ΔΝΤ σημαίνει φτώχεια, ανεργία και οικονομική ερήμωση (Πριν, 21/3/2010)

ΟΥΤΕ ΔΝΤ ΟΥΤΕ ΕΕ

Λετονία, Ουγγαρία και Ρουμανία που προσέφυγαν στο μισητό διεθνή οργανισμό είδαν την ανεργία και τη συρρίκνωση του ΑΕΠ να καταγράφει παγκόσμια ρεκόρ

Ώρες αγωνίας είναι αυτές που περνάμε μέχρι να αποσαφηνιστεί το τι θα γίνει, δεδομένης της απόφασης της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ να προσφύγει για δανεισμό στο ΔΝΤ είτε στην ΕΕ και των τρομερών πιέσεων που ασκούν οι Γερμανοί προς την πρώτη κατεύθυνση. Μια απόφαση που πρέπει να υπογραμμίσουμε πως δεν αποτελεί μονόδρομο.

Σύμφωνα με τους ίδιους, το πρόβλημα της Ελλάδας αποκτά άμεσο και πιεστικό χαρακτήρα ωθώντας για λύση, υπό το βάρος δύο εξελίξεων. Αρχικά, της ανάγκης εύρεσης 20 δισ. ευρώ τις επόμενες εβδομάδες με τα οποία θα αναχρηματοδοτηθεί παλιότερο χρέος. Κι επίσης, λόγω του εξαιρετικά υψηλού επιπέδου στο οποίο συνεχίζουν να κινούνται τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων. Ενδεικτικά, μόλις την Πέμπτη το δεκαετές ομόλογο διαπραγματευόταν με επιτόκιο 6,265%, δηλαδή με 3,14 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το αντίστοιχο γερμανικό. Επίπεδο απαράδεκτο κατά την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ που ωθεί στην εξεύρεση λύσης. Γιατί να θεωρείται όμως απαράδεκτο; Μια συγκριτική εξέταση του κόστους που επισείει η άλλη εναλλακτική λύση πείθει για το αντίθετο: ότι προτιμότερο είναι να πληρώνουμε αυτά τα τοκογλυφικά επιτόκια μέχρι να ξενταλκαδιάσει η κερδοσκοπία και μετά βλέπουμε.

Το δυσάρεστο είναι πως με το πέρασμα του χρόνου το απευκταίο για την κοινωνική πλειοψηφία σενάριο της προσφυγής στο μισητό, ιμπεριαλιστικό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο φαίνεται όλο και πιο πιθανό, λόγω της αφόρητης πίεσης που ασκεί η ίδια η Γερμανία. Αυτό το σενάριο δεν ήταν ωστόσο το ίδιο απευκταίο για την κυβέρνηση, η οποία από την αρχή της δημοσιονομικής κρίσης έσειε το χαρτί του ΔΝΤ (αποκρύπτοντας ταυτόχρονα το τρομερό κοινωνικό κόστος που συνόδευε μια τέτοια απειλή) με μία άνεση που έκανε όσους ξέρουν τι εστί ΔΝΤ να απορούν αν πίσω απ’ αυτή την άνεση κρύβεται η παροιμιώδης αφέλεια του Γιωργάκη ή κάποιο άλλο σχέδιο πρόσδεσης της χώρας στις ΗΠΑ. Η άνεση έδωσε τη θέση της στην ελαφρύτητα που έφθασε στο αποκορύφωμά της την προηγούμενη Πέμπτη όταν ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου δήλωνε από το βήμα του ευρωκοινοβουλίου ότι επειδή έχουμε εφαρμόσει όλα τα μέτρα που λίγο – πολύ ζητάει το ΔΝΤ σε τέτοιες περιπτώσεις το μόνο που μένει είναι να πάμε να σηκώσουμε τα λεφτά. Όπως περίπου πάμε στην τράπεζα και σηκώνουμε από τον λογαριασμό μας, το ίδιο θα συμβεί κι αν προσφύγουμε στο ΔΝΤ. Απλώς θα πάρει τα λεφτά, θα χαιρετίσει με το γνωστό χαμόγελο και θα φύγει…

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα! Η προσφυγή στο ΔΝΤ θα συνοδευτεί μετά βεβαιότητας από νέα μέτρα που θα εκτινάξουν την φτώχεια και την ανεργία σε πρωτοφανή, προπολεμικά επίπεδα!

Ιστορικά ξεκινώντας, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μαζί την Παγκόσμια Τράπεζα που ιδρύθηκαν το 1944 στο πλαίσιο της συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς είχαν ως κύριο έργο την εγγύηση της παγκόσμιας νομισματικής τάξης και του πολυμερούς συστήματος πληρωμών στον μεταπολεμικό κόσμο. Το ΔΝΤ ειδικότερα με ένα μεγάλο αποθεματικό που σχηματίστηκε με τις συνεισφορές (τα λεγόμενα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα – Special Drawing Rights) του κάθε ένα από τα 44 αρχικά και 192 πλέον κράτη μέλη του, μπορούσε να δανείζει κάθε χώρα που αντιμετώπιζε πρόβλημα εύρεσης ρευστού στην αγορά για να συνεχίσει να βρίσκεται «εντός» – να συμμετέχει δηλαδή στο εμπόριο και τις ανταλλαγές. Τα χρήματα ωστόσο δεν τα χορηγούσε τόσο απλά. Το ΔΝΤ έγινε αντικείμενο μίσους από τις εσχατιές της Λατινικής Αμερικής μέχρι την τελευταία γωνία της Αφρικής και της Ασίας (γι’ αυτό και στο Μαξίμου δεν ξέρουν τίποτε…) επειδή οι όροι που έθετε ήταν δρακόντειοι και ειδεχθείς. Στην πράξη το ΔΝΤ εγγυούταν την μεταπολεμική ιμπεριαλιστική παγκόσμια οικονομική τάξη συμπλήρωμα του κεϋνσιανισμού που ανθούσε στο εσωτερικό των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών. Λειτουργούσε ως δανειστής έσχατης ανάγκης έτσι ώστε ποτέ μια πολυεθνική ή οι ξένοι πιστωτές να μη χάσουν τα λεφτά τους ή τον πελάτη τους. Ήταν επίσης και το μακρύ χέρι της αμερικανοκρατίας. Το ΔΝΤ με τους όρους που έθετε για να χορηγήσει δάνεια έγινε ο πολιορκητικός κριός του δεκάλογου της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον (του νεοφιλελευθερισμού στα αμερικανικά): απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών και της αγοράς εργασίας (κατάργηση κατώτατου μισθού, ορίου απολύσεων και κάθε κανονιστικού πλαισίου) απομάκρυνση των εμπορικών δασμών, διακοπή των επιδοτήσεων στις εθνικές βιομηχανίες, ιδιωτικοποιήσεις, κ.ο.κ.

Περιττό να πούμε ότι τα δημόσια οικονομικά ή οι μακροοικονομικές ανισορροπίες μπορεί να εξυγιαίνονταν αλλά με το πέρας της θεραπείας ο ασθενής… ξεραινόταν! Ούτε μία χώρα από τις δεκάδες χώρες που πέρασαν από τα ηλεκτροσόκ του δεν επανέκτησαν τον πρότερο δυναμισμό τους. Το αποτέλεσμα ήταν να υποπέσουν σε χρόνια ύφεση κι η φτώχεια με την ανεργία να κάνουν θραύση. Αποτέλεσμα αυτών ακριβώς των καταστροφικών μεθόδων που χρησιμοποιούσε ανέκαθεν το ΔΝΤ ήταν ο βραβευμένος με Νομπέλ Οικονομίας, Τζόζεφ Στίγκλιτς, ακριβώς πριν δέκα χρόνια τον Ιανουάριο του 2000, να τα παρατήσει και να φύγει αηδιασμένος από την Παγκόσμια Τράπεζα καταγγέλλοντας τις εγκληματικές συνταγές που χορηγούσε σε συνεργασία με το ΔΝΤ, ίδιες κι απαράλλαχτες δια πάσα νόσο… Η αφορμή για την αφύπνιση της συνείδησής του αποτέλεσε η κρίση στη Νοτιοανατολική Ασία κι η θεραπεία που ακολούθησε. Από τις ύβρεις που εξαπέλυσε εναντίον τους ο μετέπειτα νομπελίστας δεν ξέφυγε ούτε η επιστημονική τους επάρκεια με την οποία ενδύουν κάθε σύσταση νομιμοποιώντας και συγκαλύπτοντας το ταξικό, ιμπεριαλιστικό της περιεχόμενο. «Τριτοκλασάτους επιστήμονες πρωτοκλασάτων πανεπιστημίων» είχε χαρακτηρίσει όλους αυτούς τους λιμοκοντόρους που παριστάνουν τις διάνοιες, ο Στίγκλιτς…

Η αλήθεια είναι πως μέχρι πρόσφατα πιστεύαμε ότι τα ηλεκτροσόκ του ΔΝΤ αφορούσαν τον Τρίτο Κόσμο, ενώ στον Πρώτο το κεφάλαιο επεφύλασσε πιο εξελιγμένες, λιγότερο βάρβαρες πολιτικές ανάνηψης, όπως ήταν για παράδειγμα η αντιλαϊκή Συνθήκη του Μάαστριχτ που άνοιξε το δρόμο για τη νομισματική ενοποίηση. Οι αυταπάτες διαλύθηκαν πριν ένα χρόνο όταν χώρες – μέλη της ΕΕ παρά τις εκκλήσεις τους στην ΕΕ και δη τη Τέταρτο Ράιχ το μόνο που συνάντησαν ήταν πόρτες κλειστές κι έτσι αναγκάστηκαν να προσφύγουν στο ΔΝΤ. Ήταν συγκεκριμένα η Ουκρανία, η Σερβία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία κι η Λετονία. Ξεκινώντας από την τελευταία: Για να λάβει ένα δάνειο 7,5 δισ. ευρώ αναγκάστηκε να μειώσει τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων κατά 50%, να περιορίσει τις χρηματοδοτήσεις των νοσοκομείων κατά 40%, να αυξήσει όλους τους έμμεσους φόρους, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ, ακόμη και να κλείσει σχολεία! Ο νεοφιλελεύθερος χουλιγκανισμός έφθασε σε τέτοια επίπεδα που πούλησαν ακόμα και ολόκληρη πόλη. Το αποτέλεσμα ήταν η ανεργία να φθάσει σε επίπεδα ρεκόρ της τάξης του 23% κι η πτώση του ΑΕΠ το 2009 κι αυτή σε επίπεδο ρεκόρ, χωρίς όμοιο σε όλο τον κόσμο, της τάξης του 18%. Στην Ουγγαρία για να δοθούν υπό τη μορφή δανείου 25 δισ. δολ. απαιτήθηκε η μείωση του ύψους των συντάξεων, η αύξηση του ορίου ηλικίας από τα 62 στα 65 έτη κι η δραματική συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, όπου μεταξύ άλλων ιδιωτικοποιήθηκε και το δημόσιο σύστημα μεταφορών. Στη Ρουμανία για να δοθεί δάνειο ύψους 20 δισ. δολ. επιβλήθηκαν 100.000 απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, κατάργηση όλων των πληρωμένων αδειών για τους δημόσιους υπαλλήλους και μείωση των δημοσίων δαπανών κατά 1% κάθε χρόνο πέρυσι και φέτος και 1,5% το 2011. Μένοντας σε αυτές μόνο τις τρεις χώρες πρέπει να πούμε ότι μοιράζονται ένα επιπλέον χαρακτηριστικό: Οι κυβερνήσεις που πήγαν να εφαρμόσουν τα παραπάνω μέτρα και στα τρία κράτη ανατράπηκαν. Στην Ουγγαρία μάλιστα, την οποία επισκέφθηκε ο πρωθυπουργός κάνοντας ότι δεν ξέρει τίποτε, το αδερφό κόμμα του ΠΑΣΟΚ που έστειλε την χώρα στο ΔΝΤ διορίζοντας στη συνέχεια ως πρωθυπουργό έναν επιχειρηματία, οι δημοσκοπήσεις το δείχνουν να κατακρημνίζεται, έναν μήνα πριν τις πρόωρες εκλογές. 11% δίνουν τα γκάλοπ στους σοσιαλιστές που τιμωρούνται μ’ αυτό τον τρόπο για την απόφασή τους να προσφύγουν στο ΔΝΤ, ενώ η Δεξιά παίρνει 46% κι η ακροδεξιά 12%, περισσότερα δηλαδή απ’ ότι κερδίζουν οι σοσιαλιστές. Με άλλα λόγια όποιο κόμμα άνοιξε το δρόμο για το ΔΝΤ και ταυτίστηκε με τις εξοντωτικές πολιτικές του υπέγραψε και την πολιτική του καταδίκη!

Ειρήσθω εν παρόδω, η πρωτοβουλία του Γιωργάκη να επισκεφθεί την Ουγγαρία αναδεικνύοντας την σε χώρα πρότυπο για την Ελλάδα δεν είναι καν δική του. Στην Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν στις 20-21 Φεβρουαρίου 2010 διαβάζουμε ότι «ο Τζορτζ Σόρος, ο δισεκατομμυριούχος μάνατζερ κερδοσκοπικών κεφαλαίων υποστηρίζει ότι η προσπάθεια της Ουγγαρίας θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν παράδειγμα για την Ελλάδα, όπως επίσης την Πορτογαλία και την Ισπανία»…

Με βάση τα παραπάνω η επιλογή του ΔΝΤ, έστω κι αν επιβληθεί στο πλαίσιο της μικτής λύσης ενός «κοινοπρακτικού» δανείου με τη συμμετοχή όχι μόνο του ΔΝΤ, αλλά μαζί και της ΕΕ, αποδεικνύεται καταστρεπτική για τους εργαζόμενους και την συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας. Κατά συνέπεια είναι χίλιες φορές προτιμότερο να πληρώνουμε όχι μόνο 6,5%, αλλά και μεγαλύτερα επιτόκια της τάξης του 8 και 9%, παρά να προσφύγουμε στο μισητό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο η κυβέρνηση εμφανίζει ως εναλλακτική λύση, παραβλέποντας τις δραματικές συνέπειες που θα έχουν οι συνταγές του στους ρυθμούς μεγέθυνσης, την ανεργία και τη φτώχεια!

Τριτοκοσμική φτώχεια και χρόνια ύφεση φέρνει η κυβέρνηση (Πριν 7/2/2010)

ΜΕΤΡΑ ΠΑΣΟΚ – ΕΕ – ΔΝΤ 

Τα μέτρα αποτελούν ταξική επιλογή με στόχο την αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου κι όχι ανάγκη

Από πέντε στάδια διέρχεται η ψυχολογία των ανθρώπων όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με μια απώλεια, σύμφωνα με τις απόψεις μιας ελβετίδας ψυχιάτρου, την οποία επικαλούταν η Goldman Sachs σε ένα εμπιστευτικό ενημερωτικό της φυλλάδιο με ημερομηνία 8 Δεκέμβρη 2008 που αναφερόταν στην Ιρλανδία: Άρνηση, οργή, διαπραγμάτευση, μελαγχολία και στο τέλος αποδοχή. Οι Ιρλανδοί εκείνη την περίοδο βρίσκονταν μεταξύ του τέταρτου και του πέμπτου σταδίου. «Αντίθετα, μια σειρά από άλλες οικονομίες της ευρωζώνης, που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με την Ιρλανδία φαίνεται να είναι κολλημένες μεταξύ του πρώτου σταδίου (άρνηση) και του δεύτερου σταδίου (οργή)», συμπλήρωναν υπονοώντας την Ελλάδα. Το αξιοθαύμαστο δε είναι ότι το «κόλλημα», κατά τους αρχι-κερδοσκόπους της Goldman Sachs, συνεχίζεται! Κι οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα παλινδρομούν μεταξύ άρνησης και οργής, διαψεύδοντας τη «θεωρία των σταδίων» της ελβετίδας ψυχιάτρου, όπως έδειξαν οι μαζικές διαδηλώσεις της Πέμπτης και της Παρασκευής. Η πραγματικότητα είναι πως η εξέγερση της κοινωνίας αποτελεί μονόδρομο, για να μείνει στα χαρτιά το πακέτο αντιλαϊκών μέτρων που από κοινού εισηγήθηκαν ΠΑΣΟΚ – ΕΕ – ΔΝΤ.

Τα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ την Τετάρτη περιλαμβάνουν: Κατ’ αρχήν, αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ (από 4,5% σε 5%, από 9% σε 10% κι από 19% σε 21%) και νέα, τρίτη για το 2010, αύξηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα και στον καπνό. Από τα δύο αυτά μέτρα, μόνο, η κυβέρνηση θα εισπράξει τα 2,4 δισ. ευρώ (1,1 και 1,3 αντίστοιχα) από τα 4,8 δισ. που θα εξοικονομήσει από το συνολικό πακέτο. Τα μισά λεφτά δηλαδή θα έρθουν από την αύξηση της έμμεσης φορολογίας, που είναι η πιο αντιλαϊκή, ταξική μορφή φορολόγησης. Επιπλέον, 1,7 δισ. θα προέλθει από την περικοπή των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας κατά 30%, την περικοπή των πάσης φύσης επιδομάτων και αποζημιώσεων των υπαλλήλων κατά 12% (2% επιπλέον, πέραν του 10% που είχε ανακοινωθεί από τον ίδιο τον πρωθυπουργό του ΔΝΤ πριν δύο εβδομάδες) και την μείωση της χρηματοδότησης στα ασφαλιστικά ταμεία του ΟΤΕ και της ΔΕΗ κατά 10%. Κατά συνέπεια από τα 4,8 δισ. τα 4,1 δισ. ευρώ (ή το 85%) θα προέλθουν από περικοπές που θίγουν άμεσα τους εργαζόμενους δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τα πιο φτωχά τμήματα του πληθυσμού. Τα επιπλέον μέτρα (όπως η εισαγωγή πρόσθετου κλιμακίου 45% για τη φορολόγηση εισοδημάτων φυσικών προσώπων άνω των 100.000 ή η καταβολή εφ’ άπαξ έκτακτης εισφοράς από φυσικά πρόσωπα με εισοδήματα άνω των 100.000 ευρώ) που θίγουν τα εύπορα στρώματα αντιπροσωπεύουν αναλογικά ήσσονος σημασίας έσοδα. Επομένως, η δήλωση του Γιωργάκη από το Βερολίνο προχθές το βράδυ ότι «οι θυσίες θα επιμεριστούν δίκαια» ήταν ένα ακόμη ψέμα δίπλα στα άπειρα ψέματα που έχει πει τους τελευταίους έξι μήνες, κοροϊδεύοντας τον κόσμο, μέχρι να γραπωθεί στην πρωθυπουργική καρέκλα και να επιχειρήσει να επιβάλλει την πιο άγρια και ταξική οικονομική πολιτική που έχει εφαρμοστεί ποτέ στην Ελλάδα.

Παραμύθι επίσης είναι και το επιχείρημα πως τα μέτρα αποτελούν «αναγκαιότητα κι όχι επιλογή». Τα παραπάνω μέτρα αποτελούν μια ταξική επιλογή που γίνεται με απώτερο στόχο την αναδιανομή του εισοδήματος και την μετάθεση του κόστους υπέρβασης της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων. Γιατί, αν ήθελαν να μειώσουν το έλλειμμα ή να χρηματοδοτήσουν φτηνά τις δανειακές ανάγκες του κράτους θα μπορούσαν: Πρώτο, να πάνε τους φορολογικούς συντελεστές των ανωνύμων εταιρειών στο 35% που τους άφησε ο Σημίτης (5 δισ. ευρώ το χρόνο στοίχισε η μείωση τους στο 25%) κι όχι να τους μειώσουν ακόμη περισσότερο στο 20%. Δεύτερο, να εξέδιδαν έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου προς το εγχώριο αποταμιευτικό κοινό όπως συνέβαινε μέχρι και το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’90 (και τώρα το απαγορεύουν οι τραπεζίτες για να μην δουν τις καταθέσεις τους να εξανεμίζονται). Τρίτο, να απευθυνόντουσαν για φθηνό και άφθονο χρήμα στην Κίνα ή τους Άραβες, και πολλά άλλα πολύ πιο απλά. Όπως για παράδειγμα, να εισέπρατταν το πρόστιμο ύψους 5,5 δισ. ευρώ (ποσό υψηλότερο από το προσδοκώμενο όφελος του δεύτερου πακέτου μέτρων Παπανδρέου – ΔΝΤ) που επιβλήθηκε στη χρηματιστηριακή εταιρεία Ακρόπολις το 2007 με αφορμή το σκάνδαλο των δομημένων ομολόγων για να παραγραφεί στη συνέχεια. Παρόλα αυτά η κυβέρνηση επέλεξε να οδηγήσει την τιμή της βενζίνης και το ΦΠΑ στα ύψη για να αφήσει στο απυρόβλητο τα κέρδη των βιομηχάνων, των τραπεζιτών, των αμερικάνων κερδοσκόπων και των ντόπιων ραντιέρηδων. Αυτό είναι ταξική επιλογή, όχι ανάγκη!

Το χειρότερο όμως είναι πως τα νέα οικονομικά μέτρα, που είναι πλήρως ευθυγραμμισμένα με τη γραμμή του ΔΝΤ, θα προκαλέσουν φτώχεια, ύφεση, ανεργία και πληθωρισμό, όπως έχει συμβεί άπειρες φορές στο παρελθόν σε τριτοκοσμικές χώρες, όπου πέρασε η ακρίδα του ΔΝΤ. Και γι’ αυτό τον λόγο δεν πρόκειται να μειώσουν τα ελλείμματα, καθιστώντας την λήψη νέων πακέτων μέτρων αδήριτη αναγκαιότητα σε λίγους μήνες κιόλας.

Η αύξηση του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατ’ αρχήν θα μας κάνει όλους φτωχότερους, καθώς θα πυροδοτήσει νέο κύμα ανατιμήσεων σε όλα τα είδη πρώτης ανάγκης, που με τη σειρά τους θα οδηγήσουν τον πληθωρισμό στα ύψη. Ποιος καπιταλιστής θα δεχθεί, για καιρό τουλάχιστον, να κατατρώγει ο αυξημένος ΦΠΑ τα κέρδη του και δεν θα τον μεταβιβάσει στον καταναλωτή, υποβαθμίζοντας έτσι την αγοραστική αξία των μισθών; Η αύξηση του ΦΠΑ κατά συνέπεια θα προκαλέσει μείωση της καταναλωτικής ζήτησης. Από την άλλη, κατά πόσο θα φέρει αύξηση των κρατικών εσόδων είναι εξαιρετικά αμφιλεγόμενο γιατί πρέπει να είναι αφελής κανείς για να πιστεύει ότι δεν θα επηρεαστεί το ύψος της κατανάλωσης από ένα νέο κύμα αυξήσεων, πολύ περισσότερο που το εισόδημα μειώνεται με τα μέτρα του ΠΑΣΟΚ. Δεν μένει καν στάσιμο!

Η καταστροφική επίδραση που θα έχει η αύξηση του ΦΠΑ στο επίπεδο ζωής και τον οικονομικό κύκλο μπορεί να ιδωθεί καλύτερα αν θυμηθούμε πως ένα από τα πρώτα μέτρα της κυβέρνησης του Γκόρντον Μπράουν όταν ξέσπασε η κρίση στην γενέτειρα του Κέυνς ήταν να μειώσει το ΦΠΑ (για μια αυστηρά προσδιορισμένη χρονική περίοδο) για να ενθαρρύνει την ενεργό ζήτηση. Στην Ιβηρική το ίδιο. Ισπανία και Πορτογαλία μείωσαν τον ΦΠΑ στις τουριστικές περιοχές για να τονώσουν τη ζήτηση. Στην Ελλάδα επιλέχθηκε το αντίθετο (επ’ αόριστο μάλιστα) με αποτέλεσμα να πυροδοτηθεί μια καθοδική σπείρα στον οικονομικό κύκλο που θα έχει δραματικά αποτελέσματα για τους εργαζόμενους. Ήδη άλλωστε είναι ορατά. Για παράδειγμα, η καπνοβιομηχανία του Παπαστράτου ανακοίνωσε την Τρίτη, ότι μειώνει την παραγωγή της και θέτει σε αναγκαστική άδεια δύο ημερών το προσωπικό της που ανέρχεται σε 700 άτομα για να αντισταθμίσει την ζημιά που της προκαλεί η αφομοίωση στην τελική τιμή του ειδικού φόρου κατανάλωσης. Προφανώς, ούτε η επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων, ούτε οι απολύσεις (που επίσης έκανε ο Παπαστράτος) είναι δικαιολογημένες. Πολύ περισσότερο αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι είναι μια κερδοφόρα και επιδοτούμενη από το κράτος πολυεθνική επιχείρηση. Σε ένα περιβάλλον όμως αδιάκοπα συρρικνούμενης ζήτησης τέτοιες αποφάσεις θα είναι στην ημερήσια διάταξη.

Τα μέτρα της κυβέρνησης υπακούουν σε ένα μοντέλο επίλυσης της κρίσης, βάση του οποίου καίγεται το χωράφι για να σκοτωθούν τα μικρόβια. Πρόκειται για ένα μοντέλο βίαιης εκκαθάρισης του κεφαλαίου, το οποίο απορρίφθηκε στα ιμπεριαλιστικά κράτη (ΗΠΑ, Γερμανία, Αγγλία, κ.λπ.) που επέλεξαν κατά βάση επεκτατικά μοντέλα διαχείρισης της κρίσης. Εύκολα κανείς καταλαβαίνει πώς η εξώθηση προς τα πιο «δαρβινικά» μοντέλα επίλυσης της κρίσης στα κράτη της δεύτερης, τρίτης ή τελευταίας ιμπεριαλιστικής ταχύτητας γίνεται κατ’ αρχήν προς το δικό τους συμφέρον. Γι αυτό το λόγο διαφώνησε δημοσίως κι ο νεο-κεϋνσιανός Στίγκλιτς, όταν κατάλαβε ότι ο Γ. Παπανδρέου τον ήθελε για βιτρίνα που θα εξωραΐζει εκείνες τις πολιτικές του ΔΝΤ, που ακριβώς πριν δέκα χρόνια τον οδήγησαν σε παραίτηση από την Παγκόσμια Τράπεζα. Αρθρογραφία του στον διεθνή Τύπο (που δεν ευτύχησε στον ελληνικό) έχει τη δική της σημασία: «Ο καταιγισμός περιοριστικών μέτρων που ανακοινώνονται από την κυβέρνηση μπορεί να πνίξει την ανάπτυξη και κατ’ επέκταση τα έσοδα από τη φορολογία, με αποτέλεσμα να διευρύνεται ακόμη περισσότερο το έλλειμμα», τόνισε Εξ’ ίσου απορριπτικός για τα μέτρα Παπανδρέου – ΔΝΤ ήταν κι ένας γερμανός σοσιαλδημοκράτης, οικονομολόγος του ΟΗΕ, που εμφανίστηκε στην τηλεόραση του Μέγκα την Τετάρτη λέγοντας: «Προτείνουμε έτσι απλά στην Ελλάδα να μειώσει το έλλειμμά της κατά 10% του ΑΕΠ σε δύο χρόνια. Αυτό είναι πρακτικά αδύνατο! Οδηγούμε τη χώρα στον γκρεμό! Είναι το συνηθισμένο μέσο που χρησιμοποιεί πάντα το ΔΝΤ. Ακολουθούν τυφλά τις χρηματοοικονομικές αγορές που υπερβάλλουν τώρα, δημιουργώντας αίσθηση κρίσης απ’ την οποία βεβαίως κερδίζουν μαζικά», ήταν τα λόγια του με τα οποία έθεσε σε ρεαλιστικές βάσεις την κερδοσκοπική επίθεση που δέχεται η Ελλάδα, δείχνοντας ταυτόχρονα και την άβυσσο που χωρίζει τα πρακτικά αποτελέσματα των μέτρων από τις εξαγγελίες.

Όλα αυτά φυσικά είναι γνωστά στην κυβέρνηση, την ΕΕ και το ΔΝΤ. Δηλώνουν ωστόσο πως θα εφαρμόσουν τα μέτρα μέχρι τέλους μόνο και μόνο για να πετύχουν ένα συντριπτικό πλήγμα στις κατακτήσεις της εργατικής τάξης της Ελλάδας, μια ιστορική ήττα εφάμιλλης στρατηγικής σημασίας με εκείνη που δέχτηκε το εργατικό κίνημα το 1989 – 1990. Θα το επιτρέψουμε;

Προμηνύματα νέας οικονομικής κρίσης (Ουτοπία, Φεβρουάριος 2008)

                                                                                                                     Αντιμέτωπες με τον κίνδυνο να περιέλθει η αμερικανική οικονομία σε μια από τις βαθύτερες οικονομικές κρίσεις ολόκληρης της μεταπολεμικής περιόδου υποδέχθηκαν το νέο χρόνο οι αρχές της χώρας.

Τα μηνύματα είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται από το καλοκαίρι του 2007 με τη μορφή της «πιστωτικής ασφυξίας» που αντιμετώπισαν τα σημαντικότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των ΗΠΑ πρωτευόντως αλλά και της ΕΕ. Οι αρρυθμίες στην αγορά κεφαλαίων εμφανίστηκαν όταν το σκάσιμο της φούσκας των δανείων χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας στην αμερικανική αγορά ακινήτων, ως αποτέλεσμα της προγενέστερης ανόδου των αμερικανικών επιτοκίων, έφερε στην επιφάνεια έναν εξαιρετικά επικίνδυνο μηχανισμό επέκτασης των πιστώσεων που είχαν δημιουργήσει από κοινού τράπεζες και κάθε είδους πιστωτικοί οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στη χορήγηση δανείων. Ο μηχανισμός αυτός, με τη μέθοδο της τιτλοποίησης, μετέτρεπε σε εγγυήσεις για νέα δάνεια όσα είχαν ήδη παρασχεθεί με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια φούσκα ιστορικών διαστάσεων η οποία στηριζόταν στα δάνεια που είχαν φτάσει να χορηγούν (έναντι προκαταβολής της τάξης του 5% της αξίας του ακινήτου) ακόμη και σε άπορους! Τι πιο φυσιολογικό επομένως από το να σπάσει κάποια στιγμή αυτή η φούσκα, όταν συγκεκριμένα θα ανακοπτόταν η «πλημμυρίδα καταθέσεων», με την ορολογία του διοικητή της αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας, Μπεν Μπερνάνκι, που τροφοδοτούσε τη ρευστότητα.

Οι πρώτοι που ένιωσαν τις δραματικές όπως αποδείχτηκε συνέπειες από την κατάρρευση της αγοράς δανείων χαμηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης ήταν οι τράπεζες. Μέχρι την τελευταία μέρα του Ιανουαρίου οι διαγραφές χρεών που αναγκάστηκαν να ανακοινώσουν οι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες ήταν κολοσσιαίες και πρωτοφανείς, αναγκάζοντας πολλές από αυτές να αναζητήσουν «λευκούς ιππότες» σε κρατικά επενδυτικά κεφάλαια αναδυόμενων καπιταλιστικών αγορών (από τη Μέση Ανατολή, τη Σιγκαπούρη και την Κίνα) που θα τις γλιτώσουν από τη χρεοκοπία. Οι τράπεζες που προέβησαν σε διαγραφές χρεών από τις ΗΠΑ ήταν: Merrill Lynch (24,4 δισ. δολ.), Citigroup (18,1 δισ.), Morgan Stanley (9,4 δισ.), Bank of America (5,3 δισ.), Bear Sterns (1,9 δισ.) και Wachovia (1,5 δισ.). Εξ ίσου σημαντικές ήταν οι διαγραφές χρεών που ανακοίνωσαν και οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Συγκεκριμένα: UBS (18,4 δισ. δολ.), Credit Agricole (3,7 δισ.) HSBC (3,4 δισ.), Deutsche Bank (3,1 δισ.), Societe Generale (3 δισ.) Barclays (2,7 δισ.) και Royal Bank of Scotland (2,5 δισ.). Το τεράστιο ύψος των ποσών που διέγραψαν από τις απαιτήσεις τους μαρτυρά ότι επρόκειτο για ένα σημείο καμπής.

Το μαρτυρά άλλωστε και η ταχύτατη μετάδοση του «ιού των κακών δανείων» και στην πραγματική οικονομία, όπως έδειξε ένα πλήθος ενδείξεων: Η απότομη επιβράδυνση των ρυθμών ανόδου του αμερικανικού ΑΕΠ το τελευταίο τρίμηνο του 2007 κατά 0,7% (από 4,9% το προηγούμενο τρίμηνο), η συρρίκνωση της αμερικανικής αγοράς εργασίας τον Ιανουάριο για πρώτη φορά από το 2003 και με επίκεντρο τομείς που δεν άπτονται άμεσα της κρίσης των «φθηνών δανείων» όπως οι τράπεζες, οι κατασκευές και η αγορά ακινήτων, η μείωση των αποδόσεων των μετοχών στα χρηματιστήρια όλου σχεδόν του κόσμου, η δυσμενής αναθεώρηση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο των προβλέψεων οικονομικής ανόδου για το 2008, που ήταν ήδη χαμηλότερες από το προηγούμενο έτος κ.ο.κ. Τέλος, ο βάσιμος και σοβαρός χαρακτήρας των ανησυχιών επιβεβαιώθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο από τις αμερικανικές αρχές όταν, αφήνοντας για τους αφελείς τους όρκους πίστης στις ικανότητες που έχει το «αόρατο χέρι» της αγοράς να εξασφαλίζει την ισορροπία, προέβησαν σε δύο μέτρα: Αρχικά η κυβέρνηση Μπους, με δικομματική προφανώς συναίνεση, απελευθέρωσε ένα χρηματοδοτικό πακέτο ύψους 150 δισ. δολ. (που για να αντιληφθούμε τη σοβαρότητά του χρειάζεται να πούμε ότι ανέρχεται στο 1% του αμερικανικού ΑΕΠ!) με τη μορφή κυρίως φοροαπαλλαγών και επενδυτικών κινήτρων προς επιχειρήσεις. Κατά δεύτερο προχώρησαν στην κάθετη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων, κατά 1,25% σε 9 ημέρες φθάνοντας τα στο 3%, και διευκολύνοντας με αυτό τον τρόπο τα κέρδη των αμερικανικών τραπεζών και φυσικά την άνοδο των μετοχών στα αμερικανικά χρηματιστήρια.

Παρότι ξεφεύγει του παρόντος, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται η αμερικανική οικονομία καθώς η παραπάνω (ενδεδειγμένη και προφανής για την αστική τάξη) κίνηση αντιμετώπισης της κρίσης, η μείωση των επιτοκίων, οδηγεί σε παροξυσμό το πρόβλημα που ήδη αντιμετωπίζει με το δολάριο. Ειδικότερα, η πτώση των επιτοκίων καθιστά όλο και λιγότερο ελκυστικό το αμερικανικό νόμισμα με αποτέλεσμα η ισοτιμία του έναντι των ανταγωνιστών του και δη του ευρώ να κατρακυλάει και στη συνέχεια να καθίσταται ολοένα και πιο δυσχερής η κάλυψη των διευρυνόμενων ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το πρόβλημα αυτό οξύνεται από την επιμονή που δείχνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να κρατάει αμετακίνητα τα επιτόκια στο 4%, επικαλούμενη την αντιμετώπιση των πληθωριστικών φαινομένων με αποτέλεσμα να διευρύνεται η διαφορά μεταξύ των δύο επιτοκίων και η σύγκριση να καθίσταται εντελώς άνιση, εις βάρος του δολαρίου.

Η διαφορετική απάντηση που δίνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όσο κι αν υπαγορεύεται από τη σχετικά διαφορετική, μέχρι στιγμής, φάση του οικονομικού κύκλου την οποία διατρέχει η γηραιά ήπειρος σε σχέση με τις ΗΠΑ, έχει δώσει μια νέα και σημαντική ώθηση στη συζήτηση που διεξάγεται στα κέντρα αποφάσεων της αστικής τάξης για το ποια είναι εκείνα τα μέτρα που θα αποτρέψουν την εμφάνιση της κρίσης, φέρνοντας στην επιφάνεια τη διχογνωμία που εμφανίζεται. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για αλληλοαποκλειόμενες ή ανταγωνιστικές θέσεις. Αυτό φαίνεται με μεγαλύτερη διαύγεια αν εξαλείψουμε το «θόρυβο» που δημιουργούν τα ανταγωνιστικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης τα οποία πρωτίστως εκδηλώνονται στη σφαίρα των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των επιτοκίων των δύο νομισμάτων. Η αμερικανική θέση συνίσταται σε τρία μέτρα: γενναία αύξηση των κρατικών δαπανών (σε μια κοινωνική κατεύθυνση φυσικά διαμετρικά αντίθετη από αυτή του εφαρμοσμένου Κεϋνσιανισμού, καθώς πλέον ωφελημένοι από την αύξηση της ενεργού ζήτησης είναι η αστική τάξη και τα υψηλά εισοδήματα και όχι οι άνεργοι και η φτωχολογιά κατά πως θα υποστήριξαν με αρθρογραφία τους οικονομολόγοι που δε συμμερίζονται την κυρίαρχη ορθοδοξία όπως ο Π. Κρούγκμαν και ο Τζ. Στίγκλιτς), ενεργοποίηση της νομισματικής πολιτικής – όσο ακόμη αυτή προσφέρεται – και επίσης όξυνση του ανταγωνισμού των κεφαλαίων, με απώτερο στόχο ακόμη και την καταστροφή μη ανταγωνιστικών τμημάτων του και τη διευκόλυνση των τάσεων διεθνοποίησης του αμερικανικού κεφαλαίου. Δεν είναι τυχαίο ότι τις μέρες που η FED ανακοίνωνε την μια μείωση επιτοκίων μετά την άλλη και ο Λευκός Οίκος μοίραζε λεφτά στα μεσαία στρώματα και την αστική τάξη, ο Μπους προωθούσε συμφωνία απελευθέρωσης του εμπορίου και των επενδύσεων μεταξύ των ΗΠΑ από τη μια και από την άλλη της Κολομβίας, του Παναμά και της Νότιας Κορέας.

Η απάντηση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, υπό την επίκληση της αντιπληθωριστικής πολιτικής, δίνει προτεραιότητα στη διαδικασία αναδιάρθρωσης των αγορών εργασίας έτσι ώστε να μειωθεί το άμεσο και έμμεσο εργατικό κόστος (καταργώντας ασφαλιστικά δικαιώματα για παράδειγμα), στις ιδιωτικοποιήσεις και στις πολιτικές βίαιης αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου στο έδαφος της ευρωζώνης προς όφελος των κεφαλαίων εκείνων που διαθέτουν το συγκριτικό πλεονέκτημα, με αντίτιμο την επέκταση της ανεργίας. Γι αυτό το λόγο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εμφανίζεται βασιλικότερη του βασιλέως απέναντι στην αμερικανική κρατώντας τα επιτόκια ψηλά και εφαρμόζοντας έτσι μια περιοριστική νομισματική πολιτική που δεν ευνοεί την απρόσκοπτη και εκτατική αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Σημασία ωστόσο έχει ότι όσο επώδυνες κοινωνικά λύσεις κι αν υιοθετηθούν με σκοπό να ανακάμψει το ποσοστό κέρδους, η πτώση του οποίου αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της καπιταλιστικής κρίσης, η αντιμετώπιση της στην καλύτερη περίπτωση θα είναι συγκυριακή ή θα αφορά τη μετάθεσή της στο μέλλον, όπως συμβαίνει κατά κόρον από το 1973 και μετά, όταν ξέσπασε για πρώτη φορά η τρέχουσα δομική κρίση. Για το παρόν μένει η αποκάλυψη των εγγενών αντιφάσεων του σημερινού, καταστρεπτικού για τις ανθρώπινες δυνατότητες, τρόπου παραγωγής και μια δυνατότητα που προσφέρεται στην Αριστερά να εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία, αποκαλύπτοντας τον οπισθοδρομικό χαρακτήρα του καπιταλισμού και τη δυνατότητα του εργαζόμενου ανθρώπου να απελευθερωθεί από τα δεσμά του κεφαλαίου.

Αρέσει σε %d bloggers: