Χάσμα εντός ΕΕ, το Ράιχ προελαύνει (Επίκαιρα 18-24 Οκτωβρίου, 2012)

Στο Βερολίνο η κατάρτιση των προϋπολογισμών στους αδύναμους της Ευρώπης ο λογαριασμός!

Στην αρχή ήταν οι χώρες που δήλωναν ότι αδυνατούν να αντέξουν τα επιτόκια που επέβαλε η αγορά για την δανειοδότησή τους και προσέφευγαν στον λεγόμενο «Μηχανισμό Στήριξης». Πρακτικά μέχρι σήμερα είναι η Ελλάδα, που άνοιξε τον δρόμο τον Μάιο του 2010 και κι επίσης η Ιρλανδία και η Πορτογαλία. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα με την απόφαση της ΕΕ, στη Σύνοδο Κορυφής του Ιουνίου, τα Μνημόνια χαρακτηρίστηκαν υποχρεωτικά και για εκείνες τις χώρες που θα προσέφευγαν στον Μηχανισμό Στήριξης για την χρηματοδότηση των τραπεζών τους. Η επιβολή των Μνημονίων δηλαδή, που πλήττει πρώτα και κύρια το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας, ορίστηκε ως απαραίτητη προϋπόθεση για την διάσωση των τραπεζών. Αυτή η απόφαση αφορούσε, στην πράξη, την Ιταλία και πρωτίστως την Ισπανία, που τον τελευταίο χρόνο τα επιτόκια δανεισμού τους βρίσκονται σχεδόν μόνιμα στην κόψη του ξυραφιού, ανάγοντας σε μια υπόθεση χρόνου την προσφυγή των κυβερνήσεων τους στον Μηχανισμό. Πρόκειται μάλιστα για μια κίνηση που θα είχε ολοκληρωθεί αν ο Μηχανισμός ήταν έτοιμος να υποδεχθεί τα δυσθεώρητα μεγέθη των δύο αυτών χωρών, που το δημόσιο χρέος τους (αθροιστικά) προσεγγίζει τα 3 τρισ. ευρώ! Το μήνυμα επομένως ήταν πως «δωρεάν γεύμα» δεν υπάρχει, ασχέτως μάλιστα αν άλλος τρώει (οι τράπεζες) κι άλλος πληρώνει (οι συνταξιούχοι)…

Το συγκεκριμένο σχήμα, παρά τον κραυγαλέα και προκλητικά άδικο χαρακτήρα του, κρίθηκε τόσο επιτυχημένο από τους ιθύνοντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε αποφασίστηκε να γενικευτεί σε ακόμη περισσότερες χώρες. Έτσι, στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ στις 18 και 19 Οκτωβρίου, με βάση προσχέδιο απόφασης που κυκλοφόρησε φέροντας ημερομηνία 8 Οκτωβρίου, θέμα συζήτησης ήταν η ενοποίηση των κρατικών προϋπολογισμών των 17 κρατών μελών της ευρωζώνης. Πρόκειται για μια απόφαση που συνιστά τομή στην εξέλιξη της ευρωζώνης και της ΕΕ για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχάς, ξεκινώντας από την ορολογία, και μόνο η αναφορά στη «νέα οικονομική διακυβέρνηση», όπως επαναλαμβάνεται στο προσχέδιο, συνοδεύεται από ένα συγκεκριμένο και βαρύ, αρνητικό πολιτικό φορτίο. Η «διακυβέρνηση», όρος που αναδύθηκε ταυτόχρονα με την εμφάνιση του νεοφιλελευθερισμού την δεκαετία του ’80, υποτίθεται πως σηματοδοτεί την «απο-ιδεολογικοποίηση» της εξουσίας και την επικέντρωσή της σε τεχνικά θέματα και μετρήσιμους στόχους, που στέκονται πάνω από πολιτικές αντιπαραθέσεις. Στην πράξη σήμανε ακριβώς το αντίθετο: Την εγκατάλειψη κάθε ίχνους αναδιανεμητικής, φιλολαϊκής πολιτικής και την μόνιμη και αποκλειστική ενασχόληση της πολιτικής με την εξυπηρέτηση των αγορών, δηλαδή των μεγάλων επιχειρήσεων και την διευκόλυνση του ανταγωνισμού, καταργώντας κάθε ρύθμιση, που χαρακτηριζόταν ως εμπόδιο. Διακυβέρνηση λοιπόν σημαίνει νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση.

«Μνημόνια παντού»

Το εχθρικό απέναντι στην κοινωνία περιεχόμενο της «νέας οικονομικής διακυβέρνησης» που υπόσχονται οι Βρυξέλλες αποκαλύπτεται από την προτεραιότητα που δίνεται στην δημοσιονομική πειθαρχία. Καθόλου τυχαίος δεν ήταν ο τίτλος της στήλης alphaville των Financial Times όταν αποκάλυψε πρώτη το επίμαχο προσχέδιο: «Μνημόνια για όλους». Σε αυτό το πλαίσιο, η μεταφορά στις Βρυξέλλες ακόμη και της διαδικασίας σύνταξης κρατικού προϋπολογισμού (μετά την άσκηση νομισματικής πολιτικής) σημαίνει ότι μπροστά στον «υπέρτατο» στόχο της εξισορρόπησης των δημοσίων δαπανών και εσόδων, δεν θα αναγνωρίζεται καμιά άλλη κοινωνική προτεραιότητα! Μέχρι στιγμής, η αλήθεια είναι πως όλες οι αρμόδιες υπηρεσίες που ήταν επιφορτισμένες με την σύνταξη του κρατικού προϋπολογισμού στα υπουργεία Οικονομικών κάθε χώρας, ήξερα τον τρόπο να πετύχουν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Η παραμονή των ελλειμμάτων ακόμη και τη χρονιά που διανύουμε, με την κρίση να συνεχίζει να δείχνει τα δόντια της, δεν οφείλεται στην άγνοια ή την επιστημονική – τεχνική τους ανεπάρκεια. Οφείλεται στην κοινωνική ευαισθησία που επιδείκνυαν οι σχετικές υπηρεσίες και το ένστικτο αυτοσυντήρησης που κυριαρχούσε στις κυβερνήσεις ώστε να μεριμνούν για την κοινωνική συνοχή και να μην διαγράφουν με μια κίνηση το κονδύλι για τη χρηματοδότηση ενός μεγάλου νοσοκομείου, έτσι ώστε «να βγουν τα νούμερα». Ενδεχομένως να πρόκειται για το τρισκατάρατο «πολιτικό κόστος» που αναθεματίζει η πολιτική ελίτ… Αυτή τη βρόμικη δουλειά σκοπεύουν να βγάλουν οι Βρυξέλλες, ζητώντας να έχουν λόγο στην σύνταξη κάθε κρατικού προϋπολογισμού. Αν η πρώτη συνέπεια της «ενοποίησης των προϋπολογισμών» θα είναι η διαιώνιση της λιτότητας και των περικοπών, στην βάση των παραπάνω φαίνεται πως, δεύτερη αρνητική συνέπεια, θα είναι η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, τουλάχιστον θεμελιωδών παραμέτρων της όπως είναι η απόφαση επιμερισμού των δημοσίων δαπανών, για παράδειγμα. Εδώ μάλιστα πολύ σύντομα θα αποδειχθεί πως οι «ενιαίοι κανόνες στη σύνταξη των προϋπολογισμών» θα είναι εξ ίσου μεροληπτικοί με τους «ενιαίους κανόνες της ελεύθερης αγοράς», ευνοώντας στο τέλος αποκλειστικά και μόνο τις μεγάλες επιχειρήσεις της Γερμανίας… Αν για παράδειγμα αγοράσουν γερμανικές πολυεθνικές ελληνικά νοσοκομεία ή χτίσουν και δικά τους ακόμη, δεν είναι προφανές ότι στις περικοπές δημοσίων δαπανών προτεραιότητα θα έχει η δημόσια και δωρεάν υγεία, με τελικό στόχο οι ασθενείς να γίνουν πελάτες των Γερμανικών νοσοκομείων κι έτσι εκ του ασφαλούς οι γερμανικές επενδύσεις να αποβούν κερδοφόρες;

