Ρίτσαρντ Βέρνερ: «Λύση υπάρχει, οι δανειστές σας όμως δεν θέλουν να βγείτε από την κρίση» (Επίκαιρα, 7-13.3.’13)

Werner 1Ιδανική ευκαιρία αποτέλεσε η κρίση στην Ελλάδα για όσους ήθελαν να εμφανίσουν ως αναγκαιότητα το ευρωπαϊκό υπουργείο Οικονομικών και την οικονομική ένωση που προωθεί η Γερμανία, υπογραμμίζει στα Επίκαιρα ο καθηγητής Ρίτσαρντ Βέρνερ, πρόεδρος του τμήματος Διεθνούς Τραπεζικής του βρετανικού πανεπιστημίου Σαουθάμπτον. Ο Ρ. Βέρνερ βρέθηκε στην Αθήνα με αφορμή μια πολύ ενδιαφέρουσα ημερίδα που διοργάνωσε το μεταπτυχιακό τμήμα του Οικονομικού Πανεπιστημίου της Αθήνας (Executive MBA & International MBA), με θέμα το μέλλον του χρήματος.

Πώς αισθάνεστε που βρίσκεστε στο «εργαστήριο» της Ελλάδας;

Τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα για την Ελλάδα γιατί δεν είστε καν σε εργαστήριο. Στα εργαστήρια μπαίνουν σε εφαρμογή πειραματικές διαδικασίες που κατά βάση πετυχαίνουν, ενώ το πείραμα που είναι σε εξέλιξη στην Ελλάδα είναι γνωστό ότι δεν θα πετύχει. Δεν θα δουλέψει καν, τουλάχιστον για όσους ζουν εντός της Ελλάδας, αντίθετα φυσικά με όσους είναι στο εξωτερικό!

Σε ποιούς αναφέρεστε;

Φυσικά στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Ένωση που έχουν την ευθύνη, εκ μέρους των πιστωτών, για τον σχεδιασμό των προγραμμάτων που εφαρμόζονται στην Ελλάδα. Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας δεν ήταν τόσο υψηλό. Αν δεν είχε δανεισθεί επιπλέον χρήματα, όπως απαίτησαν Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ΕΕ και ΔΝΤ δεν θα κατέληγε εδώ που κατέληξε. Ταυτόχρονα η μείωση των κοινωνικών δαπανών κι ειδικότερα αυτών σε παιδεία και υγεία κι η κατεδάφιση του κράτους πρόνοιας προκάλεσαν ύφεση, δηλαδή μείωση του ΑΕΠ, που είναι ο παρανομαστής στο λόγο δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ. Ενώ λοιπόν το ζητούμενο ήταν η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ συνέβη το ακριβώς αντίθετο: αύξηση του χρέους, με επιπλέον δανεισμό, και μείωση του ΑΕΠ, λόγω ύφεσης. Αυτή η συνταγή, που οδήγησε στην οικονομική κατοχή της Ελλάδας με θεμελιώδεις λειτουργίες όπως η εκπόνηση του προϋπολογισμού να αναλαμβάνονται από τις Βρυξέλλες, δεν αποτελεί λύση.

Η διαπίστωση που κάνετε είναι η προφανής. Ποια συμφέροντα όμως επέλεξαν να μην ακολουθηθεί η προφανής λύση και να εφαρμοστεί το καταστροφικό μίγμα πολιτικής που είδαμε να υιοθετείται;

Θα σας το πω αρχικά με λίγα λόγια: Ήθελαν την κρίση στην Ελλάδα! Όταν συντασσόταν η Συνθήκη του Μάαστριχτ, το 1991, κανείς δεν μπορούσε να προτείνει την δημιουργία της οικονομικής ένωσης ούτε επίσης τη θέσπιση υπουργείου Οικονομικών. Σήμερα όμως προκρίνονται αυτές οι λύσεις, με αφορμή την Ελλάδα. Ξέρουμε δε πως δεν αποτελούν λύση για την Ελλάδα. Το γνωρίζει αυτό κι η ηγεσία της ΕΕ, αλλά δεν τους ενδιαφέρει η Ελλάδα. Αυτή η λύση ενδιαφέρει μόνο όσους προκρίνουν ένα συγκεντρωτικό ευρωπαϊκό κράτος κι ένα ευρωπαϊκό υπουργείο Οικονομικών.

Ποια θα ήταν ή είναι ακόμη και σήμερα κατά τη γνώμη σας η λύση;

Επαναλαμβάνω εξ αρχής ότι δεν θέλουν να δοθεί λύση! Και επιμένω σε αυτή τη διαπίστωση όχι μόνο λόγω της προηγούμενης ανάλυσης μου, αλλά επειδή ακόμη και σήμερα υφίστανται δυνατότητες να βγει αμέσως η Ελλάδα από την κρίση, η ανεργία να μειωθεί στο 2% και να γεμίσουν τα ταμεία. Είναι μάλιστα λύσεις που δεν στοιχίζουν.

Θα μπορούσαν για παράδειγμα να προβούν στην έκδοση ομολόγων για να καλύψουν τις δανειακές ανάγκες, που είναι μια πολύ συμφέρουσα λύση. Βλέπουμε όμως αντίθετα να προκρίνουν τον διεθνή δανεισμό για να αναχρηματοδοτήσουν το δημόσιο χρέος, όταν οι διεθνείς αγορές ομολόγων αποδείχθηκαν καταστροφή για την Ελλάδα, καθώς κυριαρχούνται από διεθνείς κερδοσκόπους που ωθούν τις αποδόσεις στα ύψη κι επίσης έχουν κατ’ επανάληψη ασκήσει ασφυκτικές πιέσεις στην Ελλάδα για να προβεί σε περικοπές δαπανών. Ούτε φυσικά η ΕΚΤ αποτελεί μια πρόσφορη πηγή εύρεσης χρημάτων, καθώς η ίδια δημιουργεί μόνο το 3% του χρήματος. Αντίθετα το 97% του χρήματος δημιουργείται από ιδιώτες, που έχουν ως σκοπό το κέρδος: τις τράπεζες. Βλέπουμε μάλιστα να συμβαίνει συνεχώς μια διαδικασία που είναι εξοργιστική ακόμη και με τους όρους της ελεύθερης αγοράς: Την ίδια στιγμή που οι τράπεζες δανείζουν τους καλύτερους πελάτες τους με επιτόκιο ακόμη και 3%, τις ίδιες τις κυβερνήσεις από τις οποίες εξαρτάται ακόμη κι η ύπαρξή τους μιας και αυτές είναι που εκδίδουν τις άδειες λειτουργίας τους να τις δανείζουν με πολύ υψηλά επιτόκια. Παρότι μάλιστα οι κυβερνήσεις ήταν ανέκαθεν οι καλύτεροι πελάτες τους, όχι ο ιδιωτικός τομέας. Η πρότασή μου επομένως έχει ως πρώτο βήμα την ανάγκη να σταματήσει ο δανεισμός με τους τρόπους που γίνεται σήμερα από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους. Στη συνέχεια η κυβέρνηση να απευθυνθεί στις τράπεζες και να μαζέψει όσο χρήμα θέλει με δανειακές συμβάσεις. Να υπογραμμίσω ότι σύμφωνα με τους ισχύοντες ρυθμιστικούς κανόνες, δεν υπάρχουν προϋποθέσεις κεφαλαιακής επάρκειας ώστε οι τράπεζες να δανείσουν τα κράτη. Και παρόλα αυτά δεν το κάνουν, όταν βλέπουμε να δανείζουν στον ιδιωτικό τομέα, δημιουργώντας χρήμα εκ του μηδενός.

Γιατί προτείνετε ο δανεισμός να γίνει συγκεκριμένα με δανειακές συμβάσεις;

Για έναν πολύ συγκεκριμένο και απλό λόγο. Επειδή η αποτίμηση της αξίας των ομολόγων που έχει στο χαρτοφυλάκιο της η κάθε τράπεζα γίνεται με βάση την τρέχουσα αξία τους (mark to market) κι η αξία των ελληνικών ομολόγων σήμερα στην αγορά είναι πολύ χαμηλή, αν ο δανεισμός γινόταν με ομόλογα αυτή η πράξη θα είχε δραματικές συνέπειες για την αξία της τράπεζας.

Περιγράφετε μια διαδικασία που συνέβαινε κατά κόρον στο παρελθόν…

Πράγματι, μέχρι το 1994. Έκτοτε οι κεντρικές τράπεζες έπαψαν να δανείζουν χρήματα στις κυβερνήσεις και σε κάθε είδους δημόσιο οργανισμό. Αυτή τη στιγμή όμως χρειάζεται να επαναφέρουμε εκείνα τα εργαλεία επιτρέποντας στις κεντρικές τράπεζες να δανείζουν τα κράτη μέσω δανειακών συμβάσεων. Το κύριο όφελος θα είναι πως αυτοί που δημιουργούν πίστωση, διευρύνουν την προσφορά χρήματος και την ζήτηση κι έτσι περισσότερο χρήμα δημιουργείται και κυκλοφορεί στην Ελλάδα, που σημαίνει μείωση της ανεργίας, μεγέθυνση της οικονομίας, δηλαδή αύξηση του ΑΕΠ, αύξηση των φορολογικών εσόδων, μείωση του ελλείμματος και δυνατότητα της Ελλάδας να αποπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις. Γιατί επομένως η Ελλάδα δεν προχωράει σε αυτά τα μέτρα; Πιστέψτε με δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό αντεπιχείρημα! Είναι επίσης μία επιλογή συμβατή με τις αποφάσεις και τους νόμους της ΕΚΤ και της ΕΕ. Τον Δεκέμβριο του 2011 μάλιστα, έγινε μια επίσημη ανακοίνωση που εξαιρούσε τις τραπεζικές δανειακές συμβάσεις από τους κανόνες που διέπουν τα υπόλοιπα ενέχυρα. Προκαλεί επομένως δέος η άρνηση του ελληνικού υπουργείου Οικονομικών να υιοθετήσει αυτά τα μέτρα.

Με βάση την ανάλυσή σας να υποθέσω ότι θεωρείτε συνολικά την αγορά ομολόγων ως μια αποτυχημένη αγορά;

Αναλόγως σε ποιόν αναφερόμαστε. Αν ο λόγος γίνεται για τους κερδοσκόπους της Νέας Υόρκης τότε όχι, η αγορά ομολόγων δεν αποδείχθηκε αποτυχία. Για τις κυβερνήσεις αντίθετα αποδείχθηκε μια αποτυχία. Αρκεί να δούμε τι συνέβη στην Ελλάδα, καθώς από την χρεοκοπία της ουκ ολίγα κεφάλαια στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη κέρδισαν σημαντικά ποσά.

Πιστεύετε ότι στη βάση αυτού του συμπεράσματος θα επανεξεταστεί η σκοπιμότητα της προσφυγής στις αγορές ομολόγων ακόμη κι η ίδια η ανάγκη ύπαρξής τους;

Δυστυχώς όχι. Το συμπέρασμα και η λύση που προτείνω μπορεί να είναι πολύ επωφελείς για τα κράτη, έχουν όμως ένα μειονέκτημα: δεν συνοδεύονται από προμήθειες κι έσοδα για τα τραπεζικά μεγαθήρια που έχουν συνδυάσει την λειτουργία τους με τέτοιες διαμεσολαβήσεις μηδενικού ρίσκου και πολύ υψηλών αποδόσεων. Αρκεί να σας πω ότι η ίδια η έκδοση σειράς ομολόγων πολύ συχνά συνοδεύεται με προμήθεια ύψους 1% ή 2% για τις τράπεζες που αναλαμβάνουν να κάνουν αυτή τη δουλειά. Γιατί να χάσουν αυτά τα δισεκατομμύρια κερδών που εξάγονται μάλιστα έναντι μηδενικού κόστους;

Ανεξέλεγκτη λιτότητα φέρνει η χρεοκοπία (Πριν 7/11/2010)

Αναθεωρούν τη Συνθήκη της Λισσαβόνας

ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ Η ΕΕ

Ακόμη και οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς τρόμαξαν αξιολογώντας τα συμπεράσματα της συνόδου κορυφής της ΕΕ το διήμερο 28-29 Οκτωβρίου, όπως φάνηκε από σημείωμα της σύνταξής τους την επομένη, που ξεκίναγε με τα ακόλουθα: «Το αποτέλεσμα της συνόδου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτή την εβδομάδα ήταν διδακτικό ως μια απόδειξη για το που βρίσκεται η δύναμη στην Ευρώπη. Οι ίδιοι ηγέτες της ΕΕ που είχαν αρνηθεί επί μήνες την αναθεώρηση της συνθήκης της Λισσαβόνας, την Παρασκευή άλλαξαν τακτική και αποδέχτηκαν μια πρόταση για περιορισμένες μεταβολές. Δεν ήταν δύσκολο να ανακαλυφθεί ο λόγος: Ήταν πρόταση της Γερμανίας. Αυτό ήταν το τελευταίο μάθημα για το πώς τα προβλήματα χρέους της ευρωζώνης έχουν οδηγήσει τη Γερμανία να αποκτήσει έναν ηγετικό ρόλο, ακόμη πιο διακεκριμένο σε σχέση με τις μέρες που προηγήθηκαν της κρίσης». Και συμπλήρωνε λίγες αράδες παρακάτω η βρετανική εφημερίδα: «Όπως δείχνει αυτό το παράδειγμα, το μέλλον της Ευρώπης εναπόκειται να διαμορφωθεί σε αυξανόμενο βαθμό από θεσμούς, ανθρώπους και γεγονότα στη Γερμανία»! Η απόλυτη επιτυχία που σημείωσε το Βερολίνο στην προώθηση των πολιτικών του στόχων φάνηκε κι από τα λόγια της γερμανίδας καγκελαρίου στη συνέντευξη Τύπου με το πέρας της συνόδου: «Συνολικά, είμαι απόλυτα ικανοποιημένη», δήλωσε!

Οι αποφάσεις της συνόδου αφορούσαν ένα και μοναδικό θέμα: την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λισαβώνας επί το συντηρητικότερο, με απώτερο ζητούμενο την θεσμοθέτηση της «ελεγχόμενης» ή «συντεταγμένης χρεοκοπίας» των υπερχρεωμένων κρατών μελών της ΕΕ. Οι λεπτομέρειες του σχεδίου θα ανακοινωθούν στη σύνοδο κορυφής του Δεκεμβρίου από τον πρόεδρο της ΕΕ, βέλγο Χέρμαν βαν Ρομπέι.

Και μόνο αυτή η απόφαση συνιστά πισωγύρισμα, μια νέα αντιδραστική τομή, δίπλα στις πολλές που έχουν σημειωθεί το 2010 αλλάζοντας ριζικά το ρόλο και το χαρακτήρα της ΕΕ. Συνιστά βήμα προς τα πίσω γιατί όλο το ενδιαφέρον των ευρωπαίων ηγετών επικεντρώθηκε στο πώς θα αναθεωρηθεί μεν η συνθήκη της Λισσαβόνας, χωρίς όμως η αναθεώρηση να εμφανιστεί ως τέτοια. Κι αυτό γιατί η προηγούμενη αναθεώρηση του συνταγματικού χάρτη της ΕΕ διήρκεσε δέκα σχεδόν χρόνια, λόγω της απόρριψης της, σε όσες χώρες ο λαός τους κλήθηκε να πει τη γνώμη του με δημοψήφισμα. Έτσι το ευρωσύνταγμα πήρε τη μορφή της Συνθήκης της Λισσαβόνας. Για να αποφύγουν επομένως μια διαδικασία δημόσιας συζήτησης για το έκτρωμα που ετοιμάζουν θα υποστηρίξουν πως οι αλλαγές γίνονται στο πλαίσιο της δυνατότητας που προσφέρει το άρθρο 48.6 της συνθήκης, υπό τον όρο να εγκριθούν με ομοφωνία από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Προϊόν πραξικοπήματος θα είναι δηλαδή οι αλλαγές που κυοφορούνται, όπως ακριβώς αρμόζει στο αντιδραστικό τους περιεχόμενο.

 Τον Δεκέμβρη θα γίνουν γνωστοί οι ακριβείς όροι της «ελεγχόμενης χρεοκοπίας» που πρότεινε η Γερμανία και αποδέχθηκαν χωρίς αντιρρήσεις οι υπόλοιποι 26 ηγέτες της ΕΕ στην τελευταία σύνοδο κορυφής. Σε κάθε περίπτωση θα περιλαμβάνουν σκληρή λιτότητα επ’ άπειρον καθώς ο λογαριασμός θα μεταβιβάζεται πριν απ’ οπουδήποτε αλλού στον λαό της υπερχρεωμένης χώρας.

Συνταγματικό πραξικόπημα η απόφαση των 27 να μη θέσουν στην κρίση των ευρωπαίων πολιτών την αναθεώρηση της Λισσαβόνας

Για γέλια ήταν ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε με το πέρας των εργασιών της συνόδου όταν δήλωνε περιχαρής ότι… νίκησε, επικαλούμενος την αντίρρηση που εξέφρασε στο θέμα της αναστολής του δικαιώματος ψήφου για τις δημοσιονομικά απείθαρχα χώρες. Η απάντηση που ερχόταν στο στόμα όσων παρακολουθούσαν τα επίμαχα ζητήματα της συνόδου ήταν «συγγνώμη κύριε πρόεδρε, αλλά άλλο ήταν το θέμα της αντιπαράθεσης». Γιατί το διακύβευμα της συνόδου κορυφής δεν ήταν οι ποινές που θα αντιμετωπίσουν όσες χώρες μέλη του ευρώ διατηρούν χρέος και έλλειμμα άνω των ορίων που θέτει η Συνθήκη του Μάαστριχ, δηλαδή 60% και 3% του ΑΕΠ. Ένα θέμα το οποίο η Γερμανία άνοιξε μεν αλλά δεν επέμεινε μέχρι τέλους, χωρίς να το αποσύρει κιόλας από το τραπέζι. Το τι ακριβώς θα συμβεί με αυτό το θέμα στο οποίο αντιτάχθηκαν 22 από τους 27 ηγέτες και ο ίδιος ο πρόεδρος της Επιτροπής, Εμ. Μπαρόζο, που το χαρακτήρισε απαράδεκτο, θα γίνει γνωστό τον Δεκέμβρη.

Το ζητούμενο αντίθετα για την Γερμανία ήταν να αποφασιστεί τι θα γίνει το 2013, όταν θα λήξει η διάρκεια ζωής του ευρωπαϊκού μηχανισμού χρηματοπιστωτικής σταθερότητας (EFSF), με προίκα ύψους 440 δισ. ευρώ ο οποίος δημιουργήθηκε τον Μάιο. Με άλλα λόγια το ερώτημα προς απάντηση είναι ποιος μόνιμος μηχανισμός θα διαδεχθεί την παροχή ρευστού που προσωρινά απέτρεψε την επέκταση της κρίσης την περασμένη άνοιξη. Κι η απάντηση που κατοχύρωσε η Γερμανία, χωρίς να διατυπωθεί καμιά αντίρρηση, ήταν η ελεγχόμενη χρεοκοπία. Προκαλώντας μάλιστα την ασυνήθιστα έντονη αντίδραση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ζαν Κλοντ Τρισέ, η Μέρκελ πρότεινε μέρος του κόστους να αναλάβουν οι τράπεζες.

Για να γίνει κατανοητή η πρότασή της αξίζει να σταθούμε στη σκοτεινή όψη της εκτίναξης των επιτοκίων των κρατικών ομολόγων, όπου η άνοδος των επιτοκίων δεν συνοδεύεται από έλλειψη αγοραστών, όπως θα ήθελε μια συμβατική ανάλυση προσφοράς και ζήτησης ενός νεοκλασικού εγχειριδίου. Αυτό που συμβαίνει τις περισσότερες φορές στην πράξη είναι ότι η (τεχνητή στην ουσία της) άνοδος των επιτοκίων συμβαδίζει με μια υπερκάλυψη των εκδόσεων, καθώς όλες οι τράπεζες τρέχουν να αγοράσουν ομόλογα από υπερχρεωμένα κράτη λόγω των ελκυστικότατων αποδόσεών τους. Ο κίνδυνος δε που αναλαμβάνουν είναι στην πράξη ανύπαρκτος καθώς οι κεντρικές τράπεζες με τους πακτωλούς ρευστού που απελευθερώνουν λειτουργούν σαν ασφαλιστική εταιρεία αναλαμβάνοντας να καλύψουν ακόμη και τις τοποθετήσεις του πιο υψηλού ρίσκου, καθώς εγγυώνται την αποπληρωμή τους. Αυτό συνέβη όχι μόνο στην περίπτωση της Ελλάδας, αλλά όλης της ΕΕ, ακόμη και στις ΗΠΑ, με διαφορετικό φυσικά τρόπο σε κάθε περίπτωση. Το αίτημα επομένως της Μέρκελ (να πληρώνουν και οι κάτοχοι των ομολόγων για τις υπερχρεωμένες χώρες) δεν είναι αυθαίρετο. Μπορεί επίσης να συναντήσει λαϊκή απήχηση.

Προκάλεσε ωστόσο ισχυρές αντιδράσεις (και δεν αναφερόμαστε στους τοποτηρητές των συμφερόντων των τραπεζών, όπως ο Ζ. Κλ. Τρισέ) επειδή θα επιφέρει μια ώρα αρχύτερα την χρεοκοπία πολλών κρατών καθώς βάζει τον ιδιωτικό τομέα να γίνει προληπτικός τιμωρός όσων κρατών διατηρούν χρέη και ελλείμματα. Το αποτέλεσμα θα είναι να εξαφανιστεί ακόμη και αυτό το «μαξιλάρι» που προσέφερε έναντι γενναίων ανταλλαγμάτων ο ιδιωτικός τομέας σε όσα κράτη εμφάνιζαν ελλείμματα, από τη στιγμή που απαγορεύτηκε στον δημόσιο τομέα να τυπώνει χρήματα για να καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες του. Κλείνει έτσι και η μοναδική οδό διαφυγής που είχαν τα κράτη για να ανταποκρίνονται στις ποικιλώνυμες χρηματοδοτικές τους ανάγκες. Το πρώτο αποτέλεσμα επομένως της επιβολής και επίσημα πλέον ενός εκ των προτέρων γνωστού προστίμου σε όσους (τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, αμοιβαία κεφάλαια, κ.α.) χρηματοδοτούν ελλειμματικά κράτη θα είναι να αυξηθούν κατακόρυφα οι πιέσεις για κατάργηση των ελλειμμάτων. Ο κίνδυνος της χρηματοδοτικής ασφυξίας θα είναι τότε άμεσος και ορατός δια γυμνού οφθαλμού.

Η «ελεγχόμενη χρεοκοπία» θα σημάνει τον οριστικό ενταφιασμό των κοινωνικών κατακτήσεων όλης της μεταπολεμικής περιόδου γιατί, δημιουργώντας τους όρους μιας ΕΕ και ευρωζώνης δύο ή και περισσότερων ταχυτήτων με κράτη μέλη που θα εξέρχονται προσωρινά μέχρι να φρονηματιστούν, θα έχει ως προϋπόθεση την επιβολή ακόμη αυστηρότερων προγραμμάτων λιτότητας, από αυτό που επέβαλλε το μνημόνιο στην Ελλάδα.

Τα ιστορικά παραδείγματα βεβαιώνουν του λόγου το αληθές.

 ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΧΡΕΟΥΣ: Μηχανισμός διαιώνισης της φτώχειας 

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΟΔΥΝΗΡΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ: ΣΕ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ Ή ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ

Ιδιωτικοποιήσεις ήταν ο όρος για την παραγραφή μέρους του χρέους των φτωχών χωρών του Τρίτου Κόσμου

Η ταχύτητα με την οποία έσπευσε ο Θόδωρος Πάγκαλος, με συνέντευξή του την προηγούμενη Κυριακή στο Βήμα, να δηλώσει έτοιμος να φέρει σε πέρας την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους, στον αντίποδα των πρωθυπουργικών διαβεβαιώσεων ότι δεν υφίσταται θέμα, υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα (πιθανά μαζί με την Ιρλανδία) θα είναι η πρώτη χώρα όπου θα δοκιμασθεί το γερμανικό σχέδιο «ελεγχόμενης χρεοκοπίας» ή αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους της, έτσι ώστε τα προβλήματα της ελληνικού καπιταλισμού να μην υποστούν μετάσταση, απειλώντας το ευρώ. Επίσης, αθώοι δήθεν υπαινιγμοί του πρωθυπουργού («γιατί όχι αν μας προταθεί και είναι συμφέρον;») και ανταποκρίσεις ελλήνων δημοσιογράφων από την Ουάσινγκτον, όπως του Μιχ. Ιγνατίου, που κάνουν λόγο για συμφωνία παράτασης κατά πέντε έτη της περιόδου αποπληρωμής του δανείου του ΔΝΤ με μια ταυτόχρονη αύξηση του επιτοκίου από 0,4% σε 0,7% καθιστούν σαφές ότι ήδη καταστρώνονται σχέδια και εξετάζονται εναλλακτικά σενάρια. Στο πλαίσιό τους εντάσσεται και η σκέψη παραγραφής των απαιτήσεων των ασφαλιστικών ταμείων από το δημόσιο στη βάση των ομολόγων που έχουν αγοράσει κάτι που θα οδηγήσει στη χρεοκοπία του ασφαλιστικού συστήματος. Η αναγκαιότητα των σχεδίων αναδιάρθρωσης του χρέους υπαγορεύεται από την αδυναμία του ελληνικού δημοσίου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες αποπληρωμής του δημόσιου χρέους που ανέλαβε με την υπογραφή του μνημονίου.

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης ωστόσο, που θα επιβληθεί με πρωτοβουλία των τραπεζιτών και της Γερμανίας (αυτών δηλαδή που όχι μόνο ευθύνονται για την εκτίναξη του χρέους αλλά έχουν και κάθε συμφέρον από την αποπληρωμή του) δεν θα εξυπηρετεί την ανακούφιση των εργαζομένων ή την ελάφρυνση των δημόσιων οικονομικών από ένα βάρος που ξεπερνάει τις δυνάμεις τους. Το σχέδιο αναδιάρθρωσης θα έχει ως αναγκαίο συστατικό νέα μέτρα λιτότητας έτσι ώστε να εξευρεθούν επιπλέον πόροι που θα επιτρέψουν την αποπληρωμή του και κυρίως θα αποτρέπει προσωρινά το ενδεχόμενο κήρυξης παύσης πληρωμών, δίνοντας μια συγκυριακή ανάσα.

Άφθονα παραδείγματα από το παρελθόν, όπου το δημόσιο χρέος αναδιαρθρώθηκε με πρωτοβουλία του ιμπεριαλισμού και ως απάντηση (και διαστρέβλωση ταυτόχρονα) στο ογκούμενο κίνημα διαμαρτυρίας με αίτημα την κατάργηση του δημόσιου χρέους του Τρίτου Κόσμου, καθιστούν εξαιρετικά αμφίβολα τα αποτελέσματα της αναδιάρθρωσης ή παραγραφής μέρους του χρέους. Ο λόγος έγκειται στους όρους που συνόδευσαν την αναδιάρθρωση, από τη στιγμή που έγινε με πρωτοβουλία των πιστωτών.

Κορυφαίο παράδειγμα αποτελεί η πρωτοβουλία των «Βαριά Υπερχρεωμένων Φτωχών Χωρών» (HIPC) που ανακοινώθηκε τον Οκτώβρη του 1996. Η ανακούφιση που συνόδευσε την είδηση ότι η παραγραφή μέρους των χρεών των φτωχών χωρών έπαυε να είναι υπόθεση της Λέσχης του Παρισιού που είχε την ευθύνη για την επανεξέταση των διακρατικών διμερών δανειακών συμβάσεων όλη την μεταπολεμική περίοδο, εκφράζοντας με τον πιο άκαμπτο τρόπο τα ιμπεριαλιστικά και αποικιοκρατικά συμφέροντα, δεν κράτησε πολύ. Καθώς, η ευθύνη ανατέθηκε στο ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, που ήταν οι ηθικοί αυτουργοί της υπερχρέωσης των περισσότερων χωρών του Τρίτου Κόσμου! Στόχος του προγράμματος δεν ήταν καν η διασφάλιση αναφαίρετων δικαιωμάτων των ντόπιων πληθυσμών όπως περιγράφονται σε ντοκουμέντα του ΟΗΕ και ζητούσαν φιλανθρωπικές οεργανώσεις που πρωτοστάτησαν στο αίτημα διαγραφής. Το πρόγραμμα στόχευε «στη μείωση του εξωτερικού χρέους, ως μέρος της στρατηγικής για τη βιωσιμότητα του χρέους»! Το περιεχόμενο του όρου (βιωσιμότητα του χρέους) το όρισε με τον πιο κυνικό τρόπο ο πρώην γενικός διευθυντής του ΔΝΤ, Μισέλ Καμντεσύ, μιλώντας στις 14 Ιούνη 2006, επ’ αφορμή την επέτειο των 50 χρόνων της Λέσχης του Παρισιού: «Για μία λέσχη πιστωτών η βιωσιμότητα του χρέους αποτελεί ουσιώδη στόχο καθώς μεγιστοποιεί την μακροπρόθεσμη πιθανότητα να αποπληρωθεί πλήρως το χρέος… Δεν αποτελεί επομένως θέμα γενναιοδωρίας»!

Το δηλητηριασμένο φρούτο της παραγραφής μέρους των χρεών έχασε και τα τελευταία του ελκυστικά στοιχεία όταν έγινε γνωστό πως για να ευνοηθεί μια χώρα από τις προβλέψεις της χώρια πολλών άλλων υποχρεώσεων (όπως να ξεχρεώσει ότι χρωστούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή – όρος που προκάλεσε νέο δανεισμό!) έπρεπε να υπογράψει μια τυποποιημένη συμφωνία με την επωνυμία Έγγραφο Στρατηγικής για τη Μείωση της Φτώχειας (PRSP) στις διατάξεις του οποίου περιλαμβάνονται όλοι οι όροι της λεγόμενης Συναίνεσης της Ουάσινγκτον (νεοφιλελευθερισμός αλά αμερικανικά). Μερικά παραδείγματα για το τι σημαίνει μείωση της φτώχειας κατά την Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ είναι ενδεικτικά: Η κυβέρνηση της Ζάμπιας κινδύνευσε να ξαναφεσωθεί με 1 δισ. δολ. που είχαν παραγραφεί όταν το 2003 δεν δέχθηκε την ιδιωτικοποίηση της εθνικής της τράπεζας. Στη Νικαράγουα παρότι η εθνοσυνέλευσή της ψήφισε πως κοινωφελείς επιχειρήσεις, όπως της ύδρευσης και του υδροηλεκτρισμού έπρεπε να παραμείνουν στα χέρια του κράτους, τέθηκε ως όρος η ιδιωτικοποίησή τους για να ενταχθεί η φτωχή κεντροαμερικανική χώρα στο πρόγραμμα μείωσης του χρέους. Στη Σενεγάλη η απειλή έγινε πράξη και μέρος του χρέους ουδέποτε παραγράφηκε για παραδειγματισμό, τιμωρώντας έτσι τη χώρα που δεν ιδιωτικοποίησε τη βιομηχανία φιστικιού – και η αποτυχία της ιδιωτικοποίησης μάλιστα έγινε παρά τη θέλησή της.

Το συμπέρασμα από την εμπειρία των «Βαριά Υπερχρεωμένων Φτωχών Χωρών» είναι ότι η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους για το κεφάλαιο αποτελεί μια προσγείωση στην πραγματικότητα, μια άσκηση ρεαλισμού. Η σημασία επομένως επικεντρώνεται στους όρους, που στο σύνολό τους (πολιτικά και οικονομικά, δηλαδή) προσδένουν ακόμη πιο ασφυκτικά την «ευεργετούμενη» χώρα στο άρμα του ιμπεριαλισμού, του κεφαλαίου και των πιστωτών, καταφέρνοντας μάλιστα να εκσυγχρονίσουν αυτά τα δεσμά. Το ίδιο ισχύει για την παύση πληρωμών και την επαναδιαπραγμάτευση του δημόσιου χρέους, ένα αίτημα που στρέφεται κατά του κεφαλαίου και πολύ φυσιολογικά συγκινεί και κινητοποιεί πλήθος εργαζομένων και μεσαίων στρωμάτων, καθώς φαίνεται πως δεν αρκεί για την ελάφρυνση των εργαζομένων και την απαλλαγή τους από το κοινωνικά ολέθριο βάρος της εξυπηρέτησής τους. Αντίθετα, όσο αυτό είναι υπόθεση της αστικής εξουσίας και ιμπεριαλιστικών οργανισμών, όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, εύκολα μπορεί να γίνει μοχλός επιβολής αντιλαϊκών πολιτικών και εν τέλει να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πιστωτών. Οπότε το αίτημα παύσης πληρωμών και διαγραφής του χρέους καταλήγει σε “φιλική” επαναδιαπραγμάτευση και αυτή μετατρέπεται σε αναδιάρθρωση, δηλαδή στο αντίθετό της.

Το βεβαιώνει ακόμη και το παράδειγμα της Αργεντινής.

 ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ

Επαναδιαπραγμάτευση αλλά και συνεργασία

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΚΙΡΧΝΕΡ

Η εξαιρετικά αντιφατική διαδικασία της επαναδιαπραγμάτευσης του δημόσιου χρέους δεν θα μπορούσε να εκφραστεί πουθενά αλλού τόσο έντονα όσο στην Αργεντινή, μια χώρα που αγαπά τις αντιφάσεις, τις υπερβολές και κάθε λογής ανατροπές και μεταπτώσεις. Μάρτυρας ο πρώην πρόεδρος Νέστορ Κίρχνερ που απεβίωσε προ δεκαημέρου. Είναι ο “μεταβατικός” άνθρωπος που ξεκίνησε την τελευταία κούρσα της πολιτικής του σταδιοδρομίας με την εκλογή του στην προεδρία της Αργεντινής τον Μάιο του 2003 ως – επί το ελληνικότερο – Ανδρέας Παπανδρέου (φλερτάροντας με τον ριζοσπαστισμό του Αργεντινάζο) για να καταλήξει Κωνσταντίνος Καραμανλής (έχοντας χρεωθεί την έξαρση της φτώχειας, φαινόμενα καταστολής, κ.α.). Σημείο καμπής αυτής της πορείας του, συμβατικά έστω, μπορεί να θεωρηθεί ο Σεπτέμβρης του 2006, όταν μαζί με τη σύζυγό του και σημερινή πρόεδρο της Αργεντινής βρισκόταν στην τιμητική θέση του εξώστη του χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης χτυπώντας το καμπανάκι με το οποίο ξεκινά η συνεδρίαση.

Οι ΗΠΑ είχαν πολλούς λόγους για να τιμήσουν τον Νέστορ Κίρχνερ. Και όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, η στάση του απέναντι στο χρέος είναι ένας από αυτούς. Παρότι λοιπόν ο Νέστορ Κίρχνερ πιεσμένος από την λαϊκή οργή επέβαλε κατόπιν διαπραγματεύσεων τον Φεβρουάριο του 2005 στο 75% των ξένων πιστωτών ένα «κούρεμα» των ομολόγων που κρατούσαν ύψους 60% της αξίας τους (δείχνοντας με αυτό τον τρόπο τη δυνατότητα της μείωσης του δημόσιου χρέους, το γεγονός ότι η χώρα δεν καταστράφηκε και άλλα πολλά) απέναντι στο ΔΝΤ δέχθηκε να αποπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της Αργεντινής! Έτσι, μέχρι το τέλος του 2005 τους κατέβαλε όλα όσα χρωστούσε, δηλαδή 9,8 δισ. δολ. Η στάση του αποτελούσε σκάνδαλο (πολιτικό κυρίως) γιατί παραιτήθηκε ακόμη κι από τη δυνατότητα αξιοποίησης προηγούμενου δεδικασμένου (της περίφημης υπόθεσης Όλμος) βάση του οποίου θα μπορούσε να πετύχει την παραγραφή των δανείων της χούντας του Βιντέλα, ως απεχθή δάνεια. Δεν το έκανε. Οι όροι αντίθετα με τους οποίους υπέγραψε νέα δάνεια αποδεικνύονται σήμερα ωρολογιακές βόμβες στα θεμέλια της αργεντίνικης οικονομίας οδηγώντας πολλούς να προβλέπουν ότι μια νέα κρίση δημόσιου χρέους, είναι πάλι θέμα χρόνου. Αυτό συμβαίνει επειδή οι αποδόσεις πολλών από τα νέα ομόλογα, με έντονο άρωμα δόμησης, που εκδόθηκαν επί Κίρχνερ συναρτώνται από παράγοντες όπως ο πληθωρισμός, η αύξηση του ΑΕΠ και η πορεία των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Μεταβλητές που όλες κινούνται σε αρνητική τροχιά ανατρέποντας την ισορροπία που είχε επιτευχθεί.

«Η Αργεντινή έχει επιστρέψει ξανά σε μια ανησυχητική κατάσταση με το χρέος της. Η διεθνή της χρηματοδότηση δεν είναι καλή, αν και τη βοηθάει η Βενεζουέλα που αναχρηματοδοτεί το χρέος της», τονίζουν στο ιδιαίτερα επίκαιρο βιβλίο τους για το χρέος οι Ερίκ Τουσαίν και Νταμιέν Μιλιέτ (Debt, the IMF and the World Bank – Sixty questions, sixty answers, Monthly Review Press, Σεπτέμβρης 2010). Και συνεχίζουν: «Οι μελλοντικές αποπληρωμές πεντακάθαρα αυξάνονται. Αυτός είναι ο λόγος που η Κριστίνα Φερνάντες ντε Κίρχνερ, σύζυγος του Νέστορα Κίρχνερ, και εκλεγμένη πρόεδρος τον Οκτώβρη του 2007 αποφάσισε τον Μάρτη του 2008 να αυξήσει τους εξαγωγικούς δασμούς στη σόγια και άλλα δημητριακά. Αυτό προκάλεσε διαμαρτυρίες αγροτών και μια εκτεταμένη πολιτική κρίση. Τον Ιούλιο του 2008 η πρόεδρος απέσυρε την πρότασή της», τονίζουν οι δύο συγγραφείς που ηγούνται της Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης CADTM (Επιτροπή για την κατάργηση του χρέους του Τρίτου Κόσμου).

Συμπερασματικά ακόμη και μια ηρωική και αιματηρή εξέγερση όπως το Αργεντινάζο δεν αρκεί ώστε η αστική εξουσία να πιεστεί να κόψει τα δεσμά της με τον ιμπεριαλισμό και το πιστωτικό κεφάλαιο. Αντίθετα, οι προϋποθέσεις για να αποκτήσει πραγματικό περιεχόμενο το αίτημα της παύσης πληρωμών είναι αμιγώς πολιτικές και συνδέονται με την υπέρβαση, την επαναστατική ανατροπή της σημερινής εξουσίας.

Παρατεταμένη ύφεση στην Ευρώπη χάριν του ευρώ (Ουτοπία, Μάιος – Ιούνιος 2010)

Σε ένα τεράστιο βαρίδι που σέρνει την ευρωπαϊκή οικονομία προς μια χρόνια και βαθιά ύφεση μετατρέπεται το ενιαίο νόμισμα, καθώς στο όνομα της ευρωστίας του μία προς μία όλες οι ευρωπαϊκές χώρες υιοθετούν αντιλαϊκά προγράμματα περιορισμού των δαπανών, με άμεσο στόχο να μειώσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Ο κύκλος του αίματος που άνοιξε με την Ελλάδα η οποία δεσμεύθηκε να μειώσει το έλλειμμα από 13,6% του ΑΕΠ το 2009 σε 8,6% το τρέχον έτος και 3,9% το 2011 συνεχίστηκε με την Ισπανία που δεσμεύθηκε να μειώσει το έλλειμμα από 11,2% το 2009 σε 6% το 2011. Σε αυτό το βωμό ξεκίνησε η συρρίκνωση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων και η απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Στην Πορτογαλία η μείωση του ελλείμματος από 9,4% το 2009 σε 5,1% το 2011 θα επιτευχθεί με την αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ και το πάγωμα των μισθών. Στην Ιρλανδία η μείωση του ελλείμματος από 14,3% το 2009 σε 8,6% το 2011 θα επιτευχθεί κυρίως με την μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων που ξεκινάει από 5% και φθάνει το 20%. Στη Γαλλία η μείωση του ελλείμματος από 7,5% το 2009 στο 6% το 2011 θα γίνει με την συγκράτηση των μισθολογικών αυξήσεων και την αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος. Στην Ιταλία η μείωση του ελλείμματος από 5,3% το 2009 σε 3,9% το επόμενο χρόνο θα επέλθει κυρίως μέσα από το πάγωμα των δημοσίων επενδύσεων – ένα μέτρο που εφαρμόζεται σε όλη την Ευρώπη. Μέτρα περιορισμού των δημοσίων δαπανών εφαρμόζονται ακόμη και στην ατμομηχανή της γηραιάς ηπείρου, τη Γερμανία με απώτερο στόχο την μείωση του ελλείμματος από 5% το 2010 στο 4,7% το 2011. Ανάλογα μέτρα εφαρμόζονται κι εκτός ευρωζώνης, στην Αγγλία, την Ουγγαρία και την Δανία για παράδειγμα, βεβαιώνοντας πως πρόκειται για μια πέρα για πέρα καταστροφική στο περιεχόμενό της πολιτική κατεύθυνση που εφαρμόζεται σε όλη την ΕΕ κι όχι μόνο στην ευρωζώνη.

Το εναρκτήριο λάκτισμα για την αυστηροποίηση της δημοσιονομικής πολιτικής δόθηκε με την απαίτηση της Γερμανίας να αναθεωρηθούν οι κανόνες λειτουργίας της ευρωζώνης ενσωματώνοντας στο καταστατικό της βαριές ποινές για εκείνες τις χώρες που συνεχίζουν να διατηρούν δημοσιονομικό έλλειμμα και δημόσιο χρέος που υπερβαίνει το όριο του 3% και 60% του ΑΕΠ αντίστοιχα, όπως τέθηκε στη συνθήκη του Μάαστριχτ. Τα αποτελέσματα ωστόσο στο επίπεδο της μεγέθυνσης του παραγόμενου προϊόντος και της απασχόλησης θα είναι διαλυτικά.

Τα λόγια του αμερικανού νομπελίστα, Τζόζεφ Στίγκλιτς, όπως διατυπώθηκαν σε ένα διεθνές συνέδριο στην ισπανική πρωτεύουσα και μεταφέρθηκαν από την εφημερίδα El Pais στις 29 Μαΐου 2010 δεν αφήνουν καμία ελπίδα φωτός για τις συνέπειες που θα έχει αυτή η πολιτική: «Οι περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες και το ανθρώπινο κεφάλαιο για να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα συνιστούν παραλογισμό. Μπορούν να οδηγήσουν στην ύφεση. Πώς θα αυξηθεί τότε η παραγωγικότητα και το ΑΕΠ;» Τα διαβρωτικά αποτελέσματα που θα έχουν οι περικοπές των δημοσίων δαπανών στην απασχόληση και τις προοπτικές πραγματικής εξόδου της ευρωζώνης από την κρίση αναδεικνύονται και με μια ματιά στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα για την απασχόληση στις ΗΠΑ στις 4 Ιούνη προκάλεσαν έκπληξη όχι τόσο επειδή οι νέες θέσεις εργασίας ήταν λίγες (μόνο 431.000) τη στιγμή που από την επίσημη έναρξη της ύφεσης στις ΗΠΑ, από τον Δεκέμβρη του 2007, μέχρι το τέλος του προηγούμενου χρόνου χάθηκαν 8 εκ. θέσεις εργασίας. Η μεγαλύτερη έκπληξη προήλθε από τη διαπίστωση πως η συντριπτική πλειοψηφία ακόμη κι αυτών των λίγων θέσεων εργασίας (οι 411.000 για την ακρίβεια) δημιουργήθηκε από τον δημόσιο τομέα κι ιδιαίτερα από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Εάν, επομένως, δεν οδηγούσε στα ελληνικά επίπεδα, εντελώς συνειδητά ο αμερικανός πρόεδρος το δημοσιονομικό έλλειμμα η ανεργία όχι μόνο δεν θα μειωνόταν από το 9,9% στο 9,7% αλλά θα ξεπερνούσε κατά πολύ το 10%, προκαλώντας αλυσιδωτές αρνητικές αντιδράσεις στο διαθέσιμο εισόδημα, την ενεργό ζήτηση και το επίπεδο της παραγωγής, δημιουργώντας μια αυτοτροφοδούμενη αρνητική κρισιακή σπείρα. Ό,τι ακριβώς δηλαδή θα συμβεί στην Ευρώπη όπου η σύγχρονη οικονομική ορθοδοξία επιβάλλει τον ουσιαστικό μηδενισμό των ελλειμμάτων, και πιο συγκεκριμένα την μείωση τους στο 0,35%, όπως ακριβώς όρισε το επίπεδο του ανεκτού ελλείμματος πέρυσι το Βερολίνο ενσωματώνοντας σχετικό άρθρο στο σύνταγμα της Γερμανίας. Οι απαισιόδοξες προβλέψεις για την ευρωπαϊκή οικονομία επιβεβαιώνονται ακόμη κι από τον βρετανικό Economist που στο τεύχος της 29ης Μαΐου τόνιζε ότι η πολιτική της ΕΚΤ κάτω από την πίεση της Γερμανίας «καταδικάζει την ευρωζώνη σε χρόνια στασιμότητα».

Το πέρα για πέρα νόμιμο και προφανές ερώτημα του αμερικανού καθηγητή Τζόζεφ Στίγκλιτς (πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα και το ΑΕΠ;) η απάντηση του οποίου δεν μπορεί παρά να είναι γνωστή στο Βερολίνο, θέτει αυτόματα το επόμενο ερώτημα που αφορά στα ειδικότερα αστικά συμφέροντα βάση των οποίων χαράσσεται η νομισματική πολιτική της ευρωζώνης και βάση των οποίων αποφασίζονται οι παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κι οι προαναφερθείσες κατευθύνσεις της δημοσιονομικής πολιτικής. Η πρώτη απάντηση υποδεικνύει την Γερμανία και τις άλλες ηγεμονικές χώρες της ευρωζώνης, που όπως δείχνουν τα πλεονασματικά εμπορικά τους ισοζύγια είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι της νομισματικής πολιτικής που εφαρμόζει η ΕΚΤ. Κι αναφέροντας την Γερμανία δεν εννοούμε τους εργαζόμενους, που κι αυτοί με τη σειρά τους υπομένουν τα δραματικά αποτελέσματα της πολιτικής των περικοπών, που οδηγεί σε μείωση της εσωτερικής ζήτησης. Ως αποτέλεσμα αυτών των δύο τάσεων (λιτότητα εντός της χώρας και στροφή της παραγωγής εκτός) οι καταναλωτικές δαπάνες το τέταρτο τρίμηνο του προηγούμενου χρόνου μειώθηκαν κατά 1% ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 3% (Wall Street Journal 16 Μαρτίου 2010)!

Ακόμη και τούτη η απάντηση όμως, για τα οφέλη της Γερμανίας, δεν αρκεί γιατί με το πέρασμα του χρόνου πληθαίνουν οι φωνές που υποδεικνύουν τα καταστρεπτικά αποτελέσματα που έχει ακόμη και για την (δυνητική έστω) μεταποιητική παραγωγή της Γερμανίας η υψηλή ισοτιμία του ευρώ. Να σημειωθεί πως η ΕΚΤ θεωρεί ισοτιμία στόχο για το ευρώ τα 1,20 δολάρια, με αποτέλεσμα όταν η ισοτιμία πέφτει κάτω από αυτό το επίπεδο να σημειώνονται παρεμβάσεις, ενώ αντίστοιχη ευαισθησία να μην παρατηρείται όταν η ισοτιμία υπερβαίνει αυτό το στόχο, αφήνοντας έτσι να εννοηθεί η ανεκτικότητα αν όχι η προτίμησή της ακόμη και για μια «σκληρότερη» ισοτιμία.

Κι όμως μια μεγάλη υποτίμηση του ευρώ θα απόβαινε ευεργετική όχι μόνο για χώρες όπως η Ελλάδα κι όλο το κλυδωνιζόμενο Μεσογειακό Κλαμπ οι οικονομίες του οποίου εξαρτώνται από τον τουρισμό ενώ ένα σκληρό ευρώ δυσχεραίνει την ήδη δεινή θέση τους, αλλά θα βελτίωνε αισθητά ακόμη κι αυτές τις εξαγωγικές επιδόσεις της Γερμανίας που αποτελούν τη βασικότερη πηγή κερδών μετά την στρατηγική απόφαση του Βερολίνου να μην αυξήσει την εσωτερική ζήτηση. Οι ευεργετικές συνέπειες της Ελλάδας αλλά και της Γερμανίας από ένα φθηνότερο ευρώ υπογραμμίζονται αν πάρουμε υπ’ όψη μας ότι το 56% των ελληνικών εξαγωγών στρέφονται εκτός ευρωζώνης ενώ ακόμη και για τη Γερμανία το καθόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό του 40% των εξαγωγών της κατευθύνεται εκτός ευρωζώνης. Παρόλα αυτά το Βερολίνο επιλέγει το ακριβό ευρώ, ξέροντας ότι οι άμεσες και έμμεσες συνέπειες αυτής της πολιτικής είναι υφεσιακές.

Η αιτία βρίσκεται στην προτίμηση που δείχνει το Βερολίνο στα τραπεζικά συμφέροντα. Η προτίμησή του στο ακριβό ευρώ υποδηλώνει ότι έχοντας να επιλέξει ανάμεσα στην γερμανική μεταποίηση και τις γερμανικές τράπεζες, επιλέγει τις τράπεζες, που μέσω της ανατίμησης του ευρώ βλέπουν τα αποθεματικά τους να ανατιμούνται και η σχετική τους αξία να αυξάνει και ταυτόχρονα να ακολουθεί ανοδική πορεία η διεθνή ζήτηση του ευρωπαϊκού νομίσματος ως αποθεματικού μέσου οδηγώντας στο περιθώριο των συναλλαγών άλλα ανταγωνιστικά νομίσματα, όπως το δολάριο.

Οι τράπεζες αποδείχθηκαν κι οι μεγάλοι κερδισμένοι των κατ’ ευφημισμό «πακέτων σωτηρίας» που εγκρίθηκαν για την Ελλάδα και την Ευρώπη, ύψους 110 και 750 δισ. ευρώ, αντίστοιχα. «Υπάρχει ισχυρή απόδειξη ότι το πακέτο διάσωσης ύψους 110 δισ. ευρώ για την Ελλάδα επιβλήθηκε κατά ένα μεγάλο μέρος για να αποφευχθεί η απώλεια εκατοντάδων δισ. δολ. για τις τράπεζες της Γαλλίας, της Γερμανίας και άλλων χωρών που έχουν επενδύσει σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου. “Η διάσωση της Ελλάδας ήταν πριν απ’ όλα διάσωση των τραπεζών”, υποστηρίζει ο Νικόλας Βερόν από το Ινστιτούτο Μπρεγκέλ των Βρυξελλών. Το πακέτο των 750 δισ. που ακολούθησε στις 9 Μάη για άλλες αδύναμες χώρες της ευρωζώνης σκόπευε κι αυτό να αποτραπεί μια διάλυση της διατραπεζικής αγοράς της περιοχής». Όλα αυτά δεν αναφέρονται σε κάποιο άρθρο γνώμης εναλλακτικού εντύπου, αλλά στην υπερσυντηρητική εφημερίδα Wall Street Journal του σαββατοκύριακου 4-6 Ιούνη 2010.

Συμπερασματικά το Βερολίνο επιλέγει να ρίξει στην πυρά τους εργαζόμενους της ευρωζώνης, καταδικάζοντάς τους στην ανεργία, την διάλυση των κοινωνικών παροχών και τη φτώχεια, προκειμένου να ενισχύει τα πιο παρασιτικά τμήματα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Ο καταλυτικός και αναντικατάστατος ρόλος που διαδραματίζει το ευρώ στην υλοποίηση αυτής της πολιτικής ανάγει σε κρίσιμο στόχο για τα συμφέροντα των εργαζομένων την έξοδο από την ευρωζώνη. Η εγκατάλειψη του ευρώ κι η άσκηση μιας νομισματικής πολιτικής που θα έχει ως γνώμονα τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα σε συνδυασμό με μια σειρά άλλων μέτρων (όπως η κρατικοποίηση των τραπεζών, η επιβολή ελέγχων στην κυκλοφορία των κεφαλαίων, η άσκηση βιομηχανικής πολιτικής και πάνω απ’ όλα η χορήγηση γενναίων αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις κι η στήριξη της δημόσιας παιδείας και υγείας) μπορούν να εγγυηθούν την έξοδο από την κρίση προς όφελος των εργαζομένων.

Σε αυτή την προσπάθεια δημιούργησε αισιοδοξία η απήχηση που συνάντησε κείμενο 30 οικονομολόγων και πανεπιστημιακών με τίτλο «παύση πληρωμών – έξοδος από το ευρώ», όπου τίθεται το περίγραμμα άσκησης μιας άλλης πολιτικής. Το κείμενο βρίσκεται στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.gopetition.com/online/36271.html και μέχρι στιγμής έχει συγκεντρώσει περισσότερες από 700 υπογραφές. Κι η προσπάθεια συνεχίζεται…

Ένδεκα και μία θέσεις για τη δημοσιονομική κρίση (Ουτοπία, 1ος-2ος/2010)

 

  1. Η δημοσιονομική κρίση των τριών τελευταίων δεκαετιών, εμφανίζεται σχεδόν ταυτόχρονα με την κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’70. Είναι αποτέλεσμα κυρίως: Πρώτο, των αυξημένων παροχών προς το κεφάλαιο για να αντισταθμιστεί η πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους και δεύτερο, της απότομης μείωσης των φορολογικών του υποχρεώσεων. Από την γέννησή της επομένως συνιστά μετάσταση και τρόπο ξεπεράσματος της υποκείμενης καπιταλιστικής κρίσης. Επομένως, η δημοσιονομική κρίση αποτελεί ίδιον του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και ξεχωριστό χαρακτηριστικό του, εφ’ όσον η εμφάνισή τους συμπίπτει χρονικά. Προετοιμάστηκε δε την περίοδο της ταχείας ανόδου, όταν κινητήρια δύναμη είχε τα συνεχή δημοσιονομικά ελλείμματα που έκτοτε συσσωρεύονταν.
  2. Στην Ελλάδα ειδικότερα δεν είναι τυχαίο πως η δημοσιονομική κρίση εμφανίζεται την δεκαετία του ’80 επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ ταυτόχρονα με τις χαριστικές προς το κεφάλαιο ρυθμίσεις των «προβληματικών επιχειρήσεων» και την εμφάνιση ενός μαχητικού εργατικού ριζοσπαστισμού που έθεσε ορισμένα εμπόδια στην προσπάθεια του κράτους να μεταφέρει την κρίση στους εργαζόμενους[1].
  3. Η πρόσφατη δημοσιονομική κρίση πολύ πιο εμφανώς και ευθύγραμμα είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που ξέσπασε στις ΗΠΑ με επίκεντρο την κτηματική αγορά. Ο μηχανισμός που την πυροδότησε εντοπίζεται στα «πακέτα δημοσιονομικής στήριξης» που εκταμιεύθηκαν για να ξεπερασθεί η κρίση ρευστότητας – παράγωγο αποτέλεσμα και πλευρά της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, που προκάλεσε την τρέχουσα κρίση[2].
  4. Η δημοσιονομική κρίση στην Ελλάδα το 2009 (όπως εκδηλώθηκε με την εκτίναξη του δημοσιονομικού ελλείμματος – της διαφοράς δηλαδή μεταξύ κρατικών εσόδων και δαπανών – στο 12,7% του ΑΕΠ και του δημόσιου χρέους στο 113% του ΑΕΠ[3]) είναι αποτέλεσμα ενός συγκερασμού δομικών και συγκυριακών παραγόντων, με καθοριστικότερους τους δεύτερους που προέρχονται από την εν εξελίξει κρίση. Ειδικότερα:
  5. Σε ότι αφορά το σκέλος των δημοσίων εσόδων, η δημοσιονομική κρίση είναι αποτέλεσμα: α) της συνεχούς μείωσης των φορολογικών συντελεστών την τελευταία δεκαπενταετία κι ειδικότερα κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες (από το 35% στο 25%) που ανακοίνωσε η ΝΔ (Σεπτέμβρης 2004), β) της θεσμοθετημένης φοροαπαλλαγής ή/και χαμηλής φορολόγησης ναυτιλιακών εταιρειών και τραπεζών και της κατοχυρωμένης στην πράξη φοροαπαλλαγής των μεσαίων και ανώτερων εισοδημάτων ελεύθερων επαγγελματιών γ) των πολύ χαμηλών συντελεστών φορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων.
  6. Σε ότι αφορά το σκέλος των δημοσίων δαπανών, η δημοσιονομική κρίση είναι αποτέλεσμα: α) των υφιστάμενων αυξημένων υποχρεώσεων για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους[4], β) των υπέρογκων στρατιωτικών δαπανών[5], γ) των κρατικών επιχορηγήσεων προς το κεφάλαιο μέσω των «αναπτυξιακών νόμων»[6], δ) της απότομης αύξησης του κόστους δανεικού χρήματος ως αποτέλεσμα της πρωτοφανούς παγκόσμιας ζήτησης από τα καπιταλιστικά κράτη για να χρηματοδοτηθεί η ιδιωτική οικονομία[7]. Αυτή είναι η αιτία πίσω από την εκτίναξη των επιτοκίων με τα οποία δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, πέραν των κερδοσκοπικών παιχνιδιών και των πολιτικών πιέσεων.
  7. Η ΕΕ δεν αποτελεί μηχανισμό εξισορρόπησης των δημόσιων οικονομικών και επαναφοράς της δημοσιονομικής πειθαρχίας, αλλά μηχανισμό περαιτέρω όξυνσης της. Οι ευθύνες της ΕΕ στην εμφάνιση και τον εκτροχιασμό της κρίσης αφορούν: α) στην υποκίνηση της μείωσης των φορολογικών υποχρεώσεων του κεφαλαίου, με το επιχείρημα της ενθάρρυνσης της ανάπτυξης, β) στην απαγόρευση – από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ – της εσωτερικής χρηματοδότησης των ελλειμμάτων δια της κοπής νέου νομίσματος από τα κεντρικά πιστωτικά ιδρύματα και την υποχρεωτική έκτοτε προσφυγή του δημοσίου στις αγορές χρήματος, γ) στην απίσχναση της παραγωγικής βάσης της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας (όπως εκφράζεται από την διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος) στο πλαίσιο ενός πανευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας που ευνοεί τα κεφάλαια υψηλότερης οργανικής σύνθεσης. Η ευκολία με την οποία η ΕΕ δια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έσωσε τις εμπορικές τράπεζες προσφέροντας τους τη δυνατότητα ευνοϊκής χρηματοδότησης με επιτόκιο 1% αποκάλυψε και τα μέσα που θεωρητικά διέθετε για να διευκολύνει και τα εθνικά κράτη. Στην πραγματικότητα όμως τα παρέδωσε βορρά στις εμπορικές τράπεζες που τα δάνειζαν με επιτόκιο 5%!
  8. Το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) δεν αποτελεί ένα «κοινωνικά ουδέτερο σύνολο μέτρων που καλεί όλους να βάλουν το χέρι στην τσέπη», όπως παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση[8]. Αντίθετα συνεχίζει και οξύνει στο έπακρο την εφαρμοζόμενη αντιλαϊκή πολιτική μέσω κυρίως των ακόλουθων μέτρων: α) αύξησης των έμμεσων φόρων σε τσιγάρα και ποτά, β) κατάργησης φοροαπαλλαγών, γ) μείωσης κατά 10% του κονδυλίου επιδομάτων, δ) αναστολής προσλήψεων, ε) μείωση συμβάσεων ορισμένου χρόνου, στ) μείωση επιχορηγήσεων ασφαλιστικών ταμείων[9], ζ) μείωση υπερωριών και λοιπών πρόσθετων αμοιβών, η) μείωση δαπάνης προμηθειών νοσοκομείων, και θ) ενός προγράμματος ευρύτατων ιδιωτικοποιήσεων η αξία των οποίων θα φθάσει τα 2,5 τρισ. ευρώ. Τους στόχους μείωσης των κρατικών δαπανών και αύξησης των εσόδων εξυπηρετούν επιπλέον το νέο φορολογικό και ασφαλιστικό νομοσχέδιο που αναμένεται να κατατεθούν στη Βουλή το επόμενο τρίμηνο κι η εισοδηματική πολιτική.
  9. Απώτερο ζητούμενο του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης δεν είναι η επίλυση της δημοσιονομικής κρίσης αλλά μια βαθιά αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου, που θα βελτιώνει άμεσα τα δημόσια οικονομικά έτσι ώστε το αστικό κράτος να μπορεί να διευκολύνει την διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου όποτε ξανά παραστεί ανάγκη.
  10. Στην πραγματικότητα, το αποτέλεσμά του ΠΣΑ πολύ πιθανά θα είναι μια παρατεταμένη παραγωγική καθίζηση, καθώς η εξίσωση των εσόδων με τις δαπάνες θα αποστερήσει την καπιταλιστική οικονομία κι από τις κρίσιμες εκείνες χρηματικές εισροές που τροφοδοτούσαν την διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, αυξάνοντας την απασχόληση[10]. Η συνταγή διαχείρισης επομένως της κρίσης πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους που έχει την αφετηρία της στην καπιταλιστική παραγωγή, θα την οξύνει και θα τη γενικεύσει μετατρέποντάς την σε ευρύτερη και καθολική (κρίση υποκατανάλωσης, πραγμοποίησης υπεραξίας, κ.λπ.). Γενικότερα δε, το μοντέλο επίλυσης που επιλέχτηκε (αθρόα παροχή ρευστού στα τμήματα του κεφαλαίου που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης) έχει ήδη, από τώρα, δημιουργήσει τους όρους ξεσπάσματος της νέας κρίσης.
  11. Η παραπάνω συνταγή δημιουργίας και επίλυσης της κρίσης (αφειδώλευτες παροχές στο κεφάλαιο, πρωτοφανής λιτότητα για τους εργαζόμενους) εφαρμόστηκε απαρέγκλιτα από όλες τις δεξιές και σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Κατά συνέπεια οι εργαζόμενοι δεν έχουν να περιμένουν τίποτε από σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις ή κυβερνήσεις έκτακτης ανάγκης που πιθανά θα προκύψουν.
  12. Τέλος, η αστική τάξη χρησιμοποιεί την τρομοκρατία των ελλειμμάτων και επικαλείται τον κίνδυνο πτώχευσης για να πετύχει μια συνολική αναδιάρθρωση των όρων εκμετάλλευσης των εργαζομένων και αξιοποίησης του κεφαλαίου προς όφελός της. Ζητούμενο είναι συντριβή του εργατικού κινήματος κι ένα άλμα στην εκμετάλλευση. Το κεφάλαιο δηλαδή αξιοποιεί τη δημοσιονομική κρίση για να πετύχει πολύ ευρύτερους στόχους. Φάνηκε πεντακάθαρα στην επιστολή του ΙΟΒΕ[11], όπου από τις δύο κατηγορίες αντιλαϊκών μέτρων που προτείνονται[12] μόνο η πρώτη αφορά αυστηρά την επίλυση της δημοσιονομικής κρίσης. Η δεύτερη κατηγορία μέτρων στοχεύει στην φιλελευθεροποίηση της αγοράς, προς όφελος της μονοπωλιακής της οργάνωσης και της ουσιαστικής υπαγωγής κάθε δραστηριότητας στο κεφάλαιο. Η εργατική πάλη επομένως για την απόκρουση των οπισθοδρομικών μέτρων που περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει κι ευρύτερους στόχους που αφορούν τη βελτίωση των αμοιβών, των εργασιακών σχέσεων, των όρων ασφάλισης, των κοινωνικών παροχών, κ.λπ

 


[1] Το δημόσιο χρέος στην Ελλάδα προσέλαβε τις σημερινές του διαστάσεις τη δεκαετία του ’80. Από 26% που ήταν το 1981, το 1990 φθάνει το 65% και το 1993, τελευταίο έτος της κυβέρνησης Μητσοτάκη φθάνει για πρώτη φορά το 99%.

[2] «Το αποτέλεσμα των χρηματοδοτικών πακέτων σε κάθε σχεδόν χώρα από την ομάδα των 20 μεγαλύτερων χωρών ήταν η άνοδος των ελλειμμάτων σε επίπεδα πρωτοφανή για καιρό ειρήνης, του χρέους σε επίπεδα τόσο υψηλά ώστε δεν θα υπάρχουν τα πολεμοφόδια για να διεξαχθεί άλλος οικονομικός πόλεμος και ένας λογαριασμός για να καθαρισθεί αυτή η ακαθαρσία τον οποίο οι φορολογούμενοι θα νιώθουν ακόμη και στην επόμενη γενιά. Οι τελευταίες εκτιμήσεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δείχνουν ότι κατά μέσο όρο τα ελλείμματα των προηγμένων κρατών ανέρχονταν στο 1,9% του εθνικού εισοδήματος πριν ξεσπάσει η κρίση το 2007. Αυτό το χρόνο αναμένεται να φθάσουν το 9,7% και το 2010 το 8,7%. Το χρέος του δημόσιου τομέα αναμένεται να εκτιναχθεί από ένα μέσο όρο της τάξης του 78% το 2007 στο 118% το 2014», ανέφεραν οι Financial Times στις 26 Νοέμβρη 2009.

[3] Τα μεγέθη (ανακόλουθα με προγενέστερες αναφορές κυβερνητικών) αναφέρονται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης που παρέδωσε η κυβέρνηση στην ΕΕ.

[4] Όπως αναφέρεται στην Εισηγητική Έκθεση του κρατικού προϋπολογισμού για το έτος 2010 (σελ. 52) για τόκους το 2009 καταβλήθηκαν 12,3 δισ. ευρώ. Αυτό το ποσό ισοδυναμούσε με το 17% των συνολικών δαπανών του τακτικού προϋπολογισμού που ανήλθαν σε 71,4 δισ. και με το 42% του δημοσιονομικού ελλείμματος που ανήλθε σε 29 δισ. ευρώ.

[5] Στον προϋπολογισμό του 2010 έχει προβλεφθεί να δοθούν 2 δισ. ευρώ για εξοπλιστικά προγράμματα. Συνολικά η Ελλάδα με βάση τις μέχρι τώρα «επιδόσεις» της κατέχει την πέμπτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη των χωρών – εισαγωγέων πολεμικού υλικού.  

[6] Στις μέρες μας του νόμου 3299/2004 και προηγούμενα του 2601/1998.

[7] Για παράδειγμα, το βρετανικό δημόσιο το 2009 και το 2010 θα δανειστεί συνολικά περισσότερα χρήματα απ’ όσα έχει δανειστεί η βρετανική κυβέρνηση από το 1692 μέχρι το 1997.

[8] Προς επίρρωση να αναφέρουμε ότι ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Δημ. Δασκαλόπουλος, το επικρότησε τονίζοντας πως «είναι προς την ορθή κατεύθυνση – αρκεί βέβαια τα προβλεπόμενα μέτρα να υλοποιηθούν χωρίς εκπτώσεις, χωρίς παλινωδίες» (τύπος, 15 Ιανουαρίου 2010).

[9] Στον κρατικό προϋπολογισμό του 2010 προβλέπεται μείωση των επιχορηγήσεων ως προς το 2009 στο σύνολο των ασφαλιστικών ταμείων κατά 8% (13,9 δισ. από 15,1 το 2009) κι ειδικότερα προς των ελεύθερων επαγγελματιών (ΟΑΕΕ) κατά 27% (από 1,5 δισ. το 2009, 1,1 φέτος).

[10] Καθόλου τυχαία υπό αυτή την έννοια δεν είναι η δήλωση του υπουργού Εργασίας, Ανδρέα Λοβέρδου, την Πέμπτη 14 Ιανουαρίου ότι το 2010 είναι πολύ πιθανό να φθάσουμε σε «ισπανικού τύπου ανεργία, με ποσοστό 20% έως 21%», πλήττοντας δηλαδή 1 εκ. εργαζόμενους.

[11] http://www.iobe.gr/index.asp?a_id=87&news_id=897

[12] «Δύο παράλληλες προσαρμογές πρέπει να επισυμβούν το ταχύτερο δυνατό στην ελληνική οικονομία. Η πρώτη είναι η δημοσιονομική. Η δεύτερη αφορά στην ανταγωνιστικότητα».

Σοβαροί τριγμοί στην Ευρώπη (Πριν, 7/10/2008)

ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΙΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

Κανένας δεν περίμενε τόσο οργισμένες και επίμονες λαϊκές αντιδράσεις ενάντια στο σχέδιο διάσωσης των κερδοσκόπων που έμεινε στην ιστορία ως σχέδιο Πόλσον, από το όνομα του αμερικανού υπουργού Οικονομικού. Παρότι οι αντιδράσεις από τα δεξιά, εμφορούμενες από μια δογματική ιδεοληπτική απέχθεια προς κάθε μορφή κρατικής παρέμβασης δεν ήταν καθόλου αμελητέες, εν τούτοις η πίεση που οδήγησε στην καταψήφιση του Σχεδίου Πόλσον, ύψους 700 δισ. δολ., την προηγούμενη Δευτέρα από την αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων (με ψήφους 228 κατά έναντι 205 υπέρ) προερχόταν από τα κάτω και τα αριστερά. Απόδειξη ήταν ο πρωτοφανής στην ιστορία κίνδυνος κατάρρευσης του υπολογιστικού δικτύου της αμερικανικής Βουλής εξ αιτίας των δεκάδων χιλιάδων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τα οποία οι αμερικανοί ψηφοφόροι βομβάρδιζαν τους εκλεγμένους αντιπροσώπους του κάθε στιγμή. Δεν σταμάτησαν μόνο σε αυτά. Δεκάδες ήταν επίσης οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας που οργανώθηκαν με ομιλητές εκπροσώπους των συνδικάτων (και δη της AFL – CIO) που ως μοναδικό αίτημα είχαν να απορριφθεί το Σχέδιο Πόλσον. Πολλές ακόμη ξεχωριστές περιπτώσεις (όπως για παράδειγμα οι 23.000 υπογραφές που μαζεύτηκαν σε δύο μέρες μόνον από έναν γερουσιαστή με αίτημα να επιβληθεί έκτακτος φόρος ύψους 10% στους πλούσιους) δείχνουν ότι το Σχέδιο Πόλσον και κατά βάθος ο φόβος που στοιχειώνει εκατομμύρια εργαζομένους στις ΗΠΑ για το μέλλον τους σε συγκερασμό με το πρωτοφανές ρήγμα που δημιουργήθηκε στον απόλυτα ελεγχόμενο υπό κανονικές συνθήκες πολιτικό κόσμο άνοιξε τον ασκό του Αιόλου.

Η απάντηση του αμερικανικού κεφαλαίου στην σιωπηρή εξέγερση των Αμερικανών ήταν κάτι παραπάνω από τρομοκρατική καθώς στο επιχείρημα της κοινωνίας «δεν χρηματοδοτούμε κερδοσκόπους και απατεώνες» η απάντησή τους, σε μια επίδειξη δύναμης, ήταν να τσακίσουν τις συντάξεις της κοινωνίας. Η κάθετη πτώση του δείκτη μετοχών της Γουόλ Στριτ κατά 778 μονάδες (που είναι η μεγαλύτερη στην ιστορία) την ημέρα που η Βουλή των Αντιπροσώπων επέστρεφε το Σχέδιο Πόλσον ήταν τα αντίποινα των «γνωστών αγνώστων» κερδοσκόπων προς τα δεκάδες εκατομμύρια Αμερικανών που υπολογίζουν τη σύνταξή τους με βάση την πορεία του Ντάου Τζόουνς. Καθόλου τυχαίο δεν είναι πως αμέσως μετά την καθίζηση των χρηματιστηρίων η στάση των Αμερικανών άρχισε να μετριάζεται χωρίς ποτέ να γείρει υπέρ του Σχεδίου που θα σημάνει τον μεγαλύτερο αναπροσανατολισμό των δημόσιων δαπανών των ΗΠΑ. Η υπερψήφιση του αναμορφωμένου Σχεδίου Πόλσον από την περισσότερο ολιγαρχική και λιγότερο αντιπροσωπευτική Γερουσία την Πέμπτη με 74 ψήφους υπέρ και μόνο 25 κατά σήμανε το τέλος του διχασμού της αστικής τάξης. Το βάρος τους υπέρ του Σχεδίου Πόλσον έριξαν στη συνέχεια και οι κορυφαίες μεταποιητικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ που μέσω των θεσμικών τους ενώσεων (του αμερικανικού ΣΕΒ) και κυρίως των λόμπι επανέφεραν τους βουλευτές στην τάξη. Ως αποτέλεσμα στην δεύτερη ψηφοφορία της Παρασκευής το Σχέδιο Πόλσον εγκρίθηκε με 263 ψήφους υπέρ έναντι 171 ψήφων κατά.

Σαν πύργος από τραπουλόχαρτα κατέρρευσαν μέσα σε λίγες ώρες στην αρχή της εβδομάδας έξι (!!!) ευρωπαϊκές πολυεθνικές τράπεζες αποδεικνύοντας το βαθμό έκθεσης στην αμερικανική κερδοσκοπία ολόκληρου σχεδόν του ευρωπαϊκού τραπεζικού οικοδομήματος. Τα σημάδια της ύφεσης επιβάλλουν αναπροσαρμογή της στρατηγικής του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού.

 

 Επέβαλαν το Σχέδιο Πόλσον πραξικοπηματικά

Μέχρι και την προηγούμενη Κυριακή, παρότι μάλιστα δεν είχαν λείψει οι καταρρεύσεις ευρωπαϊκών τραπεζών λόγω των ανοιγμάτων τους στην αμερικανική αγορά ενυπόθηκων δανείων (γερμανική ΙΚΒ πέρυσι τον Ιούλιο, βρετανική Νόρθερν Ροκ πέρυσι τον Σεπτέμβριο) αν κανείς έπαιρνε στα σοβαρά τους ευρωπαίους ηγέτες θα πίστευε ότι στην από δω μεριά του Ατλαντικού οι τράπεζες είναι σχεδόν ευαγή ιδρύματα που το πλαίσιο δραστηριοτήτων καθορίζουν οι εκθέσεις για την αποταμίευση των μαθητών του Δημοτικού. Η Δευτέρα ήταν η μέρα της αποκάλυψης. Μέσα σε λίγες ώρες τραπεζικά μαμούθ άρχισαν να τρεκλίζουν και για να μην ισοπεδώσουν ότι υπάρχει γύρω τους σε μια ακτίνα που θα ξεπέρναγε την επιφάνεια των κρατών που επισήμως έχουν έδρα, το «ελάχιστο κράτος» θυμήθηκε τις παλιές του δόξες. Γαλλία, Αγγλία, Ιρλανδία, Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο έβαλαν βαθιά το χέρι στην τσέπη, όπως ακριβώς είχε κάνει το αμερικανικό δημόσιο με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα Bear Sterns πριν ένα χρόνο και μόλις πρόσφατα με Freddie και Fannie, Merrill Lynch, AIG, Washington Mutual και Wachovia μεταξύ πολλών άλλων.

Την ευρωπαϊκή υπεροψία τσαλαπάτησε την επομένη η αιχμή του δόρατος του αμερικανικού χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ που σε άρθρο της σύνταξης τόνιζε: «Με ορισμένους τρόπους, η ευρωπαϊκή υπερβολή ξεπέρασε ακόμη και την “ύβρη” της Γουόλ Στριτ. Οι δώδεκα μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν ένα συνολικό λόγο μόχλευσης – υποχρεώσεις προς συνολικά στοιχεία ενεργητικού – ίσο με 35, σε σχέση με λιγότερο από 20 για τις μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες. Στο τέλος του προηγούμενου χρόνου ο λόγος μόχλευσης της Deutsche Bank βρισκόταν στο 52,5 και της τράπεζας Barclay’s στο 61,3». Η κερδοσκοπία λοιπόν μπορεί να βρήκε το πιο πρόσφορο έδαφος στην αμερικανική αγορά καλλιεργήθηκε όμως εξ ίσου εντατικά κι από τις ευρωπαϊκές τράπεζες – όχι μόνο τις αμερικανικές.

Το άλμα ωστόσο που έκανε η χρηματοπιστωτική κρίση στην ευρωπαϊκή αγορά δεν ήταν μόνο σε μήκος αλλά και σε βάθος, καθώς περνώντας τον Ατλαντικό για πρώτη φορά έπληξε τράπεζες και πιστωτικά ιδρύματα που ο κύκλος των δραστηριοτήτων τους δεν αφορούσε την κερδοσκοπία – όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην αμερικανική αγορά με τις επενδυτικές τράπεζες. Έτσι όμως (και στον βαθμό που οι παραπάνω δύο εργασίες δεν είναι τόσο καθαρά διακριτές στη γηραιά ήπειρο) απειλήθηκε, για πρώτη φορά τόσο μαζικά, η κρίση να αλλάξει μορφή πλήττοντας και παραλύοντας την κλασσική τραπεζική δραστηριότητα. Γι αυτό το λόγο η παρέμβαση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ήταν τόσο ακαριαία αναλαμβάνοντας να πληρώσουν όλο τον λογαριασμό. Η αντίδρασή τους περιορίζει σε βαθμό εξαφανίσεως τις πρακτικές συνέπειες της διχογνωμίας που εκδηλώθηκε μεταξύ Παρισιού και Βερολίνου με αφορμή την πρόταση του γάλου προέδρου να φτιαχτεί ένα κεφάλαιο ανάλογο του Πόλσον, έτοιμο προς διάθεση μόλις ακουστεί ο ήχος των κανονιών. Από τη στιγμή που το Βερολίνο τα ακούμπησε, η διαφωνία του περιορίζεται στο κατά πόσο οι επιχειρήσεις διάσωσης θα γίνονται κατά περίπτωση ή συνολικά. Το κόστος όμως – που μεταφέρεται στους εργαζόμενους της Ευρώπης – θα είναι το ίδιο!

Το πλήγμα που δέχθηκαν οι έξι ευρωπαϊκές τράπεζες σηματοδότησε μια μείζονος σημασίας αλλαγή πλεύσης του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού σε ότι αφορά τη διαχείριση της κρίσης. Από το 2007 που έκανε για πρώτη φορά αισθητή την εμφάνισή της, με τη μορφή της πιστωτικής ασφυξίας, και η αμερικανική κεντρική τράπεζα δε δίστασε να ρίξει τα επιτόκια του δολαρίου από το 5,25% στο 2%, όλο αυτό το διάστημα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κράταγε σταθερά τα επιτόκια του ευρώ, όταν δεν τα αύξανε, επικαλούμενη την προτεραιότητα του στόχου συγκράτησης του πληθωρισμού. Πλέον αυτή η στάση αλλάζει, όπως με σαφήνεια δήλωσε την Πέμπτη ο πρόεδρος της, προαναγγέλλοντας ότι στη επόμενη συνεδρίασή της διοίκησής της θα αποφασιστεί μείωση των επιτοκίων από το 4,25% που βρίσκονταν ως τώρα – ένα επίπεδο που αποτελεί ρεκόρ επταετίας. Η αλλαγή προσανατολισμού της νομισματικής πολιτικής, αποτέλεσμα όχι μόνο των χρεοκοπιών αλλά και της δυσμενούς αναθεώρησης των ρυθμών μεγέθυνσης του προϊόντος στο 1,3% για το τρέχον έτος σε ότι αφορά τους 15, αποκαλύπτει τις προβλέψεις της ευρωπαϊκής ολιγαρχίας για μια ύφεση.

ΠΛΗΓΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

 

Ακόμη και η σκανδαλώδης προσφορά – αποζημίωση προς τους κερδοσκόπους του μυθικού ποσού των 700 δισ. δολ. δεν πρόκειται να αποτρέψει την οικονομική ύφεση στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Η κάθετη αύξηση του κόστους του χρήματος δημιουργεί τεράστια εμπόδια στην επέκταση της παραγωγής, οξύνοντας την κρίση της.

Η ΥΦΕΣΗ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ

Η ΚΡΙΣΗ ΠΕΡΑΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΟ ΣΤΟΝ ΚΛΑΣΣΙΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΤΟΜΕΑ

Κενό γράμμα αποδείχτηκε η περίφημη ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών

 

Η κατάρρευση της Γουόλ Στριτ τη Δευτέρα δεν ήταν μόνο ένα μήνυμα στην αμερικανική κοινωνία για την τύχη που θα έχουν οι συντάξεις και οι τοποθετήσεις τους αν δεν ψηφιστεί το Σχέδιο Πόλσον. Ταυτόχρονα εξέφραζε και τις τεράστιες δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει στο εξής η αναπαραγωγή του κεφαλαίου, που αφορά την πραγματική οικονομία, σε περίπτωση που δεν εφαρμοστεί το Σχέδιο Πόλσον και το οποίο προβλέπει την εξαγορά από το αμερικανικό δημόσιο των ομολόγων που σχετίζονται με τα κτηματικά δάνεια της συμφοράς που χορηγούσαν, ακόμη και στο 100% της αξίας των ακινήτων, οι τράπεζες χωρίς την παραμικρή εγγύηση. Επιστρέφοντας στο σημείο μηδέν της τρέχουσας κρίσης οι δυσκολίες αναπαραγωγής αφορούν την κάθε άλλο παρά ασυνήθιστη φάση του οικονομικού κύκλου κάθε καπιταλιστικής οικονομίας όπου η σημαντική – κι εν προκειμένω θεαματική – αύξηση της καταναλωτικής ζήτησης οδήγησε σε άνοδο τη ζήτηση πιστώσεων και στη συνέχεια τα επιτόκια κι αυτά με τη σειρά τους οδήγησαν σε συρρίκνωση το ποσοστό κέρδους. Ανατροπή βάθους που στους πιο απόμακρους παρατηρητές γίνεται ορατή από το πιο εύκολα ορατό γνώρισμά της: τις ανατροπές στα επιτόκια και το κόστος χρήματος.

Οι δυσκολίες αφορούν την άνοδο του κόστους του χρήματος. Δημιουργούνται δε από τη στιγμή που οι τράπεζες καχύποπτες για την ποιότητα των εγγυήσεων (λόγω της ύπαρξης των «τοξικών ομολόγων») που παρέχονται στην διατραπεζική αγορά χρήματος αρνούνται να προσφέρουν για δανεισμό τα διαθέσιμά τους ή, από την άλλη, αδυνατούν να σηκώσουν το βάρος του δανεισμού λόγω των πολύ υψηλών επιτοκίων που διαμορφώνονται στη διατραπεζική.

Το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί διαβρώνοντας τα σαθρά θεμέλια της πραγματικής οικονομίας το περιγράφει παραστατικά ο τελευταίος βρετανικός Εκόνομιστ: «Τον περισσότερο καιρό κανείς δεν αναφέρεται στην πίστωση που ρέει στους πνεύμονες της οικονομίας, περισσότερο απ’ ότι οι άνθρωποι αναφέρονται στον αέρα που αναπνέουν. Όλοι όμως ξέρουν πότε σταματάει η πίστωση να κυκλοφορεί ελεύθερα η πίστωση από τις αγορές στις τράπεζες, τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Για ένα χρόνο σχεδόν οι αγορές ανησυχούν για τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητα των τραπεζών. Μετά τη χρεοκοπία της Lehman Brothers τον προηγούμενο μήνα και μέσω της σύγχυσης για το ποιον θα σώσει το κράτος και με τι όρους πανικοβλήθηκαν. Οι αγορές για αξιόγραφα 3, 6 και 12 μηνών είναι κλειστές, έτσι οι τράπεζες πρέπει να δανείζονται περισσότερο χρήμα σε καθημερινή βάση απ’ ότι συνήθως. Οι τράπεζες δανείζονταν η μία από την άλλη με 0,08 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από τα επίσημα επιτόκια. Στις 30 Σεπτέμβρη πλήρωσαν περισσότερο από 4 ποσοστιαίες μονάδες επάνω. Σε μια δημοπρασία για να προμηθευτούν δολάρια σε ημερήσια βάση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οι τράπεζες ήταν έτοιμες να πληρώσουν επιτόκιο 11%, πέντε φορές υψηλότερο από τα επίπεδα που ήταν πριν την κρίση».

Ο καθοριστικός δε και αναντικατάστατος χαρακτήρας που έχουν αυτά τα κεφάλαια για την ομαλή λειτουργία της οικονομίας εμφανίζεται αν δούμε την έκταση της πίστης. Στις ΗΠΑ, το συνολικό χρέος της κοινωνίας (νοικοκυριών, επιχειρήσεων και δημοσίου) που από το 1940 μέχρι το 1980 κυμαινόταν περίπου στο 150% του ΑΕΠ, τα τελευταία 30 σχεδόν χρόνια αυξάνεται σταθερά κι έχει φθάσει να ξεπερνάει ακόμη και το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν κατά την κρίση του ’30 (300% του ΑΕΠ) αγγίζοντας πλέον το 350%! Το χρέος των νοικοκυριών ειδικότερα, που έχει ξεχωριστή σημασία μια και προδιαγράφει την πορεία της καταναλωτικής ζήτησης, άρα των παραγγελιών και της παραγωγής, αυξήθηκε από 50% του ΑΕΠ το 1980 σε 100% το 2006. Δεν υπάρχει αμφιβολία συνεπώς ότι και η πιο μικρή διαταραχή στην εξέλιξη αυτού του μεγέθους θα ρίξει λάδι στη φωτιά της κρίσης.

Μια άλλη πλευρά της ανεπάρκειας κεφαλαίων (που αφορά αποκλειστικά τις επιχειρήσεις, τουλάχιστον αρχικά) αποκαλύπτει η απότομη συρρίκνωση της αμερικανικής αγοράς επιχειρηματικών ομολόγων καθώς από 337 δισ. δολ. που ήταν οι νέες εκδόσεις το δεύτερο τρίμηνο του 2007, το αντίστοιχο διάστημα φέτος έφθασαν μόλις τα 77 δισ.! Ως αποτέλεσμα των παραπάνω η πίστη δεν μπορεί να παίξει το ρόλο που έπαιζε μέχρι πρόσφατα διευκολύνοντας την παραγωγή. Στο εξής θα το κάνει πιο δύσκολα και με χειρότερους όρους.

Γνωρίζοντας οι κυβερνήσεις την κρισιμότητα που έχει η στήριξη των πιστώσεων μετέτρεψαν τις κεντρικές τράπεζες τον τελευταίο αυτό χρόνο από δανειστές έσχατης ανάγκης σε δανειστές πρώτης ανάγκης. Με την μια ένεση ρευστού να διαδέχεται την άλλη, χωρίς  καμία όμως να έχει τα ευεργετικά αποτελέσματα που είχε η ένεση αδρεναλίνης που δέχτηκε στην καρδιά της η Ούμα Θέρμαν στο Pulp Fiction ξυπνώντας από το κώμα, οι κεντρικές τράπεζες εγκατέλειψαν οριστικά την περίφημη ανεξαρτησία τους. Για να αποτραπεί ένα θανατηφόρο πάγωμα των πιστώσεων και να εκτονωθούν οι ανοδικές πιέσεις στα επιτόκια μόνο η αμερικανική κεντρική Τράπεζα έχει ρίξει στη διατραπεζική τους τελευταίους 13 μήνες περισσότερα από 1,1 τρισ. δολάρια! Τεράστια ποσά έχει ρίξει επίσης και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Στο πλαίσιο όμως της Συνθήκης του Μάαστριχτ, σε ότι αφορά την Ευρώπη, θεσπίστηκε με τους πιο αυστηρούς όρους η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών με απώτερο στόχο την στροφή των κυβερνήσεων στις αγορές κεφαλαίων για να χρηματοδοτούν τις ανάγκες τους (ταΐζοντας έτσι με τα λεφτά των φορολογουμένων τους κερδοσκόπους) και άμεσο στόχο να θωρακιστούν οι κυβερνήσεις απέναντι στις λαϊκές πιέσεις για αύξηση των κοινωνικών δαπανών. Έτσι οδηγήθηκε στο σκραπ το μηχάνημα που έκοβε λεφτά χωρίς να δίνει λογαριασμό. Τώρα όμως ξαναβγήκε! Οι κεντρικές τράπεζες –άτεγκτες όταν πρέπει να επιβάλλουν τη δημοσιονομική πειθαρχία– γίνονται το Πρώτων Βοηθειών του παρασιτισμού και της κερδοσκοπίας δημιουργώντας επιπλέον κόστη τα οποία για μια ακόμη φορά καταλήγουν στους εργαζόμενους. Η ανεξαρτησία τους έτσι αποδεικνύεται μονοσήμαντη, στο βαθμό που αφορά μόνο τις λαϊκές ανάγκες κι όχι τις ανάγκες αναπαραγωγής του καπιταλισμού, αλλά και κίβδηλη στο βαθμό που η ανεξαρτησία από τις λαϊκές ανάγκες αποδείχθηκε προϋπόθεση για να προσφέρουν όλη τη γκάμα των υπηρεσιών τους στα λαμόγια την κρίσιμη ώρα.

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΑΠΩΝΙΑΣ

Ορατός ο κίνδυνος της χρόνιας ύφεσης

ΝΕΑ ΣΧΕΔΙΑ ΠΟΛΣΟΝ

 

Εφαρμόζοντας η αμερικανική κυβέρνηση, με τη σύμφωνη γνώμη των Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων, τα δύο μέτρα που προαναφέραμε (απεριόριστο δημόσιο χρήμα για την απορρόφηση των «τοξικών ομολόγων» και την διευκόλυνση εξαγοράς των χρεοκοπημένων τραπεζών από άλλες ιδιωτικές ώστε να αποτραπεί το ντόμινο μαζί με την παροχή ρευστότητας στη διατραπεζική μέσω της Κεντρικής Τράπεζας) μία εξέλιξη ήθελε να αποφύγει: Να επαναληφθεί το παράδειγμα της Ιαπωνίας και την κατάρρευση της κτηματικής αγοράς να μην ακολουθήσει μία χαμένη δεκαετία, όπως ακριβώς συνέβη στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. «Το μάθημα από την Ιαπωνία είναι εξαιρετικά σαφές», έγραφε στην Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν προχτές, Παρασκευή, ο ανταποκριτής τους στο Τόκιο τη δεκαετία του ’90. «Κρατήστε τη μύτη σας και υποστηρίξτε το χρηματοδοτικό πακέτο, για να καθαρίσει έτσι το ενεργητικό των τραπεζών».

Η θεωρητική βάση του (θανατηφόρου για τους εργαζόμενους) γιατρικού του Πόλσον, «διευκολύνετε την πίστωση για να αποτραπεί η κρίση» συναντάται στην πιο καθαρή μορφή του μέσα από τα συμπεράσματα που εξάγουν οι Φρίντμαν – Σβαρτζ στο θεμελιώδες έργο τους, Νομισματική Ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών: 1867-1960. Για τον αρχιερέα του νεοφιλελευθερισμού αν η αμερικανική κεντρική τράπεζα δεν περίμενε τον Απρίλη του 1932 να παρέμβει στηρίζοντας τη ρευστότητα (κι αφού πρώτα είχαν χρεοκοπήσει αβοήθητες 1.860 τράπεζες) κανένας σήμερα δεν θα συνέδεε εκείνη τη χρονιά με την πιο οδυνηρή κρίση του καπιταλισμού.

Στην πραγματικότητα, η αστική οικονομική επιστήμη βλέπει τον τρόπο παραγωγής με τα ίδια παραμορφωτικά γυαλιά που φοράει και ο καπιταλιστής χάνοντας και οι δυο από το οπτικό τους πεδίο την παραγωγή. Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο (Τρίτος τόμος, Κεφ. 27) κατ’ αρχήν επεσήμανε τον διπλό χαρακτήρα που έχει στον καπιταλισμό η πίστη η οποία είναι επιφορτισμένη με το καθήκον να ενώνει την πράξη της αγοράς με την πώληση – καθήκον «ιερό» αν σκεφτούμε την απόσταση που χωρίζει αυτές τις δύο πράξεις, αποτελώντας τη βαθύτερη αιτία της κρίσης. «Το πιστωτικό σύστημα επιταχύνει την υλική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και τη δημιουργία της παγκόσμιας αγοράς, που, σαν υλικές βάσεις της νέας μορφής παραγωγής, η δημιουργία τους αποτελεί το ιστορικό καθήκον του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Ταυτόχρονα, η πίστη επιταχύνει τα βίαια ξεσπάσματα αυτής της αντίφασης, τις κρίσεις και έτσι δυναμώνει τα στοιχεία της διάλυσης του παλιού τρόπου παραγωγής». Από την άλλη, δεν παρέλειπε να τονίζει ότι «από πρώτη ματιά, όλη η κρίση παρουσιάζεται σαν πιστωτική κρίση και χρηματική κρίση». Όπως συμβαίνει και τώρα που αιτία του κακού αναγορεύεται η κερδοσκοπική απληστία των επενδυτικών τραπεζών και στην καλύτερη περίπτωση τα 10 εκ. κτηματικά δάνεια-φωτιά, από τα 15 που δόθηκαν συνολικά την τετραετία 2004 – 2007, και το βάρος όλων των άμεσων παρεμβάσεων στρέφεται στην αντιμετώπιση της πιστωτικής κρίσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, το πιθανότερο είναι πως το Σχέδιο Πόλσον παρά το τεράστιο ύψος του (κι αφήνοντας εκτός εξέτασης τις παράπλευρες απώλειες που θα επιφέρει στην ισοτιμία του δολαρίου και την θέση των ΗΠΑ) θα αποδειχτεί πολύ σύντομα μικρό. Τότε οι Αμερικάνοι φορολογούμενοι, αφού ηττήθηκαν στην πρώτη αναμέτρηση, θα κληθούν να χρηματοδοτήσουν ένα νέο σχέδιο διάσωσης των κλυδωνιζόμενων αμερικανικών επιχειρήσεων και μιας νέας φούσκας που μπορεί να έχει στο επίκεντρο πιστωτικές κάρτες, καταναλωτικά δάνεια, κλπ. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τους Ευρωπαίους, καθώς όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ομονοούν για την ανάγκη κρατικής χρηματοδότησης των επιχειρήσεων που απειλούνται.