Για το βιβλίο του Δημήτρη Στρατούλη «8 μήνες που συντάραξαν την Ελλάδα» ή γιατί τα πράγματα δεν μπορούσαν να πάνε αλλιώς, του Λεωνίδα Βατικιώτη

Το κείμενο που ακολουθεί στηρίζεται στην ομιλία του γράφοντα κατά την δημόσια παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Στρατούλη στις 30 Νοεμβρίου στο κατάμεστο Σεράφειο του Δήμου Αθηναίων. Στην παρουσίαση επίσης συμμετείχαν οι: Νίκος Χουντής, Σοφία Σακοράφα και Δημήτρης Σαραφιανός ενώ συντόνιζε ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου. Μίλησε επίσης κι ο συγγραφέας.

Το βιβλίο του Δημήτρη Στρατούλη «8 μήνες που συντάραξαν την Ελλάδα» (εκδ. Τόπος) αποτελεί μια σοβαρή ευκαιρία για να στραφούμε ξανά στο 2015 και να συζητήσουμε για όσα έγιναν και τις ελπίδες που διαψεύστηκαν. Το βιβλίο περιγράφει με λεπτομέρειες όσα συνέβησαν από τον Ιανουάριο ως και τον Αύγουστο του 2015 και τα ανοιχτά ερωτήματα.

Οι απαντήσεις δεν αφορούν μόνο τους συντρόφους που συμμετείχαν στον ΣΥΡΙΖΑ και στη συνέχεια αποχώρησαν σχηματίζοντας την ΛΑΕ. Αφορούν όλη την Αριστερά, μεταρρυθμιστική και επαναστατική, για έναν λόγο: Επειδή το 2015 έδειξε το άδοξο τέλος ακόμη και των μεταρρυθμίσεων, αν δεν εντάσσονται σε μια στρατηγική που τουλάχιστον έρχεται σε σύγκρουση με τον καπιταλισμό. Έδειξαν ότι η πραγματική Αριστερά που ενδιαφέρεται για την βελτίωση της θέσης των εργαζομένων και της κοινωνικής πλειοψηφίας ή θα αμφισβητεί έμπρακτα τα όρια της καπιταλιστικής κυριαρχίας και θα προκαλεί ρήγματα ή δεν θα είναι Αριστερά. Η ύπαρξή της δε, είναι αυταπόδεικτη στο έδαφος των αδικιών που γεννάει το σημερινό σύστημα και υπερβαίνει τόσο αριθμητικά όσο και κυρίως (λόγω των στόχων) ποιοτικά τις κομμουνιστικές, επαναστατικές δυνάμεις. Σε αυτούς τους σχηματισμούς εναπόκειται να αποφασίσουν αν θα δρουν συμπληρωματικά προς το σύστημα, ή θα υπηρετούν άνευ όρων τα λαϊκά συμφέροντα.

Η άποψή μου δεν συμβαδίζει με την άποψη του συγγραφέα που τονίζει από την εισαγωγή κιόλας (σελ. 17) «ότι κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις τα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε αλλιώς». Η καταστροφική εξέλιξη με την υπογραφή του «μνημονίου Τσίπρα» τον Αύγουστο του 2015 κρίνω ότι ήταν μονόδρομος αν πάρουμε υπόψη μας τα ακόλουθα τέσσερα γεγονότα:

Πρώτο, την κατάσταση του εργατικού κινήματος. Να θυμίσω ότι την διετία από τον Μάιο του 2010 (με την μεγαλειώδη πορεία ενάντια στην υπαγωγή στο ΔΝΤ και την κρατική προβοκάτσια στην Μαρφίν) μέχρι τον Φεβρουάριο του 2012 (με την επίσης μεγαλειώδη πορεία ενάντια στην αναδιάρθρωση του χρέους που συνοδεύτηκε από επίδειξη κρατικής καταστολής), η Ελλάδα έζησε μια ανάταση του κινήματος. Εργατικά σωματεία και ομοσπονδίες, θεματικά κινήματα (ενάντια στο χρέος και τις ιδιωτικοποιήσεις) και πλατείες σηματοδότησαν μια αναπτέρωση του ηθικού της κοινωνίας. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια ο κόσμος βγήκε στους δρόμους, φιλοδοξώντας να γίνει πρωταγωνιστής. Η Πρωτοβουλία των Πρωτοβάθμιων Σωματείων αποτέλεσε ένα κύτταρο οργάνωσης και συντονισμού της πρωτοπόρας πτέρυγας του εργατικού κινήματος. Από το 2012 ως το 2015 ωστόσο το κίνημα υποχώρησε, κυριάρχησαν οι κοινοβουλευτικές αυταπάτες και η ανάθεση των ελπίδων ανατροπής της επίθεσης σε μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο συγγραφέας αναγνωρίζει την κατάσταση του κινήματος στο βιβλίο. Αναφέρει (σελ. 21): «Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα βρέθηκε στις αρχές του 2010, οπότε ξεκίνησαν τα μνημόνια στη χώρα μας, αποδυναμωμένο, απροετοίμαστο, χωρίς στρατηγική, χωρίς σχεδιασμό, χωρίς την αναγκαία πολιτική και οργανωτική ικανότητα ανάπτυξης… με σοβαρότατο το πρόβλημα της συμβιβαστικής στάσης της ηγετικής του πλειοψηφίας λόγω κυριαρχίας σε αυτό του κυβερνητικού, εργοδοτικού, γραφειοκρατικού συνδικαλισμού». Ο Δημήτρης Στρατούλης αναγνωρίζει επίσης την πρωτοκαθεδρία του κινήματος. Αναφέρει στη σελ. 328: «Προοδευτική αντιμνημονιακή ανατροπή δε θα μπορούσε να υπάρξει, αν συνεχιζόταν η κινηματική στασιμότητα και η λογική της ανάθεσης σε μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ».

Δεύτερο στοιχείο που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας για να ερμηνεύσουμε την υποταγή του ΣΥΡΙΖΑ είναι οι ίδιες του οι αντιφάσεις. Θα συμφωνήσω απόλυτα με τις διαπιστώσεις του συγγραφέα για την προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ και την αναίρεση καταστατικών και προγραμματικών δεσμεύσεων από την ηγεσία του. Ακόμη μάλιστα κι από την πρώτη ημέρα της εκλογής του, το βράδυ της Κυριακής 25 Ιανουαρίου, όταν ο Αλ. Τσίπρας στο διάγγελμά του προανήγγειλε ότι θα διαπραγματευτεί «με τους εταίρους μια δίκαιη, αμοιβαία επωφελή και βιώσιμη λύση». Ο συγγραφέας αναφέρει (στη σελ. 47) ότι άλλοι μετάφρασαν ως προσπάθεια εφησυχασμού κι άλλοι ως αυταπάτη της προεδρικής πλειοψηφίας αυτή την δήλωση. Ωστόσο, ο Αλέκος Αναγνωστάκης από τις 4 Ιανουαρίου του 2015 επεσήμαινε τις «γενικόλογες και κατάλληλα διατυπωμένες φράσεις στον λόγο του Αλ. Τσίπρα ώστε να επιδέχονται πολλαπλές ερμηνείες», τονίζοντας την προοπτική «βαθύτερης και οριστικής αφομοίωσης του ΣΥΡΙΖΑ». Για να είμαστε όμως ειλικρινείς πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι όλα όσα υλοποίησε ο Αλ. Τσίπρας και οι συν αυτώ υπήρχαν σπερματικά ως δυνατότητες σε όλες τις κομματικές αποφάσεις. Τα ψηφισμένα ντοκουμέντα του κόμματος είχαν αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο του συμβιβασμού και της συμφωνίας, έστω ως δυνατότητα καίτοι πρόκριναν πιο ριζοσπαστικές λύσεις.

