Ιράκ, Συρία, κ.α. αλλά επ’ ουδενί Αίγυπτο ή Ιορδανία…). Ταυτόχρονα, τα γεωπολιτικά ζητούμενα της επέμβασης που σχετίζονταν με τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων θα επισκιάζονταν κι ως επίδικο της κατοχής θα εμφανιζόταν η ανατροπή ενός σκοταδιστικού καθεστώτος κι η αντικατάστασή του με ένα κοινοβουλευτικό, αντιπροσωπευτικό σύστημα. Όλα αυτά τα σχέδια μετατράπηκαν σε μπούμερανγκ για τους εμπνευστές τους πριν δύο εβδομάδες όταν ο Καρζαΐ εξασφάλισε και δεύτερη θητεία στην προεδρία του Αφγανιστάν, μετά την παραίτηση του αντιπάλου του, Αμπντουλάχ Αμπντουλάχ, παρότι αναδείχθηκε με λιγότερους από τους μισούς ψήφους – στερείται δηλαδή ακόμη και της πλειοψηφίας που απαιτείται, παρότι προέβη σε ένα όργιο νοθείας και πολλά ακόμη. Το αποτέλεσμα είναι η κυβέρνηση της Καμπούλ να είναι εντελώς απονομιμοποιημένη στη συνείδηση των Αφγανών και της διεθνούς κοινής γνώμης, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα τους Δυτικούς που μέσω των πρεσβειών τους έτρεξαν να αναγνωρίσουν το νέο πρόεδρο! Στο εξής δηλαδή ο Καρζαΐ αποτελεί βαρίδι για τους Δυτικούς κι η διαδικασία εκδημοκρατισμού που ακολουθήθηκε (με μια εκλογική διαδικασία που στοίχισε 300 εκ. δολ. και τη ζωή 170 ΝΑΤΟϊκών στρατωιτών) δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τη θέση τους. Το πρόβλημα είναι εξ ίσου έντονο και στη Δύση, καθώς οι ψηφοφόροι βλέπουν να χάνονται χιλιάδες ανθρώπινες ζωές «για ένα πουκάμισο αδειανό…». Καθόλου τυχαία δεν είναι η αύξηση που καταγράφουν τα ποσοστά όσων διαφωνούν με την αποστολή στρατιωτών στο Αφγανιστάν. Στην Αγγλία για παράδειγμα το 73% των ερωτηθέντων διαφωνεί με την απόφαση του Γκόρντον Μπράουν. 

Η δεύτερη προσπάθεια που απέτυχε αφορούσε την εκπαίδευση των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας, όπως έδειξε η δολοφονία πέντε βρετανών στρατιωτών προ δεκαημέρου από αφγανό αστυνομικό, που ανέβασε τον αριθμό των νεκρών Βρετανών στους 230. Το περιστατικό δεν ήταν μεμονωμένο όπως έσπευσαν να δηλώσουν ΝΑΤΟϊκοί και Αφγανοί. Να θυμίσουμε πως μόλις τον Σεπτέμβρη, κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού, αφγανός πάλι στρατιώτης πυροβόλησε και τραυμάτισε σοβαρά βρετανό όταν τον είδε να πίνει νερό κατά τη διάρκεια της μέρας, παραβιάζοντας έτσι τον κανόνα που απαγορεύει στους μουσουλμάνους να φάνε ή να πιουν οτιδήποτε μέχρι να πέσει ο ήλιος. Η επιχείρηση όμως δημιουργίας αξιόμαχης και αποτελεσματικής κυβερνητικής αστυνομίας (που έχει στοιχίσει 19 δισ. δολ. από το 2001) διαδραματίζει κρίσιμο και καθοριστικό ρόλο καθώς ουδεμία σκέψη αποχώρησης των δυνάμεων κατοχής δεν μπορεί να πέσει στο τραπέζι αν δεν συνοδεύεται από δημιουργία αφγανικού στρατού κι αστυνομίας που θα αναλάβουν να συνεχίσουν το έργο τους. Αντίθετα, η ενίσχυση του ρόλου των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας κι η αύξηση της αποτελεσματικότητάς τους αποτελεί προϋπόθεση για την απεμπλοκή των Δυτικών. Αυτό όμως που παρατηρείται τώρα είναι να αποδεικνύονται αναποτελεσματικά όλα τα φίλτρα που χρησιμοποιούν οι Δυτικοί για να ελέγξουν τους Αφγανούς που στρατολογούν. Και πως θα μπορούσε άλλωστε από τη στιγμή που οι Ταλιμπάν αποδεδειγμένα πλέον διαθέτουν δεσμούς με την κοινωνία, ενώ οι νίκες που πετυχαίνουν καθημερινά αυξάνουν το κύρος τους μεταξύ των Αφγανών;

Το τρίτο μέτωπο που κρατούσαν ανοιχτό οι κυβερνήσεις του ΝΑΤΟ, με την αμέριστη συμπαράσταση διεθνών οργανισμών όπως ο ΟΗΕ και Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, αφορούσε την ανθρωπιστική βοήθεια. Αν η πρώτη πράξη περιελάμβανε φυστικοβούτυρο που έπεφτε από τον ουρανό, όπως το μάννα, λειαίνοντας τον δρόμο για την στρατιωτική επέμβαση, η δεύτερη περιελάμβανε αθρόα ανθρωπιστική βοήθεια που μαζί με την επίλυση οξύτατων και υπαρκτών προβλημάτων επισιτισμού ταυτόχρονα θα έδειχνε το ανθρώπινο πρόσωπο των 41 κρατών που σε διαφορετικό βαθμό συμμετέχουν στην κατοχή του Αφγανιστάν. Όμως, η εν ψυχρώ δολοφονία από άνδρες των Ταλιμπάν (που φορούσαν στολές της αστυνομίας!) πέντε υπαλλήλων του ΟΗΕ στις 28 Οκτώβρη κι η απόφαση του οργανισμού να διατάξει την αποχώρηση περισσότερων από των μισών από τους 1.200 περίπου υπαλλήλους του από το Αφγανιστάν σηματοδοτεί, επί της ουσίας, το άδοξο τέλος και αυτής της επιχείρησης.

Λόγω της ήττας όλων των παραπάνω (κατά ένα μέρος εναλλακτικών και κατά ένα άλλο συμπληρωματικών) σχεδίων οι Αμερικάνοι είναι αναγκασμένοι πλέον να επενδύσουν όλο τους το κεφάλαιο στο στρατιωτικό μέτωπο, όπου κι εκεί η αποτυχία που καταγράφουν είναι θεαματική και για πολλούς μη αντιστρεπτή. Πλέον τα βλέμματα είναι στραμμένα στην απόφαση που θα λάβει ο αμερικανός πρόεδρος αναφορικά με το αίτημα του διοικητή των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, Στάνλεϋ Μακ Κρίσταλ, για σημαντική ενίσχυση των δυνάμεων με 40.000 επιπλέον στρατιώτες, οι οποίοι θα προστεθούν στους 68.000 Αμερικανούς και 9.000 Βρετανούς που αυτή τη στιγμή βρίσκονται στο Αφγανιστάν. Η απόφαση δεν είναι εύκολη καθώς τυχόν απόρριψη του αιτήματος θα σημαίνει την διαιώνιση της σημερινής στασιμότητας μέχρι να μετατραπεί σε καθαρή ήττα και μετά σε πανωλεθρία, ενώ αντιβαίνει και με την προγραμματική του εξαγγελία για «αναγκαίο πόλεμο». Τυχόν υιοθέτησή της από την άλλη θα σημάνει την οριστική διάψευση των προσδοκιών που δημιούργησε η εκλογή του πριν ένα χρόνο, καθώς θα δώσει το πράσινο φως για σφοδρότερες μάχες και μεγαλύτερα λουτρά αίματος, με αμφίβολα πάλι αποτελέσματα. Παρόλα αυτά ελλείψει εναλλακτικών σχεδίων το πιθανότερο είναι πως ο Μπαράκ Ομπάμα θα καταλήξει να δεχθεί την πρόταση του Μακ Κρίσταλ.

Ακόμη κι έτσι όμως, ακόμη δηλαδή κι αν πάνε το Αφγανιστάν 30.000 ή 40.000 επιπλέον Αμερικάνοι δεν είναι καθόλου σίγουρο πως το ζητούμενο της αποστολής θα είναι η συντριβή των Ταλιμπάν! Ρεπορτάζ ανταποκριτών επιμένουν πως το στρατηγικό ζητούμενο δεν είναι η νίκη αλλά ένας έντιμος συμβιβασμός. Έγραφε για παράδειγμα η απεσταλμένη των New York Times το προηγούμενο Σαββατοκύριακο (7-8 Νοέμβρη): «Οι διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν βραχυπρόθεσμα θα ήταν προβληματικές, γιατί τώρα είναι στην ισχυρότερη θέση που έχουν βρεθεί τα τελευταία οχτώ χρόνια και θα ανάγκαζαν την κυβέρνηση να προβεί σε παραχωρήσεις. Οι Αμερικάνοι υποστηρίζουν την ιδέα των διαπραγματεύσεων με τους συντηρητικούς Ταλιμπάν, αλλά θα προτιμούσαν να το κάνουν όταν η εξέγερσή τους θα έχει αδυνατίσει. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να απαιτεί περισσότερα στρατεύματα»!

Υπάρχει μεγαλύτερη ομολογία ήττας;