Ματέο Ρέντσι, ο νέος Ντούτσε

WCENTER 0XMKCBODBN                Matteo Renzi candidato alle primarie del Pd al Palaolimpico di Torino, 21 ottobre 2012.     ANSA / ALESSANDRO DI MARCO

Μια πρωτοφανούς μεγέθους πολιτική και πολιτειακή οπισθοδρόμηση είναι η μεγάλη διακύβευση του δημοψηφίσματος που θα διεξαχθεί στην Ιταλία στις 4 Δεκεμβρίου και ήδη έχει διχάσει την Ευρώπη κι όχι μόνο τους, ούτως ή άλλως ευεπίφορους σε πολώσεις, Ιταλούς. Ο ίδιος ο δοτός ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι εμφανίζει το δημοψήφισμα ως την μεγάλη ευκαιρία της Ιταλίας να ξεπεράσει τις παθογένειες του παρελθόντος προς όφελος μιας πιο αποτελεσματικής διακυβέρνησης, ικανής να βγάλει τη χώρα από την κρίση. Τίποτε πιο μακριά από την αλήθεια…

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Τρεις είναι οι σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις που οι Ιταλοί θα κληθούν να εγκρίνουν προσερχόμενοι στις κάλπες την πρώτη Κυριακή του Δεκεμβρίου: Η συρρίκνωση των εξουσιών της Γερουσίας, η μείωση του αριθμού των βουλευτών και η αφαίρεση αρμοδιοτήτων από τις περιφερειακές κυβερνήσεις που θα μεταφερθούν στη Ρώμη. Στο επίκεντρο της μεταρρύθμισης βρίσκεται το τέλος του λεγόμενου «bicameralismo perfetto». Ένα σύστημα διακυβέρνησης που στηριζόταν σε δύο Βουλές που έθετε ως προϋπόθεση για την ψήφιση ενός νόμου να συμφωνήσουν και τα δύο σώματα επί του ίδιου ακριβώς κειμένου. Η συγκεκριμένη απαίτηση προκαλούσε συχνά ένα πινγκ – πονγκ μεταξύ των δύο σωμάτων. Για τον Ρέντσι εκεί βρίσκεται η βαθύτερη αιτία της ακυβερνησίας της Ιταλίας. Μόνο που αυτός ο ισχυρισμός διαψεύδεται από τα γεγονότα. «Οι κυβερνήσεις της Ιταλίας ψηφίζουν περισσότερους νόμους κάθε χρόνο από τις κυβερνήσεις της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Αγγλίας και των ΗΠΑ», έγραφαν οι Financial Times στις 4 Οκτωβρίου 2016. Και συνέχιζαν: «Παρότι το Δημοκρατικό Κόμμα του Ρέντσι στερείται πλειοψηφίας στη Γερουσία έχει περάσει μειώσεις φόρων και μια μεταρρύθμιση στην αγορά εργασίας που είναι στο επίκεντρο του προγράμματός του».

Λίγοι βουλευτές και ελεγχόμενοι

Επίσης, παρότι μόνο σε 4 χώρες στον κόσμο βουλευτές και γερουσιαστές ξεπερνούν τους 900, φτάνοντας στην Ιταλία τους 945 (με τη συντριπτική πλειοψηφία των 147 χωρών να έχουν έως 299, 30 χώρες από 300 ως 599 και 12 χώρες από 600 ως 899 βουλευτές και γερουσιαστές), πουθενά δεν έχει αποδειχθεί ότι ο μικρός αριθμός βουλευτών και γερουσιαστών ευνοεί την κυβερνησιμότητα κι ο μεγάλος αριθμός την ακυβερνησία. Γιατί, αυτό ακριβώς ισχυρίζεται ο δοτός πρωθυπουργός Ρέντσι όταν εμφανίζει την μείωση του αριθμού των γερουσιαστών από 315 σε 100, την αλλαγή του τρόπου εκλογής τους, καθώς πλέον δε θα εκλέγονται απ’ ευθείας αλλά θα επιλέγονται μεταξύ δημάρχων και περιφερειακών αντιπροσώπων, και την υποβάθμισή τους σε συμβουλευτικό όργανο μόνον, ως μέσο για να ξεπεραστεί η αρτηριοσκλήρωση του ιταλικού πολιτειακού συστήματος. Αντίθετα, εύκολα αντιλαμβάνεται ο καθένας ότι όσο λιγότεροι αριθμητικά είναι οι βουλευτές τόσο πιο εύκολο είναι για τα μεγάλα συμφέροντα να τους ελέγξουν, μέσω εξαγορών και εκβιασμών, και να τους χειρίζονται ψηφίζοντας κατά παραγγελία. Προφανώς ο μεγάλος αριθμός δεν αποκλείει κάτι τέτοιο. Μετά βεβαιότητας όμως δυσκολεύει τη δουλειά των λομπιστών…

Σοβαρά πυρά έχει δεχτεί κι η επικείμενη αναθεώρηση του άρθρου 5  του ιταλικού συντάγματος, που ορίζει τις σχέσεις μεταξύ της κυβέρνησης και των 20 περιφερειών. Στόχος του Ρέντσι είναι η αποδυνάμωση των περιφερειών κι η επιστροφή όλης της εξουσίας ξανά στη Ρώμη. Το μεγάλο επίδικο εδώ είναι τα κονδύλια. Επιδίωξη της κυβέρνησης για την ακρίβεια είναι να ανακτήσει τον έλεγχο των χρηματοδοτήσεων που κατευθύνονται στις υποδομές. Μια τέτοια εξέλιξη ωστόσο θα οξύνει τα προβλήματα συνοχής που αντιμετωπίζει η Ιταλία, από την πρώτη μέρα ίδρυσης της ως ενιαίο κι ανεξάρτητο κράτος. Ως τώρα η σχετική αυτονόμηση των περιφερειών, μπορεί να πολλαπλασίαζε τις εστίες διαφθοράς και διασπάθισης δημόσιου χρήματος, εξασφάλιζε ωστόσο μια σχετικά ισόρροπη ανάπτυξη μεταξύ των περιφερειών. Στην περίπτωση που για όλα τα κονδύλια αποφασίζει η Ρώμη τότε η ερήμωση του ιταλικού Νότου θα ενταθεί. Ο Ρέντσι για να διασκεδάσει αυτές ακριβώς τις εντυπώσεις δε δίστασε να υποσχεθεί την κατασκευή γέφυρας που θα συνδέει την Σικελία με την ηπειρωτική Ιταλία. Το συγκεκριμένο σχέδιο που ήταν στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας επί πρωθυπουργίας Μπερλουσκόνι (1994-2011) αποσύρθηκε λόγω κυρίως του τρομερού του κόστους και τεχνικών προβλημάτων που υπήρχαν επειδή η περιοχή είναι σεισμογενής. Ο ίδιος ο Ρέντσι μάλιστα στο παρελθόν το είχε αποδοκιμάσει. Τώρα το επαναφέρει σε μια απέλπιδα προσπάθεια να συσπειρώσει το στρατόπεδο του «Ναι» στο επερχόμενο δημοψήφισμα. Προσπάθεια που αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη, όπως δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις που δίνουν ένα οριακό προβάδισμα στο «Όχι».

Μέχρι στιγμής στο πλάι του Ιταλού πρωθυπουργού, πέρα από το Βερολίνο και τη Φρανκφούρτη που τάσσονται αναφανδόν υπέρ του ξέροντας ότι δεν θα βρεθεί άλλος τόσο πειθήνιος πολιτικός, τάσσονται ελάχιστοι. Μεταξύ αυτών οι σύνδεσμοι των εργοδοτών που, όπως έγραφαν οι Financial Times στις 10 Οκτωβρίου οργανώνουν τη χώρα προσπαθώντας να πείσουν τους Ιταλούς να ψηφίσουν «Ναι» στο δημοψήφισμα.

Υπερσυγκέντρωση εξουσιών

Απέναντί του έχει ωστόσο όλη την υπόλοιπη πολιτική σκηνή κι επίσης εξέχοντες προσωπικότητες της ιταλικής κεντροαριστεράς. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο πρώην πρωθυπουργός Μάσιμο ντ’ Αλέμα. Εναντίον του Ρέντσι, υποστηρίζοντας ότι θα καταψηφίσει τις μεταρρυθμίσεις στο δημοψήφισμα τάσσεται επίσης κι ο Πιέρ Λουίτζι Μπερσάνι, ηγέτης κατά του κόμματος το 2013 που απέτυχε να σχηματίσει κυβέρνηση. Το μένος εναντίον του Ρέντσι από την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος δεν μπορεί να ερμηνευτεί αν δε ληφθεί υπ’ όψη ότι ο σημερινός πρωθυπουργός και πρώην δήμαρχος της Φλωρεντίας ουδέποτε εξελέγη. Αναδείχθηκε στην ηγεσία του κόμματος μετά από έναν εσωκομματικό πραξικόπημα το 2014 το οποίο, όπως είχε γράψει ο βρετανικός Guardian στις 6 Αυγούστου, θα έκανε τον Μακιαβέλι υπερήφανο. Επομένως, ο Ρέντσι είναι ο πλέον ακατάλληλος για να εμφανιστεί ως υπέρμαχος της δημοκρατίας… Ο Μπερσάνι σε συνέντευξη που έδωσε στην εφημερίδα Corriere della Sera εξήγησε ότι αν τυχόν και περάσουν οι προτάσεις του Ρέντσι τότε θα οδηγηθούμε σε ένα σύστημα όπου ο πρωθυπουργός θα έχει συγκεντρώσει στα χέρια του όλη την εξουσία. Με βάση δηλαδή τις μεταρρυθμίσεις, μια οριακή εκλογική πλειοψηφία οδηγεί σε μια συντριπτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. «Οδηγούμαστε σε μια κυβέρνηση ενός αρχηγού, που διορίζει ένα κοινοβούλιο το οποίο αποφασίζει για τα πάντα, ακόμη και με ένα 25% των ψήφων».

Η ανησυχία για τα σχέδια του Ρέντσι κορυφώνεται επειδή δεν είναι η πρώτη φορά που στην Ιταλία επιχειρείται μια τέτοια συγκέντρωση εξουσιών. «Ανάλογη ρητορική χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει τη φασιστική δικτατορία τη δεκαετία του ’30», έγραφε ο πάντα προσεκτικός στις διατυπώσεις του βρετανικός Economist στις 8 Οκτωβρίου. Και συνέχιζε: «Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οι συγγραφείς του ιταλικού δημοκρατικού συντάγματος μοίρασαν τις εξουσίες για να μην μπορούν να ασκούνται από ένα πρόσωπο ή ένα θεσμό, δίνοντας και στις δύο βουλές ίσες εξουσίες»! Δεν πρόκειται επομένως για μια χωρίς σημασίας επιλογή!

Η ανησυχία του ευρωπαϊκού Τύπου για το άνευ προηγουμένου στοίχημα που ανέλαβε ο Ρέντσι εντείνεται γιατί είναι κοινό μυστικό πώς μεταξύ των ψηφοφόρων αποτελεί ισχνή μειοψηφία. Στις τελευταίες εκλογές πρώτο κόμμα εξελέγη το Κίνημα των Πέντε Αστέρων του χαρισματικού Μπέπε Γκρίλιο, ο οποίος διασύρεται συστηματικά από τα Μέσα ως λαϊκιστής ή, ακόμη χειρότερα, γραφικός. Οικτρά μειοψηφική είναι επίσης στην Ιταλία κι η άποψη παραμονής στο ευρώ. Οι κίνδυνοι που εγείρονται επομένως είναι πολλαπλοί.  Πώς θα χειριστεί ο Ρέντσι ένα «Ναι»; Πώς θα το διαχειριστεί επίσης ο διάδοχός του; Επιπλέον, αν χάσει το δημοψήφισμα και οδηγηθεί η Ιταλία σε εκλογές οι εξελίξεις θα είναι κατακλυσμιαίες σε βάρος φυσικά εκείνων των δυνάμεων που στρατεύονται στο πλευρό του δοτού ιταλού πρωθυπουργού, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται ακόμη κι η παραμονή της Ιταλίας στο ευρώ. Πολλοί σοβαροί λόγοι για να υπερψηφιστεί το «Όχι»…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα στις 14 Οκτωβρίου 2016

Στην κόψη του ξυραφιού οι ιταλικές τράπεζες

ek.w_hrΘρυαλλίδα εξελίξεων όχι μόνο για την ιταλική πολιτική ζωή, αλλά και για όλη την Ευρώπη ενδέχεται να αποδειχθούν οι τράπεζες της γειτονικής χώρας. Αφορμή είναι τα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια που φθάνουν τα 360 δισ. ευρώ και ισοδυναμώντας με το 20% του εθνικού προϊόντος χαρακτηρίζονται ωρολογιακή βόμβα για την οικονομική σταθερότητα.

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Εδώ, η σύγκριση με την Ελλάδαπου θα κάνει ο προσεκτικός αναγνώστης (όπου τα κόκκινα δάνεια φτάνουν τα 109 δισ. ευρώ, σύμφωνα και με τις πρόσφατες δηλώσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας, Γ. Στουρνάρα, ή το 59% του ΑΕΠ) δε βοηθάει στην αποτύπωση του προβλήματος στην Ιταλία στις πραγματικές του διαστάσεις. Κι αυτό γιατί η «διεθνής του χρήματος» που ελέγχει στενά κι εκ των έσω πλέον τα τεκταινόμενα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, δεν έχει αποκτήσει την πρόσβαση που θα ήθελε στη γειτονική χώρα. Το ζητούμενα έτσι, εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, είναι ο έλεγχος των εξελίξεων στις ιταλικές τράπεζες, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει.

Η διαμάχη που έχει ξεσπάσει μεταξύ της ιταλικής κυβέρνησης και της Γερμανίας συμπυκνώνεται στο δίλλημα bail-inή bail-out. Δηλαδή, στο κατά πόσο η αναγκαία «διάσωση» των ιταλικών τραπεζών θα γίνει με ίδιους πόρους, πληρώνοντας κατά σειρά οι μέτοχοι, οι ομολογιούχοι και τέλος οι καταθέτες, στη βάση του νέου καθεστώτος που ξεκίνησε να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2016 (και με βάση την οδηγία 2014/59) ή, αν η «διάσωση» θα γίνει με λεφτά του δημόσιου, όπως γινόταν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2015. Ως προς το παρόν, πιο ορθολογικές λύσεις όπως η ανάπτυξη της οικονομίας που θα βελτίωνε τη θέση των δανειοληπτών και των τραπεζών, είναι εκτός συζήτησης…

Σύγκρουση Ρέντσι – Μέρκελ

Η ιταλική κυβέρνηση ζητάει να μην ισχύσουν τα συμφωνηθέντα και να επιτραπεί να γίνει η ανακεφαλαιοποίηση με δημόσιους πόρους επειδή ένα ποσοστό μεταξύ του ενός τρίτου και του μισού εκείνων των ομολόγων που θα εξανεμιστούν, μετατρεπόμενα σε κεφάλαιο, βρίσκονται στα χέρια 60.000 κατ’ εκτίμηση μικρών και μεσαίων καταθετών. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο κατά τον ιταλό πρωθυπουργό, Ματέο Ρέντσι, θα ισοδυναμούσε με οικονομική καταστροφή δεκάδων χιλιάδων καταθετών που ανήκουν στα φτωχά και μεσαία στρώματα. Ήδη δύο αυτοκτονίες ομολογιούχων λειτούργησαν σαν καμπανάκι κινδύνου για το μέγεθος του πολιτικού σεισμού που θα ταρακουνήσει την Ιταλία στην περίπτωση που οι καταθέσεις απλών ανθρώπων θυσιασθούν στο βωμό της βιωσιμότητας των τραπεζών.

Από την άλλη όμως, δεν αποκλείεται καθόλου ο ιταλός πρωθυπουργός και όλο το πολιτικό σύστημα της γειτονικής χώρας να χρησιμοποιούν τους καταθέτες ως ασπίδα προστασίας των μεγαλομετόχων των τραπεζών. Μέλημά τους δηλαδή να είναι να μη συμβεί ότι έγινε στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα όπου, λόγω των διαδικασιών που επελέγησαν για την ανακεφαλαιοποίησή του, η προοπτική του αφελληνισμού είναι προ των πυλών κι η διοίκηση των τραπεζών θα αποτελείται από ξένους. Πιθανότατα γι’ αυτό το λόγο η Ιταλία έχασε όλες τις προηγούμενες ημερομηνίες – σταθμούς που επικαλέστηκε για παράδειγμα η Ελλάδα, όπως συνέβη το 2015 όταν οι διαδικασίες ανακεφαλαιοποίησης επιταχύνθηκαν, με δραματικές επιπτώσεις, υπό την πίεση της οδηγίας που επέβαλε από 1/1/2016 το bail-in. Η Ιταλία για να διασώσει τον έλεγχο των μεγαλομετόχων επί των τραπεζών απέφυγε όχι μόνο το γενικό ξεπούλημα της Ελλάδας, αλλά ακόμη και την πιο διακριτική «διάσωση» που επέλεξε η Ισπανία το 2012. Η Ρώμη πιθανά έκρινε ότι ο έλεγχος των τραπεζών είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθεί στη διακριτική ευχέρεια των Γερμανών…

Από την άλλη μεριά η γερμανική κυβέρνηση, επαναλαμβάνοντας δια στόματος της Άνγκελα Μέρκελ στη διάρκεια της τελευταίας συνόδου κορυφής της ΕΕ ότι οι αποφάσεις πρέπει να τηρούνται, επικαλείται όχι μόνο τα όσα ισχύουν αλλά και τα όσα πρέπει να ισχύουν. Η διάσωση των τραπεζών με λεφτά των φορολογουμένων, που ξεκίνησε από το 2008 με το επιχείρημα ότι λόγω του μεγέθους τους δεν επιτρέπεται να αφεθούν να καταρρεύσουν («toobigtofail»), αποκάλυψε την εξάρτηση του πολιτικού συστήματος από την ολιγαρχία του χρήματος, βαθαίνοντας το ρήγμα που χωρίζει και τους δύο (πολιτικούς και τραπεζίτες) από την κοινωνία. Η στάση της Μέρκελ, η πρόκριση δηλαδή της διάσωσης των τραπεζών μέσω ιδίων πόρων, αυτή τη στιγμή φαίνεται η πιο φιλολαϊκή – εξαιρώντας βέβαια το ενδεχόμενο κατάσχεσης καταθέσεων. Ποιος καταθέτης ήξερε ότι οι αποταμιεύσεις του ενδέχεται να μετατραπούν σε κεφάλαιο που θα καλύψει τις μαύρες τρύπες του μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών; Από την άλλη, η διάσωση των τραπεζών με χρήματα των φορολογουμένων και σε βάρος των δαπανών υγείας και παιδείας, φαντάζει πολύ πιο αδικαιολόγητη και άδικη.

Γερμανική επέκταση

Κι έτσι πράγματι θα ήταν (το γερμανικό σχέδιο δηλαδή θα έχριζε ευρύτερης υποστήριξης) αν η Γερμανία κι οι εποπτικές αρχές των τραπεζών στην Ευρώπη δεν είχαν δεύτερες σκέψεις. Δηλαδή, αν το ζητούμενο δεν ήταν, τουλάχιστον δεν περιλάμβανε, και την αλλαγή της ιδιοκτησίας των ιταλικών τραπεζών. Κοινώς, το «κόντυμα» των ιταλικών τραπεζών. Κι είναι κάτι που έχει αρχίσει ήδη να συμβαίνει – όπως κατ’ αντιστοιχία έγινε και με τις ελληνικές τράπεζες όταν στο πλαίσιο της «διάσωσής» τους πούλησαν άρον – άρον τα υποκαταστήματα τους στα Βαλκάνια και σε άλλες χώρες. Πολύ χαρακτηριστικά, στην Ιταλία η UniCredit, που είναι η μεγαλύτερη τράπεζα της χώρας, θα βελτιώσει τον ισολογισμό της πουλώντας το 10% των μετοχών που διαθέτει στην πολωνική τράπεζα Bank Pekao, που είναι η δεύτερη μεγαλύτερη της ανατολικοευρωπαϊκής αυτής χώρας, έναντι 800 εκ. ευρώ που αναμφισβήτητα είναι σταγόνα στον ωκεανό των 10 δισ. ευρώ τα οποία χρειάζεται άμεσα ως κεφαλαιακή ενίσχυση. Η Monte di Paschi, τρίτη σε μέγεθος ιταλική τράπεζα με ιστορία 544 ετών που είναι ταυτισμένη με την κεντροαριστερά, χρειάζεται σύμφωνα με την Morgan Stanley από 2 ως 6 δισ. ευρώ επιπλέον κεφάλαια.

Αξίζει να αναφερθεί ότι στον αντίποδα του γενικού ξεπουλήματος των τραπεζών στις χώρες της ευρωζώνης, που όλοι φανταζόμαστε ότι ως μεγάλο κερδισμένο θα έχουν τις γερμανικές τράπεζες, η κυβέρνηση της Πολωνίας έχει ανακοινώσει πως στα επόμενα 15 χρόνια στοχεύει το 70% των μετοχών των πολωνικών τραπεζών (από 30% σήμερα) να περιέλθουν ξανά σε πολωνικά χέρια. Οι Πολωνοί προφανώς είδαν τα «καλά» της εισβολής του διεθνούς κεφαλαίου, όπως βίαια συντελέστηκε στο πλαίσιο των «θεραπειών σοκ» των αρχών της δεκαετίας του ’90, και τώρα προσπαθούν να διορθώσουν τις παραμορφώσεις που έφερε. Ενώ στην ευρωζώνη, με την απειλή της δημοσιονομικής κρίσης και της έλλειψης κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών,προωθούνται τώρα αυτές ακριβώς οι «θεραπείες σοκ».

Η τύχη της διελκυστίνδας μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας θα γίνει γνωστή στις 29 Ιουλίου όταν θα γίνουν κι επίσημα γνωστά τα αποτελέσματα από τα νέα «τεστ αντοχής» στα οποία ήδη υποβάλλονται οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Η ανακοίνωση που θα ακολουθήσει σχετικά με το ύψος των νέων κεφαλαίων που απαιτούνται για τις ιταλικές τράπεζες θα κρίνει και την τύχη τους. Η λύση πάντως που θα προκριθεί δεν μπορεί παρά να παίρνει υπ’ όψη της και την έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών στα ιταλικό δημόσιο χρέος, δηλαδή τα κρατικά ομόλογα, που μετά βεβαιότητας θα επηρεαστούν αρνητικά σε περίπτωση μη συναινετικών λύσεων – είναι μια παράμετρος που δείχνει ότι στη πλευρά των χαμένων δεν συμπεριλαμβάνονται μόνο οι Ιταλοί μικροκαταθέτες, τους οποίους επικαλείται ο Ρέντσι, ούτε οι μεγάλες παραδοσιακές οικογένειες που ελέγχουν τον πλούτο στη γειτονική χώρα. Ενδεικτικά, πρόσφατη μελέτη της Standard & Poor’s εκτιμούσε ότι οι τοποθετήσεις σε ιταλικά κρατικά ομόλογα από τράπεζες με έδρα στην ΕΕ ανέρχονται σε 791 δισ. ευρώ. Επειδή λοιπόν τα λεφτά είναι …πολλά κι επειδή η αντίσταση της ιταλικής ελίτ έχει αποδειχθεί πολύ πιο ισχυρή, σε σχέση με την αντίσταση της ελληνικής ελίτ, δεν αποκλείεται να δούμε οι ριζικές λύσεις να μετατίθενται για το προσεχές μέλλον…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Επίκαιρα στις 15 Ιουλίου 2016

Γερμανική επίδειξη πυγμής απέναντι στην Ιταλία

 

German Chancellor Angela Merkel, right and Italian Prime Minister Matteo Renzi brief the media, after German and Italian government consultations at the chancellery in Berlin, Monday, March 17, 2014. (AP Photo/Markus Schreiber)

Ατυχής αποδείχθηκε η ιδέα του ιταλού πρωθυπουργού να χρησιμοποιήσει το βρετανικό δημοψήφισμα για να πιέσει τη Γερμανία να συναινέσει στην ανακεφαλαιοποίηση των ιταλικών τραπεζών. Η αντίδραση της Άνγκελα Μέρκελ, όπως διατυπώθηκε δημόσια την Τετάρτη στο περιθώριο της συνόδου κορυφής ήταν πλήρως προβλέψιμη: «Γράψαμε τους κανόνες για το πιστωτικό σύστημα και δεν μπορούμε να τους αλλάζουμε κάθε δύο χρόνια» ήταν η απάντησή που έδωσε στον Ματέο Ρέντσι, παγώνοντας όλο το πολιτικό σύστημα της Ιταλίας.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Το πρόβλημα της ιταλικής κεντροαριστεράς είναι πολύ απλό: Μετά την υιοθέτηση των νέων κανόνων για την εκ των έσω διάσωση των τραπεζών (bail in) από 1 Ιανουαρίου 2016, στο πλαίσιο των οποίων απαγορεύεται η διάθεση δημόσιων πόρων για την κεφαλαιακή ενίσχυση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (bail out) όπως συνέβαινε μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2015, κάθε προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (τα οποία ξεπερνούν σε αξία τα 200 δισ. ευρώ) θα προκαλέσει τεράστιες πολιτικές αντιδράσεις. Οι χιλιάδες μέτοχοι και ομολογιούχοι αν δουν τις τοποθετήσεις τους να εξανεμίζονται και επισήμως θα στραφούν ενάντια στην κυβέρνηση που μόνο σταθερή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Μεταξύ αυτών δε εύκολα μπορούμε να υποθέσουμε πως συγκαταλέγεται κι η μαφία. Στην πράξη επομένως το Βερολίνο ζητάει από τη Ρώμη να προκαλέσει πολιτικό σεισμό στην Ιταλία ζητώντας από χιλιάδες πολίτες και την μαφία να περάσουν από το ταμείο! Είναι ένα σχέδιο που ισοδυναμεί με πολιτική αυτοκτονία, όπως όλοι μπορούν να καταλάβουν με μοναδική εξαίρεση τη Γερμανία που προκρίνει το …σεβασμό στους κανόνες.

Η απροθυμία των Ευρωπαίων να ανάψουν το πράσινο φως στον Ρέντσι για να επιτρέψει στο κεφάλαιο με την επωνυμία Άτλας να επιτελέσει το έργο για το οποίο ιδρύθηκε, δηλαδή την ανακεφαλαιοποίηση όλων των ιταλικών τραπεζών, όπως ήδη έκανε με την τράπεζα Βένετο, ανεβάζει απότομα το πολιτικό θερμόμετρο στην Ιταλία, δεδομένου ότι δεν διάγει και την πιο ανέμελη περίοδο της πολιτικής της ιστορίας. Ήδη, το δημοψήφισμα που έχει εξαγγελθεί για το φθινόπωρο με επίδικο μια σαρωτική συνταγματική αναθεώρηση που θα αποχαιρετίσει και το τελευταίο απομεινάρι του λεγόμενου ιστορικού συμβιβασμού (είναι η ιταλική μεταπολίτευση) και στο επίκεντρό της θα έχει τα εργασιακά διχάζει και τους πάνω. Η προσπάθεια της Γερμανίας να κοντύνει την ιταλική αστική τάξη και να πάρει από τα χέρια της ακόμη και τις τράπεζες, που αποτελούν βασιλική οδό για την κυκλοφορία και τη «διευρυμένη αναπαραγωγή» του μαύρου χρήματος, θα οξύνει τον υπαρκτό στους κόλπους της αντιγερμανισμό. Το σημείο μέχρι το οποίο θα φτάσει η αντίδρασή της ιταλικής ολιγαρχίας θα φανεί το φθινόπωρο όταν θα κλείσουν οι κάλπες, με πολλά ενδιάμεσα χρονικά ορόσημα, όπως τη δημοσίευση τον επόμενο μήνα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα των τεστ αντοχής των τραπεζών, να αποκτούν ξεχωριστό ενδιαφέρον…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν, στις 3 Ιουλίου 2016