Στρίβουν προς Ρωσία οι Σαουδάραβες

Το περιστατικό με το γεράκι που χάρισε ο Βλαντίμιρ Πούτιν, στη βασιλική οικογένεια της Σαουδικής Αραβίας με αφορμή την επίσκεψή του στο Ριάντ με βεβαιότητα ήταν ο ορισμός του ατυχούς: κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι θα αρχίσει να κουτσουλάει και να λερώνει τη βασιλική αίθουσα, πετώντας από την μια άκρη ως την άλλη του παλατιού, μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων των παρόντων. Δεν στερούταν ωστόσο και συμβολισμών∙ καθόλου τιμητικών για το βασιλιά Σαλμάν και περισσότερο για τον διάδοχό του σκοτεινό και αδίστακτο πρίγκηπα Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, μιας και η επίσκεψη του ρώσου προέδρου στη σαουδαραβική πρωτεύουσα συμπύκνωσε και επισημοποίησε μια μεταβολή στην ισορροπία των δυνάμεων μεταξύ Ρωσίας και Σαουδικής Αραβίας. Στο ένα άκρο της αυτή η νέα ισορροπία έχει μια Ρωσία νικήτρια και αναβαθμισμένη και στο άλλο άκρο την ουαχαμπίτικη μοναρχία ηττημένη και υποβαθμισμένη.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Δε γνωρίζουμε πόσο καιρό πριν είχε «κλειδώσει» η επίσκεψη του Ρώσου προέδρου στο Ριάντ, αν και με βάση δημοσιεύματα ο σαουδάραβας βασιλιάς κάλεσε τον Πούτιν στο Ριάντ ακριβώς πριν δύο χρόνια, τον Οκτώβριο του 2017, με αφορμή τη δική του επίσκεψη στη Μόσχα. Η τωρινή συγκυρία ωστόσο ήταν ο ορισμός της ευτυχούς για τη Ρωσία λόγω των εξελίξεων στη Συρία. Η αποχώρηση του αμερικανικού στρατού από τη χώρα του Άσαντ κι όσα επακολούθησαν, με την υπαγωγή των Κούρδων στον έλεγχο και τη δικαιοδοσία του κρατικού συριακού στρατού κι όλων αυτών υπό την ομπρέλα της Ρωσίας, σηματοδοτεί την αναβάθμιση του ρόλου της Ρωσίας σε όλες τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Η θέση που πλέον καταλαμβάνει ξεπερνάει πιθανά κι όσα είχε καταφέρει η Σοβιετική Ένωση στην ταραγμένη αυτή περιοχή κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Μάρτυρας είναι οι 20 συμφωνίες που υπέγραψε ο Πούτιν στο Ριάντ (και αφορούν από ενέργεια και μεταφορικά μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη) με την οικονομική τους αξία (2 δισ. δολ.) να είναι αντιστρόφως ανάλογη της πολιτικής. Για να την αξιολογήσουμε αρκεί μια ματιά στα όσα έχουν εξελιχθεί τα λίγα τελευταία χρόνια πέριξ κι εντός της Σαουδικής Αραβίας. Εν συντομία: Πρώτο, η επέμβαση στην Υεμένη που χρονολογείται από το 2015 έχει μετατραπεί στο Βιετνάμ της Σαουδικής Αραβίας. Δεύτερο, οι απαντήσεις του Ιράν σε κάθε τεστάρισμα των διαθέσεων και της πολεμικής του ετοιμότητας από ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία αποδεικνύουν αυτό που όλοι ξέρουμε: Ότι η Ισλαμική Δημοκρατία είναι πολύ σκληρή ακόμη για να της επιτεθείς. Για να πεθάνει ούτε λόγος… Τρίτο, ο στενότερος σύμμαχος και φίλος των Σαούντ δεν είναι μόνο ασταθής αλλά αποδεικνύεται και αναποτελεσματικός. Η συμφωνία που υπέγραψε ο Ομπάμα με το Ιράν το 2015, η ευκολία με την οποία οι ΗΠΑ «άδειασαν» τον δικτάτορα της Αιγύπτου Χόσνι Μουμπάρακ στο απόγειο της Αραβικής Άνοιξης σπεύδοντας να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και το, χειρότερο όλων, τα συμβόλαια αγοράς στρατιωτικού υλικού ύψους 100 δισ. δολ. που υπέγραψε το Ριάντ με τον Τραμπ τον Ιούνιο του 2017 τα οποία απέτυχαν να προστατεύσουν τις εγκαταστάσεις της Αράμκο από μια επίθεση μη επανδρωμένων στις 14 Σεπτεμβρίου που είχε ως αποτέλεσμα να διακοπεί η μισή παραγωγή της Σαουδικής Αραβίας και να χάσει εκ. δολάρια σε λίγα λεπτά αποδεικνύουν ένα πράγμα: Ότι οι ΗΠΑ είναι πολύ οπορτουνιστική δύναμη για να την εμπιστευθείς. Τουλάχιστον, για να συνεχίσει να ευδοκιμεί και στη διπλωματία η μονοκαλλιέργεια που ανθεί στη σαουδαραβική οικονομία κι αποδεδειγμένα αποτελεί μόνον αιτία δεινών.

Προφανώς, η Σαουδική Αραβία δεν θα πάψει να είναι το προκεχωρημένο φυλάκιο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, μετά εννοείται από το Ισραήλ. Και γι’ αυτό το λόγο στέλνουν 3.000 επιπλέον στρατιώτες κι αναβαθμισμένα συστήματα αεράμυνας στη χώρα. Το άνοιγμα της ωστόσο προς τη Ρωσία θα της επιτρέψει να εξομαλύνει τις σχέσεις της με το αναβαθμισμένο Ιράν, ελέω εδραίωσης του Άσαντ στην εξουσία, και να αποτρέψει τυχόν υπονομευτικά σχέδια εναντίον της μιας και ειδικά εντός της Συρίας κανείς δεν πρόκειται να ξεχάσει ότι από τα ταμεία της σουδαραβικής οικογένειας χρηματοδοτούνταν οι κατσαπλιάδες που ξεκίνησαν τον εμφύλιο στη Συρία.

Ενδεικτικό του βάθους της φιλο-ρωσικής στροφής των Σαούντ, πέραν της κοινής γραμμής με τη Ρωσία για τη διατήρηση της παραγωγής του ΟΠΕΚ σε ελεγχόμενα επίπεδα για να μην  πέσει την τιμή του – πρακτικές που μόνον εκνευρισμό προκαλούν στην Ουάσιγκτον, είναι επιπλέον και η συζήτηση με τη Ρωσία για αγορά του αναβαθμισμένου πυραυλικού συστήματος S400. Μένει να δούμε αν στο προσεχές μέλλον επαναληφθεί και στη Σαουδική Αραβία το έργο που είδαμε στην Τουρκία, με την αγορά των ρωσικών πυραύλων να εξελίσσεται σε αιτία πολιτικού πολέμου με τις ΗΠΑ, ή αν οι Σαουδάραβες απλώς εκβιάζουν τους Αμερικάνους ζητώντας λίγη παραπάνω …value for money.

