Στους φορολογούμενους ο λογαριασμός (Διπλωματία 1/2009))

ΣΕ ΥΨΟΣ ΡΕΚΟΡ ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

ΓΕΝΝΑΙΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ ΟΜΠΑΜΑ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ

Το σωσίβιο των Δημοκρατικών στο Ντιτρόιτ παρότι αποτρέπει τα χειρότερα, όπως για παράδειγμα ένα ντόμινο χρεοκοπιών που θα αγκάλιαζε όλη την οικονομία, δεν συνιστά επίλυση της κρίσης.

Για την αμερικανική οικονομία η αρχή ότι «οι ΗΠΑ έχουν ένα πρόεδρο κάθε φορά» την οποία αλλεπάλληλες φορές επικαλέστηκε η ομάδα του νέου προέδρου αρνούμενη να παρέμβει στη σφαγή της Γάζας δεν ίσχυε. Από την επομένη κιόλας της εκλογής του ο Μπαράκ Ομπάμα εξάντλησε κάθε μέσο που είχε στη διάθεσή του για να εφαρμόσει τις οικονομικές του προτεραιότητες που στην τρέχουσα συγκυρία συνέτειναν σε μία και μόνο κατεύθυνση: τη διάσωση, με κάθε μέσο και χωρίς όρους, της κλυδωνιζόμενης αυτοκινητοβιομηχανίας. Το Ντιτρόιτ, κοιτίδα του αμερικάνικου ονείρου την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, είδε τα χρηματοοικονομικά του προβλήματα να λαμβάνουν απειλητικές διαστάσεις από τη στιγμή που η οικονομική κρίση η οποία πλήττει τις ΗΠΑ έπαψε να αποτελεί υπόθεση των τραπεζών και άρχισε να επηρεάζει τα νοικοκυριά. Έτσι, η πτώση της καταναλωτικής ζήτησης που ξεκίνησε το 2007 και όλο το 2008 κατέγραφε κάθε μήνα κι ένα ρεκόρ (με αποτέλεσμα μόνο τον Οκτώβριο οι πωλήσεις αυτοκινήτων να πέσουν κατά 30%) ήταν η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει, προκαλώντας ιλιγγιώδεις ζημιές. Η General Motors για παράδειγμα που απασχολεί 252.000 εργαζόμενους κατέγραψε για το 2007 ως ζημιές το ποσό των 38 δισ. δολ. ενώ η Ford, που απασχολεί 87.700 000 εργαζόμενους και δεν βρίσκεται και σε τόσο απελπιστική θέση όσο η GM και η Chrysler εμφάνισε ζημιές για το ίδιο έτος ύψους 2,7 δισ. Ούτε τα παραπάνω μεγέθη ωστόσο, ούτε ακόμη και τα καμπανάκια κινδύνου που ακούστηκαν στο αμερικανικό Κογκρέσο, από τον οικονομολόγο καθηγητή του Κολούμπια Τζέφρεϋ Σακς για παράδειγμα, ο οποίος προδίκασε μια χιονοστιβάδα χρεοκοπιών σε περίπτωση που αφήνονταν στην τύχη τους οι αυτοκινητοβιομηχανίες, έπεισαν την ρεπουμπλικανική πλειοψηφία να εγκρίνει τις πιστώσεις. Επανειλημμένες φορές, με χαρακτηριστικότερη την ψηφοφορία που έγινε στις 11 Δεκέμβρη, το πακέτο διάσωσης «κόπηκε» υπό τον ήχο πομπωδών δηλώσεων Ρεπουμπλικάνων που ορκίζονταν πίστη στα λεφτά των φορολογουμένων. «Ακόμη κι όλοι οι Αμερικάνοι θέλουν αυτή η βιομηχανία να πετύχει, δεν μπορώ να υποστηρίξω ένα σχέδιο που δαπανά τα λεφτά των φορολογουμένων για να τη διασώσει», δήλωνε για παράδειγμα ο εκπρόσωπος του κόμματος του Μπους στην αρμόδια επιτροπή, με βάση το περιοδικό Τάιμ της 15ης Δεκεμβρίου, αφήνοντας όλους μας με την απορία για τα κριτήρια με τα οποία ανέκριναν μόλις πριν λίγους μήνες το πολύ πιο δαπανηρό «πακέτο Πόλσον», ύψους 700 δισ… Παρόλα αυτά, κι αφού όπως μπορεί να υποθέσει ο καθένας ο νεοεκλεγείς πρόεδρος των ΗΠΑ εξάντλησε όλη του την πειθώ, στις 19 Δεκέμβρη το σχετικό νομοσχέδιο εγκρίθηκε. Οι προϋποθέσεις όμως υπό τις οποίες δόθηκαν τα 17,4 δισ. δολ. στη General Motors και την Chrysler έκαναν πολλούς να μιλήσουν για δηλητηριασμένο φρούτο. Με «πιστόλι στον κρόταφο των δύο αυτοκινητοβιομηχανιών και των μετόχων τους» συνέκρινε τις επιχορηγήσεις ο βρετανικός Economist στο πρώτο τεύχος του νέου χρόνου. Ο πιο επαχθής δε όρος αφορά τις απολαβές των εργαζομένων καθώς τα συνδικάτα θα πρέπει να συνομολογήσουν στην κάθετη μείωση των μισθών και ωρομισθίων στα αμερικανικά εργοστάσια ώστε να μην υπερβαίνουν τις αποδοχές των ανταγωνιστικών. Όλοι αυτοί οι όροι, με σημαντικότερο ένα βιώσιμο επιχειρηματικό σχέδιο, θα πρέπει να έχουν ξεκαθαριστεί μέχρι τη τελευταία μέρα του Μαρτίου οπότε ο 44ος πρόεδρος των ΗΠΑ θα λάβει τις οριστικές αποφάσεις για την τύχη της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας και πιο συγκεκριμένα κατά πόσο οι τρεις του Ντιτρόιτ θα συνεχίσουν να είναι τρεις κι όχι δύο, όπως εισηγούνται πολλοί δείχνοντας στην Chrysler, που κατά κοινή ομολογία αποτελεί τον αδύναμο κρίκο, το δρόμο της εξόδου. Το πακέτο διάσωσης της αυτοκινητοβιομηχανίας μαζί με τις υπόλοιπες χρηματοδοτήσεις που έχει στο πρόγραμμα της η οικονομική ομάδα του Μπαράκ Ομπάμα σε συγκερασμό με την κάθετη πτώση των δημοσίων εσόδων λόγω της κρίσης ωθούν πολλούς να προδικάζουν έκρηξη του δημοσιονομικού ελλείμματος. «Το έλλειμμα των Ηνωμένων Πολιτειών για το οικονομικό έτος που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2008 θα προσεγγίσει το 1 τρισ. δολ., ποσό υπερδιπλάσιο των 450 δισ. του προηγούμενου χρόνου. Αυτό θα είναι μακράν το μεγαλύτερο ονομαστικό έλλειμμα που καταγράφηκε ποτέ από κράτος και θα αντιπροσωπεύει το 7,5% του αμερικανικού ΑΕΠ, επίπεδο που στο παρελθόν είχε παρατηρηθεί μόνο κατά τη διάρκεια των παγκόσμιων πολέμων», τονίζει στο περιοδικό Foreign Affairs του Ιανουαρίου Φεβρουαρίου 2009, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών του Μπιλ Κλίντον τη διετία 1993-94, Ρότζερ Άλτμαν. Η προσφυγή στις κρατικές επιδοτήσεις (που κατά το παρελθόν είχαν δεχθεί το ανάθεμα της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας με αποτέλεσμα σε πολλές χώρες του κόσμου, περιλαμβανομένης και της Ελλάδας να οδηγηθούν στον Καιάδα εύρωστες μονάδες αυτοκινητοβιομηχανίας που όταν χρειάστηκαν την κρατική στήριξη το σχετικό αίτημα ισοδυναμούσε με ύβρη…) αποτελεί ένδειξη αδυναμίας για την αμερικανική κυβέρνηση κι αυτό για δύο λόγους. Κατά πρώτο επειδή φέρνει στην επιφάνεια την εξάντληση του διαθέσιμου οπλοστασίου μετά την απόφαση της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας να οδηγήσει τα επιτόκια επί της ουσίας στο 0! Κατά δεύτερο επειδή η έξοδος κινδύνου μοιάζει απειλητικά με την οδό …εισόδου σε αυτήν. Μεγέθυνση δια της πρόκλησης τεχνητής ρευστότητας και της προεξόφλησης μελλοντικών εσόδων με το λογαριασμό να πηγαίνει στους φορολογούμενους, χωρίς πραγματική άνοδο των εισοδημάτων αλλά αντίθετα μείωσή τους. Αυτή η οδός δεν επιλέγηκε για να ξεπεραστεί και η κρίση του 2000;

Το φάντασμα της Αργεντινής (Πριν, 21/2/2009)

Οικονομικοί τρομοκράτες Προβόπουλος – Αλμούνια

ΣΥΝΤΑΓΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ

Πρόωρο και άδοξο τέλος είχε η προσπάθεια του Κ. Καραμανλή να χαλαρώσει την άγρια νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική της προηγούμενης πενταετίας, όπως επιχειρήθηκε με την απομάκρυνση του Γ. Αλογοσκούφη από το υπουργείο Οικονομίας στον πρόσφατο ανασχηματισμό και την ανάκληση ορισμένων ακραία αντιλαϊκών φορολογικών μέτρων. Την αναδίπλωση αυτής της πολιτικής και την επικείμενη εφαρμογή βάρβαρων αντεργατικών μέτρων προανήγγειλαν την εβδομάδα που πέρασε οι συστάσεις που απηύθυνε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας για την οικονομική πολιτική που πρέπει να εφαρμοστεί (προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του Μαξίμου) και δυο μέρες μετά οι δηλώσεις του κοινοτικού επιτρόπου Χοακίν Αλμούνια με αφορμή την κατάθεση του Επικαιροποιημένου Προγράμματος Σταθερότητας. Δύο ήταν τα κοινά σημεία των τοποθετήσεών τους. Το πρώτο αφορούσε την ανάγκη εφαρμογής ενός σταθεροποιητικού κατά τα λεγόμενά τους προγράμματος που στην πραγματικότητα θα είναι πρόγραμμα παρατεταμένης και βάρβαρης λιτότητας που θα μετατρέψει την Ελλάδα σε Ρωσία των αρχών της δεκαετίας του ’90. Το δεύτερο σημείο στο οποίο συμφωνούν είναι ότι δεν υφίσταται περιθώριο άσκησης επεκτατικής πολιτικής που θα λειτουργήσει αντικυκλικά στηρίζοντας τη ζήτηση και τα εισοδήματα, χωρίς να υπονοείται τίποτε περισσότερο από την πολιτική που εφαρμόζουν όλες μα όλες οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες κι οι ΗΠΑ με μοναδική εξαίρεση αυτές που βαρύνονται με υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα. «Η Ελλάδα δεν έχει κανένα περιθώριο χορήγησης αναπτυξιακών κινήτρων, δεδομένου του πολύ υψηλού χρέους της και τη ανισορροπίας του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών», ήταν τα λόγια του ισπανού επιτρόπου. Καρμπόν ήταν και οι δηλώσεις του Γ. Προβόπουλου: «Δεν υπάρχουν περιθώρια για παραδοσιακού τύπου δημοσιονομική ώθηση, λόγω του ύψους του δημοσιονομικού ελλείμματος, του δημόσιου χρέους και του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Η πειθαρχημένη δημοσιονομική πολιτική είναι αναγκαία όχι μόνο για να τηρηθούν οι κανόνες του αναθεωρημένου και ευέλικτου Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, αλλά και για να βελτιωθούν οι όροι εξωτερικού δανεισμού του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα». Οι παραπάνω οδηγίες αν ανέκαθεν προοικονομούσαν φτώχεια και εξαθλίωση σήμερα εγκυμονούν έναν επιπλέον κίνδυνο: την εξώθηση της κρίσης στα έσχατα όρια της, δηλαδή στο οικονομικό κραχ και τη χρεοκοπία. Οι συνταγές του Αλμούνια και του Προβόπουλου κινούνται στην διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που βρίσκονται (προσωρινά έστω) οι πολιτικές που εν χορώ εφαρμόζουν όλες οι καπιταλιστικές χώρες, με απώτερο σκοπό να περιορίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης και να αμβλύνουν τις συνέπειες της. Οι κήρυκες της δημοσιονομικής πειθαρχίας αντίθετα, ιεραρχώντας τη δογματική προσήλωση και την εμμονή του στη δημοσιονομική σταθερότητα λειτουργούν σαν οικονομικοί τρομοκράτες απειλώντας να τινάξουν την οικονομία στον αέρα, καθώς το δικό τους μίγμα πολιτικής είναι το πλέον ακατάλληλο. Κι αν μέχρι πέρυσι απλώς αύξανε τη φτώχεια και τους φτωχούς τώρα απειλεί να οδηγήσει τον ελληνικό καπιταλισμό στη χρεοκοπία και τους εργαζόμενους στην εξαθλίωση.

 Ιδεοληψία και δογματική εμμονή στα κριτήρια της δημοσιονομικής σταθερότητας βρίσκεται πίσω από τις προτάσεις Προβόπουλου και Αλμούνια για μείωση του δημόσιου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Τυχόν προσπάθεια υλοποίησης αυτών των μέτρων, που ισοδυναμούν με λάδι στη φωτιά της κρίσης, δεν θα σημάνει μόνο την εξαθλίωση των εργαζομένων αλλά συνολική χρεοκοπία.

 

Αδειάζουν τα ταμεία οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο για να αντιμετωπίσουν την κρίση

Για να φανεί πόσο εκτός τόπου και χρόνου είναι οι βαρυσήμαντες κατά τ’ άλλα συστάσεις της ΕΕ και της Τράπεζας της Ελλάδας (που θα μείνουν στην ιστορία σαν υπόδειγμα παλιοκαιρίτικης εμμονής και ανικανότητας προσαρμογής) αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στον υπόλοιπο κόσμο όπου εδώ και μήνες πραγματικά βρέχει… δισεκατομμύρια. Εν αρχή είναι οι ΗΠΑ κι όχι τυχαία. Καθώς εκεί βρίσκεται το επίκεντρο της κρίσης όπου ξεδιπλώθηκε για πρώτη φορά με το σκάσιμο της φούσκας της αγοράς των ακινήτων, στις ΗΠΑ εφαρμόστηκαν τα πρώτα μέτρα για την διαχείριση και την αναχαίτισή της. Οπότε, όποιος θέλει να ελέγξει τι ενδείκνυται, τι αποδίδει και τι όχι, εκεί θα πρέπει να στρέψει το ενδιαφέρον του. Στις ΗΠΑ λοιπόν το πρώτο πακέτο στήριξης των τραπεζών το πολυσυζητημένο πακέτο Πόλσον, όπως έλεγαν τον υπουργό Οικονομικών του Μπους, ύψους 700 δισ. δολ. έπεσε κυριολεκτικά στο κενό καθώς γρήγορα αποδείχτηκε σταγόνα νερού σε μια βιβλικών διαστάσεων πυρκαγιά. Η αναποτελεσματικότητα του δεν αποθάρρυνε την κυβέρνηση Ομπάμα να ξαναβάλει το χέρι στην τσέπη για να στηρίξει τις τράπεζες. Έτσι, ο νέος υπουργός Οικονομικών ανακοίνωσε στις 10 Φεβρουαρίου ένα νέο πακέτο διάσωσης των τραπεζών με την επωνυμία Χρηματοοικονομικό Σχέδιο Σταθερότητας, ύψους 2 τρισ. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η νέα αμερικανική ηγεσία άλλαξε όχημα. Το πακέτο Ομπάμα που εγκρίθηκε την προηγούμενη εβδομάδα από τα δύο αμερικανικά νομοθετικά σώματα συνιστά τομή στη διαχείριση της τρέχουσας κρίσης γιατί για πρώτη φορά δοκιμάζονται πολιτικές που συνιστούν καθαρό και ανόθευτο κεϋνσιανισμό. Προβλέπονται πολιτικές που έχουν ξεσηκωθεί ατόφιες από το πιο καλά δοκιμασμένο και μοναδικό εγχειρίδιο χρήσης για περιόδους κρίσης. Το πακέτο Ομπάμα ύψους 789,2 δισ. δολ. χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος που ισοδυναμεί με το 38% των δαπανών του αφορά φορολογικές απαλλαγές που δεν κατευθύνονται στους υπερπλούσιους όπως συνέβαινε κάθε χρόνο την οκταετία του Μπους, αλλά στα πιο χαμηλά εισοδήματα, χωρίς ωστόσο να ξεχνάμε ότι ο μέσος φορολούμενος στις ΗΠΑ είναι πολύ πιο πλούσιος από τον μέσο κάτοικο της χώρας. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει χαμηλόμισθος και γενικότερα εργαζόμενος που να μη δει το βδομαδιάτικό του να αυξάνεται κατά 7, 12 ακόμη και 14 δολάρια. Ένα δεύτερο τμήμα του πακέτου, που ισοδυναμεί κι αυτό με το 38% της αξίας του θα στραφεί στην υγεία, την παιδεία, τους άστεγους και τους ανέργους κι ένα τρίτο ίσο με το εναπομείναν 26% θα στραφεί στον εκσυγχρονισμό των απαρχαιωμένων υποδομών, στην ενθάρρυνση της επιστημονικής ιατρικής έρευνας και σε κίνητρα στην πράσινη βιομηχανία. Όσο κι αν τα παραπάνω στήριξης της ενεργού ζήτησης σηματοδοτούν την σχετική τροποποίηση της εφαρμοζόμενης νεοφιλελεύθερης πολιτικής δεν συνιστούν την ανατροπή της ή, πολύ περισσότερο, αλλαγή οικονομικού παραδείγματος καθώς πρώτο, είναι μέτρα περιορισμένης χρονικής διάρκειας και δεύτερο αφήνουν ανέγγιχτους τους όρους διανομής του παραγόμενου προϊόντος ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο. Πλαίσιο που καθορίζει με τον αλάνθαστο τρόπο το περιεχόμενο κάθε οικονομικής πολιτικής. Άλλες φορές μάλιστα το πακέτο διάσωσης συνοδεύεται από την επιδείνωση των όρων εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα οι απολύσεις 20.000 δημοσίων υπαλλήλων στην άλλοτε χρυσή πολιτεία της Καλιφόρνιας, που λικνίζεται κι αυτή στα βήματα του τάνγκο βρισκόμενη στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Επίσης η απόλυση 14.000 μόνιμων μισθωτών από την Τζένεραλ Μότορς, που αποτελεί μάλιστα όρο για την κρατική χρηματοδότησή της, και η επακόλουθη αντικατάστασή τους από προσωρινό προσωπικό, χαμηλών μισθολογικών απαιτήσεων και υψηλής εκμετάλλευσης, ρεϊγκανικών προδιαγραφών. Οι αθρόες χρηματοδοτήσεις δεν αποτελούν αμερικανική ιδιαιτερότητα, όσο κι αν οι Αμερικάνοι είναι που είδαν πρώτοι το χάρο της συστημικής κατάρρευσης με τα μάτια τους τον Σεπτέμβριο αφήνοντας να χρεοκοπήσει η Λίμαν Μπράδερς. Έκτοτε προσέχουν, όπως κι άλλες αστικές τάξεις. Η Ιαπωνία, για παράδειγμα, που είδε το ΑΕΠ της να μειώνεται κατά 12,7% το τελευταίο τρίμηνο του 2008, ανακοίνωσε πακέτο διάσωσης ύψους 425 δισ. γεν. Στην από δω μεριά του Ατλαντικού τα πράγματα αποδείχθηκαν πολύ χειρότερα, προς διάψευση των ελπίδων ότι η κρίση θα περιοριστεί στις ΗΠΑ, βελτιώνοντας εξ αντανακλάσεως της θέση της Ευρώπης στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Προς επίρρωση η συρρίκνωση του ΑΕΠ των 16 χωρών της ευρωζώνης το τέταρτο τρίμηνο του 2008 κατά 1,5%, όταν στις ΗΠΑ μειώθηκε κατά 1% και η αποκάλυψη του γερμανικού περιοδικού Σπίγκελ ότι για πολύ καιρό ήταν απαγορευμένη η χρήση της λέξης ύφεση στα κοινοτικά έγγραφα από την Κομισιόν και τον πρόεδρό της, Μ. Μπαρόζο. Η βρετανική κυβέρνηση, που προς έκπληξη και των πιο απαισιόδοξων έχει χαρακτηρίσει την τρέχουσα κρίση την σοβαρότερη των τελευταίων εκατό χρόνων, δηλαδή βαθύτερη κι απ’ αυτήν του ’29-’30 ανακοίνωσε ένα νέο πρόγραμμα αγοράς τοξικών ομολόγων, ύψους 75 δισ. δολ. Στη γειτονική Ιρλανδία η κυβέρνηση αφού κρατικοποίησε τις τρεις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας έγινε η πρώτη ευρωπαϊκή κυβέρνηση που απέκτησε ντε φάκτο τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος. Στη Γαλλία η δεξιά κυβέρνηση προσέφερε 6 δισ. ευρώ υπό τη μορφή χαμηλότοκων δανείων στις αυτοκινητοβιομηχανίες της με τον όρο να μην κλείσουν εργοστάσια και να μην απολύσουν εργάτες. Στην Ιταλία, η κυβέρνηση του Μπερλουσκόνι που έχει μεγαλύτερο δημόσιο χρέος από το ελληνικό και εφάμιλλο έλλειμμα έγραψε στα παλιότερα των υποδημάτων της τις κοινοτικές υστερίες και ανακοίνωσε πακέτο διάσωσης ύψους 2 δισ. ευρώ που θα κατευθυνθεί στην ιταλική αυτοκινητοβιομηχανία και την κατανάλωση, επιδοτώντας με 3.000 ευρώ κάθε καταναλωτή που αποσύρει αυτοκίνητο δεκαετίας κι αγοράζει νέο που εκπέμπει χαμηλότερους ρύπους. Η κυβέρνηση της Μέρκελ στη Γερμανία τέλος ψήφισε το υψηλότερο σε αξία πακέτο στήριξης της οικονομίας στην μεταπολεμική ιστορία, ύψους 50 δισ. ευρώ που είναι το δεύτερο από την έναρξη της κρίσης. Θα κατευθυνθεί δε σε δημόσιες επενδύσεις, επιστροφές φόρου και επιδοτήσεις για την απόσυρση παλιάς τεχνολογίας αυτοκινήτων. Επίδειξη επίσης προσαρμοστικής ικανότητας ήταν και η ανακοίνωση της γερμανικής κυβέρνησης στο τέλος της εβδομάδας που πέρασε ότι προτίθεται να στηρίξει κλυδωνιζόμενα κράτη, έστω και μέσω της παροχής κεφαλαίων στο ΔΝΤ για να μη καταρρεύσουν. Παρότι η ανακοίνωση έγινε υπό το φόβο των οικονομικών τριγμών που ενδέχεται να νιώσει η Αυστρία καθώς οι τράπεζες της έχουν χορηγήσει δάνεια στην ανατολική Ευρώπη που ξεπερνούν το 80% του ΑΕΠ της (!) αποτελεί αναίρεση της άτεγκτης στάσης που ακολουθούσε μέχρι πρόσφατα και πολύ περισσότερο αυτής που υποδεικνύει να ακολουθήσουν οι χώρες με μεγάλο έλλειμμα. Τα πακέτα στήριξης που ανακοινώνουν τα καπιταλιστικά κράτη όσο κι αν αποτελούν μια βαθιά ρεαλιστική αντιμετώπιση της κρίσης, βρίθουν αντιφάσεων. Τα παραπάνω μέτρα, τουλάχιστον στην αμερικανική πιο προωθημένη μορφή τους, αποσκοπούν στην στήριξη της κατανάλωσης έτσι ώστε τα ρήγματα της κρίσης να μπαζωθούν όπως – όπως με μια νέα πλημμυρίδα ρευστού, όπως ακριβώς έγινε και το 2000 με τη φούσκα της «νέας οικονομίας» και των μετοχών του ίντερνετ. Παράλληλα φυσικά αυξάνουν το εργατικό εισόδημα (έστω κι αν τα δεκαδόλαρα πάνε στα δυσθεώρητα υπόλοιπα των πιστωτικών καρτών) χωρίς ταυτόχρονα να μειώνονται τα κέρδη των επιχειρήσεων αλλά τα κρατικά έσοδα. Από την άλλη, η χρηματοδότηση της πράσινης βιομηχανίας (που εμφανίζεται ως αντίδοτο στην κρίση και στην ημεδαπή από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης) μόνο ως παράπλευρο όφελος στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των εργαζομένων και την επίλυση της χρόνιας περιβαλλοντικής κρίσης. Ζητούμενό τους είναι τα υπερυψηλά, μονοπωλιακά ποσοστά κέρδους που συνοδεύουν κάθε νέα επένδυση και διαφοροποιημένη γραμμή παραγωγής μέχρι που ο κορεσμός του κλάδου με το πέρασμα του χρόνου και την έλευση νέων καπιταλιστών που θα προσέλθουν μαγνητισμένοι από αυτά τα άνω του μέσου ποσοστά κέρδους, να τα «κανονικοποιήσουν» οδηγώντας ξανά σε ένα μεταγενέστερο κύκλο σε πτώση το ποσοστό κέρδους. Παράπλευρη απώλεια των παραπάνω μέτρων είναι ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός, μια νέα όξυνση της δημοσιονομικής κρίσης. Η ενασχόληση με τα δημόσια οικονομικά παύει να είναι δουλειά του κάθε Αλμούνια από τη στιγμή που η αναλλοίωτη οικονομική πολιτική προδιαγράφει ότι η επαναφορά τους στον ορθό δρόμο θα γίνει εις βάρος των εργαζομένων. Έστω κι αν δεν είναι αυτοί που γεύτηκαν την μερίδα του λέοντος. Μια δεύτερη συνέπεια είναι το αυξημένο κόστος που θα καταβάλλουν τα μικρότερα κράτη για να βρουν δανεικά όσο διάστημα η αγορά θα κατακλύζεται από την υπερπροσφορά αμερικανικών ομολόγων (τίτλους αστρονομικού ύψους 2,5 τρισ. δολ. θα εκδώσουν όλη τη χρονιά), που εξ ορισμού αξιολογούνται με την υψηλότερη βαθμολογία, και επίσης ομολόγων που εκδίδουν εταιρείες του ιδιωτικού τομέα οι οποίες προσπαθούν να αποφύγουν την κινούμενη άμμο των χρηματιστηρίων. Υπό αυτή την έννοια η άνοδος των επιτοκίων με τα οποία δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, ακόμη και τρεις ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τα γερμανικά δεκαετή ομόλογα όπως συνέβη την Τρίτη 17 Φεβρουαρίου, δεν αντανακλά μόνο τις δομικές αδυναμίες του ελληνικού καπιταλισμού. Μεταξύ πολλών άλλων, είναι και πρόβλημα προσφοράς και ζήτησης ή, διαφορετικά ειδωμένο, ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού. Σ’ αυτό το βωμό οι φορολογούμενοι της Ελλάδας θα καταβάλλουν το τρέχον έτος 1 δισ. επιπλέον για τα νέα δάνεια του ελληνικού δημοσίου.

Αντιφάσεις των πακέτων διάσωσης

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΒΑΘΜΟΥ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΘΑ ΚΡΙΝΕΙ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Οι πιο ηχηρές επιφυλάξεις για τα πακέτα διάσωσης ωστόσο διατυπώθηκαν υπό τη μορφή αποτίμησης της τύχης που είχαν ανάλογες κρατικές πρωτοβουλίες στην Ιαπωνία κατά τη διάρκεια της χαμένης λεγόμενης δεκαετίας η οποία ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 με αφορμή κι εκεί το σκάσιμο της φούσκας των ακινήτων. Από το 1991 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2008 σε ένα πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων που δεν έχει όμοιο στη σύγχρονη ιστορία η Ιαπωνία δαπάνησε 6,3 τρισ. δολ., καταφέρνοντας να δημιουργήσει το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος μεταξύ των ανεπτυγμένων καπιταλιστικά χωρών – ισοδύναμο με το 180% του ΑΕΠ της που ανέρχεται σε 5,5 τρισ. δολ. – και το μόνο που πέτυχε ήταν να αποφύγει μια συστημική κατάρρευση τύπου ’29–’30. Ποτέ δε βγήκε από την κρίση, όπως φάνηκε και τώρα που πριν καν ανεβάσει πυρετό η αμερικανική οικονομία αυτή έπαθε πνευμονία. Παίρνοντας υπ’ όψη μας ότι η αμερικανική οικονομία είναι διπλάσια περίπου της ιαπωνικής και το σημαντικότερο πως ο παγκόσμιος χαρακτήρας της σημερινής κρίσης δεν δίνει τη δυνατότητα σε κάποια χώρα να αποτελέσει σανίδα σωτηρίας για την έξοδο των άλλων όπως ανέκαθεν συνέβαινε με τις προηγούμενες κρίσεις (Σουηδίας, Ιαπωνίας, Μεξικού, Αργεντινής, Βραζιλίας, Νοτιοανατοικής Ασίας, Ρωσίας, κλπ) μπορούμε να φανταστούμε πόσες δεκάδες ακόμη πακέτα Πόλσον, Γκάιτνερ και Ομπάμα μπορεί να απαιτηθούν χωρίς κάποιο ορατό αποτέλεσμα. Η σημαντικότερη ωστόσο αιτία για την αναποτελεσματικότητα των πακέτων διάσωσης είναι ότι (χωρίς να παραγνωρίζουμε πως συνοδεύονται από μέτρα απορύθμισης των εργασιακών σχέσεων και ιδιωτικοποιήσεων που απογειώνουν την εκμετάλλευση και το ποσοστό κέρδους – κι εδώ πάλι η Ιαπωνία είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα) αυτά τα ίδια στέκονται στην κυκλοφορία, διευκολύνοντας τις περισσότερες φορές την πραγμοποίηση της υπεραξίας, χωρίς όμως να ανατρέπουν τους όρους εκμετάλλευσης προς όφελος του κεφαλαίου. Όρος εκ των ων ουκ άνευ όμως για την ανάταξη του ποσοστού κέρδους και την υπέρβαση της κρίσης είναι η επιμήκυνση του απλήρωτου χρόνου εργασίας. Όσο τα φυσικά και ιστορικά εμπόδια, υπό την μορφή των κατακτήσεων της εργατικής τάξης, δεν επιτρέπουν στο κεφάλαιο να εμπεδώσει στην παραγωγή το βαθμό εκμετάλλευσης που προσιδιάζει στην αυξημένη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, τόσο η κρίση θα είναι παρούσα και θα εμφανίζεται κάθε φορά με τα… ρούχα κάποιου άλλου: των νέων τεχνολογιών, των ακινήτων, των πιστωτικών σε λίγα χρόνια, κλπ. 

 ΒΙΑΙΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Ζητούν άγρια μέτρα λιτότητας

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ

Οι βαθύτερες αντινομίες που χαρακτηρίζουν κάθε μέτρο του κεφαλαίου για την αντιμετώπιση της κρίσης δεν αναιρούν το γεγονός ότι πολλές φορές η εφαρμογή του αποτελεί μονόδρομο. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα με τα πακέτα διάσωσης. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την μακροχρόνια αποτελεσματικότητά τους, κανείς όμως δεν μπορεί να βρει και κάποιο καλύτερο μέτρο άμεσης απόδοσης που η υιοθέτησή του να μην γεννάει αντιδράσεις, παρά μόνο σε γραφικούς θεματοφύλακες της μονεταριστικής ορθοδοξίας. Προκαλεί έκπληξη για παράδειγμα ότι η Αγγλία πήρε απόφαση να «κόψει», κατά το κοινόν λεγόμενο, νέο χρήμα για να τροφοδοτεί την αγορά. Σε μια νέα επίδειξη πραγματισμού και θέλοντας να αποφύγει τα τοκογλυφικά επιτόκια των δανειστών καταφεύγει σε μεθόδους που είχαν απαγορευτεί από τη δεκαετία του ’80 και μετά. Μοναδική εξαίρεση σ’ αυτό τον κανόνα αποτελεί η ελληνική κυβέρνηση που δια του πρωθυπουργού έσπευσε να υποσχεθεί την εφαρμογή των απαραίτητων μέτρων και μέρος της ελληνικής αστικής τάξης που αν αφεθούν ελεύθεροι θα οδηγήσουν με μαθηματική ακρίβεια τον ελληνικό καπιταλισμό στη χρεοκοπία και θα δούμε μπροστά στα μάτια μας να επαναλαμβάνεται το φαινόμενο της Αργεντινής. Η χώρα όμως του Μπόρχες και του Κορτάσαρ είχε το ελαφρυντικό πως οι ασυνάρτητες οικονομικές πολιτικές ήταν το αναγκαίο κακό μιας νομισματικής πολιτικής που επιβαλλόταν από την αμερικανική κεντρική τράπεζα, ελέω δολαριοποίησης της αργεντίνικης οικονομίας, όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα με μια σειρά χώρες της ανατολικής Ευρώπης που είχαν συνδέσει το νόμισμά τους με το ευρώ. Στην Ελλάδα όμως, εν μέσω κρίσης, ο Γ. Προβόπουλος ιεραρχεί ως πρωτεύοντας στόχο πολιτικής «τον άμεσο περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ για φέτος και την περαιτέρω μείωσή του περίπου κατά 1% του ΑΕΠ ετησίως την επόμενη τριετία, ώστε να μηδενιστεί το 2012. Η μείωση αυτή είναι εφικτή», τόνιζε μάλιστα στην ομιλία του τη Δευτέρα κατά την παρουσίαση της έκθεσης για τη νομισματική πολιτική 2008 – 2009. Κι ως δεύτερο στόχο έθετε «την ουσιαστική μείωση του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ κάτω από την τιμή αναφοράς της Συνθήκης του Μάαστριχτ (60%) μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, π.χ. εντός 10 ετών». Κατά την ομιλία του υπονόησε ακόμη και την ανάγκη αναθεώρησης της συλλογικής σύμβασης εργασίας καθώς για φέτος προβλέπει αυξήσεις 6% με προβλεπόμενο πληθωρισμό 1,8%! Μια ματιά να ρίξει κανείς στους υπέρμετρους στόχους που έθετε προεκλογικά η ΝΔ για το «νοικοκύρεμα» των δημόσιων οικονομικών (10 δισ. έλεγαν ότι θα εξοικονομήσουν από την κρατική σπατάλη) και την αποτυχία τους να τους πραγματοποιήσουν φαίνεται ανάγλυφα ότι ακόμη και η προσέγγιση των στόχων του Προβόπουλου θα σημάνει πρωτοφανούς αγριότητας μέτρα: απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, κάθετη μείωση των συντάξεων κι όχι απλά συγκρατημένες αυξήσεις ή πάγωμά τους όπως είχαμε μέχρι σήμερα, διακοπή χρηματοδοτήσεων σε υγεία, παιδεία, κλπ. Χώρια φυσικά που σε ότι αφορά τα πλέον ουσιώδη και δομικά χαρακτηριστικά, για παράδειγμα το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που το 2008 αυξήθηκε κατά 8% φθάνοντας στο 14,5% του ΑΕΠ ως αποτέλεσμα της αύξησης του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου το οποίο κινείται γύρω στο 19% του ΑΕΠ από το 2002, τα μέτρα του Γ. Προβόπουλου δεν θα επιφέρουν την παραμικρή βελτίωση. Αντίθετα θα βουλιάξουν τον ελληνικό καπιταλισμό κι ακόμη πιο βαθιά τους εργαζόμενους όπως συνέβη την τριετίας του Μητσοτάκη όταν επελέγη η πολιτική της βίαιης εκκαθάρισης ως διέξοδο από την κρίση. Σήμερα όμως μια τέτοια συσταλτική πολιτική (που δεν επιλέγεται από καμιά αστική τάξη) θα σημάνει την απότομη υποβάθμιση της θέσης ενός καπιταλιστικού σχηματισμού στον διεθνή ανταγωνισμό.

«Σοσιαλισμός» για τους κερδοσκόπους (Πριν, 7/10/2008)

Νέα κατάρρευση μεγάλης τράπεζας

ΣΥΝΕΧΕΙΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΕΣ

Κυριολεκτικά χωρίς τέλος είναι το θρίλερ της χρεοκοπίας αμερικανικών τραπεζικών κολοσσών. Μόλις προχτές, Παρασκευή – κι ενώ οι Ρεπουμπλικάνοι με έναν αναπάντεχο τρόπο πάγωσαν πρόσκαιρα την έγκριση του μυθικού ποσού των 700 δισ. δολ. γα τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος, ανεβάζοντας την αγωνία για την επόμενη μέρα στα ύψη – μία νέα τράπεζα, η Washington Mutual που ιδρύθηκε το 1889(!) οδηγήθηκε στην χρεοκοπία. Η WaMu όπως ήταν αλλιώς γνωστή πουλήθηκε στην JP Morgan έναντι 1,9 δισ. δολαρίων, η οποία άμεσα θα παραγράψει από το χαρτοφυλάκιο της εξαγορασθείσας κτηματικά δάνεια ύψους 31 δισ. δολ. Κι αυτή μάλιστα δεν θα είναι η πρώτη φορά, καθώς μόλις τον Ιούλιο προχώρησε στην παραγραφή στεγαστικών δανείων ύψους 10,9 δισ. προσπαθώντας έτσι να περιορίσει τις ζημιές της που είχαν φθάσει τα 3 δισ. δολ. το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους και να στηρίξει την μετοχή της που έφθασε να καταγράφει απώλειες της τάξης του 95%! Μάταια όμως. Κι αυτή η τράπεζα ήρθε να προστεθεί στην μακρά αλυσίδα των χρεοκοπιών που συγκλονίζουν τη Νέα Υόρκη, ξανασχεδιάζοντας το χάρτη του αμερικανικού καπιταλισμού. Η πρώτη, από τις μεγάλες τράπεζες πάντα, που άνοιξε το χορό ήταν η Bear Sterns που αγοράστηκε κι αυτή από την JP Morgan. Ακολούθησε η Merrill Lynch που αγοράσθηκε από την Bank Of America, η Lehman Brothers που χρεοκόπησε, κι ο μεγαλύτερος ασφαλιστικός κολοσσός του κόσμου American International Group που μαζί με τις κτηματικές τράπεζες Fannie Mae και Freddie Mac γεύτηκαν πριν απ’ όλους μας τα καλά του σοσιαλισμού χάρη στη βαθιά τσέπη του αμερικανικού δημόσιου.

Ειδικά στην περίπτωση του ασφαλιστικού γίγαντα της AIG (που κατείχε τεράστιο μερίδιο στις αντασφάλειες, δηλαδή την ασφαλιστική κάλυψη σε τράπεζες και άλλες ασφαλιστικές εταιρείες) η σωσίβια λέμβος που έριξε το δημόσιο την τελευταία έστω στιγμή απέτρεψε ένα ολέθριο φαινόμενο ντόμινο που θα έδινε στην τωρινή χρηματοπιστωτική κρίση κυριολεκτικά ολέθριες διαστάσεις. Ο κίνδυνος ήταν σαφής: Η κρίση να πάψει να δοκιμάζει τις πιστωτικές αγορές και να επεκταθεί σε όλο τον τραπεζικό κλάδο με άμεσες καταστρεπτικές συνέπειες και για την ίδια την καπιταλιστική παραγωγή καθώς ο «συλλογικός αποταμιευτής», οι τράπεζες δηλαδή θα αναγκαζόταν να κατεβάσει τα ρολά. Το πείραμα πέτυχε με την AIG (υπό την έννοια ότι αποφεύχθηκε το ντόμινο και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης που παρέχουν ως έσχατοι εγγυητές ανάλογα τμήματα του κεφαλαίου) και αμέσως μετά, την προηγούμενη Παρασκευή έπεσε στο τραπέζι μια πρόταση που ισοδυναμεί με το μεγαλύτερο οικονομικό πραξικόπημα που έχει γίνει ποτέ εις βάρος των εργαζομένων παρότι δεν επεδίωκε τίποτ’ άλλο παρά με έναν συνεκτικό κι ενιαίο τρόπο να εφαρμόσει την πείρα από τις κρατικοποιήσεις των τελευταίων εβδομάδων, γενικεύοντας τη χρήση αυτού του εργαλείου: ένα πακέτο ύψους 700 δισ. δολ. το οποίο θα διαχειριζόταν ο ίδιος ο υπουργός Οικονομίας των ΗΠΑ, Χένρι Πόλσον, διευθυντής της Goldman Sachs μέχρι να γίνει … ένας ταπεινός υπηρέτης του δημόσιου συμφέροντος, ενώ στον ίδιο νόμο υπήρχε ο όρος ότι ουδέποτε πρόκειται να διωχθεί για τη διαχείριση αυτών των χρημάτων!!!

Το σχέδιο της αμερικανικής κυβέρνησης να ξοδέψει 700 δισ. δολ. για να μαζέψει από την αγορά όλα τα «τοξικά ομόλογα», ατράνταχτο πειστήριο της κενότητας των νεοφιλελεύθερων διακηρύξεων όταν πρέπει να διασωθεί το κεφάλαιο, θα σημάνει μια πρωτοφανή σε ύψος μεταβίβαση κεφαλαίων στην αστική τάξη.

Για την πλειοψηφία τον πιο άγριο καπιταλισμό της ανεργίας και των περικοπών επιφυλάσσει ο Μπους

 

Το άκουσμα της είδησης ότι το κράτος θα σώσει τους κερδοσκόπους από τη χρεοκοπία καταβάλλοντας άμεσα υπό τη μορφή ρευστού 700 δισ. δολ. προκάλεσε σοκ, παντού. Στην Αριστερά και όσους στέκονται κριτικά απέναντι στη νεοσυντηρητική επέλαση γιατί απλά αν εγκριθεί αυτό το ποσό τότε για δεκαετίες θα πρέπει οι Αμερικανοί να ξεχάσουν και την παραμικρή κοινωνική παροχή. Δεν πρόκειται για ένα τυχαίο ποσό, πολύ περισσότερο αν σε αυτά τα 700 δισ. προσθέσουμε τα 85 δισ. που ήδη δόθηκαν για την AIG, τα 200 δισ. δολ., που δόθηκαν για Fannie και Freddie τα 29 δισ. δολ. για την Bear Sterns και πολλά ακόμη. Για να φανεί το πραγματικό μέγεθος αυτών των ποσών πρέπει να τα αντιπαραβάλλουμε με ορισμένα άλλα μεγέθη. Για παράδειγμα, η εξαγγελία του Μπάρακ Ομπάμα για ένα νέο διευρυμένο πρόγραμμα υγείας (κατά πολύ υποδεέστερο του στόχου της καθολικής υγειονομικής κάλυψης) με αφορμή την οποία δέχθηκε τρομερές επιθέσεις καθώς χαρακτηρίστηκε πολύ δαπανηρή κι επομένως ανεύθυνη, μια και θα έθετε σε κίνδυνο τα δημόσια οικονομικά, θα κοστίσει από 50 ως 65 το πολύ δισ. Ούτε το 10% δηλαδή του κόστους που θα έχει το πρόγραμμα «σοσιαλισμός για τους κερδοσκόπους»! Επίσης το συνολικό ποσό εξωτερικού χρέους του Τρίτου Κόσμου που έχουν παραγράψει οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες υπό την εποπτεία του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας (που αναλάμβαναν την ευθύνη να ελέγχουν κατά πόσο οι πάλαι ποτέ υπερχρεωμένες χώρες θα εφαρμόσουν τα μέτρα φιλελευθεροποίησης της αγοράς που τους επιβάλλονταν ως αντίτιμο) από το 1970 μέχρι το 2006 ήταν «μόνο» 334 δισ. δολ. Λιγότερα δηλαδή κι από τα μισά που θα πάρει η Γουόλ Στριτ. Γίνεται έτσι φανερό ότι η επιχορήγηση προς το κεφάλαιο που θα επιβαρύνει κάθε κάτοικο της Αμερικής με 2.000 δολάρια ισοδυναμεί με την μεγαλύτερη σε βάθος και χρονικό ορίζοντα επιχείρηση αναπροσανατολισμού των δημοσίων δαπανών που έχει συμβεί ποτέ στις ΗΠΑ.

Εχθρικά απέναντι στο πακέτο των Πόλσον – Μπερνάνκι (κεντρικός τραπεζίτης των ΗΠΑ που το εισιτήριο για τη θέση του προέδρου το έδωσε η προνοητικότητά του να κάνει διδακτορικό για την κρίση του ’29) στάθηκε όμως και κομμάτι του αμερικανικού συντηρητικού κατεστημένου. Καθόλου τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι από τους κόλπους των Ρεπουμπλικάνων εγέρθηκαν οι ενστάσεις που πάγωσαν την τελευταία στιγμή την ψήφισή του. Οι πρώτες επίσημες αντιδράσεις διατυπώθηκαν σε ένα κείμενο που συντάχθηκε στο λίκνο του νεοσυντηρητισμού το Πανεπιστήμιο του Σικάγου και υπογράφθηκε από 150 κορυφαίους οικονομολόγους. Στον πυρήνα της κριτικής του ήταν το αφοπλιστικό επιχείρημα …«έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός». Αυτό που στην πράξη ήθελαν να αποτρέψουν ήταν μια επιχείρηση διάσωσης η οποία μπορεί να αποσοβεί τα χειρότερα (κατάρρευση τραπεζικού συστήματος και άμεση μετάσταση της στην μεταποίηση οδηγώντας σε φαινόμενα ’29 όταν η ανεργία είχε ξεπεράσει το 30%) ωστόσο παρατείνει τη διάρκεια της κρίσης, προετοιμάζοντας τους όρους για το ξέσπασμά της σε ένα νέο τομέα της καπιταλιστικής οικονομίας μέσα σε πέντε το πολύ δέκα χρόνια, όπως συνέβη άλλωστε και με την φούσκα της νέας τεχνολογίας του 2000, μετεξέλιξη της οποίας είναι η τρέχουσα. Το «καθαρό» νεοσυντηρητικό σχέδιο επίλυσης της κρίσης έχει από πίσω του μια ολόκληρη ανάλυση που αποδίδει ακόμη και τη σημερινή δυσπραγία στο γεγονός ότι ποτέ από τη δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα δεν κόπηκαν τα ξερά κλαδιά του δένδρου με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν ακόμη να ανθίσουν τα καινούργια. Ας γίνει τώρα, λένε. Σημαντικές ενστάσεις εγείρονται επίσης, πάλι από συντηρητική σκοπιά, και για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες που θα έχει το σχέδιο διάσωσης για την υπόσταση των ίδιων των ΗΠΑ. Ισοδυναμώντας το επίμαχο πακέτο κατά ένα άλλο παράδειγμα με έναν νέο πόλεμο αντίστοιχο του Ιράκ, τι πόροι θα απομείνουν διαθέσιμοι για μια ώρα ανάγκης έτσι ώστε να διασφαλιστεί η αμερικανική ηγεμονία;

Όσο κι αν έχουν βάση όλες αυτές οι ενστάσεις θεωρούμε κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι θα ψηφιστεί η εκταμίευση των 700 δισ. δολ. γιατί διαφορετικά ένας Αρμαγεδώνας χρεοκοπιών είναι θέμα ημερών. Όσο για τις αντιρρήσεις, αυτές  εκτείνονται σε ένα βάθος χρόνου, μακροπρόθεσμα, «όταν όλοι θα είμαστε νεκροί» όπως απαντούσε κι ο ίδιος ο Κέινς, σε όσους αντέτειναν στις προτάσεις του μακροπρόθεσμα μέτρα. Η διαφορά είναι πως εκείνες οι προτάσεις του αφορούσαν τα επιδόματα ανεργίας, ενώ σήμερα ο κεϋνσιανισμός του Μπους αφορά την αστική τάξη που στα χέρια της τις μετοχές των κλονιζόμενων κολοσσών. Ενδεικτικά μόνο να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό The Nation, το 34% των μετοχών των χρηματοπιστωτικών εταιρειών βρίσκεται στα χέρια του 1% των Αμερικανών, ενώ ένα μεγαλύτερο δείγμα – ικανό να δείξει το τέλος του λαϊκού καπιταλισμού ακόμη κι εκεί που δοξάστηκε, το 51% των μετοχών συγκεκριμένα, βρίσκεται στα χέρια μόλις του 9%. Αυτό ακριβώς το τμήμα του πληθυσμού θα είναι ο αποκλειστικός ωφελημένος της επιχείρησης διάσωσης που αν ολοκληρωθεί θα σηματοδοτήσει την μεγαλύτερη κρατικοποίηση που έχει γίνει ποτέ από καταβολής καπιταλισμού και σοσιαλισμού καθώς θα περιέλθουν απ’ ευθείας στο κράτος δάνεια αρχικής αξίας 6 τρισ. δολ. που αντιστοιχούν στο 45% της ετήσιας παραγωγής των ΗΠΑ.

Υπάρχουν ωστόσο σοβαρότερα προβλήματα που άρχισαν να εμφανίζονται με επίκεντρο τη διάθεση των 700 δισ. τα οποία σε τελική ανάλυση αποκαλύπτουν την αμφίβολη αποτελεσματικότητα ακόμη κι αυτού του μυθικού ποσού ενώ φέρνουν στην επιφάνεια την ασύλληπτη κομπίνα που στήθηκε με τα επισφαλή στεγαστικά δάνεια τα οποία χορηγούνταν αφειδώς και μέσω της τιτλοποίησής τους αποτέλεσαν το εύφλεκτο υλικό για το ξέσπασμα της κρίσης. Το ερώτημα που από την πρώτη στιγμή τέθηκε στον υπουργό Οικονομίας, εξηγώντας γιατί ήθελε να εξασφαλίσει με νόμο και το ακαταδίωκτό του, ήταν το εξής: Σε ποια τιμή θα αγοράσει τα λεγόμενα «τοξικά ομόλογα» (τραβώντας τα έτσι από την αγορά μία και έξω με την ελπίδα να την καθαρίσει και να βρει το βηματισμό της χωρίς αυτά τα ασήκωτα βαρίδια – αυτό είναι σε αδρές γραμμές το σχέδιο) που ως υποθήκη έχουν ακίνητα όταν η τιμή τους έχει μειωθεί κατακόρυφα, ενώ τα ίδια τα δάνεια δεν πρόκειται ποτέ να πληρωθούν. «Τον Ιούλιο η Merrill Lynch προσπαθώντας να στηρίξει τα οικονομικά της πούλησε επενδύσεις συνδεδεμένες με κτηματικά δάνεια της συμφοράς ύψους 31 δισ. δολ για 22 σεντς το κάθε δολάριο.  Τον προηγούμενο Νοέμβρη η Citabel ένα μεγάλο κεφάλαιο αντισταθμιστικού κινδύνου στο Σικάγο αγόρασε χρεόγραφα κτηματικών δανείων και άλλων επενδύσεων ύψους 3 δισ. δολ. για 27 σεντς το δολάριο. Αλλά ο χρηματοπιστωτικός γίγαντας της Citigroup αποτιμά μια παρόμοια επένδυση στα βιβλία της με 61 σεντς το δολάριο», έγραφε η Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν της Παρασκευής. Πίσω από αυτή τη διάσταση κρύβονται βαθιές αντιθέσεις που αφορούν δύο σκέλη. Το πρώτο είναι η έκταση της αναγκαίας διόρθωσης καθώς οι τιμές των ακινήτων είχαν αυξηθεί σε εντελώς παράλογα επίπεδα. Αυτό συνέβη ως αποτέλεσμα της πλημμυρίδας ρευστού που είχε κατακλύσει την αγορά και της πολιτικής της άνευ όρων δανειοδότησης που ακολουθούσαν οι τράπεζες, στο βαθμό που εξασφάλιζαν ρευστό δίνοντας για εγγύηση τα επισφαλή δάνεια που μόλις είχαν πουλήσει, κι αυτά μάλιστα με τη καλύτερη δυνατή εγγύηση από τις εταιρείες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Έτσι δημιουργούταν ένας φαύλος κύκλος που στο όνομα της ατομικής διασφάλισης επέφερε τη συλλογική ανασφάλεια και επικαλούμενος τη διαχείριση του κινδύνου τον διέχεε σε όλη την έκταση του τραπεζικού συστήματος με αποτέλεσμα σήμερα κανείς να μην ξέρει που βρίσκονται τα τοξικά ομόλογα κι ακόμη να μην μπορεί να υπολογίσει την αξία τους. Προσφέρεται για πολλά συμπεράσματα το γεγονός ότι οι ίδιες οι αμερικανικές αρχές και μιλάμε για τον υπουργό Οικονομία και τον κεντρικό τραπεζίτη, πριν ένα χρόνο εκτιμούσαν τα ομόλογα που είχαν εκδοθεί στη βάση επισφαλών δανείων, σε 50 δισ. δολ.! Η δεύτερη αιτία που πιέζει προς τα κάτω τις τιμές υπαγορεύεται από μια υποτιμητική, καταστροφική στη φύση της, τάση την οποία μάχεται να αποτρέψει η κυβέρνηση για να μην επεκταθεί και σε άλλους τομείς.

Συρρίκνωση του χρηματοπιστωτικού τομέα

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΑΠΟΡΥΘΜΙΣΗΣ ΗΤΑΝ Η ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΝΑ ΕΚΔΗΛΩΘΕΙ Η ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πρώτο θύμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης που συγκλονίζει τις ΗΠΑ θα είναι ο χρηματοπιστωτικός της τομέας, καθώς ένας ολόκληρος κλάδος, οι επενδυτικές τράπεζες αφού πρώτα οδήγησαν την κερδοσκοπία στα ουράνια φθάνοντας να χορηγούν 35 δολάρια σε δάνεια για κάθε 1 δολάριο που είχαν στο ενεργητικό τους, οδεύει προς εξαφάνιση. Παράλληλα η υποτίμηση των χρεογράφων που κυκλοφορούν στην αγορά θα σηματοδοτήσει τη συρρίκνωση του τομέα και του πιστωτικού κεφαλαίου από τα επίπεδα που βρίσκεται σήμερα. Ενδεικτικά, η παγκόσμια αγορά πιστώσεων περιλαμβανομένων δανείων, ομολόγων και παραγώγων μόνο μέσα σε μια δεκαετία έχει τετραπλασιασθεί: από 3 φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ έχει φθάσει να ισοδυναμεί με 12 φορές! Τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνουν τα παράγωγα, που ακόμη κι ο μεγαλύτερος μετρ της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, Γουόρεν Μπάφετ έχει χαρακτηρίσει ως «χρηματοοικονομικά όπλα μαζικής καταστροφής» παραπέμποντας στα όπλα μαζικής καταστροφής που επικαλείται η Ουάσινγκτον. Στο Τέλος του 2007 η αξία τους ανερχόταν σε 60 τρισ. δολ. όταν μόλις δύο χρόνια πριν ήταν στο ένα τέταρτο: μόλις 15 δισ. δολ.!

Το δεύτερο θύμα της κρίσης θα είναι το καθεστώς απορύθμισης και παντελούς έλλειψης ελέγχων και κανόνων που έχει επιβληθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 στη σφαίρα που αγκαλιάζει τράπεζες – ασφάλειες – χρηματιστήρια και θεωρήθηκε υπαίτιο για την σημερινή κρίση. Αντίθετα, λένε οι σφοδρότεροι επικριτές του, στην ηπειρωτική Ευρώπη λόγω των αυστηρών κανόνων που περιλαμβάνονται στο εποπτικό πλαίσιο Βασιλεία ΙΙ (που έχει πάρει την ονομασία του από την ελβετική πόλη που είναι η έδρα της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών) δεν παρατηρήθηκε κανένα σχετικό φαινόμενο κρίσης. Με αφορμή μάλιστα αυτή την αντιπαράθεση δημιουργήθηκε μια ανίερη συμμαχία που ξεκίνησε από την Μέρκελ η οποία απέρριψε κατηγορηματικά κάθε σκέψη για τη δημιουργία στην Ευρώπη ενός αντίστοιχου κεφαλαίου που θα σώζει τα λαμόγια, πέρασε από τον διευθυντή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που έγραφε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς ότι «αυτή η κρίση είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας των ρυθμίσεων» κι έφθασε μέχρι τον Γιωργάκη που έγραφε στον Κόσμο του Επενδυτή το προηγούμενο Σάββατο πως «βασική αιτία για την κρίση υπήρξε η απορύθμιση των αγορών προϊόντων και κεφαλαίου».

 ΕΡΧΕΤΑΙ ΥΦΕΣΗ

Μην πυροβολείτε τους κερδοσκόπους

ΧΑΜΗΛΑ ΠΟΣΟΣΤΑ ΚΕΡΔΟΥΣ

 

Σε όλη τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης ειπώθηκαν δύο μισές αλήθειες που μαζί κάνουν ένα τεράστιο ψέμα. Η πρώτη ρίχνει την πέτρα του αναθέματος στην αυτονόμηση του χρηματοπιστωτικού τομέα και την ασυδοσία που απολαμβάνει στο καθεστώς της απελευθέρωσης χρεώνοντάς έτσι του όλη την ευθύνη για την κρίση. Έτσι όμως εξαφανίζεται πρώτο, η διασύνδεση του με τον τομέα παραγωγής υλικών αγαθών, δεύτερο, η ενότητα των διαφορετικών σφαιρών στο πλαίσιο του τρόπου παραγωγής και τρίτο ο διαλεκτικός πάντα επικαθορισμός του νομικού πλαισίου που ρυθμίζει την ανταλλαγή και την κυκλοφορία χρήματος και εμπορευμάτων από την παραγωγή. Όσο αλήθεια είναι ότι ουδέποτε η κερδοσκοπία και η ανάληψη κινδύνου θα είχαν φθάσει σε τέτοιες δόξες αν δεν υπήρχε στις αγγλοσαξονικές χώρες το περιβάλλον απορύθμισης επάνω στο οποίο φύτρωσαν και άνθισαν τα δηλητηριασμένα φρούτα της τιτλοποίησης και των επισφαλών δανείων άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι πίσω από τις διψήφιες αποδόσεις της τάξης του 25% που τώρα όλοι καταδικάζουν αυτό που κρύβεται είναι τα χαμηλά ποσοστά κέρδους και τα εμπόδια που ορθώνονται στην αξιοποίηση του κεφαλαίου από την κρίση του 1970 και μετά. Οι εξωπραγματικές αποδόσεις των τοποθετήσεων στα παράγωγα και των – υπό καθεστώς παρανομίας πια – «σορτάκηδων» ερχόντουσαν να συμπληρώσουν τα χαμηλά ποσοστά κέρδους και τον μειούμενο όγκο κερδών εκεί που παράγονται οι νέες αξίες και η υπεραξία. Το αίτημα παραγραφής χρεών ύψους 25 δισ. που διατυπώθηκε από το λίκνο της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας το Ντιτρόιτ, παράλληλα με τα παζάρια που έκανε ο Πόλσον με τη Γουόλ Στριτ, δείχνει τη βαθύτερη δομική κρίση, πτώσης του ποσοστού κέρδους, που δοκιμάζει τον αμερικανικό καπιταλισμό.

Άλλωστε, εκτός των ακραίων καταστάσεων, οι υπερτιμημένες αξίες δεν είναι παρά ανεκπλήρωτες προσδοκίες και προεξοφλήσεις αυξημένων κερδών που έμειναν ευσεβείς πόθοι.

Από την άλλη παρότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες δεν επιδόθηκαν στον κανιβαλισμό των αμερικανικών, οι οποίες θα κοιτούν με λιγότερη αλαζονεία πλέον τους ανταγωνιστές τους, η έκταση του Ατλαντικού δε φάνηκε αρκετή για να τις σώσει από την αμερικανική κρίση. Τα πολύ σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπισε στην αμερικανική αγορά η γερμανική Deutsche Bank (αναγκαζόμενη να παραγράψει δάνεια ύψους 11 δισ. δολ.) η ελβετική UBS (λόγω της έκθεσής της στα ενυπόθηκα δάνεια) κι η Societe General (άσχετα αν τα φόρτωσε σε έναν αντικριστή της) δείχνουν ότι όλες οι μεγάλες τράπεζες αξιοποίησαν τα τεράστια περιθώρια κέρδους που παρείχε η απελευθερωμένη από υποχρεώσεις τήρησης σημαντικών αποθεματικών αμερικανική πιστωτική αγορά αφήνοντας τους κανόνες της Βασιλείας ΙΙ για όσους ανταγωνιστές τους δεν είχαν τα εφόδια να αγγίξουν το αμερικανικό όνειρο. Κατά τ’ άλλα στο εσωτερικό της Ευρώπης, όπως και στις ΗΠΑ, το τραπεζικό κεφάλαιο δεν έχει πάψει να επεκτείνεται εις βάρος της παραγωγής κι η ίδια η καπιταλιστική παραγωγή δεν έπαψε να σέρνεται από τους βραχυχρόνιους στόχους των τριμηνιαίων καταστάσεων που είναι υποχρεωμένες να δημοσιεύουν οι εισηγμένες προς δόξα της βραχυπρόθεσμης απόδοσης. Ακόμη δηλαδή κι όταν δεν δουλεύουν για τους βιομηχάνους δεν είναι μόνοι τους οι τραπεζίτες στην αναζήτηση του γρήγορου κέρδους.

Άμεσο αποτέλεσμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης θα είναι η ύφεση που θα πλήξει την καπιταλιστική παραγωγή μέσω της αύξησης του κόστους κεφαλαίου ως αποτέλεσμα της μείωσης των διαθέσιμων κεφαλαίων και της αύξησης του κόστους του χρήματος, που θα προέλθει από την αύξηση των επιτοκίων. Αυτό θα συμβεί στο πλαίσιο του πιο αισιόδοξου σεναρίου που τα αμερικανικά νομοθετικά σώματα θα εγκρίνουν τη χορήγηση των 700 δισ. δολ. Η πτώση των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης με τη σειρά της θα φέρει λουκέτα και ανεργία εγκαινιάζοντας ένα νέο γύρο επίθεσης του κεφαλαίου. Εκτός κι αν…