Υεμένη: μια γενοκτονία σε αργή κίνηση

Θα αποδοθούν ποτέ ευθύνες για τη γενοκτονία που συντελείται επί διετίας σχεδόν στην Υεμένη; Κι αν ναι, πότε; Όταν οι νεκροί θα έχουν φτάσει το 1 εκατομμύριο;

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Οργή προκαλεί η αδιαφορία και η ανοχή που επιδεικνύει η διεθνής κοινότητα απέναντι στα διαρκή εγκλήματα πολέμου που προκαλεί η Σαουδική Αραβία, το πλουσιότερο κράτος του αραβικού κόσμου, στη γειτονική της Υεμένη, που είναι το φτωχότερο κράτος της περιοχής με όποιο κριτήριο κι αν χρησιμοποιηθεί. Η σταγόνα της σαουδαραβικής βαρβαρότητας που ξεχείλισε το ποτήρι είναι η χολέρα που αποδεκατίζει τον ήδη εξουθενωμένο πληθυσμό. Με βάση στοιχεία του ΟΗΕ, η επιδημία χολέρας στην Υεμένη έχει πλήξει 300.000 άτομα, έχει οδηγήσει στο θάνατο 1.500 και κάθε μέρα εξαπλώνεται σε 5.000 επιπλέον ανθρώπους. Πριν ξεσπάσει η χολέρα, που σύμφωνα με τη Unicef οδηγεί στο θάνατο 1 παιδί κάθε 10 λεπτά, η Υεμένη βρισκόταν σε μια παρατεταμένη ανθρωπιστική κρίση καθώς σε έναν πληθυσμό 26 εκ., 20 εκ. άτομα με δυσκολία εξασφάλιζαν τη διατροφή τους, 15 εκ. άτομα είχαν αποκοπεί από κάθε πρόσβαση σε ιατρική φροντίδα, 3,2 εκ. είχαν εγκαταλείψει τη χώρα, 2 εκ. παιδιά αδυνατούσαν να παρακολουθήσουν το σχολείο και 13.000 άτομα τουλάχιστον είχαν πέσει νεκρά από τους ανηλεείς βομβαρδισμούς της Σαουδικής Αραβίας.

Για να γίνει αντιληπτή η κτηνώδης βία που εξαπολύει το Ριάντ εναντίον της Υεμένης, αρκεί να αναφερθούν τρεις χαρακτηριστικές επιθέσεις εναντίον του ντόπιου πληθυσμού. Τον Οκτώβριο του 2016 διπλός βομβαρδισμός νεκρικής πομπής, με τον δεύτερο να ακολουθεί τον πρώτο λίγη ώρα αργότερα ανεβάζοντας τα εγκλήματα πολέμου σε νέα επίπεδα, οδήγησε στο θάνατο 114 άτομα. Τον Μάρτιο βομβαρδισμός βάρκας στην οποία επέβαιναν 40 Σομαλοί πρόσφυγες οι οποίοι επέστρεφαν έντρομοι στην πατρίδα τους, για να βρουν ασφάλεια, οδήγησε στο θάνατο 40 ατόμων, ενώ 6 άτομα σκοτώθηκαν όταν τα σαουδαραβικά πολεμικά αεροπλάνα βομβάρδισαν στα βόρεια της χώρας στα σύνορα με τη Σαουδική Αραβία τοπική αγορά που έσφυζε εκείνη την ώρα από κόσμο.

Στην Υεμένη, όλα ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 2015 όταν οι σαουδάραβες (χωρίς καν να απευθυνθούν στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για να εξασφαλίσουν την έγκριση ή ένα ψήφισμά του προφασιζόμενοι κάποιο λόγο, όπως έκανε για παράδειγμα ο Κλίντον με το Κόσσοβο το 1999) άρχισαν να βομβαρδίζουν την Υεμένη. Ταυτόχρονα, εφάρμοσαν μια πολιτική αποκλεισμού της από θάλασσα και αέρα, που οδήγησε στην πείνα, το θάνατο και τις αρρώστιες, όπως περίπου έκαναν και στα χρόνια του Μεσαίωνα στην Ευρώπη οι επιτιθέμενοι, τιμωρώντας επί της ουσίας με την πολιορκία τον ίδιο τον πληθυσμό. Για τη μεγαλύτερη σε έκταση πετρομοναρχία της Μέσης Ανατολής σα να μην έχει περάσει μια μέρα από τότε…

Η αιτία που επικαλούταν το Ριάντ για τον αποκλεισμό της Υεμένης σχετίζεται με τη δυνατότητα ανεφοδιασμού από το Ιράν των σιιτών ανταρτών Χούτι που ανέτρεψαν τη σουνίτικη κυβέρνηση και κατέλαβαν το Σεπτέμβριο του 2014 την πρωτεύουσα Σάανα, η οποία είναι μια από τις ομορφότερες και γραφικότερες πόλεις της Μέσης Ανατολής.

Το μένος του οίκου των Σαούντ εναντίον της Υεμένης εξηγείται τόσο για γεωπολιτικούς όσο και για καθαρά οικονομικούς λόγους.

Τα κοιτάσματα της Υεμένης από μόνα τους δεν είναι σημαντικά. Τα πετρελαϊκά εκτιμώνται σε 3 δισ. βαρέλια, κατατάσσοντας τη χώρα στην 29η θέση παγκοσμίως, όταν η Σαουδική Αραβία βρίσκεται στη 2η. Ενώ τα κοιτάσματα φυσικού αερίου εκτιμώνται σε 478 δισ. τοποθετώντας τη χώρα στην 33η θέση της παγκόσμιας κατάταξης. Η ιδιομορφία τους ωστόσο είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται στα βόρεια της χώρας, εκεί δηλαδή που είναι εγκατεστημένοι και οι Σιίτες, που κατ’ επανάληψη έχουν καταγγείλει τη γαλλική πετρελαϊκή εταιρεία Total ότι κλέβει ακόμη και το 63% των κοιτασμάτων της χώρας με τη βοήθεια των Σαουδαράβων. Μια Υεμένη πολιτικά ελεγχόμενη από τους Σιίτες γιατί να συνεχίσει να ανέχεται τη σιωπηρή οικονομική εισβολή των Σαουδαράβων;

Εξ ίσου σημαντικές ωστόσο είναι και οι γεωστρατηγικές διακυβεύσεις για το Ριάντ. Όπως φάνηκε και με την πρόσφατη κρίση που προκάλεσε η Σαουδική Αραβία με το Κατάρ, όπου το απώτερο διακύβευμα ήταν να στείλει μήνυμα στο Ιράν πλήττοντας ένα στενό του σύμμαχο, στόχος των οίκων των Σαούντ είναι να αποτελέσουν την αδιαμφισβήτητη ηγεμονική δύναμη στην περιοχή. Αυτός ο στόχος πρόσφατα έχει δεχθεί δύο σοβαρά πλήγματα. Το πρώτο ήταν στη Συρία, καθώς ο Άσαντ αν και πιο άπειρος αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρός από τον Καντάφι για να πεθάνει ή να μην ενεργοποιήσει τα διεθνή του ερείσματα μετατρέποντας τον αγώνα επιβίωσής του σε ένα μίνι παγκόσμιο πόλεμο που διεξήχθη ενίοτε κι όχι πάντα δια αντιπροσώπων στα συριακά εδάφη. Η ήττα των εγκληματικών μισθοφορικών συμμοριών του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία, με την αναντικατάστατη βοήθεια της Ρωσίας, αποτέλεσε πλήγμα για τη Σαουδική Αραβία που έχει ενδύσει τα σχέδια κυριαρχίας της με θρησκευτικά σουνίτικα χρώματα. Ο σουδαραβικός μικρο-ιμπεριαλισμός δέχτηκε το δεύτερο πλήγμα στη Μοσούλη που στις 9 Ιουλίου πέρασε οριστικά υπό τον έλεγχο της Βαγδάτης μετά από σκληρές μάχες με το Ισλαμικό κράτος που διήρκεσαν σχεδόν 10 μήνες. Σε αυτό το πλαίσιο των αρνητικών εξελίξεων η Υεμένη αποτελεί εύκολο στόχο για τη Σαουδική Αραβία και το τελευταίο σωσίβιο διάσωσης των επεκτατικών της σχεδίων.

Τη σοβαρότερη ευθύνη ωστόσο για τα αλλεπάλληλα εγκλήματα πολέμου της Σαουδικής Αραβίας εναντίον της Υεμένης, με αποκορύφωμα την υπό εξέλιξη επιδημία χολέρας που χαρακτηρίστηκε από τα Ηνωμένα Έθνη ως η μεγαλύτερη επιδημία που υφίσταται αυτή τη στιγμή, τη φέρουν οι ΗΠΑ και η Αγγλία, που σφυρίζουν αδιάφορα. Η ανοχή τους δεν είναι καθόλου τυχαία. Επί 8ετίας Μπαράκ Ομπάμα από τα 200 δισ. δολ. εξαγωγών όπλων που πραγματοποίησαν οι ΗΠΑ τα μισά, δηλαδή 100 δισ. δολ., ήταν οι εξαγωγές μόνο στη Σαουδική Αραβία. Ο Τραμπ επομένως δεν ήταν ο πρώτος αμερικανός πρόεδρος που υπέγραψε χρυσά συμβόλαια με το Ριάντ, αξίας 110 δισ. Απλώς ο Τραμπ το …τερμάτισε. Χρυσά συμβόλαια ύψους 3,3 δισ. λιρών έχει υπογράψει πρόσφατα και η Αγγλία με τους σαουδάραβες. Γι’ αυτό το λόγο όλοι σωπαίνουν! Το Ριάντ από τη μεριά του εξαγοράζει τη σιωπή τη Δύσης. Μπουκώνει τους Αγγλο-αμερικάνους με δισεκατομμύρια και μαζί με τα αεροπλάνα και τα ελικόπτερα που παραλαμβάνει, απολαμβάνει και την ανοχή τους. Κι ας εισπράττουν και οι ίδιες οι δυτικές κοινωνίες τις αιματηρές συνέπειες από την πολύπλευρη στήριξη του Ριάντ στην τρομοκρατία. Η σχεδόν ομόφωνη έγκριση από το αμερικανικό Κογκρέσο του δικαιώματος των θυμάτων της 11ης Σεπτεμβρίου να στραφούν δικαστικά εναντίον της σαουδαραβικής κυβέρνησης είναι ενδεικτική για το πόσο ψηλά φθάνουν οι ευθύνες στην υπόθαλψη της τρομοκρατίας, όταν μιλούμε για τη Σαουδική Αραβία.

Πηγή: Επίκαιρα, 17 Ιουλίου 2017

Σαουδική Αραβία: ο προβοκάτορας της Μέσης Ανατολής

sarabiaΦωτιά στην πιο ήσυχη, σχετικά πάντα, γωνιά της Μέσης Ανατολής απειλεί να βάλει η Σαουδική Αραβία μετά τον αποκεφαλισμό το προηγούμενο Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016 τεσσάρων Σιιτών κληρικών, μεταξύ των οποίων κι ο Νιμρ αλ Νιμρ, σημαίνουσα μορφή του Σιτικού κινήματος στη Σαουδική Αραβία.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Ο Σιίτης κληρικός καταδικάστηκε κατηγορούμενος για τρομοκρατία στην εσχάτη των ποινών για τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στα ανατολικά της χώρας, όπου κατοικεί το 10% των Σιιτών κι όπου βρίσκονται τα σημαντικότερα ενεργειακά αποθέματα, οι οποίες συγκλόνισαν το βασίλειο των Σαούντ το 2011, στα απόνερα της αραβικής άνοιξης. Να σημειωθεί πως όλα τα ρεπορτάζ του διεθνούς Τύπου περιγράφουν τον αποκεφαλισθέντα Σιίτη ως αμετακίνητο στις απόψεις του μεν, ωστόσο μετριοπαθή!

Η έφοδος αγανακτισμένων Ιρανών και ο εμπρησμός που ακολούθησε στην πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας στην Τεχεράνη έδωσαν την αφορμή στο Ριάντ να κλιμακώσει περαιτέρω τη στάση του διακόπτοντας τις διπλωματικές σχέσεις με το Ιράν. Στα χνάρια του βασιλείου των Σαούντ, το Σουδάν απέλασε τον ιρανό διπλωμάτη και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ζήτησαν από την Τεχεράνη να μειώσει τον αριθμό της διπλωματικής της αποστολής, σε μια προσπάθεια υποβάθμισης των διπλωματικών τους σχέσεων. Έτσι, με μια καλά υπολογισμένη κίνηση το Ιράν βρέθηκε στη θέση του απολογούμενου, εμφανιζόμενο ως δύναμη αποσταθεροποίησης κι η Σαουδική Αραβία από θύτης εμφανίζεται ως θύμα!

Με βάση όλες τις ενδείξεις δύο είναι οι σημαντικότερες αιτίες που οδήγησαν τη Σαουδική Αραβία συνειδητά και προσχεδιασμένα να ρίξει το αναμμένο σπίρτο στην πυριτιδαποθήκη του Κόλπου. Η μία είναι εσωτερική κι η άλλη εξωτερική.

Εμπόδια στην επιστροφή του Ιράν

Η σημαντικότερη αιτία σχετίζεται με τις ραγδαίες αλλαγές που κυοφορούνται στην ευρύτερη περιοχή και συγκεκριμένα την επάνοδο του Ιράν στη διεθνή πολιτική με τον τερματισμό της δεκαετούς, τουλάχιστον απομόνωσής του. Τις πρώτες εβδομάδες του νέου έτους αναμένεται ολοκληρωθεί η εφαρμογή της συμφωνίας που υπέγραψε η Τεχεράνη στις 14 Ιουλίου 2015, με τον πρωταγωνιστικό ρόλο να ανήκει στον ενδοτικό πρόεδρο Χασάν Ρουχανί, που εξελέγη το 2013. Στην άλλη μεριά του τραπεζιού κάθονταν οι διπλωματικές αντιπροσωπείες έξι χωρών: ΗΠΑ, Ρωσίας, Γαλλίας, Κίνας, Αγγλίας και Γερμανίας. Ήταν δε η πρώτη φορά που κάθισαν στο ίδιο τραπέζι οι διπλωματικές αντιπροσωπείες ΗΠΑ και Ιράν, σηματοδοτώντας το σταδιακό τερματισμό των εχθρικών σχέσεων των δύο χωρών. Δηλωτικές επίσης της αλλαγής του κλίματος μεταξύ των δύο χωρών ήταν κι οι ανακοινώσεις του Ομπάμα βάσει των οποίων θα έθετε βέτο σε οποιαδήποτε προσπάθεια των Ρεπουμπλικανών να ακυρώσουν με νομοθετική τους παρέμβαση την εφαρμογή της συμφωνίας.

Οι σημαντικότεροι ωστόσο πολέμιοι της συμφωνίας με την Τεχεράνη, που υπεγράφη μετά από συνεχείς διαπραγματεύσεις δύο ετών και προβλέπει την ακύρωση του πυρηνικού της προγράμματος ακόμη και την αποστολή επιθεωρητών που θα επιτηρούν τα εργαστήρια ακόμη κι όσα βρίσκονται σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ήταν στην Μέση Ανατολή. Ειδικότερα η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ που πλέον θα χάσουν τουλάχιστον μέρος της αξίας χρήσης τους για τις ΗΠΑ, από τη στιγμή που το «απόλυτο κακό» που αντιπροσώπευε το Ιράν αποδεικνύεται πλέον, εγγράφως, πως είναι απόλυτα χειρίσιμο και ελέγξιμο απ’ όσους έχουν αναλάβει το ρόλο του διεθνούς χωροφύλακα. Αυτή ακριβώς την εικόνα θέλησε να ανασκευάσει και να ανατρέψει το Ριάντ προχωρώντας στον αποκεφαλισμό του Σιίτη κληρικού, που σηματοδοτεί την απόλυτη προβοκάτσια στη Μέση Ανατολή. «Αν πιστεύετε ότι ο μετριοπαθής Σιιτισμός έχει πλέον το πάνω χέρι στο Ιράν, ξεχάστε το» φάνηκε να διαμηνύει το Ριάντ σε όλο τον κόσμο..

Η αλήθεια μάλιστα είναι πως στην πράξη η σαουδαραβική προβοκάτσια παρεμβαίνει αποτελεσματικότατα στη διαμάχη μεταξύ των ενδοτικών και των μαχητικών πτερύγων του ισλαμικού καθεστώτος που δεν επιθυμούν την επιστροφή του Ιράν στη διεθνή κονίστρα υπ’ αυτούς τους όρους, δηλαδή το συμβιβασμό. Γίνεται αυτό μάλιστα λόγω της πολύ κρίσιμης πολιτικής συγκυρίας που διανύει το Ιράν, εν όψει των κοινοβουλευτικών εκλογών της 26ης Φεβρουαρίου 2016. Οι συγκεκριμένες εκλογές έχουν ξεχωριστή σημασία γιατί θα αναδείξουν τη σύνθεση όχι μόνο της βουλής αλλά και της συνέλευσης των ειδικών που αποφασίζει για τον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη τα επόμενα χρόνια. Δεδομένου δε ότι ο τωρινός ηγέτης είναι 76 ετών θεωρείται πιθανό πως αυτό το σώμα θα κρίνει ποιος θα είναι ο διάδοχος του Αλί Χαμενεΐ. Σε αυτό το πλαίσιο, η επίθεση που δέχεται από το σουνίτικο καθεστώς των Σαούντ η σιιτική πτέρυγα του Ισλάμ ενισχύει τις πιο αδιάλλακτες πτέρυγες του ιρανικού καθεστώτος, μιας και ο αποκεφαλισμός του Νιμρ αλ Νιμρ φαίνεται ως το τίμημα των διαπραγματεύσεων και της εξομάλυνσης των σχέσεων του Ιράν με τη διεθνή κοινότητα. Το ζητούμενο, συμπερασματικά, από τη μεριά του σαουδαραβικού βασιλείου είναι η διαιώνιση του μέχρι πρότινος στάτους που, χώρια των προαναφερθέντων, ακυρώνει τα μεγαλεπήβολα σχέδια οικονομικής διείσδυσης στο Ιράν των δυτικών πετρελαϊκών εταιρειών οι οποίες θα επιχειρήσουν να εκμεταλλευτούν τα αφάνταστα χαμηλό κόστος εξόρυξης στο Ιράν, το οποίο δεν υπερβαίνει τα 10 δολάρια το βαρέλι. Με βάση μάλιστα δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου, το υπουργείο Πετρελαίου του Ιράν, στο οποίο ανήκουν κι οι τέσσερις εταιρείες που ελέγχουν όλες τις εκμεταλλεύσεις, έχει έτοιμα για εκμετάλλευση 50 σχέδια που αναζητούν επενδυτές! Η συμφωνία επίσης θα ξεπαγώσει περιουσιακά στοιχεία του Ιράν ύψους 100 δισ. δολ. Πρόκειται για μια προοπτική που θα περιορίσει την λάμψη της Σαουδικής Αραβίας. Γιατί να την αφήσει να συμβεί;

Λιτότητα στο εσωτερικό

Η τεχνητή κρίση στο εξωτερικό ήταν για το Ριάντ κι ένας εύσχημος τρόπος για να διαχειριστεί την οικονομική κρίση που σοβεί στο εσωτερικό λόγω της πτώσης της τιμής του πετρελαίου, που έχει οδηγήσει σε ναυάγιο τον κρατικό προϋπολογισμό του. Ενδεικτικά, μόνο το δημοσιονομικό του έλλειμμα για το 2015 ανήλθε στο αστρονομικό ποσό των 98 δισ. δολ. ή 15% του ΑΕΠ (όταν το 2012 είχε πλεόνασμα ύψους 12% του ΑΕΠ). Το χειρότερο ωστόσο είναι πως, στη βάση προβλέψεων που αποκλείουν μια ταχεία επιστροφή της τιμής του πετρελαίου στα προηγούμενα ύψη, ο νέος προϋπολογισμός ισοδυναμεί με θεραπεία σοκ, καθώς για πρώτη φορά προβλέπει μειώσεις δημοσίων δαπανών ύψους 10%, αυξήσεις στα τιμολόγια ηλεκτρικού για τους μεγάλους καταναλωτές, άνοδο της τιμής των καυσίμων και ιδιωτικοποιήσεις σε μια προσπάθεια να μειωθούν σημαντικά οι κρατικές επιδοτήσεις στην ενέργεια που ανέρχονταν στο 13% του ΑΕΠ. Συζητιέται ακόμη σε συνεργασία με τα γειτονικά καθεστώτα η εισαγωγή ΦΠΑ κι η αύξηση της φορολογίας στα είδη καπνού και τα αναψυκτικά. Η Σαουδική Αραβία ακόμη κι αν δεν υπήρχε έπρεπε να κατασκευάσει έναν εχθρό για να εξάψει τα θρησκευτικά πάθη και να στρέψει την προσοχή των πολιτών της πέραν των συνόρων, έτσι ώστε τα αντιλαϊκά μέτρα που για πρώτη σχεδόν φορά εφαρμόζει στο εσωτερικό της να περάσουν με τις μικρότερες δυνατές αντιδράσεις.

Ωστόσο, το εμπρηστικό σχέδιο της Σαουδικής Αραβίας όσο κι αν αποκλείει την πολεμική αναμέτρηση με το Ιράν, που είναι οι δύο υπερδυνάμεις της περιοχής, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα καταλήξει δεδομένου ότι ήδη η περιοχή είναι στο …κόκκινο, με τη Σαουδική Αραβία μάλιστα να φέρει τεράστια ευθύνη, λόγω της στήριξης που παρείχε στους τζιχαντιστές. Και τώρα ανάβει νέα φωτιά…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα, στις 8 Ιανουαρίου 2016

Συνεχείς προκλήσεις Ισραήλ κατά του Λιβάνου (Επίκαιρα 12-18/8/2010)

Κακός οιωνός για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ήταν το πολεμικό επεισόδιο που ξέσπασε στα σύνορα του Λιβάνου με το Ισραήλ την Τρίτη 3 Αυγούστου οδηγώντας στο θάνατο έναν ισραηλινό αντισυνταγματάρχη κι από τη μεριά του Λιβάνου δύο στρατιώτες κι ένα δημοσιογράφο. Η φονική ανταλλαγή πυρών που ξέσπασε με ευθύνη του Ισραήλ αποτέλεσε ένα ακόμη επεισόδιο σε μια μακρά αλυσίδα ανησυχητικών εξελίξεων που συμβαίνουν τις τελευταίες λίγες εβδομάδες τα οποία υπογραμμίζουν ότι μια νέα ανάφλεξη είναι προ των πυλών της Μέσης Ανατολής.