Τρίτο, και σημαντικότερο, στοιχείο που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας είναι η ελλιπής προετοιμασία του ίδιου του Αριστερού Ρεύματος. Πολύ σωστά επαναλαμβάνει ο συγγραφέας με διάφορες αφορμές την παντελή έλλειψη προετοιμασίας του ΣΥΡΙΖΑ για όλα όσα έπρεπε να κάνει από την πρώτη μέρα της εκλογής του. Για να είμαστε και πάλι ειλικρινείς η απουσία προετοιμασίας δεν αφορούσε μόνο το πλαίσιο ρήξης αλλά ακόμη και της αστικής διαχείρισης. Ωστόσο, μια αντίστοιχη έλλειψη προετοιμασίας χαρακτήριζε και το Αριστερό Ρεύμα. Η προετοιμασία του Αριστερού Ρεύματος δεν έπρεπε να επικεντρωθεί μόνο, κατά την άποψή μου, στην έγκαιρη συγγραφή νομοσχεδίων για την ανθρωπιστική κρίση και την διαγραφή των χρεών αλλά στην δημιουργία και ενεργοποίηση κοινωνικών μηχανισμών που θα απέτρεπαν την προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ. Τα ερωτήματα που θα έπρεπε να απαντούν με θεωρητικούς και υλικούς όρους τα μέλη και τα στελέχη του Αριστερού Ρεύματος από το καλοκαίρι του 2012 ήταν, για παράδειγμα, τα εξής:

  • Τι θα κάνουμε αν ο Αλ. Τσίπρας υπογράψει συμφωνία με τους δανειστές και νέο μνημόνιο;
  • Ποιες κοινωνικές δυνάμεις θα ενεργοποιήσουμε για να υλοποιηθεί η ψηφισμένη δέσμευση «καμιά θυσία για το ευρώ»;
  • Ποια είναι εκείνα τα σωματεία του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα που θα σηκώσουν το βάρος της εμβάθυνσης της ρήξης;
  • Υπάρχουν δήμοι που θα μπορούσαν να πρωταγωνιστήσουν; Κι αν προθυμοποιηθούν, τι θα κάνουν;
  • Ποια προπαρασκευή απαιτείται σε διεθνές επίπεδο με όρους λαϊκού κινήματος ώστε να προετοιμαστεί και να θωρακισθεί η ρήξη;

Τα ερωτήματα αυτά δεν τα θέτω εν κενώ! Τα θέτω σε συντρόφους και συναγωνιστές που απέδειξαν στην πράξη ότι είχαν ταχθεί με την ρήξη. Εξ ου και η παραίτησή τους, από υπουργεία μάλιστα πρώτης γραμμής, που πιστεύω ότι κάθε αριστερός πρέπει να αναγνωρίσει ότι αποτέλεσε κορυφαία πράξη ηθικής ακεραιότητας και ανιδιοτέλειας. Όχι μόνο σε ελληνικό, αλλά και σε διεθνές επίπεδο! Στον αντίποδα, ας αναλογιστούμε πόσα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ή και απλοί συμπαθώντες, από βουλευτές και δήμαρχοι μέχρι στελέχη της κρατικής μηχανής, διαπρύσιοι υποστηρικτές της ρήξης και πολέμιοι των μνημονίων μέχρι τον Ιούνιο, έγιναν κήρυκες του συμβιβασμού στη συνέχεια για να μην χάσουν τα οφέλη της εξουσίας…

Τέταρτο και τελευταίο στοιχείο που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας για να εξηγήσουμε την κωλοτούμπα Τσίπρα είναι η σημασία που διαδραμάτιζε εκείνη την εποχή η Ελλάδα για το ευρωσύστημα και την ΕΕ. Τούτου δοθέντος, η ρήξη δεν ήταν ένα από τα πολλά ενδεχόμενα, αλλά 100% βεβαιότητα! Η ΕΕ δεν θα άφηνε επ’ ουδενί να εφαρμοστεί ούτε ακόμη κι εκείνο το πρόγραμμα Θεσσαλονίκης. Επίσης, απέναντι μας δεν είχαμε μόνο τον Σαμαρά και μια παραπαίουσα κυβέρνηση. Απέναντί μας είχαμε όλον τον καπιταλισμό, που εξακολουθούσε ακόμη και το 2015 να θεωρεί την Ελλάδα πειραματόζωο και εργαστήριο. Και σε ένα εργαστήριο δεν επιτρέπεις τίποτε να πάει στραβά. Κι αν πάει, είσαι εκεί για να το διορθώσεις…

Για να το πω αλλιώς: αν το κεφάλαιο έχει χίλιους λόγους και μέσα για να μην αφήσει να ξεδιπλωθεί μια επαναστατική στρατηγική σε μια ανεπτυγμένη καπιταλιστική χώρα, οι λόγοι αυτοί αυξάνονται σε εκθετικό βαθμό σε μια χώρα που έχει στραμμένα πάνω της τα βλέμματα του όλος ο πλανήτης. Εδώ όμως υποτιμήθηκε ο αντίπαλος, παρότι οι εκπρόσωποί του το είχαν κάνει αρκούντως σαφές. «Η Ευρωζώνη θα βυθιζόταν σ’ ένα χάος πέρα από κάθε φαντασία αν είχαμε επιτρέψει να φύγει μια χώρα», είχε τονίσει ο Ντάιζελμπουμ σε μια δήλωση που παραθέτει ο Δημήτρης (σελ. 279). Η παραπάνω αναγνώριση σήμαινε ότι η εκλογική επιτυχία του Ιανουαρίου του 2015 δεν θα έκλεινε αλλά θα άνοιγε την αυλαία μιας μακράς περιόδου σκληρών συγκρούσεων στην Ελλάδα.

Αυτή η παραδοχή δεν γίνεται στο όνομα ενός παιδαριώδους αριστερισμού που λατρεύει να επιδίδεται σε πλειοδοσία μεγαλοστομιών και σε εκείνη την συγκυρία υιοθέτησε την «τακτική του ορίζοντα»: όσο πιο εύκολα η κοινωνία υιοθετούσε λόγω της εμπειρίας της ριζοσπαστικούς στόχους (πχ έξοδος από το ευρώ), τόσο πιο γρήγορα, έθετε επιπλέον στόχους (πχ έξοδος από την ΕΕ). Τμήματα της επαναστατικής Αριστεράς αντί να ενδιαφερθούν να εξασφαλίσουν παραπέρα μαζικοποίηση του αγώνα και νίκες, επιδίδονταν σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να υιοθετήσει το πρόγραμμα τους η κοινωνία, θέτοντάς το μάλιστα ως όρο για αγώνες. Με αποτέλεσμα αντί να ενώνει να διχάζει…

Οι συγκρούσεις προοικονομούνταν από το επίδικο. Από την δεκαετία του ’70 ακόμη, πολύ πριν το ανακαλύψει η ευρωπαϊκή Αριστερά, μέχρι και σήμερα, όπως δείχνει η τραγωδία της επιχείρησης συναινετικού κουρέματος του χρέους που εξελίσσεται στην Αργεντινή, η «ασφάλεια του δημοσίου χρέους» (κατά το ασφάλεια δικαίου) αποτελεί για τον καπιταλισμό αιτία πολέμου. Το απέδειξε! Κι εμείς το ξέραμε: Αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις σποραδικά δίνουν, αποτυχημένες ιδιωτικοποιήσεις κατόπιν πίεσης ανακαλούν, κοινωνικές δαπάνες επιλεκτικά αυξάνουν, δημοσιονομικά ελλίμματα προκαλούν κι ας ορκίζονται στην δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά χρέος κατόπιν απαίτησης των λαών και των κρατών και με τους όρους τους δεν κουρεύουν ποτέ! Εξ ου και η μεθοδική προσπάθεια τυπικής απονομιμοποίησης του δημόσιου χρέους, μέσω του λογιστικού ελέγχου που επιτύχαμε, ως ένα μέσο που θα διευκόλυνε την διαγραφή έστω ενός μέρους του, αλλά με όρους λαϊκούς κι όχι πιστωτών. Κι αυτό μάλιστα προς διάψευση αβασάνιστων προπετειών ότι ο λογιστικός έλεγχος θα νομιμοποιήσει μέρος του χρέους, κ.α.

Δοθέντων των παραπάνω (υποχώρηση κινήματος, κατοχυρωμένη καταστατικά και προγραμματικά, πλειοψηφική δεξιά στροφή ΣΥΡΙΖΑ, ελλιπής προετοιμασία Ρεύματος μπροστά στην αναμενόμενη κυβερνητική υποχώρηση και βεβαιότητα ρήξης) επιχειρώ μια απάντηση στην διαπίστωση του συγγραφέα «για το πολιτικά και ιστορικά τραγικό γεγονός ότι ο ελληνικός λαός δεν τίμησε με την ψήφο του αυτούς που τίμησαν μέχρι τέλους τη δική του ψήφο του και το δικό του “Όχι” στο δημοψήφισμα της 5ης/7/2015», με τις εξής τέσσερις εκτιμήσεις.

  1. Η πορεία που ακολούθησε ο ΣΥΡΙΖΑ κρίθηκε με την εκπαραθύρωση του Αλέκου Αλαβάνου το 2010. Όλοι αντιλαμβανόμαστε ακόμη και στην Αριστερά την σημασία των προσωπικών ανταγωνισμών, πορειών και φιλοδοξιών. Η εκδίωξή του ωστόσο από τον ΣΥΡΙΖΑ είχε κατά βάση πολιτικά κίνητρα. Μαζί με την θητεία Αλαβάνου τελείωσε και το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, ως ενός μεταρρυθμιστικού αριστερού κόμματος, με τα δικά του πάντα λόγια. Στη συνέχεια η δεξιά πτέρυγα του κόμματος (Φλαμπουράρης, Σκουρλέτης, Φίλης, Τσακαλώτος, με προεξάρχοντα τον άνθρωπο – γέφυρα της αστικής τάξης με την Αριστερά, Γιάννη Δραγασάκη) καρπώθηκε την δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ γιατί ήξερε ότι το μοναδικό «σημείο πώλησης» ενός αντι-δεξιού κόμματος είναι η αριστερή ρητορική. Μήπως λοιπόν τότε έκλεισε κι ο κύκλος τη αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ;
  2. Παρόλα αυτά, τα στελέχη του Αριστερού Ρεύματος μήπως θα ήταν καλύτερα αν αρνούνταν τα υπουργεία τον Ιανουάριο του 2015; Αν έμεναν εκτός της κυβέρνησης δε θα χρεώνονταν τον συμβιβασμό και την δημιουργία αυταπατών στον κόσμο της Αριστεράς, ενώ θα οργάνωναν την λαϊκή δράση και θα βάθαιναν την θεωρητική τεκμηρίωση, χωρίς να απολογούνται για τις δισημίες και τα αμφίπλευρα ανοίγματα της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ… Ο Κ. Μάρκου εύστοχα υπενθύμισε ότι ακόμη και ο Αν. Παπανδρέου στο λαό απευθύνθηκε τον Ιούλιο του 1965 για να ακυρώσει τα σχέδια συμβιβασμού του πατέρα του με το παλάτι…
  3. Παρόλα αυτά, μήπως οι υπουργοί του Αριστερού Ρεύματος έπρεπε να αποχωρήσουν στις 20 Φεβρουαρίου 2015, όταν ο Γιάνης Βαρουφάκης υπέγραψε, την επαίσχυντη συμφωνία παράτασης της δανειακής σύμβασης; Τότε ακριβώς τερματίστηκε η μεταβατική περίοδος και κρίθηκαν όλα για την κυβέρνηση Τσίπρα. Η υπογραφή του νέου μνημονίου ήταν έκτοτε θέμα χρόνου. Να θυμίσω ότι εντός του Φεβρουαρίου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε ανακαλέσει την κατ’ εξαίρεση δυνατότητα των ελληνικών τραπεζών να ανακτούν ρευστότητα έναντι ομολόγων, είχε παγώσει την αποπληρωμή των κερδών των ελληνικών ομολόγων κι άλλα πολλά. Οι προθέσεις είχαν γίνει γνωστές. Δεν διανύαμε μήνα του μέλιτος μεταξύ κυβέρνησης και πιστωτών που επέτρεπε αβρότητες. Προς τι η επίδειξη καλής θέλησης;

Ο συγγραφέας παραθέτει έναν σχετικό προβληματισμό γράφοντας (σελ. 74 και σελ. 289 ερώτηση υπ. αρ. 15) ότι αν έφευγαν από την κυβέρνηση, τότε θα κατηγορούνταν για υπονόμευση. Μα το παιχνίδι είχε ήδη κριθεί και χαθεί. Συνένοχους αναζητούσε ο Αλ. Τσίπρας… Γράφει επίσης ο Δημ. Στρατούλης ότι «η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου δεν θα κατανοούσε αυτή την στρατηγική». Έχει δίκιο αλλά γι’ αυτό ακριβώς έπρεπε να παραιτηθούν: Ο κόσμος της Αριστεράς δεν θα καταλάβαινε επειδή ακόμη δεν είχε αντιληφθεί τη συνέχεια κι έθρεφε αυταπάτες. Η παραίτησή τους θα διέλυε τις ψευδαισθήσεις και θα συνέβαλε στην αποκάλυψη της προδοσίας του ΣΥΡΙΖΑ, έγκαιρα μειώνοντας τις ζημιές! Ο εγκλωβισμός των συντρόφων του Αριστερού Ρεύματος στην λογική της συμμετοχής έφτασε στο αποκορύφωμά της με την παραμονή τους στην κυβέρνηση μέχρι την ανασχηματισμό στις 17/7 και στην Κοινοβουλευτική Ομάδα και στο κόμμα για ακόμη μεγαλύτερο διάστημα.

4. Το άδοξο τέλος της προσπάθειας έντιμων και συνεπών αγωνιστών να συνυπάρξουν έστω ως μειοψηφία σε ένα αστικό κόμμα όπως ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι ο στόχος της προσέγγισης μεγάλων ακροατηρίων ή εκλογής βουλευτών, ως ένα τίμιο μέσο διεύρυνσης της απήχησης, πολλές φορές μπορεί να αποδειχθεί ταφόπλακα της Αριστεράς. Να οδηγήσει σε στρατηγική ήττα ολόκληρη την Αριστερά όπως πολύ εύστοχα αναφέρει ο συγγραφέας στην σελ. 329. Και τούτο τις περισσότερες φορές συμβαίνει ανεξαρτήτως προθέσεων…

Λίγες και αβέβαιες οι υποσχέσεις Τσίπρα από τη Θεσσαλονίκη

Επειδή δεν είναι αυτονόητο: Οι εξαγγελίες κάθε κόμματος, και πολύ περισσότερο ενός κόμματος εξουσίας, έχουν σημασία επειδή αποτελούν συμπύκνωση και κοινή συνισταμένη μιας μακράς σειράς δυναμικών, συχνά ανταγωνιστικών μεταξύ τους: του επιπέδου ανάπτυξης των εργατικών αγώνων και του λαϊκού ριζοσπαστισμού, του βαθμού της επιρροής που ασκούν στο κόμμα αστικά συμφέροντα και διεθνή κέντρα, του πολιτικού προγράμματος του ίδιου του κόμματος, των εντάσεων μεταξύ του κόμματος και της ηγεσίας, κ.α.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Οι ίδιες δε οι εξαγγελίες, από μόνες τους, διαμορφώνουν μια δική τους δυναμική αυξάνοντας την επιρροή του κόμματος, διεισδύοντας σε νέα και παλιά ακροατήρια, κοκ. Ακόμη και η ΝΔ, ένα γνήσιο αστικό κόμμα, δεν θα κέρδιζε τις εκλογές του 1989 αν ο Κυρ. Μητσοτάκης δεν ασκούσε κριτική από τα αριστερά στο σταθεροποιητικό πρόγραμμα του Σημίτη 1985-1987, ούτε τις εκλογές του 2012 αν δεν στεκόταν απέναντι στο πρώτο Μνημόνιο του ΠΑΣΟΚ με την ΔΑΚΕ συχνά να υπερβαίνει σε αγωνιστικότητα ακόμη και την ΠΑΣΚΕ στη ΓΣΕΕ.

Πολύ περισσότερο ένα κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, που τοποθετείται στην Αριστερά και κατά του νεοφιλελευθερισμού, αποτελεί κέντρο του ενδιαφέροντος όσο μεγαλώνει η επίθεση στα εργατικά δικαιώματα, όπως συμβαίνει σήμερα από την κυβέρνηση της ΝΔ. Οι δε κυβιστήσεις του παρελθόντος, όσο κι αν αποτελούν ανυπέρβλητο μέτρο της …αδιαλλαξίας της ηγεσίας του και της εμπιστοσύνης που μπορεί να της δείχνει η κοινωνία, δεν αναιρούν τη σημερινή τοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ σε εκείνη την πτέρυγα του πολιτικού συστήματος η οποία μιλάει για τα συμφέροντα της πλειοψηφίας και υπόσχεται να βάλει ένα ανάχωμα στην επίθεση.

Σε αυτό το πλαίσιο πολλές από τις εξαγγελίες του Αλ. Τσίπρα από το βήμα της ΔΕΘ το Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου δημιούργησαν ελπίδες, εάν κι εφ’ όσον υλοποιηθούν: Η υπόσχεση για κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, του πτωχευτικού νόμου, της πανεπιστημιακής αστυνομίας, του νόμου Χατζηδάκη – Μητσοτάκη για τα εργασιακά, της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής για τα ΑΕΙ, η υπόσχεση για αύξηση του βασικού μισθού στα 800 ευρώ, για προσλήψεις στην υγεία και την παιδεία, κ.α.

Οι υποσχέσεις του Αλ. Τσίπρα κυρίως αναιρούν τα πιο κραυγαλέα αντιλαϊκά μέτρα του Μητσοτάκη, όχι όμως όλα: Η ιδιωτικοποίηση του ΔΕΔΔΗΕ, της Εγνατίας, της ΛΑΡΚΟ και της ΕΛΒΟ θα μείνουν. Άλλωστε και την 5ετία 2015-2019, ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να παραδοθούν σήμερα και τα τέσσερα αυτά φιλέτα στην κερδοσκοπία, τους εγχώριους κατασκευαστές και το Ισραήλ. Ο Αλ. Τσίπρας επίσης παρότι σωστά επέκρινε το Ιδιωτικό Επικουρικό δεν υποσχέθηκε να μετατρέψει την συμμετοχή των νέων ασφαλισμένων από υποχρεωτική σε εθελοντική. Μια τέτοια αλλαγή, αυτόματα θα μεγάλωνε την καχυποψία απέναντι στο ΤΕΚΑ και θα ενθάρρυνε την επιστροφή των ασφαλισμένων στο δημόσιο επικουρικό σύστημα. Παρόλα αυτά ο Αλ. Τσίπρας δεν το έκανε, σεβόμενος τα τετελεσμένα…

Ένα άλλο μέρος των εξαγγελιών του Α. Τσίπρα ήταν πομπώδεις μεγαλοστομίες κενές περιεχομένου: Από την υπόσχεση κρατικοποίησης μίας από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες μέχρι την εξαγγελία αναθεώρησης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αποτελούν κούφια λόγια, γι’ αυτό μην αναζητήσετε σχετικά …tweets. Η προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε ότι δεν θέλει να συγκρουστεί με το Κολλέγιο Αθηνών που εκ παραδόσεως κυβερνά τις χρεοκοπημένες τράπεζες όπου εδράζεται η κορυφή της πυραμίδας του ελληνικού κεφαλαίου, ενώ η δομή του Ταμείου είναι τέτοια ώστε απαγορεύεται οποιαδήποτε αναθεώρηση του επιμερισμού των κονδυλίων. Η υπόσχεση για εκ των υστέρων αλλαγές θυμίζει κάτι από «επαναδιαπραγμάτευση» την εποχή των Μνημονίων…

Ένα άλλο μέρος των εξαγγελιών του στόχευε να καταργήσει ότι πρώτος ο ΣΥΡΙΖΑ …ψήφισε. Για παράδειγμα με νόμους του ΣΥΡΙΖΑ περιορίστηκε η προστασία της πρώτης κατοικίας και το δικαίωμα στην απεργία, που τώρα ο Αλ. Τσίπρας χαρακτηρίζει ιερό. Με νόμο του ΣΥΡΙΖΑ επίσης δόθηκε η δυνατότητα πώλησης των δανείων από τις τράπεζες στα «κοράκια», άνοιξε η ηλεκτρονική πλατφόρμα για τις δημοπρασίες ώστε να ξεπεραστεί το εμπόδιο των λαϊκών κινητοποιήσεων, κ.λπ.

Ο Αλέξης Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη κυρίως απέφυγε τις …κακοτοπιές. Δεν πήρε θέση για ορισμένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά και πολιτικά ζητήματα της συγκυρίας: Το πρώτο σχετίζεται με την επαναφορά του βασικού μισθού στα επίδικα των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η αφαίρεσή του έγινε το 2013. Να θυμίσουμε ότι ακόμη και η αύξηση της τάξης 10,91% για τους άνω των 25 ετών και 27,22% για τους νεότερους (μέσω τη κατάργησης του υποκατώτατου) που δόθηκε το 2019 ήταν απόφαση της τότε υπουργού Εργασίας Έ. Αχτσιόγλου κι όχι συλλογικών διαπραγματεύσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή σεβάστηκε και διατήρησε ένα μνημονιακό κεκτημένο που καθιστά την Ελλάδα τη μοναδική χώρα της ΕΕ στην οποία το ύψος του βασικού μισθού το αποφασίζει η κυβέρνηση. Κι αν αυτός ο νόμος βολεύει τη ΝΔ για να δίνει μηδενικές αυξήσεις όπως έκανε φέτος κατ’ επιταγή του ΣΕΒ, αποδεικνύεται πώς βολεύει και τον ΣΥΡΙΖΑ έτσι ώστε να πιστώνεται πολιτικά κάθε αύξηση και ταυτόχρονα να προστατεύει το κεφάλαιο από τη δυνατότητα ανάπτυξης αγώνων για το ύψος του μισθού.

Το δεύτερο επίδικο αφορά τις αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας. Ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ παρότι υποσχέθηκε μέτρα ανακούφισης φιλανθρωπικού χαρακτήρα άφησε στο απυρόβλητο την απελευθέρωση, δηλαδή την ιδιωτικοποίηση της αγοράς ενέργειας, που ως αποκορύφωμα είχε την δημιουργία ενεργειακού χρηματιστηρίου. Στην Ελλάδα οι αυξήσεις  στις τιμές του ρεύματος ξεκίνησαν πριν οι τιμές του εισαγόμενου φυσικού αερίου τιναχτούν στον αέρα σε τέτοιο βαθμό ώστε η Ευρώπη να μιλάει για κρίση, ενώ στην Ελλάδα τηρείται σιγή ιχθύος μην τυχόν και αποκαλυφθεί η απάτη του φυσικού αερίου. Οι αυξήσεις ξεκίνησαν ταυτόχρονα με την ενσωμάτωση στο Μοντέλο Στόχος που ισοδυναμεί με ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας. Σε πρόσφατο άρθρο του μάλιστα στην Αυγή ο Γ. Σταθάκης πρώην υπουργός Ενέργειας του ΣΥΡΙΖΑ, ζητάει να προστεθούν νέα εξισορροπητικά χρηματιστηριακά προϊόντα για να αντισταθμιστούν οι αυξήσεις, δηλαδή …περισσότερη αγορά. Επίσης, ενώ σωστά αποδοκιμάζει την «βίαιη απολιγνιτοποίηση» της ΝΔ δεν προτείνει την επιστροφή στο προηγούμενο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) του ΣΥΡΙΖΑ, που προέβλεπε απολιγνιτοποίηση γύρω στο 2035-2040, ταυτόχρονα με την εξάντληση των αποθεμάτων. Ωστόσο η χρηματιστικοποίηση της ενέργειας από κοινού με την απολιγνιτοποίηση είναι οι σημαντικότερες αιτίες ανόδου των τιμών στη ενέργεια. Κι όσο μένουν ανέγγιχτες, το βάρος θα μεταφέρεται ή στους οικογενειακούς ή στον κρατικό προϋπολογισμό.

Η πρόταση δε του Αλ. Τσίπρα για μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο ελάχιστο αναγκαίο που ορίζει η ΕΕ αποτελεί κατ’ αρχάς μια ανακούφιση καθώς σε ό,τι αφορά την αμόλυβδη βενζίνη το ελάχιστο αναγκαίο ανέρχεται σε 359 ευρώ ανά 1.000 λίτρα ενώ στην Ελλάδα φτάνει στα 700 ευρώ (υφίσταται δηλαδή περιθώριο μείωσης) κάτι που δεν ισχύει με το ντίζελ. Ο ελάχιστος απαραίτητος Ειδικός Φόρος στην ΕΕ είναι 330 ανά 1.000 λίτρα ενώ στην Ελλάδα 410. Η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να χωρέσει την φιλολαϊκή του πολιτική στο ευρωπαϊκό επιτρεπτό αποκαλύπτει και τα όρια του κυβερνητικού του προγράμματος.

Εξηγεί δε γιατί επέλεξε να μην μιλήσει για το άλλο μεγάλο θέμα της οικονομικής πολιτικής: Τι θα γίνει το 2023 όταν η αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας την οποία αποφάσισαν οι ευρωπαίοι ηγέτες τον Μάρτιο του 2020 θα αποτελεί παρελθόν. Προφανώς, όλοι ξέρουμε ότι δεν πρόκειται ποτέ ξανά να γυρίσουμε στα προηγούμενα όρια του Συμφώνου Σταθερότητας (3% δημοσιονομικό έλλειμα, 60% ΑΕΠ δημόσιο χρέος, κ.λπ.). Τα όρια αυτά θα αναθεωρηθούν λαμβάνοντας υπ’ όψη τη νέα πραγματικότητα, όπως πρότεινε ακόμη και το Ελληνικό Γραφείο Προϋπολογισμού, συμμετέχοντας στη σχετική συζήτηση που διεξάγεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο για το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο. Παρόλα αυτά η λιτότητα θα συνεχισθεί όπως απαιτούν και προεξοφλούν διεθνείς οργανισμοί και θα ληφθούν βαριά αντιλαϊκά μέτρα για να μειωθεί το χρέος και το δημοσιονομικό έλλειμμα: νέοι φόροι, αυξήσεις στις τιμές, περικοπές σε μισθούς και προσλήψεις, κ.α. Για όλα αυτά δεν είπε λέξη ο Αλέξης Τσίπρας, παρότι η συγκεκριμένη ατζέντα θα εξελιχθεί σε σημείο τομής κι είναι ο σοβαρότερος λόγος για να προκηρύξει πρόωρες εκλογές ο Κ. Μητσοτάκης το φθινόπωρο του 2022.

Τέλος, από την ομιλία του επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη Θεσσαλονίκη έλειπε ο …κόσμος. Στο σημαντικότερο βιβλίο, κατά την άποψη του γράφοντα πάντα, που εκδόθηκε το 2021 στην Ελλάδα με τίτλο Επιστροφή στη Ρενς (εκδ. Νήσος) ο συγγραφέας Ντιντιέ Εριμπόμ θυμάται  με συγκίνηση και υπερηφάνεια τους αριστερούς να μιλούν πάντα στα οικογενειακά τραπέζια, τις φιλικές παρέες και τα μπαρ για τις εξελίξεις στην πιο διαφορετική γωνιά του πλανήτη. Αυτό διέκρινε τους αριστερούς από τους δεξιούς, με τα δικά του λόγια. Όταν ωστόσο μιλούσε ο Αλ. Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη είχε ανακοινωθεί από τις ΗΠΑ η νέα λυκοσυμμαχία AUKUS κατά της Κίνας που προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις, η Γαλλία είχε ανακαλέσει τον πρέσβη της από την Ουάσιγκτον ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την περιθωριοποίησή της, η Τουρκία συνέχιζε τις προκλήσεις στο Αιγαίο κι άλλα πολλά. Επέλεξε ωστόσο να μην πει ούτε μία λέξη για όλα αυτά. Για ποιόν άλλον λόγο να το έκανε πέραν του ότι καλύπτεται από τις θέσεις των ΗΠΑ, που ωστόσο ναρκοθετούν τη σταθερότητα, την ειρήνη και τη διεθνή νομιμότητα…

Δεν ηττήθηκε η Αριστερά!

Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών της 26ης Μαΐου ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη για τον ΣΥΡΙΖΑ που στόχευε σε μια μικρή διαφορά με τη ΝΔ της τάξης των 3 ποσοστιαίων μονάδων ώστε να διεκδικήσει την πρωτιά στις εθνικές εκλογές.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ ωστόσο, που έφτασε τα όρια της συντριβής, δεν ισοδυναμούσε με ήττα της Αριστεράς! Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στις επιδόσεις του ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 μέχρι φέτος για να διαπιστώσουμε ότι η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ, σε ποσοστό και ψήφους, συμπίπτει με την αριστερή του στροφή και την μετατροπή του σε φωνή του κινήματος κατά των Μνημονίων. Ο ΣΥΡΙΖΑ από το 17% του Μαΐου του 2012, φτάνει στο 27% του Ιουνίου του 2012 και του Μαΐου του 2014 και το 36% του Ιανουαρίου του 2015 όταν προβάλει το σύνθημα «καμιά θυσία για το ευρώ» και διαγραφή μέρους έστω του δημοσίου χρέους, με τη δημιουργία Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου.  Το υψηλότερο ποσοστό του ταυτίζεται με την αριστερή του στροφή. Έκτοτε, η εκλογική του συρρίκνωση είναι αποτέλεσμα της δεξιάς του στροφής, που ξεκινάει τον Φεβρουάριο του 2012 όταν υπογράφει δια χειρός Γ. Βαρουφάκη στο Γιούρογκρουπ την αναγνώριση του χρέους και τη αποπληρωμή του «πλήρως και εγκαίρως» και κορυφώνεται με προδοσία του «Όχι» και την υπογραφή του Τρίτου Μνημονίου τον Αύγουστο του 2015. Η δυσανάλογα μικρή, σε σχέση με την έκταση της μετάλλαξης, πτώση του τον Οκτώβρη του 2015 στο 35% ήταν αποτέλεσμα του μουδιάσματος των αριστερών ψηφοφόρων που εκείνο το καλοκαίρι υπέμεναν το ένα σοκ μετά το άλλο.

Ας αναλογιστούμε έκτοτε τι ακολούθησε:

Η ανακεφαλαιοποίηση με λεφτά του ελληνικού λαού των τραπεζών, που αντί να κρατικοποιηθούν όπως υποσχόταν προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ, επιστράφηκαν στους ιδιώτες. 

Ένα μπαράζ ιδιωτικοποιήσεων δημόσιας περιουσίας που ξεκίνησε από τους σιδηροδρόμους και τα λιμάνια κι έφτασε στα αεροδρόμια και την έκταση του πρώην Ελληνικού.

Η εν κρυπτώ τροποποίηση της τρίτης δανειακής σύμβασης το 2018 ώστε να συμπεριληφθεί στα συμβαλλόμενα μέρη το υπερταμείο των ιδιωτικοποιήσεων που προικίστηκε εν τω μεταξύ, με τη βοήθεια πρόθυμων δημάρχων, με τεράστια ακίνητη περιουσία.

Το θάψιμο του πορίσματος της Επιτροπής Αλήθειας του δημόσιου χρέους που συστάθηκε στην ελληνική βουλή το 2015 κι έδινε τη δυνατότητα επαναδιαπραγμάτευσης και διαγραφής μέρους του χρέους.

Η υπογραφή αλλεπάλληλων νέων αντιλαϊκών μέτρων με πιο χαρακτηριστικό και απεχθές την υποχρέωση εμφάνισης πρωτογενών πλεονασμάτων μέχρι το 2060.

Τουλάχιστον 11 περικοπές συντάξεων, με χαρακτηριστικότερη όλων τη σφαγή των επικουρικών μέχρι και 50% το καλοκαίρι του 2016.

Η άλωση των εργασιακών σχέσεων με τις προσλήψεις μερικώς απασχολουμένων και εποχιακών να υπερτερούν έναντι των προσλήψεων αορίστου χρόνου.

Η κοροϊδία των υπερπλεονασμάτων από την υπερφορολόγηση των πολιτών με βάση τα οποία εξασφαλίζονται οι πόροι για μια κοινωνική πολιτική αναδιανομής ψιχίων.

Η υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, που μπορεί να λύνει επιτέλους το ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής χώρας, αποτελεί ωστόσο παραγγελία των ΗΠΑ και πλήγμα στη Ρωσία. Βλάπτει επομένως την ειρήνη.

Η σύσφιξη των σχέσεων της Ελλάδας με το Ισραήλ και η ταυτόχρονη απομάκρυνση από μια πολιτική ισορροπιών στη Μέση Ανατολή που ακολουθούσε ανέκαθεν η ελληνική διπλωματία.

Η δημιουργία του κολαστηρίου της Μόριας, για χιλιάδες μετανάστες που διαβιούν πολύ χειρότερα σε σχέση ακόμη και με την Αμυγδαλέζα, μόνο και μόνο για να αποτρέπουν τους συμπατριώτες τους.

Κι όλα αυτά δικαιολογούνταν μέχρι πριν δύο εβδομάδες από την τηλεόραση και το βήμα της Βουλής εκ μέρους των κυβερνητικών στελεχών με το επιχείρημα ότι ο λαός ενέκρινε αυτή την πολιτική με την ψήφο του τον Οκτώβριο του 2015…

Πηγή: Kontranews

Υγ. Ευχαριστίες στον Μάνο Σ. που με ένα μήνυμά του έδωσε σχήμα και μορφή σε σκέψεις ωρών…

Η μείωση των δαπανών για υγεία και παιδεία και η Ευκλείδειος μαγειρική

Την επομένη της Πρωτομαγιάς δόθηκε στη δημοσιότητα από το υπουργείο Οικονομικών το Πρόγραμμα Σταθερότητας (εδώ) που υπέβαλε η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή όπου προδιαγράφεται (κι όχι απλώς περιγράφεται) η οικονομική πολιτική της επόμενης τριετίας. Όλες οι προβλέψεις, πολλές εκ των οποίων βρίθουν υπεραισιοδοξίας όπως για παράδειγμα ότι το ΑΕΠ θα αυξάνεται κατά 2,3%, 2,1% και 2% για τα έτη 2020, 2021 και 2022, εκτείνονται μέχρι το 2022.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Πριν λοιπόν ασχοληθούμε με τις κατανομές των κονδυλίων οφείλουμε να αναρωτηθούμε από κι ως που μια κυβέρνηση με εντολή μέχρι τον Οκτώβριο του 2019 «κλειδώνει», υποβάλλοντας προς έγκριση στις Βρυξέλλες, την οικονομική πολιτική των επόμενων χρόνων που μπορεί να μην είναι κυβέρνηση. Πρόκειται για μια διαδικασία εμφανώς αντιδημοκρατική που επιβάλλεται από το πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και υπακούει στη νεοφιλελεύθερη λογική αντιμετώπισης και αδρανοποίησης του «πολιτικού κύκλου». Εν συντομία ότι επειδή εκλογές, κοινωνικές πιέσεις κι άλλα τέτοια …σιχαμερά απρόοπτα  για την Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να πιέσουν στην κατεύθυνση εφαρμογής μια φιλολαϊκής πολιτικής παροχών, έρχεται ο μακροχρόνιος σχεδιασμός μιας ΜΑΚΡΟ-οικονομικής (με το πρώτο συνθετικό με κεφαλαία) πολιτικής να θωρακίσει μια κυβέρνηση που θα μπορεί να αντιτείνει αμυνόμενη ότι η οικονομική πολιτική έχει προαποφασιστεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ επομένως αναλαμβάνει την τεράστια πολιτική ευθύνη νομιμοποίησης και εξωραϊσμού μιας διαδικασίας χάραξης οικονομικής πολιτικής που αποτελεί αρχέτυπο των νεοφιλελεύθερων θεωρητικών οι οποίοι ανήγαγαν σε ύψιστο κίνδυνο για την οικονομία (δηλαδή το κεφάλαιο) την πολιτική (δηλαδή την παρέμβαση των κοινωνικών και πολιτικών αγώνων).

Πολάκης ο …πολύτιμος

Σε αυτό το πλαίσιο όμως είμαστε μάρτυρες μια ουσιώδους μετάλλαξης και υποβάθμισης της αστικής πολιτικής! Όταν η κατανομή των σημαντικότερων κονδυλίων του κρατικού προϋπολογισμού προαποφασίζεται ερήμην της Βουλής και μακριά από το δημόσιο διάλογο τελώντας μόνο υπό την έγκριση και τον έλεγχο ενός παντελούς ανεξέλεγκτου Δημοσιονομικού Συμβουλίου τότε είναι εμφανές ότι οι σημαντικότερες παράμετροι της πολιτικής έχουν τεθεί σε έναν αυτόματο πιλότο, μακριά από την κοινωνία. Εδώ μάλιστα είναι εντυπωσιακή η σιγή ιχθύος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που εμφανίζεται με βάση όλες τις δημοσκοπήσεις ότι θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Είχε επομένως, θεωρητικά μιλώντας, έναν λόγο παραπάνω  να αντιδράσει σε κάθε προσπάθεια να βρεθεί προ τετελεσμένων και να κληθεί να εφαρμόσει προαποφασισμένες πολιτικές. Αντίθετα όμως η Νέα Δημοκρατία, σοφά ποιούσα, συνέχισε να ασχολείται με τον …Πολάκη!  Η πλήρης έλλειψη αντίδρασης εκ μέρους της απέναντι στο Πρόγραμμα Σταθερότητας του ΣΥΡΙΖΑ είναι για πολλούς λόγους αποκαλυπτική. Πρώτο, δείχνει ότι συναινεί στην αφαίρεση αρμοδιοτήτων από την  πολιτική και τη μετάθεσή τους στους σκοτεινούς διαδρόμους των Βρυξελλών. Δεύτερο, δείχνει ότι συμφωνεί με όσα αντιλαϊκά προβλέπει ο ΣΥΡΙΖΑ για την οικονομία τα επόμενα χρόνια. Και, τρίτο, και το σημαντικότερο, δείχνει τη βαθιά συμφωνία ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ στο περιεχόμενο της ακολουθούμενης πολιτικής. Τούτων δοθέντων ο Πολάκης ακόμη κι αν δεν υπήρχε έπρεπε να εφευρεθεί για να καλύπτει τη συμφωνία ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ στα πιο ουσιώδη όπως είναι η μείωση στα κονδύλια για παιδεία και υγεία.

Το Πρόγραμμα Σταθερότητας, επί της ουσίας, είναι φορομπηχτικό και αντιλαϊκό.

Είναι φορομπηχτικό επειδή προβλέπει την εμφάνιση πρωτογενών πλεονασμάτων μέχρι το 2022, ύψους 3,5% του ΑΕΠ. Πρόκειται για κονδύλια που αφαιρούνται από τις Δημόσιες Επενδύσεις και την κατανάλωση καταδικάζοντας την απασχόληση και την ευημερία. Ο ΣΥΡΙΖΑ μάλιστα όχι μόνο αφαιρεί 3,5% του ΑΕΠ κάθε χρόνο, αλλά επάνω σε αυτή την κλοπή προσθέτει άλλη μία, του υπερπλεονάσματος: 0,6% για το 2019 (1,14 δισ.), 0,4% για το 2020 (800 εκ.), 0,6% για το 2021 (1,22 δισ.) και 1,1% για το 2022 (2,33 δισ.) με βάση τα οποία θα ασκήσει μια υποτιθέμενη κοινωνική πολιτική. Συνολικά πρόκειται για 5,5 δισ. ευρώ ή 2,7% του ΑΕΠ που θα αφαιρεθούν από το εισόδημα της κοινωνίας για να διανεμηθούν ξανά. Στην πραγματικότητα θα είναι μια μάχη εντυπώσεων. Μόνο κατ’ ευφημισμόν μπορεί να χαρακτηρισθεί κοινωνική πολιτική γιατί ως προαπαιτούμενο, όρο εκ των ων ουκ άνευ, έχει την υπερ-φορομπηξία! Εάν και μόνο εάν υλοποιηθεί με επιτυχία η υπερ-αφαίμαξη θα μπορούν ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ να διανείμουν στη συνέχεια τα ψίχουλα.

Το Πρόγραμμα Σταθερότητας είναι επίσης αντιλαϊκό επειδή προβλέπει μείωση δαπανών. Για την υγεία συγκεκριμένα από 5,2% του ΑΕΠ το 2017 θα μειωθούν τα κονδύλια σε 4,7% το 2022, για την παιδεία από 3,9% του ΑΕΠ σε 3,5% και για κοινωνική προστασία από 19,4% του ΑΕΠ σε 17,4%. Οι συνολικές δημόσιες δαπάνες σύμφωνα με το Πρόγραμμα Σταθερότητας του ΣΥΡΙΖΑ, που θα το ζήλευε και η ΝΔ,  θα μειωθούν από 47,3% σε 42,5%. Πρόκειται επομένως για ένα σχεδιασμό που προβλέπει συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους και των σχετικών δαπανών ως ποσοστό του παραχθέντος προϊόντος. Με άλλα λόγια, τα κονδύλια που, κατά τεκμήριο, διευκολύνουν τις εργατικές οικογένειες απαλλάσσοντας τις από ένα σοβαρό κόστος πρόκειται να μειωθούν ως ποσοστό του ΑΕΠ. Περιττό να ειπωθεί ότι αν μειωθούν τα κονδύλια για σχολεία και την πρωτοβάθμια υγεία κάποια άλλοι λογαριασμοί θα αβγατύνουν…

Εκεί που μας χρωστούσαν…

Αντί λοιπόν η κυβέρνηση να απολογηθεί για τη νεοφιλελεύθερη πολιτική που εφαρμόζει, αναζητώντας το χρίσμα των Ευρωπαίων και διευκολύνοντας την ΝΔ, στο πλαίσιο άτυπης ενημέρωσης με ημερομηνία 3 Μαΐου το υπουργείο Οικονομικών επιχειρεί να κάνει το άσπρο …μαύρο. Με απύθμενο θράσος επιτίθεται «σε διάφορα μέσα που κάνουν λόγο για μείωση των δαπανών σε υγεία και παιδεία τα επόμενα χρόνια», αντιτείνοντας ότι «η υποτιθέμενη μείωση των δαπανών σε υγεία και παιδεία είναι στην πραγματικότητα αύξηση κατά 600 εκ. ευρώ για την υγεία και πάνω από 400 εκ. ευρώ στην παιδεία. Απλά η αύξηση αυτή είναι μικρότερη από την αύξηση του ΑΕΠ».

Η ευκλείδειος αριθμητική ισοδυναμεί με πολιτική απάτη και μαγειρική, γιατί η μείωση των δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ (που είναι το μέγεθος το οποίο εξετάζεται σε όλες τις διεθνείς συγκρίσεις, καταδικάζοντας την Ελλάδα στις χειρότερες θέσεις διεθνώς ως τώρα και σε ακόμη χειρότερες στο μέλλον) δεν αναιρεί την αύξησή τους ως απόλυτο μέγεθος, όπως υποστηρίζει το υπουργείο.  Αυτή όμως η αριθμητική αύξηση σε απόλυτα μεγέθη θα υπολείπεται της αύξησης που θα έχει καταστήσει δυνατή η αύξηση του κοινωνικού πλούτου! Έτσι, το μεγάλωμα της πίτας κατά πώς λέγεται, με βάση το σχεδιασμό του ΣΥΡΙΖΑ κι όχι της Δεξιάς, θα επιφέρει μια σχετική επιδείνωση του μεριδίου των κοινωνικών δαπανών, αποδεικνύοντας ότι το λεγόμενο κοινωνικό μέρισμα ακόμη κι αν αυξάνεται κατά 1 δισ. μπορεί να μειώνεται σε σχετικούς όρους…

Τα πράγματα μάλιστα θα εξελιχθούν χειρότερα γιατί οι προβλεπόμενοι ρυθμοί μεγέθυνσης τελικά θα μείνουν στα χαρτιά. Κι αυτό που στο τέλος θα ισχύσει θα είναι η μείωση των δαπανών για υγεία και παιδεία από 5,2% και 3,9% το 2017 σε 4,7% και 3,5% αντίστοιχα…

Πηγή: Kommon

Κανέναν δεν πείθει η κυβέρνηση!

Απογοήτευση πρέπει να προκάλεσαν στο Μέγαρο Μαξίμου τα ευρήματα της δημοσκοπικής εταιρείας Prorata που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα των Συντακτών της 23ης Ιουνίου (δες εδώ). Η έρευνα αφορά την απήχηση στην κοινή γνώμη της απόφασης του Eurogroup. (Για έναν σχολιασμό της απόφασης δες εδώ). Εν ολίγοις, η κυβέρνηση δεν έπεισε κανέναν! Η προσπάθεια των ΣΥΡΙΝΕΛ να εμφανίσουν τη συμφωνία της 15ης Ιουνίου ως επωφελή για την κοινωνία και αρχή του τέλους των μνημονιακών δεινών έπεσε στο κενό!

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

Συγκεκριμένα, στο ερώτημα αν με τη συμφωνία του Eurogroup ανοίγει ο δρόμος για την έξοδο από τα Μνημόνια το 55% όσων ερωτήθηκαν απάντησε αρνητικά. Επίσης, το 47% των ερωτηθέντων έκρινε ως κακή τη συμφωνία στο Eurogroup, ενώ η πλειοψηφία (35%) μεταξύ όσων συμμετείχαν στην έρευνα απάντησε ότι η συμφωνία της προκαλεί απογοήτευση. Σε ένα ποσοστό 16% προκαλεί αδιαφορία, 15% άγχος και 12% θυμό! Οι ΣΥΡΙΝΕΛ κατάφεραν επομένως στο 78% να προκαλούν απογοήτευση ή αδιαφορία ή άγχος ή θυμό! Μεγάλο επίτευγμα για ένα κόμμα που μόλις πριν 3 χρόνια θέλησε να ταυτιστεί με την ελπίδα της εξόδου από τη διαρκή λιτότητα και τις περικοπές, για να φτάσουν εν έτει 2017 να ταυτιστούν με τη ΝΔ του Σαμαρά και το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ…

Σε άλλη ερώτηση το 49% του δείγματος υποστήριξε ότι η κυβέρνηση πέρασε κάτω από τον πήχη που η ίδια είχε θέσει στο Eurogroup. Να θυμίσουμε ότι Τσίπρας, Τζανακόπουλος, Τσακαλώτος κ.α. υποστήριζαν ότι η ψήφιση του 4ου Μνημονίου ήταν όρος για να ανακοινωθούν μέτρα ελάφρυνσης του χρέους… Είχαν φτάσει μάλιστα στο σημείο να δηλώνουν πώς θα ανακληθούν τα μέτρα μείωσης των συντάξεων και του αφορολόγητου ορίου αν τυχόν κι οι Ευρωπαίοι δεν εγκρίνουν το πακέτο ελάφρυνσης του χρέους. Το κακό για την κυβέρνηση δεν είναι μόνο ότι το 49% απορρίπτει το χρυσό περιτύλιγμα του χαπιού. Το κακό επίσης είναι ότι ένα ποσοστό 19% επιπλέον μάλλον συμφωνεί με αυτή την άποψη, ενώ διαφωνεί μόνο ένα ποσοστό της τάξης του 12%. Αρνητικές είναι οι περισσότερες απαντήσεις, και συγκεκριμένα το 50%, και στο ερώτημα για το αν η Ελλάδα θα καταφέρει να βγει στις αγορές το καλοκαίρι του 2018 χωρίς πρόβλημα.

Η απόρριψη της συμφωνίας του Eurogroup από την ελληνική κοινωνία, που δικαιολογεί πλήρως την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ στο ποσοστό δυνητικής εκλογικής επιρροής στο 20% (όταν η ΝΔ φτάνει το 36%) στην ίδια έρευνα, είναι μια ελπιδοφόρα εξέλιξη καθώς δείχνει ότι οι εργαζόμενοι δεν πιστεύουν τα παραμύθια της κυβέρνησης. Οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να θεωρούν ως αιτία νέων δεινών και περαιτέρω φτωχοποίησης τα πρωτογενή πλεονάσματα που υπέγραψε η κυβέρνηση μέχρι το 2060, παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να υποτιμήσει τις μακροχρόνιες συνέπειες των όσων αποδέχτηκε. Κανείς πλέον δεν πιστεύει το ΣΥΡΙΖΑ κι οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να θεωρούν τη δημοσιονομική σταθεροποίηση ως αιτία εξαθλίωσης που αντιστρατεύεται την άνοδο της κοινωνικής ευημερίας! Κι αυτό είναι μια καλή αρχή…

Δημοσιεύθηκε στη ιστοσελίδα kommon

Αρέσει σε %d bloggers: