Ατιμωτικός συμβιβασμός με νέο δάνειο 20-30 δισ. ευρώ και αντιλαϊκό μνημόνιο (Πριν, 3/5/2015)

varΘέτοντας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όλα τα θέματα ξεκίνησαν την Πέμπτη 30 Μαΐου και αναμένεται να ολοκληρωθούν σήμερα οι συζητήσεις στην ομάδα των Βρυξελλών. Βασικό γνώρισμα του εν εξελίξει γύρου διαπραγματεύσεων είναι τα θετικά σχόλια στον διεθνή Τύπο και εκ μέρους παραγόντων της ΕΕ, για το «εποικοδομητικό πνεύμα» που επιδεικνύει η ελληνική πλευρά. Πίσω από τα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη δεν βρίσκεται τίποτε άλλο παρά η ενθάρρυνση των υποχωρήσεων του Μεγάρου Μαξίμου, που περιλαμβάνουν την αλλαγή στη σύνθεση της διαπραγματευτικής ομάδας, με την αναβάθμιση του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου και του προέδρου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων Γιώργου Χουλιαράκη και την παράλληλη περιθωριοποίηση του υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη και του γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων Νίκου Θεοχαράκη, που κρίθηκαν …πολύ σκληροί για να διαπραγματευθούν. Οι αλλαγές που ανακοινώθηκαν το πρωί της Δευτέρας, είναι πολύ πιθανό να επιβλήθηκαν στην κυβέρνηση από την Άνγκελα Μέρκελ ή να συζητήθηκαν μαζί της, στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί της ο πρωθυπουργός μια μέρα πριν.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων βρίσκονται οι προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Στο ένα άκρο της διελκυστίνδας οι Ευρωπαίοι κατεβάζουν τον πήχη του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ σε μηδενικά επίπεδα κι ακόμη χαμηλότερα προβλέποντας έλλειμμα για το τρέχον έτος ενδεχομένως και 1%, κι αφού μάλιστα εισπραχθεί ο ΕΝΦΙΑ, επανέλθει η ρήτρα μηδενικού ελλείμματος στα ασφαλιστικά ταμεία κι αναβληθεί η πληρωμή της 13ης σύνταξης για το αόριστο μέλλον. Κι έτσι ζητούν την λήψη νέων μέτρων ύψους ακόμη και 3 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση από την άλλη μεριά προβλέπει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης για την οικονομία φέτος, που δεν καθιστούν αναγκαία τα νέα μέτρα. Αποδέχεται ωστόσο την προώθηση της ιδιωτικοποίησης των επιχειρήσεων ΟΛΠ, ΟΛΘ, ΔΕΣΦΑ, ΟΔΙΕ, Αστέρας Βουλιαγμένης ακόμη και του Ελληνικού με ορισμένες, περιθωριακής σημασίας, τροποποιήσεις της νεο-αποικιακής σύμβασης μεταξύ Λάτση και ΤΑΙΠΕΔ.

Αν υπάρξει μια κατ’ αρχήν έστω συμφωνία σήμερα, τότε δεν αποκλείεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να διευκολύνει την παροχή ρευστότητας στις τράπεζες, χαλαρώνοντας το καθεστώς ασφυξίας που έχει επιβάλει στην ελληνική οικονομία. Αυτό ακριβώς το καθεστώς ασφυξίας αποδείχτηκε άλλωστε και το μέσο εκβιασμού της κυβέρνησης που την οδήγησε στην υποχώρηση από τις αρχικές της θέσεις και τον διαφαινόμενο, ατιμωτικό συμβιβασμό με τους πιστωτές.

Άμεσο αποτέλεσμα των πιέσεων της ΕΚΤ ήταν η βύθιση της ελληνικής οικονομίας στην ύφεση. Το κλίμα των τελευταίων μηνών περιγράφεται παραστατικά στην τελευταία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής: Αναμενόμενος αρνητικός ρυθμός μεγέθυνσης για το πρώτο τρίμηνο του 2015 που πλέον απειλεί κι όσες επιχειρήσεις άντεξαν τα προηγούμενα χρόνια, φυγή καταθέσεων από τις αρχές Νοέμβρη ύψους 26 δισ. ευρώ, αύξηση των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το δημόσιο κατά 3,47 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2015, κ.α. Όσο αναμφισβήτητα είναι όμως αυτά τα στοιχεία, άλλο τόσο είναι κι η αιτία τους: η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που χορηγώντας έκτακτη ρευστότητα με το σταγονόμετρο (μέσω του ELA) και απαγορεύοντας στην πράξη στις εμπορικές τράπεζες να παράσχουν την αναγκαία ρευστότητα στο δημόσιο, επιδεινώνει καθημερινά το οικονομικό περιβάλλον. Σε τέτοιο βαθμό ώστε να προκαλούνται ακόμη και κύματα μαζικών αναλήψεων από τις τράπεζες, όπως συνέβη την Τρίτη 28 Απριλίου, όταν χιλιάδες συνταξιούχοι έσπευσαν στα ΑΤΜ να προλάβουν να σηκώσουν τις συντάξεις τους. Το συγκεκριμένο περιστατικό, που προκλήθηκε μετά από φήμες και αρθρογραφία σε κλίμα πανικού ακόμη και μεγάλων εφημερίδων, ήταν προειδοποιητική βολή στην κυβέρνηση από κύκλους της αστικής τάξης που θέλουν συμφωνία με τους θεσμούς, πάση θυσία και με κάθε κόστος…

Ωστόσο, οι καταστροφικές ευθύνες της ΕΚΤ, που παίρνει μια το ρόλο του πυρομανούς και την άλλη του πυροσβέστη, αποκρύπτεται από την παραπάνω έκθεση, που φτάνει στο σημείο να κρίνει ότι «η χώρα θα χρειαστεί πρόσθετη βοήθεια (= νέα δανειακή σύμβαση) ύψους 20-30 δισ. ευρώ μέχρι να διευθετηθεί το ζήτημα του χρέους. Αλλά και η βοήθεια αυτή θα δοθεί υπό όρους οικονομικής πολιτικής, όπως προβλέπεται από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας».

Η αλήθεια είναι πως παρότι οι αυξημένες υποχρεώσεις εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους για τα επόμενα χρόνια προϋπήρχαν (2016: 13,11 δισ. ευρώ, 2017: 13,89 δισ. ευρώ, 2018: 11,26 δισ. ευρώ, 2019: 16,57 δισ. ευρώ, 2020: 13,41 δισ. ευρώ, 2021: 18,13 δισ. ευρώ, 2022: 33,36 δισ. ευρώ, 2023:28,74 δισ. ευρώ, κοκ), η επιδείνωση του οικονομικού κλίματος τους τελευταίος μήνες, με ευθύνη των Ντράγκι – Σόιμπελ – Μέρκελ, δημιούργησαν τους όρους ώστε η βαθύτερη υπερχρέωση της χώρας να φαίνεται περισσότερο αναγκαία και δικαιολογημένη. Ακόμη κι ως σωτηρία! Κοινή συνισταμένη κι επιστέγασμα όλων των παραπάνω είναι ένα νέο μνημόνιο, που θα συνοδεύεται από επαχθείς όρους οικονομικής πολιτικής (μείωση συντάξεων, νέα φορολογία, μείωση κοινωνικών δαπανών) οι οποίοι θα αυξήσουν τη φτώχεια στην κοινωνία.

Απέναντι σε αυτή την ζοφερή προοπτική η κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει σε άμεση παύση πληρωμών του χρέους, επικαλούμενη την απροθυμία των δανειστών να καταβάλουν την δόση των 7,2 δισ. ευρώ, και σε διαγραφή του χρέους. Όλα τ’ άλλα διαιωνίζουν την εξαθλίωση…

Νέα φτώχεια φέρνει η κρίση (Ουτοπία, Οκτώβρης 2008)

Πρωτοφανείς διαστάσεις έχει προσλάβει η διεθνής κρίση που για πρώτη φορά έκανε την εμφάνισή της τον Αύγουστο του 2007 με αφορμή την «πιστωτική ασφυξία», όπως έμεινε στην ιστορία πλέον η ραγδαία επιδείνωση των όρων δανεισμού στη διατραπεζική αγορά. Το πρόβλημα φυσικά δεν ξεκινούσε από το χώρο των πιστώσεων.

Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης μεταξύ των κορυφαίων πολυεθνικών μονοπωλίων του χρηματοπιστωτικού τομέα επήλθε ως φυσικό αποτέλεσμα μιας «καινοτομίας», όπως (κατ’ ευφημισμό) αποκαλούταν μέχρι και πριν ενάμισι χρόνο που είχε αναχθεί σε κανόνα με θεμέλιο λίθο την παροχή κτηματικών δανείων ως εγγυήσεων για τον δανεισμό μεταξύ των τραπεζών ποσών που στη συνέχεια έριχναν ξανά στην κτηματική αγορά. Με τι όρους; «Κτηματική αγορά του 105%» περιέγραφε πρόσφατα αμερικανική εφημερίδα τη φούσκα που δημιουργήθηκε στο απόγειο της ανάπτυξης του κατασκευαστικού τομέα και του ευρύτερου κλάδου αγοράς ακινήτων, βοηθούσης φυσικά και της υπερβάλλουσας ρευστότητας ένεκα πολύ χαμηλών επιτοκίων, καθώς για πρώτη φορά και σε αντίθεση με τις πιο απλές αρχές της τραπεζικής όλες σχεδόν οι τράπεζες χορηγούσαν αδιακρίτως δάνεια που όχι απλώς ισοδυναμούσαν με την αξία του υπό αγορά ακινήτου, αλλά ενίοτε την υπερέβαιναν χωρίς τις παραμικρές εγγυήσεις. Υπολογίζεται ότι από τα 15 εκατ. στεγαστικά δάνεια που χορηγήθηκαν από το 2004 μέχρι το 2007 τα 10 δεν πρόκειται να επιστραφούν.

Η ζημιά εν τούτοις είναι πολύ μεγαλύτερη. Κατ’ αρχήν ακόμη και στους ιθύνοντες παραμένει άγνωστη η ακριβής έκτασή της. Δεν είναι αστείο; Τα εξαιρετικής πολυπλοκότητας εργαλεία διαχείρισης κινδύνου και οι σύνθετες εφαρμογές παρακολούθησης των αγορών που είχαν αναπτύξει τράπεζες ακόμη και πανεπιστήμια δεν είναι σε θέση να εντοπίσουν που έχουν διασπαρθεί οι νάρκες των δανείων! Μόλις πέρυσι ο Λευκός Οίκος εκτιμούσε το ύψος των επισφαλών δανείων σε 50 δισ. δολάρια. Στη συνέχεια, τον Απρίλιο, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο «ανέβασε» τις εκτιμήσεις του φθάνοντας τα 945 δισ. δολ. για να φθάσουμε την Τρίτη 7 Οκτώβρη ο ίδιος ιμπεριαλιστικός οργανισμός, υπεύθυνος για την πείνα σε δεκάδες χώρες του Τρίτου κόσμου όπου επέβαλε τα πιο σκληρά προγράμματα ιδιωτικοποιήσεων, να ανακοινώσει πως «οι δηλωμένες ζημιές από την αμερικανική αγορά στεγαστικών δανείων και των διασφαλισμένων σε αυτήν χρεογράφων προσεγγίσουν πια τα 1,4 τρισ. δολ.». Η αλήθεια ωστόσο είναι ότι ακόμη και τώρα, που η μια παραγραφή χρεών διαδέχεται την άλλη και ο ένας τραπεζικός κολοσσός ακολουθεί τον άλλον στην ελεύθερη πτώση του, κανείς δε γνωρίζει με ακρίβεια την έκταση της ζημιάς. Δεν αποκλείεται δηλαδή να ακολουθήσει μια νέα εκτίμηση που θα ανεβάζει ακόμη πιο ψηλά το κόστος. Ο λόγος είναι πως τα υποβαθμισμένα κτηματικά δάνεια πήγαιναν από τράπεζα σε τράπεζα μέσω διαδοχικών μεταβιβάσεων (υπό τη μορφή της εγγύησης ή άλλης) με αποτέλεσμα η διαβρωτική τους επίδραση να έχει προσβάλει ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα. Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι ακόμη και μετά την έγκριση από την αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων του «Σχεδίου Πόλσον» μυθικής αξίας 700 δισ. δολ., την Παρασκευή 3 Οκτώβρη, παρότι μάλιστα προηγήθηκαν ομηρικές αντιπαραθέσεις που ξεκίνησαν με την απόρριψη του σχεδίου από τη Βουλή – πριν ενεργοποιηθούν τα ποικιλώνυμα λόμπι κι αρχίσουν τις πιέσεις, η αντίδραση των χρηματιστηρίων δεν ήταν η αναμενόμενη. Καταποντίστηκαν για την ακρίβεια τη Δευτέρα 3 Οκτώβρη από την Αμερική μέχρι την Ευρώπη και την Ασία.

Συντριβή των χρηματιστηρίων

Η καταβύθιση των χρηματιστηρίων (που έφθασαν σε σχέση με ένα χρόνο πριν να καταγράφουν απώλειες της τάξης του 26% στη Νέα Υόρκη, 29% στο Λονδίνο, 32% στο Τόκιο, 33% στη Φρανκφούρτη, 34% στο Παρίσι, 37% στο Σάο Πάολο και 62% στη Ρωσία τη συγκεκριμένη ημέρα – κι η πτώση συνεχίστηκε τις επόμενες με αμείωτη ένταση) εξέφρασε και συνέπεσε με δύο άλλα γεγονότα που σήμαναν την υποτροπή της κρίσης. Κατ’ αρχήν το πέρασμά της στην Ευρώπη, όπως έδειξαν και οι κατεπείγουσες επιχείρησης διάσωσης χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών κολοσσών (Dexia, Fortis, B&B κ.α.) που οργάνωσαν μια βδομάδα πριν οι κυβερνήσεις της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, του Βελγίου, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου για να μην ξεκινήσει έναν ντόμινο καταρρεύσεων που θα οδηγήσει την Ευρώπη σε βαθιά ύφεση. Συνυπολογίζοντας δε το φάσμα της χρεοκοπίας που αντιμετώπισε τις ίδιες μέρες η Ισλανδία, τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπιζε ήδη η Ευρώπη (με την Ισπανία να πλήττεται από μια κρίση κατάρρευσης της κτηματικής αγοράς εδώ και ένα χρόνο πλέον και την Αγγλία να βρίσκεται στα πρόθυρα της ύφεσης) και τα συντριπτικά πλήγματα που δέχθηκαν από την έκθεσή τους στην αμερικανική αγορά κτηματικών δανείων κορυφαίες ευρωπαϊκές τράπεζες (με την ελβετική UBS χαρακτηριστικότερο κι όχι μοναδικό παράδειγμα όπως μαρτυρά το γεγονός ότι από τα 590 δισ. δολ. παραγραφών μέχρι στιγμής το 40% έχει πραγματοποιηθεί από ευρωπαϊκές τράπεζες) δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι η Ευρώπη ήδη περιδινείται στην πιο βαθιά ύφεση τουλάχιστον κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Η συντριβή των χρηματιστηρίων κατά δεύτερο εξέφρασε το πέρασμα της κρίσης στην πραγματική οικονομία με τη μορφή της επιδείνωσης των όρων δανεισμού που δημιουργούν τεράστια εμπόδια στην κερδοφορία του κεφαλαίου – και για όσες επιχειρήσεις φυτοζωούν στο λυκόφως της οριακής κερδοφορίας, απλώς ανυπέρβλητα. Η έκτακτη σύνοδος των τεσσάρων ευρωπαίων ηγετών, (Άγκελα Μέρκελ, Γκόρντον Μπράουν, Σίλβιο Μπερλουσκόνι και Νικολά Σαρκοζύ) κατόπιν αιτήματος του γάλλου προέδρου, το Σάββατο 4 Οκτώβρη, επιβεβαίωσε την κρισιμότητα της κατάστασης.

Παρότι το Συμβούλιο υπουργών Οικονομικών που έγινε τρεις μέρες (μετά σε μια προσπάθεια να εξειδικευτούν οι αποφάσεις των 4 ηγετών κι απ’ όπου η σημαντικότερη είδηση αφορούσε την εγγύηση των καταθέσεων) αποφάσισε ρητά να μη χρησιμοποιηθούν χρήματα των φορολογουμένων για την διάσωση όσων επιχειρήσεων απειλούνται με χρεοκοπία, πρόταση μάλιστα που είχε καταθέσει ρητά ο Ν. Σαρκοζύ στη σύνοδο των 4 για να απορριφθεί κατηγορηματικά από τη γερμανίδα καγκελάριο και τον βρετανό πρωθυπουργό δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα πανευρωπαϊκό στη σύλληψή του αλλά εθνικό στην εκτέλεσή του σχέδιο Πόλσον είναι ήδη στα χαρτιά. Πολλοί λόγοι συνηγορούν σε αυτό. Κατ’ αρχήν η γερμανίδα καγκελάριος (ακολουθώντας πιστά το ρητό του αμερικανού κεντρικού τραπεζίτη Μπεν Μπερνάνκι ότι «στα χαρακώματα δεν υπάρχουν άθεοι ούτε στις κρίσεις ιδεολόγοι») δεν δίστασε να σώσει τη Hypo Real Estate Holding μόλις λίγες ώρες πριν προβεί στις σχετικές δηλώσεις εκταμιεύοντας από το γερμανικό δημόσιο ταμείο το αναγκαίο ποσό. Κατά συνέπεια το πρόβλημά του Βερολίνου δεν ήταν να μη νοθευτούν οι αρχές του ανταγωνισμού, αλλά να μη φορτωθούν τη διάσωση των τραπεζών της Πολωνίας, της Λιθουανίας ή, ενδεχομένως πάντα, της Ελλάδας σε μια ακραία περίπτωση που η κρίση θα προσλάβει διαστάσεις εφάμιλλες του 1929. Με την απόφαση που έλαβαν έτσι έστειλαν μήνυμα ο σωθών εαυτόν σωθήτω. Αλλιώς, κανείς να μην περιμένει κοινοτική αλληλεγγύη για να αντιμετωπίσει την επερχόμενη ύφεση και να αρκεστεί στα δικά του δημόσια έσοδα.

Αναπροσανατολισμός δημοσίων δαπανών

Ακόμη κι έτσι όμως, ακόμη δηλαδή κι αν η υπόθεση της διάσωσης των απατεώνων γίνει υπόθεση του κάθε ξεχωριστού αστικού κράτους, αυτό δεν μειώνει σε τίποτε την τεράστια σημασία που θα έχει για την πλειοψηφία της κοινωνίας. Στο βαθμό που στο εξής τα δημόσια έσοδα θα πηγαίνουν για να εξαγοράζει το κράτος χρεοκοπημένους κερδοσκόπους (που στην ανοδική φάση του οικονομικού κύκλου δοξάζουν την ελεύθερη δράση της αγοράς ζητώντας λιγότερο κράτος για τους εργαζόμενους και στην καθοδική προστρέχουν στην θαλπωρή αγκαλιά του κράτους, που αναλαμβάνει πλέον χρέη ασφαλιστικής εταιρείας του κεφαλαίου) οι κοινωνικές δαπάνες θα μειώνονται κάθετα. Κάθε ευρώ που θα πηγαίνει στις τσέπες της αστικής τάξης για να αποτραπεί μια χρεοκοπία θα είναι ένα ευρώ χαμένο από επιδόματα ανεργίας και δαπάνες για υγεία ή παιδεία. Κατά συνέπεια οποιαδήποτε εκδοχή του «Σχεδίου Πόλσον» πρέπει να απορριφθεί κατηγορηματικά από τους εργαζόμενους γιατί όπως ήδη συμβαίνει στις ΗΠΑ θα σημάνει μια άνευ προηγουμένου, ιστορικών διαστάσεων, αναπροσανατολισμό των δημόσιων δαπανών προς όφελος της αστικής τάξης – μάλιστα, των πιο παρασιτικών τμημάτων της.

Προς όφελος της αστικής τάξης λειτουργούν και οι περίφημες ενέσεις ρευστότητας που κάνουν διαρκώς τα κεντρικά πιστωτικά ιδρύματα της Ευρώπης και της Αμερικής έτσι ώστε να ξεπεραστεί η έλλειψη ρευστού της διατραπεζικής αγοράς και να συνεχίσουν οι πιστώσεις να παρέχονται με τον ίδιο ρυθμό. Ωστόσο, παρά το τεράστιο κόστος αυτών των ενέσεων, παρά ακόμη και τις προαναγγελίες νέων μειώσεων στα επιτόκια από την αμερικανική και την ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα, σε μια προσπάθεια να αναθερμανθεί η οικονομία και να σταματήσει η αιμορραγία των χρηματιστηρίων (που μόνο στις ΗΠΑ οι απώλειες 15 μηνών ισοδυναμούν με την μείωση του κεφαλαίου των συνταξιοδοτικών ταμείων κατά 2 τρισ. δολ.) τα επιτόκια της διατραπεζικής βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Στις 8 Οκτώβρη για την ακρίβεια το επιτόκιο του αμερικανικού νομίσματος στη διατραπεζική αγορά του Λονδίνου (Libor δολαρίου) ήταν 7,35%, όταν η μέση τιμή από το 2000 μέχρι εκείνη την ημέρα ήταν 3,15% και η χαμηλότερη μόλις 0,01%! Οι απαγορευτικές αυτές συνθήκες δανειοδότησης δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα σημάνουν χρεοκοπίες, συρρίκνωση των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ και ανεργία για τους εργαζόμενους που θα φορτωθούν τα βάρη της κρίσης.

Η κρίση του 2008 που κανείς δεν ξέρει πόσο ακόμη θα συνεχιστεί, τι βάθος θα έχει και ποια επιμέρους τμήματα του κεφαλαίου θα πλήξει (πολλοί για παράδειγμα ήδη φοβούνται την αγορά των πιστωτικών καρτών) έχει τις ρίζες της στην δομική κρίση του καπιταλισμού που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’70 με την απότομη πτώση του ποσοστού κέρδους και εξακολουθεί να σέρνεται μέχρι τις μέρες μας, γνωρίζοντας υφέσεις (δεκαετία του ’90 για παράδειγμα στην Αμερική) και εξάρσεις («χρηματιστηριακό κραχ» 1987, σκάσιμο φούσκας νέων τεχνολογιών 2000, κοκ). Παρότι δε κάθε τέτοια υποτροπή γίνεται αντιληπτή με τον πιο έκδηλο τρόπο στη σφαίρα του πλασματικού κεφαλαίου καθώς πάντα συμπίπτει με μια ραγδαία αλλαγή των πιστωτικών συνθηκών, εντούτοις προέρχεται από τη σφαίρα της παραγωγής εκεί που αποσπάται η υπεραξία.