Μπούμερανγκ η επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν

Φανταστείτε έναν κόσμο όπου ο καθένας θα μπορεί επικαλούμενος μια απειλή που δέχθηκε ή θα δεχθεί για την οποία δε χρειάζεται μάλιστα να προσκομίσει αποδείξεις, ούτε καν να επιχειρήσει να πείσει για την ειλικρίνεια των ισχυρισμών του κι επικαλούμενος επίσης το δικαίωμά του στην αυτοάμυνα να σκοτώνει όποιον, όποτε και όπως θέλει. Ο ίδιος να γίνεται δικαστής κι εκτελεστής. Αυτό τον κόσμο χτίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ, όπως φάνηκε με την εκτέλεση στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης του ιρανού στρατηγού Κασίμ Σουλεϊμανί κι άλλων στρατιωτικών από το Ιράν και το Ιράκ.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η δολοφονία από μη επανδρωμένο αεροσκάφος του ιρανού στρατηγού που μεταξύ άλλων συνοδευόταν κι από τον ιρακινό επικεφαλής των Ιρακινών Δυνάμεων Λαϊκής Κινητοποίησης, Αμπού Μαχντί αλ Μουχάντις, έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα απ’ αυτά που εμφανίστηκε να επιζητά ο Λευκός Οίκος: ενίσχυσε το καθεστώς του Ιράν, έκανε τον κόσμο πιο ασταθή, απομόνωσε τις ΗΠΑ κι αύξησε την αβεβαιότητα στις αγορές. Στα …παράλληλα κέρδη αύξησε τα κέρδη της αμερικανικής πολεμικής βιομηχανίας…

Ενίσχυση του Ιράν

Η μεγαλύτερη έκπληξη μετά τη δολοφονία του Κασίμ Σουλεϊμανί ήρθε από το ίδιο το Ιράν και σχετιζόταν με την επιρροή που διέθετε ο επικεφαλής των επίλεκτων δυνάμεων Κουντς της Επαναστατικής Φρουράς, όχι μόνο στο εξωτερικό της χώρας αλλά και στο Ιράν. Ο 62χρονος βετεράνος του Ιρανοϊρακινού πολέμου είχε το σπάνιο χάρισμα από την μια να κινείται αποτελεσματικά πίσω από τις κουίντες, με την ιδιότητα του στρατηγού και του διπλωμάτη που έφερνε σε πέρας τις πιο δύσκολες αποστολές, κι από την άλλη να διαθέτει λαϊκό έρεισμα. Προς απόδειξη οι πολλές εκατοντάδες χιλιάδες Ιρανοί, ακόμη και για πάνω από ένα εκατομμύριο γράφτηκε, που συγκεντρώθηκαν για να του αποτίσουν τον ύστατο φόρο τιμής. Μπροστά σε αυτή την λαοθάλασσα, που μπορούσε να συγκριθεί μόνο με τις συγκεντρώσεις κατά την ταφή του Αγιατολάχ Χομεϊνί τον Ιούνιο του 1989, οι διαδηλώσεις διαμαρτυρίας που είχαν ξεσπάσει μόλις πριν λίγες εβδομάδες στο Ιράν με αφορμή τις αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων και στρέφονταν κατά του καθεστώτος μοιάζουν μακρινό παρελθόν.

Οι δηλώσεις της αμερικανικής ηγεσίας πώς πρώτοι απ’ όλους οι Ιρανοί θα χαρούν από την εκτέλεσή του στρατηγού αποδείχθηκαν παντελώς ανυπόστατοι κι η εικόνα που διαθέτει ο Λευκός Οίκος για τα τεκταινόμενα εκτός πραγματικότητας. Η συσπείρωση του Ιράν γύρω από την ηγεσία του απομακρύνει κάθε ενδεχόμενο ενίσχυσης των μετριοπαθών δυνάμεων στο εσωτερικό του και, ταυτόχρονα, προετοιμάζει την κοινωνία για το ενδεχόμενο ενός πολέμου με τις ΗΠΑ. Αυτή η εξέλιξη δυσκολεύει τους αμερικανικούς σχεδιασμούς στη Μέση Ανατολή, ενώ οι σύμμαχοι των ΗΠΑ (Ισραήλ, Σαουδική Αραβία, κ.α.) έρχονται σε πολύ πιο δύσκολη θέση από εκείνη που βρίσκονταν στις 2 Ιανουαρίου, πριν δηλαδή εκτελεστεί ο στρατηγός, προς μεγάλη χαρά του Ισλαμικού κράτους μιας και όχι μόνο ειδικοί από την Μέση Ανατολή αλλά και από τη Δύση συμφωνούν ότι η στρατηγική του Σουλεϊμανί ήταν που σήμανε την υποχώρηση και τελική ήττα των φονταμενταλιστών.

Κρύο πιάτο η εκδίκηση;

Αναμφισβήτητα, η απάντηση του Ιράν, με την εκτόξευση 22 πυραύλων στις 8 Ιανουαρίου προς δύο αμερικανικές βάσεις στο Ιράκ απείχε πολύ απ’ όσα είχε υποσχεθεί η ηγεσία του Ιράν ως αντίποινα απέναντι στις ΗΠΑ. Δεν υπήρχε ούτε ένας νεκρός αμερικανός στρατιώτης. Περισσότερο μια συμβολική κίνηση, εσωτερικής κατανάλωσης ήταν που έσωζε όμως τα προσχήματα, παρά η απάντηση που αναμενόταν. Μένει να δούμε αν και στο Ιράν η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο…

Παρόλα αυτά τίποτε δεν προμηνύει ότι η επίθεση των ΗΠΑ εξασφαλίζει τη σταθερότητα.

Η ίδια η δολοφονία του Σουλεϊμανί αρχικά πήγε την υπόθεση της ειρήνης στην Μέση Ανατολή πολλά βήματα πίσω. Οι ΗΠΑ επέλεξαν να δολοφονήσουν τον Σουλεϊμανί εκείνη την ημέρα για να ακυρώσουν μια διαδικασία συνομιλιών που ήταν σε εξέλιξη μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν, με ενδιάμεσο τον ιρακινό πρωθυπουργό, Αντέλ Αμπντούλ Μαχντί, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από το Ριάντ όπου συναντήθηκε επί 3 ώρες με τον βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας. Σχετικό ρεπορτάζ φιλοξένησε το CNN. Η διακωμώδηση αυτής της ερμηνείας από τον υπουργό Εξωτερικών Μάικ Πομπέο δεν ήταν καθόλου πειστική κι ούτε από την άλλη απάντησε στο ερώτημα γιατί να εκτελέσουν οι Αμερικάνοι τον ιρανό στρατηγό εκείνη την ημέρα; Κατά συνέπεια, ένα μικρό ενδεχόμενο ειρήνης που υπήρχε μεταξύ των δύο μεγάλων δυνάμεων της περιοχής παραπέμφθηκε στις ελληνικές καλένδες, προς ικανοποίηση εκείνων των δυνάμεων που χτίζουν οικονομική κέρδη και πολιτική επιρροή διαιρώντας τους λαούς. Παρεμπιπτόντως, ποιος ξεχνάει την αγορά των …αιώνων, ύψους 110 δισ. δολ. που έκανε ο πρίγκηπας Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν κατά την επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Ριάντ τον Μάιο του 2017; Πόσο απαραίτητα θα ήταν αυτά τα όπλα αν Ριάντ και Τεχεράνη συμφωνούσαν έστω και στο πλαίσιο της μυστικής διπλωματίας να παραμερίσουν τις διαφορές τους;

Παράλληλα, η δολοφονία του Σουλεϊμανί θα δώσει επιπλέον ώθηση στη Σαουδική Αραβία (από την οποία προέρχονταν οι περισσότεροι τρομοκράτες της 11ης Σεπτεμβρίου) και το Ισραήλ να αυξήσουν την επιθετικότητα τους εναντίον της Υεμένης, του Λιβάνου και της Παλαιστίνης. Από αυτή την ένταση δεν υπάρχει καμία περίπτωση οι αμερικανοί στρατιώτες στη Μέση Ανατολή να μείνουν αδιάφοροι. Γι’ αυτό και το Πεντάγωνο ανακοίνωσε την αποστολή επιπλέον 3.000 στρατιωτών που θα προστεθούν στους 65.406 στρατιώτες που ήδη βρίσκονται στην περιοχή, χωρίς να προσμετρούνται οι 2.500 που υπηρετούν στην Τουρκία, σύμφωνα με την Washington Post. Επιμερίζονται δε ως εξής: 800 Συρία, 3.000 Ιορδανία, 6.000 Ιράκ, 3.000 Σαουδική Αραβία, 13.000 Κουβέιτ, 7.000 Μπαχρέιν, 13.000 Κατάρ, 5.000 Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, 606 Ομάν και 14.000 στο Αφγανιστάν.

Απομόνωση των ΗΠΑ

Ο κίνδυνος των αλυσιδωτών επιπτώσεων ήταν που προκάλεσε τις περισσότερες  αντιδράσεις απέναντι στην απόφαση του Τραμπ να σηκωθεί το μη επανδρωμένο από την αμερικανική βάση του Ιράκ. Ο Λευκός Οίκος κατ’ αρχήν δεν έπεισε κανέναν ότι ο Σουλεϊμανί «είχε πράγματι βάψει τα χέρια του με αίμα αμερικανών στρατιωτών». Ούτε πώς ο ιρανός στρατηγός ετοίμαζε μια μεγάλη επίθεση κατά των αμερικανικών δυνάμεων κι η δολοφονία του ήταν επιβεβλημένη για να αποτραπεί αυτή η εξέλιξη – όπως ήταν το δεύτερο επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε. Ούτε ο αμερικανός πρόεδρος, ούτε ο υπουργός Άμυνας, ούτε ο των Εξωτερικών έκαναν τον κόπο να προσκομίσουν κάποιο στοιχείο για του λόγου τους το αληθές. Επίσης, σε αντίθεση με ό,τι έκαναν ο Ομπάμα ακόμη κι ο Μπους – που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί και διανοούμενος της πολιτικής – ο Τραμπ δεν έκανε καμιά προσπάθεια να εξηγήσει στον αμερικανικό λαό με ένα διάγγελμα τη σκοπιμότητα αυτής της κίνησης, που ακόμη κι η επικεφαλής των Δημοκρατικών Νάνσι Πελόσι τη χαρακτήρισε «προκλητική και δυσανάλογη, που έθετε σε κίνδυνο τη ζωή στρατιωτικών, διπλωματών απειλώντας μια μεγαλύτερη κλιμάκωση». Αναγκαίο, ωστόσο, να πούμε ότι η αντίδραση των Δημοκρατικών υπολειπόταν της κρισιμότητας της περίστασης. Ήταν αδικαιολόγητα χλιαρή!

Ο τρόπος που χειρίστηκε ο Λευκός Οίκος τη δολοφονία του Σουλεϊμανί ήρθε να προστεθεί σε μια μακρά σειρά αντιφάσεων που διαπερνούν την αμερικανική εξωτερική πολιτική και τη στρατηγική τους στη Μέση Ανατολή, που κάνουν πολλούς στενούς τους συμμάχους να μην κοιμούνται ήσυχοι τα βράδια. Θυμίζουμε τα πλέον κορυφαία, δηλωτικά της προχειρότητας: Τη δήλωση του αμερικανού προέδρου ότι θα βομβαρδίσει ακόμη και πολιτιστικά μνημεία του Ιράν αν επιτεθεί σε αμερικανούς στρατιώτες που στη συνέχεια ακυρώθηκε από δήλωση του αμερικανού υπουργού Άμυνας, Μαρκ Έσπερ, πώς κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με έγκλημα πολέμου. Την ανακοίνωση των αμερικανικών δυνάμεων που εδρεύουν στο Ιράκ για συμμόρφωση στην απόφαση της ιρακινής βουλής για αποχώρησή τους και η διορθωτική ανακοίνωση του υπουργείου Άμυνας ότι η δήλωση από το Ιράκ ήταν πρόχειρη κι όχι η οριστική. Σα να έστειλε «ορθή επανάληψη». Ο Τραμπ μάλιστα υπενθύμισε τα χρήματα που έχουν ξοδέψει οι ΗΠΑ για να χτίζουν βάσεις στο Ιράκ ζητώντας αποζημίωση για να αποχωρίσουν, τη στιγμή που οι Αμερικάνοι θα έπρεπε να αποζημιώσουν τους Ιρακινούς για το τεράστιο και στην πράξη ανυπόλογιστο κόστος της εισβολής τους πριν 17 χρόνια, για τα περίφημα όπλα μαζικής καταστροφής του Σαντάμ: 190.000 νεκροί εκ των οποίων οι 134.000 άμαχοι, εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες, κοκ. Το παζλ του αμερικανικού χάους στη Μέση Ανατολή συμπληρώνεται από την ανακοίνωση για αποχώρηση από τη Συρία πέρυσι τέτοιες μέρες, το άδειασμα των Κούρδων, την πρόσκληση προς τους Ταλιμπάν να επισκεφθούν τις ΗΠΑ το φθινόπωρο για να επισημοποιήσουν τη συμφωνία ειρήνης μέχρι που κατάλαβαν ότι θα έρχονταν επάνω στην επέτειο της 11ης Σεπτεμβρίου και η ακύρωση στη συνέχεια της πρόσκλησης, κι άλλα πολλά. Κατά την άποψη του γράφοντα όλα αυτά τα μπρος – πίσω, πέραν της παροιμιώδους ανοησίας του Τραμπ, δεν είναι παρά η μεταβατική περίοδος μέχρι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις να στρέψουν την προσοχή τους οριστικά κι αμετάκλητα στο επόμενο μεγάλο μέτωπο: την Άπω Ανατολή.

Σε κάθε περίπτωση αυτή η ασυνέχεια προκαλεί ζαλάδα και έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στις ΗΠΑ. Είναι χαρακτηριστικά τα αποτελέσματα της έρευνας του κέντρου Pew. Η συγκεκριμένη έρευνα διεξήχθη μάλιστα πριν την δολοφονία του λαοπρόβλητου ιρανού στρατηγού, μεταξύ 18 Μαΐου και 2 Οκτωβρίου, με την συμμετοχή 37.000 ανθρώπων. Η πλειοψηφία των συμμετεχόντων απάντησε ότι δεν εμπιστεύεται τον Τραμπ στην εξωτερική πολιτική. Στη Δυτική Ευρώπη μάλιστα η απόρριψη έφτανε σε ποσοστό 75% και στο Μεξικό το 89%, ενώ τα μεγαλύτερα ποσοστά αποδοχής συνάντησαν οι συνομιλίες του Τραμπ με τον βορειοκορεάτη ηγέτη Κιμ Γιονγκ Ουν που οδήγησαν σε μια πρόσκαιρη ύφεση το μέτωπο της Άπω Ανατολής.

Η εδραιωμένη καχυποψία για τη συνέχεια και τη σοβαρότητα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ οδήγησαν πιθανότατα τον Τραμπ να παρατάξει δίπλα του τους σημαντικότερους υπουργούς του και σύσσωμη τη στρατιωτική ηγεσία για να κάνει τις ολιγόλεπτες δηλώσεις του από τον Λευκό Οίκο. Κανείς ωστόσο δεν αμφέβαλε πως τα όσα έπραξε ο Τραμπ έχαιραν της συναίνεσης της αμερικανικής ηγεσίας. Η θεωρία άλλωστε των «εκτός ελέγχου πολιτικών» και των «παρανοϊκών ηγετών» δεν ήταν τίποτε άλλο στην ιστορία παρά άλλοθι των συλλογικών ευθυνών…

Νέα κέρδη για τους εμπόρους του πολέμου

Η τιμή του αργού πετρελαίου, μετά την αύξηση που κατέγραψε την επομένη της αμερικανικής επίθεσης, σύντομα αποκαταστάθηκε στα 65 δολάρια το βαρέλι, όσο είναι και η πρόβλεψη της JP Morgan για το νέο έτος, σε συνάρτηση φυσικά με τα αποθέματα, τη ζήτηση και την παραγωγική ικανότητα του κλάδου. Το μήνυμα του Τραμπ την επομένη της ιρακινής επίθεσης με 22 πυραύλους για επιστροφή στην κανονικότητα και το χέρι που έτεινε μάλιστα προς το Ιράν τονίζοντας τους δεσμούς που διατηρούν στο πόλεμο εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, ενώ ανήγγειλε και νέες κυρώσεις επιβεβαίωσε ότι μετά το μαστίγιο σειρά έχει το καρότο στις ιρανο-αμερικανικές σχέσεις. Η ανησυχία για την τιμή του πετρελαίου προήλθε από το φόβο μην τυχόν και το Ιράν κλείσει τα στενά του Χορμούζ στον Περικό Κόλπο απ’ όπου διέρχεται το ένα τρίτο του παγκόσμιου υγροποιημένου αερίου και το ένα τέταρτο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου.

Το πάρτι ωστόσο δεν λέει να κοπάσει στην πολεμική βιομηχανία. Ενώ οι περισσότεροι δείκτες κατέγραψαν πτώση την οποία μάλιστα διατήρησαν έστω σε οριακά επίπεδα μια εβδομάδα μετά την επίθεση στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης, οι μετοχές της πολεμικής βιομηχανίας διατήρησαν τα κέρδη τους, που αυξάνονταν σταθερά το τελευταίο εξάμηνο. Ενδεικτικά, ενώ τα κέρδη του S&P 500 στο εξάμηνο ανέρχονταν σε 3,3%, της πολεμικής βιομηχανίας έφταναν το 6,7%.

Την ώθηση στα κέρδη της πολεμικής βιομηχανίας έδωσε ο Τραμπ όταν υπέγραψε έναν πολεμικό προϋπολογισμό ύψους 738 δισ. δολ. ΄21 δισ. δολ. μεγαλύτερο από πέρυσι. Τα κέρδη από τη δολοφονία του Σουλεϊμανί ήταν το κερασάκι στην τούρτα…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Σφίγγει τον κλοιό γύρω από το Ιράν ο Τραμπ

Στα χνάρια του Τζορτζ Μπους που έστησε τη Συμμαχία των Προθύμων γύρω από τις ΗΠΑ, έτσι ώστε να συγκαλύψει τα αμερικανικά συμφέροντα που πρωταγωνίστησαν κι επέβαλαν την εισβολή στο Ιράκ 16 χρόνια πριν, κινείται πλέον ο αμερικανός πρόεδρος σφίγγοντας τον κλοιό γύρω από το Ιράν. Επισήμως, στόχος του άξονα που δημιουργεί το αμερικανικό Πεντάγωνο είναι «να εξασφαλίσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα στενά του Χορμούζ και το Μπαντ αλ-Μαντέμπ», με βάση δηλώσεις αμερικανού αξιωματούχου που υπέδειξε τις θαλάσσιες πύλες οι οποίες ενώνουν τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και την Ερυθρά Θάλασσα με τη Θάλασσα του Άντεν, αντίστοιχα. Στην πράξη ο Λευκός Οίκος εγκαταλείπει τη γραμμή των αυτοσχεδιασμών και για πρώτη φορά μετά την έξοδο των ΗΠΑ από τη Συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν φαίνεται να καταστρώνεται ένα σχέδιο επίθεσης στο Ιράν.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Πριν τις ανακοινώσεις για τη Συμμαχία των Προθύμων Νο2 οι αυτοσχεδιασμοί του Τραμπ εναντίον του Ιράν έφτασαν σε άνευ προηγουμένου επίπεδα με τον αμερικανικό πρόεδρο να εξαγγέλλει επίθεση κατά του Ιράν και σε 10 λεπτά να την ακυρώνει. Η τακτική του Τραμπ, όπως συμπυκνώνεται στη φράση «μέγιστη πίεση» προκάλεσε θυμηδία ακόμη κι εντός των ΗΠΑ. Σε συνέντευξή του στο γερμανικό περιοδικό Σπίγκελ ο Λέον Πανέτα, υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ μεταξύ 2011 και 2013 και επικεφαλής της CIA όταν εκτελέστηκε ο Μπιν Λάντεν ανέφερε: «Έχω προβληματισμούς για τις τακτικές μέγιστης πίεσης του προέδρου σε μια σειρά από μέτωπα. Έχει χρησιμοποιήσει την μέγιστη πίεση στη Βόρεια Κορέα κι ακόμη δεν έχουμε ένα σχέδιο για την αποπυρηνικοποίηση. Έχει χρησιμοποιήσει την μέγιστη πίεση στο εμπόριο με αυτούς τους δασμούς κι ακόμη δεν έχουμε επιλύσει εκείνα τα εμπορικά θέματα. Έχει χρησιμοποιήσει την μέγιστη πίεση στο Ιράν, αλλά δεν ξέρω αν έχει ακόμη προσδιορίσει ποια θα είναι η μακροχρόνια στρατηγική σε σχέση με αυτά τα θέματα τακτικής. Μπορείς να χρησιμοποιείς μέγιστη πίεση, μπορείς να δημιουργείς χάος, αλλά θα ήταν πάρα πολύ καλύτερα αν είχες ένα σχέδιο επίλυσης του προβλήματος. Και δε νομίζω ότι το σκέφτεται πάρα πολύ»…

Στην αντεπίθεση ωστόσο περνάει και η ίδια η πολιτική ηγεσία του Ιράν που πληρώνει τεράστιο οικονομικό κόστος από τις κυρώσεις των ΗΠΑ. Ήδη, εδώ κι ένα χρόνο βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση καθώς από την μια δέχεται τις κυρώσεις των ΗΠΑ όπως ακολούθησαν μετά την αποχώρησή τους από τη συμφωνία που υπογράφτηκε επί Ομπάμα τον Δεκέμβριο 2015. Αποτέλεσμα αυτών των κυρώσεων είναι οι εξαγωγές πετρελαίου να έχουν βυθιστεί: από 2,5 εκ. βαρέλια την ημέρα όσο διαρκούσε η συμφωνία, τον Ιούνιο του 2019 έφτασαν τα 300.000 βαρέλια! Η οικονομική ασφυξία στο Ιράν επιβάλλεται ακόμη και με κατασχέσεις πλοίων που μεταφέρουν ιρανικό πετρέλαιο όπως συνέβη στο Γιβραλτάρ στις 4 Ιουλίου με το πλοίο Grace 1 που όδευε σε διυλιστήριο της Συρίας και λόγω τονάζ δεν μπορούσε να περάσει το Σουέζ. Η κατάληψη του δεξαμενόπλοιου με τακτικές που θα ζήλευαν κι οι Σομαλοί πειρατές υλοποιήθηκε από τις βρετανικές ειδικές δυνάμεις προκαλώντας την οργή του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών που κατηγόρησε τους Βρετανούς και Ισπανούς για πειρατεία! Επρόκειτο δε για κίνηση εκφοβισμού καθώς οι αμερικανικές κυρώσεις στερούνται διεθνούς νομιμοποίησης. Δεν έχουν επιβληθεί πχ από τον ΟΗΕ ώστε η εφαρμογή τους να ήταν επιβεβλημένη στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου. Η συμμόρφωση των εφοπλιστικών εταιρειών με το αμερικανικό εμπάργκο εξασφαλίζεται λόγω των επιπτώσεων που καραδοκούν στη αντίθετη περίπτωση. Η δε Ισπανία, που δεν αναγνωρίζει τη βρετανική κυριαρχία στο Γιβραλτάρ όπως καθιερώθηκε με μια συμφωνία του 1773, δικαιολόγησε την κατάληψη του πλοίου στη βάση των ευρωπαϊκών κυρώσεων κατά της Συρίας…

Οι Ευρωπαίοι όσο δραστήριοι αποδεικνύονται στην εφαρμογή του αμερικανικού οικονομικού αποκλεισμού κατά του Ιράν τόσο διστακτικοί κι αναποφάσιστοι αποδεικνύονται στην υλοποίηση όσων ο ίδιοι έχουν υποσχεθεί, με το βλέμμα στην διατήρηση εν ζωής της συμφωνίας. Συγκεκριμένα, αυτό που είχαν συμφωνήσει με την Τεχεράνη ήταν η δημιουργία ενός χρηματοδοτικού οχήματος (Instex) που θα επέτρεπε στο Ιράν να συνεχίσει μεν να εξάγει πετρέλαιο αλλά τα έσοδα από τις πωλήσεις να συμψηφίζονται με αγορές και να μην καταλήγουν υπό τη μορφή συναλλάγματος στη Τεχεράνη. Μόνο που αυτός ο πολύπλοκος μηχανισμός εκκαθαρίσεων δεν δημιουργήθηκε ποτέ.

Τούτων δοθέντων το Ιράν ανακοίνωσε ότι ξεκινάει εκ νέου τις δραστηριότητες εμπλουτισμού ουρανίου, πιθανότατα ως μέσο πίεσης προς τους Ευρωπαίους για να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα. Από την μεριά τους, Γαλλία, Γερμανία και Αγγλία εξέδωσαν ανακοίνωση με την οποία «εκφράζουν τη βαθιά τους ανησυχία για δραστηριότητες του Ιράν  που είναι ασύμβατες με τις δεσμεύσεις του». Κι έτσι ωστόσο να μην είναι, δηλαδή το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν να μην ξεκινάει ως μοχλός πίεσης, γιατί το Ιράν να συνεχίσει να δεσμεύεται από μια συμφωνία όταν τα άλλα μέρη είτε ηχηρώς και δημοσίως (ΗΠΑ), είτε σιωπηρώς και ιδιωτικώς (Ευρωπαίοι) έχουν πάψει να την υπηρετούν; Η Τεχεράνη μάλιστα έχει ανακοινώσει πώς θα επιταχύνει το πυρηνικό της πρόγραμμα από τον προσεχή Σεπτέμβριο καθιστώντας σίγουρη την κλιμάκωση της έντασης…

 Πηγή: Νέα Σελίδα

Αλλαγή στάσης του Τραμπ απέναντι στο Ιράν

Σε αναδίπλωση απέναντι στο Ιράν προχώρησε ο Τραμπ, εγκαταλείποντας το επιθετικό και απειλητικό ύφος του. Όποιος έτυχε να ακούσει τον αμερικανό πρόεδρο στην κοινή συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε με τον Ιάπωνα πρωθυπουργό από το Τόκιο, στο πλαίσιο της επίσημης επίσκεψής του στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου δεν θα πίστευε στα αφτιά του. Ξεχάστε την επίδειξη δύναμης και την αλαζονεία που συνοδεύει κάθε αναφορά του Τραμπ απέναντι στις χώρες που αποτελούν κόκκινο πανί για την Ουάσιγκτον. Στη θέση τους γίναμε μάρτυρες φιλικών παραινέσεων για έναρξη διαπραγματεύσεων και διαβεβαιώσεων ότι οι ΗΠΑ δεν αποσκοπούν σε αλλαγή καθεστώτος, ακόμη και αναγνώριση του ρόλου που διαδραματίζει το Ιράν ως «μια μεγάλη χώρα με την ίδια ηγεσία» υπό τον όρο να υπογράψουν μια νέα συμφωνία.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Και το Ιράν όμως από τη μεριά του, μέσω του υπουργού Εξωτερικών, Μοχάμεντ Ζαβάντ Ζαρίφ, προχώρησε σε ανάλογη κίνηση καλής θέλησης. Διαβεβαίωσε με ανάρτησή του στο twitter ότι η Ισλαμική Δημοκρατία δεν επιδιώκει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Δεν έχει βάση επομένως η σημαντικότερη κατηγορία που εξαπολύει απέναντι στο Ιράν πριν απ’ όλους το Ισραήλ κι επαναλαμβάνουν στη συνέχεια οι αμερικάνοι ιέρακες με πρώτο καλύτερο τον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ, Τζον Μπόλτον, που πασχίζει να προκαλέσει με κάθε τρόπο την έναρξη μιας επίθεσης στο Ιράν. Το ενδεχόμενο επανήλθε στο τραπέζι των συζητήσεων ξανά με αφορμή άρθρο σαουδαραβικής εφημερίδας που συνδέεται με τη βασιλική οικογένεια το οποίο καλούσε σε στοχευμένους, χειρουργικής ακρίβειας βομβαρδισμούς σε κρίσιμες υποδομές του Ιράν.

Το ενδεχόμενο παραμένει ως μια πιθανότητα λόγω της συγκέντρωσης μεγάλης δύναμης πυρός στην οποία έχουν προβεί οι ΗΠΑ τις τελευταίες λίγες εβδομάδες. Αρχικά ήταν η αποστολή ενός αεροπλανοφόρου και βομβαρδιστικών Β52. Στη συνέχεια, στις 24 Μαΐου, προστέθηκε και μια «μικρή» δύναμη 1.500 στρατιωτών, όπως τη χαρακτήρισε ο Τραμπ, με αποστολή την προστασία των αμερικανικών δυνάμεων που ήδη σταθμεύουν στην περιοχή.

Οι χειρονομίες καλής θέλησης του Τραμπ επομένως δεν ισοδυναμούν με παραίτηση από την απειλή της στρατιωτικής βίας, όπως σιγά – σιγά χτίζεται με ορατούς και καλυμμένους τρόπους. Στους τελευταίους εντάσσεται η προσθήκη από τον Λευκό Οίκο των Φρουρών της Επανάστασης στην περιβόητη λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων. Πρόκειται για κίνηση που δεν είχε μόνο συμβολικό χαρακτήρα, ισοδυναμώντας με μια προσβολή απέναντι στο σώμα των επιλέκτων ενός κράτους με μακραίωνη παράδοση και μεγάλο ειδικό βάρος στη περιοχή. Πολύ περισσότερο έλυνε τα χέρια της αμερικανικής κυβέρνησης να πλήξει στους Φρουρούς της Επανάστασης ανά πάσα ώρα και στιγμή, χωρίς να απαιτείται κάποια άλλη έγκριση, όπως προβλέπεται στις περιπτώσεις κήρυξης πολέμου.

Η συμμετρική απάντηση της Τεχεράνης, να εντάξει κι αυτή την αμερικανική διοίκηση στην περιοχή του Περσικού Κόλπου στη δική της λίστα τρομοκρατικών οργανώσεων, δεν έλυνε κανένα διαδικαστικό ζήτημα. Έδειχνε όμως την αποφασιστικότητα του Ιράν να αναμετρηθεί με τις ΗΠΑ και την απειλή που εκπροσωπεί για τον αμερικανικό στρατό το Ιράν σε περίπτωση έναρξης μιας επιθετικής επιχείρησης. Το ετοιμοπόλεμο και πολυάριθμο του στρατού του, η έκταση της χώρας, η ικανότητα του να επηρεάζει σιίτικες μειοψηφίες και αντιστασιακές οργανώσεις στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή και πάνω απ’ όλα η δυνατότητά του να κλείσει τα στενά του Χορμούζ διακόπτοντας για λίγες έστω ημέρες τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου καθιστούν το χαρτί του Ιράν ακόμη πιο επικίνδυνο για τις ΗΠΑ και από την Βόρεια Κορέα. Γι’ αυτό πιθανότατα ο Τραμπ επέλεξε το χαρτί των διαπραγματεύσεων, αφού πρώτα περικύκλωσε το Ιράν από στεριά, αέρα και θάλασσα και δρομολόγησε τον οικονομικό στραγγαλισμό του, τερματίζοντας και τις τελευταίες εξαιρέσεις χωρών που μπορούσαν να εισάγουν πετρέλαιο από την Ισλαμική Δημοκρατία.

Το Ιράν ωστόσο είναι σχεδόν αδύνατο να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ ένα χρόνο μετά την εμπρηστική απόφαση του Τραμπ να αποχωρήσει από τη συμφωνία που υπογράφηκε επί Ομπάμα κι ενώ οι διεθνείς επιθεωρητές επιβεβαίωναν ότι τηρεί τις δεσμεύσεις του. Η ιρανική ηγεσία θεωρείται σχεδόν αδύνατο να δεχθεί ακόμη κι ως πλαίσιο συζήτησης τα θέματα που θα θέσει προς διαπραγμάτευση η Ουάσιγκτον και σύμφωνα με ανάλυση του πάντα καλά ενημερωμένου περιοδικού Foreign Affairs περιλαμβάνουν: Την απαγόρευση κάθε επιπέδου εμπλουτισμού, την απαγόρευση όλων των βαλλιστικών πυραύλων και δοκιμών, εξονυχιστικές επιθεωρήσεις από διεθνείς ελεγκτές, επ’ άπειρον ισχύ της συμφωνίας και ανάληψη δεσμεύσεων για τη διακοπή της συνεργασίας της με άλλες οργανώσεις στη Μέση Ανατολή. Είναι ένα σύνολο όρων που αποσκοπούν στο ξεδόντιασμα του Ιράν και την  υποβάθμισή του, προς όφελος των ανταγωνιστικών του δυνάμεων στην περιοχή όπως το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία που συνεχίζουν να εξοπλίζονται σαν αστακοί με αγορές υπερσύγχρονου πολεμικού υλικού από τις ΗΠΑ.

Στη γνώμη του Τραμπ βαραίνει επίσης έστω και οριακά η στάση των ίδιων των Αμερικάνων που, κατ’ ασυνήθιστο τρόπο, απορρίπτουν με συντριπτικά ποσοστά το ενδεχόμενο επίθεσης των ΗΠΑ κατά του Ιράν. Με βάση έρευνα των Reuters και Ipsos ενώ το 53% των ενήλικων Αμερικανών χαρακτηρίζουν το Ιράν σαν μια σοβαρή ή άμεση απειλή, ενώ μάλιστα το 51% πιστεύει ότι η χώρα τους δε θα αποφύγει τον πόλεμο με το Ιράν τα επόμενα λίγα χρόνια, ένα μεγαλύτερο ποσοστό της τάξης του 60% πιστεύει ότι οι ΗΠΑ δε θα πρέπει να επιτεθούν πρώτες εναντίον των ιρανικών ενόπλων δυνάμεων. Επίσης, στην ίδια έρευνα που διεξήχθη πριν το ταξίδι του πλανητάρχη στην Ιαπωνία όταν κυριαρχούσαν οι απειλές εναντίον του Ιράν, με χαρακτηριστικότερο ένα tweet που απειλούσε για το τέλος(!) του Ιράν, το 49% των Αμερικανών δήλωνε ότι δεν ενέκρινε τους χειρισμούς του Τραμπ.

 Πηγή: Νέα Σελίδα