Πηγή : Νέα Σελίδα

ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΧΑΓΗΣ ΜΙΑ ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗ Σ. ΑΡΑΒΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΕΣ ΤΗΣ

Εντάξει, αμφιβολία δεν έχουμε καμία. Το Δικαστήριο της Χάγης για τα εγκλήματα πολέμου στη Γιουγκοσλαβία δε στήθηκε για να αποδώσει δικαιοσύνη.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Στήθηκε από τους Αμερικανονατοϊκούς για να τιμωρήσει όσους εναντιώθηκαν στην επέμβαση του ιμπεριαλισμού στα Βαλκάνια, όπως εσχάτως ο Ράτκο Μλάντιτς που καταδικάστηκε στις 23 Νοεμβρίου σε ισόβια, την ίδια ώρα που άλλοι εγκληματίες Κροάτες, Κοσοβάροι και Αλβανοί απολαμβάνουν την ελευθερία τους. Ορισμένοι δε και πρωθυπουργικούς θώκους…

Αν όμως στηνόταν ένα τέτοιο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για το συνεχιζόμενο έγκλημα πολέμου που διεξάγεται στην Υεμένη θα έπρεπε να καταδικάσει όλη την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας σε ισόβια κάθειρξη. Η εσχάτη των ποινών είναι επιβεβλημένη για την πολιτική ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας επειδή εναντίον της Υεμένης, που ανέκαθεν αποτελούσε την πιο ευάλωτη χώρα της περιοχής, το Ριάντ έχει εφαρμόσει τακτικές που θριάμβευσαν στους προϊστορικούς χρόνους. Για παράδειγμα είναι γνωστό ότι μόνο το 2,8% της γης της Υεμένης καλλιεργείται και το υπόλοιπο είναι άνυδρη έρημος, ενώ τα αποθέματα νερού είναι ανύπαρκτα με αποτέλεσμα το 90% των τροφίμων, των καυσίμων και των φαρμάκων να εισάγονται. Εξ αρχής συνεπώς κάθε σκέψη για επιβολή χερσαίου, εναέριου και ναυτικού αποκλεισμού, όπως αυτόν που έχει επιβάλλει ο 32χρονος Σαουδάραβας ντε φάκτο ηγέτης Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και όργανο των Τραμπ και Νετανιάχου, ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα προκαλέσει εκατόμβες νεκρών. Η Σαουδική Αραβία επομένως συνειδητά προκάλεσε την επιδημία χολέρας που μέχρις στιγμής έχει πλήξει 800.000 ανθρώπους κι έχει οδηγήσει στο θάνατο 2.000. Και τα δεινά της δε σταματούν εκεί. Σε πρόσφατη αποστολή του περιοδικού Σπίγκελ στη μαρτυρική χώρα αναφερόταν πώς η χολέρα ήταν δεύτερη ή τρίτη αιτία θανάτου. «Οι περισσότεροι νεκροί προκαλούνται από νάρκες»!

Τη θέση της σαουδαραβικής δικτατορίας την κάνει ακόμη πιο δύσκολη η αιτιολογία πίσω από τον αποκλεισμό. Τον επιβάλλει ισχυρίζεται, για να κρύψει ότι χρησιμοποιεί τον άμαχο πληθυσμό ως μέσο πίεσης κατά παράβαση των διεθνών συνθηκών, ως αντίποινα στην εκτόξευση πυραύλου από τα εδάφη της Υεμένης στο Ριάντ. Ενώ το Ριάντ στέλνει κατά δεκάδες τα υπερσύγχρονα αμερικανικά βομβαρδιστικά για να πραγματοποιήσουν τους πιο ανηλεείς βομβαρδισμούς στην Υεμένη, οι αντάρτες της δεν έχουν δικαίωμα να πλήξουν το Ριάντ, παρότι μάλιστα ο πύραυλός τους έπεσε στο αεροδρόμιο της σαουδαραβικής πρωτεύουσας κι όχι σε κατοικημένη περιοχή. Πρακτική που ακολουθούν κατ’ επανάληψη οι Σαουδάραβες βομβαρδίζοντας γαμήλια γλέντια, φορτηγά με τρόφιμα, την ελάχιστη καλλιεργήσιμη γη, στρατόπεδα προσφύγων, σχολεία και περισσότερα από 100 νοσοκομεία. Μάλιστα στις 8 Οκτωβρίου 2016 έστειλαν στο θάνατο 140 κατοίκους της Υεμένης που ακολουθούσαν νεκρώσιμη ακολουθία. Στις 8 Οκτωβρίου, μόλις 3 μήνες μετά το ενδιαφέρον της ελληνικής κυβέρνησης να στείλει στη Σαουδική Αραβία πολεμικό υλικό…

Μήπως θα ήταν αδικία επομένως να κάτσουν μόνοι τους στο σκαμνί οι σαουδάραβες χωρίς τους προμηθευτές τους;

Πηγή: Εφημερίδα Πριν

Ο Λίβανος ξανά στο μάτι του κυκλώνα

 

«Όπως υποστήριξε ο Χαρίρι κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Ουάσινγκτον», έγραφε το πάντα καλά ενημερωμένο περιοδικό Foreign Affairs στις 3 Αυγούστου 2017 με αφορμή την επίσκεψη του λιβανέζου πρωθυπουργού στην αμερικανική πρωτεύουσα, «κύρια προτεραιότητα του Λιβάνου μεσοπρόθεσμα, είναι η διατήρηση της επισφαλούς πολιτικής σταθερότητας που η χώρα έχει καταφέρει να εξασφαλίσει από το ξέσπασμα του εμφύλιου πολέμου στη γειτονική Συρία».

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Αυτή ακριβώς η σταθερότητα διακυβεύεται πλέον καθαρά μετά την επεισοδιακή παραίτηση του λιβανέζου πρωθυπουργού, που ανακοινώθηκε επί σαουδαραβικού εδάφους στις 4 Νοεμβρίου. Η παραίτηση ωστόσο μόνο οικειοθελής δεν ήταν! Ούτε και η δήλωση που διάβασε ο Σαάντ Χαρίρι γράφτηκε από τον ίδιο, καθώς κατά γενική ομολογία ακόμη και δυτικών Μέσων, η γλώσσα που χρησιμοποίησε εναντίον του Ιράν ήταν εντελώς ξένη για τον λιβανέζο πρωθυπουργό, ο οποίος μαζί με τη λιβανέζικη διατηρεί και σαουδαραβική υπηκοότητα. Κάλλιστα επομένως το Ριάντ μπορεί να του απαγγείλει κατηγορίες και να διατάξει την προφυλάκισή του όσο βρίσκεται εντός των συνόρων του, όπως άλλωστε έκανε ο ντε φάκτο βασιλιάς της χώρας 32χρονος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, με δεκάδες υπουργούς, πρίγκηπες και καναλάρχες. Κι αν η εκκαθάριση των ανακτορικών αντιπάλων του αποσκοπούσε στη διασφάλιση της εξουσίας του, η εξαγωγή πολιτικής αστάθειας στη χώρα των Κέδρων, μέσω της απαγωγής ενός εκλεγμένου προέδρου, υπηρετεί τα επεκτατικά του σχέδια. Και συγκεκριμένα έναν πόλεμο με το Ιράν! Μάλιστα, δεν είναι η πρώτη φορά που ο σαουδάραβας ηγέτης μετέρχεται τέτοιων μεθόδων. Υπό κράτηση βρίσκεται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο πρόεδρος της Υεμένης, στελέχη της συριακής αντιπολίτευσης, κ.α.

Αλήθεια, εν είδει παρενθέσεως, πόσες φορές θα είχε συνεδριάσει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ; Πόσα πολεμικά πλοία των ΗΠΑ θα είχαν μετακινηθεί στον Περσικό; Και πόσες εκτοξεύσεις πυραύλων θα είχαν ήδη πυροδοτηθεί αν αυτή την απαγωγή την είχε υλοποιήσει το Ιράν;

Ο Λίβανος αποτελεί την πιο ζωντανή απόδειξη της δυνατότητας ασφαλούς και αρμονικής συνύπαρξης μεταξύ Σιιτών και Σουνιτών. Ο απόλυτος σεβασμός στα συμφωνηθέντα μεταξύ των δύο βασικών δογμάτων του Ισλαμισμού δεν έχει εξασφαλίσει μόνο την ειρήνη στον πολύπαθο Λίβανο, αλλά δείχνει ότι ο καλλιεργούμενος από τον Ουαχαμπίτικο οίκο των Σαούντ «πόλεμος των πολιτισμών» εντός του Ισλάμ (που αν και υποδιαίρεση έρχεται να υποστηρίξει ακριβώς τα ίδια εμπρηστικά σχέδια με τον πρωτότυπο «πόλεμο των πολιτισμών» του Χάντιγκτον) είναι πολιτική επινόηση, μοχλός υποδαύλισης πολιτικών διαιρέσεων και αιματηρών εμφυλίων. Γι’ αυτό και ο Λίβανος πρέπει να πάψει να είναι όαση στην κόλαση της Μέσης Ανατολής!

Κι επειδή αυτή την πολιτική ο ίδιος ο Χαρίρι δεν πειθόταν να την υλοποιήσει από μόνος του πιθανότατα του επιβλήθηκε υπό τη μορφή απειλής. Ο κατασκευασμένος χαρακτήρας της πολιτικής κρίσης που εμφανίστηκε στο Λίβανο και της ευρύτερης αναστάτωσης τους τελευταίους μήνες αποκαλύπτεται αν λάβουμε υπ’ όψη μας δύο καθόλου τυχαίες χρονικές συμπτώσεις. Η πρώτη σχετίζεται με την επίσκεψη του Τραμπ στη Σαουδική Αραβία τον Μάιο που φαίνεται ότι άναψε το πράσινο φως στον 32χρονο ηγέτη της όχι μόνο για το εμπάργκο στο Κατάρ σε λιγότερο από ένα μήνα αλλά και για τις εκκαθαρίσεις εντός των Σαούντ. Ο δεύτερος κάθε άλλα παρά καθησυχαστικός συγχρονισμός σχετίζεται με την απόφαση του Τραμπ να μην επιβεβαιώσει στο Κογκρέσο τη συμμόρφωση του Ιράν ως προς τους όρους της συμφωνίας του 2015, με το αστείο σκεπτικό ότι η Τεχεράνη υλοποιεί το γράμμα μεν, αλλά όχι το πνεύμα της συμφωνίας… Κίνηση που ανοίγει το δρόμο για την ακύρωση της συμφωνίας και την επιβολή νέου εμπάργκο στο Ιράν…

Ωστόσο, η σταθερότητα στο Λίβανο οφείλεται στην τεράστια πολιτική επιρροή της σιίτικης αντιστασιακής οργάνωσης Χεζμπολάχ, που μπορεί για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ να αποτελεί τρομοκρατική οργάνωση στον ίδιο το Λίβανο όμως και στη Μέση Ανατολή διαθέτει τεράστιο κύρος. Το επιβεβαίωσε με τον πόλεμο των 33 ημερών το 2006, όταν συνέτριψε τον ισραηλινό στρατό, και το απογείωσε πολεμώντας εναντίον του αδρά χρηματοδοτούμενο από τα σουνίτικα καθεστώτα και τις δυτικές κυβερνήσεις Ισλαμικού Κράτους στα εδάφη της Συρίας, αλλά και του ίδιου του Λιβάνου. Επιδέχεται πολλαπλών συμπερασμάτων το γεγονός ότι στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε την επίσκεψη του Χαρίρι στην Ουάσινγκτον κι ενώ ο Τραμπ κατήγγειλε την Χεζμπολάχ, παρότι αποτελεί εκλογική επιλογή ενός διόλου ευκαταφρόνητου τμήματος του λιβανέζικου πληθυσμού και συμμετέχει στην κυβέρνηση, την ίδια μέρα η σιίτικη οργάνωση έφερνε σε πέρας μια αποστολή που απέρριψε ο Λιβανέζικος στρατός, ο οποίος χρηματοδοτείται γενναιόδωρα από τις ΗΠΑ: να ξεριζώσει και τα τελευταία υπολείμματα των τζιχαντιστών από τα όρη του βορειοανατολικού Λιβάνου!

Δοθέντος λοιπόν όχι μόνο του τεράστιου γοήτρου που έχει η Χεζμπολάχ, εντός κι εκτός του μικροσκοπικού Λιβάνου, αλλά και του ετοιμοπόλεμου της, τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον ούτε η Σαουδική Αραβία, ούτε το Ισραήλ είναι διατεθειμένοι να αναμετρηθούν μαζί της, όσο κι αν η μία χώρα προσεύχεται κάθε βράδυ στο δικό της θεό να ξεκινήσει πόλεμο η άλλη. Άμεσος κίνδυνος επομένως εισβολής ή νέου εμφυλίου στο Λίβανο δεν υφίσταται επειδή η υπεροπλία της Χεζμπολάχ αποκλείει εξ αρχής κάθε ενδεχόμενο νίκης του αντίπαλου στρατοπέδου.

Η Μέση Ανατολή ωστόσο με την παραίτηση του Χαρίρι και την πρόσφατη πρωτοβουλία του Μακρόν να τον φιλοξενήσει στη Γαλλία, παρατείνοντας έτσι την απουσία του από το Λίβανο, γίνεται πιο απρόβλεπτη και η προοπτική ενός γενικευμένου πολέμου πολύ πιο αιματηρού κι εκτεταμένου απ’ όσους έχουμε ήδη γνωρίσει στην περιοχή έρχεται πιο κοντά…

Πηγή: Νέα Σελίδα

Υεμένη: μια γενοκτονία σε αργή κίνηση

Θα αποδοθούν ποτέ ευθύνες για τη γενοκτονία που συντελείται επί διετίας σχεδόν στην Υεμένη; Κι αν ναι, πότε; Όταν οι νεκροί θα έχουν φτάσει το 1 εκατομμύριο;

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Οργή προκαλεί η αδιαφορία και η ανοχή που επιδεικνύει η διεθνής κοινότητα απέναντι στα διαρκή εγκλήματα πολέμου που προκαλεί η Σαουδική Αραβία, το πλουσιότερο κράτος του αραβικού κόσμου, στη γειτονική της Υεμένη, που είναι το φτωχότερο κράτος της περιοχής με όποιο κριτήριο κι αν χρησιμοποιηθεί. Η σταγόνα της σαουδαραβικής βαρβαρότητας που ξεχείλισε το ποτήρι είναι η χολέρα που αποδεκατίζει τον ήδη εξουθενωμένο πληθυσμό. Με βάση στοιχεία του ΟΗΕ, η επιδημία χολέρας στην Υεμένη έχει πλήξει 300.000 άτομα, έχει οδηγήσει στο θάνατο 1.500 και κάθε μέρα εξαπλώνεται σε 5.000 επιπλέον ανθρώπους. Πριν ξεσπάσει η χολέρα, που σύμφωνα με τη Unicef οδηγεί στο θάνατο 1 παιδί κάθε 10 λεπτά, η Υεμένη βρισκόταν σε μια παρατεταμένη ανθρωπιστική κρίση καθώς σε έναν πληθυσμό 26 εκ., 20 εκ. άτομα με δυσκολία εξασφάλιζαν τη διατροφή τους, 15 εκ. άτομα είχαν αποκοπεί από κάθε πρόσβαση σε ιατρική φροντίδα, 3,2 εκ. είχαν εγκαταλείψει τη χώρα, 2 εκ. παιδιά αδυνατούσαν να παρακολουθήσουν το σχολείο και 13.000 άτομα τουλάχιστον είχαν πέσει νεκρά από τους ανηλεείς βομβαρδισμούς της Σαουδικής Αραβίας.

Για να γίνει αντιληπτή η κτηνώδης βία που εξαπολύει το Ριάντ εναντίον της Υεμένης, αρκεί να αναφερθούν τρεις χαρακτηριστικές επιθέσεις εναντίον του ντόπιου πληθυσμού. Τον Οκτώβριο του 2016 διπλός βομβαρδισμός νεκρικής πομπής, με τον δεύτερο να ακολουθεί τον πρώτο λίγη ώρα αργότερα ανεβάζοντας τα εγκλήματα πολέμου σε νέα επίπεδα, οδήγησε στο θάνατο 114 άτομα. Τον Μάρτιο βομβαρδισμός βάρκας στην οποία επέβαιναν 40 Σομαλοί πρόσφυγες οι οποίοι επέστρεφαν έντρομοι στην πατρίδα τους, για να βρουν ασφάλεια, οδήγησε στο θάνατο 40 ατόμων, ενώ 6 άτομα σκοτώθηκαν όταν τα σαουδαραβικά πολεμικά αεροπλάνα βομβάρδισαν στα βόρεια της χώρας στα σύνορα με τη Σαουδική Αραβία τοπική αγορά που έσφυζε εκείνη την ώρα από κόσμο.

Στην Υεμένη, όλα ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 2015 όταν οι σαουδάραβες (χωρίς καν να απευθυνθούν στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για να εξασφαλίσουν την έγκριση ή ένα ψήφισμά του προφασιζόμενοι κάποιο λόγο, όπως έκανε για παράδειγμα ο Κλίντον με το Κόσσοβο το 1999) άρχισαν να βομβαρδίζουν την Υεμένη. Ταυτόχρονα, εφάρμοσαν μια πολιτική αποκλεισμού της από θάλασσα και αέρα, που οδήγησε στην πείνα, το θάνατο και τις αρρώστιες, όπως περίπου έκαναν και στα χρόνια του Μεσαίωνα στην Ευρώπη οι επιτιθέμενοι, τιμωρώντας επί της ουσίας με την πολιορκία τον ίδιο τον πληθυσμό. Για τη μεγαλύτερη σε έκταση πετρομοναρχία της Μέσης Ανατολής σα να μην έχει περάσει μια μέρα από τότε…

Η αιτία που επικαλούταν το Ριάντ για τον αποκλεισμό της Υεμένης σχετίζεται με τη δυνατότητα ανεφοδιασμού από το Ιράν των σιιτών ανταρτών Χούτι που ανέτρεψαν τη σουνίτικη κυβέρνηση και κατέλαβαν το Σεπτέμβριο του 2014 την πρωτεύουσα Σάανα, η οποία είναι μια από τις ομορφότερες και γραφικότερες πόλεις της Μέσης Ανατολής.

Το μένος του οίκου των Σαούντ εναντίον της Υεμένης εξηγείται τόσο για γεωπολιτικούς όσο και για καθαρά οικονομικούς λόγους.

Τα κοιτάσματα της Υεμένης από μόνα τους δεν είναι σημαντικά. Τα πετρελαϊκά εκτιμώνται σε 3 δισ. βαρέλια, κατατάσσοντας τη χώρα στην 29η θέση παγκοσμίως, όταν η Σαουδική Αραβία βρίσκεται στη 2η. Ενώ τα κοιτάσματα φυσικού αερίου εκτιμώνται σε 478 δισ. τοποθετώντας τη χώρα στην 33η θέση της παγκόσμιας κατάταξης. Η ιδιομορφία τους ωστόσο είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος βρίσκεται στα βόρεια της χώρας, εκεί δηλαδή που είναι εγκατεστημένοι και οι Σιίτες, που κατ’ επανάληψη έχουν καταγγείλει τη γαλλική πετρελαϊκή εταιρεία Total ότι κλέβει ακόμη και το 63% των κοιτασμάτων της χώρας με τη βοήθεια των Σαουδαράβων. Μια Υεμένη πολιτικά ελεγχόμενη από τους Σιίτες γιατί να συνεχίσει να ανέχεται τη σιωπηρή οικονομική εισβολή των Σαουδαράβων;

Εξ ίσου σημαντικές ωστόσο είναι και οι γεωστρατηγικές διακυβεύσεις για το Ριάντ. Όπως φάνηκε και με την πρόσφατη κρίση που προκάλεσε η Σαουδική Αραβία με το Κατάρ, όπου το απώτερο διακύβευμα ήταν να στείλει μήνυμα στο Ιράν πλήττοντας ένα στενό του σύμμαχο, στόχος των οίκων των Σαούντ είναι να αποτελέσουν την αδιαμφισβήτητη ηγεμονική δύναμη στην περιοχή. Αυτός ο στόχος πρόσφατα έχει δεχθεί δύο σοβαρά πλήγματα. Το πρώτο ήταν στη Συρία, καθώς ο Άσαντ αν και πιο άπειρος αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρός από τον Καντάφι για να πεθάνει ή να μην ενεργοποιήσει τα διεθνή του ερείσματα μετατρέποντας τον αγώνα επιβίωσής του σε ένα μίνι παγκόσμιο πόλεμο που διεξήχθη ενίοτε κι όχι πάντα δια αντιπροσώπων στα συριακά εδάφη. Η ήττα των εγκληματικών μισθοφορικών συμμοριών του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία, με την αναντικατάστατη βοήθεια της Ρωσίας, αποτέλεσε πλήγμα για τη Σαουδική Αραβία που έχει ενδύσει τα σχέδια κυριαρχίας της με θρησκευτικά σουνίτικα χρώματα. Ο σουδαραβικός μικρο-ιμπεριαλισμός δέχτηκε το δεύτερο πλήγμα στη Μοσούλη που στις 9 Ιουλίου πέρασε οριστικά υπό τον έλεγχο της Βαγδάτης μετά από σκληρές μάχες με το Ισλαμικό κράτος που διήρκεσαν σχεδόν 10 μήνες. Σε αυτό το πλαίσιο των αρνητικών εξελίξεων η Υεμένη αποτελεί εύκολο στόχο για τη Σαουδική Αραβία και το τελευταίο σωσίβιο διάσωσης των επεκτατικών της σχεδίων.

Τη σοβαρότερη ευθύνη ωστόσο για τα αλλεπάλληλα εγκλήματα πολέμου της Σαουδικής Αραβίας εναντίον της Υεμένης, με αποκορύφωμα την υπό εξέλιξη επιδημία χολέρας που χαρακτηρίστηκε από τα Ηνωμένα Έθνη ως η μεγαλύτερη επιδημία που υφίσταται αυτή τη στιγμή, τη φέρουν οι ΗΠΑ και η Αγγλία, που σφυρίζουν αδιάφορα. Η ανοχή τους δεν είναι καθόλου τυχαία. Επί 8ετίας Μπαράκ Ομπάμα από τα 200 δισ. δολ. εξαγωγών όπλων που πραγματοποίησαν οι ΗΠΑ τα μισά, δηλαδή 100 δισ. δολ., ήταν οι εξαγωγές μόνο στη Σαουδική Αραβία. Ο Τραμπ επομένως δεν ήταν ο πρώτος αμερικανός πρόεδρος που υπέγραψε χρυσά συμβόλαια με το Ριάντ, αξίας 110 δισ. Απλώς ο Τραμπ το …τερμάτισε. Χρυσά συμβόλαια ύψους 3,3 δισ. λιρών έχει υπογράψει πρόσφατα και η Αγγλία με τους σαουδάραβες. Γι’ αυτό το λόγο όλοι σωπαίνουν! Το Ριάντ από τη μεριά του εξαγοράζει τη σιωπή τη Δύσης. Μπουκώνει τους Αγγλο-αμερικάνους με δισεκατομμύρια και μαζί με τα αεροπλάνα και τα ελικόπτερα που παραλαμβάνει, απολαμβάνει και την ανοχή τους. Κι ας εισπράττουν και οι ίδιες οι δυτικές κοινωνίες τις αιματηρές συνέπειες από την πολύπλευρη στήριξη του Ριάντ στην τρομοκρατία. Η σχεδόν ομόφωνη έγκριση από το αμερικανικό Κογκρέσο του δικαιώματος των θυμάτων της 11ης Σεπτεμβρίου να στραφούν δικαστικά εναντίον της σαουδαραβικής κυβέρνησης είναι ενδεικτική για το πόσο ψηλά φθάνουν οι ευθύνες στην υπόθαλψη της τρομοκρατίας, όταν μιλούμε για τη Σαουδική Αραβία.

Πηγή: Επίκαιρα, 17 Ιουλίου 2017

Φυγή προς τα μπρος επέλεξε ο Τραμπ, με την επίσκεψη στο Ριάντ

Ως μία πρώτης τάξης ευκαιρίας για τη συγκρότηση συμμαχιών που θα κλείσουν τα ρήγματα στο εσωτερικό, έστω να τα μπαζώσουν, αποτρέποντας τα χειρότερα σενάρια, όπως η εκπαραθύρωσή του από τον Λευκό Οίκο, αξιοποίησε ο αμερικανός πρόεδρος την επίσκεψή του στη Σαουδική Αραβία.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Εντός των ΗΠΑ ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται μεταξύ σφύρας και άκμονος. Από την μια πλευρά η απόφασή του να παύσει τον επικεφαλής του FBI, Τζέιμς Κόμεϊ, ο οποίος ηγούταν των ερευνών για τη συζητούμενη επιρροή της Ρωσίας στις προεδρικές εκλογές, οδήγησε σε νέα κορύφωση την κριτική εναντίον του. Τροφοδότησε δε ακόμη και σχόλια για πιθανή, άμεση απομάκρυνσή του από τον Λευκό Οίκο. Πριν καν δηλαδή ολοκληρώσει τη θητεία και γίνουν οι επόμενες εκλογές.

Από την άλλη οι πιέσεις στον ρεπουμπλικανό πρόεδρο θα κορυφωθούν όσο θα είναι σε εξέλιξη οι συζητήσεις για το νέο κρατικό προϋπολογισμό που προβλέπει πρωτοφανείς περικοπές σε κάθε δημόσια δαπάνη που κατευθύνεται προς τους φτωχούς. Συνολικά οι περικοπές θα φτάσουν τα 3,6 τρισ. δολ. Μόνο το «ψαλίδι» στα προγράμματα παροχής τροφίμων στους φτωχούς, μέσω αλλαγής των όρων επιλεξιμότητας, θα επιφέρουν εξοικονομήσεις ύψους 193 δισ. ευρώ σε βάθος 10ετίας. Η οικονομική πολιτική του Τραμπ, που υπόσχεται τον ισοσκελισμό του κρατικού προϋπολογισμού σε 10 χρόνια στη βάση μιας θεμελιώδους παραδοχής για μεγέθυνση της οικονομίας κατά 3% ετησίως (που χαρακτηρίζεται ως όρος εκ των ων ουκ άνευ για τον τερματισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων), έχει συγκεντρώσει την αποδοκιμασία ακόμη και Ρεπουμπλικανών μελών του Κογκρέσου οι οποίοι θεωρούν βλαπτική και επικίνδυνη για τα συμφέροντα των ΗΠΑ, για παράδειγμα, την προγραμματισμένη δραστική μείωση των κονδυλίων που ανέκαθεν απορροφούσε η διπλωματία και η διεθνής βοήθεια. Από τη μεριά του ο Τραμπ ξέροντας ότι μέσω αυτών των χρηματικών ροών σιτίζεται το περίφημο φιλελεύθερο κατεστημένο επιδιώκει μέσω των περικοπών την αποδυνάμωσή του. Ταυτόχρονα, μέσω της αθρόας χρηματοδότησης της πολεμικής βιομηχανίας με 54 δισ. ευρώ, που θα προστεθούν στα 596 δισ. που ήδη απομυζά από τον κρατικό προϋπολογισμό των ΗΠΑ, επιδιώκει να στήσει τα δικά του κέντρα ισχύος που θα έχουν υλικό συμφέρον από την ολοκλήρωση της θητείας του.

Χέρι φιλίας στους Σαουδάραβες

Η αμερικανική πολεμική βιομηχανία ήταν επίσης ο μεγάλος κερδισμένος της επίσκεψης του Ντόναλντ Τραμπ στη Μέση Ανατολή, με πρώτο σταθμό τη Σαουδική Αραβία. Ο νέος αμερικανός πρόεδρος έκανε ό,τι μπορούσε για να δείξει ότι η εποχή Ομπάμα έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Πρώτ’ απ’ όλα όμως ο Τραμπ αναίρεσε τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς αναθεώρησε την εμπρηστική αντι-μουσουλμανική προπαγάνδα με την οποία εξελέγη πρόεδρος, ερεθίζοντας τα πιο καθυστερημένα αντανακλαστικά της αμερικανικής κοινωνίας. Την Κυριακή 21 Μαΐου μιλώντας στο Ριάντ δεν επανέφερε τη ρητορική μίσους η οποία συμπυκνώνεται στην φράση που επαναλάμβανε μονότονα «το Ισλάμ μας μισεί», ούτε φυσικά υπερηφανεύτηκε για την απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ όλων ανεξαιρέτων των πολιτών από 9 μουσουλμανικές χώρες. Αντίθετα κατήγγειλε την «ισλαμιστική τρομοκρατία» στιγματίζοντας την πολιτικοποιημένη εκδοχή της θρησκείας, κι όχι την «ισλαμική τρομοκρατία» όπως έκανε στις ΗΠΑ ενοχοποιώντας μια ολόκληρη θρησκεία, αν και ξένοι ανταποκριτές που ήταν παρόντες όπως οι δημοσιογράφοι των Financial Times (βλέπε ρεπορτάζ στις 21 Μαΐου) δεν θα έπαιρναν και όρκο ότι δεν του ξέφυγε μία τουλάχιστον φορά η χρήση του απαράδεκτου όρου…

Η ρήξη που σηματοδότησε η ομιλία του Τραμπ με την εξωτερική πολιτική του προκατόχου του περιελάμβανε τους πολιτικούς όρους για την αμερικανική χρηματοδότηση δεδομένου ότι ο Ομπάμα προωθούσε έστω φραστικά τον εκδημοκρατισμό των πετρομοναρχιών, ενώ ο Τραμπ δε νοιάζεται για τέτοιες λεπτομέρειες όπως ξεκαθάρισε, επικεντρώθηκε ωστόσο κυρίως στο Ιράν. Ενώ ο Ομπάμα υπερηφανευόταν για τη συμφωνία που υπέγραψε η Τεχεράνη σχετικά με τα πυρηνικά της το 2015, κλείνοντας μια εστία αστάθειας στη Μέση Ανατολή, ο Τραμπ ταυτίζοντας το Ιράν με το «κακό» επανέφερε την ορολογία του Μπους, προς μεγάλη φυσικά ικανοποίηση τόσο του Ισραήλ όσο και της Σαουδικής Αραβίας. Κι αυτό μάλιστα συνέβη την ημέρα που οι Ιρανοί εξέλεξαν με ποσοστό 57% ως πρόεδρο τον Χασάν Ρουχανί σε μια εκλογική αναμέτρηση που είχε λάβει τα χαρακτηριστικά δημοψηφίσματος με την ψήφο στο πρόσωπό του να σηματοδοτεί αν όχι τη ρήξη, τουλάχιστον μια μείζονα στροφή με το παρελθόν. «Σήμερα το Ιράν είναι έτοιμο να επεκτείνει τις σχέσεις του με το κόσμο στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και των εθνικών συμφερόντων. Σήμερα, ο κόσμος γνωρίζει ότι οι Ιρανοί έχουν επιλέξει το δρόμο της αλληλεπίδρασης με τον κόσμο μακριά από τον εξτρεμισμό και τη βία», δήλωσε ο Ρουχανί το βράδυ των εκλογών. Πόσο πιο καθαρά μπορούσε να ειπωθεί ότι η Τεχεράνη συζητά και αναζητά όρους για έναν έντιμο συμβιβασμό που θα της επιτρέψει την επανένταξη στον περίγυρο και τον κόσμο;

Ο πόλεμος φέρνει κέρδη

Οι ΗΠΑ ωστόσο έριξαν νερό στο μύλο των τοπικών ανταγωνισμών, επιμένοντας να αντιμετωπίζουν το Ιράν μέσα από τους παραμορφωτικούς καθρέπτες της σαουδαραβικής και ισραηλινής διπλωματίας, για καθαρά ιδιοτελείς λόγους. Μια Μέση Ανατολή που θα έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο των πολέμων και θα εστιάζεται στην αντιμετώπιση της νεανικής ανεργίας θα προκαλούσε …αναδουλειές στην αμερικανική πολεμική βιομηχανία. Αντίθετα, μια Μέση Ανατολή που θα βουλιάζει κάτω από διεθνείς κι εμφύλιες συγκρούσεις όπως συμβαίνει σήμερα, με την πείνα που θερίζει στην Υεμένη να εγγράφεται στις παράπλευρες απώλειες, είναι η χρυσοτόκος όρνιθα για την αμερικανική πολεμική βιομηχανία.

Προς επίρρωση τα χρυσά συμβόλαια που υπέγραψαν αμερικανικές πολεμικές βιομηχανίες ύψους 110 δισ. δολ. με το Ριάντ. Μεταξύ των μεγάλων ωφελημένων συγκαταλέγονται η Lockheed Martin που υπέγραψε συμβόλαια ύψους 6 δισ. δολ. για τη συναρμολόγηση στη σαουδαραβική πετρομοναρχία, που είναι ο τρίτος στην παγκόσμια σειρά κατάταξης πιο «γενναιόδωρος» αγοραστής όπλων, 150 επιθετικών ελικοπτέρων Blackhawk, η Raytheon, η General Dynamics, κ.α. Το οικονομικό ενδιαφέρον της Σ. Αραβίας για τις ΗΠΑ δεν εστιάζεται μόνο στην μετατροπή της σε αστακό που από τη μια θα ψωνίζει όπλα κι από την άλλη θα παράγει αιματηρούς πολέμους, καταδικάζοντας τους λαούς στο θάνατο και την μετανάστευση. Οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται επιπλέον να αναμιχθούν ενεργά στο εν εξελίξει σχέδιο οικονομικού μετασχηματισμού της χώρας που θα απεξαρτήσει την ανάπτυξή της από το πετρέλαιο. Δεδομένου ότι το 90% του κρατικού προϋπολογισμού της εξαρτάται από τα έσοδα που φέρνει ο «μαύρος χρυσός», τον Απρίλιο του 2016, όταν η τιμή του βαρελιού είχε μειωθεί από 100 δολάρια στα 40 κι αναγκάστηκε για πρώτη φορά από το 1991 το Ριάντ να δανειστεί για να καλύψει το δυσθεώρητο δημοσιονομικό του έλλειμμα, ανακοινώθηκε επίσημα ένα σχέδιο διάρκεια 15 ετών που θα αλλάξει εκ βάθρων τις οικονομικές δομές της χώρας. Ζητούμενο δεν είναι μόνο η διαφοροποίηση των πηγών του πλούτου, αλλά και η συρρίκνωση του κράτους μέσω ενός προγράμματος μαζικών ιδιωτικοποιήσεων. Στο πλαίσιο του προβλέπεται η ιδιωτικοποίηση του 5% του μετοχικού κεφαλαίου του ενεργειακού κολοσσού Aramco, που θα μετατραπεί σε εταιρεία συμμετοχών και η δημιουργία ενός κρατικού ταμείου, στα πρότυπα του αντίστοιχου νορβηγικού, με ενεργητικό 2 τρισ. δολ. που θα καθοδηγήσει τον «μεγάλο μετασχηματισμό».

Αν είναι δυνατό να έμεναν έξω οι αμερικανικές πολυεθνικές από τέτοιο φαγοπότι…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα στις 26 Μαΐου 2017

Διατεταγμένη η αλλαγή σκυτάλης στην Υεμένη (Επίκαιρα, 31/3-7/4/2011)

Μια ματιά να ρίξει κανείς στον χάρτη φαίνεται πεντακάθαρα η στρατηγική σημασία της Υεμένης στην εξασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας μεταξύ της Αραβικής Θάλασσας και του Ινδικού Ωκεανού από τη μια και της Ερυθράς Θάλασσας που οδηγεί στην Μεσόγειο από την άλλη. Η σημασία της Υεμένης υπογραμμίζεται πολύ περισσότερο μετά την κατάρρευση του καθεστώτος της Σομαλίας και την κυριαρχία των πειρατών που έχουν μετατρέψει το πέρασμα από τον Κόλπο του Άντεν σε περιπέτεια, εκτοξεύοντας τα ναύλα στα ύψη. Γίνεται έτσι εμφανές ότι καμιά δυτική χώρα δεν θα άφηνε να προσλάβουν ανεξέλεγκτο χαρακτήρα οι εξελίξεις στην Υεμένη.

Ο κίνδυνος αυτός έγινε ορατός την Παρασκευή 18 Μάρτη όταν ελεύθεροι σκοπευτές που είχαν παραταχθεί με εντολή του καθεστώτος σε ταράτσες απέναντι από το πανεπιστήμιο στην πρωτεύουσα της Υεμένης σκόρπισαν το θάνατο. Περισσότεροι από 50 άοπλοι διαδηλωτές έχασαν τη ζωή τους σύμφωνα με όλες τις πηγές. Το λουτρό αίματος που διέταξε ο επί 32 χρόνια πρόεδρος της χώρας, Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ, αποδείχθηκε ωστόσο και ο επιθανάτιος ρόγχος του καθεστώτος του, καθώς οδήγησε την κατακραυγή εντός και εκτός της χώρας του σε πρωτοφανή ύψη, αφήνοντας ανοιχτό μόνο το πότε και το πως και όχι το αν θα παραδώσει τη σκυτάλη.

Ρόλο καταλύτη στις μετέπειτα εξελίξεις φαίνεται να έπαιξε η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών, Αμπού Μπακρ αλ Κιρμπί, στο Ριάντ, όπου συναντήθηκε με αξιωματούχους του Σαουδαραβικού καθεστώτος, με σκοπό να ζητήσει τη στήριξή τους. Η αρνητική απάντηση του Ριάντ σε συνδυασμό με μια βροχή παραιτήσεων πρωτοκλασσάτων στελεχών του καθεστώτος την ίδια ακριβώς ημέρα, στις 21 Μάρτη, αποτέλεσε τη χαριστική βολή για τον Αλί Αμπντουλάχ Σαλέχ και τον άμεσο λόγο που τον οδήγησε να διαπραγματευθεί την αποχώρησή του παρότι μόλις πριν λίγες εβδομάδες, όταν ξεκίνησε η «αραβική άνοιξη», δήλωνε πως θα υπερασπιστεί το καθεστώς του με την τελευταία σταγόνα του αίματός του. Μεταξύ των παραιτηθέντων ήταν οι πρέσβεις της Υεμένης στα Ηνωμένα Έθνη, τη Σαουδική Αραβία και τον Λίβανο, ο υπουργός Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ο υπουργός Τουρισμού, ο επικεφαλής του κρατικού πρακτορείου ειδήσεων και ο στρατηγός Αλί Μοχσέν αλ Αχμάρ θεωρούμενος ως νούμερο δύο του καθεστώτος και ο άνθρωπος που μοιράστηκε σχεδόν την προεδρία με τον Σαλέχ από το 1979. Η απειλή του μάλιστα πως θα στείλει την Πρώτη Μεραρχία Τεθωρακισμένων, που διατηρούσε υπό τον έλεγχό του, να περιφρουρήσει την μεγάλη λαϊκή διαδήλωση που είχε προγραμματιστεί για τις 25 Μάρτη, ενέτεινε τους φόβους για τον κίνδυνο εμφυλίου καθώς ισχυρά τμήματα του στρατού θα βρίσκονταν αντιμέτωπα το ένα με το άλλο.

Εξ ίσου καθοριστικό ρόλο για την απόφαση του Σαλέχ να εγκαταλείψει την προεδρία έπαιξε και η απόφαση του Σαντίρ Αλ Αχμάρ, ηγέτη της μεγαλύτερης φυλής της χώρας από την οποία προέρχεται και ο ίδιος ο πρόεδρος Σαλέχ, να στηρίξει τους διαδηλωτές. Η απόφασή του μάλιστα ανακοινώθηκε την ίδια μέρα που το Ριάντ έγνεψε αρνητικά στο αίτημα του Σαλέχ για στήριξη και παραιτήθηκαν τα στελέχη του, την Τρίτη 21 Μάρτη… Να σημειωθεί μάλιστα ότι έναν μήνα πριν και ο αδερφός αυτού του ηγέτη, ο Χουσεΐν αλ Αχμάρ, είχε εγκαταλείψει κόμμα και κυβέρνηση, αποδυναμώνοντας καθοριστικά την βάση στήριξης του Σαλέχ, δεδομένου ότι αναφερόμαστε σε μια χώρα ασυνήθιστα εύθραυστη η οποία απέκτησε ενιαία υπόσταση μόλις το 1990 κι όπου οι φυλές αποτελούν τα ισχυρότερα κέντρα νομιμοποίησης κάθε εξουσίας. Είναι πολύ χαρακτηριστικό σε αυτή την κατεύθυνση πως στις συνομιλίες που διεξάγονται όλο αυτό το διάστημα στο παρασκήνιο για να ολοκληρωθεί με ένα συντεταγμένο τρόπο η αλλαγή σκυτάλης στην ηγεσία της Υεμένης, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ του διεθνούς Τύπου, συμμετέχουν αρχηγοί ή αντιπρόσωποι των φυλών…

Το Ριάντ που σύμφωνα με ρεπορτάζ των Financial Times της προηγούμενης Τετάρτης 23 Μάρτη διατηρεί στα μισθολόγιά του πολλούς ηγέτες φυλών και του ίδιου του στρατού της Υεμένης, αποκλείεται να «άδειαζε» τον Σαλέχ αν δεν είχε εξασφαλίσει πως η σκυτάλη θα περάσει σε εξ ίσου έμπιστα χέρια. Γιατί, οι Σαουδάραβες μπορεί να μη συγχώρεσαν ποτέ τον Σαλέχ που στήριξε την επέμβαση του Σαντάμ Χουσεΐν στο Κουβέιτ το 1990, στο πρόσωπό του όμως είχαν βρει έναν έμπιστο σύμμαχο ο οποίος συμμεριζόταν τις ανησυχίες των Σαουδαράβων για την ασφάλεια της κοινής συνοριακής γραμμής, μήκους 1.800 χιλιομέτρων που συνδέει τις δύο χώρες. Προς επίρρωση η ανοχή που επέδειξε στα τέλη του 2009 όταν ο στρατός της Σαουδαραβίας επιχειρούσε ακόμη και στο εσωτερικό της Υεμένης για να αντιμετωπίσει την εξέγερση των Χούτι. Αντίθετα με τους Σαουδάραβες, αξίζει να σημειωθεί, που εγκατέλειψαν την κρίσιμη ώρα τον Σαλέχ οι Αμερικάνοι δεν φάνηκαν το ίδιο αποφασιστικοί. Έτσι, παρότι ο Λευκός Οίκος επέκρινε το καθεστώς της Υεμένης για την σφαγή των άοπλων διαδηλωτών στις 19 Μάρτη, δεν ανέφερε ούτε μία λέξη στην ανακοίνωσή του για την ανάγκη να παραδώσει την εξουσία – όπως έκανε όχι μόνο το Ριάντ αλλά και το Παρίσι, διεκδικώντας ρόλο στην επόμενη μέρα.

Κοινή συνισταμένη των διάφορων στρατηγικών που χαράσσονται αποτελεί η ανάθεση της εξουσίας σε ένα πολιτικό συμβούλιο που θα αναλάβει τη μετάβαση στο νέο καθεστώς και τη διενέργεια εκλογών. Το ερώτημα όμως που μένει αναπάντητο (ακόμη κι αν φτάσουν σε αίσιο τέλος οι διαπραγματεύσεις που είναι σε εξέλιξη ενώ γράφονται αυτές οι γραμμές για την αποχώρηση του Σαλέχ) είναι κατά πόσο η επόμενη μέρα θα δικαιώνει το αίμα τόσων δεκάδων ανθρώπων που χάθηκαν για να ξεριζωθεί η απολυταρχία και πολύ περισσότερο η φτώχεια που φτάνει σε επίπεδα ρεκόρ, με αποτέλεσμα η Υεμένη να αποτελεί την πιο φτωχή χώρα της Αραβικής χερσονήσου. Αυτό το δράμα χωρίς τέλος ουδέποτε αντιμετωπίστηκε από τις αθρόες χρηματοδοτήσεις των ΗΠΑ, ύψους 300 εκ. δολ. κατ’ έτος που απορροφούνταν μόνιμα από τον στρατό και τις προσωπικές καταθέσεις που διατηρούσαν στην Ελβετία αξιωματούχοι του καθεστώτος και του στρατού.

Το συνεχές παρόν που δίνουν στις διεργασίες της μετάβασης όλοι αυτοί που ευθύνονται για τη σημερινή κατάσταση, από ξένες δυνάμεις και φύλαρχοι μέχρι στρατηγοί – με μοναδική εξαίρεση τον Σαλέχ, δεν εγγυάται ότι η επόμενη μέρα θα διαφέρει ουσιαστικά από την σημερινή.

Ομολογία ήττας οι συνομιλίες στο Αφγανιστάν (Διπλωματία, 1ος/2010)

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΠΡΟΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΝΑΤΟ ΣΤΟ ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ

ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΤΑΛΙΜΠΑΝ ΣΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ 

Στη χειρότερη θέση της πολιτικής του καριέρας πρέπει να βρέθηκε ο νέος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκς Ρασμούσεν, την Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010, όταν από την Κωνσταντινούπολη διαβεβαίωνε ότι το ΝΑΤΟ δεν προτίθεται να δωροδοκήσει τους Ταλιμπάν για να εγκαταλείψουν το αντάρτικο και να ενταχθούν στην αφγανική κυβέρνηση.

Γιατί, η πραγματικότητα είναι πως η μοναδική ουσιαστικά απόφαση της διεθνούς συνόδου για το Αφγανιστάν που οργανώθηκε στις 28 Ιανουαρίου στην βρετανική πρωτεύουσα αφορούσε την οργανωμένη και επίσημη πλέον προσπάθεια προσεταιρισμού, καλύτερα εξαγοράς των μετριοπαθών Ταλιμπάν. Κι επειδή …δει δη χρημάτων κι άνευ τούτων ουδέν, η ίδια αυτή διάσκεψη ολοκλήρωσε τις εργασίες με την συγκέντρωση ενός σεβαστού ποσού, της τάξης των 140 εκ. δολ. που συγκεντρώθηκε από τους εκπροσώπους των 50 παριστάμενων κυβερνήσεων, με το οποίο θα επιχειρηθεί η ενσωμάτωση των Ταλιμπάν.

Άλλωστε η προσπάθεια δημιουργίας ρηγμάτων στις τάξεις των Ταλιμπάν, που από 400 που εκτιμούνταν το 2004 έχουν ξεπεράσει σύμφωνα με ΝΑΤΟϊκές πηγές τους 30.000, δεν είναι καινούργια. Όλο το προηγούμενο διάστημα, στο παρασκήνιο φυσικά και χωρίς να δοθεί η ανάλογη δημοσιότητα, πραγματοποιήθηκαν ουκ ολίγες επαφές μεταξύ των Ταλιμπάν και της αφγανικής κυβέρνησης ή των Δυτικών.

Η σημαντικότερη εξ αυτών πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2008 στη Σαουδική Αραβία. Το βασίλειο των Σαούντ, που επιφορτίστηκε και με επιπλέον διαμεσολαβητικά καθήκοντα από τη διάσκεψη του Λονδίνου, δεν επιλέγηκε τυχαία. Οι Ταλιμπάν το εμπιστεύονται περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση καθώς η Σ. Αραβία με το Πακιστάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν οι μοναδικές χώρες που αναγνώρισαν το καθεστώς τους στο Αφγανιστάν που κυβέρνησε από το 1996 μέχρι το 2001, όταν ανατράπηκε από την αμερικανο-νατοϊκή επέμβαση. Οι επαφές όμως που έγιναν  σημαδεύτηκαν από μια σειρά διαφωνίες γύρω από κρίσιμα θέματα που εξακολουθούν να απαντιούνται διαφορετικά από την κυβέρνηση του Αφγανιστάν, τις ΗΠΑ και τους Ταλιμπάν. Κατά πρώτον αφορούν το χρόνο έναρξης των συνομιλιών καθώς οι ΗΠΑ επιλέγουν να έχει ξεκινήσει η αντεπίθεση που ετοιμάζουν για την άνοιξη και οι Ταλιμπάν να βρίσκονται σε θέση άμυνας, χωρίς ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη. Η κυβέρνηση του Καρζαΐ αντίθετα θέλει να ξεκινήσουν …χτες. Οι διαφωνίες επίσης αφορούν στα πρόσωπα που θα συμμετέχουν στον διάλογο. Η Ουάσιγκτον και το Ριάντ επιμένουν στους μετριοπαθείς Ταλιμπάν εξαιρώντας τον σκληρό πυρήνα. Ο Καρζαΐ αντίθετα θέλει και τον ίδιο τον μουλά Ομάρ και γι αυτό το λόγο δεν αποκλείεται, σύμφωνα με την Wall Street Journal στις 3 Φεβρουαρίου, να ζητηθεί από τον ΟΗΕ να διαμεσολαβήσει ώστε να βγει το όνομά του από την μαύρη λίστα των τρομοκρατών! Η πίεση για τη συμμετοχή των πλέον υψηλόβαθμων Ταλιμπάν στις συνομιλίες γίνεται ασφυκτικότερη λόγω και της αμφισβήτησης της εξουσίας που διαθέτουν αυτοί που ήδη συμμετείχαν στις επαφές του Αυγούστους του 2008. Αν θέλουν να είναι δεσμευτικοί και τελεσίδικοι οι όροι των συμφωνιών δεν υπάρχει άλλη λύση από την εμπλοκή στις συνομιλίες των πρωτοκλασάτων στελεχών των Τλαιμπάν όπως ο μουλάς Ομάρ.

Επαφές με τους Ταλιμπάν ωστόσο έχουν γίνει και σε ανώτερα επίπεδα, που αντανακλούν πιο ευθύγραμμα και χωρίς στρεβλώσεις τη βούληση της Δύσης. Όπως αποκάλυπταν οι Financial Times στις 29 Ιανουαρίου, σε ρεπορτάζ  από τη διάσκεψη του Λονδίνου «εξέχοντα πρόσωπα της ηγεσίας των Ταλιμπάν συναντήθηκαν μυστικά με τον αντιπρόσωπο των Ηνωμένων Εθνών για το Αφγανιστάν για να συζητήσουν τη δυνατότητα να καταθέσουν τα όπλα τους». Η συνάντηση που έγινε στο Ντουμπάι στις 8 Ιανουαρίου ήταν τόσο… προωθημένη ώστε συζητήθηκε ακόμη κι ο τόπος των μελλοντικών επαφών με τους Ταλιμπάν να δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν οι συναντήσεις να διεξαχθούν σε κάποια στρατιωτική βάση, αλά αντίθετα επιθυμούν να γίνονται δημόσια.

Οι Ταλιμπάν τέλος, αν και διαψεύδουν όλα τα σχετικά δημοσιεύματα με την επισήμανση πως καμιά διαπραγμάτευση δεν μπορεί να γίνει με την παρουσία των ξένων εισβολέων στο έδαφος του Αφγανιστάν – θέτοντας ως όρο την αποχώρησή τους, με άλλα λόγια – δεν πείθουν ότι αποκλείουν κάθε ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης.

Η τακτική των αμερικανο-νατοϊκών όσο κι αν ενδύεται τα άμφια της εθνικής συμφιλίωσης δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι είναι προϊόν ανάγκης, σημάδι της αυξανόμενης αδυναμίας τους να νικήσουν τους Ταλιμπάν στο πεδίο των μαχών – όπου η υπεροχή των δυνάμεων κατοχής θα έπρεπε να είναι αδιαμφισβήτητη… Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν έχει μπει στον δέκατο χρόνο, χωρίς προοπτική νίκης, οι απώλειες των Αμερικανών είναι θέμα ημερών να φτάσουν τις 1.000 και το βάρος συντήρησης του μετώπου στα δημόσια οικονομικά, στο φόντο της κρίσης, γίνεται πλέον δυσβάσταχτο όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά για όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ. Αυτή, την αυξανόμενη πίεση εξέφρασε κι η βαθιά αντιφατική απόφαση του Ομπάμα να ανακοινώσει την αποστολή επιπλέον 30.000 στρατιωτών, που προδικάζει ένταση των μαχών, μαζί με την ημερομηνία έναρξης αποχώρησης τον Ιούλιο του 2011, που εκ των πραγμάτων δημιουργεί κλίμα χαλάρωσης στις τάξεις του στρατού. Στις τάξεις δε των Ταλιμπάν κλίμα νίκης, καθώς είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται ως καρπό των προσπαθειών τους την εγκατάλειψη από τη Δύση του στόχου εξουδετέρωσής τους. Έτσι, γεννιέται το ερώτημα γιατί οι Ταλιμπάν να συμφωνήσουν στην παράδοση των όπλων τους όταν ξέρουν πως ο χρόνος κυλάει με το μέρος τους;