Προ των πυλών η καταστροφή στην Ιντλίμπ

Σημαδιακή ημέρα η Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020 για τη Συρία. Μετά από οκτώ χρόνια, για πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε πτήση από τη Δαμασκό στο Αλέπο. Το αεροπλάνο κατά την προσγείωση του, μετά από την πτήση διάρκειας 40 λεπτών, υποδέχθηκε στρατιωτική μπάντα, ενώ την ίδια ώρα αεροπλάνα της συριακής πολεμικής αεροπορίας πραγματοποιούσαν χαμηλές πτήσεις, γιορτάζοντας το γεγονός και κάνοντας ταυτόχρονα επίδειξη δύναμης. Τα πράγματα βέβαια ακόμη και στο Αλέπο δεν είναι τόσο ειδυλλιακά όσο φαίνονταν κατά την προσγείωση του επιβατικού αεροπλάνου στο αεροδρόμιο, το οποίο να σημειωθεί ότι είχε ανοίξει ξανά το 2017 για να κλείσει σχεδόν αμέσως για λόγους ασφαλείας, ή όσο έδειχναν λίγες ώρες νωρίτερα όταν οι υπουργοί Μεταφορών και Τουρισμού εγκαινίαζαν το αεροδρόμιο…

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα, την Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου, αντάρτες του Συριακού  Εθνικού Στρατού που χρηματοδοτούνται και εξοπλίζονται από την Τουρκία λειτουργώντας σαν το μακρύ της χέρι, προκάλεσαν την κατάρριψη ενός κυβερνητικού ελικοπτέρου εγκαινιάζοντας μια νέα, πιθανότατα την τελευταία, κλιμάκωση των εχθροπραξιών. Την επομένη συριακές επίγειες δυνάμεις και ρωσικά μαχητικά αεροπλάνα SU-35 βομβάρδισαν τις θέσεις των μισθοφόρων της Τουρκίας, οδηγώντας τους έξω από την πόλη.

Την ίδια μέρα ξεκίνησε κι ο νέος γύρος των διαπραγματεύσεων μεταξύ Μόσχας και Άγκυρας στη ρωσική πρωτεύουσα, κομίζοντας τα ίδια αποτελέσματα που έφεραν κι άλλοι γύροι διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο κρατών στο Μόναχο και στις δύο πρωτεύουσες: το απόλυτο κενό. Το εκ πρώτης όψεως παράδοξο είναι ότι η μια χώρα εγκαλεί την άλλη για παραβίαση της Συμφωνίας του Σότσι, που υπογράφτηκε το 2018, καλώντας την άλλη να σεβαστεί το γράμμα της. Η αλήθεια είναι πώς και οι δύο έχουν …δίκιο. Η συμφωνία που υπέγραψαν Πούτιν και Ερντογάν στις 17 Σεπτεμβρίου 2018 έβριθε από αμφισημίες σε τέτοιο βαθμό ώστε αμφότεροι όσο την παραβιάζουν τόσο άνετα να την επικαλούνται.

Συγκεκριμένα, η Τουρκία επικρίνει τη Ρωσία επειδή παραβιάζει το δεύτερο άρθρο της, βάσει του οποίου θα λάβαινε όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την εκεχειρία εντός και πέριξ του Ιντλίμπ, αποτρέποντας στρατιωτικές επιχειρήσεις και επιθέσεις. Σε αυτή την κατηγορία των επιχειρήσεων και των επιθέσεων η Άγκυρα εντάσσει όχι μόνο την αντεπίθεση του συριακού στρατού αλλά και τους μαζικούς βομβαρδισμούς της ρωσικής αεροπορίας σε νοσοκομεία και αγορές. Η Ρωσία από τη μεριά της εγκαλεί την Τουρκία επειδή παραβιάζει το δέκατο άρθρο της συμφωνίας, που καλεί στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας στην ζώνη αποκλιμάκωσης του Ιντλίμπ. Οι υψηλοί προστάτες του Άσαντ υποστηρίζουν ότι οι επιχειρήσεις των κατσαπλιάδων μισθοφόρων της Άγκυρας στο Ιντλίμπ νομιμοποιούν τον συριακό κυβερνητικό στρατό να επιχειρεί εντός του Ιντλίμπ.

Σε κάθε περίπτωση αυτό που είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού είναι πώς η συριακή κυβέρνηση, αν πριν ένα ή δύο χρόνια αποδέχτηκε μια συμφωνία που ντε φάκτο κατακερμάτιζε τη χώρα, περιορίζοντας την κυριαρχία της, πλέον πετάει σαν περιττό βαρίδι αυτή τη συμφωνία. Όσο ανακτά τις δυνάμεις της και συντρίβει μία – μία τις ομάδες των τζιχαντιστών, παραβιάζει παλιότερες συμφωνίες διεκδικώντας την ανάκτηση της εδαφικής ενότητας της Συρίας και της εθνικής της κυριαρχίας. Κι αυτό ακριβώς είναι που δεν εννοεί να χωνέψει η Τουρκία κι απειλεί να προκαλέσει μια άνευ προηγουμένου ανθρωπιστική τραγωδία.

