Πολιτικό παιδί της Μέρκελ η σύγχρονη Άκρα Δεξιά (Επίκαιρα 5-11/5/11)

Ο ιστορικός Σπύρος Μαρκέτος στο βιβλίο του Πώς φίλησα τον Μουσολίνι – τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού, περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες την συλλογική ευθύνη των πολιτικών ελίτ της Ελλάδας την δεκαετία του ’30 για την άνοδο του φασισμού. Το αβγό του φιδιού δεν εκκολάφθηκε στο περιθώριο, ούτε στις παρυφές αλλά στο επίκεντρο των πιο δυσπρόσιτων αστικών σαλονιών, σύμφωνα με τις λεπτομερείς περιγραφές και την εύστοχη ανάλυσή του.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και σήμερα, τηρουμένων φυσικά των αναλογιών. Το έδαφος για την ανησυχητική ομολογουμένως άνοδο της ακροδεξιάς την Ευρώπη καλλιεργείται πρώτα και κύρια από τους κορυφαίους πολιτικούς της ΕΕ: Από την Άνγκελα Μέρκελ και τον Νικολά Σαρκοζύ. Με δικά τους επιχειρήματα εξοπλίζεται η ξενοφοβική και ρατσιστική Άκρα Δεξιά στη γηραιά ήπειρο, για να ενσωματώσει στη συνέχεια την λαϊκή δυσαρέσκεια.

Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα στην Φινλανδία, όπου το κόμμα «Αληθινοί Φιλανδοί» ενώ στις προηγούμενες εκλογές, το 2007, ήταν όγδοο σε ψήφους μεταξύ των οκτώ κομμάτων, στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν στις 17 Απρίλη πενταπλασίασε το ποσοστό του, φθάνοντας το 19%. Μια ανάσα δε, το χώριζε από το πρώτο κόμμα που συγκέντρωσε το 20,4% των ψήφων. Να αναφερθεί μάλιστα πως η πρώτη θέση δεν ανήκει στο Κόμμα του Κέντρου της Μαρί Κιβινιέμι που κυβερνούσε μέχρι τώρα – αυτό το κόμμα καταποντίστηκε στην τέταρτη θέση. Την ίδια μοίρα της συρρίκνωσης των ποσοστών τους είχαν όλα τα κόμματα που συμμετείχαν στις εκλογές με μοναδική εξαίρεση το ακροδεξιό, που απ’ ότι φαίνεται αποτέλεσε πόλο έλξης των απογοητευμένων όλων των κομμάτων.

Ακροδεξιά επέλαση

Αντίστοιχη άνοδος της Άκρας Δεξιάς έχει σημειωθεί σε όλη σχεδόν την Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Αξίζει να δούμε εν συντομία τις επιδόσεις της Άκρας Δεξιάς, ξεκινώντας από την Σκανδιναβία, που η μεταπολεμική κυριαρχία της Σοσιαλδημοκρατίας αποτελεί πια παρελθόν. Στην Σουηδία στις εκλογές που έγιναν στις 19 Σεπτέμβρη του 2010 το ρατσιστικό κόμμα Δημοκράτες της Σουηδίας από 2,9% που είχε λάβει το 2006 τώρα συγκέντρωσε ποσοστό 5,7%, κερδίζοντας 20 από τις 349 έδρες. Στη Δανία στις εκλογές της 13ης Νοέμβρη 2007 η άκρα Δεξιά αναδείχθηκε τρίτο κόμμα (με το δεξιό κόμμα στην πρώτη θέση και το σοσιαλδημοκρατικό στη δεύτερη) κερδίζοντας 14% και μία επιπλέον έδρα. Στη Νορβηγία τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα καθώς στις 14 Σεπτέμβρη 2009 το Κόμμα της Προόδου αναδείχθηκε δεύτερο κόμμα κερδίζοντας 41 από τις 169 έδρες.

Εξ ίσου καταθλιπτική είναι η άνοδος της φιλο-φασιστικής Δεξιάς κι όσο βαδίζουμε προς το νότο. Στην Αυστρία το Κόμμα της Ελευθερίας από 11% που κέρδισε το 2006, στις εκλογές του 2008 συγκέντρωσε το 17,5%. Στην Ολλανδία το ακροδεξιό κόμμα από 5,9% το 2006, πέρυσι κέρδισε το 15,4%. Στην Ιταλία η Λίγκα του Βορρά του Ουμπέρτο Μπόσι, παρότι μάλιστα αποτελεί τοπικό φαινόμενο καθώς οι ψήφοι του δεν κατανέμονται ομοιόμορφα αλλά εντοπίζονται στο βόρειο τμήμα της χώρας, από 4,6% το 2006, το 2008 έφθασαν το 8,3%. Στη δε Γαλλία, τη χώρα των εκρηκτικών πολιτικών αντιθέσεων, όλα δείχνουν ότι το 2012 θα ξαναζήσουμε το πολιτικό θρίλερ της 21ης Απριλίου του 2002, όταν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών αναμετρήθηκε ο Ζαν Μαρί Λεπέν με τον ηγέτη της Δεξιάς, Ζακ Σιράκ. Τώρα όλες οι σφυγμομετρήσεις μία τάση επιβεβαιώνουν: πως στον δεύτερο γύρο των επόμενων προεδρικών εκλογών διεκδικητής της προεδρίας θα είναι η κόρη του ιδρυτή της γαλλικής Άκρας Δεξιάς, η Μαρίν Λεπέν. Προκαλεί πραγματικά έκπληξη: οι δημοσκόποι αγνοούν αν στον δεύτερο γύρο θα περάσει ο υποψήφιος της Δεξιάς ή του Σοσιαλιστικού Κόμματος, τα ίδια τα κόμματα αγνοούν ποιος θα είναι ο εκλεκτός τους που θα διεκδικήσει το χρίσμα, το μόνο βέβαιο όμως είναι ότι στον δεύτερο γύρο θα συμμετάσχει η Λεπέν. Μάρτυρας της ορμητικής ανόδου του κόμματός της αποτελούν πρόσφατες δημοσκοπήσεις που της δίνουν 23% από 10,4% που είχε πάρει το 2007 κι επιπλέον οι επιδόσεις της στις πρόσφατες περιφερειακές εκλογές όπου συγκέντρωσε το 15% των ψήφων (χωρίς να συμμετάσχει σε όλες τις περιφέρειες) όταν το κόμμα του Σαρκοζύ συγκέντρωσε μόλις δύο μονάδες παραπάνω, 17%! Αν και σε μικρότερο βαθμό η Άκρα Δεξιά έκανε την εμφάνισή της με θριαμβευτικό τρόπο σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη κατά την προηγούμενη δεκαετία, συμμετέχοντας στα εθνικά κοινοβούλια στη Λετονία, τη Λιθουανία, την Ουγγαρία, την Σλοβακία, τη Σλοβενία, τη Βουλγαρία και φυσικά την Ελλάδα.

Κυβερνητικός μπαλαντέρ

Συνεχίζοντας την αναζήτηση ομοιοτήτων και διαφορών με την εποχή του μεσοπολέμου οφείλουμε να επισημάνουμε πως σε αντίθεση με τότε, η Άκρα Δεξιά του 21ου αιώνα δεν επιδιώκει να κερδίσει τις εκλογές και να σχηματίσει δικές της κυβερνήσεις. Η αξία χρήσης της σήμερα έγκειται στην «δηλητηρίαση» ολόκληρου του πολιτικού συστήματος – από το ένα άκρο ως το άλλο – με τις θέσεις της και στην λειτουργία της ακόμη και ως μπαλαντέρ που θα αποτρέπει την ακυβερνησία. Η ευκολία με την οποία το ΛΑΟΣ του Γ. Καρατζαφέρη υπέγραψε το Μνημόνιο της ντροπής αναζητώντας την επιβράβευση της Ουάσινγκτον και των Βρυξελλών, την ίδια ώρα που επιδίδεται σε ασκήσεις ευλυγισίας ώστε να πείσει το ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ και τα ποικίλα πολιτικά κέντρα πως μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστο κυβερνητικό εταίρο αποτελεί ακραία μεν περίπτωση πολιτικής ασυνέπειας και οπορτουνισμού, ενδεικτικό όμως παράδειγμα για την οργανική σχέση αυτών των κομμάτων με το υπάρχον πολιτικό σύστημα.

Μένοντας στον προγραμματικό λόγο της Άκρας Δεξιάς, το ενοποιητικό στοιχείο όλων των κομμάτων της στην Ευρώπη είναι ο ρατσισμός και η ξενοφοβία, που αναμφισβήτητα θρέφεται από την επίσημη πολιτική πρακτική. Η πρόσφατη απόφαση του Σαρκοζύ να απαγορεύσει την είσοδο στη Γαλλία ενός τρένου με τυνήσιους μετανάστες που ερχόταν από την Ιταλία (όπως και οι μαζικές απελάσεις τσιγγάνων στη Ρουμανία πέρυσι) προκάλεσε αντιδράσεις ακόμη και από το εσωτερικό του κόμματός του που υποστήριζαν ότι έτσι ρίχνει νερό στο μύλο της Λεπέν.

Εν είδει παρενθέσεως αξίζει να τονίσουμε την ευκολία με την οποία ο Σαρκοζύ και ο Μπερλουσκόνι έγραψαν την Συνθήκη του Σένγκεν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους όταν έπρεπε να διαφυλάξουν τα κρατικά τους συμφέροντα. Επιλογή που έρχεται σε εμφανή αντίθεση με την στάση των ελληνικών κυβερνήσεων στο ίδιο θέμα, το μεταναστευτικό, οι οποίες εμφανίζονται βασιλικότερες του βασιλέως εφαρμόζοντας στο ακέραιο όλες τις συμφωνίες της ΕΕ, όπως του Δουβλίνου ΙΙ. Κι ας έχουν αποδειχθεί πολλαπλά επιζήμιες…

Από το Βερολίνο τα επιχειρήματα

Όσο όμως κι αν φαίνεται περίεργο η αναγόρευση των μεταναστών σε υπαίτιους της ογκούμενης ανεργίας τείνει να περάσει σε δεύτερη μοίρα στο πολιτικό οπλοστάσιο της Άκρας Δεξιάς. Μια πιο προσεκτική ματιά στον λόγο των φιλο-φασιστικών κομμάτων δείχνει ότι τα πιο σύγχρονα συνθήματά τους στρέφονται κατά της ΕΕ. Ειδικότερα στην Φινλανδία, αλλά και στις υπόλοιπες βορειο-ευρωπαϊκές χώρες στην πρώτη γραμμή των επιχειρημάτων των λεγόμενων Αληθινών Φιλανδών βρέθηκαν αφορισμοί ότι «η χώρα τους δεν θα πρέπει να πληρώνει για τα λάθη των άλλων» και η επίσημη διαφωνία τους για τα πακέτα διάσωσης προς τις χώρες της περιφέρειας που προσφεύγουν στον επονομαζόμενο μηχανισμό διάσωσης. Με βάση την επιχειρηματολογία τους, η ανάγκη διάσωσης της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και εσχάτως της Πορτογαλίας προήλθε από την «ασωτία» τους και λειτουργεί εις βάρος των δικών τους δημόσιων οικονομικών, παρότι και η Ελλάδα και η Ιρλανδία με επιτόκιο αγοράς κι όχι μηδενικό δανείζονται χρήματα από τις χώρες της ΕΕ. Μα αυτά ακριβώς που διατυμπανίζει η Άκρα Δεξιά στην Φινλανδία, απειλώντας τώρα να βάλει βέτο στην εκταμίευση των ποσών που απαιτούνται για την ενεργοποίηση του μηχανισμού για την Πορτογαλία, πολύ πριν τα πει η φασίζουσα Δεξιά τα υποστήριζε δημοσίως η Άνγκελα Μέρκελ και τα έκανε πρωτοσέλιδο το γερμανικό περιοδικό Σπίγκελ, αποκρύπτοντας πόσο επωφελής για τα δημόσια οικονομικά τους ήταν η βοήθεια που παρείχαν! Τα επικαλούταν και η ίδια η πολιτική ηγεσία της Φινλανδίας, συγκαλύπτοντας τα οφέλη που είχαν οι βόρειες χώρες από την ευρωπαϊκή ενοποίηση σε βάρος των περιφερειακών. Αρκεί να θυμηθούμε το τείχος που συνάντησε κατά την πρόσφατη επίσκεψη του, στα τέλη Φεβρουαρίου, ο Γ. Παπανδρέου στο Βερολίνο και το Ελσίνκι όταν Μέρκελ και Κιβινιέμι συνέστησαν στην Ελλάδα αυστηρή τήρηση των δεσμεύσεων του Μνημονίου και απαρέγκλιτη εφαρμογή των αποφάσεων της ΕΕ.

Φαίνεται επομένως πως η Άκρα Δεξιά δεν αποτελεί μια ανεπιθύμητη παραφυάδα, αλλά γνήσιο καρπό του επίσημου πολιτικού λόγου, φυσιολογική (αν και προς τα άκρα) προέκταση των όσων με πειστικότητα και συνοχή υποστήριξαν όλες οι κυβερνήσεις την τελευταία διετία στην προσπάθειά τους να αποκρύψουν ότι οι κερδισμένοι και άμεσα υπαίτιοι της κρίσης είναι οι τράπεζες του βορρά. Από την άλλη η παραίτηση της σοσιαλδημοκρατίας και μέρους της Αριστεράς από την κριτική προς την ΕΕ και η κοσμοπολίτικη στροφή τους δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε την παν-κοινωνική δυσφορία για τα αντιλαϊκά μέτρα που επιβάλουν οι Βρυξέλλες να την καρπώνεται η Άκρα Δεξιά. Αρκεί άλλωστε να σκεφτούμε, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα τουλάχιστον, ότι η συντηρητική στροφή της σοσιαλδημοκρατίας και η απομάκρυνσή της από τους ψηφοφόρους και τις ιδρυτικές διακηρύξεις της συμβάδιζε με την ταύτισή της με την ΕΟΚ αρχικά και την ΕΕ στις μέρες μας. Κι ως γνωστό στη φύση και στην πολιτική τα κενά δεν παραμένουν για πολύ…

Επιστρέφουν τον λογαριασμό οι Γάλλοι εργαζόμενοι! (Επίκαιρα, 27/10-3/11/2010)

Στους δρόμους της Γαλλίας, εκεί που διαδηλώνουν σχεδόν καθημερινά πλέον οι εργαζόμενοι ενάντια στο αντι-ασφαλιστικό νομοσχέδιο του Σαρκοζύ, καταφέρνοντας να κάνουν έξι απεργίες από τον Σεπτέμβρη με την μια να έχει μεγαλύτερη συμμετοχή από την άλλη, χτυπάει η καρδιά των εργαζομένων όλης, μα όλης της Ευρώπης! Γιατί, μπορεί η χώρα του Ροβεσπιέρου και του Μαρά, η χώρα τους Κομμούνας και του Μάη του ’68 να μην συγκρίνεται με καμία άλλη σε ότι αφορά την σφοδρότητα των κοινωνικών συγκρούσεων, οι αιτίες της εξέγερσης στη Γαλλία όμως έχουν εντυπωσιακές ομοιότητες με ότι συμβαίνει σε όλη την υπόλοιπη γηραιά ήπειρο.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το επίμαχο θέμα που έχει διχάσει τη Γαλλία κατεβάζοντας στους δρόμους την προηγούμενη Τρίτη περισσότερους από 3,5 εκ. εργαζομένους είναι η επιμονή του προέδρου Νικολά Σαρκοζύ και του πρωθυπουργού Φρανσουά Φιλιόν να ψηφίσουν ένα νεοφιλελεύθερης έμπνευσης αντι-ασφαλιστικό νομοσχέδιο. Βάση της πρότασης τους, που ψηφίστηκε από τη Γερουσία με 177 ψήφους υπέρ και 153 κατά, το όριο ηλικίας για πλήρη συνταξιοδότηση αυξάνεται από τα 65 στα 67 έτη, για πρόωρη σύνταξη από τα 60 στα 62 και τα έτη εισφορών από 37,5 σε 41,5. Η επιλογή αυτή εμφανίστηκε ως μονόδρομος και αδήριτη αναγκαιότητα για όλους, πλην εκείνης της… ασήμαντης κοινωνικής πλειοψηφίας που σε όλες τις δημοσκοπήσεις δεν έπεσε ποτέ κάτω από το 66% των ερωτηθέντων οι οποίοι απορρίπτουν με κάθε τρόπο το νόμο και επιδοκιμάζουν τους απεργούς.

Μονόδρομος α λα γαλλικά

Υποστήριζε, για παράδειγμα, η υπουργός Οικονομικών Κριστίν Λαγκάρ: «Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 15 εκ. γάλλοι συνταξιούχοι. Κάθε χρόνο προστίθενται άλλοι 700.000, ενώ η σύνταξη σχεδόν 1,5 εκ. εξ αυτών, δηλαδή περίπου το 10% του συνόλου, χρηματοδοτείται από κρατικά δάνεια. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι. Η δημοσιονομική κατάσταση επιβάλει επείγοντα μέτρα»! Στο ίδιο μήκος κύματος και ο νεοφιλελεύθερος γάλλος δημοσιολόγος Γκι Σορμάν που πριν δύο δεκαετίες με το βιβλίο του «Ο νέος πλούτος των εθνών» εξέφραζε τον θαυμασμό του για το καθεστώς του αιμοσταγούς δικτάτορα Πινοτσέτ γράφοντας: «η Χιλή δεν είναι δημοκρατία όπως δεν είναι και κόλαση, το καθεστώς το Πινοτσέτ είναι αυταρχικό δεν είναι όμως ολοκληρωτικό»! Τώρα με άρθρο του στη Wall Street Journal του προηγούμενου Σαββατοκύριακου χαρακτήριζε την αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση του Σαρκοζύ ως «εντελώς ορθολογική πρωτοβουλία» τονίζοντας ότι «μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής και χαμηλότερη οικονομική μεγέθυνση δεν αφήνουν καμία άλλη επιλογή για να σωθούν τα δημόσια συνταξιοδοτικά ταμεία από τη χρεοκοπία». Υπέρ της αύξησης των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης στη Γαλλία και οι New York Times από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού που έγραφαν σε σημείωμά της σύνταξης την Τετάρτη 20 Οκτώβρη, μια μέρα δηλαδή μετά την τελευταία μεγαλειώδη απεργία και συγκέντρωση: «Η άνοδος του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης στη Γαλλία αποτελεί κατεπείγουσα ανάγκη. Το συνταξιοδοτικό σύστημα της Γαλλίας ήδη αντιμετωπίζει ένα έλλειμμα σχεδόν 15 δισ. δολ. ετησίως και ο λόγος των εργαζομένων που συμβάλλουν με τις εισφορές τους στο σύστημα προς τους συνταξιούχους που τραβούν απ’ αυτό μειώνεται σταθερά. Χωρίς καμία αλλαγή στο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης το έλλειμμα σχεδόν θα δεκαπλασιαστεί μέχρι το 2015 καθώς ο πληθυσμός θα γερνάει». 

Η κυβέρνηση μάλιστα δεν έκρυψε πως οι Γάλλοι θα πεθαίνουν δουλεύοντας – γιατί αυτό σημαίνει η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης – μόνο και μόνο για να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας από το 8% του ΑΕΠ που είναι τώρα στο 3% που θέτει ως ανώτατο όριο η Συνθήκη της Λισσαβόνας μέχρι το 2013. Γιατί είναι εμφανές ότι το όφελος για τα δημόσια ταμεία θα είναι διπλό: περισσότερες εισφορές και λιγότερες συντάξεις.

Όλα για τις τράπεζες!

Ακόμη και τα παραπάνω επιχειρήματα, αφήνοντας δηλαδή εκτός σχολιασμού δηλώσεις όπως αυτή του Σαρκοζύ ότι «ο ένας στους δύο σε λίγο καιρό θα ζει μέχρι τα 100», είναι σκέτη υποκρισία. Τα αριθμητικά στοιχεία και οι στατιστικές προβλέψεις που επικαλείται η κυβέρνηση και οι υποστηρικτές της αντιδραστικής αυτής μεταρρύθμισης δεν χρησιμοποιούνται για να διαφωτίσουν την κατάσταση, αλλά για να ρίξουν στάχτη στα μάτια του κόσμου και να κρύψουν την αλήθεια. Γιατί, ξεχνούν τι συνέβαινε στη Γαλλία πριν δύο ακριβώς χρόνια…

Τον Οκτώβριο λοιπόν του 2008, αμέσως μετά την χρεοκοπία του Lehman Brothers όταν ξαφνικά μάθαμε πως «ό,τι είναι καλό για τις τράπεζες είναι καλό και για την ανθρωπότητα», για να παραφράσουμε τη γνωστή ρήση για την General Motors και την Αμερική, ο Νικολά Σαρκοζύ ανακοίνωνε το ένα χρηματοδοτικό πακέτο μετά το άλλο, ανακοινώνοντας όλο καμάρι πως δεν θα επιτρέψει σε καμία τράπεζα να χρεοκοπήσει. Πόσο στοίχισε στους γάλλους φορολογούμενους η δέσμευσή του; Στο αποκορύφωμα της κρίσης έθεσε στη διάθεση των τραπεζιτών 360 δις. ευρώ, εκ των οποίων 40 δισ. πήγαν για αναπλήρωση κεφαλαίου (έτσι ώστε να παραγράψουν με την άνεσή τους οι τράπεζες τις κερδοσκοπικές τοποθετήσεις) και άλλα 320 δισ. δόθηκαν ως εγγύηση του διατραπεζικού δανεισμού. Μια εβδομάδα μετά ο Νικολά Σαρκοζύ, που εκείνο το εξάμηνο είχε την κυκλική προεδρία της ΕΕ οπότε με τις πρωτοβουλίες του έστελνε και τα δέοντα μηνύματα στις υπόλοιπες 26 χώρες, ξαναχτύπησε. Στις 6 μεγαλύτερες τράπεζες της Γαλλίας έδωσε ρευστό 10,5 δισ. ευρώ. Η Credit Agricole πήρε 3 δισ., η BNP Baribas 2,55 δις., η Societe Generale 1,7 δις. κοκ. Ακόμη κι αυτά τα χρήματα όμως δεν φάνηκαν αρκετά για να σωθεί η κλυδωνιζόμενη ιδιωτική οικονομία. Έτσι τον Δεκέμβρη του 2008 το δημόσιο έδωσε 26 δις. ευρώ και τον Φεβρουάριο του 2009 ο πρωθυπουργός Φρανσουά Φιγιόν ανακοίνωσε νέο πακέτο στήριξης της οικονομίας ύψους 31,1 δις. ευρώ. Επί πέντε μήνες, με λίγα λόγια, οι γαλλικοί ουρανοί έσταζαν εκατομμύρια! Πληροφορούμαστε μάλιστα από τηλεγράφημα του πρακτορείου Reuters της 4ης Δεκεμβρίου 2009 ότι ως αποτέλεσμα των πρώτων χρηματοδοτήσεων το δημοσιονομικό έλλειμμα θα έφθανε στο 3,9%. Εκείνη την εποχή όμως, όταν κρινόταν η ίδια η ύπαρξη των τραπεζών, κανείς δεν εξέταζε το κατά πόσο οι αθρόες κρατικές χρηματοδοτήσεις οδηγούσαν το έλλειμμα στην υπέρβαση του ορίου του 3%. Αντιθέτως μάλιστα Βρυξέλλες και Φρανκφούρτη, Ευρωπαϊκή Επιτροπή δηλαδή και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, παρότρυναν τις κυβερνήσεις των 27 κρατών μελών να δώσουν όσα χρήματα απαιτείται για να σωθούν οι τράπεζες. Έτσι έδωσε και η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή τα πρώτα 28 δις. ευρώ, με το ΠΑΣΟΚ στην αντιπολίτευση να διαφωνεί και να αποδοκιμάζει, για να φτάσουμε σήμερα το ίδιο να έχει θέσει στη διάθεσή τους 50 δισ. ευρώ ακόμη!

Αν κάνουμε μια απλή σύγκριση των 15 δις. ευρώ που υποτίθεται ότι είναι το ετήσιο έλλειμμα του γαλλικού ασφαλιστικού συστήματος με τα εκατοντάδες δισ. που δόθηκαν προ διετίας για τις τράπεζες φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού η απέραντη υποκρισία. Έτσι μάλιστα αποκαλύπτεται και ποιος είναι αυτός που με διαφορά δύο χρόνων καλείται να πληρώσει τον λογαριασμό για τα σπασμένα των τραπεζών: οι εργαζόμενοι δηλαδή από τους οποίους ζητείται να θυσιάσουν θεμελιώδη δικαιώματά τους στο βωμό μιας χούφτας επιχειρήσεων που έχουν εξελιχθεί σε βδέλες απομυζώντας κάθε πόρο της κοινωνίας, υπό την απειλή ότι θα καταρρεύσουν και τότε οι συνέπειες θα είναι βαρύτερες…  

«Δεν πληρώνω» είπαν οι Γάλλοι

Οι εργαζόμενοι της Γαλλίας επομένως με τις μαζικές κινητοποιήσεις τους είπαν ένα ρωμαλέο «δεν πληρώνω», διαμήνυσαν ότι δεν θα γίνουν αυτοί τα τελικά θύματα μιας κρίσης που απειλεί να παρασύρει όλες τις κοινωνικές κατακτήσεις και την πρόοδο που συντελέστηκε τη μεταπολεμική εποχή. Υπό αυτή την έννοια το μήνυμά τους ήταν πανευρωπαϊκό και ο ξεσηκωμός τους πλημμύρισε με αισιοδοξία όλη την Ευρώπη: από την Ελλάδα που οι εργαζόμενοί της καλούνται να παραιτηθούν από κάθε δικαίωμα ελέω Μνημονίου, μέχρι την Αγγλία, όπου η κυβέρνηση ανακοίνωσε την προηγούμενη εβδομάδα την απόλυση 500.000 δημοσίων υπαλλήλων.

Ο ξεσηκωμός των Γάλλων είχε τέτοια απήχηση και ένταση, όπως δείχνει το γεγονός ότι επιτυχημένες και μαζικές συγκεντρώσεις γίνονται όλο αυτό το διάστημα σε εκατοντάδες πόλεις και χωριά της Γαλλίας, γιατί κατάφερε να ενώσει όλες τις γενιές. Η πάλη ενάντια στην αντι-ασφαλιστική μεταρρύθμιση αγκάλιασε πολύ γρήγορα τη νεολαία, μαθητές και φοιτητές, όπως φάνηκε από το γεγονός ότι ήδη 1.200 γυμνάσια από τα 4.300 και περισσότερα από 30 πανεπιστήμια σε σύνολο 83 είναι κατειλημμένα, γιατί οι 20άρηδες κατάλαβαν ότι η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης των πατεράδων και των παππούδων τους κατά 2 χρόνια θα σημάνει επιπλέον την παράταση της δικής τους ανεργίας τουλάχιστον για 2 χρόνια ακόμη. Και η ανεργία των νέων στη Γαλλία είναι ήδη μεγάλη, καθώς αγγίζει το 23%, πρακτικά δηλαδή ο ένας στους τέσσερις. Καθόλου τυχαίο έτσι δεν είναι το γεγονός ότι η υποστήριξη στους απεργούς, που με μια συγκεκριμένη έρευνα ανερχόταν σε 71%, κατέγραφε τα υψηλότερα ποσοστά στις ηλικίες 25-29 (81%) και 30-39 (79%) και επίσης στους ανέργους (86%)! Η ενότητα των μαθητών από τη μια και των εργαζομένων από την άλλη που βρίσκονται στα πρόθυρα της σύνταξης, οι οποίοι είναι οι πρώτοι που θίγονται, στέλνει το δικό της ελπιδοφόρο μήνυμα γιατί ακυρώνει την προσπάθεια κατακερματισμού των εργαζομένων και όξυνσης των μεταξύ τους αντιθέσεων, που είχε καλλιεργηθεί όλα αυτά τα χρόνια.

Πραξικόπημα καταγγέλλουν οι Σοσιαλιστές

Εξ ίσου σφοδρά όμως με το κοινωνικό ζήτημα τέθηκε και το θέμα της δημοκρατίας, γιατί τα μέτρα του Σαρκοζύ δεν αμφισβητούν μόνο μια κατάκτηση που χρονολογείται από το 1983, επί κυβερνήσεως Φρανσουά Μιτεράν, αλλά και την ίδια τη δημοκρατία. Αρχικά, σε καμιά προεκλογική του εξαγγελία δεν είχε θίξει ότι θα αναθεωρήσει επί το δυσμενέστερο το ασφαλιστικό καθεστώς. Κανείς δεν τον ψήφισε με άλλα λόγια για να αυξήσει τα έτη εργασίας, σε μια μάλιστα συγκυρία που το ένα σκάνδαλο παράνομης χρηματοδότησης του κόμματός του από μεγιστάνες διαδέχεται το άλλο. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Για να ακυρώσει ο Σαρκοζύ μια συνηθισμένη κοινοβουλευτική τακτική την οποία μετέρχεται εκ παραδόσεως η αντιπολίτευση όταν θέλει να καθυστερήσει χρονικά την ψήφιση ενός νομοσχεδίου, μια καταιγίδα δηλαδή τροποποιήσεων που τώρα έφθασαν τις 1.237(!), απαγόρευσε τη συζήτησή τους ομαδοποιώντάς τις και ψηφίζοντάς τις από κοινού. Η κίνηση αυτή του Σαρκοζύ, ένα κοινοβουλευτικό fast track, προκάλεσε την οργή της επικεφαλής των Σοσιαλιστών, Μαρτίν Ομπρί, που δεν φημίζεται και για τα αυθόρμητα ξεσπάσματά της, η οποία χαρακτήρισε δημόσια την ντρίπλα του Σαρκοζύ ως πραξικόπημα, παρότι μάλιστα δεν έγινε αυθαίρετα αλλά αξιοποιώντας σχετική δυνατότητα που παρέχει ο κανονισμός της γαλλικής Βουλής. Ενδεικτικό στοιχείο για τις ολοκληρωτικές μεθόδους που χρησιμοποιεί ο Σαρκοζύ προκειμένου να καταστείλει το απεργιακό κίνημα είναι και οι ασυνήθιστα βίαιες επιθέσεις της αστυνομίας κατά απεργών με αποτέλεσμα να σημειωθούν σοβαροί τραυματισμοί στα διυλιστήρια και οι αθρόες συλλήψεις που έχει πραγματοποιήσει όλο αυτό διάστημα. Μέχρι την Κυριακή που μας πέρασε οι συλλήψεις είχαν ξεπεράσει τις 2.250, με τα συνδικάτα να καταγγέλλουν την αστυνομία για τυφλές και αναίτιες συλλήψεις που ως μοναδικό τους στόχο είχαν τον εκφοβισμό και την αποθάρρυνση του κόσμου ώστε να σταματήσει να κατεβαίνει στις συγκεντρώσεις.

Στα σκουπίδια ο αυτοματισμός

Ακόμη κι έτσι ωστόσο οι απεργοί δεν κάμφθηκαν. Η συντριπτική πλειοψηφία των Γάλλων αποδοκιμάζει την κυβέρνηση Σαρκοζύ και υποστηρίζει το απεργιακό κίνημα χωρίς να στρέφουν την οργή τους κατά των απεργών που κρατώντας τα διυλιστήρια αποκλεισμένα δημιουργούν εμπόδια στους εκδρομείς που θέλησαν να εκμεταλλευτούν την αργία αυτών των ημερών ή κατά των εργατών στους δήμους που αφήνουν τα απορρίμματα αμάζευτα με αποτέλεσμα πόλεις όπως η Μασσαλία να έχουν πνιγεί στο σκουπίδι. Δηλαδή, ο τόσο οικείος στην Ελλάδα κοινωνικός αυτοματισμός που διαιωνίζει τον κατακερματισμό και θωρακίζει τις πολιτικές λιτότητας στη Γαλλία δεν… δούλεψε. Αντίθετα η οργή στρέφεται κατά του Σαρκοζύ, τα ποσοστά δημοτικότητας του οποίου σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στη Γαλλία την Κυριακή έφθασαν στο χαμηλότερο ποσοστό όχι μόνο της δικής του θητείας, αλλά και οποιουδήποτε άλλου προέδρου στην ιστορία της Γαλλίας. Εξέλιξη που καθιστά εξαιρετικά αβέβαιη την επανεκλογή του στις προεδρικές εκλογές που θα γίνουν το 2012.

Αναποτελεσματικό αποδείχτηκε επίσης και το «κοινοβουλευτικό fast track», πέραν του κοινωνικού αυτοματισμού. Η απόφαση των γάλλων εργαζομένων να ορίσουν νέες μέρες πανεθνικής κινητοποίησης και απεργίας την 28η Οκτωβρίου και την 6η Νοεμβρίου (όταν θα έχουν ανοίξει σχολεία και σχολές) εξασφαλίζει ότι ακόμη και να ολοκληρωθεί αυτή την εβδομάδα η ψήφιση του νόμου όπως έχει προγραμματισθεί, οι κινητοποιήσεις θα συνεχισθούν, μπαίνοντας μάλιστα στον τρίτο μήνα! Προοπτική που αφήνει τα πάντα ανοιχτά. Ακόμη δηλαδή και την απόσυρση του νόμου, μετά την ψήφισή του. Τα σχετικά προηγούμενα είναι αρκετά νωπά. Έτσι αποσύρθηκε η προηγούμενη αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση του 1995 επί προεδρίας Ζακ Σιράκ και πρωθυπουργίας Αλέν Ζιπέ και με τον ίδιο τρόπο επίσης αποσύρθηκε ο νόμος για το Συμβόλαιο Πρώτης Πρόσληψης (CPE) το 2006 επί προεδρίας Ζακ Σιράκ και πρωθυπουργίας Ντομινίκ ντε Βιλπέν. Γιατί όχι και τώρα; λένε οι γάλλοι εργαζόμενοι!

Λιτότητα και ΔΝΤ βλάπτουν τη δημοκρατία (Επίκαιρα, 8-14/7/2010)

Το άσπρο – μαύρο έκανε πρόσφατα ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μανουέλ Μπαρόζο, προσπαθώντας να πείσει για την αναγκαιότητα εφαρμογής των εξοντωτικών και αντιλαϊκών προγραμμάτων λιτότητας. Μιλώντας με κορυφαίο ευρωπαίο συνδικαλιστή του εκμυστηρεύτηκε την «ανησυχία» του μην τυχόν και στις τρεις μεσογειακές χώρες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της κρίσης, επιστρέψουν οι δικτατορίες σε περίπτωση που δεν υιοθετηθούν τα μέτρα λιτότητας! «Αν δεν εφαρμόσουν τα περιοριστικά μέτρα αυτές οι χώρες θα μπορούσαν να εξαφανιστούν υπό τη μορφή που τις γνωρίζουμε ως δημοκρατίες. Δεν έχουν άλλη επιλογή. Αυτή είναι η μοναδική», ήταν τα λόγια του. Με άλλα λόγια Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία αν θέλουν να συνεχίσουν να έχουν δημοκρατία οφείλουν να επιβάλλουν τα εξοντωτικά μέτρα περικοπών. Αλλιώς θα έρθουν τα τανκς!

Το δίλημμα του Μανουέλ Μπαρόζο «λιτότητα ή τανκς» δεν είναι μόνο εκφοβιστικό και απειλητικό, αλλά κυρίως είναι παραπλανητικό γιατί η πραγματικότητα θέλει τη λιτότητα να συνοδεύει τα τανκς και τις περικοπές στα δημόσια έσοδα να επιφέρουν τα πιο συντριπτικά πλήγματα στις λαϊκές ελευθερίες και τα συνταγματικά δικαιώματα. Στον πραγματικό κόσμο επομένως, που δεν τέμνεται πουθενά με τα απογειωμένα κρυστάλλινα παλάτια όπου συνεδριάζουν οι αργυρώνητοι γραφειοκράτες της ΕΕ, το δίλημμα δεν είναι λιτότητα ή τανκς, αλλά λιτότητα και τανκς από την μια ή ακύρωση αυτής της πολιτικής.

Η Ελλάδα αποτελεί κι εδώ, δυστυχώς, πειραματόζωο, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του κανόνα που θέλει τη λιτότητα να βλάπτει σοβαρά την δημοκρατία. Πρώτ’ απ’ όλα η απόφαση της κυβέρνησης να περάσει το μνημόνιο της ντροπής από την Βουλή με απλή κι όχι με ενισχυμένη πλειοψηφία των 3/5 αντίκειται στην παρ. 2 του άρθρου 28 του συντάγματος, όπως έγκαιρα έχουν αναλύσει από τις σελίδες των Επικαίρων συνταγματολόγοι κι άλλοι αναλυτές. Οι προσφυγές που ήδη ετοιμάζονται ακόμη και από τον Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας θα ρίξουν άπλετο φως το επόμενο διάστημα στις σκοτεινές μεθοδεύσεις που επιλέγηκαν από την κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου για την υιοθέτηση του μνημονίου, κατ’ εντολή φυσικά των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών που επέβαλλαν τους όρους του.

Οι συνταγματικές εγγυήσεις και τα δημοκρατικά δικαιώματα μετατρέπονται σε πουκάμισο αδειανό κι από τις ίδιες τις προβλέψεις του επαίσχυντου αυτού κειμένου που έχει ήδη περάσει στις πιο μελανές στιγμές της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. Για παράδειγμα στις «διαρθρωτικές δημοσιονομικές μεταρρυθμίσεις» που αναφέρονται στο κεφάλαιο «ενέργειες για τον τρίτο απολογισμό (να έχουν ολοκληρωθεί ως το τέλος του τέταρτου τριμήνου του 2010)» υποδεικνύεται «η ενδυνάμωση της θέσης του υπουργείου Οικονομικών σε σχέση με τα υπόλοιπα υπουργεία τόσο κατά την φάση της προετοιμασίας όσο και εκτέλεσης του προϋπολογισμού δίνοντας στο υπουργό δικαίωμα αρνησικυρίας στις αποφάσεις για δαπάνες και στην εκτέλεσή τους)»! Η κατεύθυνση αυτή ενισχύει στο έπακρο ολιγαρχικές τάσεις του πολιτεύματος που ήδη ήταν σε εξέλιξη και συνέτειναν στην υποβάθμιση αν όχι την περιθωριοποίηση υπουργείων και κρατικών λειτουργιών που σχετίζονταν με τις κοινωνικές παροχές και την αναδιανομή και ταυτόχρονα την αναβάθμιση των οικονομικών λειτουργιών του κράτους. Λίγο παρακάτω παρέχεται «η διασφάλιση ότι το κοινοβούλιο δεν αλλάζει το συνολικό μέγεθος του προϋπολογισμού κατά το στάδιο έγκρισης, αλλά επικεντρώνεται στη σύνθεση των δημοσίων δαπανών και εσόδων και στην αξιοπιστία των προβλέψεων για τα έξοδα και τα έσοδα». Αυτό όμως αποκαλείται μειωμένη κυριαρχία! Η δε βουλή, στον βαθμό που μόνο μεταθέσεις κονδυλίων θα μπορεί να κάνει ή να παριστάνει τον χωροφύλακα της δημοσιονομικής πειθαρχίας μετατρέπεται σε βουλή περιορισμένης ευθύνης κι οι βουλευτές σε εντολοδόχους του ΔΝΤ και λογιστές καριέρας της Ντόιτσε Μπανκ. Αν αυτό δεν είναι βελούδινο πραξικόπημα και περιστολή και αναίρεση των συνταγματικών δικαιωμάτων, υπό την επίκληση φυσικά των έκτακτων συνθηκών–όπως πάντα γίνεται σε αυτές τις περιστάσεις, τότε τι είναι;

Η ίδια ακριβώς τάση, αποδυνάμωσης των δημοκρατικών αντιπροσωπευτικών διαδικασιών παρατηρείται σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης που πρωτοστατούν στην εφαρμογή προγραμμάτων λιτότητας από τη στιγμή που οι πολιτικές τους ηγεσίες επέλεξαν να φανούν αξιόπιστες στους τραπεζίτες και τους κερδοσκόπους κι όχι στους πολίτες που τους εξέλεξαν με την ψήφο τους.

Στην Ισπανία, για παράδειγμα, η εφαρμογή ενός προγράμματος περικοπών δημοσίων δαπανών από την σοσιαλιστική κυβέρνηση του Θαπατέρο έχει οδηγήσει τα ποσοστά του στο ναδίρ. Τις προηγούμενες μάλιστα εβδομάδες ο ηγέτης του δεξιού Λαϊκού Κόμματος, Μαριάνο Ραχόι, πέρασε μπροστά και στις δημοσκοπήσεις που αφορούσαν τον καταλληλότερο για πρωθυπουργό. Όσο γι το κόμμα του, που έχει επιλέξει να ασκεί μια ελεγχόμενη αντιπολίτευση στα αντιλαϊκά μέτρα του Θαπατέρο προηγείται του σοσιαλιστικού με δέκα μονάδες εδώ και μήνες. Το επόμενο διάστημα η κρίση αντιπροσώπευσης θα οξυνθεί καθώς η προγραμματισμένη γενική απεργία του Σεπτέμβρη, που από πολλούς ήδη χαρακτηρίζεται ιστορική, θα αποτελέσει το τελειωτικό χτύπημα για τον  Θαπατέρο.

Χαοτικό είναι το κενό μεταξύ πολιτικής ηγεσίας και ψηφοφόρων και στην Πορτογαλία, όπου ο Σόκρατες εκλέχτηκε τον περασμένο Οκτώβρη για δεύτερη φορά, σοβαρά αποδυναμωμένος όμως σε σχέση με την πρώτη του εκλογή το 2005. Τα μέτρα λιτότητας (περικοπές κι αυξήσεις φόρων) που ανακοίνωσε στα μέσα Μάη συνολικού ύψους 2 δισ. ευρώ και με απώτερο να μειωθεί το δημόσιο χρέος από το 90% του ΑΕΠ φέτος στο 87% το 2013 οδήγησαν το αντιπολιτευόμενο δεξιό κόμμα (που λέγεται Σοσιαλδημοκρατικό προκαλώντας συχνά σύγχυση) να αποκτήσει το προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις. Παρότι σε αυτό συνέβαλε σημαντικά η εκλογή ενός νέου ηγέτη στο κόμμα της Δεξιάς, άπαντες συμφωνούν πως τα αντιλαϊκά μέτρα ενέτειναν την λαϊκή δυσφορία απέναντι στον Σόκρατες.

Φαίνεται από τα παραπάνω πως πρόβλημα δημοκρατίας πράγματι υφίσταται στις μεσογειακές χώρες για τις οποίες ανησυχεί ο Μπαρόζο. Μόνο που αυτό δημιουργείται από την εφαρμογή των πολιτικών λιτότητας που η ίδια η ΕΕ υποδεικνύει!

Το πολιτικό κενό μάλιστα επεκτείνεται απειλητικά σε όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τόσο εξόφθαλμα φιλοεπιχειρηματικές πολιτικές, με αποτέλεσμα μια διάχυτη, πολιτικά μη μορφοποιημένη δυσφορία που σχεδόν ποτέ δεν βρίσκει την δέουσα πολιτική έκφραση να κατατρώγει τα θεμέλια της πολιτικής ζωής. Εδώ, η Γερμανία αποτελεί ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πριν δέκα μήνες η Άγκελα Μέρκελ φαινόταν ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού, όταν οι κάλπες της έδιναν τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση συμμαχίας με τους Ελεύθερους Δημοκράτες και να πετάξει σαν στημένες λεμονόκουπες τους Σοσιαλδημοκράτες με τους οποίους σχημάτισε το μεγάλο συνασπισμό την προηγούμενη πενταετία. Κατά την ίδια, κανέναν συμβιβασμό δεν θα ήταν πλέον αναγκασμένη να κάνει και, συνεργαζόμενη με ένα γνήσιο δεξιό, νεοφιλελεύθερο κόμμα θα μπορούσε ανεμπόδιστα να εφαρμόσει όλη την ατζέντα της. Πέτυχε τον υψηλότερο στόχο της. Πριν όμως συμπληρώσει έναν χρόνο, η κυβέρνηση τελεί υπό διαρκή παράλυση κι η δυσφορία στο εσωτερικό της είχε ως αποτέλεσμα ακόμη και για την εκλογή του προέδρου να χρειαστούν τρεις ψηφοφορίες, καθώς στις δύο πρώτες πολλοί βουλευτές έγραψαν στα παλιότερα των υποδημάτων τους την περίφημη γερμανική πειθαρχία και απείχαν για να δείξουν την ενόχλησή τους απέναντι στην κυβέρνηση. Η συντριπτική πλειοψηφία των ίδιων των Γερμανών, σύμφωνα με δημοσκόπηση του τηλεοπτικού δικτύου ARD, κι ειδικότερα το 62% των ερωτηθέντων πιστεύουν ότι ο συνασπισμός δεν πρόκειται να επιβιώσει.

Αν ρωτούνταν για την επόμενη μέρα οι Γερμανοί, πιθανά κι αυτοί να υποδείκνυαν τον «κανέναν» όπως συμβαίνει όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες που ο κόσμος γυρίζει την πλάτη του στο πολιτικό σύστημα, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία. Μπροστά σε αυτή την ολοφάνερη τάση απονομιμοποίησης της πολιτικής όσο αυτή ταυτίζεται με επιπλέον φόρους και περικοπές δημοσίων δαπανών για τους πολλούς και νέες παροχές για τους λίγους κανείς δεν έχει το δικαίωμα να δηλώνει αδιάφορος. Πολύ περισσότερο να αντιστρέφει την αιτιακή σχέση, κάνοντας ότι δεν βλέπει πως η λιτότητα και το ΔΝΤ έρχονται χέρι – χέρι με την αποστέρηση της δημοκρατίας από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο.

Αβεβαιότητα για τη διεθνή οικονομία (Διπλωματία, 1ος/2009)

ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ 

Ένα ερώτημα πλανιέται πάνω απ’ όλο τον κόσμο στην αυγή της νέας δεκαετίας: Θα είναι οριστική η έξοδος από την ύφεση που με σαφήνεια καταγράφηκε το 2009 μεταξύ δευτέρου και τρίτου τριμήνου; Ή, αποτελεί μόνο το τέλος του πρώτου μέρους της κρίσης, με τα χειρότερα να ακολουθούν;

Το 2009 η παγκόσμια οικονομία βυθίστηκε στην κόλαση και για πρώτη φορά μετά από χρόνια ξαναείδε τον παράδεισο. Η είσοδος του 2009 φαινόταν να ισοδυναμεί με κινούμενη άμμο, την ίδια εκείνη κινούμενη άμμο που τον Σεπτέμβριο του 2008 είχε παρασύρει την Lehman Brothers. Το πρώτο τρίμηνο του έτους, η πτώση της γερμανικής βιομηχανικής παραγωγής κατά 20%, των εξαγωγών της Ιαπωνίας κατά 50% και της τιμής του πετρελαίου από τα 147 δολ. το βαρέλι που ήταν το καλοκαίρι του 2008 στα 35 δολ. έκανε πολλούς να πιστεύουν ότι το 2009 η παγκόσμια οικονομία θα βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση.

Τα πράγματα τελικά εξελίχθηκαν καλύτερα και όλες οι οικονομίες μέχρι το τέλος του 2009 εξήλθαν τυπικά της ύφεσης καταγράφοντας θετικούς – έστω και οριακά – ρυθμούς μεγέθυνσης. Τίποτε όμως δεν είναι όπως παλιά. Η έξοδος από την ύφεση κι η αργή αλλά σταθερή βελτίωση των ρυθμών μεγέθυνσης δεν μπορεί να συγκαλύψει τις πρωτοφανείς μετατοπίσεις που σημειώθηκαν, ως αποτέλεσμα της περιδίνησης της κρίσης, σε τέσσερις  κατευθύνσεις, οι δύο πρώτες εκ των οποίων αμφισβητούν τον οριστικό χαρακτήρα της εξόδου από την κρίση: Αρχικά, στην ανάδυση ενός μοντέλου μεγέθυνσης πολύ πιο άδικου κοινωνικά από το προηγούμενο καθώς θα συνοδεύεται από υψηλή ανεργία. Δεύτερο, στην μετάσταση της κρίσης στα δημόσια οικονομικά, που ανέλαβαν το κόστος της εξόδου από την κρίση. Τρίτο, στην μετατόπιση του κέντρου βάρους της παγκόσμιας οικονομίας από τη Δύση στην Ανατολή και, τέταρτο, στην αναβάθμιση του κύρους του εθνικού κράτους και την αμφισβήτηση της παντοδυναμίας των αγορών.

Λίγες ημέρες μετά τις πανηγυρικές εκδηλώσεις στο Βερολίνο για την συμπλήρωση 20 χρόνων από την πτώση του Τείχους η Παγκόσμια Υπηρεσία του βρετανικού δικτύου του BBC διενήργησε μια δημοσκόπηση για να διαπιστώσει το κύρος που χαίρει η ελεύθερη οικονομία. Προς έκπληξη πολλών, το 51% από τους 30.000 ερωτηθέντες απάντησε πως ο καπιταλισμός της ελεύθερης αγοράς αντιμετώπιζε εγγενή προβλήματα που έπρεπε να λυθούν με ρύθμιση και μεταρρυθμίσεις. Το 23% ζητούσε ένα εντελώς νέο σύστημα, ποσοστό που στη Γαλλία άγγιζε το 47%. Στις περισσότερες δε από τις μισές χώρες η συντριπτική πλειοψηφία ήθελε οι κυβερνήσεις τους να πάρουν οι ίδιες τον έλεγχο των μεγάλων βιομηχανιών, ενώ το 67% του συνόλου ζητούσε από το κράτος να παρέμβει πιο αποφασιστικά στην αναδιανομή του πλούτου.

Είναι εμφανές ότι τα εντελώς απροσδόκητα αυτά αποτελέσματα δεν θα μπορούσαν να είχαν καταγραφεί σε παλιότερες χρονικές περιόδους, όταν άπαντες υποκλίνονταν στην ελεύθερη αγορά και την ιδιωτική οικονομία. Το κράτος αποκατέστησε το χαμένο του κύρος υπό το βάρος δύο εξελίξεων: της παταγώδους, καταστροφικής αποτυχίας των απορρυθμισμένων αγορών και επίσης των σωτήριων παρεμβάσεών του με τα μέτρα δημοσιονομικής στήριξης τα οποία αποκατέστησαν ξανά την ομαλή κυκλοφορία στις αρτηρίες του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Τρία διαφορετικά και πολύ πρόσφατα γεγονότα, που δεν συνδέονται μεταξύ τους, επιβεβαιώνουν το αναβαθμισμένο κύρος του εθνικού κράτους και την επιστροφή της πολιτικής. Το πρώτο συνέβη στην Ισλανδία, όταν την Τρίτη 5 Ιανουαρίου ο πρόεδρος της χώρας άσκησε το δικαίωμα αρνησικυρίας που διέθετε στην απόφαση της κυβέρνησης να φεσώσει τον κάθε κάτοικο της χώρας με 20.000 ευρώ για να αποζημιωθούν οι Άγγλοι κι οι Ολλανδοί που έχασαν τις αποταμιεύσεις τους τον Οκτώβριο του 2008 με την κατάρρευση της Icesave. Η υπερήφανη στάση των Ισλανδών και μέρους του πολιτικού τους κόσμου, που θα επιβεβαιωθεί και με δημοψήφισμα, αμφισβητεί την προτεραιότητα που δίνουν οι περισσότερες κυβερνήσεις στις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας ακόμη κι όταν αυτές λειτουργούν καταστρεπτικά για το μέλλον της, φαλκιδεύοντας την μελλοντική της ανάπτυξη. Το δεύτερο περιστατικό συνέβη στην Αργεντινή με την απόφαση της προέδρου, Κριστίνα Κίρχνερ, να απολύσει τον κεντρικό τραπεζίτη της χώρας, επειδή αρνούταν να εκτελέσει τις πολιτικές της αποφάσεις σχετικά με τη διαχείριση των συναλλαγματικών διαθεσίμων της χώρας επικαλούμενος την ανεξαρτησία του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος, που έχει εξελιχθεί σε ασυδοσία. Η απόλυση του Μαρτίν Ρεδράδο, που ακυρώθηκε λίγα 24ωρα μετά από το συνταγματικό δικαστήριο της χώρας, είναι βέβαιο ότι θα σκόρπισε χαρά σε πολλά προεδρικά μέγαρα της γηραιάς ηπείρου, που δεν χάνουν ευκαιρία να βάλλουν εναντίον των υπερεξουσιών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία λειτουργώντας  με αποκλειστικό κριτήριο την συγκράτηση του πληθωρισμού, υποσκάπτει συστηματικά την ανάπτυξη, ακυρώνοντας κάθε δυνατότητα δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Ο γάλλος πρόεδρος, Νικολά Σαρκοζύ, για παράδειγμα έχει επανειλημμένες φορές ζητήσει την πολιτική λογοδοσία της ΕΚΤ. Το έπραξε ξανά και στις 7 Ιανουαρίου σε ένα διεθνές συνέδριο με τίτλο Νέα Τάξη – Νέος Καπιταλισμός, όπου δήλωσε ότι το Παρίσι θα καταστήσει την πολιτική των συναλλαγματικών ισοτιμιών κεντρικό θέμα της γαλλικής προεδρίας στην Ομάδα των 8 και των 20 πλουσιοτέρων κρατών της γης (G8 και G20), ζητώντας να αφαιρεθεί προφανώς αυτή η λειτουργία από τις αγορές και τις κεντρικές τράπεζες.

Ο γάλος πρόεδρος δεν έχασε την ευκαιρία να επιτεθεί εναντίον της διπλής απειλής που συνιστούν για το ευρώ από τη μια το δολάριο («δεν μπορούμε να αποκαταστήσουμε την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών μας στην Ευρώπη και το δολάριο να χάνει το 50% της αξίας του έναντι του ευρώ», τόνισε) κι από την άλλη το υποτιμημένο κινέζικο νόμισμα που δίνει μια τρομερή ώθηση στις κινέζικες εξαγωγές. Η επίθεσή του κατά της συναλλαγματικής πολιτικής του Πεκίνου εκφράζει την εντεινόμενη ανησυχία της Δύσης από την άνοδο της οικονομικής επιρροής της Κίνας κι ευρύτερα της Ανατολής, όπως πιστοποιείται από πολλά γεγονότα. Σημαντικότερο όλων ήταν η κατάκτηση από το Πεκίνο του πρώτου βάθρου στις παγκόσμιες εξαγωγές το οποίο μέχρι πέρυσι κι επί δεκαετίες κατείχε η Γερμανία. Το 2009 ήταν κακή χρονιά για τον ανταγωνισμό της Γερμανίας με την Κίνα γιατί η ατμομηχανή της Ευρώπης παρέδωσε επίσης στον ασιατικό γίγαντα και το τρίτο βάθρο που κατείχε στην παγκόσμια οικονομική κατάταξη, μετά τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία. Διατυπώνονται δε βάσιμες προβλέψεις πως φέτος η Κίνα θα κατακτήσει και το δεύτερο βάθρο, εκπαραθυρώνοντας αυτή τη φορά την Ιαπωνία. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης πως η Κίνα έπαιξε το ρόλο που παραδοσιακά ανήκε στις ΗΠΑ, απορροφώντας τις εξαγωγές των ασιατικών χωρών, με αποτέλεσμα να αποκτά βάθος η οικονομική ενοποίηση της Ασίας και αυξημένο πολιτικό κύρος η Κίνα που γίνεται ατμομηχανή εξόδου της ηπείρου από την κρίση. Έτσι, για παράδειγμα, οι εξαγωγές της Νότιας Κορέας τον Δεκέμβρη στην Κίνα σε σχέση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου χρόνου αυξήθηκαν κατά 94%, της Ταϊβάν κατά 91%, της Μαλαισίας κατά 93%, κοκ, όταν οι εισαγωγές αυτών των χωρών στις ΗΠΑ και την ΕΕ συνέχισαν να μειώνονται ή παρέμειναν στάσιμες. Συνολικά οι εισαγωγές της Κίνας τον Δεκέμβρη αυξήθηκαν κατά 56% και το ΑΕΠ της κατά 8%, ως αποτέλεσμα του δημοσιονομικού πακέτου στήριξης που εκταμίευσε το Πεκίνο για να τονώσει την οικονομία, ύψους 586 δισ. δολ.

Η Κίνα όμως δεν ήταν η μοναδική χώρα που ξόδεψε μυθικά ποσά για να στηρίξει τον ιδιωτικό τομέα, σε ένα πρόγραμμα κρατικής παρέμβασης χωρίς προηγούμενο τις τελευταίες δεκαετίες. Η διαφορά της Κίνας με τις υπόλοιπες χώρες ήταν πως εκεί τα χρήματα διοχετεύθηκαν στην οικονομία, τονώνοντας την ενεργό ζήτηση όπως φαίνεται από τα παραπάνω στοιχεία. Στις περισσότερες χώρες αντίθετα του ΟΟΣΑ και σίγουρα στη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ είδαμε το εξής παράδοξο: Τα δημόσια ταμεία να αδειάζουν, οι τιμές των μετοχών να απογειώνονται και από την άλλη το διαθέσιμο εισόδημα να βυθίζεται και η ανεργία να εκτοξεύεται.

«Το αποτέλεσμα των χρηματοδοτικών πακέτων σε κάθε σχεδόν χώρα από την ομάδα των 20 μεγαλύτερων χωρών ήταν η άνοδος των ελλειμμάτων σε επίπεδα πρωτοφανή για καιρό ειρήνης, του χρέους σε επίπεδα τόσο υψηλά ώστε δεν θα υπάρχουν τα πολεμοφόδια για να διεξαχθεί άλλος οικονομικός πόλεμος και ένας λογαριασμός για να καθαρισθεί αυτή η ακαθαρσία τον οποίο οι φορολογούμενοι θα νιώθουν ακόμη και στην επόμενη γενιά. Οι τελευταίες εκτιμήσεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δείχνουν ότι κατά μέσο όρο τα ελλείμματα των προηγμένων κρατών ανέρχονταν στο 1,9% του εθνικού εισοδήματος πριν ξεσπάσει η κρίση το 2007. Αυτό το χρόνο αναμένεται να φθάσουν το 9,7% και το 2010 το 8,7%. Το χρέος του δημόσιου τομέα αναμένεται να εκτιναχθεί από ένα μέσο όρο της τάξης του 78% το 2007 στο 118% το 2014», ανέφεραν οι Financial Times στις 26 Νοέμβρη 2009. Με τις εκτιμήσεις τους φαίνεται καθαρά ότι τα δημοσιονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα δεν αποτελούν την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα. Οι αιτίες τους πρέπει να αναζητηθούν στις αποστολές διάσωσης κατεπείγοντος μάλιστα χαρακτήρα που ανέλαβε το κράτος την τελευταία διετία σε Ανατολή και Δύση, για να αποτρέψει μια συστημική κατάρρευση. Η ίδια εικόνα παρατηρείται και στις ΗΠΑ, με τις περισσότερες πολιτείες (Καλιφόρνια, Μίτσιγκαν, κ.α.) να βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, απολύοντας δημόσιους υπαλλήλους και περικόπτοντας μαζικά κοινωνικές δαπάνες για υγεία και παιδεία.

Τα χρήματα που δαπάνησε όμως το κράτος δεν κατευθύνθηκαν στην παραγωγική οικονομία, αλλά στην πλασματική, σε τράπεζες και χρηματιστήρια που φέρουν το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Έτσι, το 2009 στις ΗΠΑ ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones έκλεισε με κέρδη 19% κι ο δείκτης των εταιρειών νέων τεχνολογιών με κέρδη 22%. Το ίδιο και στην Ευρώπη: ο γαλλικός δείκτης CAC 40 έκλεισε με κέρδη 22%, ο γερμανικός DAX με κέρδη 34% κι ο βρετανικός FTSE με κέρδη 22%, που δεν είχε καταγράψει ποτέ άλλοτε από το 1997! Πραγματικό πάρτι την ίδια ώρα που η παραγωγή μειώθηκε τον χρόνο που μας πέρασε στην Αγγλία κατά 5,8% και το βρετανικό δημόσιο το 2009 και το 2010 θα δανειστεί συνολικά περισσότερα χρήματα απ’ όσα έχει δανειστεί η βρετανική κυβέρνηση από το 1692 μέχρι το 1997!

Στην πραγματική οικονομία όμως η μία αρνητική είδηση διαδέχεται την άλλη. Στην ΕΕ η ανεργία το Νοέμβριο έπληττε 15,7 εκ. εργαζόμενους φθάνοντας το 10%. Κι ήταν η πρώτη φορά αφότου εισήχθηκε το ευρώ που η ανεργία στην ευρωζώνη άγγιξε διψήφια ποσοστά. Συνέβη μάλιστα αυτό όταν η παραγωγή είχε αρχίσει να αυξάνεται! Στο ίδιο ακριβώς ποσοστό βρέθηκε η επίσημη ανεργία και στις ΗΠΑ. Υπολογίζεται μάλιστα πως αν συμπεριληφθούν κι όσοι έπαψαν να ψάχνουν για δουλειά λόγω απογοήτευσης η πραγματική ανεργία ξεπερνάει σημαντικά το 10%. Τα χειρότερα ωστόσο έπονται. «Η ανεργία στην ευρωζώνη αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνει μέχρι το μέσο του χρόνου, ενώ η ανεργία στις ΗΠΑ είναι πιθανό να μείνει στο επίπεδο του 10% ή ελαφρώς υψηλότερα από τώρα μέχρι το καλοκαίρι», ανέφεραν οι Financial Times από την πρώτη τους κιόλας σελίδα στο φύλο του Σαββατοκύριακου 9 – 10 Ιανουαρίου 2010. Η δραματική εικόνα συμπληρώνεται από τις εύστοχες παρατηρήσεις του νέου προέδρου της ΕΕ, Χέρμαν Βαν Ρομπέι, στο συνέδριο του Χριστιανοκοινωνικού κόμματος της Γερμανίας στις αρχές Ιανουαρίου, ο οποίος τόνισε πως η μείωση των επενδύσεων κι η άνοδος της ανεργίας αποκτούν ενδημικό χαρακτήρα στην Ευρώπη, ενώ σε ορισμένες χώρες όπως στην Ιταλία, την Αγγλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο υπάρχει «ταχεία αποβιομηχάνιση».

Αν συνθέσουμε την παραπάνω άκρως νοσηρή εικόνα, δημοσιονομική κρίση ως αποτέλεσμα της ευρύτερης κρίσης – απογείωση των τιμών των μετοχών στα χρηματιστήρια ως αποτέλεσμα των δημοσιονομικών μέτρων στήριξης – και αύξησης της ανεργίας με αποψίλωση της παραγωγικής βάσης, τότε το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει και νέα κρίση, αλλά μόνο το πότε θα ξεσπάσει…

Ευρωεκλογές δεξιάς κυριαρχίας και κρίσης (Μετροπόλιταν, 14/6/2009)

Σταθεροποίηση των δεξιών κυβερνήσεων, ανησυχητική άνοδο της ακροδεξιάς και ήττα των σοσιαλιστικών κομμάτων και της κεντροαριστεράς σε ένα περιβάλλον αδιαφορίας των ευρωπαίων πολιτών για τις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν το μήνυμα των ευρωεκλογών της προηγούμενης Κυριακής.

Ιδανικότερες συνθήκες για τα σοσιαλιστικά κόμματα και την πάσης φύσης Αριστερά στην Ευρώπη δεν μπορούσαν να υπάρχουν για τη διεξαγωγή των ευρωεκλογών: παταγώδης και ομολογημένη αποτυχία των νεοφιλελεύθερων δοξασιών και αναγνώριση της σημασίας που έχει το κράτος και ο δημόσιος τομέας στην ανεμπόδιστη λειτουργία της οικονομίας συνθέτουν ένα πλαίσιο πολιτικών αποφάσεων που εκθέτουν στη δημόσια χλεύη όσους επικαλούνται το αόρατο χέρι των αγορών, νομιμοποιούν την κριτική από τα αριστερά και δίνουν το απαραίτητο επίχρισμα ρεαλισμού στα αιτήματα για κοινωνική προστασία, άνοδο των λαϊκών εισοδημάτων και μείωση των ταξικών αντιθέσεων. Σ’ αυτό ακριβώς όμως το περιβάλλον, όπως θεμελιωδώς διαμορφώθηκε από την βαθύτερη κρίση που έχει γνωρίσει η παγκόσμια οικονομία από τη δεκαετία του ’30, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών σήμανε μια βαθιά στροφή του εκλογικού σώματος προς τα δεξιά. Επίσης, την απονομιμοποίηση της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως αποτέλεσμα του νέου ρεκόρ αποχής.

Ας δούμε όμως πως διαμορφώθηκαν τα αποτελέσματα. Την πρώτη εντύπωση δημιουργεί αναμφισβήτητα η ήττα που κατέγραψαν τα σοσιαλιστικά και εργατικά κόμματα στις χώρες που βρίσκονται στην κυβέρνηση. Πρώτ’ απ’ όλα στην Αγγλία όπου το Εργατικό Κόμμα εκλέχτηκε στην τρίτη θέση, παίρνοντας 16% που είναι το χαμηλότερο ποσοστό στην μεταπολεμική ιστορία του. Οι κάλπες άνοιξαν στην Αγγλία με τον πρωθυπουργό Γκόρντον Μπράουν, που συμπλήρωσε δύο χρόνια στη Ντάουνιγκ Στριτ, να έχει μόλις ολοκληρώσει έναν μίνι ανασχηματισμό μετά την αποχώρηση 6 υπουργών του που επέλεξαν την παραίτησή ως μέσο πίεσης για να τον αναγκάσουν να παραιτηθεί. Έκλεισαν δε με ένα αποτέλεσμα που φέρνει πιο κοντά τις πρόωρες βουλευτικές κάλπες. Εξ’ ίσου αρνητικό ήταν το αποτέλεσμα και για το κυβερνών ισπανικό σοσιαλιστικό κόμμα που βρέθηκε στη δεύτερη θέση κερδίζοντας το 39% των ψήφων έναντι 42% που κέρδισε το δεξιό Λαϊκό Κόμμα του οποίου ηγείται ο Μαριάνο Ραχόι. Ήττα και μάλιστα ταπεινωτική κατέγραψαν οι κάλπες για τους σοσιαλδημοκράτες και στην Πορτογαλία όπου το κόμμα του πρωθυπουργού Ζοζέ Σόκρατες έχασε 18% της δύναμης του κερδίζοντας το 27% των ψήφων. Το δεξιό – παρά την ονομασία του – Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα κέρδισε το 32% των ψήφων εξασφαλίζοντας έτσι περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει την εκλογική μάχη του Σεπτεμβρίου.

Παρά ωστόσο την ήττα των κεντροαριστερών κυβερνήσεων στην Αγγλία, τη Γαλλία, και την Πορτογαλία το μήνυμα των εκλογών της 7ης Ιουνίου δεν ήταν «μαύρισμα» των κυβερνητικών κομμάτων. Σαφής απάντηση δηλαδή στο ερώτημα αν οι εκλογείς αποδοκίμασαν τα κυβερνητικά κόμματα ψηφίζοντας μαζικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν υπάρχει. Αυτό φαίνεται στις χώρες εκείνες που βρίσκεται στην κυβέρνηση η Δεξιά, όπου ναι μεν μειώθηκαν τα ποσοστά τους όχι όμως σε τέτοιο βαθμό ώστε να περάσουν στη δεύτερη θέση. Στη Γαλλία για παράδειγμα το κεντροδεξιό κόμμα του προέδρου Νικολά Σαρκοζύ, UMP, κέρδισε το 28% των ψήφων, ένα ποσοστό χαμηλότερο από το 31% που είχε πάρει στον πρώτο γύρο των προεδρικών του 2007, σχεδόν διπλάσιο όμως από το 16% που είχε κερδίσει στις προηγούμενες ευρωεκλογές. Ο Νικολά Σαρκοζύ επομένως, που είχε δώσει δημοψηφισματικό χαρακτήρα στην μάχη των ευρωεκλογών και γίνεται ο πρώτος πρόεδρος το κόμμα του οποίου κερδίζει ευρωεκλογές από το 1979, βγαίνει ενισχυμένος από την δοκιμασία της προηγούμενης Κυριακής. Πολύ περισσότερο αν δούμε την ήττα του κεντροδεξιού αντιπάλου του, Φρανσουά Μπαϊρού, που κέρδισε 8,5% των ψήφων, και πολύ περισσότερο την συντριβή των σοσιαλιστών που κέρδισαν 16% (από 29% που είχαν πάρει στις προηγούμενες ευρωεκλογές) καταφέρνοντας μόλις και μετά βία να παραμείνουν στη δεύτερη θέση, η οποία διεκδικήθηκε και χάθηκε για κάποια εκατοστά της μονάδας από το νέο κόμμα Ευρώπη – Οικολογία που συγκρότησε ο απόμαχος του Μάη του ’68 Ντανιέλ Κον Μπετίτ με τον πολέμιο της παγκοσμιοποίησης, Ζοζέ Μποβέ.

Εξ ίσου δραματικές ήταν και οι επιδόσεις των γερμανών σοσιαλδημοκρατών οι οποίοι κερδίζοντας το 21% πήραν το χαμηλότερο ποσοστό τους σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο. Τα δύο κόμματα της γερμανικής Δεξιάς (CSU – CSU) είδαν τον ποσοστό τους να μειώνεται από 44% που είχαν πάρει στις εκλογές του 2004 σε 38%. Ωστόσο οι προοπτικές τους για τον Σεπτέμβρη οπότε θα διεξαχθούν βουλευτικές εκλογές διαγράφονται ελπιδοφόρες επειδή το νεοφιλελεύθερο κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών, που συχνά χαρακτηρίζεται κι ως φιλο-επιχειρηματικό λόμπι, κατάφερε να διπλασιάσει τις δυνάμεις του, φθάνοντας στο 12%. Είναι πολύ πιθανό επομένως η γερμανική Δεξιά να πετάξει στο περιθώριο τους σοσιαλδημοκράτες με τους οποίους συγκυβερνά την τελευταία πενταετία και να σχηματίσει μια «καθαρόαιμη» δεξιά κυβέρνηση με το κόμμα των Ελεύθερων Δημοκρατών.

Ανάλογη τάση εδραίωσης παρατηρήθηκε και στην Ιταλία, όπου το κόμμα του μεγιστάνα πρωθυπουργού Σίλβιο Μπερλουσκόνι (παρότι ο ίδιος κολυμπάει στα κάθε είδους σκάνδαλα – ερωτικά, οικονομικά) αναδείχθηκε πρώτο κερδίζοντας το 35% των ψήφων. Η δε κεντροαριστερή αντιπολίτευση του Δημοκρατικού Κόμματος κέρδισε το 28% και μια νέα αφορμή εσωτερικών αντιπαραθέσεων. Πιο ισχυρή από την μάχη των ευρωεκλογών βγήκε κι η δεξιά κυβέρνηση της Πολωνίας του πρωθυπουργού Ντόναλντ Τουσκ ο οποίος κερδίζοντας το 45% των ψήφων το χαρακτήρισε ως νέα ψήφο εμπιστοσύνης.

Το περίγραμμα του νέου πολιτικού χάρτη του Ευρωκοινοβουλίου συμπληρώνεται από την άνοδο των ακροδεξιών, αντιμεταναστευτικών και ξενοφοβικών κομμάτων. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται: Η ιταλική Λίγκα του Βορρά που συμμετέχει στην κυβέρνηση του Μπερλουσκόνι κι είδε το ποσοστό της να αυξάνει στο 11% από 8,3% που είχε στις περυσινές βουλευτικές εκλογές. Το ακροδεξιό Βρετανικό Εθνικό Κόμμα που για πρώτη φορά κέρδισε στις Βρυξέλλες δύο έδρες και μαζί με το Κόμμα Ανεξαρτησίας (UKIP) το οποίο ήρθε δεύτερο κερδίζοντας το 17% των ψήφων συγκροτούν μια ισχυρή ομάδα πίεσης ενάντια στην ΕΕ. Σε ένα ακροδεξιό κι ένα «ευρωσκεπτικιστικό» κόμμα πήγαν 5 επίσης από τις 17 έδρες της Αυστρίας. Στη Ρουμανία ποσοστό 9% κέρδισε το υπερεθνικιστικό Κόμμα Μεγαλύτερης Ρουμανίας που επιτίθεται συνεχώς στην ουγγρική μειονότητα της Τρανσιλβανίας. Στη γειτονική Ουγγαρία το ακροδεξιό κόμμα Jobbik («Για μια καλύτερη Ουγγαρία») που κατηγορεί συνεχώς τους Ρόμα κέρδισε το 15% των ψήφων περνώντας στη δεύτερη θέση! Στη δεύτερη θέση βρέθηκε και το ολλανδικό ακροδεξιό Κόμμα για τις Ελευθερίες συγκεντρώνοντας το 17% των ψήφων. Στη Δανία το Δανικό Λαϊκό Κόμμα κέρδισε το 15% και στην Φινλανδία το κόμμα «Γνήσιοι Φιλανδοί» το 10%. 

Η μουντή εικόνα ολοκληρώνεται από την μεγάλη αποχή, καθώς τον «κόπο» να πάει μέχρι τις κάλπες έκανε μόνο το 43% των ψηφοφόρων, παρά την εκτεταμένη διαφημιστική εκστρατεία. Το γεγονός μάλιστα ότι από το 1979, οπότε ξεκίνησαν οι ευρωβουλευτές να εκλέγονται απ’ ευθείας, η συμμετοχή μειώνεται σταθερά βεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για ένα τυχαίο ή συγκυριακό γεγονός. Οι αιτίες του μειωμένου ενδιαφέροντος των ευρωπαίων ψηφοφόρων δεν μπορούν να αναζητούνται στο διηνεκές στην ελλιπή πληροφόρηση ή την άγνοια του γεγονότος ότι 3 στις 4 νόμους του εθνικού κοινοβουλίου αποτελούν ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο αποφάσεων της ΕΕ – επιχείρημα που κατά κόρον ακούστηκε αυτές τις μέρες. Η βαθύτερη αιτία – κατά τη γνώμη μας – πρέπει να αναζητηθεί στο δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ, το οποίο πρόσφατα είχε επισημάνει κι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κ. Παπούλιας. Η αιτία επομένως έγκειται στο ότι οι ευρωπαίοι πολίτες ξέρουν ότι δεν μπορούν να παρέμβουν σε εκείνα τα κέντρα αποφάσεων όπου πράγματι κρίνονται οι τύχες όλων μας. Η ταύτιση άλλωστε των Βρυξελλών με ότι πιο κακόφημο κυκλοφορεί στο χώρο της πολιτικής – φορομπηχτικά μέτρα, περιορισμός ασφαλιστικών δικαιωμάτων, οδηγία Μπολκεστάιν, παραχώρηση στο Ισραήλ ειδικής σχέσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενάντια μάλιστα στην απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου – δεν μπορεί να μην έχει κι ένα αντίτιμο. Το ίδιο ισχύει και για την σοσιαλδημοκρατία που καλείται να καταβάλλει το κόστος των συντηρητικών πολιτικών επιλογών της, όπως φάνηκαν περίτρανα από την πρόταση για υπερψήφιση του Μανουέλ Μπαρόζο στην προεδρία της Επιτροπής. Όταν Μπράουν, Θαπατέρο και Σόκρατες στηρίζουν τον δηλωμένο φιλοαμερικανό και υπέρμαχο της λιτότητας Μπαρόζο, όταν στις χώρες τους η ανεργία φθάνει το 18% και τα πολιτικά – οικονομικά σκάνδαλα μονοπωλούν το ενδιαφέρον δικαιούνται να παραπονούνται ότι δεν καταλαβαίνει ο κόσμος τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς;

Συμμετοχή στις ευρωεκλογές: 1979:   62%, 1984 : 59%, 1989 : 58%, 1994:   57%, 1999:   50%, 2004:  45%, 2009:  43%

Αρέσει σε %d bloggers: