Σαουδική Αραβία: ο προβοκάτορας της Μέσης Ανατολής

sarabiaΦωτιά στην πιο ήσυχη, σχετικά πάντα, γωνιά της Μέσης Ανατολής απειλεί να βάλει η Σαουδική Αραβία μετά τον αποκεφαλισμό το προηγούμενο Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016 τεσσάρων Σιιτών κληρικών, μεταξύ των οποίων κι ο Νιμρ αλ Νιμρ, σημαίνουσα μορφή του Σιτικού κινήματος στη Σαουδική Αραβία.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Ο Σιίτης κληρικός καταδικάστηκε κατηγορούμενος για τρομοκρατία στην εσχάτη των ποινών για τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στα ανατολικά της χώρας, όπου κατοικεί το 10% των Σιιτών κι όπου βρίσκονται τα σημαντικότερα ενεργειακά αποθέματα, οι οποίες συγκλόνισαν το βασίλειο των Σαούντ το 2011, στα απόνερα της αραβικής άνοιξης. Να σημειωθεί πως όλα τα ρεπορτάζ του διεθνούς Τύπου περιγράφουν τον αποκεφαλισθέντα Σιίτη ως αμετακίνητο στις απόψεις του μεν, ωστόσο μετριοπαθή!

Η έφοδος αγανακτισμένων Ιρανών και ο εμπρησμός που ακολούθησε στην πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας στην Τεχεράνη έδωσαν την αφορμή στο Ριάντ να κλιμακώσει περαιτέρω τη στάση του διακόπτοντας τις διπλωματικές σχέσεις με το Ιράν. Στα χνάρια του βασιλείου των Σαούντ, το Σουδάν απέλασε τον ιρανό διπλωμάτη και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ζήτησαν από την Τεχεράνη να μειώσει τον αριθμό της διπλωματικής της αποστολής, σε μια προσπάθεια υποβάθμισης των διπλωματικών τους σχέσεων. Έτσι, με μια καλά υπολογισμένη κίνηση το Ιράν βρέθηκε στη θέση του απολογούμενου, εμφανιζόμενο ως δύναμη αποσταθεροποίησης κι η Σαουδική Αραβία από θύτης εμφανίζεται ως θύμα!

Με βάση όλες τις ενδείξεις δύο είναι οι σημαντικότερες αιτίες που οδήγησαν τη Σαουδική Αραβία συνειδητά και προσχεδιασμένα να ρίξει το αναμμένο σπίρτο στην πυριτιδαποθήκη του Κόλπου. Η μία είναι εσωτερική κι η άλλη εξωτερική.

Εμπόδια στην επιστροφή του Ιράν

Η σημαντικότερη αιτία σχετίζεται με τις ραγδαίες αλλαγές που κυοφορούνται στην ευρύτερη περιοχή και συγκεκριμένα την επάνοδο του Ιράν στη διεθνή πολιτική με τον τερματισμό της δεκαετούς, τουλάχιστον απομόνωσής του. Τις πρώτες εβδομάδες του νέου έτους αναμένεται ολοκληρωθεί η εφαρμογή της συμφωνίας που υπέγραψε η Τεχεράνη στις 14 Ιουλίου 2015, με τον πρωταγωνιστικό ρόλο να ανήκει στον ενδοτικό πρόεδρο Χασάν Ρουχανί, που εξελέγη το 2013. Στην άλλη μεριά του τραπεζιού κάθονταν οι διπλωματικές αντιπροσωπείες έξι χωρών: ΗΠΑ, Ρωσίας, Γαλλίας, Κίνας, Αγγλίας και Γερμανίας. Ήταν δε η πρώτη φορά που κάθισαν στο ίδιο τραπέζι οι διπλωματικές αντιπροσωπείες ΗΠΑ και Ιράν, σηματοδοτώντας το σταδιακό τερματισμό των εχθρικών σχέσεων των δύο χωρών. Δηλωτικές επίσης της αλλαγής του κλίματος μεταξύ των δύο χωρών ήταν κι οι ανακοινώσεις του Ομπάμα βάσει των οποίων θα έθετε βέτο σε οποιαδήποτε προσπάθεια των Ρεπουμπλικανών να ακυρώσουν με νομοθετική τους παρέμβαση την εφαρμογή της συμφωνίας.

Οι σημαντικότεροι ωστόσο πολέμιοι της συμφωνίας με την Τεχεράνη, που υπεγράφη μετά από συνεχείς διαπραγματεύσεις δύο ετών και προβλέπει την ακύρωση του πυρηνικού της προγράμματος ακόμη και την αποστολή επιθεωρητών που θα επιτηρούν τα εργαστήρια ακόμη κι όσα βρίσκονται σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ήταν στην Μέση Ανατολή. Ειδικότερα η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ που πλέον θα χάσουν τουλάχιστον μέρος της αξίας χρήσης τους για τις ΗΠΑ, από τη στιγμή που το «απόλυτο κακό» που αντιπροσώπευε το Ιράν αποδεικνύεται πλέον, εγγράφως, πως είναι απόλυτα χειρίσιμο και ελέγξιμο απ’ όσους έχουν αναλάβει το ρόλο του διεθνούς χωροφύλακα. Αυτή ακριβώς την εικόνα θέλησε να ανασκευάσει και να ανατρέψει το Ριάντ προχωρώντας στον αποκεφαλισμό του Σιίτη κληρικού, που σηματοδοτεί την απόλυτη προβοκάτσια στη Μέση Ανατολή. «Αν πιστεύετε ότι ο μετριοπαθής Σιιτισμός έχει πλέον το πάνω χέρι στο Ιράν, ξεχάστε το» φάνηκε να διαμηνύει το Ριάντ σε όλο τον κόσμο..

Η αλήθεια μάλιστα είναι πως στην πράξη η σαουδαραβική προβοκάτσια παρεμβαίνει αποτελεσματικότατα στη διαμάχη μεταξύ των ενδοτικών και των μαχητικών πτερύγων του ισλαμικού καθεστώτος που δεν επιθυμούν την επιστροφή του Ιράν στη διεθνή κονίστρα υπ’ αυτούς τους όρους, δηλαδή το συμβιβασμό. Γίνεται αυτό μάλιστα λόγω της πολύ κρίσιμης πολιτικής συγκυρίας που διανύει το Ιράν, εν όψει των κοινοβουλευτικών εκλογών της 26ης Φεβρουαρίου 2016. Οι συγκεκριμένες εκλογές έχουν ξεχωριστή σημασία γιατί θα αναδείξουν τη σύνθεση όχι μόνο της βουλής αλλά και της συνέλευσης των ειδικών που αποφασίζει για τον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη τα επόμενα χρόνια. Δεδομένου δε ότι ο τωρινός ηγέτης είναι 76 ετών θεωρείται πιθανό πως αυτό το σώμα θα κρίνει ποιος θα είναι ο διάδοχος του Αλί Χαμενεΐ. Σε αυτό το πλαίσιο, η επίθεση που δέχεται από το σουνίτικο καθεστώς των Σαούντ η σιιτική πτέρυγα του Ισλάμ ενισχύει τις πιο αδιάλλακτες πτέρυγες του ιρανικού καθεστώτος, μιας και ο αποκεφαλισμός του Νιμρ αλ Νιμρ φαίνεται ως το τίμημα των διαπραγματεύσεων και της εξομάλυνσης των σχέσεων του Ιράν με τη διεθνή κοινότητα. Το ζητούμενο, συμπερασματικά, από τη μεριά του σαουδαραβικού βασιλείου είναι η διαιώνιση του μέχρι πρότινος στάτους που, χώρια των προαναφερθέντων, ακυρώνει τα μεγαλεπήβολα σχέδια οικονομικής διείσδυσης στο Ιράν των δυτικών πετρελαϊκών εταιρειών οι οποίες θα επιχειρήσουν να εκμεταλλευτούν τα αφάνταστα χαμηλό κόστος εξόρυξης στο Ιράν, το οποίο δεν υπερβαίνει τα 10 δολάρια το βαρέλι. Με βάση μάλιστα δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου, το υπουργείο Πετρελαίου του Ιράν, στο οποίο ανήκουν κι οι τέσσερις εταιρείες που ελέγχουν όλες τις εκμεταλλεύσεις, έχει έτοιμα για εκμετάλλευση 50 σχέδια που αναζητούν επενδυτές! Η συμφωνία επίσης θα ξεπαγώσει περιουσιακά στοιχεία του Ιράν ύψους 100 δισ. δολ. Πρόκειται για μια προοπτική που θα περιορίσει την λάμψη της Σαουδικής Αραβίας. Γιατί να την αφήσει να συμβεί;

Λιτότητα στο εσωτερικό

Η τεχνητή κρίση στο εξωτερικό ήταν για το Ριάντ κι ένας εύσχημος τρόπος για να διαχειριστεί την οικονομική κρίση που σοβεί στο εσωτερικό λόγω της πτώσης της τιμής του πετρελαίου, που έχει οδηγήσει σε ναυάγιο τον κρατικό προϋπολογισμό του. Ενδεικτικά, μόνο το δημοσιονομικό του έλλειμμα για το 2015 ανήλθε στο αστρονομικό ποσό των 98 δισ. δολ. ή 15% του ΑΕΠ (όταν το 2012 είχε πλεόνασμα ύψους 12% του ΑΕΠ). Το χειρότερο ωστόσο είναι πως, στη βάση προβλέψεων που αποκλείουν μια ταχεία επιστροφή της τιμής του πετρελαίου στα προηγούμενα ύψη, ο νέος προϋπολογισμός ισοδυναμεί με θεραπεία σοκ, καθώς για πρώτη φορά προβλέπει μειώσεις δημοσίων δαπανών ύψους 10%, αυξήσεις στα τιμολόγια ηλεκτρικού για τους μεγάλους καταναλωτές, άνοδο της τιμής των καυσίμων και ιδιωτικοποιήσεις σε μια προσπάθεια να μειωθούν σημαντικά οι κρατικές επιδοτήσεις στην ενέργεια που ανέρχονταν στο 13% του ΑΕΠ. Συζητιέται ακόμη σε συνεργασία με τα γειτονικά καθεστώτα η εισαγωγή ΦΠΑ κι η αύξηση της φορολογίας στα είδη καπνού και τα αναψυκτικά. Η Σαουδική Αραβία ακόμη κι αν δεν υπήρχε έπρεπε να κατασκευάσει έναν εχθρό για να εξάψει τα θρησκευτικά πάθη και να στρέψει την προσοχή των πολιτών της πέραν των συνόρων, έτσι ώστε τα αντιλαϊκά μέτρα που για πρώτη σχεδόν φορά εφαρμόζει στο εσωτερικό της να περάσουν με τις μικρότερες δυνατές αντιδράσεις.

Ωστόσο, το εμπρηστικό σχέδιο της Σαουδικής Αραβίας όσο κι αν αποκλείει την πολεμική αναμέτρηση με το Ιράν, που είναι οι δύο υπερδυνάμεις της περιοχής, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα καταλήξει δεδομένου ότι ήδη η περιοχή είναι στο …κόκκινο, με τη Σαουδική Αραβία μάλιστα να φέρει τεράστια ευθύνη, λόγω της στήριξης που παρείχε στους τζιχαντιστές. Και τώρα ανάβει νέα φωτιά…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα, στις 8 Ιανουαρίου 2016

Ιράν και ΗΠΑ στα χαρακώματα του Ιράκ (Επίκαιρα 18-24/3/2010)

Προσοχή στο κενό! Αυτή η επιγραφή έπρεπε να κοσμεί τους χάρτες του Ιράκ, τουλάχιστον στις ξένες πρεσβείες που βρίσκονται στην Βαγδάτη και τα υπουργεία Εξωτερικών μιας σειράς χωρών που συνδέονται άμεσα μαζί της.

Τους κινδύνους που εγκυμονεί το κενό που θα αφήσουν πίσω τους τα αμερικανικά στρατεύματα στο Ιράκ, καθώς η αποχώρησή τους εξελίσσεται ταχύτατα με 10.000 αμερικανούς στρατιώτες να φεύγουν κάθε μήνα, τους είχε επισημάνει ένα μήνα περίπου πριν την διεξαγωγή των εκλογών ο Χένρι Κίσινγκερ. Σε άρθρό του που δημοσιεύτηκε στα διεθνή μέσα ενημέρωσης στις 4 Φεβρουαρίου, με τίτλο «Ποιο Ιράκ», τόνιζε: «Πριν τον πόλεμο η ισορροπία μεταξύ Ιράκ και Ιράν ήταν μια πρωταρχική γεωπολιτική πραγματικότητα στην περιοχή. Εκείνη την εποχή η κυβέρνηση στη Βαγδάτη ήταν μια σουνίτικη δικτατορία. Η κυριαρχούμενη από τους σιίτες, κατά ένα μέρος δημοκρατική δομή που αναδύθηκε από τον πόλεμο ακόμη δεν έχει βρει την κατάλληλη ισορροπία μεταξύ σουνιτών, σιιτών και κουρδικών στοιχείων. Ούτε έχει ρυθμιστεί η μακροχρόνια σχέση τους με το Ιράν. Αν στη σιιτική πλευρά κυριαρχήσουν οι σκληροπυρηνικοί και το σιιτικό κόμμα κυριαρχήσει στις σουντιτικές και κουρδικές περιοχές κι αν ευθυγραμμιστεί με την Τεχεράνη θα γίνουμε μάρτυρες – και θα έχουμε συμβάλει κι εμείς κατά ένα μέρος σ’ αυτό – σε μια θεμελιώδη μεταβολή της ισορροπίας στην περιοχή». Συνέχιζε δε σε άλλο σημείο υπογραμμίζοντας πως «η σταθερότητα στην περιοχή θα επηρεαστεί καθοριστικά από την επίτευξη μιας πολιτικής και στρατηγικής ισορροπίας μεταξύ Ιράν και Ιράκ»!

Αυτό που δεν έγραφε ο έμπειρος διπλωμάτης, διαπερνούσε ωστόσο το άρθρο του από την αρχή μέχρι το τέλος, είναι ότι το Ιράκ για τις ΗΠΑ έχει μέχρι στιγμής χαθεί, τουλάχιστον στην διπλωματική διελκυστίνδα Ουάσιγκτον – Τεχεράνης! Από τις προηγούμενες εκλογές, τον Μάιο του 2006 όταν εκλέχτηκε πρωθυπουργός ο Νουρί αλ Μαλίκι, οι σιίτες που ανέλαβαν τα ηνία της κυβέρνησης διακριτικά μεν αλλά σταθερά έχουν ευθυγραμμιστεί με το Ιράν. Πρακτικά δηλαδή η Τεχεράνη – κι ενώ η οικονομική και στρατιωτική περικύκλωσή της κορυφωνόταν – κατάφερε το ακατόρθωτο: Χωρίς να ρίξει ούτε μία σφαίρα, να επεκτείνει την επιρροή της κι η Βαγδάτη από κει που για αιώνες ήταν η Ανατολική Πύλη του αραβικού κόσμου να μετατραπεί στη Δυτική Πύλη του Ιράν! Απτό δείγμα της σοβαρής επιρροής που ασκεί το Ιράν στην πολιτική ζωή του Ιράκ αποτέλεσε κι η ανοχή που επέδειξαν άπαντες – όχι μόνο οι σιίτες, αλλά ακόμη κι οι κούρδοι αξιωματούχοι – στην προ τριμήνου εισβολή του ιρανικού στρατού στα ιρακινά κοιτάσματα του Αλ Φακά. Μόνο γιορτές για να τους υποδεχτούν δεν έστησαν!

