Πείνα φέρνει η έκρηξη των τιμών στα τρόφιμα (Ουτοπία, Μάιος 2008)

Παρελθόν κινδυνεύουν να γίνουν ακόμη κι αυτά τα μικρά βήματα μείωσης της παγκόσμιας φτώχειας που επιτεύχθηκαν τα προηγούμενα χρόνια λόγω της έκρηξη της τιμής στα βασικότερα είδη διατροφής. Οι υπέρογκες ανατιμήσεις στο σιτάρι, το καλαμπόκι και το ρύζι έχουν φέρει στα πρόθυρα της λιμοκτονίας 100 εκ. άτομα στις πιο φτωχές χώρες του Τρίτου Κόσμου ενώ στον Πρώτο, και δη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αναστέλλονται – προσωρινά τουλάχιστον – οι σκέψεις για περικοπή των επιδοτήσεων στη γεωργία, καθώς είναι ηλίου φαεινότερες οι τεράστιες ευθύνες της φιλελευθεροποίησης γι αυτή τη δραματική κατάσταση.

 Ως τη χειρότερη κρίση αυτού του είδους για περισσότερα από 30 χρόνια χαρακτήρισε ο Τζέφρεϋ Σακς, διακεκριμένος οικονομολόγος και σύμβουλος του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, την άνοδο στις τιμές των τροφίμων του τελευταίου διαστήματος. Συνολικά, ο δείκτης της τιμής μιας ευρείας κατηγορίας τροφίμων τον τελευταίο χρόνο έχει αυξηθεί κατά 40%, με τις τιμές των πιο βασικών ειδών να καταγράφουν πολύ μεγαλύτερες αυξήσεις. Από το 2006, για παράδειγμα, η τιμή του ρυζιού έχει αυξηθεί κατά 217%, του σιταριού κατά 136%, του καλαμποκιού κατά 125% και της σόγιας κατά 107%.

Για να γίνει κατανοητή η αναστάτωση που έχουν προκαλέσει αυτές οι ανατιμήσεις πρέπει να τονιστεί ότι επιβαρύνουν πολύ διαφορετικά τα κάθε λογής εισοδήματα. Όσο υψηλότερο είναι ένα εισόδημα τόσο μικρότερη είναι η αναλογία των χρημάτων που δαπανά για τρόφιμα, ενώ αντίθετα ένα χαμηλό εισόδημα έχει την τάση να ξοδεύει το μεγαλύτερο μέρος του στα είδη διατροφής. Έτσι για παράδειγμα στις ΗΠΑ, ακόμη και το φτωχότερο 20% του πληθυσμού δεν δαπανά παρά το 16% των χρημάτων που κερδίζει για τρόφιμα, ενώ αντίθετα η μέση οικογένεια της Νιγηρίας ξοδεύει το 73% του εισοδήματός της για φαγητό. Η κατάσταση φθάνει στα άκρα σε χώρες όπως η Αϊτή όπου τα τρία τέταρτα του πληθυσμού κερδίζουν λιγότερα από 2 δολάρια την ημέρα και ήδη το ένα στα πέντε παιδιά είναι χρόνια υποσιτισμένο. Κατά συνέπεια μια οριακή ανατίμηση που μπορεί να μη γίνει καν αντιληπτή από ένα υψηλό εισόδημα για έναν πένητα μπορεί να σημάνει ότι θα κοιμάται με άδειο στομάχι ακόμη και επί ημέρες.

Εξεγέρσεις απελπισμένων

 

Καθόλου τυχαίο λοιπόν δεν είναι το γεγονός ότι στην Αϊτή οι συγκρούσεις των πεινασμένων με την αστυνομία έλαβαν τη μορφή εξέγερσης και οδήγησαν τελικά στην απομάκρυνση του πρωθυπουργού. Τα γεγονότα στην Αϊτή δεν ήταν και τα μοναδικά. Σε περισσότερες από 30 χώρες του κόσμου, από τη Μπουρκίνα Φάσου μέχρι την Ινδονησία οι διαμαρτυρίες πήραν τη μορφή συγκρούσεων και σε πολλές από αυτές, όπως στη Σενεγάλη ο στρατός κλήθηκε να επιβάλλει την τάξη ή να δώσει πιο πρακτικές λύσεις όπως έγινε για παράδειγμα στην Αίγυπτο όπου οι ένοπλες δυνάμεις ανέλαβαν καθήκοντα …φούρναρη για να παρέχουν φθηνό, επιδοτούμενο ψωμί στους πεινασμένους.

Ακόμη ωστόσο κι αυτές οι λύσεις, αμυντικού και πρόσκαιρου χαρακτήρα, δεν αντιμετωπίζουν τις γενικότερες ανισορροπίες που γεννά η εκτίναξη των τιμών στα τρόφιμα και τα προβλήματα που δημιουργεί για παράδειγμα στα δημόσια οικονομικά – ζήτημα υποδεέστερης σημασίας σε σχέση με την πείνα, καθόλου όμως αμελητέο. Έτσι, η Αίγυπτος για παράδειγμα έχει φθάσει να δαπανά περισσότερα χρήματα από τον κρατικό προϋπολογισμό της για να επιδοτεί το ψωμί και τη βενζίνη ώστε να είναι προσιτά στον λαό, παρά για υγεία και εκπαίδευση μαζί!

Το ερώτημα που προκύπτει όλο και πιο έντονα περιστρέφεται γύρω από τις αιτίες αυτής της έκρηξης τιμών. Δύο καθοριστικές και μία ήσσονος σημασία αιτία βρίσκεται πίσω από το πρωτόγνωρο κύμα ανατιμήσεων.

Η μικρότερης σημασίας αιτία αφορά τις κλιματικές αλλαγές. Η παρατεταμένη, σχεδόν υπερδεκαετής, ξηρασία για παράδειγμα στην Αυστραλία και οι πλημμύρες σε πολλές χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας έχουν τη δική τους συμβολή περιορίζοντας την άνοδο της παραγωγής που θα μπορούσε υπό κανονικές κλιματολογικές συνθήκες να είχε επιτευχθεί. Ωστόσο, δεδομένου ότι το πρόβλημα δεν έγκειται στην έλλειψη τροφίμων (κατά 2% αναμένεται να αυξηθεί η παγκόσμια παραγωγή ρυζιού φέτος, ανέφεραν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 3 Απρίλη) αλλά στην απλησίαστη τιμή τους η καταστροφή σοδειών από τις κλιματικές αλλαγές δεν αποτελεί σοβαρή αιτία, ως προς το παρόν, της ανόδου της τιμής τους. Αυτό ισχύει γενικά.

Ο παραλογισμός των βιοκαυσίμων

 

Ειδικότερα, ωστόσο, σε ότι αφορά συγκεκριμένα είδη τροφίμων, όπως είναι το καλαμπόκι, η μείωση της παραγωγής τους είναι ορατή και προέρχεται από την καλλιέργεια σπόρων που αξιοποιούνται στην παραγωγή βιοκαυσίμων. Κατ’ αρχήν είναι ανάγκη να πούμε ότι όσο περνάει ο καιρός τόσο περισσότερο αμφισβητείται ακόμη και αυτή η συνεισφορά των βιοκαυσίμων στην αντιμετώπιση του φαινομένου του θερμοκηπίου. Αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του περιοδικού Τάιμ στις 14 Απρίλη ανέφερε ότι ένα γαλόνι αιθανόλης που παράγεται από καλαμπόκι, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ για παράδειγμα, απαιτεί για την παραγωγή του περισσότερη ενέργεια απ’ όση μπορεί να προσφέρει με την καύση του. Τα βιοκαύσιμα δε που παράγονται σε άλλα σημεία του πλανήτη, όπως στη Βραζιλία ενδεικτικά, με απώτερο στόχο να χρησιμοποιηθούν αντί των συμβατικών καυσίμων με στόχο να μειωθεί η θερμοκρασία της γης, είναι εξ ίσου αμφίβολο το τι καταφέρνουν, δεδομένου ότι η καλλιέργειά τους συντελείται σε αποψιλωμένα δάση του Αμαζόνιου. Η παραγωγή βιοκαυσίμων έτσι (που επινοήθηκε για να αντιμετωπίσει τις εκπομπές καυσαερίων από τα αυτοκίνητα που συντελούν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου) επιτείνει την καταστροφή των δασών και η καταστροφή τους – μέσω πυρκαγιών – το φαινόμενο του θερμοκηπίου!!!

Τα εμπόδια ωστόσο που δημιουργούν τα βιοκαύσιμα στην παροχή φθηνής τροφής στον παγκόσμιο πληθυσμό είναι πολύ πιο άμεσα. Στις ΗΠΑ υπολογίζεται ότι αυτή τη στιγμή το 20% του καλλιεργούμενου καλαμποκιού καταλήγει στην παραγωγή αιθανόλης, ενώ οι καλλιέργειες που θα στραφούν στα βιοκαύσιμα την επόμενη δεκαετία εκτιμάται ότι θα πενταπλασιαστούν. Ίδιος πυρετός, σε βαθμό ώστε πολλοί να μιλούν για νέα φούσκα, παρατηρείται σε όλο τον κόσμο. Η αξία των επενδύσεων σε βιοκαύσιμα από 5 δισ. δολάρια το 1995 έφθασαν το 2005 τα 38 και το 2010 υπολογίζεται να έχουν φθάσει τα 100 δισ. δολάρια. Όσο για το «κόστος ευκαιρίας» τους, αρκεί να αναφέρουμε ότι η ποσότητα καλαμποκιού που απαιτείται για να γεμίσει το ρεζερβουάρ ενός σπορ αυτοκινήτου, αυτού που συνήθως χαρακτηρίζουμε 4 επί 4, μπορεί εναλλακτικά να θρέψει ένα άτομο για έναν ολόκληρο χρόνο.

Στο ερώτημα δηλαδή το ρεζερβουάρ ή τον άνθρωπο η απάντηση που δίνουν οι ΗΠΑ σήμερα, ωθώντας μάλιστα όλο τον υπόλοιπο κόσμο να βαδίσει στα καταστροφικά χνάρια τους, είναι το ρεζερβουάρ. Κι έτσι εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι με το φάσμα της πείνας…

Χαλινάρι στα χρηματιστήρια

 

Η δεύτερη αιτία που έχει οδηγήσει σε εκτόξευση τις τιμές των τροφίμων είναι η εκτεταμένη και άγρια κερδοσκοπία που γίνεται κυρίως στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων του Σικάγου. Οι τιμές των τροφίμων, αλλά και άλλων εμπορευμάτων όπως τα μέταλλα και το πετρέλαιο, οδηγήθηκαν στα ύψη από τη στιγμή που στο χρηματιστήριο του Σικάγου βρήκε απάγκιο η τεράστια ρευστότητα που ξέβρασε η πιστωτική κρίση και η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων. Τοποθετούμενα αυτά τα κεφάλαια και άλλα στη συνέχεια που προσελκύστηκαν από την άνοδο των τιμών, ύψους 300 δισ. δολαρίων κατ’ εκτίμηση των Νιου Γιορκ Τάιμς της Τρίτης 22 Απρίλη, στην αγορά των μελλοντικών συμβολαίων που αφορούν τη συμφωνία εκτέλεσης μιας εμπορικής πράξης στο μέλλον σε μια προκαθορισμένη τιμή κατάφεραν να δημιουργήσουν μια φούσκα άνευ προηγουμένου. Η διαφορά όμως με όλες τις άλλες φούσκες, όπως των νέων τεχνολογιών, είναι ότι αυτή οδηγεί στη δυστυχία εκατομμύρια ανθρώπους που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.

Διαπιστώνοντας τον αρνητικό ρόλο που διαδραματίζει η αγορά μελλοντικών συμβολαίων στο επίπεδο των τιμών των εμπορευμάτων, η οποία προκαλεί στρεβλώσεις στην αγορά κι όχι εξισορρόπησή της όπως λένε τα εγχειρίδια, μια σειρά χώρες του Τρίτου Κόσμου διέκοψαν τη λειτουργία της! Στην Ινδία συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 2007 η κυβέρνηση απαγόρευσε την διαπραγμάτευση μελλοντικών συμβολαίων σε τρία προϊόντα: το ρύζι, το σιτάρι και το καλαμπόκι. Βλέποντας όμως στη συνέχεια πως οι τιμές συνέχισαν να αυξάνονται, ο υπουργός Οικονομίας της Ινδίας διέκοψε εντελώς τη λειτουργία της αγοράς μελλοντικών συμβολαίων, τονίζοντας πως η μοναδική συνεισφορά της, ολοένα και περισσότερο, αφορούσε την κερδοσκοπία. Το ίδιο συνέβη και στην Αιθιοπία στα μέσα Απριλίου. Στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων της Αντίς Αμπέμπα, το νεότερο χρηματιστήριο εμπορευμάτων της Αφρικής αποφασίστηκε να μην επιτρέπονται οι μελλοντικές πράξεις στα επίμαχα τρόφιμα σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η κερδοσκοπία και να αποφευχθεί η ανοδική πορεία των τιμών.

Τα μέτρα δε αυτά λήφθηκαν σε χώρες του Τρίτου Κόσμου, επειδή οι πιέσεις των πεινασμένων είναι αφόρητες και τα συμφέροντα των κερδοσκόπων δεν πρυτανεύουν όπως συμβαίνει για παράδειγμα στις ΗΠΑ και τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες, ή την ίδια την ΕΕ που δια στόματος του προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ζαν Κλοντ Τρισέ, έσπευσε να δηλώσει ότι η κρίση των τροφίμων είναι πρόβλημα προσφοράς και ζήτησης. Κινήσεις (απελπισίας) όπως αυτές της Ινδίας και της Αιθιοπίας αναμφισβήτητα είναι σταγόνες στον ωκεανό μπροστά στα μυθικά ποσά που έχουν επενδυθεί στα χρηματιστήρια της Δύσης τα οποία δίνουν το σφυγμό της αγοράς. Παρόλα αυτά αποκαλύπτουν την βασικότερη αιτία πίσω από την πείνα που είναι η κερδοσκοπία και η μετατροπή ακόμη και των στοιχειωδέστερων ανθρώπινων αναγκών, όπως είναι η διατροφή, σε αντικείμενο χρηματιστηριακής διαπραγμάτευσης.

Αμφισβητείται η φιλελευθεροποίηση της ΚΑΠ

 

Η κρίση των τροφίμων οδήγησε επιπλέον σε επανεξέταση την ορθότητα των διαρκών αναθεωρήσεων που έχει υποστεί η Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης την τελευταία δεκαετία στην κατεύθυνση μείωσης των επιδοτήσεων.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι αναθεωρήσεις της ΚΑΠ και η συντελούμενη μείωση των επιδοτήσεων της ευρωπαϊκής γεωργίας έχει προκαλέσει μια κάθετη μείωση του παραγόμενου προϊόντος τόσο στη γεωργία όσο και στην κτηνοτροφία σε κάθε μέλος της ΕΕ, ακόμη και στην Ελλάδα. Στον πίνακα που παραθέτουμε φαίνεται με ακρίβεια αυτή η συρρίκνωση, που αποτελεί την άλλη όψη των πρωτοφανών σε βάθος και ποιότητα αναδιαρθρώσεων που συντελούνται στην γεωργία κι η οποία μπορεί να συνεχίζεται υπό τον όρο ότι φιλελευθεροποιείται το διεθνές εμπόριο και αίρονται οι φραγμοί που το περιορίζουν.

Παραγωγή κυριότερων αγροτικών

προϊόντων στην Ελλάδα (χιλιάδες τόνοι)

ΠΡΟΪΟΝ 2000 2006
Σιτάρι σκληρό 1.450 1.129
Σιτάρι μαλακό 408 251
Αραβόσιτος 1.850 1.710
Καπνός 125 25
Βαμβάκι 1.235 850
Τομάτες βιομηχανικές 1.149 800
Ζαχαρότευτλα 3.146 1.600
Ελαιόλαδο 430 370
Λεμόνια 139 37
Πορτοκάλια 903 880
Μήλα 309 263
Ροδάκινα 1.020 700
Κρέας, σύνολο 492 464
Γάλα, σύνολο 1.896 1.866

Πηγή: Υπουργείο Γεωργίας (παρατίθεται σε Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας για το έτος 2006, Αθήνα 2007).

Τι συμβαίνει όμως όταν μια σειρά χώρες που αποτελούσαν επί χρόνια την αποθήκη τροφίμων της υφηλίου (στο πλαίσιο προφανώς ενός βαθιά άνισου καταμερισμού) βρίσκονται αντιμέτωπες με την οργή των πολιτών τους και παγώνουν προσωρινά τις εξαγωγές ή τις μειώνουν αποφασιστικά, όπως έκαναν για παράδειγμα η Αργεντινή, η Ινδία, η Ινδονησία, το Βιετνάμ, η Κίνα, η Καμπότζη και η Αίγυπτος, δίνοντας προτεραιότητα στην κάλυψη της εγχώριας ζήτησης; Τότε αμφισβητούνται εκ βάθρων ορισμένα από τα θέσφατα του νεοφιλελευθερισμού, όπως είναι η κατάργηση των επιδοτήσεων και η φιλελευθεροποίηση του εμπορίου!

Τα όσα δήλωσε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 28 Απριλίου ο (δεξιός) υπουργός Γεωργίας της Γαλλίας, Μισέλ Μπαρνιέ, είναι αποκαλυπτικά! «Αυτό που τώρα αντικρίζουμε στον κόσμο είναι τα αποτελέσματα μιας υπερβολικής φιλελευθεροποίησης της αγοράς. Δεν μπορούμε να αφήσουμε την διατροφή των ανθρώπων στο έλεος της αγοράς. Χρειαζόμαστε μια δημόσια πολιτική, μέσα παρέμβασης και σταθεροποίησης» ήταν τα λόγια του, που αποκτούν ξεχωριστή σημασία λόγω του ότι η Γαλλία αναλαμβάνει την κυκλική προεδρία της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του τρέχοντος έτους. Συνέχισε δε προτείνοντας στις πληττόμενες χώρες να αντιγράψουν την ΚΑΠ! «Νομίζω ότι η ΚΑΠ αποτελεί ένα καλό μοντέλο. Είναι μια πολιτική που μας επιτρέπει να παράγουμε για να τρεφόμαστε. Συνενώνουμε τους πόρους μας για να υποστηρίξουμε την παραγωγή. Η Δυτική Αφρική, η Ανατολή Αφρική, η Λατινική Αμερική και η νότια ακτή της Μεσογείου, όλα αυτά τα μέρη χρειάζονται περιφερειακή κοινή αγροτική πολιτική»! Οι αιτιάσεις του υιοθετήθηκαν σχεδόν στο ακέραιο από τον γερμανό ομόλογό του – κάτι που έχει τη δική του σημασία δεδομένου ότι η Γερμανία αποτελεί το βασικότερο χρηματοδότη της ΚΑΠ η οποία στοιχίζει 56 δισ. ετησίως! Παρόλα αυτά ανέλαβε το κόστος.

Παρότι η συντηρητική αναδιάρθρωση στην ευρωπαϊκή γεωργία δεν πρόκειται να κοπάσει (ως αποτέλεσμα της αυτοτελούς επέκτασης των δυνάμεων του κεφαλαίου και των υπόγειων ταξικών συγκρούσεων που διεξάγονται) είναι εμφανές ότι δηλώσεις όπως οι παραπάνω τονίζουν για μια ακόμη φορά το τεράστιο κοινωνικό τίμημα της ουσιαστικής υπαγωγής στο κεφάλαιο κάθε τομέα ανθρώπινης δραστηριότητας.

Τζόγος με το στάρι και το γάλα (Πριν 26/10/2007)

Πείνα προκαλεί η χρηματιστηριακή κερδοσκοπία

 Η διοχέτευση του αμύθητου συσσωρευμένου πλούτου στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων εκτόξευσε τις τιμές των τροφίμων

Οι κινητοποιήσεις που έγιναν στην Ιταλία πριν μερικές εβδομάδες ενάντια στην αύξηση των τιμών των ζυμαρικών αν δεν χαρακτηρίστηκαν γραφικές πέρασαν απαρατήρητες. Ωστόσο, μια σειρά από γεγονότα βεβαιώνουν ότι ζούμε το οριστικό και αμετάκλητο τέλος της εποχής των άφθονων και φθηνών τροφίμων που ξεκίνησε με το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και από επαγγελία έγινε πράξη τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 υπό την πίεση των νωπών ακόμη οδυνηρών εμπειριών και χάρη στη διάθεση από το κράτος τεράστιων πόρων υπό τη μορφή επιδοτήσεων. Τι άλλο σημαίνει η πρόσφατη εκτίναξη των τιμών μιας σειράς βασικών τροφίμων όπως το σιτάρι (που από τον Απρίλιο μέχρι σήμερα η τιμή του έχει διπλασιαστεί), το ρύζι (που η τιμή του από το 2000 έχει αυξηθεί κατά 50%), το γάλα, το καλαμπόκι, η σόγια, ή το (πολύ φοβικό είναι αλήθεια) καμπανάκι συναγερμού που χτυπούν μια σειρά διεθνείς οργανισμοί για την επερχόμενη «κρίση τροφίμων»!

Η τιμή δεν εκτινάχθηκε μόνο στα παραπάνω είδη αλλά σε όλα ανεξαιρέτως τα βασικά εμπορεύσιμα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στα ειδικά χρηματιστήρια του Σικάγο, της Νέας Υόρκης, και αλλού όπως πετρέλαιο, χρυσός, σιδηρομεταλλεύματα, χαλκός, ψευδάργυρος, ζαχαροκάλαμο, φοινικέλαιο, ζωοτροφές και πολλά άλλα. Η άνοδος που παρατηρείται τους τελευταίους μήνες ξεπερνάει κάθε πρόβλεψη. Ο δείκτης τον οποίο έχει καταρτίσει ο βρετανικός Εκόνομιστ για να παρακολουθεί την πορεία των τιμών στην αγορά εμπορευμάτων έχει διπλασιάσει την τιμή του από το 2000 μέχρι τώρα. Τον προηγούμενο μήνα, το Σεπτέμβριο, ειδικότερα, οι αποδόσεις που κατέγραψε ο σχετικός δείκτης του Ρόιτερς ήταν οι υψηλότερες από το 1975.

Τρεις είναι οι αιτίες που αποτελούν την κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή την – αρνητική – εξέλιξη. Ξεκινώντας από τις λιγότερες σημαντικές, ξεχωρίζει η αυξημένη ζήτηση που παρατηρείται από τις αναπτυσσόμενες οικονομίες της Κίνας και της Ινδίας ειδικά για πρώτες ύλες που είναι απαραίτητες στην ανέγερση και τη συντήρηση παραγωγικών εγκαταστάσεων, αστικών υποδομών και ιδιωτικών κατοικιών. Μια δεύτερη νεοεμφανιζόμενη αιτία (την οποία θα συναντάμε όλο και συχνότερα στο μέλλον) ακούει στο όνομα βιοκαύσιμα. Πρόκειται για τη σωστή απάντηση στο πιο λάθος ερώτημα που μπορεί να τεθεί: πως είναι δυνατό να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε ΙΧ αυτοκίνητα με την ίδια και μεγαλύτερη συχνότητα χωρίς να εκπέμπουμε αέρια που αυξάνουν τη θερμοκρασία του πλανήτη. Η δέσμευση μιας σειράς χωρών όπως των ΗΠΑ, τη Κίνας και της Ιαπωνίας, αλλά και της ΕΕ να προέρχεται από εναλλακτικές πηγές το 10% των καυσίμων που καταναλώνονται έχει οδηγήσει εκατομμύρια στρέμματα καλλιεργειών σε όλο τον κόσμο να διοχετεύονται στην παραγωγή εθανόλης και άλλων βιοκαυσίμων. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα το 20% του καλαμποκιού πέρυσι έγινε εθανόλη – καλύπτοντας τη ζήτηση καυσίμων μόνο του 2% των αυτοκινήτων! Επίσης μια σειρά από χώρες πλειοδοτούν σε ανακοινώσεις για να προσφέρουν την πρώτη ύλη παραγωγής βιοκαυσίμων στην ακόρεστη αμερικανική αγορά. Η ινδική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα αφιερώσει σε αυτή την καλλιέργεια 14 εκ. εκτάρια, η Ινδονησία 26 εκ., η Βραζιλία 120 εκ., η Νότια Αφρική – που θρέφει πέρα από εκατομμύρια πεινασμένους όπως και όλες οι υπόλοιπες χώρες την ευγενική φιλοδοξία να γίνει η Μέση Ανατολή των βιοκαυσίμων – 400 εκ., κοκ.! Αυτές οι καλλιέργειες δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα περιορίσουν την παραγωγή τροφίμων που απευθύνονται στη διατροφή. Όσο κι αν πάντοτε τα τελευταία χρόνια η πείνα προερχόταν από την άνιση διανομή και όχι την ελλιπή παραγωγή τροφίμων είναι ηλίου φαεινότερο αυτή τη στιγμή ότι η ραγδαία επεκτεινόμενη βιομηχανία των βιοκαυσίμων θα επιτείνει το πρόβλημα της άνισης διανομής των τροφίμων.

Καμιά ωστόσο από τις παραπάνω αιτίες δεν θα οδηγούσε σε τέτοια ύψη την τιμή των εμπορεύσιμων προϊόντων αν όλα αυτά τα χρόνια δεν αναπτυσσόταν με επίκεντρο τα επίμαχα είδη μια πρωτοφανή χρηματιστηριακή κερδοσκοπία. Τεράστια ποσά – που υπολογίζονται σε 80 δισ. δολάρια αυτή τη στιγμή από 30 δισ. που ήταν πριν τρία χρόνια – έχουν τοποθετηθεί σε ένα ατελείωτο πλήθος επενδυτικών προϊόντων που με τη μέθοδο της πλημμυρίδας ωθούν τις τιμές συνεχώς προς τα πάνω. «Από την εποχή ακόμη που έσκασε η φούσκα των μετοχών υψηλής τεχνολογίας, οι επενδυτές αρέσκονται να διαφοροποιούνται από τις μετοχές και τα κυβερνητικά ομόλογα. Αυτό έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία μιας ολόκληρης σειράς εμπορεύσιμων στο χρηματιστήριο επενδυτικών κεφαλαίων που βασίζονται στα εμπορεύματα τα οποία έκαναν τα στοιχεία ενεργητικού προσβάσιμα σε μια πολύ μεγαλύτερη γκάμα επενδυτών. Τελευταίο παράδειγμα από την Μπάρκλεϊς Γκλόμπαλ Ινβέστορς, ένα μεγάλο διαχειριστή στοιχείων ενεργητικού, είναι ένα επενδυτικό κεφάλαιο που βασίζεται στις τιμές της ξυλείας. Η Γουόλ Στριτ οργανώνεται για να ανταποκριθεί στη ζήτηση: έρευνα συμβούλων επιλογής προσωπικού διαπίστωσε ότι τα ποσοστά πρόσληψης αντικριστών εμπορευμάτων αυξήθηκαν κατά 33% από πέρυσι», ανέφερε ο προηγούμενος Εκόνομιστ!

Το γεγονός δε ότι τώρα συγκεντρώθηκαν στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων αυτά τα ποσά εξηγείται αν δούμε την πτώση των επιτοκίων του δολαρίου τον Αύγουστο, που έκανε λιγότερο ελκυστικές τις τοποθετήσεις στο αμερικάνικο νόμισμα, την πτώση της ισοτιμίας του έναντι του ευρώ και άλλων νομισμάτων, όπως και τις κρίσεις στην στεγαστική πίστη και την πιστωτική ασφυξία που δημιουργήθηκε στη συνέχεια. «Κερδοσκοπικό χρήμα που έρεε σε ομόλογα υψηλών αποδόσεων και δομημένη πίστη αναζητά τώρα νέα πατρίδα», έγραφε χαρακτηριστικά το βρετανικό έντυπο.

Πρώτο θύμα της κερδοσκοπίας ήταν αναμφισβήτητα ο μαύρος χρυσός. «Οι τιμές του πετρελαίου που ξεπέρασαν τα 90 δολάρια το βαρέλι την Παρασκευή είναι πιο πιθανό να φτάσουν τα 100 παρά τα 80 δολάρια τον επόμενο μήνα σύμφωνα με τον αριθμό των στοιχημάτων που έχουν παιχτεί στην προθεσμιακή αγορά του Χρηματιστηρίου Εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης» έγραφε η Γουόλ Στριτ Τζέρναλ της Δευτέρας κάνοντας οποιοδήποτε σχόλιο για τον κυνισμό του καπιταλισμό – καζίνο απλά …περιττό και αχρείαστο! Αξίζει μόνο να πούμε ότι μια γενίκευση που θα χάραζε τη γραμμή μεταξύ αεριτζήδων τραπεζιτών από τη μια και καπιταλιστών της μεταποίησης από την άλλη είναι παραπλανητική καθώς παραβλέπει ότι σε ορισμένους κλάδους, όπως η μεταλλουργία για παράδειγμα όπου κυριαρχούν τρεις(!) πολυεθνικές, η χειραγώγηση των τιμών γίνεται κοινή συναινέση και κυρίως κοινή ωφελεία…

Ο ίδιος ακριβώς μηχανισμός που ωθεί τις τιμές του πετρελαίου προς τα πάνω προκαλεί τις τάσεις ανατίμησης και σε όλα τα βασικά προϊόντα. Στα είδη διατροφής όμως, και δεν μιλάμε για αστακό ή χαβιάρι, είναι που φαίνεται ο ανθρωποφαγικός χαρακτήρας του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Οι συνέπειες από την αύξηση της τιμής των τροφίμων είναι άμεσες και δραματικές. Θα τις νιώσουν πρώτ’ απ’ όλους τα 850 εκατομμύρια που επισήμως πεινούν και σιτίζονται με τα στοιχειώδη από τη διεθνή βοήθεια. Στον βαθμό όμως που η αξία της βοήθειας παραμένει λίγο – πολύ σταθερή χωρίς να ακολουθεί τις κερδοσκοπικές ανατιμήσεις των τροφίμων, με τα ίδια χρήματα θα αγοράζονται μικρότερες ποσότητες τροφίμων και θα σιτίζονται λιγότεροι άνθρωποι κάθε χρονιά. Ήδη τα Ηνωμένα Έθνη, που τονίζουν ότι ένας τόνος βοήθειας που ξεκίναγε πέρυσι από τις ΗΠΑ στοίχιζε 363 δολάρια και φέτος έχει πάει στα 611 δολάρια αυξήθηκε η τιμή του δηλαδή κατά 68%, έχουν περικόψει επισιτιστικά προγράμματα στην Ουγκάντα και την Καμπότζη.

Τα αποτελέσματα θα φανούν και στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό καθώς οι κερδοσκοπικές ανατιμήσεις από τα χρηματιστήρια παρέχουν την εύσχημο αφορμή για επιπλέον κερδοσκοπικές ανατιμήσεις από τη βιομηχανία τροφίμων. Γιατί όταν κατά κοινή ομολογία η τιμή του σταριού δεν αντιστοιχεί παρά στο 5% της τιμής του ψωμιού, τι άλλο από κερδοσκοπία είναι η ανακοίνωση της πολυεθνικής Ντανόν ότι θα αυξήσει τις τιμές της κατά 10%; Οι νέα αυτές τιμές που θα επιβάλλει η βιομηχανία τροφίμων θα σημάνουν την επιδείνωση των όρων διαβίωσης για εκατομμύρια εργαζόμενους στην ΕΕ που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας λόγω της παρατεταμένης λιτότητας και της ανεργίας. Στη βάση αυτών των ορατών τάσεων οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς της Τετάρτης τόνιζαν σε υπότιτλο ανάλυσής τους πως «οι ανερχόμενες τιμές μάλλον προαναγγέλλουν την πρώτη παγκόσμια έλλειψη τροφίμων από τη δεκαετία του ‘70», κι επίσης ότι «πολλές κυβερνήσεις προβληματίζονται αιφνιδίως για την ασφάλεια σε τρόφιμα και τις επιπτώσεις στην πολιτική σταθερότητα καθώς οι τιμές για πολλά είδη πρώτης ανάγκης εκτοξεύονται»!

Καθόλου τυχαία ο οξυδερκέστατος ο νομπελίστας οικονομολόγος Αμάρτυα Σεν διακρίνοντας τα ανυπέρβλητα εμπόδια που θέτει ο σημερινός τρόπος παραγωγής, τονίζει στο βιβλίο Η πείνα στην ιστορία (εκδ. Πολύτροπον, 2006) πως «η πείνα και ο λιμός πρέπει να αντιμετωπιστούν ως οικονομικά φαινόμενα υπό ευρεία έννοια – που να περιλαμβάνουν την παραγωγή, τη διανομή, και την αξιοποίηση της τροφής – και όχι σαν αντανακλάσεις των προβλημάτων της παραγωγής τροφίμων αυτής καθαυτής»!

Υπάρχουν όμως πολλά συμπεράσματα που εξάγονται από τα παραπάνω. Κατ’ αρχήν, προς διάψευση των υμνητών της ελεύθερης αγοράς, το χρηματιστήριο εμπορευμάτων δείχνει ότι η «πολύ αγορά» (δηλαδή η καθολική και αδιαμεσολάβητη κυριαρχία της ανταλλακτικής αξίας) δεν οδηγεί σε πτώση των τιμών, αλλά σε άνοδο. Δεν συντελεί ώστε να γίνει πιο «δημοκρατική» η χρήση του καπιταλιστικού εμπορεύματος, αλλά στη στέρησή του από την πλειοψηφία. Δεν παράγει ισότητα αλλά τεράστιες αντιθέσεις. Το σημαντικότερο ωστόσο είναι πως αποδεικνύεται ότι τα τεράστια άλματα που έχει κάνει η παραγωγικότητα της εργασίας και η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων τις τελευταίες δεκαετίες δεν αρκούν για να ξεπεραστεί η πείνα και να δραπετεύσει ο άνθρωπος – παραγωγός του κοινωνικού πλούτου από το βασίλειο της ανάγκης και της εξαχρείωσης…