Ήδη, οι συνθήκες στο Ιντλίμπ είναι περισσότερο από δραματικές. Από την 1η Δεκεμβρίου, όταν ξεκίνησε η επίθεση του συριακού στρατού, το έχουν εγκαταλείψει περισσότεροι από 900.000 άνθρωποι, εκ των οποίων πάνω από τους μισούς είναι παιδιά. Εξ αυτών 600.000 έχουν συγκεντρωθεί κοντά στα σύνορα με την Τουρκία υπό συνθήκες πολικού ψύχους, με παιδιά και κάθε είδους ευάλωτους ανθρώπους να πεθαίνουν καθημερινά από τις κακουχίες. Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ χαρακτήρισε την κατάσταση ως «τη μεγαλύτερη ανθρωπιστική ιστορία τρόμου του 21ου αιώνα»… Εντός του Ιντλίμπ περισσότεροι από 300 άμαχοι έχουν πεθάνει, με τους περισσότερους εκ των οποίων να έχουν χάσει τη ζωή τους, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, από ρωσικά και συριακά πυρά…

Μια τουρκική επίθεση, που είναι θέμα χρόνου όπως δήλωσε ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν, μιλώντας στους βουλευτές του την Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου, θα οδηγήσει την ανθρωπιστική κρίση στα άκρα. Πολύ περισσότερο που η Ρωσία δεν πρόκειται να μείνει με σταυρωμένα χέρια. Μάλιστα, η δήλωση του εκπροσώπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, ότι θα «πρόκειται για μια επιχείρηση εναντίον της νόμιμης κυβέρνησης της Συριακής Δημοκρατίας και των ενόπλων δυνάμεων της Συριακής Δημοκρατίας η οποία θα είναι η χειρότερη επιλογή», έστειλε πολλά και διαφορετικά μηνύματα στην Άγκυρα που δεν περιορίζονται μόνο στην στρατιωτική απάντηση που θα ακολουθήσει. Αφορούν και τις διπλωματικές τους σχέσεις που θα δοκιμαστούν για πρώτη φορά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του Ερντογάν τον Ιούλιο του 2016…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Μετωπική Ρωσίας –Τουρκίας;

Σημαδιακή μέρα η Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου για την Τουρκία, καθώς για πρώτη φορά από το 2011 όταν ξεκίνησε ο εμφύλιος στη Συρία η Τουρκία συγκρούστηκε απ’ ευθείας με τον συριακό στρατό, καταγράφοντας 8 νεκρούς στρατιώτες κι 1 άτομο από το πολιτικό προσωπικό. Δέκα χρόνια κοντεύουν να κλείσουν κι ενώ η Τουρκία έχει προκαλέσει τεράστια υλική και ανθρώπινη ζημιά στη Συρία, που αποτελεί σταθερό ανταγωνιστή της, πάντα μέσω αντιπροσώπων, την προηγούμενη Δευτέρα ήταν η πρώτη φορά που πλήρωσε για την πολιτική της. Φυσικά ανταπέδωσε σκοτώνοντας με δικά της πυρά 13 στρατιώτες του συριακού στρατού και στρεφόμενη κατά της Ρωσίας!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η σύγκρουση του συριακού στρατού με τον τουρκικό ήταν αναμενόμενη, όσο το καθεστώς του Άσαντ ανακάμπτει κι επιχειρεί να εξασφαλίσει την εδαφική ενότητα της χώρας. Η αποχώρηση των ΗΠΑ, ακόμη κι όπως έγινε, διευκολύνει αφάνταστα τον Άσαντ, που ως μεγαλύτερο αγκάθι το οποίο έχει να αντιμετωπίσει είναι το Ιμπλίντ, όπου ειδικά από τον περασμένο Απρίλιο διεξάγει αλλεπάλληλες κι αιματηρές επιχειρήσεις για να ανακτήσει τον έλεγχο του. Στο πλαίσιο αυτών των επιχειρήσεων οι νεκροί ξεπερνούν τους 1.000, ενώ με βάση τη UNICEF μόνον από τον Δεκέμβριο 300.000 άτομα έχουν διωχθεί και 1,2 εκ. άλλα άτομα βρίσκονται σε άμεση ανάγκη βοήθειας. Η Μόσχα συνδράμει στις επιχειρήσεις του συριακού στρατού με συχνά ανελέητους αεροπορικούς βομβαρδισμούς, που συνάδουν ωστόσο με τον διακηρυγμένο στόχο της για ανάκτηση της Συριακής εθνικής κι εδαφικής ενότητας.

Καθόλου τυχαία λοιπόν ο Ερντογάν δεν στράφηκε κατά της Ρωσίας, δηλώνοντας «να μην βρεθούν στο δρόμο τους»! Οι τόνοι ανέβηκαν εκ μέρους του Ερντογάν, με αφορμή την προγραμματισμένη επίσκεψη που πραγματοποιούσε την ίδια ημέρα, Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου στο Κίεβο. Ο τούρκος πρόεδρος δεν δίστασε να θίξει τις πιο ευαίσθητες χορδές της Τουρκίας, δημιουργώντας ένα σαφές ρήγμα στις διμερείς τους σχέσεις. Από την πρωτεύουσα της Ουκρανίας ο τούρκος πρόεδρος όχι μόνον επανέλαβε τη θέση της Άγκυρας να μην αναγνωρίσει την Κριμαία ως ρωσικό έδαφος αλλά χαρακτήρισε «μη νομιμοποιημένη» την προσάρτηση της χερσονήσου το 2014. Κατά τη παραμονή του στην Ουκρανία ο Ερντογάν συμφώνησε με το ομόλογό του να αυξήσουν το διμερές εμπόριο ως το 2023 στα 10 δισ. δολ. κι επίσης να αυξήσουν τη συνεργασία στο μέτωπο των αμυντικών δαπανών. Σε αυτό το πλαίσιο η Άγκυρα θα διευκολύνει το Κίεβο με 36 εκ. δολ. προκειμένου να προμηθευτεί τουρκικό εξοπλισμό.

Από τη μεριά της Τουρκίας δεν έλειψαν και προσπάθειες απόδοσης της επίθεσης του συριακού στρατού στην επιχείρηση του Ερντογάν να χτίσει γέφυρες συνεργασίας με το Κίεβο που αποτελεί ορκισμένο εχθρό της Μόσχας. Η εθνικίστρια ηγέτης του κόμματος ΙΥΙ Μεράλ Ακσενέρ συγκεκριμένα (είναι αυτή που είχε υποσχεθεί ότι αν κέρδιζε τις εκλογές θα έκανε την τελετή ορκωμοσίας της σε ένα από τα νησιά του Αιγαίου που διεκδικεί η Τουρκία), δήλωσε ότι ο συριακός στρατός κατ’ εντολήν της Ρωσίας έβαλε κατά των Τούρκων στρατιωτών, τιμωρώντας έτσι την Άγκυρα για τη στρατιωτική ενίσχυση του Κιέβου. «Δίνουμε στρατιωτική βοήθεια, γινόμαστε στρατιωτικό στόχος» ήταν τα λόγια της, θεωρώντας ως το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου ο τουρκικός στρατός να έχει εισβάλει στη Συρία και να έχει καταλάβει συριακό έδαφος…

Το ρήγμα στις σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία όσο κι αν προχωρήσει (δεδομένου ότι οι δρόμοι τους χωρίζουν και στη Λιβύη) δεν θα ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο βάθος, που ορίζεται από μια σειρά συμφωνίες τις οποίες έχουν υπογράψει οι δύο χώρες σε θέματα άμυνας, ενέργειας και οικονομίας τα λίγα τελευταία χρόνια και δη μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Ερντογάν. Η πιο πρόσφατη συμφωνία αφορούσε τον αγωγό Turkstream και υπογράφτηκε μεταξύ Πούτιν και Ερντογάν στις 8 Ιανουαρίου. Ο αγωγός θα διέρχεται από την Μαύρη Θάλασσα και θα έχει μήκος 930 χιλιόμετρα τροφοδοτώντας με ρωσικό αέριο την εσωτερική κατανάλωση της Τουρκίας και παράλληλα την αγορά της Νότιας Ευρώπης μέσω της Βουλγαρίας, της Σερβίας και της Ουγγαρίας. Είναι ένα σχέδιο που σε συνδυασμό με τον αγωγό Nordstream II «τελειώνει» πολιτικά, οικονομικά και γεωστρατηγικά την Ουκρανία, μιας και η Ρωσία δεν θα την έχει πλέον καμμιά ανάγκη για να φτάσει το φυσικό της αέριο στην Ευρώπη. Κι εδώ δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε στην Τουρκία την ευκολία με την οποία μπορεί να κινείται δραστήρια κι αποτελεσματικά στα πιο ανταγωνιστικά ταμπλό, και στο ΝΑΤΟ και με S-400, και με τη Ρωσία και με την Ουκρανία, για να υπηρετήσει μια αναθεωρητική πολιτική που εντείνει την αστάθεια προς όλες τις κατευθύνσεις…

Πηγή : Νέα Σελίδα

Σε 2 μέρες το Ισραήλ βομβάρδισε 3 κράτη!

Ξεπέρασε ακόμη και τον χειρότερο εαυτό του το Ισραήλ καταφέρνοντας εντός 48 ωρών να βομβαρδίσει τρία διαφορετικά κράτη της Μέσης Ανατολής: τον Λίβανο, το Ιράκ και τη Συρία!

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Στον Λίβανο στόχος των ισραηλινών επιθέσεων που υλοποιήθηκαν με τη χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών ήταν το κέντρο Τύπου της Χεζμπολάχ, στα νότια προάστια της Βηρυτού, και εγκαταστάσεις της μαρξιστικής οργάνωσης Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση στην Κοιλάδα Μπεκάα του Λιβάνου. Οι ισραηλινοί βομβαρδισμοί προκάλεσαν την αντίδραση ακόμη και του προέδρου της χώρας, Μισέλ Αούν, ο οποίος χαρακτήρισε τις επιθέσεις ως «κήρυξη πολέμου». Η ισραηλινή επίθεση έρχεται ως συνέχεια της ανέγερσης από το Ισραήλ το 2018 τείχους στα σύνορα των δύο χωρών, κι αποτελεί ωμή παραβίαση της απόφασης του ΟΗΕ υπ. αρ. 1701 με την οποία τερματίστηκε η εισβολή του Ισραήλ στο Λίβανο το 2006. Είναι δε η πρώτη φορά που βομβαρδίζεται η χώρα από το 2006, με αποτέλεσμα ο ηγέτης της Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα, να υποσχεθεί απάντηση στους εισβολείς:  «Λέω στον ισραηλινό στρατό που βρίσκεται στα σύνορα ότι από απόψε να μείνουν άγρυπνοι φρουροί. Σε μία, δύο, τρεις, τέσσερις ημέρες να μας περιμένετε»! Κατά πόσο φυσικά αυτές οι απειλές θα γίνουν πράξη είναι άγνωστο….

Οι πρόσφατες ισραηλινές επιθέσεις στο Ιράκ, με την πιο πρόσφατη να έχει ως στόχο στρατιωτικές εγκαταστάσεις των Μονάδων Λαϊκής Κινητοποίησης, ήταν οι πρώτες μετά το 1981, όταν η ισραηλινή αεροπορία βομβάρδισε πυρηνικό αντιδραστήρα υπό κατασκευή ώστε να εξασφαλίσει πώς το Ισραήλ θα είναι η μία και μοναδική πυρηνική δύναμη στην Μέση Ανατολή. Οι επιθέσεις στο Ιράκ οδήγησαν την ιρακινή πολιτική ηγεσία να ζητήσει την άμεση απομάκρυνση των 5.000 αμερικανών στρατιωτών που εδρεύουν στο Ιράκ από το 2014 όταν επέστρεψαν, μετά την απόσυρσή τους το 2011, με το πρόσχημα αντιμετώπισης του ISIS. Στην κηδεία των νεκρών Ιρακινών κάηκαν αμερικανικές σημαίες, ενώ τα συνθήματα που κυριαρχούσαν ήταν «θάνατος στις ΗΠΑ» και «θάνατος στο Ισραήλ». Η επίθεση στο Ιράκ προκάλεσε ερωτηματικά και αγανάκτηση και για το ρόλο της Σαουδικής Αραβίας, μιας ο μοναδικός τρόπος για να φτάσουν στο Ιράκ τα ισραηλινά μη επανδρωμένα αεροσκάφη ήταν μέσω Τουρκίας ή Σαουδικής Αραβίας. Κι η Τουρκία αποκλείεται να βοήθησε το Ισραήλ…

Ο βομβαρδισμός της Συρίας από το Ισραήλ, δυστυχώς, δεν αποτελεί είδηση, καθώς συστηματικά τα τελευταία χρόνια η ισραηλινή αεροπορία επιτίθεται στη Συρία υποστηρίζοντας ότι στόχο της είναι ιρανικές δυνάμεις και με αυτόν τον τρόπο αποτρέπει τα σχέδια προώθησης του Ιράν προς τα ισραηλινά σύνορα. Για το Ισραήλ η ιρανική απειλή έχει εξελιχθεί σε μια ιδανική αφορμή για να επεκτείνει την ακτίνα δράσης του σε όλη την Μέση Ανατολή, χωρίς να υπάρχει καμία αντίδραση! Ας σκεφτούμε τι διεθνείς αντιδράσεις θα είχαν ξεσηκωθεί αν το Ιράν ή το Ιράκ βομβάρδιζε μέσα σε 2 ημέρες 3 διαφορετικές χώρες… Θα είχε εξασφαλίσει τις πιο σκληρές οικονομικές κυρώσεις για πολλούς αιώνες. Και τώρα ακόμη και για να μάθουμε τα νέα …κατορθώματα του Ισραήλ πρέπει να ψάξουμε στα μονόστηλα του διεθνούς Τύπου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο ισραηλινός εξτρεμισμός απειλεί να τινάξει όλη την Μέση Ανατολή, από την μια άκρη ως την άλλη, στον αέρα! Δεν είναι καθόλου τυχαίες οι προσπάθειες των ΗΠΑ να αποσείσουν από πάνω τους τις ευθύνες για τις ισραηλινές επιθέσεις, φοβούμενες ένα κύμα επιθέσεων εναντίον των Αμερικανών στρατιωτών ως απάντηση στους πολύνεκρους ισραηλινούς βομβαρδισμούς. Στο πλαίσιο αυτών των προσπαθειών ανακοίνωση του αμερικανικού πενταγώνου τη Δευτέρα 26 Αυγούστου ανέφερε ότι «υποστηρίζουμε την ιρακινή κυριαρχία κι έχουμε κατ’ επανάληψη αποδοκιμάσει πιθανές δράσεις από εξωτερικούς παράγοντες που υποκινούν τη βία στο Ιράκ»… Για το Ισραήλ φυσικά κουβέντα, παρότι ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν άφησε καμμιά αμφιβολία για τον αυτουργό των βομβαρδισμών όταν δήλωνε, αμέσως μετά το πέρας τους ότι «κάθε χώρα που επιτρέπει να χρησιμοποιείται το έδαφος της για επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ θα αντιμετωπίζει τις συνέπειες και επαναλαμβάνω η χώρα θα αντιμετωπίζει τις συνέπειες»!

Το χειρότερο ωστόσο όχι μόνο για τους λαούς της Μέσης Ανατολής αλλά επίσης για την ειρήνη και τη σταθερότητα στην ανατολική Μεσόγειο είναι ότι οι ισραηλινές επιθέσεις εντάσσονται πλήρως και συμπληρώνουν το δόγμα του Λευκού Οίκου περί άσκησης «μέγιστης πίεσης» στο Ιράν. Οι ΗΠΑ επομένως οπλίζουν το Ισραήλ, τόσο με την μεταφορική όσο και με την κυριολεκτική έννοια του όρου.

Από την άλλη, το Ισραήλ διαμορφώνει τετελεσμένα κι επιχειρεί να επηρεάσει την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Μόνο σύμπτωση δεν ήταν για παράδειγμα η χρονική συγκυρία που επέλεξε το Ισραήλ να βομβαρδίσει Λίβανο, Ιράκ και Συρία, καθώς εκείνες τις ημέρες κορυφώνονταν οι υπόγειες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ, με τον Τραμπ να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο απ’ ευθείας συνάντησής του με τον ιρανό ομόλογό του Χασάν Ρουχανί. Η πιθανότητα αποκλείστηκε όταν ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Μοχάμεντ Τζαβάντ Ζαρίφ, που χαίρει μεγάλης αναγνώρισης στη διεθνή διπλωματία, δήλωσε πώς ο δρόμος των διαπραγματεύσεων περνάει μέσα από την επιστροφή των ΗΠΑ στη διεθνή συμφωνία, από την οποία αποχώρησε τον Μάιο του 2018. Το Ισραήλ προκάλεσε το Ιράν, ευελπιστώντας  να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο, για να εξαλείψει οποιαδήποτε πιθανότητα επαναπροσέγγισης. Πλάι δε σε όλα αυτά είναι κι η προσωπική ατζέντα του Νετανιάχου που ξέρει ότι ο πιο σύντομος δρόμος για μα τερματίσει πρώτος στις πρόωρες εκλογές που προκάλεσε ώστε να τη γλιτώσει από τις διώξεις για σκάνδαλα είναι η όξυνση, ακόμη κι ένας πόλεμος…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Λεηλατώντας και τρομοκρατώντας στα καλύτερα του ο τουρκικός στρατός στην Αφρίν

Ριζικά νέα δεδομένα και ανατροπή πολυετών σχεδιασμών και φιλοδοξιών σηματοδοτεί η κατάληψη την Κυριακή 18 Μαρτίου από τον τουρκικό στρατό και τους συμμάχους του – κατσαπλιάδες της κουρδικής πόλης Αφρίν στα βόρεια της Συρίας.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μεγάλος κερδισμένος της απρόσμενα εύκολης κατάληξης της επιχείρησης «Κλάδος Ελιάς» που ξεκίνησε στις 20 Ιανουαρίου είναι η Τουρκία. Το καθεστώς Ερντογάν, ενώ ετοιμαζόταν για μια πολύμηνη πολιορκία με σημαντικές απώλειες και ακόμη πιο σημαντικά πλήγματα στη δημόσια εικόνα του εξ αιτίας των εγκλημάτων πολέμου στα οποία θα προέβαινε, κατήγαγε μια απρόσμενη επιτυχία στα όρια του θριάμβου. Η απόφαση των Κούρδων υπερασπιστών του Αφρίν, των Μονάδων Προστασίας του Λαού (YPG), να παραδώσουν την πόλη χωρίς να πολεμήσουν δικαιώνει την επιλογή του Ερντογάν  να εισβάλεις τη Συρία, προσπερνώντας όχι μόνο διεθνείς αντιδράσεις όταν για παράδειγμα παραβίαζε την εκεχειρία που επέβαλε ο ΟΗΕ, αλλά και ισχυρότατες εσωτερικές αντιδράσεις, εκ μέρους των Κούρδων και της δημοκρατικής αντιπολίτευσης – εδώ προφανώς δεν συμπεριλαμβάνεται το βαθύ κεμαλικό κράτος με το οποίο ο Ερντογάν ενισχύει συνεχώς τους δεσμούς του.

Τα πολιτικά κέρδη της Τουρκίας είναι τόσο σοβαρά ώστε ο Ερντογάν δημόσια δήλωσε πως η κατάληψη της Αφρίν, που ουδέποτε θα είχε συμβεί αν δεν ήθελαν οι Ρώσοι, ήταν μόνο η αρχή κι ο επόμενος στόχος είναι οι Κούρδοι που βρίσκονται στα ανατολικά. Εδώ μάλιστα βγήκε στην επιφάνεια και μια διάσταση, καθαρό αποτέλεσμα της αλαζονείας που προκάλεσε στην Άγκυρα η εξάλειψη του YPG από τον κουρδικό θύλακα του Αφρίν. Μέχρι πρόσφατα, η Τουρκία δήλωνε πώς αιτία πολέμου θεωρεί την παρουσία των Κούρδων δυτικά του Ευφράτη: από το Αφρίν μέχρι και την πόλη Μανμπίτζ, όπου οι Κούρδοι των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων επιχειρούν από κοινού μαζί με 2.000 αμερικανούς στρατιώτες. Σε αυτό το πλαίσιο είχαν διαρρεύσει πληροφορίες ακόμη και για από κοινού επιχειρήσεις των τουρκικών και αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στο Μανμπίτζ εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, όπου οι Τούρκοι θα υποκαθιστούσαν τους Κούρδους οι οποίοι θα στέλνονταν ανατολικά του Ευφράτη. Πλέον όμως ο Ερντογάν δηλώνει πώς θα φτάσει με το Βόρειο Ιράκ! Απειλεί τη Βαγδάτη πώς αν δεν λάβει στρατιωτικά μέτρα για να εξαλείψει τις βάσεις του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος από το ημι-αυτόνομο κουρδικό βόρειο Ιράκ, θα επέμβει όπως έπραξε και στη Συρία. Εδώ εμφανέστατα η Άγκυρα αναπροσάρμοσε τους στόχους της, επί το επιθετικότερο, έπειτα από την επιτυχία της Αφρίν.

Εντός της Τουρκίας, δεν αποκλείεται ο Ερντογάν να επισπεύσει τις προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές που είναι προγραμματισμένες για το Νοέμβριο του 2019. Παρότι έχει κατ’ επανάληψη αποκλείσει τέτοιο ενδεχόμενο θεωρείται πιθανό να επιχειρήσει να κεφαλαιοποιήσει τα πολιτικά κέρδη που του εξασφάλισε η αποκαθήλωση από το κέντρο του Αφρίν του αγάλματος του επαναστάτη σιδερά Κάουα, σύμβολο του αγώνα του κουρδικού λαού για απελευθέρωση.

Μεγάλος χαμένος από την είσοδο στην Αφρίν του Τουρκικού στρατού και των συμμάχων του του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, ήταν το όραμα εκατομμυρίων Κούρδων για τη δημιουργία ενός ημι-αυτόνομου θύλακα στα βόρεια της Συρίας, που εν καιρώ θα μετασχηματιζόταν σε κράτος. Η δήλωση των Κούρδων πώς θα συνεχίσουν να πολεμούν τους εισβολείς με τακτικές ανταρτικού πολέμου και θα γίνουν ο καθημερινός τους εφιάλτης, μένει να αποδειχθούν. Ως προς το παρών οι σκηνές λεηλασίας και τρόμου που μετέδιδαν από το Αφρίν τα διεθνή Μέσα και ανταποκριτές αποτελούν το άδοξο τέλος σχεδίων που γράφτηκαν με αίμα χιλιάδων Κούρδων οι οποίοι πολέμησαν στο πλάι των Αμερικανών ελπίζοντας να ευεργετηθούν με το πράσινο φως για ένα δικό τους κράτος. Τους επόμενους μήνες δεν αποκλείεται η Τουρκία να επιχειρήσει να εγκαταστήσει στην Αφρίν τα 3 εκατ. προσφύγων πολέμου από τη Συρία που βρίσκονται στα εδάφη της, πετυχαίνοντας με αυτό τον τρόπο ένα διπλό στόχο: από τη μια να απαλλαγεί η ίδια από τους Σύρους πρόσφυγες κι από την άλλη να αλλοιώσει την εθνική σύνθεση της Αφρίν, όπως κάνει για παράδειγμα το Ισραήλ στην Ιερουσαλήμ σε βάρος των Παλαιστινίων.

Στην πλευρά των χαμένων εντάσσεται και η Συρία. Ο Άσαντ μπορεί να απέτρεψε τη ντε φάκτο δημιουργία ενός κουρδικού ημι-αυτόνομου κρατιδίου στα βορειοδυτικά σύνορά του, αλλά αν έπρεπε να επιλέξει μεταξύ κουρδικής και τουρκικής κατοχής συριακών εδαφών, σίγουρα δεν θα επέλεγε την τουρκική. Φάνηκε άλλωστε και από τις τελευταίες εβδομάδες όταν δυνάμεις του συριακού στρατού και των συμμάχων του έσπευσαν στην Αφρίν προς ενίσχυση των Κούρδων. Ήταν όμως αργά…

Ενώ όλα τα παραπάνω θεωρούνται σίγουρα, έστω και σε ένα περιβάλλον που αλλάζει μέρα με τη ημέρα, άγνωστη παραμένει η απάντηση των Αμερικανών. Η αντίφαση που προκύπτει για την Ουάσινγκτον είναι εξόφθαλμη: Δεν μπορεί ο Τραμπ από την μια με την αλλαγή του δόγματος εθνικής ασφαλείας να απειλεί Κίνα και Ρωσία μαζί, κι από την άλλη να ανέχεται από τον Ερντογάν την ακύρωση στρατηγικών συμμαχιών για τις ΗΠΑ σε μια χώρα που σε λίγο η πλειοψηφία των κατοίκων της θα είναι ξένοι στρατοί που μάχονται μεταξύ τους. Γιατί η Τουρκία μπορεί να θέλει να αποτρέψει τη δημιουργία ενός κουρδικού κράτους που αργά ή γρήγορα θα συμπεριλάβει και τουρκικά εδάφη, για τις ΗΠΑ ωστόσο κρίνεται ολόκληρος ο σχεδιασμός τους για τη Μέση Ανατολή, καθώς με την παρουσία τους στη Συρία επιδιώκουν να ελέγχουν τη Ρωσία και το Ιράν. Πολεμώντας μαζί με τους Κούρδους, που είναι οι μεγάλοι χαμένοι κάθε γεωπολιτικής ανατροπής στην περιοχή, συγκαλύπτουν τα επεκτατικά – εμπρηστικά τους σχέδια και εμφανίζονται ως μια δύναμη σταθερότητας που απονέμει δικαιοσύνη και εγγυάται την ασφάλεια του Κουρδικού πληθυσμού. Επιτρέποντας όμως στις ορδές του τουρκικού στρατού να επιβάλλουν εθνοκάθαρση στα νότια σύνορα της Τουρκίας, γιατί αυτό επιδιώκει ο Ερντογάν, οι Αμερικάνοι εκτίθενται και φαίνονται ως αυτό που πραγματικά είναι: δύναμη εισβολής και αιτία όλων των δεινών που μαστίζουν την Μέση Ανατολή.

Πηγή: Νέα Σελίδα

Όλοι εναντίον όλων στη Συρία

Τουλάχιστον ένδεκα στρατοί, τρία μέτωπα και δύο πόλεμοι συνταράσσουν τη Συρία από άκρη σε άκρη, σε μία σύγκρουση που δεν έχει προηγούμενο από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Ο στρατός που κάνει τη δυναμική του επανεμφάνιση τις τελευταίες μέρες είναι της κυβέρνησης, και στα τρία μάλιστα μέτωπα. Το πρώτο είναι στα περίχωρα της Δαμασκού, στην ανατολική Γιούτα διεξάγοντας αδυσώπητους και συνεχείς βομβαρδισμούς εναντίον των τζιχαντιστών, που κατά τη προσφιλή τους τακτική χρησιμοποιούν άμαχους ως ανθρώπινες ασπίδες, κι έχοντας μάλιστα πλήρη επίγνωση ότι δίνουν τις τελευταίες μάχες επί συριακού εδάφους. Ως αποτέλεσμα, τα θύματα έχουν ξεπεράσει τα 200, ενώ πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν άμεση ανακωχή για να μπορέσουν να εισέλθουν στην ερειπωμένη πόλη τα σωστικά συνεργεία να προσφέρουν πρώτες βοήθειες, να συλλέξουν θύματα και να δημιουργήσουν οδούς διαφυγής για τους αμάχους.

Ανέλπιστη, σε βαθμό να αλλάζει άρδην τα δεδομένα, ήταν κι η θετική ανταπόκριση της Δαμασκού στο αίτημα των Κούρδων του Αφρίν να προστρέξουν προς ενίσχυσή τους. Η στροφή του Άσαντ, όπως εύκολά μπορεί κανείς να υποθέσει, καλύφθηκε πλήρως από τη Μόσχα. Σε μια (νέα) αλλαγή τακτικής η Ρωσία, που φαινόταν να είχε συναινέσει με την τουρκική επιχείρηση που κατ’ ευφημισμό ονομάστηκε «Κλάδος Ελιάς», δια στόματος του ίδιου του Σεργκέι Λαβρόφ προέτρεψε την Άγκυρα να επιλύσει την κρίση του Αφρίν μέσω άμεσου διαλόγου με τη Δαμασκό. Ελιγμός που ισοδυναμούσε με εγκατάλειψη της Άγκυρας δεδομένου ότι δεν έχουν περάσει πολλές μέρες απ’ όταν ο Ερντογάν διαπίστωνε μεγαλοφώνως ότι είναι αδύνατο να συζητήσει με έναν ηγέτη όπως ο Άσαντ που έχει βάψει τα χέρια του με το αίμα 1 εκ. πολιτών του. Αυτό, ωστόσο, που δε διευκρινίστηκε είναι αν ο Ερντογάν το έλεγε αυτό από οργή ή από ζήλια…

Η εισβολή του τουρκικού στρατού στη Συρία και η αναμενόμενη πολιορκία του Αφρίν δε δοκιμάζει τις σχέσεις της Άγκυρας μόνο με τη Μόσχα, αλλά και με το Ιράν, καθώς στο κονβόι που επιχείρησε να προσεγγίσει το Αφρίν προς ενίσχυση των Κούρδων μαχητών του YPG, που η Άγκυρα χαρακτηρίζει ως τρομοκρατική οργάνωση – συνεργάτη του ΡΚΚ που δρα στο τουρκικό Κουρδιστάν, για να δεχτεί το σφυροκόπημα του τουρκικού πυροβολικού δεν επέβαιναν μόνο Σύροι κυβερνητικοί στρατιώτες, αλλά και Σιίτες μαχητές που κατά πάσα πιθανότητα προέρχονταν από το Ιράκ, χωρίς να αποκλείεται η προέλευσή τους να ήταν από το Ιράν ή και το Λίβανο. Έτσι απειλείται η στρατηγικής σημασίας πολιτική συνεργασία με την Τεχεράνη καθώς αποτρέπει τα σχέδια απομόνωσής των δύο χωρών και συγκροτεί ένα αντίπαλο δέος απέναντι στα αποσταθεροποιητικά σχέδια ΗΠΑ, Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας.

Από την άλλη, το μήνυμα που έλαβε η Τουρκία από την προώθηση των κυβερνητικών δυνάμεων στο Αφρίν ήταν πώς δεν πρόκειται να διεξάγει την πολιορκία ανενόχλητη, με το στρατό του Άσαντ να αρκείται στη θέση του παρατηρητή. Μένει να δούμε αν η αλλαγή τακτικής της Δαμασκού αποσκοπεί σε τακτικά οφέλη, για παράδειγμα να αναγκάσει τον Ερντογάν να αποδεχθεί τον Άσαντ στο προεδρικό μέγαρο της Δαμασκού ή αν το καθεστώς της Συρίας κερδίζοντας σιγά – σιγά έδαφος, επιλέγει να λύσει μόνο του τις διαφορές με το YPG, που ελέγχει σχεδόν το 25% της χώρας, χωρίς τη βοήθεια των τουρκικών αρμάτων μάχης. Η Τουρκία όμως έτσι κινδυνεύει να βρεθεί στο μέσο των πλέον φονικών διασταυρούμενων πυρών. Από τη μια των κυβερνητικών με τους συμμάχους τους κι από την άλλη των Αμερικανικών, που δεν παύουν να δηλώνουν ότι θεωρούν αδιαπραγμάτευτη την παρουσία τους στη βορειοανατολική Συρία. Η σημαντικότερη άλλωστε εξέλιξη των προηγούμενων ημερών δεν ήταν η στροφή του συριακού κυβερνητικού στρατού εναντίον του τουρκικού στο Αφρίν, αλλά η αμερικανική σφραγίδα που μπήκε ακόμη πιο έντονα ανατολικά του Ευφράτη.

Κατ’ αρχήν πολιτικά. Η ομιλία του αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ όπου δήλωσε ότι «οι ΗΠΑ θα διατηρήσουν τη στρατιωτική τους παρουσία στη Συρία ώστε να αποτραπεί κάθε επανεμφάνιση του ισλαμικού κράτους» προκάλεσε έκπληξη αρχικά για τη στροφή που σηματοδότησε. Μόλις πριν ενάμισι χρόνο ο Τραμπ αποδοκίμαζε τις πολεμικές εκστρατείες, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν θα εγκρίνει τη συνέχιση των αποστολών στο εξωτερικό. Κι ενώ στις αρχές του 2017 στη Συρία επιχειρούσαν στο πλευρό των Κούρδων του SDF 500 αμερικανοί στρατιώτες, πλέον έχουν φτάσει τους 2.000! Ο πραγματικός δε στόχος τους δεν είναι άλλος από την αποτροπή της εξάπλωσης της ιρανικής επιρροής, ακόμη και η προετοιμασία ενός πολέμου με το Ιράν. Γιατί, αν ήθελαν πράγματι να αντιμετωπίσουν του τζιχαντιστές (τους οποίους οι ίδιοι οι Αμερικάνοι εξόπλισαν μαζί με το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία, κ.α. για να ανατρέψουν τον Άσαντ) θα όφειλαν να πολεμούν μαζί με το στρατό της συριακής κυβέρνησης στη Γιούτα κι όχι να φυλούν τον Ευφράτη. Ωστόσο, η αποφασιστικότητά τους να παραμείνουν ανατολικά του Ευφράτη έγινε σαφής όταν στις 7 Φεβρουαρίου επιτέθηκαν εναντίον συριακών δυνάμεων που επιχείρησαν να διασχίσουν τον Ευφράτη, για να επανακτήσουν σύμφωνα με δημοσιεύματα εκτάσεις πλούσιες σε πετρέλαιο. Μεταξύ των νεκρών, όπως παραδέχθηκε με αρκετές μέρες καθυστέρηση η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, συγκαταλέγονταν και Ρώσοι «πολίτες», που σύμφωνα με δημοσιεύματα ήταν μισθοφόροι κι ανήκαν στην εταιρεία Wagner, που χαρακτηρίζεται κι ως η ρωσική Blackwater. Η αποστολή τους ήταν πιθανότατα ενταγμένη όχι στον πρώτο συριακό πόλεμο, που διεξήχθη με αφορμή τους τζιχαντιστές, αλλά στον δεύτερο συριακό πόλεμο που ως μήλο της έριδας έχει τα κοιτάσματα, την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας και το Ιράν κι είναι άγνωστο πόσο θα …διαρκέσει.

Πηγή: Νέα Σελίδα