Διατεταγμένη η αλλαγή σκυτάλης στην Υεμένη (Επίκαιρα, 31/3-7/4/2011)

Μια ματιά να ρίξει κανείς στον χάρτη φαίνεται πεντακάθαρα η στρατηγική σημασία της Υεμένης στην εξασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας μεταξύ της Αραβικής Θάλασσας και του Ινδικού Ωκεανού από τη μια και της Ερυθράς Θάλασσας που οδηγεί στην Μεσόγειο από την άλλη. Η σημασία της Υεμένης υπογραμμίζεται πολύ περισσότερο μετά την κατάρρευση του καθεστώτος της Σομαλίας και την κυριαρχία των πειρατών που έχουν μετατρέψει το πέρασμα από τον Κόλπο του Άντεν σε περιπέτεια, εκτοξεύοντας τα ναύλα στα ύψη. Γίνεται έτσι εμφανές ότι καμιά δυτική χώρα δεν θα άφηνε να προσλάβουν ανεξέλεγκτο χαρακτήρα οι εξελίξεις στην Υεμένη.

Ο κίνδυνος αυτός έγινε ορατός την Παρασκευή 18 Μάρτη όταν ελεύθεροι σκοπευτές που είχαν παραταχθεί με εντολή του καθεστώτος σε ταράτσες απέναντι από το πανεπιστήμιο στην πρωτεύουσα της Υεμένης σκόρπισαν το θάνατο. Περισσότεροι από 50 άοπλοι διαδηλωτές έχασαν τη ζωή τους σύμφωνα με όλες τις πηγές. Το λουτρό αίματος που διέταξε ο επί 32 χρόνια πρόεδρος της χώρας, Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ, αποδείχθηκε ωστόσο και ο επιθανάτιος ρόγχος του καθεστώτος του, καθώς οδήγησε την κατακραυγή εντός και εκτός της χώρας του σε πρωτοφανή ύψη, αφήνοντας ανοιχτό μόνο το πότε και το πως και όχι το αν θα παραδώσει τη σκυτάλη.

Ρόλο καταλύτη στις μετέπειτα εξελίξεις φαίνεται να έπαιξε η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών, Αμπού Μπακρ αλ Κιρμπί, στο Ριάντ, όπου συναντήθηκε με αξιωματούχους του Σαουδαραβικού καθεστώτος, με σκοπό να ζητήσει τη στήριξή τους. Η αρνητική απάντηση του Ριάντ σε συνδυασμό με μια βροχή παραιτήσεων πρωτοκλασσάτων στελεχών του καθεστώτος την ίδια ακριβώς ημέρα, στις 21 Μάρτη, αποτέλεσε τη χαριστική βολή για τον Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ και τον άμεσο λόγο που τον οδήγησε να διαπραγματευθεί την αποχώρησή του παρότι μόλις πριν λίγες εβδομάδες, όταν ξεκίνησε η «αραβική άνοιξη», δήλωνε πως θα υπερασπιστεί το καθεστώς του με την τελευταία σταγόνα του αίματός του. Μεταξύ των παραιτηθέντων ήταν οι πρέσβεις της Υεμένης στα Ηνωμένα Έθνη, τη Σαουδική Αραβία και τον Λίβανο, ο υπουργός Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ο υπουργός Τουρισμού, ο επικεφαλής του κρατικού πρακτορείου ειδήσεων και ο στρατηγός Αλί Μοχσέν αλ Αχμάρ θεωρούμενος ως νούμερο δύο του καθεστώτος και ο άνθρωπος που μοιράστηκε σχεδόν την προεδρία με τον Σαλέχ από το 1979. Η απειλή του μάλιστα πως θα στείλει την Πρώτη Μεραρχία Τεθωρακισμένων, που διατηρούσε υπό τον έλεγχό του, να περιφρουρήσει την μεγάλη λαϊκή διαδήλωση που είχε προγραμματιστεί για τις 25 Μάρτη, ενέτεινε τους φόβους για τον κίνδυνο εμφυλίου καθώς ισχυρά τμήματα του στρατού θα βρίσκονταν αντιμέτωπα το ένα με το άλλο.

Εξ ίσου καθοριστικό ρόλο για την απόφαση του Σαλέχ να εγκαταλείψει την προεδρία έπαιξε και η απόφαση του Σαντίρ Αλ Αχμάρ, ηγέτη της μεγαλύτερης φυλής της χώρας από την οποία προέρχεται και ο ίδιος ο πρόεδρος Σαλέχ, να στηρίξει τους διαδηλωτές. Η απόφασή του μάλιστα ανακοινώθηκε την ίδια μέρα που το Ριάντ έγνεψε αρνητικά στο αίτημα του Σαλέχ για στήριξη και παραιτήθηκαν τα στελέχη του, την Τρίτη 21 Μάρτη… Να σημειωθεί μάλιστα ότι έναν μήνα πριν και ο αδερφός αυτού του ηγέτη, ο Χουσεΐν αλ Αχμάρ, είχε εγκαταλείψει κόμμα και κυβέρνηση, αποδυναμώνοντας καθοριστικά την βάση στήριξης του Σαλέχ, δεδομένου ότι αναφερόμαστε σε μια χώρα ασυνήθιστα εύθραυστη η οποία απέκτησε ενιαία υπόσταση μόλις το 1990 κι όπου οι φυλές αποτελούν τα ισχυρότερα κέντρα νομιμοποίησης κάθε εξουσίας. Είναι πολύ χαρακτηριστικό σε αυτή την κατεύθυνση πως στις συνομιλίες που διεξάγονται όλο αυτό το διάστημα στο παρασκήνιο για να ολοκληρωθεί με ένα συντεταγμένο τρόπο η αλλαγή σκυτάλης στην ηγεσία της Υεμένης, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ του διεθνούς Τύπου, συμμετέχουν αρχηγοί ή αντιπρόσωποι των φυλών…

Το Ριάντ που σύμφωνα με ρεπορτάζ των Financial Times της προηγούμενης Τετάρτης 23 Μάρτη διατηρεί στα μισθολόγιά του πολλούς ηγέτες φυλών και του ίδιου του στρατού της Υεμένης, αποκλείεται να «άδειαζε» τον Σαλέχ αν δεν είχε εξασφαλίσει πως η σκυτάλη θα περάσει σε εξ ίσου έμπιστα χέρια. Γιατί, οι Σαουδάραβες μπορεί να μη συγχώρεσαν ποτέ τον Σαλέχ που στήριξε την επέμβαση του Σαντάμ Χουσεΐν στο Κουβέιτ το 1990, στο πρόσωπό του όμως είχαν βρει έναν έμπιστο σύμμαχο ο οποίος συμμεριζόταν τις ανησυχίες των Σαουδαράβων για την ασφάλεια της κοινής συνοριακής γραμμής, μήκους 1.800 χιλιομέτρων που συνδέει τις δύο χώρες. Προς επίρρωση η ανοχή που επέδειξε στα τέλη του 2009 όταν ο στρατός της Σαουδαραβίας επιχειρούσε ακόμη και στο εσωτερικό της Υεμένης για να αντιμετωπίσει την εξέγερση των Χούτι. Αντίθετα με τους Σαουδάραβες, αξίζει να σημειωθεί, που εγκατέλειψαν την κρίσιμη ώρα τον Σαλέχ οι Αμερικάνοι δεν φάνηκαν το ίδιο αποφασιστικοί. Έτσι, παρότι ο Λευκός Οίκος επέκρινε το καθεστώς της Υεμένης για την σφαγή των άοπλων διαδηλωτών στις 19 Μάρτη, δεν ανέφερε ούτε μία λέξη στην ανακοίνωσή του για την ανάγκη να παραδώσει την εξουσία – όπως έκανε όχι μόνο το Ριάντ αλλά και το Παρίσι, διεκδικώντας ρόλο στην επόμενη μέρα.

Κοινή συνισταμένη των διάφορων στρατηγικών που χαράσσονται αποτελεί η ανάθεση της εξουσίας σε ένα πολιτικό συμβούλιο που θα αναλάβει τη μετάβαση στο νέο καθεστώς και τη διενέργεια εκλογών. Το ερώτημα όμως που μένει αναπάντητο (ακόμη κι αν φτάσουν σε αίσιο τέλος οι διαπραγματεύσεις που είναι σε εξέλιξη ενώ γράφονται αυτές οι γραμμές για την αποχώρηση του Σαλέχ) είναι κατά πόσο η επόμενη μέρα θα δικαιώνει το αίμα τόσων δεκάδων ανθρώπων που χάθηκαν για να ξεριζωθεί η απολυταρχία και πολύ περισσότερο η φτώχεια που φτάνει σε επίπεδα ρεκόρ, με αποτέλεσμα η Υεμένη να αποτελεί την πιο φτωχή χώρα της Αραβικής χερσονήσου. Αυτό το δράμα χωρίς τέλος ουδέποτε αντιμετωπίστηκε από τις αθρόες χρηματοδοτήσεις των ΗΠΑ, ύψους 300 εκ. δολ. κατ’ έτος που απορροφούνταν μόνιμα από τον στρατό και τις προσωπικές καταθέσεις που διατηρούσαν στην Ελβετία αξιωματούχοι του καθεστώτος και του στρατού.

Το συνεχές παρόν που δίνουν στις διεργασίες της μετάβασης όλοι αυτοί που ευθύνονται για τη σημερινή κατάσταση, από ξένες δυνάμεις και φύλαρχοι μέχρι στρατηγοί – με μοναδική εξαίρεση τον Σαλέχ, δεν εγγυάται ότι η επόμενη μέρα θα διαφέρει ουσιαστικά από την σημερινή.

Ομολογία ήττας οι συνομιλίες στο Αφγανιστάν (Διπλωματία, 1ος/2010)

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΠΡΟΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΝΑΤΟ ΣΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΤΑΛΙΜΠΑΝ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ 

Στη χειρότερη θέση της πολιτικής του καριέρας πρέπει να βρέθηκε ο νέος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκς Ρασμούσεν, την Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010, όταν από την Κωνσταντινούπολη διαβεβαίωνε ότι το ΝΑΤΟ δεν προτίθεται να δωροδοκήσει τους Ταλιμπάν για να εγκαταλείψουν το αντάρτικο και να ενταχθούν στην αφγανική κυβέρνηση.

Γιατί, η πραγματικότητα είναι πως η μοναδική ουσιαστικά απόφαση της διεθνούς συνόδου για το Αφγανιστάν που οργανώθηκε στις 28 Ιανουαρίου στην βρετανική πρωτεύουσα αφορούσε την οργανωμένη και επίσημη πλέον προσπάθεια προσεταιρισμού, καλύτερα εξαγοράς των μετριοπαθών Ταλιμπάν. Κι επειδή …δει δη χρημάτων κι άνευ τούτων ουδέν, η ίδια αυτή διάσκεψη ολοκλήρωσε τις εργασίες με την συγκέντρωση ενός σεβαστού ποσού, της τάξης των 140 εκ. δολ. που συγκεντρώθηκε από τους εκπροσώπους των 50 παριστάμενων κυβερνήσεων, με το οποίο θα επιχειρηθεί η ενσωμάτωση των Ταλιμπάν.

Άλλωστε η προσπάθεια δημιουργίας ρηγμάτων στις τάξεις των Ταλιμπάν, που από 400 που εκτιμούνταν το 2004 έχουν ξεπεράσει σύμφωνα με ΝΑΤΟϊκές πηγές τους 30.000, δεν είναι καινούργια. Όλο το προηγούμενο διάστημα, στο παρασκήνιο φυσικά και χωρίς να δοθεί η ανάλογη δημοσιότητα, πραγματοποιήθηκαν ουκ ολίγες επαφές μεταξύ των Ταλιμπάν και της αφγανικής κυβέρνησης ή των Δυτικών.

Η σημαντικότερη εξ αυτών πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2008 στη Σαουδική Αραβία. Το βασίλειο των Σαούντ, που επιφορτίστηκε και με επιπλέον διαμεσολαβητικά καθήκοντα από τη διάσκεψη του Λονδίνου, δεν επιλέγηκε τυχαία. Οι Ταλιμπάν το εμπιστεύονται περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση καθώς η Σ. Αραβία με το Πακιστάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν οι μοναδικές χώρες που αναγνώρισαν το καθεστώς τους στο Αφγανιστάν που κυβέρνησε από το 1996 μέχρι το 2001, όταν ανατράπηκε από την αμερικανο-νατοϊκή επέμβαση. Οι επαφές όμως που έγιναν  σημαδεύτηκαν από μια σειρά διαφωνίες γύρω από κρίσιμα θέματα που εξακολουθούν να απαντιούνται διαφορετικά από την κυβέρνηση του Αφγανιστάν, τις ΗΠΑ και τους Ταλιμπάν. Κατά πρώτον αφορούν το χρόνο έναρξης των συνομιλιών καθώς οι ΗΠΑ επιλέγουν να έχει ξεκινήσει η αντεπίθεση που ετοιμάζουν για την άνοιξη και οι Ταλιμπάν να βρίσκονται σε θέση άμυνας, χωρίς ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη. Η κυβέρνηση του Καρζαΐ αντίθετα θέλει να ξεκινήσουν …χτες. Οι διαφωνίες επίσης αφορούν στα πρόσωπα που θα συμμετέχουν στον διάλογο. Η Ουάσιγκτον και το Ριάντ επιμένουν στους μετριοπαθείς Ταλιμπάν εξαιρώντας τον σκληρό πυρήνα. Ο Καρζαΐ αντίθετα θέλει και τον ίδιο τον μουλά Ομάρ και γι αυτό το λόγο δεν αποκλείεται, σύμφωνα με την Wall Street Journal στις 3 Φεβρουαρίου, να ζητηθεί από τον ΟΗΕ να διαμεσολαβήσει ώστε να βγει το όνομά του από την μαύρη λίστα των τρομοκρατών! Η πίεση για τη συμμετοχή των πλέον υψηλόβαθμων Ταλιμπάν στις συνομιλίες γίνεται ασφυκτικότερη λόγω και της αμφισβήτησης της εξουσίας που διαθέτουν αυτοί που ήδη συμμετείχαν στις επαφές του Αυγούστους του 2008. Αν θέλουν να είναι δεσμευτικοί και τελεσίδικοι οι όροι των συμφωνιών δεν υπάρχει άλλη λύση από την εμπλοκή στις συνομιλίες των πρωτοκλασάτων στελεχών των Τλαιμπάν όπως ο μουλάς Ομάρ.

Επαφές με τους Ταλιμπάν ωστόσο έχουν γίνει και σε ανώτερα επίπεδα, που αντανακλούν πιο ευθύγραμμα και χωρίς στρεβλώσεις τη βούληση της Δύσης. Όπως αποκάλυπταν οι Financial Times στις 29 Ιανουαρίου, σε ρεπορτάζ  από τη διάσκεψη του Λονδίνου «εξέχοντα πρόσωπα της ηγεσίας των Ταλιμπάν συναντήθηκαν μυστικά με τον αντιπρόσωπο των Ηνωμένων Εθνών για το Αφγανιστάν για να συζητήσουν τη δυνατότητα να καταθέσουν τα όπλα τους». Η συνάντηση που έγινε στο Ντουμπάι στις 8 Ιανουαρίου ήταν τόσο… προωθημένη ώστε συζητήθηκε ακόμη κι ο τόπος των μελλοντικών επαφών με τους Ταλιμπάν να δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν οι συναντήσεις να διεξαχθούν σε κάποια στρατιωτική βάση, αλά αντίθετα επιθυμούν να γίνονται δημόσια.

Οι Ταλιμπάν τέλος, αν και διαψεύδουν όλα τα σχετικά δημοσιεύματα με την επισήμανση πως καμιά διαπραγμάτευση δεν μπορεί να γίνει με την παρουσία των ξένων εισβολέων στο έδαφος του Αφγανιστάν – θέτοντας ως όρο την αποχώρησή τους, με άλλα λόγια – δεν πείθουν ότι αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης.

Η τακτική των αμερικανο-νατοϊκών όσο κι αν ενδύεται τα άμφια της εθνικής συμφιλίωσης δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι είναι προϊόν ανάγκης, σημάδι της αυξανόμενης αδυναμίας τους να νικήσουν τους Ταλιμπάν στο πεδίο των μαχών – όπου η υπεροχή των δυνάμεων κατοχής θα έπρεπε να είναι αδιαμφισβήτητη… Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν έχει μπει στον δέκατο χρόνο, χωρίς προοπτική νίκης, οι απώλειες των Αμερικανών είναι θέμα ημερών να φτάσουν τις 1.000 και το βάρος συντήρησης του μετώπου στα δημόσια οικονομικά, στο φόντο της κρίσης, γίνεται πλέον δυσβάσταχτο όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά για όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ. Αυτή, την αυξανόμενη πίεση εξέφρασε κι η βαθιά αντιφατική απόφαση του Ομπάμα να ανακοινώσει την αποστολή επιπλέον 30.000 στρατιωτών, που προδικάζει ένταση των μαχών, μαζί με την ημερομηνία έναρξης αποχώρησης τον Ιούλιο του 2011, που εκ των πραγμάτων δημιουργεί κλίμα χαλάρωσης στις τάξεις του στρατού. Στις τάξεις δε των Ταλιμπάν κλίμα νίκης, καθώς είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται ως καρπό των προσπαθειών τους την εγκατάλειψη από τη Δύση του στόχου εξουδετέρωσής τους. Έτσι, γεννιέται το ερώτημα γιατί οι Ταλιμπάν να συμφωνήσουν στην παράδοση των όπλων τους όταν ξέρουν πως ο χρόνος κυλάει με το μέρος τους;

Νίκη της Χαμάς στη Γάζα (Διπλωματία, 1/2009)

ΧΩΡΙΣ ΟΦΕΛΗ ΥΠΟΧΩΡΗΣΕ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ

ΔΙΕΘΝΗΣ ΚΑΤΑΚΡΑΥΓΗ ΓΙΑ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ

Τεράστιο είναι το κόστος σε ανθρώπινες ζωές που πλήρωσαν, για μια ακόμη φορά, οι Παλαιστίνιοι από τον πόλεμο των 22 ημερών στη Γάζα ενώ εξαιρετικά αμφίβολα από την άλλη είναι τα υποτιθέμενα κέρδη των Ισραηλινών. Είναι πραγματικά άξιο απορίας κατά πόσο στην πολεμική ιστορία έχει καταγραφεί άλλη φορά ένα τόσο ανισοβαρές αποτέλεσμα μετά από μια μάχη, όπως αυτό που σημειώθηκε μετά τον πόλεμο των τριών εβδομάδων στη Γάζα. Από τη μια μεριά οι Παλαιστίνιοι έχασαν περισσότερους από 1.300 ανθρώπους εκ των οποίων οι 894 ήταν άμαχοι κι απ’ αυτούς οι 400 παιδιά. Επίσης 4.100 σπίτια καταστράφηκαν ολοσχερώς και 17.000 έπαθαν σημαντικές ζημιές ενώ δεκάδες κτίρια που στέγαζαν υπουργεία και διοικητικές υπηρεσίες ισοπεδώθηκαν. Από την άλλη πλευρά οι Ισραηλινοί έχασαν 13 ανθρώπους κι αυτό όχι τυχαία καθώς το τρίτο μέρος της επιχείρησης που προέβλεπε την είσοδο πεζών τμημάτων στις πυκνοκατοικημένες πόλεις της Γάζας ουδέποτε πραγματοποιήθηκε για να μην υπάρξουν σημαντικές απώλειες. Αυτοί οι 13 Ισραηλινοί ήταν οι μοναδικές απώλειες του εβραϊκού κράτους αν μείνουμε στα μετρήσιμα. Διαφορετικά, η εισβολή στη Γάζα συνιστά ένα πρωτοφανές για την ιστορία του Ισραήλ ηθικό πλήγμα. Η εισβολή στη Γάζα ήταν για την ακρίβεια η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι με τα εγκλήματα πολέμου που έχει διαπράξει το εβραϊκό κράτος από το 1948, όταν η εγκατάσταση των Ισραηλιτών στην Παλαιστίνη σήμανε την δική τους καταστροφή (Νάκμπα, στα παλαιστινιακά) και τη μετατροπή τους σε πρόσφυγες. Ο βομβαρδισμός σχολείων που οδήγησε στο θάνατο περισσότερα από 40 παιδιά και της αποθήκης τροφίμων του ΟΗΕ, η δολοφονία οδηγών φορτηγών του ΟΗΕ που μετέφεραν ανθρωπιστική βοήθεια, η συνεχής χρήση βομβών λευκού φωσφόρου και άλλα πολλά ώθησαν ανεξάρτητους οργανισμούς και δικαστικούς λειτουργούς να αρχίσουν τη συγκέντρωση στοιχείων για να δικαστούν οι ηθικοί και φυσικοί υπαίτιοι της σφαγής στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ως εγκληματίες πολέμου. Το Ισραήλ από την άλλη, ξέροντας πόσο πιθανό είναι πλέον να δει ανώτερα στρατιωτικά και πολιτικά του στελέχη να σύρονται στις ατιμωτικές διαδικασίες του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου απαγόρευσε, όπως ανέφερε ανταπόκριση του Associated Press από την Ιερουσαλήμ στις 25 Ιανουαρίου, την δημοσίευση φωτογραφιών και ονομάτων αξιωματικών που ηγήθηκαν της επίθεσης στη Γάζα! Γι αυτό εξαφανίστηκαν τα κοντινά πλάνα. Η πρόνοια που επιδεικνύουν δικαιολογείται κι από το γεγονός ότι κι άλλες φορές στο παρελθόν ισραηλινοί αξιωματούχοι κινδύνευσαν να συλληφθούν και να παραπεμφθούν για εγκλήματα πολέμου. Το 2001 ήταν ο τότε πρωθυπουργός, Αριέλ Σαρόν, που κατηγορήθηκε από το Βέλγιο για τη σφαγή στα παλαιστινιακά στρατόπεδα Σάμπρα και Σατίλα του Λιβάνου το 1982. Το 2005 ήταν ένας άλλος στρατηγός ε.α. που απέφυγε τη σύλληψη από τη βρετανική αστυνομία επιλέγοντας να μην βγει από το Χίθροου και να φύγει για το Τελ Αβίβ με την επόμενη πτήση. Ενώ τώρα το ένταλμα που εκδόθηκε από την ισπανική δικαιοσύνη στις 29 Ιανουαρίου εναντίον επτά αξιωματικών του ισραηλινού στρατού με αφορμή αεροπορικό βομβαρδισμό που διέταξαν στις 22 Ιουλίου 2002 για να σκοτώσουν στέλεχος της Χαμάς στέλνοντας στο θάνατο μαζί του και 14 ακόμη Παλαιστίνιους θεωρείται ότι ανοίγει την αυλαία για ένα μπαράζ ενταλμάτων σύλληψης εναντίον Ισραηλινών. Το Ισραήλ λοιπόν είδε το ηθικό του ανάστημα να ισοπεδώνεται. Τι κέρδισε σε αντάλλαγμα πέρα από την νοσηρή και πρόσκαιρη ικανοποίηση της δολοφονίας εκατοντάδων Παλαιστινίων; Η Χαμάς κι οι άλλες ένοπλες παλαιστινιακές οργανώσεις δεν έπαψαν ακόμη και την τελευταία μέρα πριν την ανακωχή να εκτοξεύουν ρουκέτες, που είναι το μοναδικό μέσο αντίστασης στην κατοχή που διαθέτουν. Η ικανότητα λοιπόν των αντιστασιακών οργανώσεων να πλήττουν το ισραηλινό έδαφος, που παρουσιάστηκε ως στόχος της επίθεσης, δεν μειώθηκε καθόλου. Ούτε η Χαμάς δέχθηκε σημαντικά πλήγματα, οπότε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιτεύχθηκε ο στόχος του Ισραήλ να εξαλείψει τη Χαμάς, καθώς δεν έχασε τόσα πολλά κορυφαία στελέχη, ούτε από την άλλη εξαρτιόταν τόσο καθοριστικά από τα κτίρια και τα γραφεία όπου στεγάζονταν οι κυβερνητικές υπηρεσίες για να συνεχίσει να έχει τον έλεγχο της Λωρίδας. Κέρδισε ωστόσο το Ισραήλ μια συμφωνία με την αμερικανίδα υπουργό Εξωτερικών Κοντολίζα Ράις, την οποία υπέγραψε λίγες ώρες πριν εγκαταλείψει τον Λευκό Οίκο ο Μπους, για την καταστροφή των τούνελ που βρίσκονται κάτω από τα σύνορα με την Αίγυπτο με το αιτιολογικό ότι από κει η Χαμάς επιδίδεται σε λαθρεμπόριο όπλων, η οποία ωστόσο μένει να υλοποιηθεί… Και περισσότερο να βρεθεί αυτός που θα την υλοποιήσει, που θα αναλάβει δηλαδή το πολιτικό κατ’ αρχήν κόστος να σφραγίσει και την τελευταία χαραμάδα αέρα από την οποία αναπνέει ο αποκλεισμένος παλαιστινιακός λαός μετά το απάνθρωπο εμπάργκο που του επιβλήθηκε πριν τρία χρόνια. Στον απολογισμό του πολέμου να περιληφθεί και το τεράστιο κύρος που απέκτησε η ισλαμική μαχητική οργάνωση Χαμάς στο βαθμό που σήκωσε ολόκληρο σχεδόν το βάρος της σύγκρουσης με το Ισραήλ, χωρίς να χαρακτηριστεί υπαίτια του πολέμου ούτε από τους Παλαιστίνιους ούτε από τους λαούς και τους ηγέτες των αραβικών χωρών. Μοναδική εξαίρεση ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς, που της απέδωσε την ευθύνη για την επίθεση των Ισραηλινών κι ο οποίος συγκαταλέγεται στους μεγάλους χαμένους της επίθεσης στη Γάζα, καθώς η εξουσία του αμφισβητείται ακόμη και στη Δυτική Όχθη, που θεωρούταν προπύργιό του. Συντριπτικά ωστόσο ήταν και τα διπλωματικά πλήγματα που δέχτηκε το Ισραήλ με αφορμή τις κτηνωδίες που διέπραξε στη Γάζα από δύο κυρίως κατευθύνσεις, την Άγκυρα και το Ριάντ. Η Τουρκία ήταν κατά τις τελευταίες δεκαετίες ένα από τα πιο φιλικά προς το Ισραήλ κράτη της ευρύτερης περιοχής. Οι δεσμοί τους διατηρήθηκαν στενοί ακόμη και μετά την άνοδο του ισλαμικού κόμματος του Ταγίπ Ερντογάν στη εξουσία, όταν δηλαδή έπαψε να τους ενώνει το γεγονός πως αποτελούσαν τις μοναδικές κοσμικές νησίδες σε μια εχθρική μουσουλμανική λαοθάλασσα. Μάρτυρας οι μυστικές διαμεσολαβητικές προσπάθειες που ανέλαβε η Τουρκία μεταξύ Συρίας και Ισραήλ και παλιότερες προσπάθειες της μεταξύ Ισραήλ και Πακιστάν, όπως περιέγραφε ο ίδιος ο τούρκος πρωθυπουργός στο αμερικανικό περιοδικό Newsweek της 9ης Φεβρουαρίου, μετά την οργισμένη του φραστική επίθεση προς το ισραηλινό πρόεδρο, Σιμόν Πέρες, στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός. Η αλληλεγγύη του τούρκου πρωθυπουργού προς το λαό της Γάζας, σε συνδυασμό με τη σταθερή του θέση ότι η Δύση πρέπει να αναγνωρίσει τη Χαμάς και να συνομιλήσει επισήμως μαζί της για την λύση του Παλαιστινιακού, προκάλεσε κύματα ενθουσιασμού μεταξύ των Παλαιστινίων και αισθήματα ευγνωμοσύνης από τη μεριά όλων των Αράβων προς την Άγκυρα. Γεγονός που, ειρήσθω εν παρόδω, μπορούμε να εικάσουμε ότι θα διευκολύνει σε πρωτοφανή για τα μέχρι σήμερα δεδομένα βαθμό την υιοθέτηση των τουρκικών θέσεων από τα αραβικά κράτη για τα επίμαχα και ανοικτά ελληνοτουρκικά θέματα, περιλαμβανομένου του Κυπριακού. Πολύ περισσότερο αν ταυτόχρονα η στάση της Ελλάδας κριθεί με βάση τις αθρόες διευκολύνσεις που προσφέρει η Αθήνα στην ισραηλινή αεροπορία για να διενεργεί αεροναυτικές ασκήσεις ή στην ισραηλινή κυβέρνηση για να μεταφέρει οπλισμό μέσω του λιμανιού του Αστακού. Μετά λοιπόν το άδοξο τέλος των ισραηλινο-συριακών διαπραγματεύσεων με αφορμή την επίθεση στη Γάζα, η Άγκυρα βλέπει να καταρρέουν σχεδόν οριστικά οι σχέσεις εμπιστοσύνης που είχε οικοδομήσει με το Τελ Αβίβ και αρκετές φορές στο πρόσφατο παρελθόν είχαν διέλθει κρίση, όπως για παράδειγμα το 2004 όταν ο Ερντογάν αποκάλεσε το Ισραήλ κράτος τρομοκράτη με αφορμή τη δολοφονία του τετραπληγικού σεΐχη Αχμέντ Γιασίν, ιδρυτή της Χαμάς, με αφορμή επίσης την επίσκεψη του ηγέτη της Χαμάς, Χαλίντ Μεσάαλ, στην Τουρκία, κ.α. Το Ισραήλ επίσης βλέπει να τρίζουν ακόμη κι αυτές οι λίγες συμμαχίες που έχει οικοδομήσει στον αραβικό κόσμο. Το καμπανάκι του κινδύνου σήμανε απειλητικά από ένα κυριολεκτικά βαρυσήμαντο άρθρο του Σαουδάραβα Τουρκί αλ Φαϊσάλ που δημοσιεύτηκε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 23 Ιανουαρίου. Δεν πρόκειται για ένα τυχαίο πρόσωπο. Διευθυντής κατά το παρελθόν των μυστικών υπηρεσιών της πατρίδας του, και πρεσβευτής στην Αγγλία και τις ΗΠΑ «εκφράζεται πάντα με προσοχή και συγκράτηση», επεσήμαινε τρεις μέρες αργότερα σε εντιτόριάλ της η βρετανική εφημερίδα και τόνιζε επίσης ότι «αυτός και ο αδερφός του υπουργός Εξωτερικών πρίγκιπας Σαούντ αλ Φαϊζάλ εκφράζουν την φιλοαμερικανική τάση του βασιλείου στον κόσμο για περισσότερες από τρεις δεκαετίες». Όλα αυτά επισημαίνονταν για να δοθεί η δέουσα προσοχή στο άρθρό του. Τι έλεγε; Πρώτον, οι Αμερικάνοι έχουν τεράστια ευθύνη! Δεύτερον, Αμερικάνοι και Ισραηλινοί να μην τους θεωρούν δεδομένους και τρίτον η πρότασή τους προς το Ισραήλ (επιστροφή στα εδάφη του ’67 έναντι αυτόματης αναγνώρισης τους από όλο τον αραβικό κόσμο) δεν θα είναι για πολύ καιρό ακόμη στο τραπέζι! Αξίζει να μεταφέρουμε ορισμένα αποσπάσματα. «Ο βασιλιάς Αμπντάλα μίλησε για ολόκληρο τον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο όταν είπε στην αραβική σύνοδο του Κουβέιτ πως αν και η αραβική πρόταση ειρήνης παραμένει στο τραπέζι δεν θα είναι εκεί για πολύ. Ο περισσότερος κόσμος μοιράζεται αυτά τα συναισθήματα και οποιαδήποτε αραβική κυβέρνηση διαπραγματευόταν με τους Ισραηλινούς σήμερα δικαίως θα καταδικαζόταν από τους πολίτες της. Δύο από τις τέσσερις αραβικές χώρες που έχουν επίσημες σχέσεις με το Ισραήλ – το Κατάρ και η Μαυριτανία – ανέστειλαν όλες τις σχέσεις και η Ιορδανία έχει ανακαλέσει τον πρεσβευτή της. Η Αμερική δεν είναι αθώα απέναντι σε αυτή τη συμφορά. Όχι μόνο η κυβέρνηση του Μπους έχει αφήσει μια νοσηρή κληρονομιά στην περιοχή – από το θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων Ιρακινών μέχρι την ταπείνωση και τα βασανιστήρια στο Αμπού Γκραΐμπ – αλλά έχει επίσης συμβάλλει με την υπεροπτική της στάση για το μακελειό στη Γάζα στη σφαγή των αθώων. Αν οι ΗΠΑ θέλουν να συνεχίσουν να διαδραματίζουν έναν ηγετικό ρόλο στη Μέση Ανατολή και να διατηρήσουν τις στρατηγικές τους συμμαχίες άθικτες – ειδικά την “ειδική τους σχέση” με τη Σαουδική Αραβία θα πρέπει να αναθεωρήσουν αποφασιστικά τις πολιτικές τους ως προς το Ισραήλ και την Παλαιστίνη»!!! Το παραπάνω απόσπασμα αποκαλύπτει ότι ο πόλεμος στη Γάζα σηματοδοτεί και μια αλλαγή στροφής των αραβικών καθεστώτων, υπό το βάρος φυσικά δύο εξελίξεων: Της πίεσης που δέχονται από το εσωτερικό τους και της συνειδητοποίησης ακόμη κι από τις ελίτ ότι η επιθετικότητα του Ισραήλ δεν γνωρίζει όρια, ούτε χαλιναγωγείται. Θα το πάρουν υπ’ όψη τους Αμερικάνοι και Ευρωπαίοι; Μέχρι στιγμής οι πρωτοβουλίες του Μπαράκ Ομπάμα να δώσει την πρώτη του συνέντευξη στο αραβικό δίκτυο Αλ Αραμπίγια, να είναι ο Μαχμούντ Αμπάς ο πρώτος ηγέτης με τον οποίο θα συνομιλήσει και να διορίσει ειδικό απεσταλμένο του στην Μέση Ανατολή τον Τζορτζ Μίτσελ (που κατά την Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν της 31ης Ιανουαρίου «ήταν ο πρώτος ξένος αξιωματούχος το 2000 που έθεσε σε εξίσωση την ισραηλινή ασφάλεια και την οικοδόμηση εποικισμών καλώντας το Ισραήλ να παγώσει την ανέγερση όλων των εποικισμών ως αντάλλαγμα στις παλαιστινιακές προσπάθειες τερματισμού της βίας») μπορεί να μην αντισταθμίζουν την σιωπή του κατά τις μέρες που βομβαρδιζόταν η Γάζα σηματοδοτούν ωστόσο μια στροφή ως προς την πολιτική του Μπους. Κατά πόσο αυτή η στροφή θα είναι η αναγκαία για την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή, θα καταλήξει δηλαδή στη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους, θα φανεί σύντομα. Σίγουρα πάντως θα εξαρτηθεί από δύο παράγοντες: Από το αν επιτέλους θα υπερβούν την αγκύλωση με τη Χαμάς και δεχτούν να συνομιλήσουν μαζί της, και επίσης από το κατά πόσο θα ασκήσουν μια πολιτική πυγμής απέναντι στο Ισραήλ επιβάλλοντάς του, ακόμη και με την απειλή κυρώσεων, να σεβαστεί το διεθνές δίκαιο κι ορισμένες κρίσιμες αποφάσεις του ΟΗΕ όπως τις υπ. αρ. 242 και 338. Οι Ευρωπαίοι από την άλλη εμφανίζονται βασιλικότεροι του βασιλέως εξαντλώντας όλη την αυστηρότητά τους στην καταστροφή των τούνελ που συνδέουν τη Γάζα με την Αίγυπτο και στην τιμωρία της Χαμάς για τις ρουκέτες που εκτοξεύει. Σε ότι αφορά δε την άμεση αιτία για αυτά τα δύο γεγονότα, δηλαδή το εμπάργκο που ισοδυναμεί με συλλογική τιμωρία, ή την απώτερη αιτία που είναι η ισραηλινή κατοχή, τηρούν σιγή ιχθύος κινδυνεύοντας να πάθουν το εξής ανεπανάληπτο: σε μια απότομη στροφή της αμερικανικής πολιτικής να εμφανιστούν απέναντι στους Παλαιστίνιους πιο εχθρικοί ακόμη κι από τους Αμερικάνους…

Πεδίο βολής η Υεμένη (περ. Διπλωματία, Ιανουάριος 2010)

  • ΟΙ ΗΠΑ ΕΠΟΦΘΑΛΜΙΟΥΝ ΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗ
  • ΣΙΙΤΕΣ ΚΑΙ ΙΡΑΝ ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΣΑΟΥΔΑΡΑΒΕΣ 

Μόνο ως ανέκδοτο ακούγεται πια ο χαρακτηρισμός Ευδαίμονα Αραβία που χρησιμοποιούταν από τους αρχαίους χρόνους για να περιγραφεί η Υεμένη, σε αντίθεση με την βορειότερη χέρσα Αραβία τη σημερινή σαουδαραβική, λόγω των συνεχών εμφύλιων πολέμων και των ξένων επεμβάσεων.

Σημείο τομής αποτελούν πλέον για την πολιτική ζωή στην Υεμένη τα Χριστούγεννα του 2009 όταν η αποτυχημένη βομβιστική επίθεση του 23χρονου Νιγηριανού στο αεροπλάνο της Delta την έφερε στο προσκήνιο, ως «νέο και απειλητικό θύλακα της διεθνούς τρομοκρατίας», όπως χαρακτηρίστηκε από την Ουάσινγκτον. Τις αμέσως επόμενες μέρες δεν έλειψαν και φωνές που προανήγγειλαν μια νέα στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ, όπως για παράδειγμα ζητούσε το σημείωμα της σύνταξης των New York Times (που εκφράζει μάλιστα το προοδευτικό, παραδοσιακά λιγότερο πολεμοχαρές κατεστημένο της ανατολικής ακτής) στις 2-3 Ιανουαρίου με τίτλο, «Τώρα η Υεμένη»! Παρότι δεν άργησαν να κυριαρχήσουν πιο μετριοπαθείς στάσεις όπως έδειξε η διαβεβαίωση του αμερικανού προέδρου ότι δεν επίκειται στρατιωτική επέμβαση, το σίγουρο είναι ότι πως η Υεμένη με επίσημο τρόπο αποτελεί το πέμπτο μέτωπο των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας που ξεκίνησε ο Μπους και συνεχίζει ο Ομπάμα χωρίς διακοπή (και με την ώθηση μάλιστα του βραβείου Νομπέλ Ειρήνης) μετά το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και τη Σομαλία.

Το ζητούμενο ωστόσο για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της στην περιοχή δεν είναι η αντιμετώπιση της Αλ Κάιντα της Αραβικής Χερσονήσου που έσπευσε να αναλάβει την ευθύνη της αποτυχημένης βομβιστικής επίθεσης. Τουλάχιστον δεν είναι μόνο, ούτε κυρίως αυτή. Το σημαντικότερο ζητούμενο για την Ουάσιγκτον είναι να εξασφαλίσει τον έλεγχο σε μια στρατηγικής σημασίας, λόγω της θέσης της, χώρα κι επίσης να αποτρέψει την επέκταση της επιρροής του Ιράν.

Όσοι παρακολουθούσαν στενά τις εξελίξεις τους τελευταίους μήνες στην Υεμένη ξαφνιάστηκαν από τα γεγονότα των Χριστουγέννων για έναν και μοναδικό λόγο. Επειδή η εστία της έντασης όλο το 2009 δεν ήταν η Αλ Κάιντα αλλά οι σιίτες. Ειδικότερα, από την άνοιξη του προηγούμενου χρόνου μέχρι τώρα βρίσκεται σε εξέλιξη στα βόρεια της χώρας μια εξέγερση της σιίτικης φυλής Χούθι, που καταγγέλλει την σουνιτική κυβέρνηση ότι προσπαθεί να εξαφανίσει τις ιδιαίτερες πολιτιστικές, θρησκευτικές και γλωσσικές παραδόσεις της. Οι σιίτες Χούθι αποτελούν το ένα τρίτο περίπου του πληθυσμού της Υεμένης και ξεσηκώθηκαν εναντίον της κυβέρνησης πρώτη φορά το 2004. Οι συγκρούσεις τους με την κυβέρνηση κορυφώθηκαν τον Νοέμβριο όταν η πολεμική αεροπορία της Σαουδικής Αραβίας παραβίασε τα σύνορα της Υεμένης και βοηθώντας τα στρατεύματα της χώρας επιτέθηκε με ασυνήθιστη σφοδρότητα στους σιίτες αντάρτες. Να αναφερθεί πως στα πορώδη σύνορα των δύο χωρών μήκους 1.800 χιλιομέτρων η Σαουδική Αραβία κατασκευάζει έναν υψηλής τεχνολογίας μηχανισμό ελέγχου για να ελέγξει την μετανάστευση που τις περιόδους αιχμής φθάνει ακόμη και τα 2.000 με 3.000 άτομα την ημέρα.

Τον Νοέμβρη λοιπόν, για πρώτη φορά αποκαλύφθηκε ο πόλεμος δι’ αντιπροσώπων που διεξάγεται στην κακότυχη, λόγω της σπάνιας θέσης της κι όχι ευδαίμονος Αραβίας. Το Ριάντ επικαλέστηκε δολοφονική επίθεση των ανταρτών Χούθι εντός των συνόρων του με θύμα σαουδάραβα στρατιώτη για να δικαιολογήσει την επίθεσή του, που πολύ σύντομα προκάλεσε ανθρωπιστική κρίση, καθώς χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για να γλιτώσουν. Η βαρβαρότητα των σαουδαραβικών βομβαρδισμών οδήγησε την Τεχεράνη που λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας όλων των σιιτών της Μέσης Ανατολής πολύ γρήγορα να στραφεί εναντίον του Ριάντ. Για «κρατική τρομοκρατία» κατηγόρησε τη Σαουδική Αραβία ο αρχηγός του γενικού επιτελείου του Ιράν. «Αυτοί που ρίχνουν λάδι στη φωτιά πρέπει να ξέρουν ότι δεν θα γλιτώσουν από τους καπνούς που απλώνονται» ανάφερε η δήλωση του ιρανού υπουργού Εξωτερικών, Μανουσέρ Μοτάκι, ο οποίος απευθυνόμενος στην κυβέρνηση της Υεμένης προσφέρθηκε να μεσολαβήσει για να εξομαλυνθεί η κατάσταση. Πρόταση που φυσικά έπεσε στο κενό.

Η πραγματικότητα επομένως είναι πως η ανάμιξη της Σαουδαραβίας έδωσε νέα και ανώτερη, περιφερειακή διάσταση στη σύγκρουση μεταξύ σιιτών και σουνιτών στην Υεμένη, βγάζοντάς την έξω από τα σύνορα της χώρας. Το Ριάντ επιτέθηκε με τόση μεγάλη βιαιότητα κατά των Χούθι, γιατί αντιμετώπισε τους σιίτες της Υεμένης σαν το μακρύ χέρι της Τεχεράνης. Επεδίωξε λοιπόν να το κόψει για να αποτρέψει τον κίνδυνο δημιουργίας ενός σιιτικού θύλακα που θα θέσει σε αμφισβήτηση την εθνική ακεραιότητα της Υεμένης (ενδεχόμενο όχι και τόσο ακραίο) όπως ακριβώς έχει συμβεί στον Λίβανο με την εδραίωση της Χεζμπολάχ στο νότιο τμήμα της χώρας, απ’ όπου μπορεί να ασκεί τη δική της αμυντική και κατ’ επέκταση εξωτερική πολιτική.

Στην Υεμένη επομένως μεταφέρθηκε ο διπλωματικός ανταγωνισμός Ριάντ – Τεχεράνης για την άσκηση επιρροής στον αραβικό κόσμο, δεδομένου ότι η κάθε μια χώρα διεξάγει μια μάχη ζωής. Η οικογένεια των Σαούντ γιατί ξέρει πως η διπλωματική γραμμή της στην πράξη έχει συντριβεί. Πρεσβεύοντας τη τακτική των ειρηνικών διαπραγματεύσεων και της συνδιαλλαγής με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ χρεώνεται την αποτυχία επίλυσης του παλαιστινιακού και την ταπείνωση των Αράβων, που συνεχίζεται κι επί Ομπάμα, παρά τις περί του αντιθέτου ελπίδες που αρχικά δημιουργήθηκαν. Η ισλαμική δημοκρατία από την άλλη μπορεί να νιώθει δικαιωμένη εκφράζοντας την ανυποχώρητη γραμμή της σύγκρουσης, για να ξεπεράσει όμως τις αρνητικές συνέπειες του εμπάργκο επιδίδεται σε έναν συνεχή αγώνα διεύρυνσης της επιρροής της που φθάνει μέχρι και τη Λατινική Αμερική, την οποία επισκέφθηκε πρόσφατα ο Αχμαντινετζάντ όπου συναντήθηκε με τους προέδρους της Βραζιλίας, της Βολιβίας και της Βενεζουέλας, Λούλα, Μοράλες και Τσάβες. Η γειτονική Υεμένη θα έμενε απ’ έξω; Περιττό δε να πούμε πως η επέμβαση της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη έγινε με την έγκριση αν όχι με την ενθάρρυνση των ΗΠΑ καθώς μοιράζονται τα ίδια εχθρικά συναισθήματα απέναντι στο Ιράν.

Οι ΗΠΑ άλλωστε όλο το προηγούμενο διάστημα δεν έκρυψαν τις αλλεπάλληλες στρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξήγαγαν στην Υεμένη εναντίον της Αλ Κάιντα. Πιο πρόσφατα ήταν οι βομβαρδισμοί με μη επανδρωμένα αεροσκάφη στις 17 και 24 Δεκέμβρη, που προκάλεσαν το θάνατο δεκάδων ατόμων. Κι οι ΗΠΑ άλλωστε μετρούν πολλά θύματα στην Υεμένη. Από τον Οκτώβριο του 2000 όταν χτυπήθηκε στον Κόλπο του Άντεν το USS Cole με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 17 Αμερικανοί, μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2008 που στόχος έγινε η ίδια τους η πρεσβεία στην πρωτεύουσα της Υεμένης Σάνα, όπου έχασαν τη ζωή τους 16 άτομα, οι Αμερικανοί αποτελούν κόκκινο πανί στην Υεμένη που είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του Μπιν Λάντεν. Η απροθυμία του αμερικανικού Πενταγώνου παρόλα αυτά να διατάξει χερσαία στρατιωτική επίθεση ερμηνεύεται από το γεγονός ότι στην Υεμένη ζουν περισσότεροι από 20.000 βετεράνοι του πολέμου στο Αφγανιστάν (κατά της Ρωσίας), στη Βοσνία και την Τσετσενία. Επίσης όλοι σχεδόν οι κάτοικοι έχουν όπλα. Θα υφίσταντο επομένως τρομακτικές απώλειες, ενώ όλη η Υεμένη θα στρατολογούταν στην Αλ Κάιντα. Φαίνεται όμως έτσι πως οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία έρχονται μέσω της Υεμένης αντιμέτωποι με τις συνέπειες της δικής τους βρόμικης, υπονομευτικής πολιτικής, όταν η Υεμένη αποτελούσε πηγή στρατολόγησης γενίτσαρων στον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης, της Σερβίας και της Ρωσίας τις δεκαετίες του ’80 και του ’90.

«Η Σαουδική Αραβία πολέμησε κάθε –ισμό που επιδίωξε να επικρατήσει στη Μέση Ανατολή, περιλαμβανομένου του παναραβισμού του Νάσερ, του κομμουνισμού και του σύγχρονου Ισλαμισμού των Αδελφών Μουσουλμάνων και της Χαμάς. Τα εργαλεία στα οποία στηρίχθηκε ήταν το χρήμα από το πετρέλαιο και το ουαχαμπίτικο Ισλάμ. Κατά τη διάρκεια του 1980 η Σαουδική Αραβία δαπάνησε περισσότερα από 75 δισ. δολ. για να προπαγανδίζει το ουχαμπίτικο δόγμα, να ιδρύει σχολεία και τεμένη σε όλο τον ισλαμικό κόσμο. Μεγάλο μέρος αυτών των πόρων κρατήθηκαν για την πίσω αυλή της, την Υεμένη. Η Σαουδική Αραβία διατήρησε στην Υεμένη ένα ισχυρό ουαχαμπίτικο ρεύμα που ήταν ιδεολογικά και πολιτικά πιστό στη βασιλική οικογένεια των Σαούντ. Επιπλέον ο πρόεδρος της Υεμένης, Αλί Αμντουλάχ Σαλέχ, χρησιμοποίησε τον εισαγόμενο ουαχαμπισμό για να νικήσει τους εγχώριους αντιπάλους του – πρώτα τους κομμουνιστές κι έπειτα τους Χούθι – παρότι κι ο ίδιος ήταν σιίτης», έγραφε η βρετανική εφημερίδα Guardian Weekly στις 27 Νοέμβρη. Οι ανηλεείς επιθέσεις επομένως που δέχονται από την Αλ Κάιντα η οποία δρα στο εσωτερικό της Υεμένης οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία είναι αποτέλεσμα της δικής τους πολιτικής! Παρόλα αυτά αξιοποιούνται έτσι ώστε οι ΗΠΑ να πατήσουν για τα καλά πόδι στη χώρα και να μπορέσουν να δρέψουν όλα τα πλεονεκτήματα που εξασφαλίζει η σπάνια στρατηγική της θέση: πρόσβαση στην Ερυθρά Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ, στον Κόλπο του Άντεν και τον Ινδικό Ωκεανό, στη Σομαλία και το Κέρας της Αφρικής. Πλεονεκτήματα που όλο το προηγούμενο διάστημα δεν γεύονταν πλήρως όπως φάνηκε και το 1991 με τον πρώτο Πόλεμο στον Κόλπο όταν η Υεμένη τάχθηκε με τον Σαντάμ Χουσεΐν κι αρνήθηκε να πολεμήσει υπό την αστερόεσσα όπως έκαναν οι Σαουδάραβες, οι Αιγύπτιοι και πολλά ακόμη αραβικά κράτη. Την στάση της τότε η Υεμένη την πλήρωσε ακριβά καθώς κόπηκε απότομα η οικονομική βοήθεια που λάβαινε και 1 εκ. πολίτες της Υεμένης απελάθηκαν από τα κράτη του Περσικού Κόλπου.

Με το πέρασμα του χρόνου ωστόσο η Υεμένη προσαρμόστηκε στη Νέα Τάξη. Κι ανταμείφθηκε γενναία γι αυτό. Από 4,3 εκ. δολ. που ήταν η αμερικανική βοήθεια το 2006, ένα χρόνο μετά το 2007 εκτινάχθηκε σε 26 εκ. και το 2009 έφθασε τα 67 εκ. δολάρια. Τον επόμενο ενάμισι χρόνο επίσης η κυβέρνηση της Υεμένης θα εισπράξει 70 εκ. δολ. Το κράτος της όμως συνέχισε να χαρακτηρίζεται εύθραυστο, στην καλύτερη, και αποτυχημένο, στην χειρότερη περίπτωση. Οι νέες επιθέσεις που θα δεχτεί η Υεμένη από τις ΗΠΑ με απώτερο στόχο να ξεριζώσουν τους θύλακες της Αλ Κάιντα ενδέχεται να οξύνουν ακόμη περισσότερο το πρόβλημα. Η κυβέρνηση της Υεμένης, με πρόεδρο τα τελευταία 31 χρόνια τον Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ, δεν ασκεί καμιά εξουσία έξω από την πρωτεύουσα όπου η διοίκηση έχει ανατεθεί στους τοπικούς φύλαρχους, όπου συνεχίζεται αδιατάρακτη μια παράδοση αιώνων. Ο εύθραυστος χαρακτήρας της εθνικής συνοχής επιβεβαιώνεται επίσης κι από το πρόσφατο, ταραχώδες παρελθόν της Υεμένης: Η χώρα έπαψε να είναι διαιρεμένη σε Βόρεια και Νότια μόλις το 1990. Έκτοτε οι εμφύλιοι πόλεμοι, ο πρώτος εκ των οποίων ξεκίνησε το 1994, αποδείχθηκαν ενδημικό φαινόμενο. Και πριν από την ενοποίηση, τη δεκαετία του ’70, δύο φορές πολέμησαν μεταξύ τους η Βόρεια κι η Νότια Υεμένη. Κατά συνέπεια δεν υφίσταται ούτε το ελάχιστο αίσθημα εθνικής ενότητας. Κάτι που εξηγεί το φόβο Αμερικανών και Σαουδαράβων για τη δημιουργία ενός σιίτικου κρατιδίου στα βόρεια τη Υεμένης όπου κατοικούν οι Σιίτες. Το οποίο μάλιστα στη συνέχεια θα ενθάρρυνε τους σιίτες που ζουν και στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας να διεκδικήσουν την απόσχισή τους!

Τα χειρότερα για την Υεμένη ωστόσο είναι μπροστά της λόγω του ότι το κοινωνικό ζήτημα με το πέρασμα του χρόνου αποκτά εκρηκτικές διαστάσεις. Ήδη με το 45% από τα 23 εκ. του πληθυσμού της να ζει με λιγότερα από 2 δολ. την ημέρα και τα μισά παιδιά της να υποφέρουν από χρόνιο υποσιτισμό η Υεμένη είναι η φτωχότερη χώρα της Μέσης Ανατολής. Το πρόβλημα οξύνεται λόγω της συνεχούς συρρίκνωσης των εσόδων από το πετρέλαιο τα οποία το 2017 θα εκμηδενιστούν, της παρατεταμένης λειψυδρίας που πλήττει τη χώρα, των πολύ υψηλών ποσοστών γεννήσεων που μέχρι το 2035 αναμένεται να οδηγήσουν τον πληθυσμό της σε διπλασιασμό (σήμερα οι μισοί της κάτοικοι είναι κάτω των 15 χρόνων) και του εθισμού πολλών εκατομμυρίων κατοίκων της (λέγεται πως είναι ακόμη κι οι μισοί) στο εγχώριο ναρκωτικό κατ!

Το τελευταίο λοιπόν που έλειπε στην Υεμένη ήταν να μετατραπεί σε πεδίο βολής των Αμερικανών και της Σαουδικής Αραβίας.