Προϋπολογισμός συνέχισης της λιτότητας

Προϋπολογισμός παράτασης των πολιτικών περικοπών και φτωχοποίησης της κοινωνίας είναι αυτός που δόθηκε στη δημοσιότητα υπό την μορφή προσχεδίου τη Δευτέρα 7  Οκτωβρίου, παίρνοντας το δρόμο για να κατατεθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η κρίσιμη ημερομηνία για την έγκρισή του είναι η 20η Νοεμβρίου οπότε οπότε οι Βρυξέλλες θα δώσουν στη δημοσιότητα το δικό της πόρισμα που θα εξεταστεί στο Eurogroup της 4ης Δεκεμβρίου.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Η κυβέρνηση το Κυριάκου Μητσοτάκη επιχείρησε να διασκεδάσει τις αρνητικές εντυπώσεις που προκαλεί η νεοφιλελεύθερη πολιτική της προβάλλοντας την μείωση των φόρων, που πράγματι περιλαμβάνει το νομοσχέδιο. Από την άλλη όμως οι φόροι που στις εξαγγελίες μειώνονται, στον προϋπολογισμό αυξάνονται. Με βάση όσα προβλέπει το σενάριο βάσης του προϋπολογισμού από 51.023 εκ. ευρώ που εκτιμάται ότι θα συγκεντρωθούν το 2019 (και 51.296 το 2018) από κάθε μορφή φορολογίας, το 2020 αναμένεται να συγκεντρωθούν 51.625 εκ. ευρώ. Δηλαδή τα φορολογικά έσοδα αυξάνονται κατά 622 εκ. ευρώ. Δεν το λες και μείωση…

Η κυβέρνηση σε ό,τι αφορά τις επιχειρήσεις υπερηφανεύεται για την  μείωση του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων από το 28% στο 24% και της φορολογίας διανεμόμενων κερδών από το 10% στο 5%. Η μείωση της φορολογίας στα διανεμόμενα κέρδη ξεκίνησε από τον ΣΥΡΙΖΑ όταν τον Ιούνιο μείωσε τη φορολογία από το 15% στο 10%. Ήταν μάλιστα τέτοια η σπουδή της προηγούμενης κυβέρνησης να αυξήσει τα κέρδη της ολιγαρχίας που είχε προβλεφθεί ότι σε περίπτωση που μέχρι την ψήφιση του σχετικού νόμου (4603/2019) είχε παρακρατηθεί φόρος με συντελεστή 15%, αντί του 10%, ο επιπλέον φόρος 5% θα επιστρεφόταν ως αχρεωστήτως καταβληθείς. Επί της ουσίας πρόκειται για δωράκι στην οικονομική ελίτ, μιας και πρόκειται για ένα εκείνο το μερίδιο των κερδών που δεν γίνεται επενδύσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και να επιφέρουν μεγέθυνση της οικονομίας. Είναι εκείνο το μερίδιο των κερδών που τροφοδοτεί την προσωπική κατανάλωση των μετόχων. Μένοντας στο επίπεδο των επιχειρήσεων, η κυβέρνηση αν ήθελε πράγματι να μειώσει τα φορολογικά βάρη θα έπρεπε να ξεκινήσει την ελάφρυνση από δύο μορφές φορολογίας που ισοδυναμούν με κεφαλικό φόρο κι είναι η επιτομή της άδικης φορολογίας καθώς δεν έχουν καμία αναλογικότητα, επιβάλλεται δηλαδή ανεξαρτήτως ύψος εσόδων με αποτέλεσμα να επιβαρύνει υπέρμετρα τις χαμηλότερες κλίμακες εσόδων: είναι ο φόρος επιτηδεύματος και η εισφορά αλληλεγγύης. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη όμως, όπως κι όλες οι προηγούμενες, θεωρούν τους εκατοντάδες χιλιάδες αυτοαπασχολούμενους και τις μικρές επιχειρήσεις ως πηγή της φοροδιαφυγής και συνεχίζουν να επιβάλουν αυτή την φορολογία ως μια μορφή περιορισμού της φοροδιαφυγής τους. Κουβέντα φυσικά δεν έγινε και για την  μείωση της προκαταβολής φόρου που η κυβέρνηση είχε υποσχεθεί να μειώσει από το 100% στο 50%.

Σε ό,τι αφορά τα φυσικά πρόσωπα η κυβέρνηση εισάγει ένα νέο φορολογικό συντελεστή στο ύψος του 9% για εισοδήματα μέχρι 10.000 ευρώ (από 22% που ήταν μέχρι σήμερα για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ) κι αυξάνει το αφορολόγητο για κάθε παιδί. Επίσης, από 1η Ιανουαρίου 2020 κάθε οικογένεια θα λαβαίνει επίδομα ύψους 2.000 ευρώ για κάθε νεογέννητο παιδί, ενώ στα είδη βρεφικής ηλικίας και στα κράνη ασφαλείας των μοτοσικλετιστών ο ΦΠΑ μειώνεται στο  13%. Το κόστος των παραπάνω μέτρων (κι άλλων μαζί όπως η αναστολή του ΦΠΑ στις νέες οικοδομές για 3 έτη) ανέρχεται σε 1,2 δισ. ευρώ.

Από την άλλη τα μέτρα ενίσχυσης των εσόδων υπερβαίνουν κατά πολύ τις μειώσεις και ανέρχονται στα 1,9 δισ. ευρώ.

Πηγή : Επίκαιρα

Εκτέλεση προϋπολογισμού ή λαϊκών αναγκών;

Δεν έκρυβαν τη χαρά τους τα στελέχη της κυβέρνησης με αφορμή τα αποτελέσματα από την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού το πρώτο τρίμηνο του έτους, καθώς φαίνεται οι στόχοι που είχαν τεθεί όχι μόνο να υλοποιούνται αλλά και να ξεπερνιούνται.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Μια πιο προσεκτική ματιά όμως στα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (εδώ ολόκληρη η ανακοίνωση) δείχνει πώς η όποια θετική εικόνα είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής νέων μέτρων λιτότητας, πέραν των όσων έχουν ήδη συμφωνηθεί και ψηφισθεί στη Βουλή, με τη συμφωνία της ΕΕ. Αυτό έτσι που αποδεικνύεται είναι ότι η επίτευξη των στόχων του προϋπολογισμού περνάει πάνω από τις λαϊκές ανάγκες…

Ας δούμε συγκεκριμένα: Στον τομέα των εσόδων, συγκεντρώθηκαν περισσότεροι φόροι απ’ όσους είχαν προϋπολογιστεί. Ενώ η αρχική εκτίμηση του προϋπολογισμού ήταν 10,316 δισ. ευρώ, συγκεντρώθηκαν 10,561 δισ., δηλαδή 245 εκ. ευρώ παραπάνω. Στον τομέα των δαπανών, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έφτασαν τα 545 εκ. ευρώ αντί για 665 εκ. που είχαν προϋπολογιστεί. Η κυβέρνηση δηλαδή απέσπασε αυθαίρετα κι εν κρυπτώ 120 εκ. ευρώ τα οποία θα μπορούσαν να είχαν δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας κι επιπλέον εισόδημα που θα τροφοδοτούσε την κατανάλωση, συμβάλλοντας στην άνοδο του ΑΕΠ. Αντιαναπτυξιακή ήταν κι η ντε φάκτο αναμόρφωση στις «αγορές αγαθών και υπηρεσιών», καθώς αντί της αρχικής εκτίμησης του προϋπολογισμού για 134 εκ. ευρώ, δαπανήθηκαν μόνο 101.

Οφείλουμε ωστόσο να αναγνωρίσουμε τη «γενναιοδωρία» της κυβέρνησης σε ό,τι αφορά τους τόκους: αντί για 2.149 δόθηκαν 2.211 στους πιστωτές, που συνεχίζουν να αφαιμάζουν την ελληνική οικονομία και τους φορολογούμενους. Στο θετικό αποτέλεσμα του πρώτου τριμήνου, που μένει να οριστικοποιηθεί, συνέβαλαν σημαντικά και τα έσοδα από πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών που ανήλθαν σε 1,028 δισ. προερχόμενα από την σύμβασης παραχώρησης του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών.

Μόνο που ανάλογα έσοδα είναι …μη επαναλαμβανόμενα. Γεμίζουν πρόσκαιρα τα δημόσια ταμεία, στερώντας τα όμως από μερίσματα που εισέπραττε σε ετήσια βάση μ τα οποί θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την κοινωνική πολιτική, τα οποία καταλήγουν στις τσέπες των ιδιωτών…

Τη δική της συνεισφορά στα θετικά αποτελέσματα από την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού είχε επίσης η …ανεξάντλητη υπομονή των συνταξιούχων, καθώς στις 250.000 ανέρχονται πλέον οι «στοκαρισμένες» συντάξεις, που το ελληνικό δημόσιο αρνείται να καταβάλλει προκειμένου να εμφανίζεται το δημοσιονομικό πλεόνασμα. Η εσωτερική στάση πληρωμών αντανακλάται στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της κυβέρνησης. Με βάση ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών, με ημερομηνία 22 Μαρτίου, το σύνολο των υποχρεώσεων της γενικής κυβέρνησης ανερχόταν σε 1.579 εκ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος (642 εκ. ευρώ) να αφορά τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, τα νοσοκομεία (359 εκ.) και την τοπική αυτοδιοίκηση (207 εκ. ευρώ).

Διόλου ευκαταφρόνητο δεν είναι επίσης και το ποσό που εξοικονομεί η κυβέρνηση από τις εκκρεμείς επιστροφές φόρων. Τον Ιανουάριο του 2019 ανερχόταν σε 488 εκ. ευρώ. Σημαντικά υποδεέστερο του παρελθόντος μεν (12/2018: 506 εκ., 12/2017: 765 εκ. και 12/2016: 1.226 εκ. ευρώ), αυθαίρετα παρακρατούμενο δε έστω κι αν ανακυκλώνεται…  

Τα παραπάνω μεγέθη δείχνουν ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί την πεπατημένη όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων, έστω κι αν η λιτότητα που εφαρμόζει είναι μικρότερης έντασης σε σχέση με την πολιτική περικοπών που εφάρμοζαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Η λιτότητα ωστόσο ποτέ δεν ήταν θέμα ποσότητας…

Πηγή: Εφημερίδα kontranews

Πλεονάσματα εναντίον δημοσίων επενδύσεων

Η δημιουργική λογιστική στα δημόσια οικονομικά είναι εδώ! Εν πλήρη γνώση μάλιστα των πιστωτών και δη του μηχανισμού που επιτηρεί την Ελλάδα στο πλαίσιο της ενισχυμένης μεταμνημονιακής εποπτείας, «νύχτα» μεταφέρονται κονδύλια ύψους δισεκατομμυρίων από τον ένα κωδικό στον άλλο, μόνο και μόνο ώστε η Ελλάδα να εμφανίζεται «καλός μαθητής» και συνεπής απέναντι στις υποχρεώσεις που ανέλαβε για να εμφανίζει ιλιγγιώδη πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2060.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Συγκεκριμένα, κι όπως περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια στη σελίδα 19 στην έκθεση για την Ελλάδα, με ημερομηνία 27 Φεβρουαρίου 2019 (SWD, 2019, 1007 final) που αξιολογεί την πρόοδο επί των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της αποτροπής και διόρθωσης μακροοικονομικών ανισορροπιών, όπου σχολιάζονται οι επιδόσεις της Ελλάδας στην επίτευξη δημοσιονομικών πλεονασμάτων, «ο κύριος υπαίτιος για την τρέχουσα υπεραπόδοση ήταν οι ελλιπείς δαπάνες σε σύγκριση με τα αρχικά όρια των δαπανών, ειδικότερα στις επενδύσεις. Κατά μέσο όρο μόνο 83% των δημοσίων επενδύσεων όπως τίθενται ως όρια στον προϋπολογισμό και κατανέμονται στα υπουργεία δαπανήθηκε πραγματικά την περίοδο 2012-2017. Ξέροντας ότι η συνολική αξία του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων την περίοδο 2012-2017 έφτασε τα 38,01 δισ. ευρώ συνάγεται πώς αφαιρέθηκαν περί τα 6,46 δισ. ευρώ. Περίπου όσο ήταν και το πλεόνασμα του 2018! Κατά συνέπεια, μπορούμε να πούμε ότι το πλεόνασμα του 2018 προήλθε από τα ποσά που σιωπηρά αφαιρέθηκαν από το ΠΔΕ την περίοδο 2012-2017.

Αυτό είναι βαθιά προβληματικό για δύο λόγους», συνεχίζει η έκθεση του κλιμακίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. «Πρώτο, παρότι οι δημόσιες επενδύσεις έχουν κατά ένα μέρος ανακάμψει από την πτωτική πορεία κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι επενδυτικές ανάγκες της χώρας είναι ακόμη μεγάλες και οι επενδύσεις σε τομείς όπως η παροχή υγείας παραμένουν σημαντικά κάτω από το μέσο όρο της ευρωζώνης (Ελλάδα: 0,05% του ΑΕΠ, ευρωζώνη 0,18%). Δεύτερο, οι πόροι που δε χρησιμοποιούνται θα μπορούσαν να είχαν κατευθυνθεί σε άλλους χρήσιμους σκοπούς, αν η υπολείπουσα δαπάνη είχε διαγνωσθεί αρκετά νωρίς εντός του χρόνου».

Η αποκάλυψη των Ευρωπαίων, παρότι ξεχειλίζει υποκρισίας γιατί δική τους απαίτηση είναι η εμφάνιση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων, σημαίνει ότι ακόμη κι από αυτό το συρρικνωμένο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων  που περιγράφεται κάθε χρόνο στον κρατικό προϋπολογισμό, ένα κομμάτι κατά μέσο όρο 17% για την 5ετία 2012-2017 μένει αναξιοποίητο και στρέφεται στην κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος (παλιότερα) και την εμφάνιση δημοσιονομικού πλεονάσματος (τα τελευταία χρόνια). Τα αποτελέσματα ωστόσο αυτής της δημιουργικής λογιστικής είναι καταστρεπτικά στην πραγματική οικονομία κι έτσι ερμηνεύεται εύκολα το επενδυτικό κενό που υφίσταται στην Ελλάδα κι ανέρχεται σε 15 δις. ευρώ ετησίως, συγκρίνοντας με το επίπεδο προ της κρίσης. Αρκεί να αναφερθεί ότι οι επενδύσεις στην Ελλάδα το 2017 έφτασαν το 12,9% του ΑΕΠ όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι 21% του ΑΕΠ. Ξέροντας όμως ότι στην Ελλάδα ανέκαθεν οι δημόσιες επενδύσεις άνοιγαν το δρόμο για τις ιδιωτικές γίνεται αντιληπτό ότι ο υπαίτιος της υπο-επένδυσης είναι τα δημοσιονομικά πλεονάσματα! Κατά αυτό τον τρόπο επίσης το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας, που μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με γενναίες επενδύσεις σε δημόσιες υποδομές, δίκτυα, έρευνα, εκπαίδευση, κ.α. κι όχι με την εξαθλίωση της εργατικής τάξης και τη γενίκευση της επισφάλειας, παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες. Τέλος, είναι εμφανές ότι το δημοσιονομικό πλεόνασμα επιτυγχάνεται όχι μόνο σε βάρος της πραγματικής οικονομίας αλλά επιπλέον είναι και «πέτσινο». Στηρίζεται σε εμβαλωματικές λύσεις της τελευταίας στιγμής, που στόχο έχουν να δείξουν ότι όλα …πάνε καλά και βάσει …προγράμματος. Επομένως, είναι ένας στόχος όχι μόνο αντιλαϊκός και αντιαναπτυξιακός αλλά επιπλέον ένας στόχος που δεν μπορεί υπό κανονικές συνθήκες να υλοποιηθεί! Μόνο με μαγειρέματα… 

Πηγή: Kontranews

Κρατικός προϋπολογισμός φτωχοποίησης και εντυπώσεων

Νεοφιλελεύθερος προϋπολογισμός που διαιωνίζει τη φτώχεια για τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, είναι ο προϋπολογισμός που ψηφίσθηκε με 154 ψήφους υπέρ στις 18 Δεκεμβρίου (εδώ η εισηγητική έκθεση).

ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ

Η κυβέρνηση από τη μεριά της, προς άγρα εντυπώσεων επικαλέστηκε το κοινωνικό μέρισμα, την οριακή μείωση του ΕΝΦΙΑ, τη σταδιακή μείωση του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων κατά 1% ετησίως μέχρι να φτάσει στο 25% από 29% που είναι σήμερα κι άλλα τέτοια μέτρα. Ωστόσο, όχι απλώς ωχριούν μπροστά στην υπερφορολόγηση, αλλά είναι και προϊόν της, καθώς προέρχονται από το υπερπλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού. Την υπέρβαση με άλλα λόγια του στόχου του «ματωμένου» πλεονάσματος ύψους 3,5% που είχε συμφωνήσει η κυβέρνηση με τους πιστωτές. Η κυβέρνηση απομυζά περαιτέρω τους φορολογούμενους οδηγώντας το πλεόνασμα στο 4,1% του ΑΕΠ κι ό,τι επιπλέον μάς αφαιρεί (γύρω στα 900 εκ.) μάς το ξαναμοιράζει εμφανίζοντάς το ως κοινωνική πολιτική. Μάχη εντυπώσεων…

Πολύ περισσότερο να λάβουμε υπ’ όψη μας ότι τα ληξιπρόθεσμα χρέη του ελληνικού δημοσίου προς πολίτες κι επιχειρήσεις ανέρχονται σε 2,5 δισ. ευρώ, όπου συμπεριλαμβάνονται συντάξεις που αυθαίρετα δε δίνονται, επιστροφές που αδικαιολόγητα παρακρατούνται, κ.λπ.

Ο προϋπολογισμός του 2019 είναι ταξικός και αντιλαϊκός, επειδή:

  • Αυξάνει κατά 1 δις. ευρώ τη φορολογία το 2019. Από 45,42 δισ. ευρώ φέτος σε 46,42 δισ. τον επόμενο χρόνο.
  • Αυξάνει το λόγο έμμεσων φόρων προς άμεσους στο 1,5 από 1,15 που ήταν το 2014. Η διεύρυνση μάλιστα της φορολογικής επιβάρυνσης συντελείται σε μια περίοδο που οι 4 στους 5 οικονομικά ενεργούς πολίτες χρωστούν στην εφορία και τα ληξιπρόθεσμα χρέη από τις αρχές του 2019 έχουν αυξηθεί κατά 9 δις. ευρώ φθάνοντας τον Σεπτέμβριο συνολικά στα 103 δις. ευρώ.
  • Μειώνει το κονδύλι των συντάξεων κατά 300 εκ. ευρώ (από 28,8 σε 28,5 δισ. ευρώ), την ίδια στιγμή που 1,142 εκ. συνταξιούχοι ζουν με σύνταξη μικρότερη των 500 ευρώ (μικτά). Η κατάργηση επομένως του νόμου για την μείωση των συντάξεων που ψήφισε η ίδια η κυβέρνηση αρχές καλοκαιριού δεν ισοδυναμεί με αύξηση των συντάξεων.
  • Ιδιωτικοποιεί παραπέρα το δημόσιο πλούτο με στόχο τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις το 2019 να φτάσουν τα 350 εκ. ευρώ, όπου περιλαμβάνονται έσοδα από την πώληση του Ελληνικού, περιφερειακών αεροδρομίων και περιοχών σπάνιας ομορφιάς (Αφάντου Ρόδος, Κασιώπη, Καστέλο Μπιμπέλι Κέρκυρας, κ.α.).
  • Κρατάει το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων στο απαράδεκτα χαμηλό επίπεδο των 6,7 δισ. ευρώ όταν το 2009 και 2010 ήταν 9,6 και 8,4 δισ. αντίστοιχα.

Ανησυχία ωστόσο προκαλεί και η εξέλιξη του δημόσιου χρέους, το οποίο συνεχίζει να μεγεθύνεται. Το 2019 θα φτάσει τα 323,5 δισ. ευρώ όταν μόλις το 2016 ανερχόταν σε 315 δισ. ευρώ. Επίπεδο που δεν προκαλεί κανένα εφησυχασμό αν μάλιστα πάρουμε υπ’ όψη μας τον τερματισμό του προγράμματος Ποσοτικής Χαλάρωσης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που σημαίνει ότι εισερχόμαστε σε περίοδο ανόδου των επιτοκίων, όπως και τη συνεχή πτώση των τιμών των μετοχών στα χρηματιστήρια που προοιωνίζεται ευρύτερη οικονομική αναταραχή. Ένα οικονομικό περιβάλλον εν ολίγοις που απειλεί με εκτροχιασμό ασθενείς κι ευάλωτες οικονομίες όπως η ελληνική.

updated

Πηγή: Εφημερίδα Kontranews

Ένας προϋπολογισμός που θα ζήλευαν Σαμαράς και Παπανδρέου

 

19a6dcce77fa7d2c1bd74f2a39f8f9eb_xlΠροφανώς αν δεν είχαν προηγηθεί πέντε ολόκληρα χρόνια περικοπών και φορομπηξίας, που θα ζήλευε κι η Θάτσερ, ο Τσίπρας δεν θα καμάρωνε για το πλεόνασμα που εμφανίζει ο προϋπολογισμός. Έχουμε την υποχρέωση όμως να του αναγνωρίσουμε ότι οι θετικές δημοσιονομικές επιδόσεις αποτελούν δικό του επίτευγμα. Επίσης ότι Παπανδρέου και Σαμαράς θα ήθελαν πολύ να καταθέσουν ένα τέτοιο προσχέδιο προϋπολογισμού, όπως αυτό που κατατέθηκε τη Δευτέρα 3 Οκτωβρίου στη Βουλή, αλλά δεν τα κατάφεραν, δικαιούνται επομένως να κοιτούν τον Τσίπρα με φθόνο.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ

Οι ΣΥΡΙΝΕΛ πέτυχαν να οδηγήσουν τη δημοσιονομική πειθαρχία σε επίπεδα πρωτόγνωρα, έστω κι αν αυτό το δημοσιονομικό πλεόνασμα κρύβει άφθονη δημιουργική λογιστική μιας και το πλεόνασμα του 2015 ύψους 0,7% (έναντι στόχου για έλλειμμα της τάξης του 0,25%) σχηματίστηκε εξαιρουμένης της στήριξης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Σε υποσημείωση δε, αναφέρεται ότι «οι εφάπαξ δαπάνες για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μέσα στο 2015 είχαν επίπτωση της τάξης του 4,1% του ΑΕΠ στο αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης». Με τη σύμφωνη γνώμη ωστόσο των δανειστών δεν συμπεριλήφθηκαν.

Αντίστοιχης ωστόσο εύνοιας δεν έτυχαν οι κοινωνικές δαπάνες που σήκωσαν το βάρος της προσαρμογής. «Η βελτίωση του πρωτογενούς αποτελέσματος έναντι του στόχου αποδίδεται κυρίως στις αυξημένες σε σχέση με τις εκτιμήσεις του προϋπολογισμού εισπράξεις εσόδων σε δημοσιολογική βάση κατά 900 εκ. ευρώ περίπου καθώς και στις μειωμένες σε σχέση με τις εκτιμήσεις δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού κατά 700 εκ. ευρώ». Επομένως το «κατόρθωμα» της υποτιθέμενης κοινωνικά ευαίσθητης κυβέρνησης των ΣΥΡΙΝΕΛ που εξελέγη με πρόγραμμα ανατροπής της λιτότητας και στήριξης των λαϊκών εισοδημάτων οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην επιβολή επιπλέον λιτότητας. Ούτε η «πίτα» αυξήθηκε, ούτε οι απολήψεις από την ΕΕ (που μειώνονται σταθερά από χρόνο σε χρόνο) μεγεθύνθηκαν, ούτε έριξαν λεφτά τα περίφημα ελικόπτερα.

Τσίπρας και Καμμένος θα συνεχίσουν στον ίδιο δρόμο που άνοιξαν Σαμαράς και Παπανδρέου και για το 2017. Τα τακτικά έσοδα του προϋπολογισμού τον επόμενο χρόνο θα φτάσουν στα 50,53 δισ. ευρώ από 48,43 δισ. που προέβλεπε ο προϋπολογισμός το 2016. Την μεγαλύτερη συμβολή σε αυτή την αύξηση θα έχουν οι έμμεσοι φόροι που το 2017 θα φτάσουν τα 26,27 δισ. ευρώ από 24,74 δισ. το 2016. Οι έμμεσοι φόροι επομένως θα αυξηθούν κατά 1,53 δισ. ευρώ μέσα σε ένα μόνον χρόνο. Το δρόμο της λιτότητας θα ακολουθήσουν και οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού για το 2017 που θα μειωθούν περαιτέρω: από 44,5 δισ. που προβλέπονταν στον φετινό προϋπολογισμό σε 43,59 δισ. ευρώ.

Την ίδια ώρα που οι δαπάνες θα μειώνονται και οι φόροι θα αυξάνονται η χρεωκοπημένη Ελλάδα θα καταβάλλει στους δανειστές της 5,55 δισ. ευρώ μόνο για τόκους εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, που το 2017 θα φτάσει τα 330,07 δισ. ευρώ, από 326,57 δισ. το 2016 και 321,33 δισ. το 2015. Σταθερή αύξηση επομένως παρουσιάζει το δημόσιο χρέος, ως απόλυτο μέγεθος, και τα 3 αυτά χρόνια που ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στην εξουσία ή έχει την ευθύνη σχεδίασης της οικονομικής πολιτικής. Την ωμή αυτή πραγματικότητα που καθιστά περιττή κάθε συζήτηση περί βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους (μιας και μόνο ένας ηλίθιος θα χαρακτήριζε βιώσιμο το ελληνικό χρέος που θα φτάσει στο 181% του ΑΕΠ το 2017) επιχειρεί να διασκεδάσει η κυβέρνηση καμαρώνοντας για την υιοθέτηση του δείκτη Μικτών Χρηματοδοτικών Αναγκών, βάσει του οποίου οι ετήσιες μικτές χρηματοδοτικές ανάγκες θα παραμένουν έως 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα κι έως 20% μακροπρόθεσμα. Ρύθμιση που το μόνο πρόβλημα το οποίο επιλύει αφορά στις αποπληρωμές του 2022 και 2023 που κυμαίνονται στο 19% και 16% του ΑΕΠ (του 2015). Μέχρι τότε οι πληρωμές θα είναι σημαντικά χαμηλότερες του ορίου του 15%. Συγκεκριμένα: 2017 – 8%, 2018 – 6%, 2019: 9%, 2020 – 8%, 2021 – 10%. Αν λοιπόν επιχειρήσουν να οδηγήσουν τις αποπληρωμές στο 15% του ΑΕΠ στο πλαίσιο της επικείμενης αναδιάρθρωσης το νέο κατόρθωμα της κυβέρνησης θα είναι να αυξήσει τις ετήσιες αποπληρωμές και τις εκροές δημόσιων εσόδων ακόμη και κατά 50% μέσο όρο…

Αύξηση των έμμεσων φόρων το 2017 στα 26,27 δισ. ευρώ (από 24,74 φέτος) και του δημόσιου χρέους στα 330,7 δισ. ευρώ (από 326,7 φέτος)

Η υπερχρέωση επομένως, στην οποία βυθίζεται η Ελλάδα, όσο αρνείται να προχωρήσει σε παύση πληρωμών επί του δημοσίου χρέους και καταγγελία των Μνημονίων και των Δανειακών Συμβάσεων, έρχεται να συμπληρώσει τη συνεχιζόμενη πολιτική περικοπών και υπερφορολόγησης.

Το αυξημένο ειδικό βάρος της φορολογικής πολιτικής ομολογείται ξεδιάντροπα στο προσχέδιο του προϋπολογισμού, σα να πρόκειται για την πιο συνηθισμένη οικονομική πολιτική κι όχι για τεκμήριο άγριου νεοφιλελευθερισμού. Αναφέρεται κατά λέξη: «Η δημοσιονομική σταθεροποίηση επιδιώκεται σε μεγάλο βαθμό μέσω της φορολογικής πολιτικής. Πέραν των μέτρων που νομοθετήθηκαν τον Αύγουστο του 2015, η Συμφωνία Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της πρώτης αξιολόγησης του προγράμματος προβλέπει για την περίοδο 2016-2018 παρεμβάσεις για την επίτευξη εξοικονόμησης πόρων ύψους 3% του ΑΕΠ σωρευτικά (από τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, από τη μεταρρύθμιση της φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων, από τις αλλαγές στους συντελεστές ΦΠΑ και από την αναμόρφωση των μισθολογίων στον δημόσιο τομέα και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης)». Ευτυχώς που δεν βγήκε η επάρατος Δεξιά…

Η συνέχιση της πολιτικής της λιτότητας από τους ΣΥΡΙΝΕΛ θα οξύνει περαιτέρω τη φτώχεια και τις κοινωνικές ανισότητες που περιγράφει ο κρατικός προϋπολογισμός στις πρώτες του κιόλας σελίδες. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Την περίοδο 2007-2011, το μέσο ελληνικό νοικοκυριό αντιμετώπισε ετήσια μείωση του καθαρού, πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματός του άνω του 8%, ενώ το 2012 τα νοικοκυριά στο χαμηλότερο 20% της εισοδηματικής κλίμακας κατείχαν το 6,4% του συνολικού εισοδήματος, σε αντίθεση με τα νοικοκυριά στο υψηλότερο 20%, που κατείχαν το 40,3% του συνολικού εισοδήματος». Ο καταιγισμός νέων φόρων που ψηφίστηκαν Μάιο και Ιούνιο του 2016 για να εφαρμοστούν με την είσοδο του νέου χρόνου (σε καφέ, τσιγάρα, ηλεκτρονικά τσιγάρα, καύσιμα, τηλεφωνία, ΦΠΑ, μπύρες, κ.α.) θα κάνει τους φτωχούς φτωχότερους βαθαίνοντας τις κοινωνικές αντιθέσεις. Κι αυτό το κύμα φτωχοποίησης θα έχει φαρδιά πλατιά την υπογραφή ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Ανησυχητικές είναι και οι εξελίξεις στο μέτωπο της ανεργίας. Η κυβέρνηση επικαλείται την αργή αλλά σταθερή μείωση της ανεργίας από το επίπεδο ρεκόρ του 27,5% του 2013 στο 23,5% για το 2016. Ανεξάρτητα ωστόσο από αυτή την τάση είναι σε εξέλιξη μια άλλη τάση πολύ πιο σημαντική καθώς διαβρώνει σε βάθος τα γνωρίσματα της αγοράς εργασίας σε μια άκρως νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση. Ειδικότερα, σε αντίθετη τροχιά από την πτώση του γενικού ποσοστού της ανεργίας κινείται η ανεργία στις ηλικίες 55-64 ετών, με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Από 8,4% το 2011, πέρυσι έφτασε το 17% και φέτος το 18,6%. Αυξάνεται σταθερά δηλαδή αποκαλύπτοντας μια ένα σταθερό κύμα απόλυσης «ακριβών» εργαζομένων που αντικαθίστανται από νέους «φθηνότερους». Το επίδικο εδώ για τις επιχειρήσεις δεν είναι τίποτε άλλο από την μείωση του μισθολογικού κόστους. Εκμεταλλεύονται για την ακρίβεια τους χαμηλούς μισθούς που επιβλήθηκαν στους νέους με το δεύτερο μνημόνιο κι έχουν ήδη εμπεδωθεί στην αγορά για να κάνουν προσλήψεις όχι επειδή αυξάνονται παραγωγή και τζίρος, αλλά σαν μέσο αύξησης των κερδών ή κάλυψης των νέων φορολογικών βαρών. Εξετάζοντας υπ’ αυτό το πρίσμα τις προσλήψεις είναι εμφανές δεν σηματοδοτούν αύξηση των εργατικών εισοδημάτων, αλλά μείωση. Και μάλιστα ραγδαία…

Οι αρνητικές εξελίξεις στην αγορά εργασίας, σε αντίθεση με το κλίμα ευφορίας που διατρέχει το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού, επιβεβαιώνονται επίσης κι από την υποχώρηση των θέσεων πλήρους απασχόλησης η οποία αλληλοτροφοδοτείται από την αύξηση των θέσεων μερικής απασχόλησης. Στην αλληλοσύνδεσή τους οι δύο παραπάνω εξελίξεις συνθέτουν μια αγορά εργασίας που χρησιμοποιεί τη νέα γενιά των κακοαμειβόμενων και ανασφάλιστων ως πολιορκητικό κριό απέναντι στο δικαίωμα της σταθερής δουλειάς και του αξιοπρεπούς μισθού. Πρόκειται για δυναμικές που αν για την κυβέρνηση και την εργοδοσία σημαίνουν αισιοδοξία και εφησυχασμό, στο εργατικό κίνημα και την Αριστερά πρέπει να σημάνουν συναγερμό…

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πριν στις 9 Οκτωβρίου 2016