Ναυάγιο του Μνημονίου η “επιλεκτική χρεοκοπία” (Πριν, 17 Ιούλη 2011)

  • Όλα τα σχέδια αναδιάρθρωσης περιλαμβάνουν νέα μέτρα λιτότητας και φτώχειας 

Σε νέα κορύφωση θα οδηγηθεί η αντιπαράθεση στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης από αύριο μετά την πρωτοβουλία του προέδρου της ΕΕ, Χέρμαν βαν Ρομπέι, να συγκληθεί έκτακτη σύνοδο κορυφής της ΕΕ την Πέμπτη 21 Ιούλη. Το Βερολίνο δεν έκρυψε ούτε και τώρα την διαφωνία του με τη συνεδρίαση, θέτοντας ως πρώτη προτεραιότητα την συμφωνία επάνω σε ένα σχέδιο αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων που είναι σε εξέλιξη. Με άλλα λόγια θεώρησε μέσο εκβιασμού της Γερμανίας την σύγκλιση της συνόδου κορυφής, πριν οριστικοποιηθούν οι αποφάσεις. Αν επομένως δούμε και αυτή την συνεδρίαση να παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες, ας μην ξαφνιαστούμε…

Η αντιπαράθεση στο εσωτερικό της ΕΕ εξακολουθεί να επικεντρώνεται στη συμμετοχή των ιδιωτών στο σχέδιο αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους. Πριν δούμε όμως την επόμενη μέρα, ας σταθούμε σε όσα προηγήθηκαν. Ο πυρετός των σχετικών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων αποτελεί την πιο αδιάψευστη απόδειξη της αποτυχίας του πρώτου Μνημονίου να δώσει μια βραχυπρόθεσμη έστω λύση στο πρόβλημα βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους. Με άλλα λόγια, απέδειξε ότι ζητούμενο του Μνημονίου δεν ήταν η μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ (που από τον Σεπτέμβριο του 2009 μέχρι φέτος θα έχει αυξηθεί από το 115% στο 164%, καταγράφοντας άνοδο ρεκόρ) αλλά η κατεδάφιση κοινωνικών κατακτήσεων και η διάσωση των γαλλο-γερμανικών τραπεζών που αυτό το χρόνο κατάφεραν και ξεφορτώθηκαν μεγάλο μέρος των ελληνικών ομολόγων που είχαν στα χαρτοφυλάκια τους. Φτάνουμε έτσι τώρα, ένα σχεδόν χρόνο μετά, το πρόβλημα του ελληνικού δημοσίου χρέους να προκύπτει πολύ πιο απειλητικό από πέρυσι, δεδομένου ότι αν πέρυσι χρειάστηκε προσπάθεια από την κυβέρνηση Παπανδρέου ώστε τα επιτόκια στη δευτερογενή να πάρουν φωτιά και να εμφανιστεί ως μονόδρομος η προσφυγή στον μηχανισμό ΔΝΤ – ΕΕ, φέτος η αδυναμία του ελληνικού δημοσίου να ανταποκριθεί στις αυξημένες υποχρεώσεις του είναι πασιφανής. Το σχέδιο διάσωσης δηλαδή όχι απλώς δεν έλυσε αλλά οδήγησε σε παροξυσμό το πρόβλημα του δημόσιου χρέους, καθιστώντας το δυσεπίλυτο.

Οι περιορισμοί που ορθώνονται είναι κατά βάση δύο. Στις μυλόπετρές τους δε, όχι μόνο δεν αποτράπηκε ως προς το παρόν η ασφαλής επίλυση του «ελληνικού ζητήματος» αλλά επωάστηκε και η μετάδοση του στην τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, την Ιταλία, όπως έδειξε η άνοδος των επιτοκίων με τα οποία δανείζεται η γειτονική χώρα. Ο πρώτος και καθοριστικότερος σχετίζεται με την απαίτηση της Γερμανίας να επωμιστούν και οι ιδιωτικές τράπεζες μέρος του κόστους της επιχειρούμενης αναδιάρθρωσης. «Εντάξει, να βάλουμε το χέρι στην τσέπη για να εγκρίνουμε ένα νέο δάνειο προς την Ελλάδα», φαίνεται να λέει η Γερμανία συνεπικουρούμενη από την Φινλανδία, την Ολλανδία και άλλες χώρες, «αλλά δεν είναι δυνατό οι δικοί μας φορολογούμενοι να πληρώσουν στο ακέραιο τόκους και κουπόνια που λήγουν την επίμαχη περίοδο, χωρίς οι ομολογιούχοι να επωμιστούν μέρος τουλάχιστον του κόστους». Εκ μέρους τους τοποθετήθηκαν οι οίκοι αξιολόγησης (τσάμπα πληρώνονται από τις τράπεζες;) ρίχνοντας στην μάχη το φονικότερο όπλο που διαθέτουν, δηλαδή τη δυνατότητα τους να βαθμολογούν. Έτσι, για να αποτρέψουν τις (αστείες σε κάθε περίπτωση) ζημιές των τραπεζών έχουν επιδοθεί τις τελευταίες δύο εβδομάδες σε μια παράκρουση υποβαθμίσεων που δεν πλήττει μόνο την Ελλάδα αλλά και άλλες χώρες που είναι στην κόψη του ξυραφιού, όπως η Πορτογαλία. Για την Ελλάδα επιπλέον προειδοποίησαν ότι θα την ανακηρύξουν σε καθεστώς «επιλεκτικής χρεοκοπίας», ένα πλαίσιο μερικής δηλαδή χρεοκοπίας, από τη στιγμή που η αδυναμία εξυπηρέτησης των χρεών της δεν είναι καθολική πλήττοντας όλα τα ομόλογα που έχει εκδώσει το ελληνικό δημόσιο, αλλά χρονικά οριοθετημένη.

Η κυβέρνηση μπροστά σε όλη αυτή την λυσσαλέα αντιπαράθεση στάθηκε αμήχανη, συμφωνώντας σε κάθε σχέδιο αναδιάρθρωσης που έπεφτε στο τραπέζι, μέχρι να αποσυρθεί και να πέσει κάποιο νεώτερο από τα 36 που έχει στα συρτάρια της η ΕΚΤ για να συμφωνήσει με αυτό, ενθουσιωδώς μάλιστα. Έτσι μέχρι πριν δύο εβδομάδες συμφωνούσε με το γαλλικό σχέδιο της οικειοθελούς ανανέωσης από τους κατόχους τους των ομολόγων που λήγουν την δύσκολη αυτή τριετία. Όταν ναυάγησε μάθαμε από τον φιλοκυβερνητικό Τύπο ότι διαφωνούσε, ειδικότερα με το ύψος των επιτοκίων που έφθαναν στο 8% ετησίως! Προφανώς επρόκειτο για καθαρή τοκογλυφία, αλλά το θυμήθηκαν αφού απέτυχε το σχέδιο! Μετά, την Δευτέρα ο πρωθυπουργός έστειλε επιστολή βάσει της οποίας απέρριπτε το σχέδιο της Μέρκελ για συμμετοχή ιδιωτών, με την ίδια σθεναρότητα που από το βήμα της Βουλής πριν λίγες εβδομάδες είχε απορρίψει κάθε σκέψη για παραχώρηση ενυπόθηκων εγγυήσεων, όπως ζητούν Φιλανδοί και Ολλανδοί. Την επόμενη μέρα στο θυελλώδες Γιούρογκρουπ ο Βενιζέλος αποδέχτηκε πλήρως όχι μόνο το γερμανικό σχέδιο για τη συμεμτοχή ιδιωτών και τις ενυπόθηκες εγγυήσεις αλλά και τον χαρακτηρισμό της «επιλεκτικής χρεοκοπίας».

Μετά από αυτή την στροφή 180 μοιρών και το ρεσιτάλ ενδοτικότητας και υποχωρήσεων στις Βρυξέλλες, στο εσωτερικό της Ελλάδας προχώρησε σε αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα από κάθε τι άλλο η κυβέρνηση Παπανδρέου: επίδειξη δύναμης και προσπάθεια σύγχυσης με διαβεβαιώσεις που δεν αντέχουν στην πιο επιδερμική κριτική. Έτσι, δηλώσεις του τύπου «η επιλεκτική χρεοκοπία δεν είναι χρεοκοπία» εναλλάσσονταν με άλλες, από το βήμα της Βουλής μάλιστα, που απαγόρευαν την διαφωνία: «Καλώ την αντιπολίτευση να στηρίξει την κυβέρνηση και να ακολουθεί με στρατιωτική πειθαρχία αυτά που λέμε», τόνισε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, πείθοντάς μας πως οι αντιπρόεδροι του ΓΑΠ έχουν αναλάβει κατ’ εργολαβία να μας υπενθυμίζουν τα ρευστά όρια μεταξύ δημοκρατίας και χούντας στα χρόνια του Μνημονίου. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ο Βαγγέλης Βενιζέλος δηλώνοντας ότι «ο όρος selective default δεν πρέπει να μεταφράζεται στα ελληνικά» προσπάθησε να απαγορεύσει τη συζήτηση εξορίζοντας από το διάλογο την επίμαχη λέξη της χρεοκοπίας. Το ίδιο επιχείρησε να κάνει και με τις ενυπόθηκες εγγυήσεις, τα ενέχυρα δηλαδή που ζητούν οι βορειοευρωπαίοι για να εγκρίνουν το νέο δάνειο, υποδεικνύοντας μας να όταν αναφερόμαστε σ’ αυτό να χρησιμοποιούμε την αγγλική λέξη (collateral) κι όχι την ελληνική. Πίσω από αυτή την επίδειξη αυταρχισμού το ζητούμενο ήταν να μην φανεί η παταγώδης αποτυχία της πολιτικής που ακολουθήθηκε μέχρι πέρυσι, στο βαθμό που διλήμματα του τύπου «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» και «Μνημόνιο ή χρεοκοπία” απαντήθηκαν με τον απρόβλεπτο για την κυβέρνηση τρόπο: παρότι όχι απλώς αλλάξαμε αλλά γίναμε αγνώριστοι τελικώς βουλιάζουμε και παρότι δεχθήκαμε τέσσερα Μνημόνιο, δύο Εφαρμοστικούς και ένα Μεσοπρόθεσμο τελικά χρεοκοπούμε…

Τα σενάρια για την αναδιάρθρωση που συζητιούνται αυτή την περίοδο στις Βρυξέλλες περιλαμβάνουν μια μεγάλη γκάμα λύσεων και συνδυασμών, ξεκινώντας από την οικειοθελή ή μη ανταλλαγή ομολόγων που λήγουν με νέα, περνώντας από την επαναγορά ομολόγων που αυτή τη στιγμή διαπραγματεύονται στην δευτερογενή αγορά ακόμη και στο 50% της ονομαστικής τους αξίας και καταλήγοντας σε νέα δάνεια. Αυτό ωστόσο που αποκρύπτεται είναι ότι όλες αυτές οι λύσεις έχουν τρία κοινά χαρακτηριστικά: Πρώτο, θα οδηγήσουν το χρέος μακροπρόθεσμα σε νέα ύψη με αποτέλεσμα η επιλεκτική χρεοκοπία του 2011 να μετατραπεί σε κανονική χρεοκοπία το 2014, αφού πρώτα, κι ιδιαίτερα τον Ιούλιο του 2013 όπως προβλέπεται στην απόφαση της τελευταίας συνόδου της ΕΕ, η Μέρκελ θα έχει ενεργοποιήσει τον μηχανισμό της “συντεταγμένης χρεοκοπίας”. Δεύτερο, είναι προς όφελος των πιστωτών καθώς τα νέα ομόλογα θα έχουν υψηλότερο επιτόκιο με αποτέλεσμα τα συνολικά τους έσοδα από την Ελλάδα να αυξηθούν και τρίτο, θα σημάνουν νέα μέτρα λιτότητας για τους εργαζόμενους στην Ελλάδα. Όπως ακριβώς εκβίασαν με το Μεσοπρόθεσμο δηλώνοντας δημοσίως μάλιστα “πρώτα το ψηφίζετε και μετά βλέπουμε για την δόση” έτσι και τώρα προϋπόθεση για να δεχτούν τον διακανονισμό θα είναι η επιβολή νέων μέτρων φορμπηξίας σαν κι αυτά που ανακοίνωσε το υπουργείο Οικονομικών την Πέμπτη. Πρόκειται για μέτρα τα οποία μπορεί να αποδίδουν πολύ λιγότερα απ’ όσα υπόσχονται, δεν παύουν όμως να μειώνουν ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα μισθωτών και συνταξιούχων.

Παρά τον σφοδρό χαρακτήρα της αντιπαράθεσης για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αναδιάρθρωσης μεταξύ των διαφορετικών κέντρων καθένα από τα οποία θέλει να χάσει όσο το δυνατόν λιγότερα στο πλαίσιο της λύσης που τελικά θα επιλεγεί, τα παραπάνω τρία χαρακτηριστικά αποτελούν τον κοινό παρανομαστή των λύσεων που εξετάζονται χωρίς να αμφισβητούνται από κανέναν. Ούτε καν από την ελληνική κυβέρνηση, που λειτουργεί σαν υπηρέτης όλων μαζί των αφεντάδων…

Νέος γύρος διεθνών επιθέσεων κατά της Ελλάδας (Επίκαιρα, 16.6.2011)

Την… τιμητική της είχε πάλι η Ελλάδα στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Αφορμή στάθηκε η συζήτηση και οι επακόλουθες διχογνωμίες για το δεύτερο δάνειο της περιβόητης διάσωσης και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Ζητούμενο της αντιπαράθεσης είναι τα μέσα με τα οποία θα αποπληρωθούν ελληνικά ομόλογα ύψους 30 δις. ευρώ που λήγουν τον επόμενο χρόνο. Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι καμιά πλευρά δεν συζητάει τον τρόπο με τον οποίο θα πληρωθούν οι συντάξεις και οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα, όπως εμφανίζει τη συζήτηση στην Ελλάδα η κυβέρνηση αντιστρέφοντας την πραγματικότητα. Η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου επιχειρεί έτσι να τρομοκρατήσει την κοινωνία ώστε να δεχτεί με σκυμμένο το κεφάλι τις άγριες περικοπές και το πρωτοφανές ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας που περιέχεται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο το οποίο αποτέλεσε την προϋπόθεση για να ξεκινήσει η συζήτηση για το νέο δάνειο και η ψήφιση επίσης την Παρασκευή 10 Ιούνη από την γερμανική Βουλή (Μπούντεσταγκ) της σχετικής πρότασης με τον αυστηρό όρο όμως της συμμετοχής και ιδιωτών. Είναι αναγκαίο επίσης να πούμε ότι το νέο δάνειο ύψους 60-90 δις. ευρώ ισοδυναμεί με πλήρη διάψευση των κυβερνητικών υποσχέσεων και εκβιασμών όπως διατυπώνονταν πέρυσι την Άνοιξη για να συναινέσει η ελληνική κοινωνία στη «χημειοθεραπεία» των περικοπών και είχαν συμπυκνωθεί στο δίλημμα «Μνημόνιο ή χρεοκοπία», για να ακολουθήσουν και τα δύο: και Μνημόνιο και χρεοκοπία…

Το εναρκτήριο λάκτισμα δόθηκε την Τρίτη 7 Ιουνίου με τη δημοσίευση της επιστολής του γερμανού υπουργού Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, προς τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ζαν Κλοντ Τρισέ, το ΔΝΤ, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τους υπουργούς Οικονομικών της ευρωζώνης. Απευθυνόμενος προς τους ομολόγους του ο Β. Σόιμπλε επανέλαβε τη θέση της Γερμανίας, την οποία υποστηρίζουν κι άλλες χώρες της Β. Ευρώπης που ανήκουν στον λεγόμενο σκληρό πυρήνα της ΕΕ, όπως η Φινλανδία και η Ολλανδία: να αναλάβουν και οι ιδιώτες επενδυτές μέρος του κόστους που θα επωμιστούν τα κράτη και οι ευρωπαίοι φορολογούμενοι για την δανειοδότηση της Ελλάδας. Σε αυτό το πλαίσιο πρότεινε συγκεκριμένα και εν όψει της σχετικής συζήτησης που θα γίνει στις 20 Ιούνη μια ανταλλαγή των ομολόγων που λήγουν με νέα, επταετούς διάρκειας, με τους ίδιους μάλιστα όρους. Ως κίνητρο για την ανταλλαγή προτάθηκε η ανακοίνωση από την ΕΚΤ πως θα δέχεται μόνο τα νέα ομόλογα ως ενέχυρο για τον δανεισμό των τραπεζών.

Απέναντι στο γερμανικό σχέδιο οι σημαντικότερες αντιδράσεις προέρχονται από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Στη βάση της επιχειρηματολογίας του βρίσκεται η έκθεση της ΕΚΤ στο ελληνικό χρέος όπως διαμορφώθηκε τον τελευταίο χρόνο εξ αιτίας της αγοράς ελληνικών ομολόγων και της αποδοχής τους ως ενέχυρων για τη χρηματοδότηση των (αποκλεισμένων από τις αγορές κεφαλαίου) ελληνικών τραπεζών με χαμηλότοκα δάνεια. Λεπτομέρειες για το ακριβές ποσό των τοξικών ομολόγων (από όλη την περιφέρεια της ευρωζώνης) που διατηρεί στο χαρτοφυλάκιο της η ΕΚΤ δεν είναι γνωστές, με βάση τελευταίες εκτιμήσεις ωστόσο υπολογίζεται ότι φθάνουν σε 444 δις. ευρώ, εκ των οποίων τα 190 δις. ευρώ είναι ελληνικά και τα υπόλοιπα από Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία και Ιταλία. Για να αποτρέψει την συμμετοχή των ιδιωτών, το γερμανικό σχέδιο δηλαδή, η ΕΚΤ προειδοποιεί ότι οποιαδήποτε αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους θα οδηγήησει σε γενικευμένη τραπεζική κρίση καθώς οι τράπεζες δεν θα μπορούσαν πλέον να χρησιμοποιήσουν τα ομόλογα για να αποκτήσουν πρόσβαση στις πιστώσεις της ΕΚΤ. Κι αυτό επειδή μια πιθανή αναδιάρθρωση θα οδηγούσε στον χαρακτηρισμό της κίνησης ως χρεοκοπία ή «πιστωτικό γεγονός» από τους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, με ολέθρια αποτελέσματα για τις «βαθμολογίες» που εκδίδουν.

Δεν είναι όμως και οι μοναδικές αντιδράσεις αυτές που προέρχονται από την ΕΚΤ. Την  αντίθεσή του εξέφρασε και ο εκπρόσωπος Τύπου της γαλλικής κυβέρνησης, δηλώνοντας ότι «η γαλλική θέση είναι πως είμαστε ενάντια σε μια αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, ανεξαρτήτως της μορφής που θα λάβει». Η γαλλική κυβέρνηση έχει αναλάβει ενεργό ρόλο στις υπό εξέλιξη συζητήσεις για την μορφή της αναδιάρθρωσης λόγω των υψηλών διακυβευμάτων για τις γαλλικές τράπεζες που θα υποστούν τις βαρύτερες απώλειες, σε σύγκριση με άλλες χώρες, από μια πιθανή κατάρρευση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Ενδεικτικά, τα ανοίγματά τους στο τέλος του προηγούμενου χρόνου, με βάση ανάλυση της International Herald Tribune την Πέμπτη 9 Ιούνη, ανέρχονταν σε 65 δις. δολ., σε σύγκριση με 39,9 δις. δολ. για τις γερμανικές τράπεζες και 41,5 δις. δολ. για τις αμερικανικές. Πολλά τα λεφτά για να μείνουν μόνες και αβοήθητες οι δυνάμεις της αγοράς χωρίς την αρωγή του κράτους, που ο ρόλος του στην τραπεζική προστασία-αντίθετα με την κοινωνική, εμφανίζεται ως αναγκαίος και αναντικατάστατος… Πολύ επιλεκτικά εφαρμόζεται λοιπόν η αρχή του λιγότερου κράτους…

Στη βάση της παραπάνω σφοδρότατης σύγκρουσης που εκτυλίσσεται πλέον δημόσια (στην οποία συμμετείχαν και οι ΗΠΑ μέσω του Μπαράκ Ομπάμα ο οποίος τάχθηκε με την πλευρά της ΕΚΤ και της Γαλλίας) προκαλεί αλγεινή εντύπωση η απόφαση της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου να κρατάει στην άγνοια τον ελληνικό λαό, που θα κληθεί να καταβάλει και το κόστος της κάθε απόφασης. Πολύ περισσότερο όταν η κυβέρνηση συμμετέχει ενεργά στις μυστικές συνομιλίες που βρίσκονται σε εξέλιξη εδώ και πολλούς μήνες, στηρίζοντας ή δείχνοντας απλώς την ανοχή της για διάφορα σενάρια αναδιάρθρωσης. Προφανώς η λίστα των θεμάτων δημόσιας διαβούλευσης θα έχει γεμίσει με πολύ πιο σημαντικά ζητήματα από το ελληνικό δημόσιο χρέος… 

Ωστόσο, μέσα στο γενικό κλίμα απαξίωσης που συνοδεύει τις αναφορές για την Ελλάδα δεν λείπουν στον διεθνή Τύπο και δημοσιεύματα που είναι πολύ πιο ρεαλιστικά (σε σχέση για παράδειγμα με τον εφησυχασμό που δημιουργεί η κυβέρνηση) σε ό,τι αφορά την αποτύπωση των συνεπειών που θα έχει το νέο δάνειο στο ήδη υπέρογκο ελληνικό δημόσιο χρέος. Αναφέρεται για παράδειγμα στο τρέχον τεύχος του βρετανικού Economist, στις πρώτες του μάλιστα σελίδες: «Κάτω υπό οποιεσδήποτε ρεαλιστικές υποθέσεις για την μελλοντική μεγέθυνση και τα επιτόκια, το υπάρχον χρέος στο 150% του ΑΕΠ και όπως θα αυξάνεται, δεν είναι δυνατό να πληρωθεί». Το νέο δε δάνειο «δεν θα λύσει το πρόβλημα του χρέους. Όταν ολοκληρωθεί το νέο σχέδιο η Ελλάδα θα χρωστάει ακόμη περισσότερα απ’ αυτά που θα μπορεί να πληρώσει».

Ας κρατήσουμε αρχικά ότι κανείς στο εξωτερικό (με πιθανή εξαίρεση όσους έχουν άμεσο συμφέρον) δεν πείθεται ότι το πρόγραμμα γενικού ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας πρόκειται να μειώσει το δημόσιο χρέος κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες όπως υπόσχεται η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου, τα μέλη της οποίας θα είναι υπόλογα εφ’ όρου ζωής αν προχωρήσει αυτό το σκανδαλώδες σχέδιο. Το μεγάλο φαγοπότι στη δημόσια περιουσία, το οποίο υποτίθεται ότι θα αποφέρει 50 δις. ευρώ και στην πραγματικότητα πολύ λιγότερα, είναι το αντίτιμο που απαίτησε η ΕΕ για να εγκρίνει το νέο δάνειο, το οποίο γνωρίζει ότι δεν είναι δυνατό να αποπληρωθεί.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι στο τέλος αυτής της οδυνηρής διαδρομής κανιβαλικής λιτότητας από τη μια και νέων δανείων από την άλλη, ή της λύση του Άκερμαν, του επικεφαλής του γερμανικού τραπεζικού κολοσσού της Ντόιτσε Μπανκ, όπως χαρακτήριζε την πρόταση για την Ελλάδα η International Herald Tribune του Σαβατοκύριακου, βρίσκεται η χρεοκοπία. Βρίσκεται ένα νέο «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» το οποίο ο Γ. Παπανδρέου εύχεται να ανακοινώσει ο επόμενος πρωθυπουργός. Σε αυτό το πλαίσιο η παύση πληρωμών στην προοπτική διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου χρέους, σε σύγκρουση και όχι σε συνεννόηση με τους δανειστές μας, αποτελεί μονόδρομο για να μην εξαθλιωθεί ο ελληνικός λαός να μην πλιατσικολογηθεί η δημόσια περιουσία και να μη επιστρέψουν τα πολιτικά δικαιώματα και οι κοινωνικές κατακτήσεις στον 19ο αιώνα… 

Τοποθετήσεις σε ελληνικά ομόλογα τραπεζών του εξωτερικού

(Ποσά σε δισ. δολάρια)

Γερμανία: 22,65

Γαλλία: 14,96

Αγγλία: 3,41

Ιταλία: 2,35

Βέλγιο: 1,77

ΗΠΑ: 1,51

Πηγή: Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, 31 Δεκέμβρη 2010

Αρέσει σε %d bloggers: