Αφγανιστάν: Προσυμφωνημένη παράδοση σκυτάλης στους μεταλλαγμένους Ταλιμπάν

Ούτε Αβάνα του 1959, ούτε Σαϊγκόν του 1975, ούτε Τεχεράνη του 1979. Παρά τις επιφανειακές ομοιότητες, η Καμπούλ του 2021 περισσότερο θυμίζει τις πρωτεύουσες των ανατολικών χωρών από το Βερολίνο μέχρι την Βαρσοβία κι από την Πράγα μέχρι τη Σόφια την περίοδο 1989-1990, όταν η μετάβαση από το ένα καθεστώς στο άλλο έγινε στο πλαίσιο αναίμακτων και προσυμφωνημένων διαδικασιών, παρά την ορμητική εισβολή των λαών στο προσκήνιο της ιστορίας στην Κούβα, το Βιετνάμ και το Ιράν.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Η κατάληψη της Καμπούλ ήταν θέμα χρόνου και αντικείμενο εξαντλητικών διαπραγματεύσεων με άπειρα μπρος πίσω εδώ και τουλάχιστον μία διετία. Εδώ περιγράφονται ακόμη και οι όροι της αλλαγής σκυτάλης που συζητιόταν σε γνώση του Τύπου από το 2019 κι υλοποιούνται σήμερα.

Προφανώς, η κατάληψη της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν δεν ήταν ευκταία εκ μέρους των Αμερικανών. Ούτε μάλιστα ήταν προβλέψιμη σε ό,τι αφορά το χρόνο που εκδηλώθηκε, με μια ταχύτητα που παρέπεμπε στο περίφημο blitzkrieg. Κι εδώ έγκειται μια από τις πολλές αποτυχίες των Αμερικανών: η ικανότητά τους να αξιολογήσουν την ταχύτητα με την οποία προέλαυναν στην χώρα οι Ταλιμπάν, κατακτώντας την μια πόλη μετά την άλλη, μέχρι την Κυριακή 15 Αυγούστου που εισήλθαν στην Καμπούλ. Αυτή ωστόσο ήταν η μικρότερη σε σημασία αποτυχία τους.

Η μεγαλύτερη αποτυχία τους ήταν να εγκαθιδρύσουν στο Αφγανιστάν μετά την εισβολή τους το 2001 μια κυβέρνηση που θα μετέτρεπε την ορεινή ασιατική χώρα σε προπύργιο του ιμπεριαλισμού στην Κεντρική Ασία: ένα είδος προκεχωρημένου φυλακίου και απόρθητης στρατιωτικής βάσης που θα απειλούσε τη Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν, θα βοηθούσε να πάρουν υπό τον έλεγχό τους τα ενεργειακά αποθέματα της περιοχής και θα επέτρεπε να αλλάξουν άρδην οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί σε όλη την Ασία. Όλα τ΄ άλλα περί εθνογένεσης (nation building), σε μια χώρα φυλετικά και γλωσσικά κατακερματισμένη, δεν ήταν παρά προπέτασμα καπνού και υλικό για να έχει να συζητάει η ευρωπαϊκή και αμερικανική διανόηση…

Το σχέδιο των Αμερικάνων νεοσυντηρητικών δε έχαιρε πρωτοτυπίας. Από την μετεμφυλιακή Ελλάδα και την μεταπολεμική Γερμανία μέχρι την Ιαπωνία και την Κορέα, δεκάδες φορές ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα ανέτρεψε βίαια με τη χρήση στρατιωτικών μέσων φιλικές προς τους πολίτες κυβερνήσεις και καθεστώτα, εγκαθιδρύοντας αισχρά μειοψηφικές μεν αλλά αρεστές πολιτικές ελίτ που με την πάροδο του χρόνου, τις απαραίτητες συμμαχίες και πακτωλούς χρημάτων εδραιώθηκαν οι ίδιες και συνέβαλαν στην εδραίωση της Pax Americana.

Το τι πήγε στραβά στην περίπτωση του Αφγανιστάν το περιέγραψε απόρρητη έκθεση των αμερικανικών Αρχών που είδε το φως της δημοσιότητας από την εφημερίδα Washington Post (τα περίφημα Afghanistan Papers) τον Δεκέμβριο του 2019. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο (που αποτέλεσε επίσης τη βάση βιβλίου) το οποίο συντάχθηκε από το Γραφείο του αμερικανού Ειδικού Επιθεωρητή για την Γενική Ανοικοδόμηση του Αφγανιστάν. Στις σελίδες του απεικονίζεται η ανατομία ενός αποτυχημένου κράτους υπό αμερικανική επιτήρηση και πλήρη ευθύνη. Ποτάμια αίματος μεταξύ αμάχων και άκρατη διαφθορά μεταξύ των κυβερνητικών σε βαθμό τέτοιο ώστε οι Αφγανοί να αναρωτιούνται αν το μεγαλύτερο κακό είναι οι Ταλιμπάν ή η κυβέρνησή τους…

Οι αιτίες της αμερικανικής υποχώρησης δηλώθηκαν ωστόσο με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια από τον ίδιο τον αμερικανό πρόεδρο Τζο Μπάιντεν την επομένη της κατάληψης της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν: «Ως πρόεδρος των ΗΠΑ είμαι αμετάπειστος ότι συγκεντρώνουμε την προσοχή μας στις απειλές που αντιμετωπίζουμε σήμερα, το 2021 και όχι στις απειλές του χθες». Οι απειλές του χθες συμπυκνώνονται στους στόχους του πολέμου κατά της «διεθνούς τρομοκρατίας» που κήρυξε ο Μπους, την επομένη των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, πριν δηλαδή 20 χρόνια. Οι «απειλές του σήμερα» δεν είναι τίποτε άλλο από την Κίνα. Ο Τραμπ άλλωστε που τροχιοδρόμησε την συμφωνία με τους Ταλιμπάν προ διετίας και δεν έχανε ευκαιρία να χαρακτηρίζει τα θερμά μέτωπα της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας σαν «πολέμους των Δημοκρατικών» κρατώντας τις αποστάσεις του ήταν ο πρώτος που αναγόρευσε την Κίνα σε υπ’ αριθμόν ένα και στρατηγικό αντίπαλο των ΗΠΑ. Υπ’ αυτό το πρίσμα αν σε κάποιον ανήκουν τα εύσημα για τη στρατηγικής σημασίας σύλληψη απεγκλωβισμού των Αμερικανών από το Αφγανιστάν είναι στον Τραμπ, κι όχι στους Δημοκρατικούς. Ο Ομπάμα μάλιστα που εξελέγη χαρακτηρίζοντας ως δίκαιο πόλεμο αυτό του Αφγανιστάν θα μείνει στην ιστορία ως ο πρόεδρος που διέταξε την μεγαλύτερη αποστολή αμερικανών στρατιωτών στο Αφγανιστάν πολλαπλασιάζοντας τα αδιέξοδα της υπερδύναμης.

Μαζί με την αναβάθμιση της κινέζικης απειλής οφείλουμε επίσης να πάρουμε υπ’ όψη μας δύο ακόμη λόγους που συνέβαλαν εξ ίσου σοβαρά στην παράδοση της σκυτάλης στους Ταλιμπάν: Πρώτο, η οικονομική κρίση στο εσωτερικό των ΗΠΑ και το πρόγραμμα των Δημοκρατικών που προτάσσει την αθρόα οικονομική στήριξη των αμερικανικών νοικοκυριών. Ως σήμερα ο πόλεμος στο Αφγανιστάν στοίχισε το ασύλληπτο ποσό των 2 τρισ. δολ! Κάθε παραπάνω ημέρα παραμονής στο Αφγανιστάν είναι ένα επίδομα που δεν θα δοθεί σε μια οικογένεια φτωχών. Δεύτερο, η ενεργειακή μετάβαση. Η στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αλλάζει άρδην και τον χάρτη των στρατιωτικών επεμβάσεων, ανατρέποντας προτεραιότητες της μεταπολεμικής εποχής, όταν μήλο της έριδας αποτελούσαν χώρες με κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ποτέ ωστόσο η βελούδινη μετάβαση του Αφγανιστάν δεν θα είχε συμβεί αν οι Ταλιμπάν δεν υπόσχονταν ότι η διακυβέρνησή τους στο εξής δεν πρόκειται επ’ ουδενί να θυμίζει την περίοδο 1996-2001. Η πρώτη τους και σημαντικότερη δέσμευση έναντι των Δυτικών είναι ότι το έδαφός τους δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ποτέ ξανά ως εφαλτήριο για την εξαπόλυση διεθνών τρομοκρατικών ενεργειών. Επαναλήφθηκε τόσες πολλές φορές από δυτικούς ηγέτες (για τους οποίους είναι θέμα χρόνου η διπλωματική αναγνώριση του νέου καθεστώτος) που μάλλον ήταν το πρώτο άρθρο της συμφωνίας που σε λίγα χρόνια θα ανακαλύψουν δημοσιογράφοι και ιστορικοί. Με αυτή τη διαβεβαίωση ξεκίνησε την ομιλία του προς τους δημοσιογράφους κι ο εκπρόσωπος Τύπου των Ταλιμπάν, στην πρώτη συνέντευξη που παραχώρησε. Μεταξύ άλλων διαβεβαιώσεών του για ελευθερία του Τύπου, γενική αμνηστία και δικαιώματα των γυναικών, πάντα στο πλαίσιο του Ισλάμ 🙂  έστειλε και το ακόλουθο μήνυμα προς τον Λευκό Οίκο: «Θέλω να διαβεβαιώσω τη διεθνή κοινότητα περιλαμβανομένων και των ΗΠΑ ότι κανείς δεν πρόκειται να ζημιωθεί. Δε θέλουμε ούτε εσωτερικούς ούτε εξωτερικούς εχθρούς».

Είναι αυτονόητο πώς κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι ακριβώς θα γίνει. Κατά πόσο δηλαδή οι Ταλιμπάν θα τηρήσουν την υπόσχεσή τους και θα μεταλλαχθούν σε μια ισλαμική δικτατορία όπως η Σαουδική Αραβία, που δε χορταίνουν να αγαπάνε όλες οι Δυτικές κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως των εγκλημάτων που διαπράττει στην Υεμένη κι εναντίον ακόμη και πολιτικών αντιπάλων της όπως ο δημοσιογράφος Κασόγκι που ακρωτηριάστηκε με αλυσοπρίονο κατόπιν εντολής του δικτάτορα Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν.

Με άλλα λόγια, το ζητούμενο για τις ΗΠΑ δεν είναι να χτίσουν μια κοινοβουλευτική δημοκρατία στο Αφγανιστάν. Ποτέ δεν ήταν! Το ζητούμενο είναι να αποκτήσουν ένα ακόμη φιλικό καθεστώς, που μπορεί κάλλιστα να συνεχίσει να επιβάλει μαντήλα ή μπούρκα και να απαγορεύει  τη συμμετοχή των γυναικών σε πολλές δραστηριότητες, από την εκπαίδευση μέχρι την  πολιτική, όπως κάνουν όλες σχεδόν οι πετρομοναρχίες του Κόλπου, υπό την ανοχή όχι μόνο των ΗΠΑ αλλά κι όλων των ευρωπαϊκών ηγεσιών.

Το μέλλον των Ταλιμπάν δεν θα κριθεί από τα δημοκρατικά δικαιώματα που θα παραχωρήσουν για τα οποία κόπτονται τώρα Μέσα και πολιτικοί της Δύσης, αλλά (πέραν των όρων της συμφωνίας) από την στήριξη που θα προσφέρουν στις ΗΠΑ στους θερμούς ή ψυχρούς πολέμους εναντίον του Ιράν, της Ρωσίας και της Κίνας. Είναι ακριβώς αυτή η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε η ιερή συμμαχία ΗΠΑ και Μουζαχεντίν αρχικά και Ταλιμπάν στη συνέχεια τις δεκαετίες του ’70 και ‘80. Γιατί όχι και τώρα;

Καθηλωμένοι στο Αφγανιστάν οι Αμερικανοί

Ξεχείλιζαν αυτοπεποίθηση οι δηλώσεις του εκπροσώπου Τύπου των Ταλιμπάν προς το δίκτυο Αλ Τζαζίρα, αμέσως μετά την ανακοίνωση του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι διακόπτει τις ειρηνευτικές συνομιλίες με τους αφγανούς αντάρτες, ακυρώνοντας την προγραμματισμένη επίσκεψή τους στις ΗΠΑ: «Υπήρχαν δύο τρόποι να τελειώσει η κατοχή στο Αφγανιστάν. Ο ένας ήταν η τζιχάντ και η μάχη και ο άλλος ήταν οι συνομιλίες και οι διαπραγματεύσεις. Αν ο Τραμπ θέλει να διακόψει τις συνομιλίες, θα ακολουθήσουμε τον πρώτο τρόπο και σύντομα θα το μετανιώσουν».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η διακοπή των ειρηνευτικών συνομιλιών δικαιολογήθηκε από τον Τραμπ την Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου λόγω μιας επίθεσης αυτοκτονίας που πραγματοποιήθηκε στην Καμπούλ. Το αποτέλεσμα ήταν να χάσουν τη ζωή τους 12 άνθρωποι, «περιλαμβανομένου κι ενός Αμερικανού στρατιώτη», όπως μετέδωσαν όλα σχεδόν τα Μέσα, πιστεύοντας ακράδαντα υποθέτουμε ότι η ζωή ενός Αμερικανού στρατιώτη έχει μεγαλύτερη αξία από τη ζωή όχι μόνο ενός Αφγανού πολίτη, αλλά ακόμη κι ενός Ρουμάνου στρατιώτη που συγκαταλεγόταν στα θύματα της βομβιστικής επίθεσης. Ο Τραμπ κατηγόρησε τους Ταλιμπάν ότι με αυτή την επιχείρηση επιχείρησαν να βελτιώσουν τις διαπραγματευτική τους θέση έναντι των ΗΠΑ, κάτι που υποτίθεται ότι εξόργισε τον Τραμπ…

Η αλήθεια είναι πώς ακριβώς την ίδια τακτική ενίσχυσης της διαπραγματευτικής θέσης τους ακολουθούν κι οι ΗΠΑ. Σύμφωνα με δήλωση του Μάικ Πομπέο μόνο τα τελευταίες 10 ημέρες είχαν χάσει τη ζωή τους από αμερικανικά πυρά περισσότεροι από 1.000 Ταλιμπάν. Αυτή η τακτική μάλιστα της έντασης των επιθέσεων ακολουθούταν με συνέπεια κι από τα δύο μέρη κατά η διάρκεια όλων των τελευταίων μηνών που ήταν σε εξέλιξη οι συνομιλίες. Τίποτε το απροσδόκητο επομένως δε μεσολάβησε που ανάγκασε τον Τραμπ να αλλάξει το σχεδιασμό του!

Αυτό όμως που γινόταν όλο και περισσότερο εμφανές όσο πλησίαζε η ημέρα της υπογραφής της συμφωνίας, που θα επέτρεπε την αποχώρηση των 13.000-14.000 Αμερικανών στρατιωτών και των 17.000 άλλων στρατιωτών από 39 χώρες μέλη του ΝΑΤΟ και συμμάχους των ΗΠΑ, ήταν οι αλυσιδωτές αντιδράσεις που θα προκαλούσε στην εσωτερική ζωή του Αφγανιστάν και όχι μόνο. Για να προβλέψουμε την επόμενη μέρα της συμφωνίας που δεν υπογράφτηκε, χρειάζεται μια σύντομη αναδρομή στον μακροβιότερο πόλεμο που έχουν διεξάγει οι ΗΠΑ. Η εισβολή 1.300 Αμερικανών στρατιωτών στο Αφγανιστάν το Νοέμβριο του 2001, με αφορμή τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ, ανέτρεψε μέσα σε λίγες εβδομάδες την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, που ήλεγχε τη χώρα από το 1996 κι έγινε στόχος των ΗΠΑ επειδή δεν παρέδωσε τον Μπιν Λάντεν. Ο αριθμός των αμερικανών στρατιωτών συνεχώς αυξανόταν για να φτάσει επί Ομπάμα τον Αύγουστο του 2010 τους 100.000. Αμέσως μετά ξεκίνησε η σταδιακή τους αποχώρηση, βοηθούσης και της εκτέλεσης του αρχηγού της Αλ Κάιντα τον Μάιο του 2011. Η σταδιακή ωστόσο απεμπλοκή διακόπηκε το 2016 και το Πεντάγωνο άρχισε να στέλνει επιπλέον στρατό, όταν γίνονται ορατές οι επιτυχίες των Ταλιμπάν. Με άλλα λόγια, το επιχείρησε ακόμη κι ο Ομπάμα που διέκειτο πολύ πιο αρνητικά απέναντι στις επεμβάσεις του αμερικανικού στρατού στο εξωτερικό, αλλά απέτυχε… Γιατί να πετύχει το σχέδιο απεμπλοκής του Τραμπ;

Ο κίνδυνος που ορθώνεται από την υπογραφή του σχεδίου ειρήνευσης σχετίζεται με την ανακατάληψη ολόκληρου του Αφγανιστάν από τους Ταλιμπάν! Με βάση αφγανικής προέλευσης έκθεση της 31ης Ιανουαρίου 2019, η κυβέρνηση του Αφγανιστάν ήλεγχε 229 επαρχίες ή το 56,3%, οι Ταλιμπάν είχαν υπό τον έλεγχό τους 59 επαρχίες ή το 14,5% της χώρας, ενώ ο έλεγχος σε 119 άλλες επαρχίες ήταν αμφισβητούμενος. Η αντοχή των Αφγανών ανταρτών να μάχονται επί 18 ολόκληρα χρόνια τον πιο προηγμένο στρατό του κόσμου και να νικούν δεν μπορεί να οφείλεται στη βοήθεια γειτονικών κρατών όπως το Πακιστάν, παρότι κανείς δεν υποτιμά τη σημασία της εξωτερικής βοήθειας που λάμβαναν οι αντάρτες. Δείχνει πάνω απ’ όλα τις ρίζες που έχουν στην τοπική κοινωνία. Επίσης, το μίσος των Αφγανών κατά των ΗΠΑ. Απόρροια αυτών των δεδομένων είναι και η ανυποληψία στην οποία παραδέρνει η αφγανική κυβέρνηση του Ασράφ Γκανί. Οι Ταλιμπάν αρνούνται να μιλήσουν μαζί τους και τους χαρακτηρίζουν μαριονέτες των ΗΠΑ. Το ίδιο πρέπει να πιστεύουν κι οι ΗΠΑ αν κρίνουμε από το γεγονός ότι δεν μπήκαν καν στον κόπο να τους επιβάλλουν στις διαπραγματεύσεις με τους Ταλιμπάν. Δεδομένου όμως ότι, με βάση όσα δημοσιεύθηκαν, η μοναδική δέσμευση που περιλάμβανε η συμφωνία εκ μέρους των Ταλιμπάν ήταν να μη χρησιμοποιηθεί το Αφγανιστάν ως βάση εκπαίδευσης κι εξόρμησης της διεθνούς τρομοκρατίας, τι εμπόδιζε τους αντάρτες να μπουν ξανά σε λίγους μήνες θριαμβευτές στην Καμπούλ όπως έκαναν το 1996; Κι αν τότε το έκαναν με την ανοιχτή στήριξη των ΗΠΑ, τώρα θα το έκαναν υπό την ανοχή τους…

Πίσω επομένως από το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων δεν βρίσκεται ο νεκρός Αμερικανός στρατιώτης, ούτε καν ο συμβολισμός της επίσκεψης στην προεδρική κατοικία του Καμπ Ντέιβιντ λίγες μάλιστα μέρες πριν την 11η Σεπτεμβρίου των ηθικών αυτουργών των επιθέσεων του 2001. Το πρόβλημα είναι πώς θα φαινόταν η παταγώδης αποτυχία της αμερικανικής εκστρατείας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά όσα υποσχέθηκε, δηλαδή την εκδίωξη των Ταλιμπάν. Κι όχι φυσικά σε όσα επιζητούσε, που ήταν η γεωπολιτκή κυριαρχία και ο έλεγχος των ενεργειακών αποθεμάτων της περιοχής. Αυτά επιτεύχθηκαν!

Πηγή: Νέα Σελίδα

Πληγή που δεν κλείνει το Αφγανιστάν

Με μια εντυπωσιακή σε δύναμη πυρός και διάρκεια επίθεση εναντίον ενός υποψηφίου έδωσαν οι Ταλιμπάν το δικό τους παρών στην προεκλογική εκστρατεία που ξεκίνησε επίσημα την Κυριακή 14 Ιουλίου και αναμένεται να λήξει με τις προεδρικές εκλογές που θα διεξαχθούν στις 28 Σεπτεμβρίου. Το μεγάλο ερώτημα φυσικά που υπερίπταται όλων των διαδικασιών σχετίζεται με το πόσο αδιάβλητες θα είναι. Κατά πόσο δηλαδή δεν πρόκειται να επαναληφθούν τα ευτράπελα που σημειώθηκαν στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, που τις οδήγησαν στην πλήρη ανυποληψία και αποτελούν σοβαρότατο λόγο ώστε οι Αφγανοί κι οι Αφγανές να γυρίσουν την πλάτη τους και στην επόμενη αναμέτρηση.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Οι τελευταίες εκλογές πραγματοποιήθηκαν τον Οκτώβριο του 2018, ήταν κοινοβουλευτικές, και στη διάρκειά τους συνέβησαν οι πιο ακραίες μορφές αλλοίωσης ενός εκλογικού αποτελέσματος. Οι 313 συλλήψεις που ακολούθησαν συνοδεύονταν από ένα μακροσκελές κατηγορητήριο που περιελάβανε από πώληση δελτίων ταυτότητας μέχρι δωροδοκίες ψηφοφόρων εκ μέρους των υποψηφίων. Οι προηγούμενες εκλογές ήταν προεδρικές κι έγιναν το 2014. Επειδή οι δύο σημαντικότεροι υποψήφιοι δεν κατέστη δυνατό να συμφωνήσουν ποιος κέρδισε τις εκλογές, η λύση δόθηκε από τον τότε υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζον Κέρυ, που ανέλαβε καθήκοντα διαμεσολαβητή κι έκλεισε μια συμφωνία μεταξύ των δύο υποψηφίων για τη μοιρασιά της εξουσίας. Το άλλο θέμα που περιλάμβανε η συμφωνία αφορούσε την ψήφιση μιας σειράς μέτρων για την διαμόρφωση ενός αποτελεσματικού εκλογικού συστήματος που δεν θα επιτρέψει ξανά τις εκλογικές νοθείες…

Με αυτά και με αυτά η νέα προεκλογική εκστρατεία άνοιξε με καταγγελίες για νοθεία και απειλές αποχώρησης από την προεκλογική κούρσα. Μέχρις στιγμής έχουν δηλώσει την πρόθεσή τους να διεκδικήσουν την προεδρία 18 υποψήφιοι. Τα δύο τρίτα όμως εξ αυτών απείλησαν ότι θα αποσυρθούν από τις προεδρικές εκλογές (που έχουν ήδη αναβληθεί δύο φορές) αν ο πρόεδρος της χώρας Ασράφ Γκανί δεν ακυρώσει την απόφασή του να διορίσει δεκάδες αξιωματούχους στην κυβέρνηση και μάλιστα σε πόστα, που σχετίζονται με την εκλογική διαδικασία. Τη νομιμοποίηση του σημερινού προέδρου αμφισβητούν ακόμη κι οι Ταλιμπάν που υποστηρίζουν ότι επειδή η θητεία του Γκανί έληξε στις 22 Μαΐου δεν έχει καμιά αρμοδιότητα να διεξάγει εκλογές. Οι Ταλιμπάν αντιμετωπίζουν με τόσο μεγάλη ανυποληψία την κυβέρνηση που αρνούνται ακόμη και να συζητήσουν μαζί της, την ίδια ώρα που οι διαπραγματεύσεις με τους Αμερικανούς εισέρχονται στο νέο, όγδοο γύρο. Ενώ μάλιστα ο αφγανός πρόεδρος επαναλαμβάνει πώς σε αντίθεση με τον προηγούμενο πρόεδρο, τον Χαμίντ Καρζαΐ, που έθετε ως προϋπόθεση για την εκκίνηση διαπραγματεύσεων με τους Ταλιμπάν 11 αυστηρούς όρους, ο ίδιος δεν θέτει κανέναν, οι Ταλιμπάν επιμένουν να απορρίπτουν κάθε πρόταση διαλόγου υποστηρίζοντας ότι αφού πρώτα συμφωνήσουν με τις ΗΠΑ, μετά θα κάτσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους Αφγανούς ηγέτες.

Τα βλέμματα έτσι είναι στραμμένα στη Ντόχα του Κατάρ, όπου πλέον διεξάγεται ο όγδοος γύρος των διαπραγματεύσεων, με δύο μεγάλα επίδικα. Το πρώτο σχετίζεται με την σταδιακή και ασφαλή απόσυρση των 14.000 αμερικανών στρατιωτών που εξακολουθούν να επιχειρούν στο Αφγανιστάν, το οποίο έχει μετατραπεί στο μεγαλύτερο σε χρονική διάρκεια πολεμικό μέτωπο των ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον έχει μεν την υπομονή να περιμένει μια καλή συμφωνία, αλλά υπό τη διοίκηση Τραμπ ο προτεραιότητες έχουν αλλάξει άρδην και το βλέμμα πλέον προσανατολίζεται στον Ειρηνικό και δη την Κίνα. Τα εναπομείναντα μέτωπα στην Κεντρική Ασία και την Μέση Ανατολή χαρακτηρίζονται απαξιωτικά «πόλεμοι των Δημοκρατικών» και το ερώτημα δεν είναι πια πώς θα νικήσουν οι Αμερικάνοι αλλά πώς θα απεμπλακούν χωρίς αχρείαστες θυσίες σε ανθρώπινες ζωές και βλάβη του γοήτρου τους. Από την άλλη, το δεύτερο επίδικο σχετίζεται με την παροχή εγγυήσεων εκ μέρους των Ταλιμπάν ότι το μετα-Αμερικανικό Αφγανιστάν δεν πρόκειται να μετατραπεί σε θερμοκοιτίδα βίαιων, ένοπλων επιθέσεων στην περιοχή, αυξάνοντας την αστάθεια. Το γεγονός δε ότι μέχρι στιγμής δεν συζητιέται ζήτημα αφοπλισμού και παράδοσης του οπλισμού των Ταλιμπάν, με βάση τα πιο έγκυρα δημοσιεύματα, επιβεβαιώνει τη θέση ισχύος που βρίσκονται 18 χρόνια μετά την αμερικανική εισβολή.

Η σημασία που αποδίδουν οι Αμερικάνοι σε μια συμφωνία ειρήνης με τους Ταλιμπάν, που στην άλλη όψη της θα έχει μια συμφωνία αποχώρησής τους, έγινε εμφανής τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου με αφορμή μια βομβιστική επίθεση σε ένα σχολείο, που χαρακτηρίστηκε βάρβαρη ακόμη και με βάση τα αφγανικά ….ήθη κι έθιμα! Οι Ταλιμπάν εν ολίγοις το …παράκαναν. Παρόλα αυτά στις διαπραγματεύσεις που ήταν σε εξέλιξη εκείνη την ημέρα στο Κατάρ, οι Αμερικάνοι δεν έθεσαν το παραμικρό θέμα, προφανώς για να μη διαταράξουν τις ισορροπίες με τους Ταλιμπάν και δημιουργήσουν νέα εμπόδια στις συζητήσεις!

Η αλήθεια βέβαια είναι πώς οι αθώοι αποτελούν τα εύκολα θύματα κι από τις δύο πλευρές: Τόσο από τις επιθέσεις αυτοκτονίας των Ταλιμπάν και των Ισλαμιστών, όσο κι από τη μεριά των Αμερικανών στο πλαίσιο των μαζικών βομβαρδισμών. Με βάση έκθεση των Ηνωμένων Εθνών το 2018 ο αριθμός των άμαχων θυμάτων αυξήθηκε, με 3.804 νεκρούς και 7.189 τραυματίες. Σύνολο 10.993 ή 11% περισσότεροι σε σχέση με το 2017. Οι 42% εξ αυτών προήλθαν από επιθέσεις των αντικυβερνητικών δυνάμεων… Το πρώτο τρίμηνο του 2019, πάλι με βάση έρευνα του ΟΗΕ, τα θύματα (νεκροί και τραυματίες) έφτασαν τα 1.773, με τα 582 να είναι παιδιά…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Ομολογία ήττας οι συνομιλίες στο Αφγανιστάν (Διπλωματία, 1ος/2010)

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΠΡΟΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΝΑΤΟ ΣΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΤΑΛΙΜΠΑΝ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ 

Στη χειρότερη θέση της πολιτικής του καριέρας πρέπει να βρέθηκε ο νέος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκς Ρασμούσεν, την Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010, όταν από την Κωνσταντινούπολη διαβεβαίωνε ότι το ΝΑΤΟ δεν προτίθεται να δωροδοκήσει τους Ταλιμπάν για να εγκαταλείψουν το αντάρτικο και να ενταχθούν στην αφγανική κυβέρνηση.

Γιατί, η πραγματικότητα είναι πως η μοναδική ουσιαστικά απόφαση της διεθνούς συνόδου για το Αφγανιστάν που οργανώθηκε στις 28 Ιανουαρίου στην βρετανική πρωτεύουσα αφορούσε την οργανωμένη και επίσημη πλέον προσπάθεια προσεταιρισμού, καλύτερα εξαγοράς των μετριοπαθών Ταλιμπάν. Κι επειδή …δει δη χρημάτων κι άνευ τούτων ουδέν, η ίδια αυτή διάσκεψη ολοκλήρωσε τις εργασίες με την συγκέντρωση ενός σεβαστού ποσού, της τάξης των 140 εκ. δολ. που συγκεντρώθηκε από τους εκπροσώπους των 50 παριστάμενων κυβερνήσεων, με το οποίο θα επιχειρηθεί η ενσωμάτωση των Ταλιμπάν.

Άλλωστε η προσπάθεια δημιουργίας ρηγμάτων στις τάξεις των Ταλιμπάν, που από 400 που εκτιμούνταν το 2004 έχουν ξεπεράσει σύμφωνα με ΝΑΤΟϊκές πηγές τους 30.000, δεν είναι καινούργια. Όλο το προηγούμενο διάστημα, στο παρασκήνιο φυσικά και χωρίς να δοθεί η ανάλογη δημοσιότητα, πραγματοποιήθηκαν ουκ ολίγες επαφές μεταξύ των Ταλιμπάν και της αφγανικής κυβέρνησης ή των Δυτικών.

Η σημαντικότερη εξ αυτών πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2008 στη Σαουδική Αραβία. Το βασίλειο των Σαούντ, που επιφορτίστηκε και με επιπλέον διαμεσολαβητικά καθήκοντα από τη διάσκεψη του Λονδίνου, δεν επιλέγηκε τυχαία. Οι Ταλιμπάν το εμπιστεύονται περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση καθώς η Σ. Αραβία με το Πακιστάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν οι μοναδικές χώρες που αναγνώρισαν το καθεστώς τους στο Αφγανιστάν που κυβέρνησε από το 1996 μέχρι το 2001, όταν ανατράπηκε από την αμερικανο-νατοϊκή επέμβαση. Οι επαφές όμως που έγιναν  σημαδεύτηκαν από μια σειρά διαφωνίες γύρω από κρίσιμα θέματα που εξακολουθούν να απαντιούνται διαφορετικά από την κυβέρνηση του Αφγανιστάν, τις ΗΠΑ και τους Ταλιμπάν. Κατά πρώτον αφορούν το χρόνο έναρξης των συνομιλιών καθώς οι ΗΠΑ επιλέγουν να έχει ξεκινήσει η αντεπίθεση που ετοιμάζουν για την άνοιξη και οι Ταλιμπάν να βρίσκονται σε θέση άμυνας, χωρίς ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη. Η κυβέρνηση του Καρζαΐ αντίθετα θέλει να ξεκινήσουν …χτες. Οι διαφωνίες επίσης αφορούν στα πρόσωπα που θα συμμετέχουν στον διάλογο. Η Ουάσιγκτον και το Ριάντ επιμένουν στους μετριοπαθείς Ταλιμπάν εξαιρώντας τον σκληρό πυρήνα. Ο Καρζαΐ αντίθετα θέλει και τον ίδιο τον μουλά Ομάρ και γι αυτό το λόγο δεν αποκλείεται, σύμφωνα με την Wall Street Journal στις 3 Φεβρουαρίου, να ζητηθεί από τον ΟΗΕ να διαμεσολαβήσει ώστε να βγει το όνομά του από την μαύρη λίστα των τρομοκρατών! Η πίεση για τη συμμετοχή των πλέον υψηλόβαθμων Ταλιμπάν στις συνομιλίες γίνεται ασφυκτικότερη λόγω και της αμφισβήτησης της εξουσίας που διαθέτουν αυτοί που ήδη συμμετείχαν στις επαφές του Αυγούστους του 2008. Αν θέλουν να είναι δεσμευτικοί και τελεσίδικοι οι όροι των συμφωνιών δεν υπάρχει άλλη λύση από την εμπλοκή στις συνομιλίες των πρωτοκλασάτων στελεχών των Τλαιμπάν όπως ο μουλάς Ομάρ.

Επαφές με τους Ταλιμπάν ωστόσο έχουν γίνει και σε ανώτερα επίπεδα, που αντανακλούν πιο ευθύγραμμα και χωρίς στρεβλώσεις τη βούληση της Δύσης. Όπως αποκάλυπταν οι Financial Times στις 29 Ιανουαρίου, σε ρεπορτάζ  από τη διάσκεψη του Λονδίνου «εξέχοντα πρόσωπα της ηγεσίας των Ταλιμπάν συναντήθηκαν μυστικά με τον αντιπρόσωπο των Ηνωμένων Εθνών για το Αφγανιστάν για να συζητήσουν τη δυνατότητα να καταθέσουν τα όπλα τους». Η συνάντηση που έγινε στο Ντουμπάι στις 8 Ιανουαρίου ήταν τόσο… προωθημένη ώστε συζητήθηκε ακόμη κι ο τόπος των μελλοντικών επαφών με τους Ταλιμπάν να δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν οι συναντήσεις να διεξαχθούν σε κάποια στρατιωτική βάση, αλά αντίθετα επιθυμούν να γίνονται δημόσια.

Οι Ταλιμπάν τέλος, αν και διαψεύδουν όλα τα σχετικά δημοσιεύματα με την επισήμανση πως καμιά διαπραγμάτευση δεν μπορεί να γίνει με την παρουσία των ξένων εισβολέων στο έδαφος του Αφγανιστάν – θέτοντας ως όρο την αποχώρησή τους, με άλλα λόγια – δεν πείθουν ότι αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης.

Η τακτική των αμερικανο-νατοϊκών όσο κι αν ενδύεται τα άμφια της εθνικής συμφιλίωσης δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι είναι προϊόν ανάγκης, σημάδι της αυξανόμενης αδυναμίας τους να νικήσουν τους Ταλιμπάν στο πεδίο των μαχών – όπου η υπεροχή των δυνάμεων κατοχής θα έπρεπε να είναι αδιαμφισβήτητη… Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν έχει μπει στον δέκατο χρόνο, χωρίς προοπτική νίκης, οι απώλειες των Αμερικανών είναι θέμα ημερών να φτάσουν τις 1.000 και το βάρος συντήρησης του μετώπου στα δημόσια οικονομικά, στο φόντο της κρίσης, γίνεται πλέον δυσβάσταχτο όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά για όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ. Αυτή, την αυξανόμενη πίεση εξέφρασε κι η βαθιά αντιφατική απόφαση του Ομπάμα να ανακοινώσει την αποστολή επιπλέον 30.000 στρατιωτών, που προδικάζει ένταση των μαχών, μαζί με την ημερομηνία έναρξης αποχώρησης τον Ιούλιο του 2011, που εκ των πραγμάτων δημιουργεί κλίμα χαλάρωσης στις τάξεις του στρατού. Στις τάξεις δε των Ταλιμπάν κλίμα νίκης, καθώς είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται ως καρπό των προσπαθειών τους την εγκατάλειψη από τη Δύση του στόχου εξουδετέρωσής τους. Έτσι, γεννιέται το ερώτημα γιατί οι Ταλιμπάν να συμφωνήσουν στην παράδοση των όπλων τους όταν ξέρουν πως ο χρόνος κυλάει με το μέρος τους;

1ος χρόνος Ομπάμα ή 9ος χρόνος Μπους; (Επίκαιρα, 14/-20/1/2010)

Βαθιά απογοήτευση έχει αντικαταστήσει έναν χρόνο μετά τις ασυνήθιστα μεγάλες ελπίδες για ένα ριζικό αναπροσανατολισμό της πολιτικής των ΗΠΑ στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού, εντός και εκτός της χώρας, που γέννησε η εγκατάσταση του Μπαράκ Ομπάμα στον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου 2009. Η διάψευση των τεράστιων προσδοκιών που συνόδευσε την εκλογή του πρώτου αφροαμερικανού προέδρου στην προεδρία των ΗΠΑ επιβεβαιώνεται από τις θλιβερές επιδόσεις του σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Έρευνα της κοινής γνώμης από το Ινστιτούτο Gallup που διενεργήθηκε από τις 2 έως τις 4 Ιανουαρίου έδειξε ότι ο Μπαράκ Ομπάμα εισήλθε στον δεύτερο χρόνο της προεδρίας του με το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό αποδοχής (μόλις 50%) που είχε ποτέ αμερικανός πρόεδρος κατά τη διάρκεια όλης της μεταπολεμικής περιόδου. Για την ιστορία, να αναφέρουμε πως μόνο ο Ρόναλντ Ρέιγκαν πέτυχε χειρότερες επιδόσεις ξεκινώντας τον δεύτερο χρόνο της θητείας του με ποσοστά αποδοχής της τάξης του 49%. Ο Ομπάμα ξεπέρασε ωστόσο τον Ρέιγκαν καταφέρνοντας να συγκεντρώσει υψηλότερα ποσοστά αποδοκιμασίας της πολιτικής του: 44% έναντι μόνο 40% του Ρέιγκαν. Λαβαίνοντας υπ’ όψη μας ότι τα ποσοστά αποδοχής του όταν ξεκίναγε τη θητεία του έφθαναν το ποσοστό – ρεκόρ, του 68%, φαίνεται εύκολα πως ο Μπαράκ Ομπάμα τους αποθάρρυνε όλους! Το ίδιο συνέβη και στο εξωτερικό με την συντηρητική γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung να τον αποκαλεί «Bush light» και την κεντροαριστερή Die Tageszeitung να αναρωτιέται στο πρωτοσέλιδό της που κοσμείται με μια εκπληκτική φωτογραφία του Ομπάμα με χαρακτηριστικά Μπους ή αντίστροφα «Πόσος Μπους υπάρχει στον Ομπάμα;».

Η απότομη προσγείωση που επιφύλαξε στους οπαδούς του ο Ομπάμα φαίνεται καλύτερα αν δούμε τα αποτελέσματα της πολιτικής του σε πέντε συγκεκριμένα μέτωπα για τα οποία είχε υποσχεθεί ανατροπή της πολιτικής του προκατόχου του: Στο μέτωπο των δημοκρατικών ελευθεριών, των ανοιχτών πολεμικών μετώπων, της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, της μείωσης της ανεργίας και της παροχής καθολικής ασφαλιστικής και υγειονομικής κάλυψης.

Η θητεία του Ομπάμα ξεκίνησε με μια υπόσχεση: πως μέσα σε ένα χρόνο θα κλείσει το κολαστήριο του Γκουαντάναμο, κορυφαίο σύμβολο του περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών και της οπισθοδρόμησης που έφερε ο πόλεμος του Μπους κατά της τρομοκρατίας. Απέτυχε ακόμη και σ’ αυτό. Το κλείσιμο του Γκουαντάναμο μετατίθεται για το αόριστο μέλλον την ίδια ώρα που ο υπερσυντηρητικός Ρούντι Τζουλιάνι, πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης στον οποίο οφείλουμε και τον όρο «μηδενική ανοχή», δηλώνει στις κάμερες συγκινημένος: «Είμαι πολύ αισιόδοξος που ο πρόεδρος Ομπάμα “έστριψε τη γωνία”, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά τις λέξεις “πόλεμος κατά της τρομοκρατίας”. Δεν το είχε ξανακάνει», ήταν τα λόγια του. Ταυτόχρονα ο 44ος πρόεδρος μπορεί να αποδοκίμασε δημόσια και να πάγωσε μια σειρά από μεθόδους χιτλερικής έμπνευσης (απαγωγές, βασανιστήρια, κ.α.) το ‘κανε όμως πολύ… διακριτικά. «Ο Ομπάμα συνειδητά άφησε ανοιχτές τις επιλογές του στην μάχη κατά της τρομοκρατίας», επισημαίνει το τελευταίο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού Newsweek. Και συνεχίζει: «Οι αντιτρομοκρατικές επιλογές του είναι επί της ουσίας εκείνες που υιοθέτησε ο Μπους στη δεύτερη θητεία του. Βάρβαρες ανακριτικές μέθοδοι όπως η βύθιση στο νερό δε χρησιμοποιούνταν ήδη από το 2005. Ο Ομπάμα τυπικά απαγόρευσε όχι μόνο τα βασανιστήρια αλλά και κάθε είδους εξαναγκασμό – ακόμη και τις αγριοφωνάρες ή τις απειλές – ως μορφή ανάκρισης. Οξυδερκείς ωστόσο νομικοί επισημαίνουν ότι το έκανε μέσω εντολών της εκτελεστικής εξουσίας κι όχι μέσω της νομοθεσίας του Κογκρέσου, που σημαίνει ότι είναι ελεύθερος να αλλάξει γνώμη χωρίς την έγκριση των εκλεγμένων αντιπροσώπων».

Στο μέτωπο των πολέμων ο Μπαράκ Ομπάμα, διαψεύδοντας τις ελπίδες που υπόρρητα γεννούσε η επαγγελματική του ιδιότητα ως συνταγματολόγος, κατάφερε να βαθύνει την πολεμική εμπλοκή των ΗΠΑ στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Με την πρόσφατη απόφασή του να στείλει επιπλέον 30.000 αμερικανούς στρατιώτες στο Αφγανιστάν, κατ’ εντολή των πιο επιθετικών κύκλων, θα οδηγήσει τον επόμενο χρόνο τον αριθμό των στρατευμάτων κατοχής στην κεντροασιατική χώρα στο επίπεδο ρεκόρ των 150.000 ατόμων και μαζί τον αριθμό των νεκρών. Ήδη το 2009, όταν ο Ομπάμα έκανε δικό του τον πόλεμο στο Αφγανιστάν (επισημοποιώντας την αποχώρηση από το Ιράκ που συνομολογήθηκε με την κυβέρνηση του Μαλίκι επί Μπους) οι νεκροί Αμερικανοί έφθασαν τους 310, από 155 το 2008. Διπλασιάστηκαν! Παράλληλα σε κατάρρευση οδηγήθηκαν όλες οι εναλλακτικές οδοί που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την απεμπλοκή των Αμερικανών. Η κυβέρνηση Καρζαΐ λόγω της παροιμιώδους διαφθοράς της και των καλπονοθευτικών μεθόδων που χρησιμοποίησε για να εκλεγεί, με αποτέλεσμα να θυσιάσει τη νομιμοποίησή της, προστίθεται πλέον στα προβλήματα και όχι στις λύσεις, ο αφγανικός στρατός λόγω της διάβρωσής του αποδεικνύεται αναποτελεσματικός κι η ντόπια ελίτ λόγω των καθημερινών εγκλημάτων των Αμερικανών τους μισεί όπως κι οι Ταλιμπάν. Βλέπε ενδεικτικά την εν ψυχρώ εκτέλεση 8 αφγανών μαθητών την προηγούμενη εβδομάδα, που έβγαλε τους φοιτητές του Αφγανιστάν στο δρόμο, φωνάζοντας «Yankees go home», κι επίσης «Ομπάμα δολοφόνε»! Το 2009 οι βομβαρδισμοί στο Πακιστάν μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών ξεπέρασαν τους 50, υπερβαίνοντας τους βομβαρδισμούς που διέταξε όλα τα προηγούμενα χρόνια ο Μπους, όπως εύστοχα παρατήρησε το ίδρυμα New America Foundation. Ο Ομπάμα επίσης κατάφερε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο στην Υεμένη, ενώ τα παλιά, με πρώτο απ’ όλα το Παλαιστινιακό, συνεχίζουν να πυορροούν προκαλώντας νέα κύματα οργής στη Μέση Ανατολή εναντίον των ΗΠΑ που συνεχίζουν να υποκλίνονται στο Ισραήλ, αποδεχόμενες την επέκταση των εποικισμών, συμμετέχοντας στο φονικό αποκλεισμό της μαρτυρικής Γάζας, κοκ.

Απογοητευτικά ήταν τα αποτελέσματα της πολιτικής του Ομπάμα και στο  μέτωπο της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής. Οι ΗΠΑ το 2009, όπως φάνηκε κι από τη στάση τους στη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, αναθεώρησαν την γραμμή της μονομέρειας του Μπους με μια τακτική αγαστής σύμπνοιας με όσους ρυπαίνουν περισσότερο, όπως η Κίνα. Συνέχισαν έτσι να υπονομεύουν τις προσπάθειες μείωσης των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Στο εσωτερικό της χώρας επί κυβέρνησης Ομπάμα η ανεργία οδηγήθηκε στο επίπεδο ρεκόρ του 10%, λόγω της απροθυμίας της να επιβάλλει όρους που σχετίζονταν με την αποφυγή απολύσεων και νέες προλήψεις στις επιχειρήσεις που ευνοήθηκαν από το γενναιόδωρο πακέτο στήριξης της οικονομίας ύψους 787 δισ. δολ. Ο Ομπάμα επίσης δεν αξιοποίησε την αριθμητική υπεροχή των Δημοκρατικών στη Γερουσία (60 στους 100) και τη Βουλή των Αντιπροσώπων (256 στους 435) για να ψηφίσει νόμο για την καθολική υγειονομική κάλυψη όλων των Αμερικανών που θα τερματίζει το αίσχος των 50 εκ. ανασφάλιστων. Ως αποτέλεσμα της αποθάρρυνσης των πιο ριζοσπαστικών ελπίδων που γέννησε η εκλογή Ομπάμα οι προοπτικές των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές που θα πραγματοποιηθούν το Νοέμβρη δεν διαγράφονται καθόλου ρόδινες.

Εν κατακλείδι, η διάλυση των ελπίδων που κορυφώνονταν πέρυσι τέτοιες μέρες κι η διάχυτη αίσθηση πως ο πρώτος χρόνος του Ομπάμα στον Λευκό Οίκο μοιάζει περισσότερο με ένατο χρόνο Μπους επιβεβαιώνει ότι η πολιτική των ΗΠΑ στο εσωτερικό τους κι οι σχέσεις τους με τον υπόλοιπο κόσμο είναι θέμα πολύ βαθύτερων προσδιορισμών από τις διαθέσεις ενός προσώπου…