Το πυρ που διέταξαν οι λιβανέζικες ένοπλες δυνάμεις, με αφορμή την παραβίαση των συνόρων τους κατά την προσπάθεια των ισραηλινών να κόψουν κάποια δένδρα που περιόριζαν το οπτικό πεδίο στις κάμερες παρακολούθησης, αποτέλεσε κατ’ αρχήν έκπληξη. Όχι γιατί μια τέτοια απόφαση ήταν αδικαιολόγητη. Οι κυανόκρανοι του ΟΗΕ, που ερωτήθηκαν, απάντησαν στο Ισραήλ να περιμένει και να μην προχωρήσει στην κοπή των δένδρων που είχε ζητήσει σε ένα κατεχόμενο κομμάτι γης, το οποίο έχει αποσπάσει με τη βία από τον Λίβανο, σύμφωνα με δηλώσεις αξιωματούχων του ΟΗΕ. Ενώ, πριν εκτοξευθούν τα θανατηφόρα πυρά είχαν γίνει προειδοποιητικές βολές και οι σχετικές προειδοποιήσεις. Τα πυρά των λιβανέζων στρατιωτών επομένως ήταν δικαιολογημένα και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η πολιτική ηγεσία επικρότησε τη στάση του στρατού. Πολύ ενδεικτικά ο πρόεδρος της χώρας, Μισέλ Σουλεϊμάν δήλωσε ότι έδωσε οδηγίες στους αξιωματικούς «να αντιμετωπίσουν κάθε παραβίαση των εδαφών του Λιβάνου ή εναντίον του λαού και του στρατού μας χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα μέσα και με οποιαδήποτε θυσίες χρειασθούν». Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρωθυπουργός, Σάαντ Χαρίρι, που προχώρησε σε διεθνείς επαφές, σύμφωνα με την Wall Street Journal της επομένης, εξετάζοντας «τρόπους αντιμετώπισης της ισραηλινής επιθετικότητας».

Η έκπληξη προερχόταν από το γεγονός ότι για πρώτη φορά η υπόθεση της υπεράσπισης της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας του Λιβάνου γινόταν υπόθεση του εθνικού στρατού του! Από την αντίσταση ενάντια στην ισραηλινή κατοχή του νοτίου τμήματος της χώρας που έληξε νικηφόρα το 2000 με την ταπεινωτική αποχώρηση του ισραηλινού στρατού κατοχής, λόγω του τεράστιου κόστους που κατέβαλε, μέχρι τον πόλεμο των 34 ημερών το καλοκαίρι του 2006, η διαφύλαξη των συνόρων του Λιβάνου ανέκαθεν ήταν υπόθεση των σιιτών της Χεζμπολάχ και των συμμάχων της. Στον πόλεμο του 2006 ο εθνικός στρατός δεν είχε ρίξει ούτε μία σφαίρα!

Τώρα όμως οι όροι αντιστράφηκαν. Σε τέτοιο βαθμό ώστε κατά την προγραμματισμένη και επετειακή (με αφορμή την λήξη του πρόσφατου πολέμου) ομιλία του, που πραγματοποιήθηκε λίγες ώρες μετά το επεισόδιο στα σύνορα, ο ηγέτης της Χεζμπολάχ, σεΐχης Χασάν Νασράλα να δηλώσει ότι «η αντίσταση προστατεύει το στρατό κι ο στρατός την αντίσταση». Ο ηγέτης της Χεζμπολάχ δήλωσε επίσης ότι «οι άνδρες μας βρίσκονταν στο πεδίο της μάχης κατά μήκος των συνόρων αλλά είχαν διαταχθεί να δείξουν αυτοσυγκράτηση».

Μια πρώτη ερμηνεία για την προθυμία που έδειξε η πολιτική ελίτ του Λιβάνου να αναλάβει επιτέλους τις ευθύνες που της αναλογούν σχετίζεται με τον κίνδυνο που εκπροσωπεί η Χεζμπολάχ. Το συμπέρασμα από τον πόλεμο του 2006 και την αντίσταση στην κατοχή του νοτίου Λιβάνου είναι ότι η χώρα δεν πρόκειται να μείνει απροστάτευτη. Η Χεζμπολάχ κι άλλες ένοπλες σιτικές οργανώσεις έχουν τον εξοπλισμό και την εμπειρία να αποκρούσουν μια ισραηλινή επίθεση. Το αντίτιμο που πλήρωσε όμως το κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα του Λιβάνου ήταν η απογείωση του κύρους της σιιτικής οργάνωσης, που έπαψε να αποτελεί μια θρησκευτική σέχτα κι αίφνης μετατράπηκε σε δύναμη που εγγυάται την εδαφική κυριαρχία και την ενότητα της χώρας. Για να μην δει για άλλη μια φορά τα κύρος του να καταβυθίζεται επομένως προς όφελος της Χεζμπολάχ, ο πολιτικός κόσμος του Λιβάνου ανέλαβε να σηκώσει αυτή τη φορά το γάντι που πέταξαν οι Ισραηλινοί. Δεν είναι όμως μόνο αυτό.

Τα ίδια τα διακυβεύματα πλέουν έχουν γίνει πολύ περισσότερα. Έως πρόσφατα το Ισραήλ, που χαρακτηρίζεται εχθρικό κράτος στο σύνταγμα του Λιβάνου, έχει αποσπάσει με τη βία πολλές εκτάσεις από το Λίβανο κατά μήκος των κοινών τους συνόρων, τις οποίες επιχειρεί να ενσωματώσει στα δικά του γεωγραφικά σύνορα. Η επιθετικότητά του όμως πλέον ξεφεύγει από τα γήινα όρια κι επεκτείνεται στα χωρικά ύδατα. Αφορμή αποτέλεσε η ανακάλυψη ανοιχτά του Ισραήλ και του Λιβάνου ενός γιγαντιαίου κοιτάσματος φυσικού αερίου (Λεβιάθαν το χαρακτήριζαν οι Financial Times σε δημοσίευμά τους στις 17 – 18 Ιούλη) που περιλαμβάνει 16 τρισ. κυβικά πόδια αερίου. Η θαλάσσια περιοχή όπου βρίσκεται το κοίτασμα είναι αντίκρυ τόσο του Ισραήλ όσο και του Λιβάνου, όπως βεβαιώνεται από μια απλή ματιά που μπορεί να ρίξει κανείς στους χάρτες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας. Παρόλα αυτά το Ισραήλ κατά παράβαση κάθε διεθνούς πρακτικής και νομιμότητας τοποθέτησε μια σειρά από σημαδούρες κατά μήκος δύο μιλίων, επικαλούμενο λόγους ασφαλείας, ορίζοντας έτσι μονομερώς τα χωρικά ύδατα του. Στόχος του φυσικά ήταν μόνο και μόνο να αποκλείσει κάθε πιθανή εκμετάλλευση των κοιτασμάτων από το Λίβανο. Δείχνοντας τις προθέσεις του Ισραήλ, ο υπουργός Υποδομών της χώρας, Ουζί Λαντάου, δήλωσε στα μέσα Αυγούστου ότι το εβραϊκό κράτος «δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει ακόμη και στρατιωτική δύναμη» για να υπερασπίσει τα κοιτάσματα αερίου.

Η προκλητικότητα του Ισραήλ έχει εξοργίσει τον πολιτικό κόσμο του Λιβάνου που βλέπει τον κίνδυνο να χάσει μέσα από τα χέρια του μια μοναδική στην ιστορία ευκαιρία για να ανορθώσει τα υπό κατάρρευση δημόσια οικονομικά του (με χρέος ύψους 50 δισ. δολ. που αγγίζει το 150% του ΑΕΠ) και να εξασφαλίσει την ενεργειακή του αυτονομία. Η δήλωση σε αυτό το πλαίσιο, από τη Συρία μάλιστα, του σιίτη προέδρου της λιβανέζικης Βουλής, ότι «ο στρατός ο λαός και η αντίσταση του Λιβάνου είναι έτοιμοι να αναχαιτίσουν κάθε προσπάθεια κλοπής των φυσικών τους πόρων» κάθε άλλο παρά τυχαία ή μεμονωμένη ήταν. Αντανακλούσε την αυξημένη ένταση που υπάρχει στις σχέσεις των δύο χωρών, με ευθύνη φυσικά του Ισραήλ.

Στην βάση όλων των παραπάνω το πολεμικό επεισόδιο της προηγούμενης Τρίτης έφερε στην επιφάνεια την υφιστάμενη όξυνση. Το Ισραήλ δε, το προκάλεσε θέλοντας έτσι κατά πάσα πιθανότητα να ελέγξει τα αντανακλαστικά των γειτόνων του και να δει κατά πόσο η διάθεση του πολιτικού κόσμου να διεκδικήσει τα κυριαρχικά του δικαιώματα περιορίζεται μόνο σε δηλώσεις, όπως συνηθίζεται στη Μέση Ανατολή. Ήταν ένας έλεγχος αντιδράσεων που θύμιζε, τηρουμένων όλων των αναλογιών, τον έλεγχο που έκανε η Γεωργία στα αντανακλαστικά της Ρωσίας με την επέμβαση στη νότια Οσετία, με δραματικά αποτελέσματα.

Επιπλέον, η επιθετικότητα του Ισραήλ κατά του Λιβάνου μπορεί να ενταχθεί στα μέτρα προετοιμασίας και επίσπευσης της ειλημμένης απόφασης βομβαρδισμού των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν. Το εβραϊκό κράτος δεν αποκλείεται να προκαλέσει ένα νέο πόλεμο με το Λίβανο και τη Χεζμπολάχ προκειμένου να εξουδετερώσει το οπλοστάσιό τους, αποκλείοντας έτσι πιθανά μέτρα εκδίκησης και αντιπερισπασμού σε περίπτωση επίθεσης στο Ιράν. Ήδη άλλωστε το ξήλωμα του κατασκοπευτικού του δικτύου στη χώρα των Κέδρων, με αφορμή τις αλλεπάλληλες συλλήψεις λιβανέζων αξιωματούχων που δούλευαν για λογαριασμό του εβραϊκού κράτους, η τελευταία από τις οποίες συνέβη μόλις λίγες μέρες πριν το αιματηρό επεισόδιο, αδυνατίζει τις θέσεις του Ισραήλ στη γειτονική χώρα κι αυξάνει την οργή του.

Η αυξημένη ανησυχία που υπάρχει στη Μέση Ανατολή για ένα νέο πόλεμο μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου οδήγησε την προτελευταία μέρα του Ιούλη τον πρόεδρο της Συρίας, Μπασάρ αλ Άσαντ, και τον βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας, Αμπντάλα, στη Βηρυτό όπου συναντήθηκαν με τον πρόεδρο του Λιβάνου, σε μια εμφανή προσπάθεια να εκτονώσουν την κλιμακούμενη ένταση. Ωστόσο, η δήλωση του σύρου προέδρου λίγες μέρες μετά ότι «αυξάνονται οι πιθανότητες ενός πολέμου στην περιοχή» και κατά βάθος οι συνεχείς προκλήσεις του Ισραήλ, λιγοστεύουν τις πιθανότητες εκτόνωσης της κρίσης.

Ιράν και ΗΠΑ στα χαρακώματα του Ιράκ (Επίκαιρα 18-24/3/2010)

Προσοχή στο κενό! Αυτή η επιγραφή έπρεπε να κοσμεί τους χάρτες του Ιράκ, τουλάχιστον στις ξένες πρεσβείες που βρίσκονται στην Βαγδάτη και τα υπουργεία Εξωτερικών μιας σειράς χωρών που συνδέονται άμεσα μαζί της.

Τους κινδύνους που εγκυμονεί το κενό που θα αφήσουν πίσω τους τα αμερικανικά στρατεύματα στο Ιράκ, καθώς η αποχώρησή τους εξελίσσεται ταχύτατα με 10.000 αμερικανούς στρατιώτες να φεύγουν κάθε μήνα, τους είχε επισημάνει ένα μήνα περίπου πριν την διεξαγωγή των εκλογών ο Χένρι Κίσινγκερ. Σε άρθρό του που δημοσιεύτηκε στα διεθνή μέσα ενημέρωσης στις 4 Φεβρουαρίου, με τίτλο «Ποιο Ιράκ», τόνιζε: «Πριν τον πόλεμο η ισορροπία μεταξύ Ιράκ και Ιράν ήταν μια πρωταρχική γεωπολιτική πραγματικότητα στην περιοχή. Εκείνη την εποχή η κυβέρνηση στη Βαγδάτη ήταν μια σουνίτικη δικτατορία. Η κυριαρχούμενη από τους σιίτες, κατά ένα μέρος δημοκρατική δομή που αναδύθηκε από τον πόλεμο ακόμη δεν έχει βρει την κατάλληλη ισορροπία μεταξύ σουνιτών, σιιτών και κουρδικών στοιχείων. Ούτε έχει ρυθμιστεί η μακροχρόνια σχέση τους με το Ιράν. Αν στη σιιτική πλευρά κυριαρχήσουν οι σκληροπυρηνικοί και το σιιτικό κόμμα κυριαρχήσει στις σουντιτικές και κουρδικές περιοχές κι αν ευθυγραμμιστεί με την Τεχεράνη θα γίνουμε μάρτυρες – και θα έχουμε συμβάλει κι εμείς κατά ένα μέρος σ’ αυτό – σε μια θεμελιώδη μεταβολή της ισορροπίας στην περιοχή». Συνέχιζε δε σε άλλο σημείο υπογραμμίζοντας πως «η σταθερότητα στην περιοχή θα επηρεαστεί καθοριστικά από την επίτευξη μιας πολιτικής και στρατηγικής ισορροπίας μεταξύ Ιράν και Ιράκ»!

Αυτό που δεν έγραφε ο έμπειρος διπλωμάτης, διαπερνούσε ωστόσο το άρθρο του από την αρχή μέχρι το τέλος, είναι ότι το Ιράκ για τις ΗΠΑ έχει μέχρι στιγμής χαθεί, τουλάχιστον στην διπλωματική διελκυστίνδα Ουάσιγκτον – Τεχεράνης! Από τις προηγούμενες εκλογές, τον Μάιο του 2006 όταν εκλέχτηκε πρωθυπουργός ο Νουρί αλ Μαλίκι, οι σιίτες που ανέλαβαν τα ηνία της κυβέρνησης διακριτικά μεν αλλά σταθερά έχουν ευθυγραμμιστεί με το Ιράν. Πρακτικά δηλαδή η Τεχεράνη – κι ενώ η οικονομική και στρατιωτική περικύκλωσή της κορυφωνόταν – κατάφερε το ακατόρθωτο: Χωρίς να ρίξει ούτε μία σφαίρα, να επεκτείνει την επιρροή της κι η Βαγδάτη από κει που για αιώνες ήταν η Ανατολική Πύλη του αραβικού κόσμου να μετατραπεί στη Δυτική Πύλη του Ιράν! Απτό δείγμα της σοβαρής επιρροής που ασκεί το Ιράν στην πολιτική ζωή του Ιράκ αποτέλεσε κι η ανοχή που επέδειξαν άπαντες – όχι μόνο οι σιίτες, αλλά ακόμη κι οι κούρδοι αξιωματούχοι – στην προ τριμήνου εισβολή του ιρανικού στρατού στα ιρακινά κοιτάσματα του Αλ Φακά. Μόνο γιορτές για να τους υποδεχτούν δεν έστησαν!

Οι ΗΠΑ στην πραγματικότητα είναι θύματα της επιτυχίας τους, και δη της κοντόθωρης λογικής του νεοσυντηρητικού σχεδίου που προκάλεσε τον πόλεμο στο Ιράκ. Η ανάσχεση του Ιράν, που είναι στόχος με απόλυτη προτεραιότητα για την αμερικανική εξωτερική πολιτική και σημείο συνάντησης της με τα συμφέροντα των σουνίτικων καθεστώτων της περιοχής (Σαουδική Αραβία, Ιορδανία, Αίγυπτος, κ.α.) και κυρίως του Ισραήλ, συντελούταν μόνο και μόνο χάρη στην ικανότητα του Σαντάμ Χουσεΐν να επιβάλλεται με στρατιωτικά μέσα στη σιιτική πλειοψηφία. Η (ηθικά απαράδεκτη, ολοκληρωτικού χαρακτήρα) μονοπώληση της εξουσίας στο Ιράκ από την σουνίτικη μειοψηφία επομένως πριν απ’ οποιονδήποτε άλλο εξυπηρετούσε τους Αμερικανούς και τους συμμάχους τους στην Μέση Ανατολή. Για να το καταλάβουν έπρεπε πρώτα να κρεμαστεί ο Σαντάμ…

Οι εκλογές της 7ης Μαρτίου στο Ιράκ από τη μεριά των Αμερικανών ήρθαν να λύσουν αυτό τον δυσεπίλυτο γρίφο: την ανάσχεση της επιρροής του Ιράν σε ένα πλαίσιο διακυβέρνησης που οι θρησκευτικές διαφορές κι οι εθνοτικές αντιθέσεις, έχουν χαραχτεί ακόμη πιο βαθιά από την εποχή του Σαντάμ με αποτέλεσμα να αποτελεί άγραφο νόμο ότι πρόεδρος του Ιράκ θα είναι Κούρδος, πρόεδρος της Βουλής σουνίτης και, το χειρότερο για τους Αμερικανούς, πρωθυπουργός και κυβέρνηση σιίτες. (Περιττό δε να πούμε πως οποιαδήποτε ομοιότητα με τον Λίβανο, τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη κι άλλες χώρες που είχαν το προνόμιο να γίνουν προτεκτοράτα της αποικιοκρατικής Νέας Τάξης είναι εντελώς συμπτωματική…). Σε αυτή την κατεύθυνση η Ουάσινγκτον δεν δίστασε να αξιοποιήσουν τους ορκισμένους μέχρι πρόσφατα εχθρούς της, τους σουνίτες! Σε μια στροφή 180 μοιρών από το 2003, όταν η πρώτη πράξη του κατοχικού διοικητή Πολ Μπρένερ ήταν να θέσει εκτός νόμου το σουνιτικό κόμμα Μπάαθ, οι ΗΠΑ σε όλη την προεκλογική περίοδο έδωσαν μια τρομερή μάχη να μπουν και να παραμείνουν στα ψηφοδέλτια επώνυμοι σουνίτες από την εποχή του Σαντάμ με σοβαρή πολιτική επιρροή. Η συμμετοχή τους άλλωστε στα ψηφοδέλτια ήταν όρος εκ των ων ουκ άνευ για να προσέλθουν οι σουνίτες στις κάλπες και να μην επαναληφθεί η αποχή τους που σημάδεψε τις προηγούμενες εκλογές μεγεθύνοντας τότε εκ των πραγμάτων την εκλογική επιρροή σιιτών και Κούρδων.

Απέναντί τους οι Αμερικανοί κατά την πρόσφατη προεκλογική περίοδο, σε μια καθολική αντιστροφή του πλαισίου συμμαχιών του 2003, είχαν τους σιίτες οι οποίοι, με την καθοδήγηση φυσικά της Τεχεράνης, στα εκλογοδικεία και τις εκλογικές επιτροπές απαγόρευαν την συμμετοχή του ενός σουνίτη υποψηφίου μετά του άλλου. Σε πεντακόσιους σουνίτες υποψήφιους απαγόρευσαν τη συμμετοχή, επικαλούμενοι καταδικαστικές αποφάσεις του παρελθόντος και τη συμμετοχή τους στο σύστημα εξουσίας του Σαντάμ Χουσεΐν, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να θέσουν αναχώματα στην εδραίωση της αμερικανικής επιρροής στο Ιράκ.

Τα αποτελέσματα που έχουν δει μέχρι στιγμής το φως της δημοσιότητας, προαναγγέλλουν τη νίκη του σιίτη, σημερινού πρωθυπουργού αλ Μαλίκι, που είναι η πιο μετριοπαθής, πραγματιστική εκδοχή του φιλο-ιρανικού στρατοπέδου, ο οποίος φαίνεται να κερδίζει την πρώτη θέση σε 7 από τις 18 επαρχίες του Ιράκ, μεταξύ αυτών στη Βαγδάτη, που εκλέγει τους 70 από τους 325 βουλευτές και στη Βασόρα, όπου χτυπά η καρδιά της ιρακινής βιομηχανίας πετρελαίου. Από το χαοτικό μωσαϊκό των 86 κομμάτων που συμμετείχαν στις εκλογές, κέρδη κατέγραψε το κόμμα Ιρακίγια του Αγιάντ Αλαβί, που διέθετε το χρίσμα των Αμερικανών και Σαουδαράβων, κι έχει το προβάδισμα σε 5 επαρχίες, η σκληροπυρηνική σιιτική Ιρακινή Εθνική Συμμαχία, που βγήκε πρώτο κόμμα σε 3 επαρχίες και η Κουρδική Συμμαχία των Ταλαμπανί – Τσαλαμπί που έχει το προβάδισμα στις υπόλοιπες 3. Ο κομματικός κατακερματισμός της πολιτικής ζωής του Ιράκ προοιωνίζεται πως η επόμενη κυβέρνηση, μπορεί να έχει πρωθυπουργό ξανά τον Μαλίκι, θα είναι ωστόσο πολυκομματική κυβέρνηση συμμαχίας που θα αργήσει μάλιστα να προκύψει, λόγω του χρόνου που θα απαιτηθεί για διμερείς επαφές και συνεννοήσεις με μοναδικό επίδικο την κάλυψη του επικίνδυνου για τις ΗΠΑ κενού που αφήνει πίσω της η αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων, η οποία θα ολοκληρωθεί κατά τη διάρκεια της θητείας της.

Πεδίο βολής η Υεμένη (περ. Διπλωματία, Ιανουάριος 2010)

  • ΟΙ ΗΠΑ ΕΠΟΦΘΑΛΜΙΟΥΝ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗ
  • ΣΙΙΤΕΣ ΚΑΙ ΙΡΑΝ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΣΑΟΥΔΑΡΑΒΕΣ 

Μόνο ως ανέκδοτο ακούγεται πια ο χαρακτηρισμός Ευδαίμονα Αραβία που χρησιμοποιούταν από τους αρχαίους χρόνους για να περιγραφεί η Υεμένη, σε αντίθεση με την βορειότερη χέρσα Αραβία τη σημερινή σαουδαραβική, λόγω των συνεχών εμφύλιων πολέμων και των ξένων επεμβάσεων.

Σημείο τομής αποτελούν πλέον για την πολιτική ζωή στην Υεμένη τα Χριστούγεννα του 2009 όταν η αποτυχημένη βομβιστική επίθεση του 23χρονου Νιγηριανού στο αεροπλάνο της Delta την έφερε στο προσκήνιο, ως «νέο και απειλητικό θύλακα της διεθνούς τρομοκρατίας», όπως χαρακτηρίστηκε από την Ουάσινγκτον. Τις αμέσως επόμενες μέρες δεν έλειψαν και φωνές που προανήγγειλαν μια νέα στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ, όπως για παράδειγμα ζητούσε το σημείωμα της σύνταξης των New York Times (που εκφράζει μάλιστα το προοδευτικό, παραδοσιακά λιγότερο πολεμοχαρές κατεστημένο της ανατολικής ακτής) στις 2-3 Ιανουαρίου με τίτλο, «Τώρα η Υεμένη»! Παρότι δεν άργησαν να κυριαρχήσουν πιο μετριοπαθείς στάσεις όπως έδειξε η διαβεβαίωση του αμερικανού προέδρου ότι δεν επίκειται στρατιωτική επέμβαση, το σίγουρο είναι ότι πως η Υεμένη με επίσημο τρόπο αποτελεί το πέμπτο μέτωπο των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας που ξεκίνησε ο Μπους και συνεχίζει ο Ομπάμα χωρίς διακοπή (και με την ώθηση μάλιστα του βραβείου Νομπέλ Ειρήνης) μετά το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Σομαλία.

Το ζητούμενο ωστόσο για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της στην περιοχή δεν είναι η αντιμετώπιση της Αλ Κάιντα της Αραβικής Χερσονήσου που έσπευσε να αναλάβει την ευθύνη της αποτυχημένης βομβιστικής επίθεσης. Τουλάχιστον δεν είναι μόνο, ούτε κυρίως αυτή. Το σημαντικότερο ζητούμενο για την Ουάσιγκτον είναι να εξασφαλίσει τον έλεγχο σε μια στρατηγικής σημασίας, λόγω της θέσης της, χώρα κι επίσης να αποτρέψει την επέκταση της επιρροής του Ιράν.

Όσοι παρακολουθούσαν στενά τις εξελίξεις τους τελευταίους μήνες στην Υεμένη ξαφνιάστηκαν από τα γεγονότα των Χριστουγέννων για έναν και μοναδικό λόγο. Επειδή η εστία της έντασης όλο το 2009 δεν ήταν η Αλ Κάιντα αλλά οι σιίτες. Ειδικότερα, από την άνοιξη του προηγούμενου χρόνου μέχρι τώρα βρίσκεται σε εξέλιξη στα βόρεια της χώρας μια εξέγερση της σιίτικης φυλής Χούθι, που καταγγέλλει την σουνιτική κυβέρνηση ότι προσπαθεί να εξαφανίσει τις ιδιαίτερες πολιτιστικές, θρησκευτικές και γλωσσικές παραδόσεις της. Οι σιίτες Χούθι αποτελούν το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού της Υεμένης και ξεσηκώθηκαν εναντίον της κυβέρνησης πρώτη φορά το 2004. Οι συγκρούσεις τους με την κυβέρνηση κορυφώθηκαν τον Νοέμβριο όταν η πολεμική αεροπορία της Σαουδικής Αραβίας παραβίασε τα σύνορα της Υεμένης και βοηθώντας τα στρατεύματα της χώρας επιτέθηκε με ασυνήθιστη σφοδρότητα στους σιίτες αντάρτες. Να αναφερθεί πως στα πορώδη σύνορα των δύο χωρών μήκους 1.800 χιλιομέτρων η Σαουδική Αραβία κατασκευάζει έναν υψηλής τεχνολογίας μηχανισμό ελέγχου για να ελέγξει την μετανάστευση που τις περιόδους αιχμής φθάνει ακόμη και τα 2.000 με 3.000 άτομα την ημέρα.

Τον Νοέμβρη λοιπόν, για πρώτη φορά αποκαλύφθηκε ο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων που διεξάγεται στην κακότυχη, λόγω της σπάνιας θέσης της κι όχι ευδαίμονος Αραβίας. Το Ριάντ επικαλέστηκε δολοφονική επίθεση των ανταρτών Χούθι εντός των συνόρων του με θύμα σαουδάραβα στρατιώτη για να δικαιολογήσει την επίθεσή του, που πολύ σύντομα προκάλεσε ανθρωπιστική κρίση, καθώς χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για να γλιτώσουν. Η βαρβαρότητα των σαουδαραβικών βομβαρδισμών οδήγησε την Τεχεράνη που λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας όλων των σιιτών της Μέσης Ανατολής πολύ γρήγορα να στραφεί εναντίον του Ριάντ. Για «κρατική τρομοκρατία» κατηγόρησε τη Σαουδική Αραβία ο αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ιράν. «Αυτοί που ρίχνουν λάδι στη φωτιά πρέπει να ξέρουν ότι δεν θα γλιτώσουν από τους καπνούς που απλώνονται» ανάφερε η δήλωση του ιρανού υπουργού Εξωτερικών, Μανουσέρ Μοτάκι, ο οποίος απευθυνόμενος στην κυβέρνηση της Υεμένης προσφέρθηκε να μεσολαβήσει για να εξομαλυνθεί η κατάσταση. Πρόταση που φυσικά έπεσε στο κενό.

Η πραγματικότητα επομένως είναι πως η ανάμιξη της Σαουδαραβίας έδωσε νέα και ανώτερη, περιφερειακή διάσταση στη σύγκρουση μεταξύ σιιτών και σουνιτών στην Υεμένη, βγάζοντάς την έξω από τα σύνορα της χώρας. Το Ριάντ επιτέθηκε με τόση μεγάλη βιαιότητα κατά των Χούθι, γιατί αντιμετώπισε τους σιίτες της Υεμένης σαν το μακρύ χέρι της Τεχεράνης. Επεδίωξε λοιπόν να το κόψει για να αποτρέψει τον κίνδυνο δημιουργίας ενός σιιτικού θύλακα που θα θέσει σε αμφισβήτηση την εθνική ακεραιότητα της Υεμένης (ενδεχόμενο όχι και τόσο ακραίο) όπως ακριβώς έχει συμβεί στον Λίβανο με την εδραίωση της Χεζμπολάχ στο νότιο τμήμα της χώρας, απ’ όπου μπορεί να ασκεί τη δική της αμυντική και κατ’ επέκταση εξωτερική πολιτική.

Στην Υεμένη επομένως μεταφέρθηκε ο διπλωματικός ανταγωνισμός Ριάντ – Τεχεράνης για την άσκηση επιρροής στον αραβικό κόσμο, δεδομένου ότι η κάθε μια χώρα διεξάγει μια μάχη ζωής. Η οικογένεια των Σαούντ γιατί ξέρει πως η διπλωματική γραμμή της στην πράξη έχει συντριβεί. Πρεσβεύοντας τη τακτική των ειρηνικών διαπραγματεύσεων και της συνδιαλλαγής με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ χρεώνεται την αποτυχία επίλυσης του παλαιστινιακού και την ταπείνωση των Αράβων, που συνεχίζεται κι επί Ομπάμα, παρά τις περί του αντιθέτου ελπίδες που αρχικά δημιουργήθηκαν. Η ισλαμική δημοκρατία από την άλλη μπορεί να νιώθει δικαιωμένη εκφράζοντας την ανυποχώρητη γραμμή της σύγκρουσης, για να ξεπεράσει όμως τις αρνητικές συνέπειες του εμπάργκο επιδίδεται σε έναν συνεχή αγώνα διεύρυνσης της επιρροής της που φθάνει μέχρι και τη Λατινική Αμερική, την οποία επισκέφθηκε πρόσφατα ο Αχμαντινετζάντ όπου συναντήθηκε με τους προέδρους της Βραζιλίας, της Βολιβίας και της Βενεζουέλας, Λούλα, Μοράλες και Τσάβες. Η γειτονική Υεμένη θα έμενε απ’ έξω; Περιττό δε να πούμε πως η επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη έγινε με την έγκριση αν όχι με την ενθάρρυνση των ΗΠΑ καθώς μοιράζονται τα ίδια εχθρικά συναισθήματα απέναντι στο Ιράν.

Οι ΗΠΑ άλλωστε όλο το προηγούμενο διάστημα δεν έκρυψαν τις αλλεπάλληλες στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξήγαγαν στην Υεμένη εναντίον της Αλ Κάιντα. Πιο πρόσφατα ήταν οι βομβαρδισμοί με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στις 17 και 24 Δεκέμβρη, που προκάλεσαν το θάνατο δεκάδων ατόμων. Κι οι ΗΠΑ άλλωστε μετρούν πολλά θύματα στην Υεμένη. Από τον Οκτώβριο του 2000 όταν χτυπήθηκε στον Κόλπο του Άντεν το USS Cole με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 17 Αμερικανοί, μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2008 που στόχος έγινε η ίδια τους η πρεσβεία στην πρωτεύουσα της Υεμένης Σάνα, όπου έχασαν τη ζωή τους 16 άτομα, οι Αμερικανοί αποτελούν κόκκινο πανί στην Υεμένη που είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του Μπιν Λάντεν. Η απροθυμία του αμερικανικού Πενταγώνου παρόλα αυτά να διατάξει χερσαία στρατιωτική επίθεση ερμηνεύεται από το γεγονός ότι στην Υεμένη ζουν περισσότεροι από 20.000 βετεράνοι του πολέμου στο Αφγανιστάν (κατά της Ρωσίας), στη Βοσνία και την Τσετσενία. Επίσης όλοι σχεδόν οι κάτοικοι έχουν όπλα. Θα υφίσταντο επομένως τρομακτικές απώλειες, ενώ όλη η Υεμένη θα στρατολογούταν στην Αλ Κάιντα. Φαίνεται όμως έτσι πως οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία έρχονται μέσω της Υεμένης αντιμέτωποι με τις συνέπειες της δικής τους βρόμικης, υπονομευτικής πολιτικής, όταν η Υεμένη αποτελούσε πηγή στρατολόγησης γενίτσαρων στον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης, της Σερβίας και της Ρωσίας τις δεκαετίες του ’80 και του ’90.

«Η Σαουδική Αραβία πολέμησε κάθε –ισμό που επιδίωξε να επικρατήσει στη Μέση Ανατολή, περιλαμβανομένου του παναραβισμού του Νάσερ, του κομμουνισμού και του σύγχρονου Ισλαμισμού των Αδελφών Μουσουλμάνων και της Χαμάς. Τα εργαλεία στα οποία στηρίχθηκε ήταν το χρήμα από το πετρέλαιο και το ουαχαμπίτικο Ισλάμ. Κατά τη διάρκεια του 1980 η Σαουδική Αραβία δαπάνησε περισσότερα από 75 δισ. δολ. για να προπαγανδίζει το ουχαμπίτικο δόγμα, να ιδρύει σχολεία και τεμένη σε όλο τον ισλαμικό κόσμο. Μεγάλο μέρος αυτών των πόρων κρατήθηκαν για την πίσω αυλή της, την Υεμένη. Η Σαουδική Αραβία διατήρησε στην Υεμένη ένα ισχυρό ουαχαμπίτικο ρεύμα που ήταν ιδεολογικά και πολιτικά πιστό στη βασιλική οικογένεια των Σαούντ. Επιπλέον ο πρόεδρος της Υεμένης, Αλί Αμντουλάχ Σαλέχ, χρησιμοποίησε τον εισαγόμενο ουαχαμπισμό για να νικήσει τους εγχώριους αντιπάλους του – πρώτα τους κομμουνιστές κι έπειτα τους Χούθι – παρότι κι ο ίδιος ήταν σιίτης», έγραφε η βρετανική εφημερίδα Guardian Weekly στις 27 Νοέμβρη. Οι ανηλεείς επιθέσεις επομένως που δέχονται από την Αλ Κάιντα η οποία δρα στο εσωτερικό της Υεμένης οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία είναι αποτέλεσμα της δικής τους πολιτικής! Παρόλα αυτά αξιοποιούνται έτσι ώστε οι ΗΠΑ να πατήσουν για τα καλά πόδι στη χώρα και να μπορέσουν να δρέψουν όλα τα πλεονεκτήματα που εξασφαλίζει η σπάνια στρατηγική της θέση: πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ, στον Κόλπο του Άντεν και τον Ινδικό Ωκεανό, στη Σομαλία και το Κέρας της Αφρικής. Πλεονεκτήματα που όλο το προηγούμενο διάστημα δεν γεύονταν πλήρως όπως φάνηκε και το 1991 με τον πρώτο Πόλεμο στον Κόλπο όταν η Υεμένη τάχθηκε με τον Σαντάμ Χουσεΐν κι αρνήθηκε να πολεμήσει υπό την αστερόεσσα όπως έκαναν οι Σαουδάραβες, οι Αιγύπτιοι και πολλά ακόμη αραβικά κράτη. Την στάση της τότε η Υεμένη την πλήρωσε ακριβά καθώς κόπηκε απότομα η οικονομική βοήθεια που λάβαινε και 1 εκ. πολίτες της Υεμένης απελάθηκαν από τα κράτη του Περσικού Κόλπου.

Με το πέρασμα του χρόνου ωστόσο η Υεμένη προσαρμόστηκε στη Νέα Τάξη. Κι ανταμείφθηκε γενναία γι αυτό. Από 4,3 εκ. δολ. που ήταν η αμερικανική βοήθεια το 2006, ένα χρόνο μετά το 2007 εκτινάχθηκε σε 26 εκ. και το 2009 έφθασε τα 67 εκ. δολάρια. Τον επόμενο ενάμισι χρόνο επίσης η κυβέρνηση της Υεμένης θα εισπράξει 70 εκ. δολ. Το κράτος της όμως συνέχισε να χαρακτηρίζεται εύθραυστο, στην καλύτερη, και αποτυχημένο, στην χειρότερη περίπτωση. Οι νέες επιθέσεις που θα δεχτεί η Υεμένη από τις ΗΠΑ με απώτερο στόχο να ξεριζώσουν τους θύλακες της Αλ Κάιντα ενδέχεται να οξύνουν ακόμη περισσότερο το πρόβλημα. Η κυβέρνηση της Υεμένης, με πρόεδρο τα τελευταία 31 χρόνια τον Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ, δεν ασκεί καμιά εξουσία έξω από την πρωτεύουσα όπου η διοίκηση έχει ανατεθεί στους τοπικούς φύλαρχους, όπου συνεχίζεται αδιατάρακτη μια παράδοση αιώνων. Ο εύθραυστος χαρακτήρας της εθνικής συνοχής επιβεβαιώνεται επίσης κι από το πρόσφατο, ταραχώδες παρελθόν της Υεμένης: Η χώρα έπαψε να είναι διαιρεμένη σε Βόρεια και Νότια μόλις το 1990. Έκτοτε οι εμφύλιοι πόλεμοι, ο πρώτος εκ των οποίων ξεκίνησε το 1994, αποδείχθηκαν ενδημικό φαινόμενο. Και πριν από την ενοποίηση, τη δεκαετία του ’70, δύο φορές πολέμησαν μεταξύ τους η Βόρεια κι η Νότια Υεμένη. Κατά συνέπεια δεν υφίσταται ούτε το ελάχιστο αίσθημα εθνικής ενότητας. Κάτι που εξηγεί το φόβο Αμερικανών και Σαουδαράβων για τη δημιουργία ενός σιίτικου κρατιδίου στα βόρεια τη Υεμένης όπου κατοικούν οι Σιίτες. Το οποίο μάλιστα στη συνέχεια θα ενθάρρυνε τους σιίτες που ζουν και στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας να διεκδικήσουν την απόσχισή τους!

Τα χειρότερα για την Υεμένη ωστόσο είναι μπροστά της λόγω του ότι το κοινωνικό ζήτημα με το πέρασμα του χρόνου αποκτά εκρηκτικές διαστάσεις. Ήδη με το 45% από τα 23 εκ. του πληθυσμού της να ζει με λιγότερα από 2 δολ. την ημέρα και τα μισά παιδιά της να υποφέρουν από χρόνιο υποσιτισμό η Υεμένη είναι η φτωχότερη χώρα της Μέσης Ανατολής. Το πρόβλημα οξύνεται λόγω της συνεχούς συρρίκνωσης των εσόδων από το πετρέλαιο τα οποία το 2017 θα εκμηδενιστούν, της παρατεταμένης λειψυδρίας που πλήττει τη χώρα, των πολύ υψηλών ποσοστών γεννήσεων που μέχρι το 2035 αναμένεται να οδηγήσουν τον πληθυσμό της σε διπλασιασμό (σήμερα οι μισοί της κάτοικοι είναι κάτω των 15 χρόνων) και του εθισμού πολλών εκατομμυρίων κατοίκων της (λέγεται πως είναι ακόμη κι οι μισοί) στο εγχώριο ναρκωτικό κατ!

Το τελευταίο λοιπόν που έλειπε στην Υεμένη ήταν να μετατραπεί σε πεδίο βολής των Αμερικανών και της Σαουδικής Αραβίας.