Οι ΗΠΑ στην πραγματικότητα είναι θύματα της επιτυχίας τους, και δη της κοντόθωρης λογικής του νεοσυντηρητικού σχεδίου που προκάλεσε τον πόλεμο στο Ιράκ. Η ανάσχεση του Ιράν, που είναι στόχος με απόλυτη προτεραιότητα για την αμερικανική εξωτερική πολιτική και σημείο συνάντησης της με τα συμφέροντα των σουνίτικων καθεστώτων της περιοχής (Σαουδική Αραβία, Ιορδανία, Αίγυπτος, κ.α.) και κυρίως του Ισραήλ, συντελούταν μόνο και μόνο χάρη στην ικανότητα του Σαντάμ Χουσεΐν να επιβάλλεται με στρατιωτικά μέσα στη σιιτική πλειοψηφία. Η (ηθικά απαράδεκτη, ολοκληρωτικού χαρακτήρα) μονοπώληση της εξουσίας στο Ιράκ από την σουνίτικη μειοψηφία επομένως πριν απ’ οποιονδήποτε άλλο εξυπηρετούσε τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους στην Μέση Ανατολή. Για να το καταλάβουν έπρεπε πρώτα να κρεμαστεί ο Σαντάμ…

Οι εκλογές της 7ης Μαρτίου στο Ιράκ από τη μεριά των Αμερικανών ήρθαν να λύσουν αυτό τον δυσεπίλυτο γρίφο: την ανάσχεση της επιρροής του Ιράν σε ένα πλαίσιο διακυβέρνησης που οι θρησκευτικές διαφορές κι οι εθνοτικές αντιθέσεις, έχουν χαραχτεί ακόμη πιο βαθιά από την εποχή του Σαντάμ με αποτέλεσμα να αποτελεί άγραφο νόμο ότι πρόεδρος του Ιράκ θα είναι Κούρδος, πρόεδρος της Βουλής σουνίτης και, το χειρότερο για τους Αμερικανούς, πρωθυπουργός και κυβέρνηση σιίτες. (Περιττό δε να πούμε πως οποιαδήποτε ομοιότητα με τον Λίβανο, τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη κι άλλες χώρες που είχαν το προνόμιο να γίνουν προτεκτοράτα της αποικιοκρατικής Νέας Τάξης είναι εντελώς συμπτωματική…). Σε αυτή την κατεύθυνση η Ουάσινγκτον δεν δίστασε να αξιοποιήσουν τους ορκισμένους μέχρι πρόσφατα εχθρούς της, τους σουνίτες! Σε μια στροφή 180 μοιρών από το 2003, όταν η πρώτη πράξη του κατοχικού διοικητή Πολ Μπρένερ ήταν να θέσει εκτός νόμου το σουνιτικό κόμμα Μπάαθ, οι ΗΠΑ σε όλη την προεκλογική περίοδο έδωσαν μια τρομερή μάχη να μπουν και να παραμείνουν στα ψηφοδέλτια επώνυμοι σουνίτες από την εποχή του Σαντάμ με σοβαρή πολιτική επιρροή. Η συμμετοχή τους άλλωστε στα ψηφοδέλτια ήταν όρος εκ των ων ουκ άνευ για να προσέλθουν οι σουνίτες στις κάλπες και να μην επαναληφθεί η αποχή τους που σημάδεψε τις προηγούμενες εκλογές μεγεθύνοντας τότε εκ των πραγμάτων την εκλογική επιρροή σιιτών και Κούρδων.

Απέναντί τους οι Αμερικανοί κατά την πρόσφατη προεκλογική περίοδο, σε μια καθολική αντιστροφή του πλαισίου συμμαχιών του 2003, είχαν τους σιίτες οι οποίοι, με την καθοδήγηση φυσικά της Τεχεράνης, στα εκλογοδικεία και τις εκλογικές επιτροπές απαγόρευαν την συμμετοχή του ενός σουνίτη υποψηφίου μετά του άλλου. Σε πεντακόσιους σουνίτες υποψήφιους απαγόρευσαν τη συμμετοχή, επικαλούμενοι καταδικαστικές αποφάσεις του παρελθόντος και τη συμμετοχή τους στο σύστημα εξουσίας του Σαντάμ Χουσεΐν, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να θέσουν αναχώματα στην εδραίωση της αμερικανικής επιρροής στο Ιράκ.

Τα αποτελέσματα που έχουν δει μέχρι στιγμής το φως της δημοσιότητας, προαναγγέλλουν τη νίκη του σιίτη, σημερινού πρωθυπουργού αλ Μαλίκι, που είναι η πιο μετριοπαθής, πραγματιστική εκδοχή του φιλο-ιρανικού στρατοπέδου, ο οποίος φαίνεται να κερδίζει την πρώτη θέση σε 7 από τις 18 επαρχίες του Ιράκ, μεταξύ αυτών στη Βαγδάτη, που εκλέγει τους 70 από τους 325 βουλευτές και στη Βασόρα, όπου χτυπά η καρδιά της ιρακινής βιομηχανίας πετρελαίου. Από το χαοτικό μωσαϊκό των 86 κομμάτων που συμμετείχαν στις εκλογές, κέρδη κατέγραψε το κόμμα Ιρακίγια του Αγιάντ Αλαβί, που διέθετε το χρίσμα των Αμερικανών και Σαουδαράβων, κι έχει το προβάδισμα σε 5 επαρχίες, η σκληροπυρηνική σιιτική Ιρακινή Εθνική Συμμαχία, που βγήκε πρώτο κόμμα σε 3 επαρχίες και η Κουρδική Συμμαχία των Ταλαμπανί – Τσαλαμπί που έχει το προβάδισμα στις υπόλοιπες 3. Ο κομματικός κατακερματισμός της πολιτικής ζωής του Ιράκ προοιωνίζεται πως η επόμενη κυβέρνηση, μπορεί να έχει πρωθυπουργό ξανά τον Μαλίκι, θα είναι ωστόσο πολυκομματική κυβέρνηση συμμαχίας που θα αργήσει μάλιστα να προκύψει, λόγω του χρόνου που θα απαιτηθεί για διμερείς επαφές και συνεννοήσεις με μοναδικό επίδικο την κάλυψη του επικίνδυνου για τις ΗΠΑ κενού που αφήνει πίσω της η αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων, η οποία θα ολοκληρωθεί κατά τη διάρκεια της θητείας της.

Πεδίο βολής η Υεμένη (περ. Διπλωματία, Ιανουάριος 2010)

  • ΟΙ ΗΠΑ ΕΠΟΦΘΑΛΜΙΟΥΝ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗ
  • ΣΙΙΤΕΣ ΚΑΙ ΙΡΑΝ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΣΑΟΥΔΑΡΑΒΕΣ 

Μόνο ως ανέκδοτο ακούγεται πια ο χαρακτηρισμός Ευδαίμονα Αραβία που χρησιμοποιούταν από τους αρχαίους χρόνους για να περιγραφεί η Υεμένη, σε αντίθεση με την βορειότερη χέρσα Αραβία τη σημερινή σαουδαραβική, λόγω των συνεχών εμφύλιων πολέμων και των ξένων επεμβάσεων.

Σημείο τομής αποτελούν πλέον για την πολιτική ζωή στην Υεμένη τα Χριστούγεννα του 2009 όταν η αποτυχημένη βομβιστική επίθεση του 23χρονου Νιγηριανού στο αεροπλάνο της Delta την έφερε στο προσκήνιο, ως «νέο και απειλητικό θύλακα της διεθνούς τρομοκρατίας», όπως χαρακτηρίστηκε από την Ουάσινγκτον. Τις αμέσως επόμενες μέρες δεν έλειψαν και φωνές που προανήγγειλαν μια νέα στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ, όπως για παράδειγμα ζητούσε το σημείωμα της σύνταξης των New York Times (που εκφράζει μάλιστα το προοδευτικό, παραδοσιακά λιγότερο πολεμοχαρές κατεστημένο της ανατολικής ακτής) στις 2-3 Ιανουαρίου με τίτλο, «Τώρα η Υεμένη»! Παρότι δεν άργησαν να κυριαρχήσουν πιο μετριοπαθείς στάσεις όπως έδειξε η διαβεβαίωση του αμερικανού προέδρου ότι δεν επίκειται στρατιωτική επέμβαση, το σίγουρο είναι ότι πως η Υεμένη με επίσημο τρόπο αποτελεί το πέμπτο μέτωπο των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας που ξεκίνησε ο Μπους και συνεχίζει ο Ομπάμα χωρίς διακοπή (και με την ώθηση μάλιστα του βραβείου Νομπέλ Ειρήνης) μετά το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Σομαλία.

Το ζητούμενο ωστόσο για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της στην περιοχή δεν είναι η αντιμετώπιση της Αλ Κάιντα της Αραβικής Χερσονήσου που έσπευσε να αναλάβει την ευθύνη της αποτυχημένης βομβιστικής επίθεσης. Τουλάχιστον δεν είναι μόνο, ούτε κυρίως αυτή. Το σημαντικότερο ζητούμενο για την Ουάσιγκτον είναι να εξασφαλίσει τον έλεγχο σε μια στρατηγικής σημασίας, λόγω της θέσης της, χώρα κι επίσης να αποτρέψει την επέκταση της επιρροής του Ιράν.

Όσοι παρακολουθούσαν στενά τις εξελίξεις τους τελευταίους μήνες στην Υεμένη ξαφνιάστηκαν από τα γεγονότα των Χριστουγέννων για έναν και μοναδικό λόγο. Επειδή η εστία της έντασης όλο το 2009 δεν ήταν η Αλ Κάιντα αλλά οι σιίτες. Ειδικότερα, από την άνοιξη του προηγούμενου χρόνου μέχρι τώρα βρίσκεται σε εξέλιξη στα βόρεια της χώρας μια εξέγερση της σιίτικης φυλής Χούθι, που καταγγέλλει την σουνιτική κυβέρνηση ότι προσπαθεί να εξαφανίσει τις ιδιαίτερες πολιτιστικές, θρησκευτικές και γλωσσικές παραδόσεις της. Οι σιίτες Χούθι αποτελούν το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού της Υεμένης και ξεσηκώθηκαν εναντίον της κυβέρνησης πρώτη φορά το 2004. Οι συγκρούσεις τους με την κυβέρνηση κορυφώθηκαν τον Νοέμβριο όταν η πολεμική αεροπορία της Σαουδικής Αραβίας παραβίασε τα σύνορα της Υεμένης και βοηθώντας τα στρατεύματα της χώρας επιτέθηκε με ασυνήθιστη σφοδρότητα στους σιίτες αντάρτες. Να αναφερθεί πως στα πορώδη σύνορα των δύο χωρών μήκους 1.800 χιλιομέτρων η Σαουδική Αραβία κατασκευάζει έναν υψηλής τεχνολογίας μηχανισμό ελέγχου για να ελέγξει την μετανάστευση που τις περιόδους αιχμής φθάνει ακόμη και τα 2.000 με 3.000 άτομα την ημέρα.

Τον Νοέμβρη λοιπόν, για πρώτη φορά αποκαλύφθηκε ο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων που διεξάγεται στην κακότυχη, λόγω της σπάνιας θέσης της κι όχι ευδαίμονος Αραβίας. Το Ριάντ επικαλέστηκε δολοφονική επίθεση των ανταρτών Χούθι εντός των συνόρων του με θύμα σαουδάραβα στρατιώτη για να δικαιολογήσει την επίθεσή του, που πολύ σύντομα προκάλεσε ανθρωπιστική κρίση, καθώς χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για να γλιτώσουν. Η βαρβαρότητα των σαουδαραβικών βομβαρδισμών οδήγησε την Τεχεράνη που λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας όλων των σιιτών της Μέσης Ανατολής πολύ γρήγορα να στραφεί εναντίον του Ριάντ. Για «κρατική τρομοκρατία» κατηγόρησε τη Σαουδική Αραβία ο αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ιράν. «Αυτοί που ρίχνουν λάδι στη φωτιά πρέπει να ξέρουν ότι δεν θα γλιτώσουν από τους καπνούς που απλώνονται» ανάφερε η δήλωση του ιρανού υπουργού Εξωτερικών, Μανουσέρ Μοτάκι, ο οποίος απευθυνόμενος στην κυβέρνηση της Υεμένης προσφέρθηκε να μεσολαβήσει για να εξομαλυνθεί η κατάσταση. Πρόταση που φυσικά έπεσε στο κενό.

Η πραγματικότητα επομένως είναι πως η ανάμιξη της Σαουδαραβίας έδωσε νέα και ανώτερη, περιφερειακή διάσταση στη σύγκρουση μεταξύ σιιτών και σουνιτών στην Υεμένη, βγάζοντάς την έξω από τα σύνορα της χώρας. Το Ριάντ επιτέθηκε με τόση μεγάλη βιαιότητα κατά των Χούθι, γιατί αντιμετώπισε τους σιίτες της Υεμένης σαν το μακρύ χέρι της Τεχεράνης. Επεδίωξε λοιπόν να το κόψει για να αποτρέψει τον κίνδυνο δημιουργίας ενός σιιτικού θύλακα που θα θέσει σε αμφισβήτηση την εθνική ακεραιότητα της Υεμένης (ενδεχόμενο όχι και τόσο ακραίο) όπως ακριβώς έχει συμβεί στον Λίβανο με την εδραίωση της Χεζμπολάχ στο νότιο τμήμα της χώρας, απ’ όπου μπορεί να ασκεί τη δική της αμυντική και κατ’ επέκταση εξωτερική πολιτική.

Στην Υεμένη επομένως μεταφέρθηκε ο διπλωματικός ανταγωνισμός Ριάντ – Τεχεράνης για την άσκηση επιρροής στον αραβικό κόσμο, δεδομένου ότι η κάθε μια χώρα διεξάγει μια μάχη ζωής. Η οικογένεια των Σαούντ γιατί ξέρει πως η διπλωματική γραμμή της στην πράξη έχει συντριβεί. Πρεσβεύοντας τη τακτική των ειρηνικών διαπραγματεύσεων και της συνδιαλλαγής με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ χρεώνεται την αποτυχία επίλυσης του παλαιστινιακού και την ταπείνωση των Αράβων, που συνεχίζεται κι επί Ομπάμα, παρά τις περί του αντιθέτου ελπίδες που αρχικά δημιουργήθηκαν. Η ισλαμική δημοκρατία από την άλλη μπορεί να νιώθει δικαιωμένη εκφράζοντας την ανυποχώρητη γραμμή της σύγκρουσης, για να ξεπεράσει όμως τις αρνητικές συνέπειες του εμπάργκο επιδίδεται σε έναν συνεχή αγώνα διεύρυνσης της επιρροής της που φθάνει μέχρι και τη Λατινική Αμερική, την οποία επισκέφθηκε πρόσφατα ο Αχμαντινετζάντ όπου συναντήθηκε με τους προέδρους της Βραζιλίας, της Βολιβίας και της Βενεζουέλας, Λούλα, Μοράλες και Τσάβες. Η γειτονική Υεμένη θα έμενε απ’ έξω; Περιττό δε να πούμε πως η επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη έγινε με την έγκριση αν όχι με την ενθάρρυνση των ΗΠΑ καθώς μοιράζονται τα ίδια εχθρικά συναισθήματα απέναντι στο Ιράν.

Οι ΗΠΑ άλλωστε όλο το προηγούμενο διάστημα δεν έκρυψαν τις αλλεπάλληλες στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξήγαγαν στην Υεμένη εναντίον της Αλ Κάιντα. Πιο πρόσφατα ήταν οι βομβαρδισμοί με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στις 17 και 24 Δεκέμβρη, που προκάλεσαν το θάνατο δεκάδων ατόμων. Κι οι ΗΠΑ άλλωστε μετρούν πολλά θύματα στην Υεμένη. Από τον Οκτώβριο του 2000 όταν χτυπήθηκε στον Κόλπο του Άντεν το USS Cole με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 17 Αμερικανοί, μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2008 που στόχος έγινε η ίδια τους η πρεσβεία στην πρωτεύουσα της Υεμένης Σάνα, όπου έχασαν τη ζωή τους 16 άτομα, οι Αμερικανοί αποτελούν κόκκινο πανί στην Υεμένη που είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του Μπιν Λάντεν. Η απροθυμία του αμερικανικού Πενταγώνου παρόλα αυτά να διατάξει χερσαία στρατιωτική επίθεση ερμηνεύεται από το γεγονός ότι στην Υεμένη ζουν περισσότεροι από 20.000 βετεράνοι του πολέμου στο Αφγανιστάν (κατά της Ρωσίας), στη Βοσνία και την Τσετσενία. Επίσης όλοι σχεδόν οι κάτοικοι έχουν όπλα. Θα υφίσταντο επομένως τρομακτικές απώλειες, ενώ όλη η Υεμένη θα στρατολογούταν στην Αλ Κάιντα. Φαίνεται όμως έτσι πως οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία έρχονται μέσω της Υεμένης αντιμέτωποι με τις συνέπειες της δικής τους βρόμικης, υπονομευτικής πολιτικής, όταν η Υεμένη αποτελούσε πηγή στρατολόγησης γενίτσαρων στον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης, της Σερβίας και της Ρωσίας τις δεκαετίες του ’80 και του ’90.

«Η Σαουδική Αραβία πολέμησε κάθε –ισμό που επιδίωξε να επικρατήσει στη Μέση Ανατολή, περιλαμβανομένου του παναραβισμού του Νάσερ, του κομμουνισμού και του σύγχρονου Ισλαμισμού των Αδελφών Μουσουλμάνων και της Χαμάς. Τα εργαλεία στα οποία στηρίχθηκε ήταν το χρήμα από το πετρέλαιο και το ουαχαμπίτικο Ισλάμ. Κατά τη διάρκεια του 1980 η Σαουδική Αραβία δαπάνησε περισσότερα από 75 δισ. δολ. για να προπαγανδίζει το ουχαμπίτικο δόγμα, να ιδρύει σχολεία και τεμένη σε όλο τον ισλαμικό κόσμο. Μεγάλο μέρος αυτών των πόρων κρατήθηκαν για την πίσω αυλή της, την Υεμένη. Η Σαουδική Αραβία διατήρησε στην Υεμένη ένα ισχυρό ουαχαμπίτικο ρεύμα που ήταν ιδεολογικά και πολιτικά πιστό στη βασιλική οικογένεια των Σαούντ. Επιπλέον ο πρόεδρος της Υεμένης, Αλί Αμντουλάχ Σαλέχ, χρησιμοποίησε τον εισαγόμενο ουαχαμπισμό για να νικήσει τους εγχώριους αντιπάλους του – πρώτα τους κομμουνιστές κι έπειτα τους Χούθι – παρότι κι ο ίδιος ήταν σιίτης», έγραφε η βρετανική εφημερίδα Guardian Weekly στις 27 Νοέμβρη. Οι ανηλεείς επιθέσεις επομένως που δέχονται από την Αλ Κάιντα η οποία δρα στο εσωτερικό της Υεμένης οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία είναι αποτέλεσμα της δικής τους πολιτικής! Παρόλα αυτά αξιοποιούνται έτσι ώστε οι ΗΠΑ να πατήσουν για τα καλά πόδι στη χώρα και να μπορέσουν να δρέψουν όλα τα πλεονεκτήματα που εξασφαλίζει η σπάνια στρατηγική της θέση: πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ, στον Κόλπο του Άντεν και τον Ινδικό Ωκεανό, στη Σομαλία και το Κέρας της Αφρικής. Πλεονεκτήματα που όλο το προηγούμενο διάστημα δεν γεύονταν πλήρως όπως φάνηκε και το 1991 με τον πρώτο Πόλεμο στον Κόλπο όταν η Υεμένη τάχθηκε με τον Σαντάμ Χουσεΐν κι αρνήθηκε να πολεμήσει υπό την αστερόεσσα όπως έκαναν οι Σαουδάραβες, οι Αιγύπτιοι και πολλά ακόμη αραβικά κράτη. Την στάση της τότε η Υεμένη την πλήρωσε ακριβά καθώς κόπηκε απότομα η οικονομική βοήθεια που λάβαινε και 1 εκ. πολίτες της Υεμένης απελάθηκαν από τα κράτη του Περσικού Κόλπου.

Με το πέρασμα του χρόνου ωστόσο η Υεμένη προσαρμόστηκε στη Νέα Τάξη. Κι ανταμείφθηκε γενναία γι αυτό. Από 4,3 εκ. δολ. που ήταν η αμερικανική βοήθεια το 2006, ένα χρόνο μετά το 2007 εκτινάχθηκε σε 26 εκ. και το 2009 έφθασε τα 67 εκ. δολάρια. Τον επόμενο ενάμισι χρόνο επίσης η κυβέρνηση της Υεμένης θα εισπράξει 70 εκ. δολ. Το κράτος της όμως συνέχισε να χαρακτηρίζεται εύθραυστο, στην καλύτερη, και αποτυχημένο, στην χειρότερη περίπτωση. Οι νέες επιθέσεις που θα δεχτεί η Υεμένη από τις ΗΠΑ με απώτερο στόχο να ξεριζώσουν τους θύλακες της Αλ Κάιντα ενδέχεται να οξύνουν ακόμη περισσότερο το πρόβλημα. Η κυβέρνηση της Υεμένης, με πρόεδρο τα τελευταία 31 χρόνια τον Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ, δεν ασκεί καμιά εξουσία έξω από την πρωτεύουσα όπου η διοίκηση έχει ανατεθεί στους τοπικούς φύλαρχους, όπου συνεχίζεται αδιατάρακτη μια παράδοση αιώνων. Ο εύθραυστος χαρακτήρας της εθνικής συνοχής επιβεβαιώνεται επίσης κι από το πρόσφατο, ταραχώδες παρελθόν της Υεμένης: Η χώρα έπαψε να είναι διαιρεμένη σε Βόρεια και Νότια μόλις το 1990. Έκτοτε οι εμφύλιοι πόλεμοι, ο πρώτος εκ των οποίων ξεκίνησε το 1994, αποδείχθηκαν ενδημικό φαινόμενο. Και πριν από την ενοποίηση, τη δεκαετία του ’70, δύο φορές πολέμησαν μεταξύ τους η Βόρεια κι η Νότια Υεμένη. Κατά συνέπεια δεν υφίσταται ούτε το ελάχιστο αίσθημα εθνικής ενότητας. Κάτι που εξηγεί το φόβο Αμερικανών και Σαουδαράβων για τη δημιουργία ενός σιίτικου κρατιδίου στα βόρεια τη Υεμένης όπου κατοικούν οι Σιίτες. Το οποίο μάλιστα στη συνέχεια θα ενθάρρυνε τους σιίτες που ζουν και στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας να διεκδικήσουν την απόσχισή τους!

Τα χειρότερα για την Υεμένη ωστόσο είναι μπροστά της λόγω του ότι το κοινωνικό ζήτημα με το πέρασμα του χρόνου αποκτά εκρηκτικές διαστάσεις. Ήδη με το 45% από τα 23 εκ. του πληθυσμού της να ζει με λιγότερα από 2 δολ. την ημέρα και τα μισά παιδιά της να υποφέρουν από χρόνιο υποσιτισμό η Υεμένη είναι η φτωχότερη χώρα της Μέσης Ανατολής. Το πρόβλημα οξύνεται λόγω της συνεχούς συρρίκνωσης των εσόδων από το πετρέλαιο τα οποία το 2017 θα εκμηδενιστούν, της παρατεταμένης λειψυδρίας που πλήττει τη χώρα, των πολύ υψηλών ποσοστών γεννήσεων που μέχρι το 2035 αναμένεται να οδηγήσουν τον πληθυσμό της σε διπλασιασμό (σήμερα οι μισοί της κάτοικοι είναι κάτω των 15 χρόνων) και του εθισμού πολλών εκατομμυρίων κατοίκων της (λέγεται πως είναι ακόμη κι οι μισοί) στο εγχώριο ναρκωτικό κατ!

Το τελευταίο λοιπόν που έλειπε στην Υεμένη ήταν να μετατραπεί σε πεδίο βολής των Αμερικανών και της Σαουδικής Αραβίας.