Αξίζει πάντως να αναφερθεί ότι μέχρι στιγμής έχουν καταγραφεί αντιδράσεις στο γερμανικό σχέδιο. Ο Ιταλός υπουργός Βιομηχανίας, για παράδειγμα, με βάση ρεπορτάζ των Financial Times στις 8 Οκτωβρίου απέρριψε κάθε σκέψη να αποκτήσει λόγο η ΕΕ σε θέματα που αφορούν τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις ή την δημοσιονομική πειθαρχία. Παρότι μένει να αποδειχθεί αν πρόκειται για πραγματική διαχωριστική γραμμή ή για προεκλογικές μεγαλοστομίες, δεν περνάει απαρατήρητη  η αντίδραση που καταγράφηκε.

Πουκάμισο αδειανό η «ανάπτυξη»

Οι Βρυξέλλες χρυσώνουν την μεταβίβαση της ευθύνης σύνταξης των κρατικών προϋπολογισμών στις υπηρεσίες των Βρυξελλών κι από ‘κει στην Γερμανία, παρουσιάζοντάς την ως προαπαιτούμενο για επενδύσεις και την εφαρμογή αναπτυξιακών υποτίθεται μέτρων που θα προωθήσουν την ενοποίηση των αγορών. Κι αυτά όμως τα μέτρα δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της δημιουργίας θέσεων εργασίας, όσο συνεχίζεται η πολιτική της λιτότητας και των περικοπών, που έχει οδηγήσει την ανεργία σε επίπεδα ρεκόρ (11,4% στην ευρωζώνη των 17 και 10,5% στην ΕΕ των 27 τον Αύγουστο) για τα τελευταία δέκα χρόνια.

Στην πραγματικότητα η Γερμανία, ζητώντας «γη και ύδωρ» από τις κυβερνήσεις της ευρωζώνης, κόβει απότομα την συζήτηση για την «αμοιβαιοποίηση» του δημόσιου χρέους, όπως περιγράφεται η πρόταση ανάληψης από την Γερμανία μέρους τουλάχιστον του δημόσιου χρέους των υπερχρεωμένων χωρών. Το είχε ξεκαθαρίσει άλλωστε από πέρυσι η γερμανίδα καγκελάριος: Πρώτα δημοσιονομικό συμμάζεμα και μετά ευρωομόλογα ή «αμοιβαιοποίηση» του δημόσιου χρέους. Επί της ουσίας πρόκειται για ένα εύσχημο τρόπο για να δηλώσει η Μέρκελ, με την χαρακτηριστική γερμανική της διαλλακτικότητα, …«ποτέ»!

Το σχέδιο ενοποίησης των κρατικών προϋπολογισμών, που αναμφισβήτητα σηματοδοτεί ένα μεγάλο βήμα μπροστά στην ευρωπαϊκή ενοποίηση – αλλά σε λάθος κατεύθυνση, δεν σημαίνει μόνο λιτότητα και πλήγμα στην κυριαρχία. Σημαίνει επίσης και νέα ρήγματα στην ΕΕ, δεδομένου ότι η απόσταση που χωρίζει τους 17 από τους 27 μεγαλώνει. Πρόκειται για την ντε φάκτο δημιουργία μιας ΕΕ δύο ταχυτήτων, που έχει ήδη προκαλέσει την αντίδραση του Λονδίνου, παρότι η κυβέρνηση του Ντέιβιντ Κάμερον, κάθε άλλο παρά αμφισβητεί την ανάγκη της λιτότητας. Οι πιθανότητες έτσι για ένα νέο βέτο, όπως έγινε και τον Δεκέμβριο του 2011 με αφορμή το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, στην προσεχή ή την επόμενη σύνοδο κορυφής (στις 22 Νοεμβρίου που θα ασχοληθεί με τον προϋπολογισμό) και θα εκπορεύεται από τα ανταγωνιστικά συμφέροντα του Σίτι δεν είναι καθόλου απίθανο. Το ερώτημα ωστόσο είναι πώς και πότε θα τεθεί το άλλο βέτο που θα εκφράζει τα συμφέροντα των ευρωπαϊκών κοινωνιών…

Το Βερολίνο οξύνει την κρίση στην ΕΕ (Πριν, 24 Δεκέμβρη 0210)

Γερμανία: «Γιατί μας μισούν;»

ΟΡΓΗ ΚΑΤΑ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

Πριν εννιά χρόνια ακριβώς ήταν οι Αμερικάνοι που αναρωτιόνταν «γιατί μας μισούν», υποκρινόμενοι ότι δεν ξέρουν τίποτε. Τώρα με το ίδιο ακριβώς ύφος είναι η Γερμανία που απορεί και εξίσταται. Το ερώτημα μάλιστα τέθηκε ορθά κοφτά, με μια ασυνήθιστη ωμότητα ακόμη και για τους Γερμανούς, στο περιοδικό Σπίγκελ την προηγούμενη εβδομάδα. Συγκεκριμένα την Δευτέρα, όταν είχαν ήδη γίνει γνωστά τα αποτελέσματα της διήμερης συνόδου κορυφής της ΕΕ στις Βρυξέλλες, με τα οποία θα ασχοληθούμε παρακάτω. Το γερμανικό περιοδικό κατέγραφε τις αντιδράσεις από την μια γωνιά της Ευρώπης ως την άλλη, επιλέγοντας καθόλου τυχαία στην Ελλάδα να αφιερώσει μόνο λίγες λέξεις. Όσες για την ακρίβεια απαιτούνται να περιγραφεί στην γλώσσα τους το κάψιμο της γερμανικής σημαίας… Δεν είναι όμως μόνο η Ελλάδα. Η ίδια εχθρότητα απέναντι στο Τέταρτο Ράιχ διαπιστώνεται στην Ισπανία, την Ιταλία και όλες τις άλλες χώρες που δοκιμάστηκαν από την κρίση του ευρώ. Με σκεπτικισμό δε αντιμετωπίζεται από το Βερολίνο και ο όψιμος φιλο-γερμανισμός της Γαλλίας στο βαθμό που ο ζήλος του Σαρκοζύ να προσυπογράφει κάθε απόφαση της Γερμανίας δεν γίνεται εύκολα δεκτός στο εσωτερικό της χώρας του, καθώς δε θεωρείται καθόλου επωφελής για τα συμφέροντα της Γαλλίας. «Αν μιλούσαμε για γερμανο-γαλλικό δίδυμο ποδήλατο είναι περισσότερο από εμφανές ότι οι Γερμανοί κρατούν το τιμόνι και οι Γάλλοι κάνουν το πετάλι», έγραφε πολύ χαρακτηριστικά το πολιτικό περιοδικό Μαριάν, λοιδορώντας την εικόνα μιας ισότιμης γαλλογερμανικής συμμαχίας που προβάλλει ο Σαρκοζύ όταν για παράδειγμα μιλάει για «ευρωπαϊκό G2». Η καθολική αμφισβήτηση του ρόλου της Γερμανίας έχει γίνει αντιληπτή ακόμη και στον στενό πυρήνα του κράτους όπως μαρτυρά έκθεση του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, που χρονολογείται μάλιστα από τον Ιούλη του 2009, στην οποία αναφέρεται ότι «για μια ακόμη φορά η εικόνα της Γερμανίας έχει επιδεινωθεί σοβαρά σε ορισμένα κράτη – μέλη της ΕΕ, ως αποτέλεσμα των θέσεών της για την υπέρβαση της κρίσης του ευρώ». Αυτό που κατά βάθος συνέβη τον τελευταίο χρόνο ότι έπεσαν οι μάσκες. Η Γερμανία δεν βρίσκεται στην δεκαετία του ’50, όταν έπρεπε να αποδείξει ότι δεν αποτελεί ένα κακοήθες μελάνωμα και μια διαρκή εστία κινδύνων για την ειρήνη στην Ευρώπη, λόγω των ιμπεριαλιστικών της σχεδίων. Η επέκταση του γερμανικού κεφαλαίου όλες αυτές τις δεκαετίες και οι αντιθέσεις που δημιούργησε, μεγαλώνοντας την απόσταση μεταξύ της Γερμανίας και όλων των υπόλοιπων χωρών, έχουν δημιουργήσει ξανά τις αντικειμενικές προϋποθέσεις ώστε το Βερολίνο να υποστηρίζει χωρίς συμβιβασμούς και υποχωρήσεις το ιδιοτελές κρατικό του συμφέρον, ερχόμενο σε ευθεία σύγκρουση με τους αποκαλούμενους συμμάχους του και επίσης διαψεύδοντας οικτρά τους λεγόμενους ευρωπαϊστές που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι μπορεί να υπάρχει μια ενιαία Ευρώπη με την Ευρωπαϊκή Ένωση να αποτελεί σπίτι των λαών…

  • Έκλεισε τη συζήτηση για έκδοση ευρω-ομολόγου το Βερολίνο, αρνούμενο να επωμιστεί μέρος του κόστους δανεισμού των περιφερειακών χωρών. Στην τελευταία σύνοδο κορυφής της ΕΕ επίσης συμφωνήθηκε η τροποποίηση της Συμφωνίας της Λισσαβόνας, με τέτοιο τρόπο όμως ώστε να μην χρειαστεί νέο δημοψήφισμα, και η ενεργοποίηση της ρήτρας χρεοκοπίας στα ομόλογα. Πρόκειται για αποφάσεις που ρίχνουν λάδι στη φωτιά της κρίσης.
  • Έτος σταθμός θα είναι το 2011 για την ΕΕ καθώς αυξάνονται κατακόρυφα οι αβεβαιότητες

Οι αποφάσεις που λήφθηκαν στη σύνοδο κορυφής των 27 ευρωπαίων ηγετών στις 16-17 Δεκέμβρη αποτελούν αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της αυξημένης γερμανικής επιθετικότητας. Το κλίμα είχε οξυνθεί πριν καν προσέλθουν στη σύνοδο οι 27 ηγέτες, με αφορμή την αντιπαράθεση για την έκδοση ευρω-ομολόγου, όταν η απόρριψη του αιτήματος από τη Γερμανία οδήγησε τον Καρλ Γιούνκερ πρόεδρο του συμβουλίου υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης να κατηγορήσει την Γερμανία για αντι-ευρωπαϊκή στάση. Κατηγορία αρκετά βαριά για το σαβουάρ βιβρ των Βρυξελλών χωρίς ωστόσο να κάνει το αφτί των Γερμανών να ιδρώσει. Το θέμα του ευρω-ομολόγου ωστόσο αξίζει μιας παρένθεσης. Το συγκεκριμένο αίτημα νομιμοποιείται ως ένας τρόπος για να επιστρέψει η Γερμανία μέρος των όσων έχει βίαια αν και νομότυπα αποσπάσει από τις περιφερειακές χώρες στο πλαίσιο της ετεροβαρούς σχέσης που διέπει όλες τις ανταλλαγές στο εσωτερικό της ευρωζώνης και της ΕΕ. Το ευρω-ομόλογο δηλαδή θα μπορούσε να έπαιζε τον ρόλο των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων ή των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης τις δεκαετίες του ’80 ή του ’90: Ένα είδος αντισταθμιστικών οφειλών για τις μόνιμες και μη επιστρεπτές βλάβες που προκαλούν στον παραγωγικό ιστό, το εμπορικό ισοζύγιο, την απασχόληση και την μακροχρόνια υπόσταση του ελληνικού εν προκειμένω καπιταλισμού στον διεθνή καταμερισμό – όπως μόλις πέρυσι έγινε αντιληπτό, σε όλο του το μεγαλείο – ξέροντας σε κάθε περίπτωση ότι αυτές οι αποζημιώσεις δεν κάνουν τίποτε παραπάνω από το να απαλύνουν τον πόνο της ΕΕ. Αν κάτι δηλαδή προηγείται του αιτήματος έκδοσης ευρω-ομολόγου είναι μια παραδοχή ότι το Τέταρτο Ράιχ έχει την ηθική υποχρέωση να επωμιστεί βάρος από το κόστος δανεισμού των περιφερειακών χωρών λόγω του ότι έχει ευθύνη για την δραματική κατάσταση των δημόσιων οικονομικών τους, λόγω των βαθιά ανταγωνιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης. Αυτό όμως που προκαλεί απορία είναι η διατύπωση του αιτήματος και μάλιστα με μαχητικό τρόπο, όταν η ΕΕ εκλαμβάνεται ως «το σπίτι των λαών», όταν δηλαδή καμία υποκείμενη άνιση σχέση δεν διαπιστώνεται μεταξύ της Γερμανίας και των χωρών της περιφέρειας που τώρα στενάζουν από τη δημοσιονομική κρίση. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο που έχει υιοθετηθεί αυτούσια η ιδεολογική ερμηνεία της Γερμανίας, σε ποια βάση στηρίζεται το αίτημα του ευρω-ομολόγου; Πως αντικρούεται όχι μόνο από τον εκπρόσωπο της ολιγαρχίας Γ. Στουρνάρα αλλά ακόμη και από εκπροσώπους του ΣΥΝ το αντεπιχείρημα της Γερμανίας που θέτει το ερώτημα, «γιατί να πληρώσουν οι γερμανοί φορολογούμενοι την δική σας κραιπάλη;». Προφανώς δεν απαντιέται, όσες ιδεολογικές ακροβασίες κι αν επιχειρηθούν, μένοντας έτσι σε ένα επίπεδο ρητορείας ή παράκλησης που δεν αμφισβητεί ούτε αποκαλύπτει τις βαθύτερες αντινομίες της ΕΕ. Περνώντας στις αποφάσεις των 27 ηγετών «εν συντομία στη σύνοδο κορυφής δεν λύθηκε τίποτε», για να μεταφέρουμε την διαπίστωση του γερμανικού περιοδικού Σπίγκελ. Αποφάσεις ωστόσο λήφθηκαν και αφορούσαν επτά θέματα. Αρχικά, την δημιουργία ενός νέου μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων που θα αντικαταστήσει τον υπάρχον, ο οποίος δημιουργήθηκε τον Μάη του 2013. Στο πλαίσιο δημιουργίας του προβλέπεται το δικαίωμα βέτο μιας χώρας μέλους στις αποφάσεις του μηχανισμού, έτσι ώστε καμιά απόφαση να μην μπορεί να ληφθεί ερήμην της Γερμανίας. Τυχαία άραγε η Μέρκελ δήλωσε με τη λήξη των εργασιών πως «ήταν μια καλή μέρα για την Ευρώπη»; Επίσης, τρίτο, προβλέπεται η συμμετοχή ιδιωτών. Με άλλα λόγια πιστωτικά ιδρύματα και θεσμικοί επενδυτές θα επωμίζονται ένα εκ των προτέρων γνωστό μέρος του κόστους από ένα ενδεχόμενο «κούρεμα» των ομολόγων. Εξέλιξη που όχι μόνο θα εκτινάξει το κόστος δανεισμού των περιφερειακών χωρών, εξαλείφοντας το μοναδικό όφελος από την ένταξη στην ευρωζώνη, αλλά δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο και νέους κινδύνους για τα κυριαρχικά δικαιώματα μιας χώρας από τη στιγμή που στο εξής θεσμοθετούνται και αναγνωρίζονται τα συμφέροντα των πιστωτών. Με την τέταρτη απόφαση που έλαβαν οι 27 ηγέτες της ΕΕ παραπέμπουν στην επόμενη σύνοδο κορυφής του Μαρτίου τις συγκεκριμένες αποφάσεις για τον καθορισμό του επακριβούς πλαισίου υπό το οποίο θα λειτουργεί ο νέος μηχανισμός. Πέμπτο, οι αποφάσεις μετά βεβαιότητας πλέον αν και συνιστούν μεταβολή της Συνθήκης της Λισσαβόνας δεν πρόκειται να τεθούν στην κρίση των ευρωπαίων πολιτών. Ο λόγος είναι προφανής: την τελευταία φορά που οι ευρωπαίοι ηγέτες τόλμησαν να απευθυνθούν στους λαούς τους πήρε δέκα χρόνια μέχρι να ενσωματώσουν την συνθήκη στην λειτουργία της ΕΕ λόγω των αρνητικών αποτελεσμάτων των δημοψηφισμάτων. Εύκολα φαντάζεται τώρα κανείς τι μαύρο θα έτρωγαν οι προτάσεις της Μέρκελ στην περίπτωση που έμπαιναν στην κρίση των Ελλήνων, των Ισπανών, των Πορτογάλων και των Ιρλανδών. Γι’ αυτό το λόγο κατέφυγαν στο συνταγματικό πραξικόπημα. Το έκτο μέτρο που αποφάσισαν οι ευρωπαίοι ηγέτες φορά την απόρριψη των επίμονων προτάσεων αύξησης του κεφαλαίου ύψους 440 δισ. ευρώ με το οποίο είναι προικισμένο το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που ιδρύθηκε τον Μάη και έβδομο, την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που από 5,76 δισ. ευρώ θα φτάσει τα 10,76 δισ. Πρόκειται για την πρώτη αύξηση που αποφασίζεται στα 12 χρόνια που κυκλοφορεί το ευρώ και θα καλυφθεί κυρίως από τα κέρδη της και κατά το υπόλοιπο μεγαλύτερο μέρος της από την κεντρική τράπεζα της Γερμανίας. Η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΚΤ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επιβλήθηκε λόγω δύο αναγκών. Πρώτο, ως μια εκ των υστέρων εργασία επιδιόρθωσης των ζημιών που προκλήθηκαν τον προηγούμενο χρόνο και ειδικότερα της αγοράς κρατικών ομολόγων από την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία ύψους 72 δισ. ευρώ. Κατά δεύτερο, αποτελεί το «ζέσταμα», την αναγκαία προετοιμασία για την υποδοχή των αναταράξεων που έρχονται το επόμενο δωδεκάμηνο, οι οποίες θα είναι σεισμικές. Υπολογίζεται ότι οι χώρες και οι τράπεζες της ευρωζώνης αναμένεται να αντλήσουν 2 τρισ. δολ. για να καλύψουν τις δανειακές τους ανάγκες τον επόμενο χρόνο. Μόνο τον Ιανουάριο, τα κράτη μέλη της ευρωζώνης αναμένεται να «βγουν στη γύρα» για 80 δισ. ευρώ, το διπλάσιο από το ποσό που φυσιολογικά ζητιέται κάθε τέτοιο μήνα, ίσο με το 10% των ετήσιων αναγκών τους. Το περιβάλλον δε υπό το οποίο καλούνται να λειτουργήσουν είναι από ασταθές μέχρι εχθρικό. Προς επίρρωση η προειδοποίηση της Moody’s ότι θα κόψει στους επόμενους τρεις μήνες την βαθμολογία της Πορτογαλίας κατά 1 ή 2 βαθμούς και επίσης της Ισπανίας λόγω του ότι έχει να δανειστεί τον επόμενο χρόνο (κρατηθείτε…) τουλάχιστον 300 δισ. ευρώ. Ακόμη η ίδια απειλή που διατυπώθηκε από την Fitch για την Ελλάδα κι η οποία μέχρι στιγμής έχει την χαμηλότερη αξιολόγηση στην ευρωζώνη (ΒΒΒ-) και τέλος η υποβάθμιση της Ιρλανδίας κατά 5 βαθμούς από την Moody’s, αφού πρώτα εντάχθηκε στο σφαγείο του «μηχανισμού διάσωσης». Ανησυχία ωστόσο προκαλεί το γεγονός ότι δεν είναι μόνο τα ομόλογα των περιφερειακών χωρών που δυσκολεύονται να βρουν αγοραστές. Το ίδιο συμβαίνει με τα ομόλογα των ΗΠΑ (με τις αποδόσεις των 10ετών τους να αγγίζουν ρεκόρ 6μηνου στο 3,5%) και της Γερμανίας (που έφθασαν το 3%, για πρώτη φορά από τον Μάη). Ανεξάρτητα από τις ερμηνείες που δίνονται γι’ αυτή την άνοδο η πραγματικότητα είναι ότι συντελείται στο έδαφος μιας πρωτόγνωρης έκρηξης του δημόσιου χρέους. «Οι κυβερνήσεις των πλούσιων κρατών του κόσμου είναι πολύ πιο υπερχρεωμένες σε σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν τους και με τις ταχέως αναπτυσσόμενες αναδυόμενες οικονομίες. Το μέσο όρο του δημόσιου χρέους των πλούσιων χωρών κυμαίνεται στο 70% του ΑΕΠ, κατά 50% υψηλότερο απ’ ότι ήταν το 2007 και 2 φορές υψηλότερο σε σχέση με το μέσο χρέος των αναδυόμενων οικονομιών. Αυτό δε συνέβη σε μια περίοδο που οι προοπτικές μεγέθυνσης των πλούσιων χωρών επιδεινώνονται», υπογραμμίζεται σε σημείωμα της σύνταξης του βρετανικού Εκόνομιστ στο τρέχον χριστουγεννιάτικο τεύχος. Το σημείωμα μάλιστα που έχει τίτλο «Παρατηρήστε το 2011, τη χρονιά των σοκ δημοσίου χρέους» κλείνει λέγοντας ότι «το 2011 θα είναι μάλλον ένας χρόνος περισσότερων και μεγαλύτερων σοκ δημοσίου χρέους». Το επίκεντρο των σεισμικών δονήσεων θα είναι για μια ακόμη χρονιά οι ιδιωτικές τράπεζες, καθώς ακόμη δεν έχει απαντηθεί το ερώτημα σχετικά με την πηγή από την οποία θα αντληθούν τα κεφάλαια που απαιτούνται για την εξυγίανσή τους. Η σύνοδος κορυφής της ΕΕ, όπου ανεξαρτήτως της ερώτησης η μόνιμη απάντηση είναι “περισσότερες δομικές μεταρρυθμίσεις και αυστηρότερη δημοσιονομική πειθαρχία”, δεν έλυσε το πρόβλημα. Πλάι δε στα παραπάνω προβλήματα (χρηματοδότηση δημόσιων αναγκών, εξυγίανση τραπεζών) ορθώνονται διαρκώς και άλλα. Ενδεικτικό είναι το πρόβλημα της χρηματοδότησης των δανειακών αναγκών των τραπεζών ύψους 500 δισ. δολαρίων τα οποία πρέπει να βρεθούν από τις αγορές, ενώ, σύμφωνα με τους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς της προηγούμενης Δευτέρας «στρατηγικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι μια νέα κρίση θα μπορούσε να ξεσπάσει τον επόμενο χρόνο λόγω αυτού του χρηματοδοτικού κενού».

 Το παράδειγμα της Ισλανδίας κι η «παγίδα του ευρώ»

ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ Η ΠΑΥΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΑΙ Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΡΩ

Ως απόρροια των παραπάνω φαίνεται ότι τα εξοντωτικά προγράμματα λιτότητας δεν έχουν απομακρύνει τον κίνδυνο εμβάθυνσης της κρίσης στην ΕΕ. Έχει συμβεί το ακριβώς αντίθετο. Η ανεπιφύλακτη υιοθέτηση της ανερχόμενης «συναίνεσης των Βρυξελλών» ή «συναίνεσης της Ουάσινγκτον v. 2», δηλαδή “σταθερότητα στις τιμές και τα δημόσια οικονομικά – ελαστικότητα στις εργασιακές σχέσεις”, έχει μετατρέψει το έδαφος της καπιταλιστικής οικονομίας σε κινούμενη άμμο και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων σε κόλαση. Μπορούσε να γίνει διαφορετικά; «Η ανάρρωση της Ισλανδίας φαίνεται να προσφέρει δύο μεγάλα μαθήματα για την Ιρλανδία και τις άλλες προβληματικές χώρες της ευρωζώνης. Το πρώτο είναι πως το επιπλέον κόστος που καλείται να πληρώσει μια χώρα αν δεν συμπαρασταθεί στις τράπεζες της μπορεί να είναι εκπληκτικά μικρό. Ένα δεύτερο μάθημα είναι ότι τα οφέλη μιας μικρής χώρας από τη συμμετοχή της σε μια μεγάλη νομισματική ένωση δεν είναι όλα όσα υποτίθεται πως θα ήταν. Όταν πανικόβλητοι επενδυτές έφευγαν τρέχοντας από τις μικρές χώρες το φθινόπωρο του 2008, το ευρώ φαινόταν παράδεισος. Υπήρχε πολύ συζήτηση στην Ισλανδία για την επίσπευση της διαδικασίας ένταξης στην ΕΕ, τουλάχιστον στην ευρωζώνη. Δύο χρόνια μετά το ευρώ μοιάζει περισσότερο με παγίδα για τις χώρες που μάχονται να ανακτήσουν την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών τους. Η Ελλάδα και η Ιρλανδία έχουν χάσει την εμπιστοσύνη των αγορών, παρότι αμφότερες εκδίδουν ομόλογα σε ευρώ. Οι ψηφοφόροι της Ισλανδίας είναι πιο σκεπτικοί για τη συμμετοχή στην ΕΕ και το ευρώ». Τάδε έφη ο βρετανικός Εκόνομιστ σε άρθρο του για τη Ισλανδία στο τεύχος που προαναφέραμε, όπου από τους τίτλους ακόμη τονίζει: «Η Ισλανδία ήταν αυστηρή με τους πιστωτές και ευγενική με τον εαυτό της. Η Ιρλανδία μπορεί να εύχεται να είχε κάνει το ίδιο», συμπλήρωνε με νόημα… Και φυσικά όχι μόνο η Ισλανδία που βλέπει τώρα το ΑΕΠ της να αυξάνεται και τα επιτόκια δανεισμού της να πέφτουν παρασύροντας τον πληθωρισμό και την ανεργία. Το ίδιο θα μπορούσε να είχε κάνει και η Ελλάδα: Έξοδο από το ευρώ και παύση πληρωμών σε συνδυασμό με μια σειρά άλλων υποστηρικτικών μέτρων όπως η εθνικοποίηση τραπεζών και η επιβολή φραγμών στην κίνηση κεφαλαίων, ως αναγκαίων όρων για την ανάκαμψη της οικονομίας και την υλοποίηση αναδιανεμητικών πολιτικών προς όφελος των εργαζομένων.

ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

Νομισματικός πόλεμος

ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Η (δυσάρεστη) πραγματικότητα ωστόσο είναι ότι η δυνατότητα εξαγγελίας παύσης πληρωμών δεν έχει την ίδια δύναμη στο πέρασμα του χρόνου. Όσο δηλαδή εφαρμόζεται το Μνημόνιο (στόχος του οποίου ήταν να δώσει τον απαραίτητο χρόνο στις ξένες τράπεζες να ξεφορτωθούν τα ελληνικά “χαρτιά”) τόσο μειώνεται ο βαθμός έκθεσης των ξένων τραπεζών στο ελληνικό χρέος, με αποτέλεσμα να περιορίζονται αναλόγως και οι ενδεχόμενες απώλειές τους, ενώ ταυτόχρονα η αναπόφευκτη και επικείμενη αναδιάρθρωση του χρέους να έχει τις μικρότερες δυνατές για τις τράπεζες που όλα αυτά τα χρόνια επωφελήθηκαν τα μέγιστα από το δημόσιο χρέος. Την εκτίμηση αυτή επιβεβαίωσε και ανακοίνωση της Διεθνούς Τράπεζας Διακανονισμών που εδρεύει στη Βασιλεία της Ελβετίας, της μητέρας όλων των κεντρικών τραπεζών, προ δεκαπενθημέρου όπου τονίζεται πως η έκθεση των ξένων τραπεζών στο δημόσιο χρέος της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας μέσα σε τρεις μόνο μήνες, από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο του 2010, μειώθηκε κατά 44 δισ. δολ. ή 14%. «Η μεγαλύτερη μείωση σημειώθηκε στον ξένο τραπεζικό δανεισμό προς την ελληνική κυβέρνηση όπως και τις ελληνικές τράπεζες» αναφέρεται, που έφθασε τα 27 δισ. Πρωταγωνιστές δε της μεγάλης φυγής ήταν οι γαλλικές τράπεζες που μείωσαν την έκθεσή τους κατά 7,7 δισ., χωρίς να είναι κι οι μοναδικές. Ακολουθούν οι αμερικανικές που ξεφορτώθηκαν ομόλογα ύψους 5,4 δισ., οι γερμανικές (3,5 δισ.) και οι ιαπωνικές (3,2 δισ.). Επιβεβαιώνεται έτσι ότι ο μεγάλος κερδισμένος της συντριβής των εργατικών δικαιωμάτων και του καθεστώτος κατοχής ήταν οι ξένες τράπεζες! Γι’ αυτές δουλεύουν οι ΠΑΣΟΚοι νυχθημερόν και μαζί φυσικά για την αστική τάξη που μπορεί με το νόμο πλέον να επιβάλει μισθούς εξαθλίωσης. Η ανάγκη εξαγγελίας παύσης πληρωμών και εξόδου από το ευρώ όσο το δυνατό νωρίτερα υπογραμμίζεται επίσης από τον επερχόμενο «νομισματικό πόλεμο» ο οποίος πυροδοτήθηκε από την απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να τυπώσει 600 δισ. για να αγοράσει κρατικά της ομόλογα. Ανεπιθύμητο προϊόν αυτής της κίνησης αποτέλεσε η αύξηση του πληθωρισμού και της εισροής κερδοσκοπικών κεφαλαίων σε χώρες όπως η Βραζιλία, που με τη σειρά τους οδήγησαν σε άνοδο των επιτοκίων και της συναλλαγματικής ισοτιμίας (πλήττοντας έτσι την εγχώρια παραγωγή) και στην επιβολή φραγμών στην κίνηση κεφαλαίων υπό την μορφή φόρων, που έφθασαν στο 6% από 0,38%! Ποιος μπορεί επομένως να ισχυριστεί ότι οι φραγμοί στην κίνηση κεφαλαίων αποτελούν απαρχαιωμένο εργαλείο; Παρότι δε οι διαφορετικές ποσότητες κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας είναι που αποφασίζουν πρωτογενώς για τις αποκλίσεις στις διεθνείς τιμές μεταξύ εμπορευμάτων διαφορετικών κρατών, η αναβαθμισμένη σημασία των συναλλαγματικών ισοτιμιών στις μέρες μας θέτει με μεγαλύτερη έμφαση το θέμα της νομισματικής πολιτικής. Πού δηλαδή αυτή θα χαράσσεται (στην Αθήνα και με ανοιχτή τη δυνατότητα επίδρασης της ταξικής πάλης ή στις Βρυξέλλες) και με βάση ποιας κοινωνικής τάξης τα συμφέροντα. Αίτημα αιχμής σε αυτή την μακρόχρονη πάλη η οποία ξεκίνησε τον χρόνο που φεύγει αναδεικνύεται ο Λογιστικός Έλεγχος του δημόσιου χρέους, μέσω της συγκρότησης ανεξάρτητης Επιτροπής, με αρμοδιότητα να φθάσει στα άδυτα των αδύτων. Αίτημα που τέθηκε με σαφήνεια από την ανεξάρτητη βουλευτή, Σοφία Σακοράφα, μιλώντας στη Βουλή για τον κρατικό προϋπολογισμό. Το βάθος στο οποίο θα φθάσει η διαδικασία του Λογιστικού Ελέγχου και η έκταση των κοινωνικών μεταβολών που θα απελευθερώσει θα είναι αποτέλεσμα του κοινωνικού ριζοσπαστισμού που θα το συνοδεύσει, της αποφασιστικότητας με την οποία θα το στηρίξουν εργατικές οργανώσεις και σωματεία, αυτοί δηλαδή που έχουν το μεγαλύτερο συμφέρον από την παύση πληρωμών.

Θρίαμβος της Μέρκελ στη Σύνοδο Κορυφής (Επίκαιρα, 4-10/11/2010)

Μία Μέρκελ ταπεινωμένη και όλο θυμό να επιστρέφει στη Γερμανία άπραγη, έχοντας αποτύχει να μετασχηματίσει την οικονομική της ισχύ σε πολιτική επιρροή και έναν έλληνα πρωθυπουργό δαφνοστεφανωμένο να γυρίζει πίσω περιχαρής για τη νίκη του, έχοντας καταφέρει το αδύνατο: την μικρή Ελλάς παρά τις ταπεινώσεις και το καθεστώς κατοχής του ΔΝΤ να επιβάλλει τους όρους της απέναντι στη Γερμανία! Αυτή είναι η εικόνα που σχημάτιζαν όσοι έτυχε να ακούσουν τα λόγια του Γιώργου Παπανδρέου κατά τη συνέντευξη Τύπου την Παρασκευή από τις Βρυξέλλες αμέσως μετά τη λήξη των εργασιών της διήμερης συνόδου κορυφής των 27 ηγετών της ΕΕ. «Δεν δέχθηκα καν να τεθεί ως θέμα συζήτησης» τόνισε προς του δημοσιογράφους (και κυρίως προς τον ελληνικό λαό) αναφερόμενος στην πρόταση αναστολής του δικαιώματος ψήφου για όσες χώρες διατηρούν ελλείμματα και χρέη πέραν του ορίου του 3% και του 60% του ΑΕΠ. «Μια τέτοια πρόταση χτυπά το δημοκρατικό δικαίωμα των εθνών και των πολιτών μέσα στην ΕΕ», συνέχισε επιχειρώντας να εμφανιστεί ως ο μεγάλος νικητής της κρίσιμης αυτής Συνόδου Κορυφής.

Η πραγματικότητα ωστόσο είναι τελείως μα τελείως διαφορετική, από αυτήν που επιχείρησε να παρουσιάσει ο πρωθυπουργός προς άγρα εντυπώσεων στο εσωτερικό. Η πραγματικότητα είναι πως το Βερολίνο στη σύνοδο κορυφής της προηγούμενης εβδομάδας πέτυχε μια σαρωτική νίκη, η οποία συνίσταται στην άτυπη αναθεώρηση προς το συντηρητικότερο της Συνθήκης της Λισσαβόνας, που περιλαμβάνει την συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των περικοπών δημοσίων δαπανών. Αυτός ακριβώς ήταν ο στόχος της συνόδου και επί αυτού του στόχου καμία διαφοροποίηση δεν εκφράστηκε.

Ειδικότερα, η γερμανίδα καγκελάριος από την άνοιξη κιόλας, όταν με τα πολλά συναίνεσε στην συμμετοχή της Γερμανίας στο πακέτο των 110 δισ. που διατέθηκε για τη διάσωση των γερμανικών τραπεζών (μέσω της διάσωσης της Ελλάδας), είχε καταστήσει σαφή την πρόθεσή της να επιβάλλει την αυστηροποίηση του πλαισίου άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής. Σκοπός δηλαδή της Γερμανίας ήταν να καταστήσει σαφές πως όταν λέμε 3% και 60% του ΑΕΠ για το έλλειμμα και το χρέος το… εννοούμε και επίσης η θεσμοθέτηση της ελεγχόμενης χρεοκοπίας! Το μέσο σε αυτή την κατεύθυνση ήταν μια σειρά από «μέτρα πειθάρχησης» όπως η απειλή στέρησης του δικαιώματος ψήφου στις χώρες που επέμεναν στη δημοσιονομική χαλαρότητα, το οποίο μέχρι τώρα προβλεπόταν μόνο για χώρες που παραβίαζαν ανθρώπινα δικαιώματα. Το σημαντικότερο ωστόσο για την Γερμανία ήταν να θωρακισθεί η πολιτική της αέναης λιτότητας. Η γερμανική προτεραιότητα κατέστη γνωστή και από την σύνοδο της Ντόβιλ, όπως χαρακτηρίστηκε η ξαφνική συνάντηση του Νικολά Σαρκοζύ με την Άνγκελα Μέρκελ στη γαλλική παραθαλάσσια πόλη λίγο πριν ξεκινήσει η σύνοδος κορυφής, όπου συζητήθηκαν διαδικαστικά θέματα για την τιμωρία των «απείθαρχων». Εκεί η Γερμανία παραιτήθηκε από την πρόταση που είχε καταθέσει για την επιβολή αυτόματων ποινών, αποδεχόμενη την «πολιτική» εξέταση κάθε ξεχωριστής περίπτωσης και την συζήτηση πριν την ανακοίνωση της ποινής. Το μήνυμα και πάλι ήταν καθαρό: Σημασία δεν είχε η ποινή, αλλά η πειθάρχηση.

Ο γερμανικός μάλιστα Τύπος δεν δίστασε να περιγράψει ως «μπλόφα» τις γερμανικές προτάσεις για κατάργηση του δικαιώματος ψήφου, που πρέπει να σημειωθεί ότι τις απέρριψαν 22 από τους 27 ηγέτες και όχι μόνο ο έλληνας πρωθυπουργός. Έγραφε για παράδειγμα η αγγλόφωνη ηλεκτρονική έκδοση του γερμανικού περιοδικού Der Spiegel, την προηγούμενη Παρασκευή 29 Οκτώβρη, την ίδια μέρα που ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, επηρεασμένος πιθανά και από κλίμα της εθνικής επετείου, καμάρωνε για το… συντριπτικό πλήγμα που κατάφερε στη γερμανική αλαζονεία: «Ήταν εμφανές σε ορισμένους αντιπροσώπους στη σύνοδο ότι η φασαρία για το δικαίωμα ψήφου ήταν μια γερμανική μπλόφα. “Όλοι πιστεύουν ότι επί της ουσίας ήταν ένα διαπραγματευτικό παιχνίδι για να αποσπάσουν αυτό που πραγματικά ήθελαν” δήλωσε μια ανώνυμη πηγή της ΕΕ»!!!

Το ποιος ήταν ο κερδισμένος των πολύωρων διαπραγματεύσεων έγινε γνωστό και από την ίδια την Μέρκελ, τη σιδηρά καγκελάριο κατά το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel, που βγαίνοντας τα ξημερώματα της Παρασκευής από την αίθουσα των συζητήσεων δήλωσε: «Μπορώ να πω εξ ονόματος της Γερμανίας ότι προωθήσαμε πολύ μπροστά τους πραγματικούς μας στόχους»! Ο γερμανικός θρίαμβος υπογραμμίστηκε επίσης από τους γερμανικούς Financial Times, οι οποίοι τον Αύγουστο είχα αποκαλέσει τον Γιώργο Παπανδρέου, ως τον δικό τους άνθρωπο στην Αθήνα! Τώρα η εφημερίδα των γερμανών τραπεζιτών είχε τίτλο «Η Μέρκελ κερδίζει το ευρωπαϊκό πόκερ», υπογραμμίζοντας την επιτυχία της γερμανίδας καγκελάριου να εξασφαλίσει την αναθεώρηση της συνθήκης της Λισσαβόνας, κατά έναν μάλιστα υποδειγματικά αντιδημοκρατικό τρόπο. Γιατί, με την ίδια σαφήνεια που οι 27 αποφάσισαν να αναθέσουν στον πρόεδρο της ΕΕ, βέλγο Χέλμαν Βαν Ρομπέι, να φέρει στη σύνοδο κορυφής του Δεκεμβρίου ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο προτάσεων για την θωράκιση της δημοσιονομικής πολιτικής, δηλαδή της φτώχειας για την πλειοψηφία των ευρωπαίων πολιτών, με την ίδια κατηγορηματικότητα απέρριψαν το ενδεχόμενο να θέσουν τις αντιδραστικές αυτές μεταρρυθμίσεις στην κρίση των ευρωπαίων ψηφοφόρων που είναι και αυτοί που θα υποστούν τις βαρύτερες συνέπειες των αλλαγών. Οι ευρωπαίοι ηγέτες, σε αγαστή σύμπνοια μεταξύ τους, αποφάσισαν να υποβαθμίσουν την αναθεώρηση για να αποφύγουν τα δημοψηφίσματα, δεδομένου ότι υπάρχουν χώρες όπως για παράδειγμα η Ιρλανδία, που κάθε μεταφορά εξουσίας από το Δουβλίνο στις Βρυξέλλες πρέπει να εγκρίνεται με δημοψήφισμα. Έτσι, με πραξικοπηματικό τρόπο αποφάσισαν να παρακάμψουν ακόμη και τις τυπικές υποχρεώσεις τους, όπως προκύπτουν από τα εθνικά συντάγματα, προκειμένου να αποφύγουν νέες πανωλεθρίες όπως συνέβη κατά την έγκριση του Ευρωσυντάγματος, που το ένα «όχι» διαδεχόταν το άλλο, με αποτέλεσμα να πάρει δέκα χρόνια η υιοθέτηση και η εφαρμογή του. Το πάθημα έγινε μάθημα επομένως για τους ευρωπαίους ηγέτες που με μεθόδους «αποφασίζομεν και διατάζομεν» επιβάλλουν στο εξής την πιο σκληρή λιτότητα και την ίδια ώρα, χωρίς καμία αιδώ, προσποιούνται ότι διασφάλισαν τα συμφέροντα των λαών τους.

Η αναθεώρηση της Συνθήκη της Λισσαβόνας θα αποβεί εξαιρετικά επιζήμια για τους λαούς λόγω της θεσμοθέτησης, κατά γερμανική απαίτηση, της «ελεγχόμενης χρεοκοπίας», που ως αποτέλεσμα θα έχει την δημιουργία μιας ΕΕ πολλών ταχυτήτων. Ο εν λόγω μηχανισμός της «ελεγχόμενης χρεοκοπίας» θα τεθεί σε εφαρμογή το 2013, όταν θα λήξει επισήμως η χρονική διάρκεια του μηχανισμού συνολικής αξίας 440 δισ. ευρώ, που δημιουργήθηκε τον Μάη με αφορμή το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης. Με αυτόν τον τρόπο το Βερολίνο θα οδηγεί στον Καιάδα της χρεοκοπίας και θα παραδίδει στο έλεος των πιστωτών τους χώρες που χαρακτηρίζονται από δημοσιονομικές ανισορροπίες, όπως η Ελλάδα, δεδομένου ότι τα μέτρα πειθάρχησης και οι πολιτικές λιτότητας όσο σκληρές κι αν είναι αποκλείεται να διορθώσουν δομικές στρεβλώσεις που επιφέρει το γερμανικό πλεονέκτημα που ως ακρογωνιαίους λίθους του έχει την πολύ υψηλή παραγωγικότητα του κεφαλαίου και την συγκράτηση του εργατικού κόστους.

Καθόλου τυχαία επομένως δεν είναι η επαναφορά του θέματος της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους (μέσω της επιμήκυνσης της περιόδου αποπληρωμής του δανείου των 110 δισ.) όπως τέθηκε πρώτα από τον πρωθυπουργό στη συνέντευξη Τύπου που προαναφέραμε, λέγοντας: «το θέμα της επιμήκυνσης είναι ένα θέμα που τέθηκε όχι από εμάς, αλλά από τον ίδιο τον Στρος Καν. Είναι ένα δείγμα της πρόθεσης να διευκολύνουν την Ελλάδα στο ξεπέρασμα της κρίσης». Προσπερνώντας την πρώτη απορία που δημιουργείται, για το ποιός αποφασίζει δηλαδή γι’ αυτή τη χώρα, αν είναι ο Στρος Καν ή ο ελληνικός λαός, η παραπάνω τοποθέτηση, που επιβεβαιώθηκε και από τη συνέντευξη του Θ. Πάγκαλου στο Βήμα της Κυριακής, προλειαίνει το έδαφος για την «ελεγχόμενη χρεοκοπία». Προετοιμάζει το έδαφος δηλαδή ώστε η Ελλάδα να είναι η πρώτη χώρα που θα υποστεί αυτή την δοκιμασία, μετατρεπόμενη για δεύτερη φορά σε πειραματόζωο. Κάτι που προεξοφλείται από την παταγώδη αποτυχία της «θεραπείας σοκ» που επιβλήθηκε με το Μνημόνιο της ντροπής. Μάρτυρας της αποτυχίας, η εκ νέου εκτίναξη των επιτοκίων δανεισμού των 10ετών ομολόγων στο 10,2%, παρά την πρόσκαιρη πτώση τους στο 9% τον προηγούμενο μήνα, από 11% που είχαν φτάσει.

Και πάλι όμως ο πρωθυπουργός, όταν έθετε το θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους, δεν έλεγε όλη την αλήθεια. Αυτή τη φορά μάλιστα έκρυψε τα σημαντικότερα: το τίμημα που θα πρέπει να πληρώσουν οι εργαζόμενοι για την «ελεγχόμενη χρεοκοπία», δηλαδή φτώχεια και λιτότητα επ’ άπειρον. Αυτό είναι το γερμανικό σχέδιο που έγινε ομόθυμα δεκτό!

Αρέσει σε %d bloggers: